S. SOFOKLEOUS & Co LLC ν. Malishkin, Αρ. Αγωγής: 2623/18, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A404 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2623/18 Μεταξύ: S. SOFOKLEOUS & Co LLC Ενάγοντες -εναντίον- xxxxx Malishkin Εναγόμενος ------------------------------------------- (Αίτηση ημέρ. 10/5/2019 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατο επίδοση) Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Π. Λοΐζου ------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησαν στις 23/11/18, αφού έλαβαν άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες, δικηγορική εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό, αξιώνουν από τον εναγόμενο, Ρώσο υπήκοο και πρώην πελάτη τους, το ποσό των €84.505 «ως οφειλόμενες δικηγορικές υπηρεσίες συνεπεία παράνομου τερματισμού ή και παράβασης σύμβασης ή και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού.». Ζητούν επίσης οι ενάγοντες με την αγωγή τους και αριθμό δηλώσεων του Δικαστηρίου ως προς το ότι ο εναγόμενος προέβη σε μονομερή και/ή παράνομο και/ή αυθαίρετο τερματισμό της συμφωνίας που είχαν μεταξύ τους ημερ. 25/03/18 και ότι οι ίδιοι νόμιμα κατακρατούν το ποσό των €41.960 που ο εναγόμενος τους κατέβαλε ως μέρος της δικηγορικής τους αμοιβής. Εν συντομία, η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων είναι ότι περί τις 25/03/18 σύναψαν συμφωνία με τον εναγόμενο για παροχή δικηγορικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα για να διεκπεραιώσουν εκ μέρους και για λογαριασμό του διάφορες διαδικασίες για την απόκτηση και μεταβίβαση ενός ακινήτου στο όνομα του. Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, καταβλήθηκε στους ενάγοντες από τον εναγόμενο ως αμοιβή το ποσό των €41.960 στις 23/03/18 και επειδή δεν κατέστη δυνατό να παρασχεθούν οι συμφωνηθείσες υπηρεσίες εντός 15 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας, ως ήταν και ο σχετικός συμβατικός όρος, «οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά και/ή σιωπηρά όπως η διαδικασία διεκπαιρεωθεί εντός λογικού χρόνου.». Πέραν του εν λόγω ποσού ο εναγόμενος, σύμφωνα με τους ενάγοντες, τους κατέβαλε και το επιπρόσθετο ποσό των €12.138, το οποίο όμως αφορούσε υπηρεσίες άλλες από τις συμφωνηθείσες. Περί τον Αύγουστο 2018 και προτού ολοκληρωθούν οι συμφωνηθείσες υπηρεσίες, ο εναγόμενος, σύμφωνα με τους ενάγοντες, άρχισε να αφήνει υπονοούμενα ότι δεν επιθυμούσε πλέον να προχωρήσει η διαδικασία και στις 15/10/18 και μετά που οι ενάγοντες τον ενημέρωσαν ότι για να μπορέσουν να ολοκληρώσουν την εργασία τους χρειάζονταν να τους αποστείλει κάποια αναγκαία έγγραφα, ενημέρωσε τους τελευταίους «ότι πλέον δεν επιθυμούσε την συνέχεια της συνεργασίας τους», τερμάτισε τη συμφωνία και τους ζήτησε να του επιστρέψουν τα ποσά που τους κατέβαλε μείον του ποσού των €3000 που τους ζήτησε να το κρατήσουν ως αποζημίωση για τις υπηρεσίες που του είχαν προσφέρει ως τότε. Είναι η θέση των εναγόντων ότι αυτοί «ήταν σε θέση να ολοκληρώσουν την παροχή των συμφωνηθέντων υπηρεσιών τους προς τον εναγόμενο όμως ο εναγόμενος με τις πράξεις ή και την συμπεριφορά του ή και την άσκηση πίεσης . (τους) αποστέρησε.την δυνατότηα να του παρέχουν ολοκληρωμένα τις υπηρεσίες τους και να αμειφθούν ως η συμφωνία των διαδικων.». Μετά την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες αιτήθηκαν στις 23/11/18, άδεια για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο μέσω email. Τους υπεδείχθη τότε από το Δικαστήριο ότι δεν είχαν προηγουμένως λάβει άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, προϋπόθεση απαραίτητη για να μπορεί να εξεταστεί οποιοδήποτε αίτημα για υποκατάστατο επίδοση σύμφωνα με την ANS SECRETARIES LTD ν. ORIANDA MANAGEMENT FZ LLC, ECLI:CY:AD:2014:A458, Π.Ε. 362/2009, 3/7/
- Αποφάσισαν τότε οι ενάγοντες όπως αποσύρουν την αίτηση άνευ βλάβης. Στη συνέχεια επανήλθαν με νέα μονομερή αίτηση στις 11/01/19, αυτή τη φορά όμως, πρόσθετα με το αίτημα για υποκατάστατο επίδοση μέσω email, ζητούσαν όπως τους δοθεί άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Ενόψει όμως του ότι στην αίτηση και Ε/Δ που την υποστήριζε αναφερόταν ότι επρόκειτο για προτιθέμενη επίδοση της αγωγής σε Ρώσο υπήκοο που διαμένει μόνιμα στη Ρωσία (βλ. 12 Ε/Δ ημερ. 11/01/19), τους τέθηκε ο προβληματισμός του Δικαστηρίου κατά πόσο τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του άμεσα σχετικού Κυρωτικού της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986, Ν.172/1986στον οποίο όμως καμία αναφορά γινόταν στη νομική βάση της αίτησης η οποία περιοριζόταν αποκλειστικά στις Δ.5 και Δ.
- Ζήτησαν τότε οι ενάγοντες και έλαβαν άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική Ε/Δ, στην οποία ανέφεραν ότι το μόνο στοιχείο που είχαν σε σχέση με τον εναγόμενο ήταν το αντίγραφο του Ρωσικού διαβατηρίου του και ότι δεν γνώριζαν την ακριβή διεύθυνση του στη Ρωσία. Επειδή, υποστήριξαν τότε, οι πρόνοιες του Ν.172/1986 επιβάλλουν όπως για να επιτευχθεί επίδοση σε Ρώσο υπήκοο στη Ρωσία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, είναι απαραίτητο όπως δοθεί στις Ρωσικές αρχές η διεύθυνση στην οποία δύναται να εντοπιστεί ο τελευταίος, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του Νόμου εφόσον το εν λόγω στοιχείο τους είναι άγνωστο. Κατά την τότε αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων, του τέθηκε ο προβληματισμός κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορούσε να παρακάμψει τις πρόνοιες ενός Νόμου και δη ενός Νόμου που αφορά στην κύρωση διακρατικής συνθήκης μεταξύ δύο χωρών σε θέματα επίδοσης, ουσιαστικά λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των εκεί επιβαλλόμενων ασφαλιστικών δικλείδων που έχουν αμοιβαία συμφωνηθεί μεταξύ των δύο χωρών ως προϋποθέσεις για την επέκταση της δικαιοδοσίας του ενός κράτους στην επικράτεια του άλλου. Υπεδείχθη επίσης στο συνήγορο αφ' ενός το ότι στην συμπληρωματική Ε/Δ που είχε καταχωρηθεί τότε, αναφερόταν ότι οι ενάγοντες γνώριζαν «.μόνο τη διεύθυνση του εναγόμενου στην Κύπρο», στοιχείο που δεν σύνηδε με το αίτημα για υποκατάστατο επίδοση μέσω email και αφ' ετέρου το εξόφθαλμα παράδοξο η αγωγή να αφορά σε κατ' ισχυρισμό δικηγορικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε αλλοδαπό πελάτη και δη υπηρεσίες που σχετίζονται με τη μεταβίβαση κυπριακού ακινήτου στο όνομα του τελευταίου και να μην είναι γνωστά τα πλήρη στοιχεία του αλλοδαπού πελάτη, η εξασφάλιση των οποίων ήταν όχι μόνο απαραίτητη για να μπορέσει να γίνει η κατ' ισχυρισμό μεταβίβαση αλλά και θέσμια υποχρέωση των δικηγόρων δυνάμει του αρ. 2 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188(Ι)/2007) και των σχετικών Οδηγιών για το «Ξέπλυμα Παράνομου Χρήματος & Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας» που εκδίδει από το 2015 ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος ως το αρμόδιο εποπτικό όργανο σε σχέση με την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σε τέτοιους αλλοδαπούς πελάτες. Είχε τότε αναφέρει ο συνήγορος ότι στην πραγματικότητα οι ενάγοντες και ο εναγόμενος είχαν από προηγουμένως σχέση δικηγόρου πελάτη στα πλαίσια παροχής υπηρεσιών προς κυπριακή εταιρεία συμφερόντων του τελευταίου, εταιρεία από την οποία θα μεταβιβαζόταν το ακίνητο στο οποίο αφορούσε η επίδικη συμφωνία. Είναι γι' αυτό, ανέφερε ο συνήγορος, που στην συμπληρωματική Ε/Δ αναφερόταν ότι οι ενάγοντες γνώριζαν τη διεύθυνση που είχε τότε ο εναγόμενος στην Κύπρο εφόσον τον τότε καιρό ήξεραν τη διεύθυνση που χρησιμοποιούσε για σκοπούς της εταιρείας του, όχι όμως την προσωπική του διεύθυνση στη Ρωσία. Παρά ταύτα, ο συνήγορος ζήτησε χρόνο να μελετήσει τους προβληματισμούς του Δικαστηρίου και όταν επανήλθε στις 04/03/19, απέσυρε άνευ βλάβης την αίτηση αναφέροντας ότι ενδεχομένως να είχε βρει άλλο τρόπο να επιδώσει την αγωγή. Σκόπιμα έχω παραθέσει το ανωτέρω ιστορικό της υπόθεσης διότι όταν η η αγωγή δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί μέχρι και τις 10/05/19, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, η τρίτη στη σειρά, με την οποία ζητούν, στη βάση των ίδιων ισχυρισμών με τις προηγούμενες αιτήσεις τους, να τους δοθεί άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας καθώς επίσης και άδεια για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής σε δικηγορική εταιρεία της Λεμεσού, ήτοι στην δικηγορική εταιρεία M.ECONOMIDES KRANOS & CO LLC. Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, το αίτημα για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής στους προαναφερόμενους δικηγόρους προέκυψε μετά που έλαβαν στις 05/04/19 επιστολή από τους εν λόγω δικηγόρους στην οποία οι τελευταίοι αναφέρουν ότι ενεργούν κατ' εντολή του εναγόμενου ο οποίος είναι πελάτης τους (Τεκ.Ε). Στην εν λόγω επιστολή, οι προαναφερόμενοι δικηγόροι αποδίδουν στους ενάγοντες εκ μέρους του εναγόμενου, επαγγελματική αμέλεια και αντισυμβατική συμπεριφορά κατά τις υπηρεσίες που του παρείχαν στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας της 25/03/18 και τους προειδοποίησαν ότι αν δεν επιστρέψουν στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των €54.098 που τους κατέβαλε εντός 7 ημερών, θα προχωρούσαν με τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Η αίτηση εδράζεται αποκλειστικά επί των Δ.5 και Δ.6 και η υποστηρικτική Ε/Δ, με εξαίρεση των όσων αναφέρονται να αφορούν στο αίτημα για υποκατάστατο επίδοση στους προαναφερόμενους δικηγόρους, είναι παρόμοιου περιεχομένου με τις Ε/Δ που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη των προηγούμενων δύο αιτήσεων που αποσύρθηκαν. Σε αυτή επισυνάπτονται ως Τεκμήρια τόσο η επίδικη συμφωνία των μερών ημερ. 25/03/18, όσο και τα εμβάσματα στα οποία προέβη ο εναγόμενος προς τους ενάγοντες συνολικού ύψους €54.098 και η αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ τους. Επαναλαμβάνεται δε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο εναγόμενος είναι Ρώσος υπήκοος ο οποίος διαμένει μόνιμα στη Ρωσία και ότι πλην του email του, οι ενάγοντες κανένα άλλο στοιχείο έχουν αναφορικά με τη διεύθυνση στην οποία αυτός δύναται να εντοπισθεί εκεί εξ' ου και θεωρούν αδύνατη την προσωπική επίδοση της αγωγής σε αυτόν. Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης, υπέδειξα στο συνήγορο ότι στο βαθμό που η αίτηση εδραζόταν επί της ίδιας νομικής βάσης και επί των ίδιων γεγονότων με τις προηγούμενες δύο, ίσχυαν οι ίδιοι προβληματισμοί που του είχα θέσει και την προηγούμενη φορά, ιδιαίτερα σε σχέση με την εφαρμογή και συνάμα την απουσία από τη νομική βάση της αίτησης των προνοιών του Ν. 172/
- Πρόσθετα όμως τούτου, έθιξα στο συνήγορο και τον προβληματισμό κατά πόσο είναι ορθό υπό τις περιστάσεις αλλά και γενικότερα, να διαταχθεί η επίδοση αγωγής σε δικηγόρο αντί στον εναγόμενο, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα σχετικά λέχθηκαν με το θέμα αυτό στις αποφάσεις DEMETRIOU ν. LLOYD'S UNDERWRITERS
(1983)1 CLR 304 και Coward Martin (Αρ. 2),
(2012)1 Α.Α.Δ. 257 (η οποία αν και ανατράπηκε κατ' έφεση ήταν για άλλο από τον επί του προκειμένου λόγο). Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος δέχτηκε ως ορθή τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι εφόσον επρόκειτο για αγωγή εναντίον Ρώσου υπήκοου που διαμένει μόνιμα στη Ρωσία, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.172/86 ως προς το θέμα της επίδοσης. Επανέλαβε όμως τη θέση του ότι επειδή οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν την ακριβή διεύθυνση του εναγόμενου στη Ρωσία, δεν μπορούν να επιδόσουν σύμφωνα με το Νόμο. Είναι γι' αυτό, υποστήριξε ο συνήγορος που επιχειρήθηκε προηγουμένως να εξασφαλιστεί άδεια για υποκατάστατο επίδοση μέσω email και τώρα μέσω των προαναφερόμενων δικηγόρων. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι επειδή η δικηγορική εταιρεία M.ECONOMIDES KRANOS & CO LLC κατάφερε σε κάποιες άλλες υποθέσεις, άσχετες με την παρούσα και τους εδώ διαδίκους, να εξασφαλίσει άδεια για υποκατάσταση επίδοση στον ίδιο ως δικηγόρο για πελάτες του, η αρχή της ισότητας των όπλων επιβάλλει όπως εξασφαλίσει και αυτός παρόμοια άδεια για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση υποστήριξε, ουσιαστικά προκαλείται αδικία, ενώ συνεπεία της αδυναμίας επίδοσης της αγωγής με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, θα παραβιαστούν τα δικαιώματα των εναγόντων για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα έθεσε ενώπιον μου η πλευρά των εναγόντων. Σημειώνω τα εξής. Όπως λέχθηκε στην ANS SECRETARIES ανωτέρω, οι πρόνοιες της Δ.6 θ.1 που αφορούν στην επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι ουσιαστικότατες. Δεν αποτελούν απλό διαδικαστικό θέμα που αφορά μόνο την επίδοση, αλλά συνδέονται με την ανάληψη δικαιοδοσίας ή καλύτερα με την επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ώστε να καλύπτει και εναγομένους που βρίσκονται εκτός Κύπρου, νοουμένου βέβαια ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στη Δ.6 θ.1. Όπου υπάρχουν και εναγόμενοι εκτός Κύπρου, μόνο μετά από εξασφάλιση άδειας του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6 θ.1, μπορούν να υποβληθούν στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Μόνο μετά από τέτοια άδεια είναι δυνατή στη συνέχεια η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτούς (βλ. βλέπε επίσης Philippou v. Philippou and others
(1986)1 CLR 689 και Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765). Εφόσον συνεπώς το υπό κρίση αίτημα αφορά σε ουσιαστικό θέμα, επιβάλλεται η εις βάθος εξέταση του από αυτό το στάδιο. Η ιδιομορφία της παρούσας υπόθεσης είναι ότι λόγω της υπηκοότητας και του τόπου διαμονής του εναγόμενου, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της άμεσα σχετικής Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986, η οποία κυρώθηκε με το Ν.172/1986. Όπως έχει νομολογηθεί, προσεκτική ανάγνωση των προνοιών της Συνθήκης αποκαλύπτει ότι αυτή έχει συνομολογηθεί, ως αναφέρεται και στο προοίμιο, για την ενίσχυση των δεσμών φιλίας και συνεργασίας μεταξύ Κύπρου-ΕΣΣΔ, μέσα στο πνεύμα των διατάξεων της Τελικής Πράξης της Διάσκεψης για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και Συνεργασία. Επιδίωξη των συμβαλλομένων, όπως αναφέρεται, είναι η ρύθμιση, στη βάση της αμοιβαιότητας, της νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου. Ως τέτοια Συνθήκη που είναι, έχει αυξημένη ισχύ έναντι άλλης ημεδαπής νομοθεσίας δυνάμει του Άρθρου 169 του Συντάγματος και υπερισχύει έτσι των όποιων άλλων εγχώριων δικονομικών διατάξεων που αφορούν σε θέματα επίδοσης (βλ. Efimov Serge,
(2009)1 Α.Α.Δ. 326 και κατ' αναλογία Alfred C Toepfer International GMBH ν. Broda Agro Trade (Cyprus) Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1473). Τούτων λεχθέντων και παρά το ότι οι πρόνοιες του Ν.172/86 δεν αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της αίτησης, στοιχείο το οποίο από μόνο του είναι αρκετό για να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης υπό τις περιστάσεις, σημειώνω και τα εξής ως προς τις εν λόγω πρόνοιες. Τα αρ.4 και 7 του Ν.172/86 επιβάλλουν όπως για την παροχή νομικής συνδρομής, οι αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών θα επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω της διπλωματικής οδού και ότι «η παραγγελλόμενη αρχή θα ενεργεί την επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τους κανόνες επίδοσης που ισχύουν στο Κράτος αυτής, εφόσο τα προς επίδοση έγγραφα είναι συντεταγμένα στη δική της γλώσσα ή συνοδεύονται από πιστοποιημένη μετάφραση στη γλώσσα αυτή. Σε περίπτωση που τα έγγραφα δεν είναι συντεταγμένα στη γλώσσα του παραγγελλόμενου Μέρους και δε συνοδεύονται από μετάφραση, αυτά θα επιδίδονται στον παραλήπτη μόνο αν αυτός προθυμοποιείται να τα αποδεχθεί». Πρόσθετα τούτου, η δεύτερη παράγραφος του αρ.7, επιβάλλει όπως «η παραγγελία για επίδοση πρέπει να περιέχει την ακριβή διεύθυνση του παραλήπτη και τον τίτλο του προς επίδοση εγγράφου». Είναι λόγω των πιο πάνω θέσμιων υποχρεώσεων που οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ενόψει του αγνώστου της διεύθυνσης του εναγόμενου, δεν μπορεί να χρησιμοποιήθει ο νόμος για να επιδώσουν την αγωγή ως εκεί προνοείται. Η όποια όμως αδυναμία των αιτητών να εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις που επιβάλλει ένας νόμος και δη ένας νόμος που αφορά σε συνθήκη με αυξημένη νομοθετική ισχύ, δεν συνιστά λόγο ή τρόπο για να παρακαμφθούν οι πρόνοιες του νόμου. Ούτε όμως και η συνειδητή παράλειψη συμπερίληψης των διατάξεων του νόμου από την νομική βάση της αίτησης, ως φαίνεται να έπραξαν οι ενάγοντες τόσο στην παρούσα όσο και στις προηγούμενες αιτήσεις που καταχώρησαν, επιτρέπει τέτοια παρέκκλιση. Ο νόμος τυγχάνει εφαρμογής και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, σημειώνω ότι ο ίδιος ο Ν.172/86προνοεί για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν ενδεχομένως να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που αντιμετωπίζουν εδώ οι ενάγοντες, αφού στη δεύτερη παράγραφο του αρ.7 αναφέρεται ότι «αν η διεύθυνση που δίδεται στην παραγγελία δεν είναι πλήρης ή ακριβής, η παραγγελλόμενη αρχή οφείλει, σύμφωνα με το δίκαιο της, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για εξακρίβωση της ορθής διεύθυνσης». Στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ίδιων των εναγόντων, αυτοί έχουν τουλάχιστο αντίγραφο του επίσημου Ρωσικού διαβατηρίου του εναγόμενου. Το κατ' ισχυρισμό άγνωστο επομένως της διεύθυνσης του εναγόμενου θα μπορούσε ενδεχομένως να αντιμετωπιστεί κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενάγοντες ικανοποιητική πρόσβαση στο Δικαστήριο, όμως συνειδητά οι τελευταίοι έχουν επιλέξει να μην χρησιμοποιήσουν την συγκεκριμένη νομοθεσία και αυτό παρά τις προηγούμενες επισημάνεις του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το αίτημα για υποκατάστατο επίδοση στους φερόμενους ως δικηγόρους του εναγόμενου, ενόψει του ότι για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, δεν επιχειρήθηκε πρώτα η προσωπική επίδοση στον εναγόμενο σύμφωνα με τον ορθό τρόπο που επιβάλλει ο Ν.172/86, αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Το συγκεκριμένο αίτημα όμως θα υπόκειτο ούτως ή άλλως σε απόρριψη στη βάση των όσων λέχθηκαν στις αποφάσεις DEMETRIOU και Coward Martin ανωτέρω, τα σχετικά αποσπάσματα από τις οποίες παραθέτω αυτούσια: DEMETRIOU ν. LLOYD'S UNDERWRITERS
(1983)1 CLR 304 «.service on a solicitor can only be made when the defendant by his solicitor undertakes in writing to accept service or where a party after having been sued or appeared in person has given notice in writing to the opposite party or his solicitor that such solicitor is authorized to act in the cause or matter on his behalf, (See Order 9, rule 1 and Order 67, rule 7 of the old Rules of Supreme Court of England applicable by virtue of rule 237 of the Cyprus Admiralty jurisdiction order 1893); that since in the present case there has never been any written undertaking by Counsel to accept service and on the contrary the solicitors, upon whom service was effected, made it quite clear that they had no authority to accept service» Coward Martin (Αρ. 2),
(2012)1 Α.Α.Δ. 257 «Η πρακτική που ακολουθείται και είναι γνωστή στα Δικαστήρια της Κύπρου, αφορά την ενίοτε εθελοντική ανάληψη, όχι υπό μορφή υποχρέωσης, αλλά υπό τύπο υποβοήθησης της όλης διαδικασίας, ειδοποίησης του διαδίκου από το δικηγόρο του προς εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εκκρεμεί εναντίον του αίτηση μορφής και φύσεως για την οποία είναι υπόχρεος ο διάδικος να είναι προσωπικά παρών. ... Όχι θεσμικά και ούτε ως αποτέλεσμα διαταγής από το Δικαστήριο. Καμιά πρόνοια στους περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμούς του 2002, . δεν τεκμηριώνουν τη θέση του ότι ο δικηγόρος πέραν της εθελοντικής σύμπραξης που μπορεί να προσφέρει στο Δικαστήριο και τη διαδικασία, είναι υπόλογος μέσω δικαστικών οδηγιών να καταστεί όχημα μεταφοράς των οδηγιών στον διάδικο πελάτη του με ενδεχόμενη τη σύλληψη του τελευταίου, αν δεν εμφανιστεί. Ο Καν. 20
(2), που αναφέρεται στην αγόρευση του συνηγόρου και που εμπίπτει στο κεφάλαιο «Σχέσεις με τους πελάτες» και αφορά την εκ μέρους του δικηγόρου ενημέρωση του πελάτη του για την εξέλιξη της υπόθεσης που έχει αναλάβει, ουσιαστικά παραπέμπει στην επαγγελματική σχέση δικηγόρου-πελάτη και όχι στη σχέση Δικαστηρίου-δικηγόρου. Η ενημέρωση του πελάτη για την εξέλιξη της όλης διαφοράς επί Δικαστηρίω, αποτελεί αυτονόητη, ορθή, επαγγελματική άσκηση εκ μέρους ενός δικηγόρου. Δεν έχει σχέση με όσα εδώ η Πρόεδρος θεώρησε ότι είχε εξουσία να εκδώσει υπό τύπον οδηγιών. .Μάλιστα τέτοιες οδηγίες φέρνουν σε επαγγελματική αμηχανία το δικηγόρο, ο οποίος έχει καθήκοντα, σύμφωνα με τη δεοντολογία, και προς το Δικαστήριο και προς τον πελάτη του. Ούτε ο δικηγόρος είναι πλέον μετά την τροποποίηση του Άρθρου 15 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, με το Νόμο αρ. 40/75, λειτουργός του Δικαστηρίου. Είναι λειτουργός της δικαιοσύνης. (Τάκη Ηλιάδη: Δικηγορική Δεοντολογία, σελ. 269). Και η διαφορά είναι εμφανής .» Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην παρούσα περίπτωση οι προαναφερόμενοι δικηγόροι δεν δήλωσαν ποτέ ρητά και γραπτώς ότι έχουν εξουσιοδοτηθεί να δέχονται επιδόσεις εκ μέρους του εναγόμενου καθώς επίσης και ότι σύμφωνα με τα όσα οι ίδιοι οι ενάγοντες έχουν αναφέρει, από τις 5/4/2019 που έλαβαν την επιστολή των προαναφερόμενων δικηγόρων, καμία σχετική αγωγή ή άλλη διαδικασία ηγέρθη από πλευράς των τελευταίων εκ μέρους του εναγόμενου έτσι ώστε να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η επίδοση της παρούσας αγωγής σε αυτούς για τον εναγόμενο δεν θα τους θέσει σε επαγγελματική αμηχανία, το υπό κρίση αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί και για αυτούς τους επιπρόσθετους λόγους. Το ότι σε άλλες άσχετες υποθέσεις, δόθηκε άδεια στους προαναφερόμενους δικηγόρους να επιδώσουν στο συνήγορο των εδώ εναγόντων, αγωγές για άλλους πελάτες του, είναι άσχετο και ουδόλως συνιστά λόγο για να εγκριθεί παρόμοιο αίτημα στην παρούσα υπόθεση. Έχω προβληματιστεί κατά πόσο θα δικαιολογείτο όπως η αίτηση επιτύχει μερικώς και δοθεί μόνο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Θεωρώ όμως ότι ενόψει της ουσιαστικής και δικαιοδοτικής φύσης του θέματος της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και των άμεσα συνδεδεμένων με το θέμα αυτό, προνοιών του Ν.172/1986, οι οποίες δεν αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της αίτησης, ούτε αυτή η πτυχή της αίτησης δύναται να εγκριθεί στο παρόν στάδιο. Στη βάση όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο