IRINEL ν. CRISTIAN, Αρ. Αγωγής: 4557/2012, 5/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A386 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4557/2012 Μεταξύ: xxxxx IRINEL, από τη Λεμεσό Ενάγοντας και xxxxx CRISTIAN, από τη Λεμεσό Εναγόμενος ----------------------- Ημερομηνία:05 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Λυσάνδρου Για Εναγόμενο: κα. Δημητρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε στις 10/10/2012 με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, ο ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές συνολικού ύψους €1061,57 που ισχυρίζεται ότι υπέστη στις 08/01/2011, όταν κατά την προσπάθεια του περί τις 1730 να διασταυρώσει πεζός τη λεωφόρο Ομονοίας στη Λεμεσό από δυτικά προς ανατολικά, χτυπήθηκε από το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX99 που οδηγούσε ο εναγόμενος με κατεύθυνση από βόρεια προς νότια. Αν και με το δικόγραφο της η πλευρά του εναγόμενου αμφισβήτησε τόσο το θέμα ευθύνης όσο και το θέμα των αποζημιώσεων εντούτοις κατά την ακρόαση δηλώθηκε ότι δεν αμφισβητούνται οι ειδικές ζημιές συνολικού ύψους €1061,57 που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγοντας από το ατύχημα ενώ δηλώθηκαν ως παραδεκτοί και οι τραυματισμοί του, ως αυτοί καταγράφονται στην παράγραφο 5 της Ε/Α και στα ιατρικά πιστοποιητικά των Δρ. Κυριάκου (31/05/11) και Δρ. Βιολάρη (11/01/12) των Γενικών Νοσοκομείων Λευκωσίας και Λεμεσού αντίστοιχα (Τεκ. Α και Β), ήτοι μεγάλο θλαστικό τραύμα, εκχυμώσεις κοιλιάς υπερηβικά (κάτω κοιλιά) και δεξιάς πλάγιας κοιλιάς, συντριπτικό κάταγμα αριστερού μετωπιαίου οστού (οροφή οφθαλμικού κόγχου) με συνοδό πνευμοεγκέφαλο και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, για τη θεραπεία των οποίων συστήθηκε συντηρητική φαρμακευτική θεραπεία με αντιβιοτικά και παυσίπονα, ξεκούραση και ανάπαυση. Σύμφωνα δε με το παραδεκτό περιεχόμενο των εν λόγω πιστοποιητικών, μετά το ατύχημα ο ενάγοντας διαμετακομίστηκε στο Γ.Ν. Λεμεσού, όμως «.λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του.εστάληκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λευκωσίας στη Νευροχειρουργική κλινική.» (Τεκ.Α). Αφού νοσηλεύτηκε εκεί για 6 μέρες περίπου, ο ενάγοντας «.εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 14/01/11. Ήταν σε καλή νευρολογική κατάσταση. Επανεξετάσθηκε στις 28/01/11 στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής. Ήταν σε καλή νευρολογική κατάσταση. Υπεβλήθη σε νέα αξονική τομογραφία που έδειξε υποχώρηση των εγκεφαλικών θλάσεων και του ενδοκρανιακού αέρα» (Τεκ.Β). ΄ Επισημαίνω ότι στην έκθεση απαίτησης δεν δικογραφείται να υφίστανται στον ενάγοντα οποιαδήποτε τυχόν κατάλοιπα από τους τραυματισμούς του και όπως δηλώθηκε κατά την ακρόαση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του, τέτοια θέση δεν προωθείται. Πρόσθετα των πιο πάνω, συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αν και ήταν νύχτα υπήρχε οδικός φωτισμός, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η λεωφόρος Ομονοίας είναι ευθεία οδός διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες η κάθε κατεύθυνση και ότι οι τέσσερεις λωρίδες της λεωφόρου έχουν απόσταση μεταξύ τους περί τα 3,40 μέτρα και η απόσταση από το ανατολικό πεζοδρόμιο μέχρι το δυτικό, είναι 13,60μ. Η απόσταση μιας εκάστης των τεσσάρων λωρίδων από το ανατολικό πεζοδρόμιο, είναι διαδοχικά, 3,40μ., 6,80μ., 10,20μ και 13,60μ. αντίστοιχα και η διαχωριστική γραμμή των δύο κατευθύνσεων, η οποία είναι σηματοδοτημένη κατά μήκος της μέσης της λεωφόρου, βρίσκεται σε απόσταση 6,80μ. από το κάθε πεζοδρόμιο της λεωφόρου. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του με κατεύθυνση από βόρεια προς νότια στην αριστερή λωρίδα (εξωτερική) της λεωφόρου, ότι πριν τη σύγκρουση ο ενάγοντας είχε διανύσει περί τα 12μ., ήτοι διασταύρωσε τις πρώτες τρεις λωρίδες της λεωφόρου και περίπου το μισό της τελευταίας λωρίδας (1.50μ.) και ότι ο εναγόμενος χτυπήθηκε από το αριστερό πλαϊνό καθρεφτάκι του οχήματος του εναγόμενου, ήτοι το καθρεφτάκι που βρίσκεται προς την πλευρά του ανατολικού πεζοδρομίου (εξωτερική πλευρά), το οποίο ήταν και το μόνο μέρος του οχήματος που υπέστη ζημιά. Συνιστά τέλος κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος ότι, κατά τη σύγκρουση ο ενάγοντας είχε μαζί του ένα μπουκάλι κρασί όμως δεν του έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος αλκοόλης ενώ όσον αφορά τον εναγόμενο στον οποίο έγινε τέτοιος έλεγχος, η ένδειξη ήταν μηδενική. Για όλα τα πιο πάνω παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα συνεπώς, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Ενόψει των πιο πάνω παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, αυτό που παρέμεινε ως επίδικο θέμα ήταν μόνο το θέμα ευθύνης και το ύψος των γενικών αποζημιώσεων. Εκ μέρους του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ως ΜΕ1 και ο Λοχ. XXXXX, Δ Αγησιλάου ως ΜΕ2, ο οποίος είχε αναλάβει τότε να διερευνήσει το ατύχημα. Από πλευράς εναγόμενου δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα την οποία υποστήριξε κατά την ακρόαση ενόρκως, ήταν, σύμφωνα με την γραπτή δήλωση που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α) η εξής: «Καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο προς τη παρούσα αγωγή ήμουν ηλικίας 33 ετών καθ' όλα υγιής και χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Την 08/01/2011 και περί ώρα 17:30 και ενώ ήμουνα ήμουν πεζός στη Λεωφόρο Ομονοίας, προσπαθούσα να διασταυρώσω από την δυτική πλευρά του δρόμου στην απέναντι, ανατολική πλευρά του δρόμου. Ο φωτισμός την επίδικη νύκτα ήταν καλός αφού υπήρχε οδικός φωτισμός και δεν έβρεχε. Αφού κοίταξα προσεκτικά, διέσχισα μέχρι την μέση της Λεωφόρου Ομονοίας. Ακολούθως αφού πρώτα κοίταξα ξανά προσεκτικά για να διαβεβαιωθώ ότι δεν ερχόταν οιοδήποτε όχημα, προσπάθησα να διασταυρώσω το άλλο μισό του δρόμου ούτως ώστε να φθάσω στην ανατολική πλευρά της Λεωφόρου Ομονοίας. Ο Εναγόμενος οδηγούσε το (όχημα ιδιοκτησίας του με αριθμό εγγραφής XXXXX99 μάρκας MAZDA τύπου σαλούν) νότια στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Ομονοίας στη Λεμεσό με κατεύθυνση την οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ, . ενώ ήμουνα στη μέση της πιο πάνω αναφερόμενης οδού, ήτοι ένα μέτρο και δέκα εκατοστά πριν το πεζοδρόμιο, κτυπήθηκα βίαια από το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος με να υποστώ σοβαρούς τραυματισμούς ταλαιπωρία πόνο και ζημιά. Λόγω του πιο πάνω ατυχήματος, τραυματίστηκα σοβαρά, με αποτέλεσμα να διακομισθώ με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού προκειμένου να υποβληθώ σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις..Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης μου, μεταφέρθηκα με ασθενοφόρο από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για περαιτέρω εξετάσεις. Υπεβλήθηκαν σε ακτινολογικό έλεγχο με αξονική τομογραφία όπου διεγνώσθη ότι υπέστηκα κάταγμα οροφής οφθαλμικού κόγχου και πνευμοεγκέφαλο. Ο θεράπων ιατρός μου συνέστησε όπως ακολουθήσω συντηρητική φαρμακευτική θεραπεία με αντιβιοτικά και παυσίπονα. Περαιτέρω, λόγω των ως άνω τραυματισμών ο θεράπων ιατρός μου συνέστησε όπως ξεκούραση και ανάπαυση και δια του λόγου αυτού μου χορηγήθηκε άδεια από την εργασία μου από την 08/01/2011 μέχρι και την 28/02/2011.» Πρόσθετα των πιο πάνω, ο ενάγοντας αναγνώρισε και δέχτηκε στο σχετικό σχεδιάγραμμα της σκηνής που είχε ετοιμαστεί τότε από την αστυνομία και συγκεκριμένα το ΜΕ2 και το οποίο κατατέθηκε ως μέρος της αστυνομικής έκθεσης Τεκ.1, ότι το σημείο σύγκρουσης απέχει από το ανατολικό πεζοδρόμιο 1.90μ. και ότι η συνολική απόσταση που κάλυψε προτού χτυπηθεί, ήταν τα 11.70μ από τα 13,60μ που είναι ο δρόμος. .Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι είχε καταναλώσει ή ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης τη στιγμή της σύγκρουσης και ανέφερε ότι ο λόγος που κρατούσε μαζί του ένα μπουκάλι κρασί όταν χτυπήθηκε ήταν διότι το είχε αγοράσει λίγο πριν τη σύγκρουση από σουπερμάρκετ που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της λεωφόρου για να το πάρει στο σπίτι του. Ανέφερε δε ότι αποφάσισε να διασταυρώσει το δρόμο από το συγκεκριμένο σημείο επειδή δεν υπήρχε οποιαδήποτε διάβαση πεζών σε κοντινό σημείο για να τη χρησιμοποιήσει, ισχυρίστηκε όμως ότι μερίμνησε για την ασφάλειά του ελέγχοντας και τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου αφού είχε πλήρη ορατότητα και στις δύο πλευρές. Δεν αντιλήφθηκε, ως ισχυρίστηκε, οποιοδήποτε όχημα να βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από αυτόν και ενώ κινήθηκε με γρήγορο βήμα δεν έτρεχε. Όταν σταμάτησε στη διαχωριστική λωρίδα για να ελέγξει εκ νέου το δρόμο, είδε ένα όχημα να οδηγείται στην τελευταία λωρίδα σύμφωνα με την κατεύθυνση του, το οποίο όμως διαπίστωσε ότι ήταν «πολύ μακριά» εξ' ου και έκρινε ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει και πάλι με γρήγορο βήμα χωρίς όμως να τρέξει. Το ότι χτυπήθηκε σε πολύ κοντινή απόσταση από το απέναντι πεζοδρόμιο και δη από πίσω με το εξωτερικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, καταδεικνύει, ως ανέφερε, ότι όντως η αντίληψη του για την ασφάλεια του δρόμου δεν ήταν εσφαλμένη αφού είχε ουσιαστικά φτάσει στο αντίθετο πεζοδρόμιο προτού χτυπηθεί. Ο ΜΕ2 ήταν, ως ανέφερα ανωτέρω, ο αστυνομικός που διερεύνησε το επίδικο ατύχημα και ο οποίος ετοίμασε σχετικό σχεδιάγραμμα της σκηνής το οποίο κατατέθηκε ως μέρος της αστυνομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε αργότερα (Τεκ.1). Στο βαθμό που η μαρτυρία και το σχεδιάγραμμα του μάρτυρα αφορούν στην εικόνα και αποστάσεις στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου τα οποία αναφέρονται ανωτέρω να μην αμφισβητούνται, δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Σημειώνω όμως εδώ ότι στην αστυνομική έκθεση Τεκ.1 αναφέρεται ότι από μαρτυρία που είχε συλλεχθεί φαίνεται ότι ο ενάγοντας είχε επιχειρήσει να διασταυρώσει το δρόμο τρέχοντας και ότι επειδή ο εναγόμενος κρίθηκε ότι ήταν αμελής, αποφασίστηκε η ποινική δίωξη του. Επειδή, ανέφερε ο ΜΕ2, ο φάκελος της υπόθεσης έχει έκτοτε καταστραφεί, ο ίδιος δεν είναι σε θέση να προσφέρει οτιδήποτε περαιτέρω διαφωτιστικό σε σχέση με αυτά τα θέματα και ούτε θυμάται να κλήθηκε ποτέ να καταθέσει σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία. Πέραν των πιο πάνω, αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπήρχε διασταύρωση πεζών κοντά στο σημείο σύγκρουσης και ότι δεν ανευρέθηκαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης αφού αν υπήρχαν τέτοια στοιχεία αυτά σίγουρα θα περιλαμβάνονταν στο σχεδιάγραμμα του. Περαιτέρω, ανέφερε ο μάρτυρας, ο λόγος που δεν έγινε έλεγχος άλκοτεστ στον ενάγοντα αν και διαπιστώθηκε ότι κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί, ήταν διότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη ή κάποιο στοιχείο που να υποδηλοί ότι ο τελευταίος ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης οπόταν «προφανώς δεν είχαμε θέμα μέθης». Αν υπήρχε οποιαδήποτε τέτοια υποψία ή στοιχείο, ανέφερε ο μάρτυρας, τότε σίγουρα θα γινόταν έλεγχος άλκοτεστ και στον ενάγοντα και οι σχετικές διαπιστώσεις θα καταγράφονταν στην έκθεση. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι εκτέλεσε τα διερευνητικά καθήκοντα του πλημμελώς και ότι ο εναγόμενος αθωώθηκε από την ποινική δίωξη που του έγινε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν και δεν γνωρίζει πώς εξελίχθηκε το θέμα της δίωξης του εναγόμενου, ο ίδιος εκτέλεσε τα καθήκοντα του με το δέοντα τρόπο και επανέλαβε τη θέση του ότι αυτό που διαπίστωσε ήταν το οφθαλμοφανές, ήτοι ότι ο πεζός χτυπήθηκε σε μια ευθεία κύρια οδική αρτηρία με ικανοποιητικό φωτισμό, μετά που είχε διανύσει 12μ. περίπου από το σύνολο των 13.60μ του δρόμου και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο εναγόμενος έλαβε τα εύλογα αναγκαία μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Ασχολήθηκαν δε τόσο με την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όσο και με τη νομική πτυχή των όσων διέπουν τον καταμερισμό ευθύνης και την επιδίκαση αποζημιώσεων σε υποθέσεις αυτής της φύσης Ο κ. Λυσάνδρου υποστήριξε ότι η αξιόπιστη μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας και ο ΜΕ2 δικαιολογούν συμπέρασμα αποκλειστικής αμέλειας του εναγόμενου και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία ως προς το θέμα των αποζημιώσεων, υποστήριξε ότι στον ενάγοντα θα πρέπει να επιδικασθούν, πέραν από τις συμφωνηθείσες ειδικές ζημιές, γενικές αποζημιώσεις ύψους €35.000, ποσό το οποίο ο συνήγορος υποστήριξε ότι με βάση τη νομολογία είναι ικανοποιητικό. Στην αντίπερα όχθη, η κα Δημητρίου υποστήριξε ότι ως θέμα πραγματικό, νομικό αλλά και λογικό, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την οποιαδήποτε ευθύνη του εναγόμενου για αμέλεια. Ακόμη όμως και να απέδειξε τέτοια ευθύνη ο ενάγοντας, υποστήριξε η κα Δημητρίου, θα πρέπει και ο ίδιος να θεωρηθεί υπόλογος για συντρέχουσα αμέλεια εφόσον δεν διασταύρωσε το δρόμο με την δέουσα επιμέλεια που θα επεδείκνυε ο μέσος λογικός άνθρωπος συμβάλλοντας έτσι και αυτός στον τραυματισμό του. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Σημειώνω κατ' αρχή ότι όσον αφορά το ΜΕ2, δεν αμφισβητήθηκε ότι επρόκειτο για αστυνομικό με υπηρεσία στον τομέα διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων, ο οποίος έτυχε σχετικής εκπαίδευσης και οποίος ενεπλάκηκε ενεργά στη διερεύνηση αρκετών παρόμοιων ατυχημάτων. Πρόσθετα τούτου, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν αφορούσε σε αναπαράσταση του επίδικου ατυχήματος αλλά απλά στα όσα ο ίδιος διαπίστωσε ως ο αστυνομικός που το εξέτασε και τα οποία, ως επί το πλείστον καταγράφηκαν στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε και δεν αμφισβητήθηκαν. Η δε προσπάθεια που κατά την αντεξέταση του για να πληγεί η επάρκεια της μαρτυρίας και των διαπιστώσεων του, περιορίστηκε ουσιαστικά σε γενικές και αόριστες υποβολές οι οποίες ούτε υποστηρίχθηκαν από οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε και προωθήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Την ίδια στιγμή όμως, οι εξηγήσεις που έδωσε ο μάρτυρας ως προς τους λόγους που δεν κρίθηκε αναγκαίο να υποβάλει τον ενάγοντα σε έλεγχο αλκοόλης και που αποφάσισε να εισηγηθεί τη ποινική δίωξη του εναγόμενου κρίνονται εύλογες και πειστικές και σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύουν πλημμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Στη βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου έκαμε ο ΜΕ2 ως μάρτυρας, απαντώντας με σαφήνεια, συνοχή και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που του γίνονταν, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη όπως αποδέχομαι και το σχεδιάγραμμα που αυτός ετοίμασε. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του ενάγοντα. Σημειώνω κατά πρώτο ότι ως μάρτυρας, ο ενάγοντας κατέθεσε με συνοχή, σταθερότητα και γνήσιο αυθορμητισμό. Εξιστόρησε τα γεγονότα όπως τα βίωσε και δεν προσπάθησε να αποκρύψει οτιδήποτε, ούτε αυτά τα στοιχεία που μπορεί να μην σύμφεραν την εκδοχή του όπως ήταν για παράδειγμα το γεγονός ότι όντως αντιλήφθηκε κάποιο αυτοκίνητο να έρχεται προς την κατεύθυνση του, γεγονός που μόνος του ανέφερε κατά τη μαρτυρία του. Κατά δεύτερο, τα πλείστα όσα ισχυρίστηκε να είχαν επισυμβεί τη συγκεκριμένη μέρα, επιβεβαιώνονται και από την αξιόπιστη πραγματική μαρτυρία, ήτοι το σχεδιάγραμμα του Τεκ.1 και το αποδεκτό γεγονός ότι η ζημιά που προκλήθηκε από τη σύγκρουση στο όχημα του εναγόμενου ήταν μόνο στο αριστερό καθρεφτάκι, ήτοι στο καθρεφτάκι που βρίσκεται προς την εξωτερική πλευρά, προς το πεζοδρόμιο, από την οποία μαρτυρία προκύπτει ότι όντως δεν υπήρχε διάβαση πεζών σε κοντινό σημείο και ότι προτού χτυπηθεί από το όχημα του εναγόμενου, ο ενάγοντας είχε ήδη καλύψει ολόκληρη σχεδόν την απόσταση του δρόμου ως ισχυρίστηκε. Κατά τρίτο, τα όσα ισχυρίστηκε ο ενάγοντας στην ουσία παρέμειναν αναντίλεκτα εφόσον από πλευράς υπεράσπισης τελικά δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία είτε για να αντικρούσει τον ενάγοντα είτε για να προωθήσει τις περί του αντιθέτου θέσεις που προβάλλονταν στο δικόγραφο της υπεράσπισης. Ως εκ τούτου, η προσπάθεια της υπεράσπισης να πλήξει την αξιοπιστία του ενάγοντα χρησιμοποιώντας πτυχές της δικής του μαρτυρίας, περιορίστηκε σε γενικές και ατεκμηρίωτες υποβολές όπως ήταν θέση ότι τη δεδομένη στιγμή αυτός τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, θέση η οποία δεν μπορεί να εξαχθεί απλά και μόνο διότι βρέθηκε να κρατά ένα μπουκάλι κρασί αλλά και η οποία καταρρίφθηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ
- Δεν παραγνωρίζω εδώ ότι ενώ η θέση του ενάγοντα ήταν ότι διασταύρωσε το δρόμο με γοργό βήμα, στην αστυνομική έκθεση αναφέρεται ότι «.σύμφωνα με μαρτυρία.επιχείρησε τρέχοντας να διασταυρώσει το δρόμο.». Άγνωστο όμως παρέμεινε το ποια ήταν αυτή η μαρτυρία που έφερε τον ενάγοντα να τρέχει αντί να βαδίζει με γοργό βήμα ως αυτός ισχυρίστηκε, αφού από τα εμπλεκόμενα στο ατύχημα πρόσωπα μόνο ο ενάγοντας προσήλθε να καταθέσει στο Δικαστήριο ενώ ο ΜΕ2 δεν μπορούσε να προσφέρει οτιδήποτε διαφωτιστικό επί του σημείου αυτού εφόσον ο φάκελος της αστυνομίας είχε καταστραφεί. Συνεπώς και αυτή η πτυχή της εκδοχής του ενάγοντα παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του ενάγοντα ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω περαιτέρω ότι το ατύχημα έγινε με τον τρόπο και υπό τις συνθήκες που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας και ο ΜΕ
- Βρίσκω ειδικότερα ότι προτού διασταυρώσει, ο ενάγοντας έλεγξε προσεκτικά τη τροχαία κίνηση και από τις δύο κατευθύνσεις αφού υπήρχε απρόσκοπτη ορατότητα και αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει, εισήλθε στο δρόμο με γοργό βήμα. Πλησίον του συγκεκριμένου σημείου δεν υπήρχε οποιαδήποτε διάβαση πεζών. Αφού ο ενάγοντας διάνυσε περί τα 6,80μ, ήτοι πέρασε τις πρώτες δύο λωρίδες, έφτασε στη μέση της λεωφόρου όπου βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή, σταμάτησε και ξανά έλεγξε προσεκτικά την κίνηση. Αντιλήφθηκε τότε ότι στην τελευταία λωρίδα σύμφωνα με την κατεύθυνση του, οδηγείτο το όχημα του εναγόμενου, το οποίο όμως όχημα εκτίμησε ότι βρισκόταν σε πολύ μεγάλη απόσταση και συνεπώς θεώρησε ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει και τον υπόλοιπο δρόμο. Αφού κάλυψε με γοργό βήμα όλη σχεδόν την απόσταση και έφτασε μόλις 1,90μ πριν το πεζοδρόμιο, χτυπήθηκε από το αριστερό καθρεφτάκι του εναγόμενου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στο δρόμο που να εμποδίζει τον εναγόμενο από του να δει τον ενάγοντα ο οποίος ήταν θεατός από το δρόμο και από τα όσα διαπιστώθηκαν στη σκηνή, ο εναγόμενος δεν φαίνεται να εφάρμοσε τα φρένα του προτού χτυπήσει τον ενάγοντα ούτε και να προέβη σε οποιοδήποτε ελιγμό αποφυγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ Όπως λέχθηκε πρόσφατα στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ECLI:CY:AD:2018:A352, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2012, 10/7/2018, οι αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας είναι γνωστές (Κυριάκος Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Christoforou (No. 2) v. Asproftas and Another
(1988)1 C.L.R. 441, Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815, ΧατζηΓιάννης ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημ. 31/5/17). Γνωστή είναι και η νομολογία σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας που οφείλουν να επιδεικνύουν τόσο οι οδηγοί όσο και οι πεζοί που χρησιμοποιούν το δρόμο - Δεν θα ήταν, ασφαλώς, ορθό να πούμε ότι όποτε ένας πεζός χτυπηθεί από ένα αυτοκίνητο ο οδηγός του αυτοκινήτου είναι αποκλειστικά υπεύθυνος και ότι ο πεζός δεν μπορεί να βρεθεί ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Είναι και οι δύο χρήστες του δρόμου και οφείλουν καθήκον επιμέλειας ο ένας προς τον άλλο και προς τους άλλους χρήστες του δρόμου και αν αποτύχουν να εκπληρώσουν το εν λόγω καθήκον τους τότε, αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, οποιοσδήποτε εξ' αυτών ή και οι δύο τους μπορεί να κριθούν ένοχοι για αμέλεια που οδήγησε στο ατύχημα (βλ. για παράδειγμα Omer v. Pavlides,
(1971)1 C.L.R. 404) (βλ.TAVELLIS ν. EVANGELOU AND ANOTHER
(1984)1 CLR 460). Αδιαμφισβήτητες είναι θεωρώ οι αρχές, που διέπουν τον καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου, όπως και της ευθύνης των πεζών για την προφύλαξη της δικής τους ασφάλειας από προβλεπτούς κινδύνους. Στην περίπτωση του οδηγού, το κριτήριο, όπως έχει, κατ' επανάληψη νομολογηθεί για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Στην περίπτωση του πεζού το ερώτημα είναι αν αυτός είναι υπόλογος για συντρέχουσα αμέλεια, δηλαδή αν εξέθεσε με τις δικές του πράξεις την ασφάλειά του σε προβλεπτούς κινδύνους, αν συνέβαλε και ο ίδιος, λόγω δικών του πράξεων ή παραλείψεων, στις κακώσεις που υπέστη (βλ. Kωμιάτη Γεώργιος Πολυκράτη ν. Kώστα Πόλιτσου και Άλλου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όλα τα πιο πάνω συνοψίζονται γλαφυρότατα θεωρώ στο εξής απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση ΜΑΡΚΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2012, 27/6/2018 Ως προς το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης είναι γνωστό ότι η αμέλεια, νομική έννοια, στην πράξη εξαντλείται στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Η αμέλεια δεν είναι μετρήσιμη με απόλυτους αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά είναι ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Όπως έχει λεχθεί, μεταξύ πολλών άλλων αποφάσεων, στην Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178, ο οδηγός με γνώμονα το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Η επιμέλεια και η επίδειξη της δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Και όπως ο οδηγός έχει υποχρέωση να ελέγχει και να οδηγεί κατά συνετό τρόπο το όχημα του, έτσι και ο άλλος οδηγός ή πεζός, κατά περίπτωση, υπέχει συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνει μέτρα προς αυτοπροστασία του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Όπως έχει λεχθεί στη Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας. Δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποσείσει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας που φέρει ο εναγόμενος. Η κατανομή ευθύνης σύμφωνα επίσης με νομολογία, κρίνεται στη βάση της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας των εμπλεκομένων με αναφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Η συμβολή εκάστου στην πρόκληση της ζημιάς συναρτάται με τη λογική πρόβλεψη των συνεπειών που ενδεχομένως να προκύψουν όταν υπάρχει απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί σε κάθε ένα από τα μέρη.» Υπάγοντας τις πιο πάνω αρχές στα ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί και καθοδηγούμενος από τις παρόμοιες με την παρούσα, αποφάσεις Κόκκινος Σωτήρης ν. Ελένης Θεοδώρου
(2013)1 ΑΑΔ 2264 και Κλημήδης ν. Nani δια των διαχειριστών της περιουσίας της Claudia Cusa και Eygen Serbu, ECLI:CY:AD:2015:A810, Πολιτική Έφεση Αρ. 375/2010, 3/12/2015 και τη νομολογία με την οποία οι εν λόγω αυθεντίες πραγματεύονται, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα. Η αμέλεια του εναγόμενου 1 εντοπίζεται στην παράλειψή του να λάβει όλα εκείνα τα μέτρα, που, εξ αντικειμένου είχε υποχρέωση να πάρει για την προστασία της ασφάλειας του ενάγοντα. Αν και είναι άγνωστη η ταχύτητα του εντούτοις αποδείχτηκε με αξιόπιστη μαρτυρία ότι ενώ οδηγούσε σε μια ευθεία κύρια οδική αρτηρία με ικανοποιητικό φωτισμό χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο ή περιορισμό στην ορατότητα του ή στην ικανότητα του να αντιληφθεί τον ενάγοντα, παρά ταύτα δεν αντιλήφθηκε καν την παρουσία του τελευταίου εφόσον ούτε φρέναρε αλλά ούτε και έκαμε οποιοδήποτε ελιγμό αποφυγής πριν τη σύγκρουση και αυτό παρά και το ότι ο ενάγοντας είχε διανύσει 12μ. περίπου από το σύνολο των 13.60μ και πέρασε ουσιαστικά και σχεδόν εξ' ολοκλήρου από μπροστά του εξ' ου και το χτύπημα ήταν με το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος. Ο ίδιος βέβαια ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία ως προς το γιατί δεν είδε τον ενάγοντα και η επί του προκειμένου γραμμή της υπεράσπισης κινήθηκε καθαρά σε υποθετικά σενάρια. Το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα περί αμέλειας του εναγόμενου συνεπώς, ως προς το ότι δεν είδε, ενώ όφειλε και μπορούσε να δει τον ενάγοντα και να επιχειρήσει να τον αποφύγει, παρέμεινε αλώβητο (βλ. επίσης Ψαρά Ευλαβία άλλως Λία Ψαρά ν. Ανδρούλας Μούσκου άλλως Ανδρούλλας Μακρυγιάννη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1820) Το επόμενο ερώτημα, είναι κατά πόσο ο ενάγοντας ήταν υπόλογος για συντρέχουσα αμέλεια, δηλαδή αν με τις δικές του πράξεις και παραλείψεις συνέβαλε στην πρόκληση του ατυχήματος και εξέθεσε την ασφάλειά του σε προβλεπτούς κινδύνους. Για να υποστηρίξει τη θέση της περί συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα, η υπεράσπιση παρέπεμψε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Aλεξάνδρου Άδωνης, ανήλικος διά της μητρός του και πλησιεστέρας φίλης Mαρίας Aλεξάνδρου και Άλλης ν. Άντρης Σωτηρίου Λεβέντη και Άλλου
(1996)1 ΑΑΔ 420 η οποία αφορούσε σε ανήλικο πεζό οκτώ ετών που κτυπήθηκε από αυτοκίνητο ενώ διασταύρωνε δρόμο πλάτους 23 ποδών με ορατότητα 100 περίπου μέτρων και προς τις δύο κατευθύνσεις και είχε διανύσει τα τρία τέταρτα της απόστασης και στην οποία καταμερίστηκε ευθύνη 25% στον ενάγοντα. Παρόμοια ήταν και η κατάληξη σε υποθέσεις όπως η Αβραάμ Αβραάμ ν. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1 ΑΑΔ 50 και Γεωργίου Γεώργιος ν. Aλίκης Aντωνίου
(1999)1 ΑΑΔ 1098 στις οποίες αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγούμενος βέβαια ότι διαφοροποιούνται από τα υπό κρίση γεγονότα. Θα συμφωνήσω με το συνήγορο του ενάγοντα ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από τις πιο πάνω υποθέσεις. Αυτό γιατί σε εκείνες τις υποθέσεις το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να ακούσει τη μαρτυρία του εμπλεκόμενου οδηγού και να καταλήξει τόσο σε ευρήματα ως προς την επικινδυνότητα της κατάστασης όσο και σε συμπεράσματα ως προς τους λόγους που δεν έγινε αντιληπτός ο πεζός. Με αυτά τα δεδομένα είναι που το Ανώτατο στη Λεβέντη επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση περί συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα εφόσον κρίθηκε ότι με τις πράξεις και παραλείψεις του είχε συμβάλει στον τραυματισμό του αφού «επεχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο όταν ήταν άκρως επικίνδυνο..». Στην εδώ περίπτωση όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποδηλοί ότι ήταν επικίνδυνο για τον ενάγοντα να διασταυρώσει το δρόμο αλλά αντίθετα, με τη μη προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς υπεράσπισης, η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι ότι δεν υπήρχε τροχαία κίνηση τη συγκεκριμένη στιγμή και ότι εύλογα ο ενάγοντας έκρινε ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει αφού η απόσταση που το χώριζε από το όχημα του εναγόμενου ήταν τέτοια που του επέτρεψε να διασταυρώσει όλο σχεδόν το δρόμο. Με άλλα λόγια, ακόμη και υπό το φως του ότι ο ενάγοντας αντιλήφθηκε το όχημα του εναγόμενου σε κάποια απόσταση, αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να οδηγήσει σε συμπέρασμα συντρέχουσας αμέλειας αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει είτε ότι υπό τις περιστάσεις ήταν αμελής (βλ. PATSALIDES ν. MILIKOURI
(1981)1 CLR 158) είτε τη δραστικότητά της ενέργειας του στην πρόκληση της ζημίας (causative potency) (βλ. σχ. αναφορά που γίνεται στην Λεβέντη στην αγγλική υπόθεση Baker v. Willoughby [1969] 3 All E.R. 1528 (HL)). Υπενθυμίζω εδώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η κατανομή ευθύνης κρίνεται στη βάση της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας των εμπλεκομένων με αναφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Δεν κρίνω συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις ο ενάγοντας ευθύνεται για το ατύχημα ή τους τραυματισμούς του με οποιοδήποτε τρόπο. Στη βάση όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι εναγόμενος ευθύνεται αποκλειστικά για το ατύχημα και τις ζημιές του ενάγοντα. Με τις ειδικές ζημιές του ενάγοντα να είναι παραδεκτό ότι ανέρχονται στο ποσό των €1061,57, προχωρώ να εξετάσω το θέμα των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται σε σχέση με τους παραδεκτούς τραυματισμούς του, ήτοι μεγάλο θλαστικό τραύμα, εκχυμώσεις κοιλιάς υπερηβικά (κάτω κοιλιά) και δεξιάς πλάγιας κοιλιάς, συντριπτικό κάταγμα αριστερού μετωπιαίου οστού (οροφή οφθαλμικού κόγχου) με συνοδό πνευμοεγκέφαλο και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, για τη θεραπεία των οποίων συστήθηκε συντηρητική φαρμακευτική θεραπεία με αντιβιοτικά και παυσίπονα, ξεκούραση και ανάπαυση. Υπενθυμίζω εδώ ότι είναι παραδεκτό ότι μετά το ατύχημα ο ενάγοντας διαμετακομίστηκε στο Γ.Ν. Λεμεσού όμως λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του μεταφέρθηκε στη Νευροχειρουργική κλινική του Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 14/01/11 όταν και εξήλθε του Νοσοκομείου σε καλή νευρολογική κατάσταση. Όταν δε επανεξετάσθηκε στις 28/01/11 στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής βρέθηκε να είναι σε καλή νευρολογική κατάσταση και νέα αξονική τομογραφία στην οποία υπεβλήθη, έδειξε υποχώρηση των εγκεφαλικών θλάσεων και του ενδοκρανιακού αέρα. Έλαβα υπόψη μου τις σχετικές αρχές ως προς το σκοπό των γενικών αποζημιώσεων, το μέτρο υπολογισμού τους και το βοηθητικό αλλά όχι δεσμευτικό των ποσών που διαχρονικά επιδικάσθηκαν από τη νομολογία, ως οι εν λόγω αρχές διατυπώθηκαν μεταξύ άλλων στις Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384, Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298 και Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111. Σε κάθε υπόθεση βέβαια, είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και να συνυπολογίζεται η μείωση, με την πάροδο του χρόνου, της αξίας του χρήματος (βλ. Φοινικαρίδης άλλη ν. Γεωργίου άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475) Αμφότεροι οι συνήγοροι με παρέπεμψαν για καθοδήγηση σε διάφορες υποθέσεις, ο καθένας βέβαια για να υποστηρίξει τη δική του επιχειρηματολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μιχαήλ Βάσω ν. Ανδρέα Ονουφρίου
(2002)1 ΑΑΔ 1349 (€49.000), Λεβέντη ανωτέρω (€35.000), Ευαγγέλου Παύλος ν. Άθου Δημητρίου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 248 (€40.000), Νεοφύτου Παναγιώτης ν. Μαριάννας Ανδρέου και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 692 (€40.000) και Xαραλάμπους Nεόφυτος ν. Xαράλαμπου Aβραάμ και Άλλης
(1999)1 ΑΑΔ 1441 (€4300). Θεωρώ ότι οι εν λόγω αποφάσεις αφορούν είτε σε πολύ πιο σοβαρούς είτε σε πολύ πιο ελαφριούς τραυματισμούς από αυτούς που υπέστη ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση. Με παρέπεμψαν όμως και οι δύο συνήγοροι και στην υπόθεση Xαραλάμπους Xαράλαμπος Σ. ν. Kυριάκου Πογιατζή κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 726, όπου ο ενάγοντας, 23 χρόνων, υπέστη σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο και το κρανίο και συγκεκριμένο τραύμα στην αριστερή μετωπιαία χώρα του τριχωτού της κεφαλής, με εμπιεστικό κάταγμα του μετωπιαίου οστού, της γνάθου και της βάσης του δεξιού οφθαλμικού κόγχου και του δεξιού ζυγωματικού τόξου. Παρουσίαζε εγκεφαλική διάσειση και υπεβλήθη σε κρανιοτομή και ανύψωση του εμπιέσματος, σε πλαστική χειρουργική επέμβαση για επιδιόρθωση του κατάγματος της γνάθου με οστικό μόσχευμα και του διενεργήθηκε απονεύρωση. Μετεγχειριτικά είχε επιληπτικές κρίσεις και μόνιμες συνέπειες την ανοσμία και δυσκολία στην αναπνοή καθώς επίσης και πιθανότητα εμφάνισης μετατραυματικής επιληψίας σε ποσοστό 10%. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε το πρωτόδικα επιδικασθέν ποσό των €12.000 όχι μόνο χαμηλό, αλλά αντίθετα τόσο χαμηλό που θα επέτρεπε επέμβαση του Εφετείου για αύξησή του αν υπήρχε αντέφεση. Επειδή όμως δεν υπήρχε αντέφεση, το ποσό επικυρώθηκε. Στην παρούσα περίπτωση τα τραύματα του ενάγοντα αν και παρόμοιας φύσης δεν ήταν τόσο σοβαρά ούτε και χρειάστηκε να υποβληθεί σε οποιαδήποτε εγχείριση αφού η μόνη θεραπεία που του συστήθηκε ήταν συντηρητική φαρμακευτική αγωγή, ξεκούραση και ανάπαυση. Αν και η νοσηλεία του ενάγοντα διήρκησε μόνο έξι μέρες, εντούτοις, όπως και στη Χαραλάμπους, έτσι και εδώ, το γεγονός ότι λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του χρειάστηκε να μεταφερθεί επειγόντως από το Νοσοκομείο Λεμεσού στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας καταδεικνύει ότι από ιατρικής σκοπιάς τουλάχιστο, τα τραύματα του ήταν σοβαρά και η ζωή του πράγματι βρισκόταν σε κίνδυνο, στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Κρίνω συνεπώς ότι το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτόδικα στη Χαραλάμπους, ήτοι €12.000, αν και δεν άρμοζε στα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης, αρμόζει στην περίπτωση του ενάγοντα, με κάποια όμως αναπροσαρμογή λόγω του επηρεασμού της αξίας του χρήματος από το 1998 που αποφασίστηκε εκείνη η υπόθεση μέχρι σήμερα. Κρίνω συνεπώς ως κατάλληλο ποσό γενικών αποζημιώσεων για την παρούσα τις €15.000. Στη βάση των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €15.000 ως γενικές αποζημιώσεις και €1061,57 ως ειδικές αποζημιώσεις.. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται ο ενάγοντας σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 58Α του Κεφ. 148 και οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το ατύχημα επεσυνέβη στις 08/01/11, ότι ο ενάγοντας εξήλθε του Νοσοκομείου στις 14/01/11, ότι παρά ταύτα, καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 10/10/12 και την Έκθεση Απαίτησης, χωρίς καμία εξήγηση, στις 21/03/13, ήτοι 2 και πλέον χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα και αφού η υπεράσπιση αιτήθηκε την απόρριψη της υπόθεσης, κρίνω ότι θα πρέπει να επιδικαστεί νόμιμος τόκος επί των πιο πάνω ποσών αντίστοιχα από τις 21/03/13 που καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Ως προς τα έξοδα της υπόθεσης, εκτός αν υπάρχει οποιαδήποτε πληρωμή στο Δικαστήριο, θέμα για το οποίο θα προχωρήσω να ακούσω τους συνηγόρους, αυτά επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Πιστό Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο