← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 2799/2013, 31/7/2019

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 2799/2013, 31/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A428 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2799/2013 xxxxx ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντας και ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Α. Νεοκλέους Για Εναγόμενους: κα. Θ. Καουτζάνη ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι στην ουσία εξ' ολοκλήρου παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα. Έχουν δε ως εξής. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήτοι το 2004, ο ενάγοντας εργαζόταν στην εταιρεία Omiros & Sons (Constructions) Ltd εκ Λεμεσού σε οικοδομικές εργασίες. Η εταιρεία Omiros & Sons (Constructions) Ltd κατά το έτος 2004 διατηρούσε με τους εναγομένους, ασφαλιστική εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ασφαλιστήριο συμβόλαιο Ευθύνης Εργοδότη σύμφωνα με τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμο Ν.174/1989(εφ' εξής ο Νόμος), με μέγιστο ποσό κάλυψης το ποσό των £50.000 (€85.430) για κάθε απαίτηση (Τεκ.2). Κατά ή περί την 18/11/2004 ο ενάγοντας τραυματίσθηκε κατά την διάρκεια της εργασίας του. Το ατύχημα γνωστοποιήθηκε στους εναγόμενους από την Omiros στις 26/11/04 με την υποβολή σχετικού εντύπου, με το οποίο η τελευταία εξουσιοδότησε τους πρώτους όπως χειριστούν και διευθετήσουν άνευ περαιτέρω εξουσιοδότησης ή έγκρισης, κάθε λογική απαίτηση που ενδεχομένως να προέκυπτε αναφορικά με το ατύχημα (Τεκ.1). Στη συνέχεια και μεταξύ 09/05/05 - 17/11/06, ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων του ενάγοντα και των εναγομένων για το σκοπό εξεύρεσης, αν ήταν δυνατό, μιας εξώδικης διευθέτησης της απαίτησης που ισχυρίζετο ότι είχε ο ενάγοντας εναντίον του ασφαλιζόμενου των τελευταίων, ήτοι της Omiros. Οι προσπάθειες διευθέτησης δεν καρποφόρησαν εφόσον οι εναγόμενοι, υιοθετώντας της θέσεις της Omiros, απέρριψαν κάθε ισχυρισμό περί ευθύνης της τελευταίας για το ατύχημα του ενάγοντα (βλ. επιστολές κατά χρονολογική σειρά Τεκ.7, 8, 9, 10, 11, 15, 12 και 13). Εν τω μεταξύ η Omiros τέθηκε από τις 06/04/06 σε εκκαθάριση κατόπιν σχετικού Διατάγματος Δικαστηρίου και ως εκκαθαριστής της διορίστηκε αρχικά ο Επίσημος Παραλήπτης και στη συνέχεια συγκεκριμένος ιδιώτης εκκαθαριστής (Τεκ.4). Στις 29/05/07 ο ενάγοντας καταχώρησε εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας Omiros & Sons (Constructions) Ltd και εναντίον του xxxxx Μάρκου ως υπευθυνου για την πρόκληση του εργατικού δυστυχήματος, την αγωγή με αριθμό 2887/2007 του Ε.Δ. Λεμεσού αξιώνοντας αποζημιώσεις για το εργατικό ατύχημα που υπέστη. Το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα όμως είχε εν τω μεταξύ παραγραφεί, εφόσον η αγωγή δεν είχε εγερθεί εντός 2 ετών από την ημέρα του ατυχήματος ως προνοούσε τότε το αρ. 19 του Νόμου το οποίο ήταν τότε σε ισχύ. Η Omiros, μέσω του Επίσημου Παραλήπητη, διόρισε το δικό της δικηγόρο για να την υπερασπιστεί. Η αγωγή υπ' αρ. 2887/07 ουδέποτε επιδόθηκε στους εναγόμενους ως ασφαλιστές της Omiros και η πρώτη φορά που οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη της ήταν στις 22/03/2010, ήτοι τρία περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση της, όταν ο δικηγόρος της Omiros απέστειλε στους εναγόμενους σχετική ενημερωτική επιστολή στην οποία επεσύναψε όλη την μέχρι τότε καταχωρηθείσα δικογραφία (Τεκ. 16). Οι εναγόμενοι απάντησαν στον δικηγόρο της Omiros ότι επειδή ουδέποτε ενημερώθηκαν για την καταχώρηση της αγωγής εντός των 14 ημερών που προνοεί ο Νόμος και επειδή το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα είχε, κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, παραγραφεί δυνάμει των προνοιών του Νόμου, δεν προτίθεντο ούτε να εμπλακούν στο χειρισμό της υπόθεσης αλλά ούτε και να καλύψουν το όποιο τυχόν ποσό ήθελε επιδικασθεί εναντίον της Omiros (Τεκ. 14). Τελικά η αγωγή 2887/07 οδηγήθηκε σε ακρόαση και το θέμα της παραγραφής ουδέποτε ηγέρθη είτε ως υπεράσπιση είτε άλλως πώς. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξήχθη η ακρόαση, εξέδωσε στις 10/11/2011 απόφαση εναντίον της Omiros του Μάρκου και υπέρ του ενάγοντα, για το ποσό των €84.905,25 πλέον τόκους και έξοδα, απόφαση η οποία ούτε εφεσιβλήθηκε ούτε αναστάληκε (Τεκ.3). Υπεβλήθη τότε νέα απαίτηση από πλευράς ενάγοντα προς τους εναγόμενους, αυτή τη φορά για ικανοποίηση της υπέρ του απόφασης στην αγωγή 2887/2007 πλην όμως οι τελευταίοι, επαναλαμβάνοντας τα όσα είχαν αναφέρει στο δικηγόρο της Omiros το 2010, αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημα του πρώτου (Τεκ. 5 και 6). Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα Στις 03/07/13 ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων αξιώνοντας το ποσό που επιδικάσθηκε υπέρ του και εναντίον της Omiros στην αγωγή 2887/07, ήτοι το συνολικό ποσό των €85.430. Για την εν λόγω αξίωση του όμως ο ενάγοντας δεν επικαλείται την ιδιότητα του «θύματος» εργατικού ατυχήματος ή την ιδιότητα προσώπου υπέρ του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση αναφορικά με ευθύνη ασφαλιζόμενου των εναγομένων, αλλά την ιδιότητα που δημιουργεί το αρ. 10

(1)(β) του Νόμου στην περίπτωση όπου ο ασφαλιζόμενος εργοδότης που έχει ευθύνη απέναντι στο θύμα - εργοδοτούμενο είναι εταιρεία, η οποία όμως έχει τεθεί υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, όπως δηλαδή είναι η περίπτωση της Omiros. Οι σχετικές πρόνοιες του αρ. 10
(1)(β) παρατίθενται πιο κάτω στην απόφαση μου. Είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι κατ' εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών, αυτός έχει υπεισέλθει στα συμβατικά δικαιώματα που είχε η Omiros έναντι των εναγομένων ως ασφαλιζόμενος τους και συνεπώς οι τελευταίοι, «κατά παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αρνούνται να πληρώσουν τους ασφαλιζόμενους τους και κατ' επέκταση τον ενάγοντα», εξ' ου και η παρούσα αγωγή. Στην αντίπερα όχθη η υπεράσπιση των εναγομένων εδράζεται επί της θέσης ότι ο ενάγοντας κωλύεται από του να απαιτεί οποιαδήποτε χρήματα από τους εναγόμενους, θέση η οποία περιστράφηκε γύρω από τους εξής τρεις άξονες: Α. Το αγώγιμο δικαίωμα που προωθήθηκε με την αγωγή 2887/07 εναντίον της Omiros είχε ήδη παραγραφεί κατά την καταχώρηση εκείνης της αγωγής. Β. Η αγωγή 2887/07 δεν επιδόθηκε στους εναγόμενους ασφαλιστές εντός δεκατεσσάρων
(14)ημερών μετά την καταχώρηση της ως επιβάλλει το αρ. 9(β) του Νόμου Γ. Αν τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ. 10
(1)(β) του Νόμου, αυτό θα σήμαινε ότι ο ενάγοντας όφειλε να στρέψει την αγωγή 2887/07 εναντίον των ίδιων των εναγομένων και όχι εναντίον του εργοδότη του και δεν μπορεί να επιχειρεί τώρα, με δεύτερη αγωγή, να διορθώσει το σφάλμα του. Παρά το ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι στην ουσία παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα όπως αναφέρω ανωτέρω, εντούτοις αμφότερες οι πλευρές αποφάσισαν να προσκομίσουν και μάρτυρες, η μεν πλευρά του ενάγοντα τον τότε δικηγόρο του τελευταίου στην αγωγή 2887/07, xxx Νεοκλέους (ΜΕ1), η δε πλευρά των εναγομένων το xxx Πλουτάρχου (ΜΥ1), ο οποίος ήταν ο τότε Διευθυντής Απαιτήσεων των εναγομένων και ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση και αλληλογράφησε τότε με τους δικηγόρους του ενάγοντα. Αμφότερων των μαρτύρων η μαρτυρία συνίστατο ουσιαστικά σε επανάληψη των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων καθώς και στην κατάθεση των επίσης μη αμφισβητούμενων εγγράφων που αναφέρονται ανωτέρω. Ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα αναφέρθηκαν προφορικά από τους εν λόγω μάρτυρες αλλά ούτε και να ασχοληθώ με θέματα αξιοπιστίας τους, εφόσον τα θέματα που εγείρονται είναι στην ουσία αμιγώς νομικά. Αναφέρω όμως ότι κατά τη μαρτυρία τους, αμφότεροι οι μάρτυρες επεχείρησαν να δώσουν και τη δική τους νομική ερμηνεία επί των γεγονότων και εγγράφων της υπόθεσης κάτι που προφανώς θα αγνοηθεί, εφόσον μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί σε τέτοιου είδους νομική ερμηνεία (Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168). Κατά τις εμπεριστατωμένες τελικές τους αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών επιχειρηματολόγησαν τις αντίστοιχες θέσεις τους ως αυτές παρατίθενται ανωτέρω, κάμνοντας παράλληλα αναφορά και σε σχετική νομολογία. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε έκταση το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, αναφορά σε αυτό κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Με δεδομένο το πραγματικό υπόβαθρο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η υπόθεση και οι εκατέρωθεν θέσεις, το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το πεδίο εφαρμογής των αρ. 9(β) και αρ. 10
(1)(β) του Ν.174/1989, τις πρόνοιες των οποίων παραθέτω αυτούσιες: 9.-
(1)Αν, μετά την έκδοση πιστοποιητικού ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 5, εκδοθεί δικαστική απόφαση, αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται υποχρεωτικά από ασφαλιστήριο . και η οποία καλύπτεται από τους όρους του εκδοθέντος ασφαλιστηρίου, εναντίον του ασφαλισμένου από το ασφαλιστήριο προσώπου, τότε, ο ασφαλιστής . οφείλει, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, να καταβάλει στα πρόσωπα υπέρ των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση το σύμφωνα με αυτή επιδικασθέν ποσό σε σχέση με την ευθύνη, περιλαμβανομένων και των πληρωτέων για έξοδα ποσών ως και ποσών πληρωτέων δυνάμει οποιουδήποτε νόμου που αφορά στην καταβολή τόκων επί του επιδικασθέντος ποσού.
(2)Κανένα ποσό δε θα καταβληθεί από τον ασφαλιστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)- (α) Εκτός αν, πριν από την έγερση ή εντός δεκατεσσάρων
(14)ημερών μετά από την έγερση της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η απόφαση, ο ασφαλιστής έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής: Νοείται ότι η προϋπόθεση της παρούσας παραγράφου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση που είναι άγνωστα τα στοιχεία του ασφαλιστή·. «10.-
(1)Όταν σύμφωνα με ασφαλιστήριο που έχει εκδοθεί για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ένα πρόσωπο (που στο εξής θα αναφέρεται ως "ο ασφαλισμένος") ασφαλισθεί για την ευθύνη του που δυνατόν να αφυεί έναντι εργοδοτουμένων, τότε: (α) . (β) αν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης.αν είτε πριν είτε μετά που θα επισυμβεί οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιπτώσεις αναφυεί οποιαδήποτε τέτοια ευθύνη του ασφαλισμένου, τα δικαιώματα του έναντι του ασφαλιστή δυνάμει του ασφαλιστηρίου αναφορικά με την ευθύνη αυτή θα μεταβιβασθούν και θα περιέλθουν, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη σε οποιοδήποτε νόμο, στον εργοδοτούμενο έναντι του οποίου έχει αναφυεί η ευθύνη αυτή.» (έμφαση δική μου) Υπενθυμίζω ότι στην παρούσα υπόθεση ο ενάγοντας επικαλείται την ιδιότητα που προνοεί το αρ. 10
(1)(β) του Νόμου, ήτοι την ιδιότητα του εργοδοτούμενου έναντι του οποίου έχει αναφυεί η ευθύνη της ασφαλισμένης εταιρείας η οποία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση. Εξετάζοντας πρώτα τη σχέση μεταξύ των αρ. 9
(1),
(2)και αρ. 10
(1)(β), από το λεκτικό των εν λόγω προνοιών διαφωνώ με τη θέση της κας Καουτζάνη ότι οι επίμαχες πρόνοιες του αρ.10 θα πρέπει να διαβάζονται υπό το φως των προνοιών του αρ. 9 κα κατ' επέκταση θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Νεοκλέους ότι άλλη είναι η περίπτωση στην οποία αφορά το αρ. 10 και άλλη το αρ.9. Εξηγώ. Το αρ. 9 ρητά αναφέρει ότι αφορά στη ευθύνη του ασφαλιστή να καταβάλει αποζημιώσεις «.στα πρόσωπα υπέρ των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση το σύμφωνα με αυτή επιδικασθέν ποσό.». Οι εν λόγω πρόνοιες δηλαδή αφορούν αποκλειστικά στην περίπτωση όπου εκδόθηκε δικαστική απόφαση υπέρ τρίτου προσώπου, όχι κατ' ανάγκη εργοδοτούμενου και η πληρωμή ζητείται να γίνει από το τρίτο αυτό πρόσωπο υπό την ιδιότητα του εξ' αποφάσεως πιστωτή αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. Σε αυτή την περίπτωση, τα όποια δικαιώματα έχει ο ασφαλισμένος δυνάμει του ασφαλιστηρίου εγγράφου ή οι όροι του εν λόγω συμβολαίου, είναι άνευ σημασίας αφού όπως άλλωστε αναφέρει το ίδιο το άρθρο 9
(1), η εν λόγω υποχρέωση του ασφαλιστή υφίσταται «.ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχει το δικαίωμα να ακυρώσει ή ότι δυνατόν να ακύρωσε το ασφαλιστήριο.». Το αρ. 10
(1)(β) του Νόμου όμως αφορά σε εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις από αυτές στις οποίες αφορά το αρ.9. Κατ' αρχή, ενώ το αρ.9 ρητά αναφέρει ότι αφορά στις περιπτώσεις όπου υπάρχει «δικαστική απόφαση» και «.πρόσωπα υπέρ των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση.», είτε αυτά είναι εργοδοτούμενοι του ασφαλιζόμενου είτε όχι, το αρ. 10
(1)(β) δεν κάμνει καμία τέτοια αναφορά αλλά αντιθέτως, η εφαρμογή του αναφέρεται ρητά ότι περιορίζεται σε σχέση με εργοδοτούμενους του ασφαλιζόμενου και αποκλειστικά στις περιπτώσεις όπου «.ήθελε εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης (εναντίον του ασφαλισμένου) . (και). είτε πριν είτε μετά..αναφυεί οποιαδήποτε τέτοια ευθύνη του ασφαλισμένου.», με το θέμα της «ευθύνης» να μην περιορίζεται σε ευθύνη που προκύπτει μόνο από δικαστική απόφαση. Κατά δεύτερο, το αρ.10
(1)(β) ρητά αναφέρει ότι αφορά στα «.δικαιώματα του (ασφαλιζόμενου) έναντι του ασφαλιστή δυνάμει του ασφαλιστηρίου αναφορικά με την ευθύνη .» και όχι στα δικαιώματα στα οποία αφορά το αρ.9 και για τα οποία επιβάλλεται η υποχρέωση στον ασφαλιστή να τα ικανοποιήσει, ήτοι τα δικαιώματα τρίτων «.πρόσωπων υπέρ των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση.». Με άλλα λόγια, το αρ.10
(1)(β) αφορά στις συμβατικές υποχρεώσεις του ασφαλιστή προς τον αντισυμβαλλόμενο ασφαλιζόμενο του, ενώ το αρ. 9 στις θέσμιες υποχρεώσεις του ασφαλιστή έναντι κάθε εξ' αποφάσεως πιστωτή του ασφαλιζόμενου του αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο. Εξ' άλλου, ποιος λόγος υπήρχε να θεσμοθετηθούν δύο χωριστές πρόνοιες που να παρέχουν δικαιώματα σε τρίτα πρόσωπα, με διαφορετικές μάλιστα θεσμοθετημένες εξαιρέσεις και υπερασπίσεις, αν πρόθεση του Νομοθέτη ήταν όπως οι εν λόγω πρόνοιες καλύπτουν το ίδιο πεδίο εφαρμογής και αφορούν στις ίδιες περιπτώσεις; Κατά τέταρτο, η θέση των εναγομένων ότι η ενεργοποίηση των προνοιών του αρ.10
(1)(β) συνεπάγεται υποχρέωση του ενάγοντα να κινηθεί με αγωγή εναντίον του ασφαλιστή και όχι του ασφαλιζόμενου για τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη δεν ευσταθεί. Αυτό γιατί με βάση το αρ.10
(1)(β), ο εργοδοτούμενος ουσιαστικά αποκτά μόνο συμβατικά δικαιώματα εναντίον του ασφαλιστή «δυνάμει του ασφαλιστηρίου». Επομένως, το όποιο αγώγιμο δικαίωμα του εργοδοτούμενου τυχόν προκύψει εναντίον του ασφαλιστή σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα μπορεί να αφορά στην αμέλεια που επέδειξε ο εργοδότης και η οποία του προκάλεσε ζημιά αλλά θα πρέπει να περιοριστεί σε παράβαση σύμβασης με βάση τους όρους του ασφαλιστηρίου. Το ότι ενδεχομένως σε μια τέτοια αγωγή να χρειαστεί να εξεταστούν και θέματα ευθύνης του εργοδότη ώστε να καταδειχθεί κατά πόσο έχει «αναφυεί οποιαδήποτε τέτοια ευθύνη» για να τύχει εφαρμογής το αρ.10
(1)(β), δεν μεταβάλλει την κατάσταση. Είναι θεωρώ έκδηλο ότι ενώ το αρ.9 αφορά στα δικαιώματα των οποιωνδήποτε εξ' αποφάσεως πιστωτών του ασφαλιζόμενου αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, η πρόθεση του νομοθέτη πίσω από το αρ. 10(β) ήταν να διασφαλίσει ότι η αφερεγγυότητα του εργοδότη, η οποία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτός τέθηκε υπό εκκαθάριση, δεν θα αποστερήσει από εργοδοτούμενο του, είτε αυτός εξασφάλισε δικαστική απόφαση υπέρ του είτε όχι, τη δυνατότητα να πληρωθεί για τις ζημιές που υπέστη και για τις οποίες ευθύνεται ο εργοδότης. Το ότι είναι τις συνέπειες της αφερεγγυότητας του εργοδότη που είχε κατά νου ο Νομοθέτης, φαίνεται ξεκάθαρα από τις αναφορές που γίνονται στο άρθρο σε πιστωτές του εργοδότη και σε επιβάρυνση των περιουσιακών του στοιχείων λόγω χρεών. Με την εφαρμογή των προνοιών του αρ. 10
(1)(β), ο εργοδοτούμενος τίθεται δια Νόμου σε απευθείας συμβατική σχέση με τον ασφαλιστή έτσι ώστε η πληρωμή για τις ζημιές του να μην αφήνεται στο έλεος της εκκαθάρισης αλλά να μπορεί να την απαιτήσει ο ίδιος απευθείας από την ασφάλεια, ως αντισυμβαλλόμενος της πλέον, ως κάλυψη που θα μπορούσε να απαιτήσει και ο ασφαλιζόμενος «δυνάμει του ασφαλιστήριου». Τούτο επιβεβαιώνεται τόσο από τις πρόνοιες του αρ. 10
(4)του Ν. 174/89 οι οποίες αναφέρουν ότι «Με τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων, σύμφωνα με το εδάφιο
(1)ή το εδάφιο
(2)και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 12, ο ασφαλιστής υπέχει την ίδια ευθύνη έναντι του εργοδοτουμένου που θα υπείχε έναντι του ασφαλισμένου», όσο και από τις πρόνοιες του αρ.12 του Νόμου, οι οποίες καθιστούν άκυρη οποιαδήποτε πληρωμή γίνει στον ασφαλισμένο μετά που αναφύηκε η ευθύνη έναντι του εργοδοτουμένου και μετά που άρχισε η εκκαθάριση. Των πιο πάνω λεχθέντων, θεωρώ ότι αναλόγως του ποιου άρθρου πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, τίποτα δεν εμποδίζει κάποιο πρόσωπο, το οποίο έχει υποστεί ζημιά για την οποία ευθύνεται ο ασφαλιζόμενος, από του να ζητήσει να πληρωθεί από τον ασφαλιστή είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης υπό την ιδιότητα του αρ. 9, ήτοι ως «.πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδόθηκε η δικαστική απόφαση.εναντίον του ασφαλισμένου», είτε υπό την ιδιότητα του αρ.10
(1)(β), ήτοι ως δια Νόμου αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ανεξαρτήτως του αν ήγειρε αγωγή και εξασφάλισε απόφαση εναντίον του ασφαλισμένου. Ούτε θεωρώ ότι η επίκληση της μιας ιδιότητας συνιστά κώλυμα για επίκληση της άλλης αν οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Με άλλα λόγια, κάποιος ο οποίος είναι και εργοδοτούμενος αλλά και εξ' αποφάσεως πιστωτής του ασφαλιζόμενου αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο και ο τελευταίος τεθεί υπό εκκαθάριση, μπορεί να απαιτήσει να πληρωθεί από τον ασφαλιστή τόσο ως εξ αποφάσεως πιστωτής δυνάμει του αρ.9 όσο και μέσω του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως αντισυμβαλλόμενος δυνάμει του αρ.10
(1)(β). Αναλόγως όμως της ιδιότητας με την οποία θα υποβληθεί η απαίτηση, θα τυγχάνουν εφαρμογής και οι ανάλογοι περιορισμοί και υπερασπίσεις. Θα συμφωνήσω συνεπώς με την κα Καουτζάνη ως προς τη θέση της ότι, όταν η απαίτηση για πληρωμή δικαστικής απόφασης υποβάλλεται στους ασφαλιστές από τρίτα «πρόσωπα υπέρ των οποίων εκδόθηκε η δικαστική απόφαση» υπό την ιδιότητα τους ως εξ αποφάσεως πιστωτές του ασφαλιζόμενου αναφορικά με ευθύνη που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο, τότε ο ασφαλιστής δύναται να επικαλεστεί την απόλυτη υπεράσπιση του αρ. 9
(2), ήτοι την παράλειψη συμμόρφωσης με την υποχρέωση γνωστοποίησης σε αυτόν της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η απόφαση εντός 14 ημερών από της καταχώρησης της. Αν η υπεράσπιση επιτύχει, τότε ο ασφαλιστής θα απαλλαχτεί της υποχρέωσης να πληρώσει την δικαστική απόφαση. Αν αυτή ήταν η παρούσα περίπτωση, τότε με δεδομένη την παραδοχή της πλευράς του ενάγοντα ότι η αγωγή ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στους εναγόμενους εντός 14 ημερών από της καταχώρησης της, η αγωγή αναπόφευκτα θα απορρίπτετο (βλ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ κ.α. ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ. κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A814, Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2011, 4/12/2015). Αυτό άλλωστε είναι κάτι που δέχεται και η πλευρά του ενάγοντα. Ο ενάγοντας όμως στην παρούσα υπόθεση, δεν αξιώνει αποζημιώσεις υπό την ιδιότητα του «θύματος εργατικού ατυχήματος που έχει δικαιωθεί δικαστικά», ήτοι του προσώπου υπέρ του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση ως είναι και το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο αρ.9
(1)και τα γεγονότα που εξετάστηκαν στην υπόθεση Μινέρβα ανωτέρω στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων. Αντιθέτως, η ειδοποιός διαφορά της παρούσας υπόθεσης με την υπόθεση Μινέρβα ανωτέρω όπου εξετάστηκε το πεδίο εμβέλειας της υπεράσπισης του αρ.9
(2), είναι ότι ο εδώ ενάγοντας ζητά να πληρωθεί από τους εναγόμενους ασφαλιστές δυνάμει των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως αντισυμβαλλόμενος τους, κατ' εφαρμογή του αρ. 10
(1)(β), λόγω του ότι ενώ έχει αναφυεί η ευθύνη της ασφαλισμένης εταιρείας, αυτή τέθηκε υπό εκκαθάριση. Το ότι έχει «αναφυεί η ευθύνη» της ασφαλισμένης εταιρείας έναντι του εργοδοτούμενου της ενάγοντα δεν χωρεί αμφιβολία εφόσον αυτό ήταν ακριβώς το θέμα που εξέτασε το Δικαστήριο που εκδίκασε την αγωγή 2887/07 και το οποίο αποφάσισε, ως είναι παραδεκτό, ότι όντως η πρώτη έχει ευθύνη απέναντι στον τελευταίο για το εργατικό ατύχημα συνεπεία του οποίου αυτός τραυματίστηκε. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η ασφαλισμένη εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου μετά που έλαβε χώρα το ατύχημα για το οποίο κρίθηκε υπεύθυνη και ότι η φύση του εν λόγω ατυχήματος εμπίπτει στις περιπτώσεις που καλύπτει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Η παρουσία αυτών των στοιχείων συνεπώς είναι αρκετή για να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του αρ. 10(β), σύμφωνα με τις οποίες, όλα και όποια δικαιώματα είχε η Omiros ως ο ασφαλισμένος εργοδότης έναντι των εναγομένων ασφαλιστών «δυνάμει του ασφαλιστηρίου», μεταβιβάστηκαν και περιήλθαν στον εργοδοτούμενο ενάγοντα. Θα συμφωνήσω συνεπώς με τον κ. Νεοκλέους ότι με την ενεργοποίηση των προνοιών του αρ. 10
(1)(β), έχει δημιουργηθεί απευθείας συμβατική σχέση μεταξύ ενάγοντα και ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία διέπεται από τους όρους τους ασφαλιστηρίου εγγράφου. Αυτό συνεπάγεται ότι ο ενάγοντας, ως δια Νόμου αντισυμβαλλόμενος πλέον των εναγομένων στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που οι τελευταίοι είχαν με την Omiros, νομιμοποιείται να τους υποβάλει απαίτηση ως προνοεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο Τεκ.2, για να καλύψουν τη νομική ευθύνη της Omiros για καταβολή αποζημιώσεων, με τον ίδιο τρόπο που θα δικαιούτο η τελευταία να υποβάλει τέτοια απαίτηση. Η επιλογή βέβαια του ενάγοντα να επικαλεστεί τις πρόνοιες του αρ.10
(1)(β) συνεπάγεται ότι ο ίδιος θέτει τον εαυτό του υποκείμενο αποκλειστικά στους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου Τεκ.2 και σε ότι δικαιώματα παρέχονται στην Omiros από το εν λόγω συμβόλαιο. Το ερώτημα που προκύπτει συνεπώς, είναι κατά πόσο «δυνάμει του ασφαλιστηρίου», η Omiros και κατ' επέκταση ο ενάγοντας δυνάμει του αρ. 10
(1)(β), θα δικαιούτο να λάβει ως ασφαλιστική κάλυψη το αξιούμενο με την αγωγή ποσό και συνακόλουθα κατά πόσο η άρνηση των εναγομένων να το καταβάλουν συνιστά παράβαση σύμβασης, ως είναι και η βάση αγωγής του ενάγοντα (βλ. παρ. 12 Έκθεσης Απαίτησης). Στρέφομαι συνεπώς στους όρους του επίδικου συμβολαίου Τεκ.2, υπενθυμίζοντας ότι η τρίτη πτυχή της υπεράσπισης των εναγομένων υπό στοιχείο Α πιο πάνω, είναι ότι δεν υποχρεούνται να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα που προώθησε με την αγωγή 2887/07 εναντίον της Omiros είχε ήδη παραγραφεί κατά την καταχώρηση εκείνης της αγωγής. Ο σχετικός με το πιο πάνω θέμα όρος του ασφαλιστηρίου βρίσκεται στην 16η σελίδα αυτού υπό τον τίτλο «ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΓΩΓΙΜΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ» και προνοεί τα εξής: «Σε περίπτωση που αγωγή, που εγείρεται εναντίον του Ασφαλισμένου σε σχέση με περιστατικό που διαφορετικά η Εταιρεία θα είχε υποχρέωση παροχής κάλυψης δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού, έχει παραγραφεί σε σχέση με την Εταιρεία δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, η Εταιρεία δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού για καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς τον Ασφαλισμένο, είτε αυτός έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό είτε όχι» Η θέση του ενάγοντα σε σχέση με τον πιο πάνω όρο περιορίστηκε στο ότι, εφόσον ο εν λόγω όρος αναφέρεται σε ασφαλιζόμενο και όχι σε εργοδοτούμενο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση του ενάγοντα. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, η θέση αυτή της πλευράς του ενάγοντα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η όλη υπόθεση του ενάγοντα βασίστηκε στη θέση ότι η άρνηση των εναγομένων να τον πληρώσουν συνιστά παράβαση της ασφαλιστικής σύμβασης που είχαν συνάψει με την Omiros, στα συμβατικά δικαιώματα της οποίας ο ίδιος υπεισήλθε κατ' εφαρμογή του αρ.10
(1)(β). Μάλιστα δε, είναι λόγω του ότι επικαλέστηκε αυτήν την ιδιότητα του αντισυμβαλλομένου των εναγομένων, που αντέκρουσε επιτυχώς, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, τη θέση των εναγομένων περί εφαρμογής της υπεράσπισης του αρ. 9
(2)του Νόμου, υπεράσπιση η οποία, υπό κανονικές συνθήκες θα πετύχαινε λόγω της παραδεχτής παράλειψης να γνωστοποιηθεί έγκαιρα η αγωγή 2887/07. Όπως όμως επίσης ανέφερα ανωτέρω, η επιλογή του ενάγοντα να επικαλεστεί την ιδιότητα του αντισυμβαλλόμενου των εναγομένων ενεργοποιεί και τους ανάλογους περιορισμούς που δυνατό να υπάρχουν στο επίδικο συμβόλαιο, εφόσον, ως προνοεί και το ίδιο το αρ.10
(1)(β), ο εργοδοτούμενος ενάγοντας αποκτά όσα δικαιώματα έχει ο ασφαλισμένος έναντι του ασφαλιστή «δυνάμει του ασφαλιστηρίου αναφορικά με την ευθύνη αυτή». Δεν μπορεί επομένως ο ενάγοντας από τη μια να επιλέγει να επικαλείται τις πρόνοιες του αρ.10
(1)(β) για να αποκτήσει συμβατικά δικαιώματα και από την άλλη να απαρνείται την ιδιότητα του αντισυμβαλλόμενου ώστε να αποφύγει τους συμβατικούς περιορισμούς που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του όταν επικαλέστηκε τις πρόνοιες του αρ.10
(1)(β). Άλλωστε, όπως ρητά αναφέρει το αρ.10
(4)που παρέθεσα ανωτέρω, «με τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων, σύμφωνα με το εδάφιο
(1)ή το εδάφιο
(2)και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 12, ο ασφαλιστής υπέχει την ίδια ευθύνη έναντι του εργοδοτουμένου που θα υπείχε έναντι του ασφαλισμένου» (έμφαση δική μου). Κατ' εφαρμογή του αρ.10 συνεπώς, μόνο ό,τι θα δικαιούτο να λάβει η Omiros από τους εναγόμενους δυνάμει του ασφαλιστηρίου, δικαιούται να το λάβει και ο ενάγοντας. Των πιο πάνω λεχθέντων, συνιστά παραδεχτό γεγονός ότι όταν καταχωρήθηκε η αγωγή 2887/07 εναντίον της Omiros, το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα σε σχέση με το περιστατικό από το οποίο τραυματίστηκε, είχε παραγραφεί κατ' εφαρμογή των τότε εν ισχύ προνοιών του αρ.19 του Νόμου[1]. Είναι επίσης παραδεχτό ότι όταν ο δικηγόρος της Omiros ενημέρωσε τους εναγόμενους για πρώτη φορά για την αγωγή του ενάγοντα στις 22/03/10, ήτοι πριν την έκδοση απόφασης, οι εναγόμενοι ενημέρωσαν το δικηγόρο της Omiros ότι εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα είχε παραγραφεί και εφόσον δεν είχαν ειδοποιηθεί έγκαιρα για την αγωγή, δεν προτίθεντο ούτε να εμπλακούν στην υπόθεση αλλά ούτε και να καλύψουν οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικασθεί εναντίον της Omiros. Η Omiros δεν αμφισβήτησε τις θέσεις αυτές των εναγομένων και επέλεξε να προχωρήσει με την εκδίκαση της αγωγής στη βάση της δικής της γραμμής υπεράσπισης και χωρίς να εγείρει το θέμα της παραγραφής, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Ούτε όμως επεχείρησε ποτέ η Omiros να προωθήσει κατά τη διάρκεια της αγωγής 2887/07 τα όποια δικαιώματα σε ασφαλιστική κάλυψη θεωρούσε ότι της παρείχε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έστω και αν της είχε υποδειχθεί ρητά πριν την έκδοση της απόφασης ότι οι εναγόμενοι δεν θα κάλυπταν οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικασθεί εναντίον της. Όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα το εδώ παραδεχτό γεγονός της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα κατά την καταχώρηση της αγωγής 2887/07 δυνάμει των τότε εν ισχύϊ διατάξεων του Ν.174/1989, το οποίο θα συνιστούσε τότε και απόλυτη υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. MALAK κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A297, Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, 21/6/2018), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Omiros είχε ουσιαστικά απολέσει το συμβατικό δικαίωμα που της παρείχετο δυνάμει του ασφαλιστηρίου σε κάλυψη από τους εναγόμενους της νομικής της ευθύνης για καταβολή αποζημιώσεων στον ενάγοντα και κατ' επέκταση οι εναγόμενοι, δυνάμει του προαναφερόμενου συμβατικού όρου, απαλλάχτηκαν από την συμβατική ευθύνη καταβολής οποιουδήποτε σχετικού ποσού προς τον ασφαλιζόμενο τους, ήτοι την Omiros, η οποία ουσιαστικά παρέμεινε, κατ' επιλογή της, να επωμιστεί μόνη της την όποια δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι στις 06/04/06 που η Omiros τέθηκε σε εκκαθάριση και ενεργοποιήθηκε το αρ. 10
(1)(β), η περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα δεν είχε ακόμη παρέλθει. Όμως ο ενάγοντας δεν υπέβαλε τότε οποιαδήποτε απαίτηση στους εναγόμενους στη βάση της θέσμιας μεταβίβασης δικαιωμάτων δυνάμει του αρ. 10
(1)(β) και ούτε η Omiros άσκησε τότε οποιοδήποτε σχετικό συμβατικό δικαίωμα για κάλυψη δυνάμει του ασφαλιστηρίου. Λαμβανομένης συνεπώς υπόψη της περιορισμένης έκτασης των συμβατικών δικαιωμάτων που παρέμειναν στη Omiros δυνάμει του ασφαλιστηρίου και που επικαλείται με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας δυνάμει του αρ.10
(1)(β) καθώς επίσης και ότι κατ' εφαρμογή του αρ.10
(4)Ν.174/89, ο ενάγοντας δεν μπορεί να διεκδίκηση από τους εναγόμενους περισσότερα από αυτά που θα δικαιούτο η Omiros και οι εναγόμενοι δεν μπορούν να έχουν μεγαλύτερη ευθύνη έναντι του ενάγοντα από την ευθύνη που θα είχαν έναντι της Omiros, κρίνω ότι οι εναγόμενοι δεν υπείχαν υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό δυνάμει του ασφαλιστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους επομένως, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι εναγόμενοι παρέβηκαν το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ότι έχουν ευθύνη να του καταβάλουν το αξιούμενο ποσό. Η αγωγή συνεπώς απορρίπτεται Αναφορικά με τα έξοδα, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπόθεση περιστράφηκε ουσιαστικά γύρω από καινοφανή νομικά θέματα που ως προκύπτει από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αλλά και την έρευνα του Δικαστηρίου, παρόμοιο θέμα δεν φαίνεται να απασχόλησε ξανά το Ανώτατο Δικαστήριο από το 1989 που θεσπίστηκε ο Νόμος και ενόψει του ότι αμφότερες πλευρές, έστω και αν προσκόμισαν μάρτυρες, εντούτοις περιορίστηκαν στα νομικά θέματα της υπόθεσης, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 19. Οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου πρέπει να εγείρεται εντός 2 ετών από την ημέρα του ατυχήματος: cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.