← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LTD ν. Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της MOUSTAKAS SHIPPING AGENCIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 523/2011, 31/7/2019

GORDIAN HOLDINGS LTD ν. Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της MOUSTAKAS SHIPPING AGENCIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 523/2011, 31/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A429 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 523/2011 GORDIAN HOLDINGS LTD (πρώην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ) Ενάγοντες και

  1. Επίσημος Παραλήπτης ως Προσωρινός Εκκαθαριστής της MOUSTAKAS SHIPPING AGENCIES LTD
  2. xxxxx ΜΟΥΣΤΑΚΑΣ
  3. xxxxx ΜΟΥΣΤΑΚΑΣ Εναγόμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Τ. Γρηγορίου και κα Β. Γρηγορίου Για Εναγόμενους: κ. Φ. Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, οι οποίοι από τις 23/05/2019 και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, έχουν, δυνάμει νομοθεσίας και σχετικού δικαστικού διατάγματος, αντικαταστήσει και υποκαταστήσει τον τραπεζικό οργανισμό Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφ' εξής η Τράπεζα) στα επίδικα με την παρούσα αγωγή συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι των πιο πάνω εναγομένων (βλ. ειδοποίηση 07/06/2019), αξιώνουν από τους τελευταίους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, το ποσό των €69.420,85 πλέον τόκους προς 7,50% ετησίως από 01/01/2019 μέχρι εξοφλήσεως επί ποσού €33.918,47, ως η εν λόγω απαίτηση περιορίστηκε κατά την ακρόαση. Από την ανταλλαχθείσα δικογραφία, στα πλαίσια της οποίας να σημειωθεί ηγέρθη και ανταπαίτηση από πλευράς όλων των εναγομένων, προέκυπταν να συνιστούν επίδικα αρκετά θέματα. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης όμως, τα πλείστα θέματα κατέστησαν είτε κοινώς αποδεκτά είτε μη αμφισβητούμενα και χωρίς βέβαια να δηλώνεται ρητά οποιαδήποτε αποδοχή της απαίτησης των εναγόντων από πλευράς εναγομένων 1 και/ή 2, τα επίδικα θέματα περιορίστηκαν ουσιαστικά μόνο σε ένα, ήτοι κατά πόσο η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3 θα πρέπει να απορριφθεί. Αυτή άλλωστε ήταν και η τελική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων με την τελική του αγόρευση. Μαρτυρία κατά την ακρόαση έδωσε για τους ενάγοντες μόνο ο xxx Τσαγγάρης, λειτουργός στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας (ΜΕ1) και για τους εναγόμενους μόνο ο εναγόμενος 3 (ΜΥ1). Συνοψίζω τα όσα συνιστούν από την εκατέρωθεν μαρτυρία κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Κατά τις 12/07/1996, η εναγόμενη 1 υπέβαλε στην Τράπεζα, γραπτή αίτηση για παροχή τραπεζικής διευκόλυνσης με τη μορφή παροχής εγγυητικής επιστολής ύψους £25.000 προς όφελος δύο συγκεκριμένων εταιρειών (Τεκ.4). Στην εν λόγω αίτηση, την οποία υπέγραψε για λογαριασμό της εναγομένης 1 ο διευθυντής της, εναγόμενος 2, υπήρχε ενσωματωμένη προσωπική εγγύηση την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3, στην παρουσία υπαλλήλων της Τράπεζας. Ακολούθως η Τράπεζα εξέδωσε την ίδια μέρα, ήτοι στις 12/07/1996, εγγυητική επιστολή προς όφελος των εν λόγω δικαιούχων εταιρειών, με αριθμό XXXXX6348 και ημερομηνία λήξης την 12/07/1997 για το ποσό των £25.000,00 (Τεκ.5). Την ίδια μέρα επίσης, δηλαδή στις 12/07/1996, ο xxxx Χριστοδούλου, που είναι κοινώς αποδεκτό ότι πρόκειται για τον εναγόμενο 2, κατέθεσε σε ειδικό λογαριασμό με αρ. XXXXX4764 άλλως XXXXX4764, ο οποίος λογαριασμός ήταν στο όνομα του ιδίου, το ποσό των £25.000,00, υπογράφοντας προς τούτο έγγραφο με τίτλο «Δέσμευση Κατάθεσης σε Εγγύηση» (Τεκ.17). Σύμφωνα με το έγγραφο, η κατάθεση του εν λόγω ποσού στον ειδικό λογαριασμό ήταν επειδή η Τράπεζα «συμφώνησε να παρέχει και/ή συνεχίσει να παρέχει» πιστωτικές διευκολύνσεις στον εναγόμενο 2 προσωπικά και/ή από κοινού με την εναγόμενη
  4. Στις 06/11/2000, ο εναγόμενος 2, χρησιμοποιώντας και πάλι το όνομα xxx Χριστοδούλου, έκανε ανάληψη του ποσού των £30.241,66 από τον πιο πάνω ειδικό λογαριασμό όπου είχε κατατεθεί το ποσό της δέσμευσης κατάθεσης σε εγγύηση (Τεκ.18 και 19) και κατέθεσε, έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού XXXXX7757 της εταιρείας MOUSTAKAS TRAVEL & TOURS LTD το ποσό των £1.900,00 και έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού XXXXX7846 της εναγόμενης 1, το ποσό των £28.341,66 (Τεκ. 20, 21, 22 και 23). Το συνολικό δηλαδή ποσό της ανάληψης που έγινε από τον εναγόμενο 2 από τον ειδικό λογαριασμό και το συνολικό ποσό των καταθέσεων που ο ίδιος έκαμε στους άλλους δύο λογαριασμούς την ίδια μέρα, ήτοι στις 06/11/00, ήταν το ίδιο, £30.241,
  5. Ως προς το ότι ο εναγόμενος 2 θα προέβαινε στην εν λόγω ανάληψη και καταθέσεις, η τότε Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών της Τράπεζας είχε ενημερώσει το υποκατάστημα στο οποίο διατηρείτο ο ειδικός λογαριασμός με γραπτή επιστολή ημερ. 01/11/00 (Τεκ.24) Στις 15/04/04, οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τους προαναφερόμενους δικαιούχους της εγγυητικής επιστολής της 12/07/97 όπως οι τελευταίοι απαιτήσουν και πληρωθούν από την Τράπεζα μέσω της εν λόγω εγγυητικής, η οποία να σημειωθεί ανανεωνόταν κανονικά ως τότε, το ποσό των £18.700,
  6. Αφού υπεβλήθη η σχετική απαίτηση και ενημερώθηκε η Τράπεζα, η τελευταία, σε συμμόρφωση με το περιεχόμενο και τους όρους της εγγυητικής επιστολής, πλήρωσε στις 22/09/2004 στους δικαιούχους της το ποσό των £18.700,00 (Τεκ. 6, 7 και 8) και άνοιξε επ' ονόματι της εναγόμενης 1 τον επίδικο λογαριασμό υπ. αρ. αριθμό XXXXX0406 άλλως XXXXX0406, με τον οποίο χρέωσε το ποσό της πληρωμής της εγγυητικής, ήτοι £18.700,00 καθώς και τους σχετικούς τόκους και δικαιώματα της Τράπεζας εκ ποσού £2.864,
  7. Χρεώθηκε δηλαδή ο επίδικος λογαριασμός με το συνολικό ποσό των £21.564,95 (€36.845,90) το οποίο ακολούθως χρεώνετο με τα ανάλογα χρεωστικά επιτόκια και έξοδα της Τράπεζας ως αυτά δημοσιεύονταν κατά καιρούς στον τύπο (Τεκ. 12,13 και 14). Για την πιο πάνω χρέωση ενημερώθηκαν οι εναγόμενοι και με επιστολή της εναγομένης 1 προς την Τράπεζα ημερ. 12/11/04, ζητήθηκαν διευκρινίσεις από την τελευταία ως προς το γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς της εγγυητικής το ποσό των £25.000,00 που είχε κατατεθεί στον ειδικό λογαριασμό με το έγγραφο «Δέσμευση Κατάθεσης σε Εγγύηση». Η Τράπεζα απάντησε στη εναγόμενη 1 με επιστολή στις 22/02/05, ενημερώνοντας την για την διάθεση του ποσού των £25.000,00 για τακτοποίηση άλλων υποχρεώσεων της εναγομένης 1 κατόπιν γραπτών εντολών της τελευταίας (Τεκ. 16 και 25). Στις 27/09/2006, 06/11/2006 και 09/02/2009, η Τράπεζα απέστειλε στην εναγόμενη 1 και στους εναγομένους 2 και 3 επιστολές με τις οποίες τερμάτισε το λογαριασμό με αρ. 0336-39-000406 στον οποίο είχαν μεταφερθεί οι υποχρεώσεις της εναγομένης 1 που απέρρεαν από την εγγυητική επιστολή και τους κάλεσε όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του (Τεκ. 9, 10 και 11). Όταν οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν θετικά, δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους της Τράπεζας για λήψη νομικών μέτρων εναντίον των εναγομένων, εξ' ου και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Το υπόλοιπο που οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού έδειχναν ως οφειλόμενο στις 31/12/2018 ήταν €112.102,02 πλέον τόκους προς 3,05% από 01/01/2018 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και στις 31/12 εκάστου έτους. Επειδή όμως πριν την ακρόαση η Τράπεζα διαπίστωσε ότι λόγω καλόπιστου λάθους δεν «κλειδώθηκε» ηλεκτρονικά το επιτόκιο τερματισμού, ήτοι 7,50% ούτε και απενεργοποιήθηκε η αυτόματη κεφαλαιοποίηση τόκων, κρίθηκε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού έχριζε αναθεώρησης. Επομένως, για σκοπούς της υπόθεσης ετοιμάστηκαν αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού από την έναρξη του μέχρι και την 31/12/18, σύμφωνα με τις οποίες, το υπόλοιπο οφειλόμενο του λογαριασμού, με χρεωστικό επιτόκιο 7.50% από τον τερματισμό μέχρι τις 31/12/18 και χωρίς κεφαλαιοποιήσεις ή τραπεζικά έξοδα, βρέθηκε να ανέρχεται στις €69.420,85 πλέον τόκους προς 7,50% ετησίως από 01/01/2019 μέχρι εξοφλήσεως επί ποσού €33.918,47 (Τεκ.15), ποσό στο οποίο η Τράπεζα περιόρισε την παρούσα απαίτηση της από τους εναγόμενους. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Όπως ανέφερα ανωτέρω, παρά το ότι εκ της δικογραφίας προέβαλλαν σωρεία θεμάτων να συνιστούν επίδικα θέματα, εντούτοις κατά την ακρόαση, ενόψει και του τρόπου που επέλεξαν οι εναγόμενοι να προωθήσουν την εκδοχή τους, αυτά περιορίστηκαν ρητά από την υπεράσπιση σε ένα μόνο θέμα, ήτοι το κατά πόσο ο «.εναγόμενος 3 έχει απαλλαγεί της ευθύνης του εγγυητή καθ' ότι η Τράπεζα έχει τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή Εναγομένου 3, με το να επιτρέψει να χαθεί η εξασφάλιση των £25.000,00 του δεσμευμένου λογαριασμού και συνεπεία της πράξεως αυτής έχει παραβλαπτεί η τελική ικανοποίηση του Εναγόμενου 3/ εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη όπως προβλέπει το αρ. 97 Κεφ. 149» (βλ. τελική αγόρευση εναγομένων). Η υπογραφή λοιπόν και οι όροι της αίτησης για χορήγηση εγγυητική επιστολής από τους εναγόμενους όπως και της «Δέσμευσης Κατάθεσης σε Εγγύηση» δεν αμφισβητούνται, όπως και δεν αμφισβητείται η πληρωμή της εγγυητικής στους δικαιούχους της, η ορθότητα και ακρίβεια του περιεχόμενου των καταστάσεων λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού που ανοίχθηκε επ' ονόματι της εναγόμενης 1 συνεπεία της πληρωμής της εγγυητικής, καταστάσεις οι οποίες να σημειωθεί κατατέθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.35 του Κεφ.9, οι διάφορες χρεοπιστώσεις που εκεί καταγράφονται να έγιναν, το χρεωστικό επιτόκιο του λογαριασμού όπως αυτό περιορίστηκε κατά την ακρόαση και οι επιστολές με τις οποίες τερματίστηκε ο λογαριασμός και κλήθηκαν οι εναγόμενοι να εξοφλήσουν το υπόλοιπο τους. Τέλος, η όποια υπεράσπιση δικογραφείτο από πλευράς εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με τη δική τους ευθύνη να αποπληρώσουν το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζει ο λογαριασμός, η ορθότητα και νομιμότητα του οποίου, ως περιορίστηκε δεν αμφισβητείται από κανέναν εναγόμενο, ουσιαστικά εγκαταλείφτηκε. Στη βάση των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών γεγονότων συνεπώς, τα οποία αποτέλεσαν και ευρήματα μου πιο πάνω, κρίνεται άσκοπη και αχρείαστη η ενασχόληση με θέματα αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν εφόσον το μόνο θέμα που έμεινε να εξεταστεί είναι αυτό της ευθύνης του εναγόμενου 3, θέμα το οποίο όμως είναι αμιγώς νομικό αφού τα γεγονότα που το περιβάλλουν είναι κοινώς αποδεκτά και η όποια ερμηνεία των σχετικών συμβατικών όρων επιχειρήθηκε να δοθεί μέσω της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΥ1 αυτή θα αγνοηθεί εφόσον μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί σε τέτοιου είδους νομική ερμηνεία (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου

(1992)1 ΑΑΔ 168) Με δεδομένη και μη αμφισβητούμενη την υποχρέωση των εναγομένων 1 και 2 τουλάχιστο να ικανοποιήσουν την υπό κρίση απαίτηση της Τράπεζας, προχωρώ στο θέμα της ευθύνης του εναγομένου 3, υπενθυμίζοντας ότι η σχετική θέση της υπεράσπισης του εν λόγω εναγόμενου περιορίζεται ρητά στις πρόνοιες του αρ. 97 Κεφ.149 και εδράζεται στην κατά τον εναγόμενο 3, παράβαση των όρων της εγγυητικής επιστολής Τεκ.5 και της «Δέσμευσης Κατάθεσης σε Εγγύηση» Τεκ.17 από την Τράπεζα λόγω του ότι η τελευταία επέτρεψε στον εναγόμενο 2 να προβεί σε ανάληψη του ποσού των £25.000,00 και να το διαθέσει κατά τρόπο που αν και επωφελήθηκε ο ίδιος και η εναγόμενη 1, εντούτοις ζήμιωσε ο εναγόμενος
  1. Ως είναι νομολογημένο, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο, με τον σκοπό της ερμηνείας να είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο, εξ' ου και η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Δεν επιτρέπεται όμως η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο, εφόσον η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Σκυλλουριώτου ανωτέρω). Είναι επίσης νομολογημένο ότι τα έγγραφα ερμηνεύονται σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση (βλ. ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019). Μεταξύ των όρων έκδοσης της εγγυητικής επιστολής που αποδέχτηκε η εναγόμενη 1, ήταν και ο εξής : «Νοείται ότι θα παραμείνω πάντοτε απολύτως υπεύθυνος έναντι υμών δια την Εγγυητική Επιστολήν σας ταύτην και δια ταύτης αναλαμβάνω να αποζημιώσω υμάς κατά πάντα χρόνον δι' οιανδήποτε ζημιών σας ή άλλη συνέπειαν ήτις ήθελεν προκύψει οποτεδήποτε και εξ οιουδήποτε λόγου ή αιτίας αμέσως ή εμμέσως εκ της εκδόσεως της υμετέρας Εγγυητικής Επιστολής και να καταβάλω προς υμάς εις πρώτην σας ζήτησιν άπαντα τα ποσά (μετά τόκου) τα οποία ηθέλατε καταβάλη καθ΄ οιονδήποτε χρόνον δυνάμει ταύτης και το ποσό οιασδήποτε δαπάνης εις ην ηθέλατε υποβληθή πλέον οιαδήποτε έξοδα άτινα ηθέλατε υποστή καθ' οιονδήποτε χρόνον εν σχέσει με την Εγγυητικήν Επιστολήν ταύτην.». Οι σχετικοί όροι της εγγύησης που υπέγραψε ο εναγόμενος 3 με τον εναγόμενο 2 στις 12/07/96 και οι οποίοι όροι βρίσκονται ενσωματωμένοι στην αίτηση που υπέβαλε η εναγόμενη 1 την ίδια μέρα και στην οποία περιλαμβάνεται ο όρος που παρέθεσα ανωτέρω (Τεκ.4), έχουν ως εξής: «Εγγυώμαι εκ μέρους των (εναγόμενη 1) πλήρη και πιστήν εκτέλεσιν άπασων των υποχρεώσεων του δυνάμει του παρόντος εγγράφου συμπεριλαμβανομένης της άμεσου πληρωμής οποιουδήποτε ποσού το οποίον θα ηθέλατε πληρώσει δυνάμει των όρων τούτου και της εκδιδόμενης Εγγυητικής Επιστολής σας. Ίνα δώσω πλήρη ισχύν εις την παρούσα μου εγγύησιν εγκαταλείπω και απεκδύομαι όλων των δικαιωμάτων και προνομίων τα οποία δυνατόν να έχω και η απολαμβάνω ως εγγυητής και εξουσιοδοτώ υμάς εάν επιλέξητε τούτο όπως λαμβάνητε μέτρα εναντίον μου ως εάν είμαι ο πρωτοφειλέτης ανεξαρτήτως οιωνδήποτε μέτρων η διαδικασίας τα οποία δυνατόν να λάβητε εναντίον του πρωτοφειλέτου. Δηλώ ότι δύνασθε κατά πάντα χρόνον και άνευ οιασδήποτε προς εμέ αναφοράς ή ειδοποιήσεως, να προβαίνητε εις παρατάσεις της ημερομηνίας λήξεως η εις οιασδήποτε άλλας τροποποιήσεις των όρων της εκδοθησομένης Εγγυητικής Επιστολής σας η των όρων του παρόντος εγγράφου πλην εις ότι αφορά το ποσόν της Εγγυητικής Επιστολής, ας ήθελεν ζητήσει (η εναγόμενη 1) χωρίς τούτο να επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπον η εγγύησις μου ήτις και θα εξακολουθήση να ισχύουσα μέχρι τελείας εξόφλησεως παντός ποσού ή ποσών άτινα θα οφείλωνται υπ' αυτού δυνάμει της άνω Εγγυητικής Επιστολής. Εξουσιοδοτώ ανέκκλητως την Τράπεζαν όπως άνευ οιασδήποτε προς εμέ ειδοποιήσεως, χρεώνη παν οφειλόμενον ποσόν πλέον τόκους, έξοδα και προμήθειας ως ανωτέρω εις τρεχούμενων ή οιονδήποτε τοκοφόρων, προσωρινών η άλλον λογαριασμόν μου κατά την απόλυτο κρίσιν της τραπέζης. Περαιτέρω εξουσιοδοτώ την Τράπεζαν όπως καθ' οιανδήποτε στιγμήν και άνευ οιασδήποτε προς εμέ προειδοποιήσεως, μεταφέρη και καταθέτη έναντι ή προς εξόφλησιν οιουδήποτε ποσού οφειλόμενου δυνάμει της πιο πάνω εγγυήσεως, οιονδήποτε ποσόν ήθελεν ευρεθή εις πίστην μου εις οιονδήποτε λογαριασμόν είτε παρ' αυτή είτε παρά τη Κτηματική Τραπέζη Κύπρου ΛΤδ, εξουσιοδοτώ δε ανεκκλήτως την Κτηματικήν Τράπεζαν Κύπρου Λτδ όπως προβαίνει εις οανδήποτε τοιάυτην μεταφοράν. Η απόδειξις της Τραπέζης προς την Κτηματικήν Τράπεζαν Κύπρου Λτδ δια τους σκοπούς της παραγράφους ταύτης θα έχη την ίδιαν ισχύν ως εάν εξεδίδετο το' εμού του ιδίου.» Οι όροι της « Δέσμευσης Κατάθεσης σε Εγγύηση» που υπέγραψε ο εναγόμενος 2 κατά την κατάθεση και δέσμευση του ποσού των £25.000,00 (Τεκ.17), η οποία κατάθεση αποτέλεσε και το λόγο, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 3, που ο ίδιος υπέγραψε ως εγγυητής στην έκδοση της εγγυητικής επιστολής, έχουν ως εξής: «
  2. Επειδή η Τράπεζα σας συμφώνησε να παρέχει και/ή συνεχίσει να παρέχει δάνεια σε Τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή δυνάμει Γραμματίων ή Ομολόγων ή Δανείων Τακτής Προθεσμίας, προσωπικά και/ή από κοινού με την (εναγόμενη 1) και/ή σε εμένα ή δίδει στα πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω και/ή σε εμένα/μας πίστωση ή παρέχει Τραπεζικές διευκολύνσεις για περίοδο που θα αποφασίσει η Τράπεζα σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και/ή δώσει ή δίδει οποιαδήποτε παράταση χρόνου για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που οφείλεται να πληρωθεί στην Τράπεζα από μένα/μας και/ή από το πρόσωπο που αναφέρεται πιο πάνω.
  3. Με την παρούσα καταθέτω σε ειδικό λογαριασμό μαζί σας το ποσό των £25.000 (ΛΚ Είκοσι Πέντε Χιλιάδες Μόνο).
  4. Εννοείται ότι θα δικαιούμαι οποτεδήποτε να καταθέτω στον πιο πάνω ειδικό λογαριασμό οποιαδήποτε επιπρόσθετα ποσά ήθελα αποφασίσει χωρίς τούτο να συνεπάγει οποιαδήποτε υποχρέωση από μέρους της Τράπεζας να αυξήσει ή κατά οποιοδήποτε τρόπο διαφοροποιήσει τα παρεχόμενα προς εμένα/εμάς δάνεια ή διευκολύνσεις..
  5. Το εκάστοτε υπόλοιπο του πιο πάνω ειδικού λογαριασμού θα κρατείται από την Τράπεζα για εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης μου/μας προς την Τράπεζα...είτε αυτή είναι παρούσα και/ή κάθε υποχρέωση του/των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπου/ων προς την Τράπεζα . είτε αυτή είναι παρούσα ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση είτε έγινε ή πιθανόν να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.
  6. Η Τράπεζα .θα δικαιούται οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσει και χωρίς να μου/μας δίδει οποιαδήποτε προειδοποίηση να χρησιμοποιεί το εκάστοτε υπόλοιπο του πιο πάνω ειδικού λογαριασμού συμπεριλαμβανομένων και των τόκων ή και μέρος τούτων για εξόφληση όλων ή μέρος των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει.
  7. Ο πιο πάνω ειδικός λογαριασμός αποτελεί εξασφάλιση ή εγγύηση επιπρόσθετη προς οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες έχει σήμερα ή που μπορεί να έχει στο μέλλον η Τράπεζα .από εμένα/μας ή απ' οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα σε σχέση με τις υποχρεώσεις που εξασφαλίζει, η δε Τράπεζα .μπορεί να συναλλάττεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί, ή απέχει από του να τελειοποιεί ή αν θέτει σε εφαρμογή οποιασδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις χωρίς να επηρεάζεται οποιοδήποτε δικαίωμα της σύμφωνα με το παρόν έγγραφο..
  8. Συμψηφισμός του υπολοίπου του λογαριασμού τούτου ή μέρος αυτού και/ή αναλήψεις απ' αυτόν μετά την εξόφληση ολόκληρου του ποσού που εξασφαλίζεται, μπορεί να γίνουν κατόπιν γραπτής αίτσης μου/μας προς την Τράπεζα δίδοντας προειδοποίηση 12 μηνών, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα της Τράπεζας δυνάμει των όρων του παρόντος εγγράφου». Παραθέτω τέλος τις πρόνοιες του αρ.97 Κεφ.149 επί των οποίων στήριξε την όλη θέση του ο εναγόμενος 3: «
  9. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.» Έχοντας διεξέλθει των επίμαχων όρων των Τεκ.4 και 17 ανωτέρω και έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του αρ.97, που έχει επικαλεστεί η πλευρά του εναγόμενου 3, κρίνω, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, ότι η θέση του τελευταίου δεν ευσταθεί. Κατά πρώτο, πουθενά στην εγγύηση του Τεκ.4 ή στην δέσμευση του Τεκ.17 δεν αναφέρεται ότι η μια συμφωνία συνδέεται περιοριστικά με την άλλη. Με άλλα λόγια, η μεν εγγύηση του εναγομένου 3 στο Τεκ.4, η οποία συμφωνήθηκε ότι θα συνιστά εγγύηση προς «πλήρη και πιστήν εκτέλεσιν άπασων των υποχρεώσεων» της εναγομένης 1 και η οποία θα ίσχυε «μέχρι τελείας εξόφλησεως παντός ποσού ή ποσών άτινα θα οφείλωνται υπ' αυτού δυνάμει της άνω Εγγυητικής Επιστολής», δεν αναφέρει ότι συναρτάτο ή εξαρτάτο από την ύπαρξη ή μη οποιασδήποτε άλλης τυχόν εξασφάλισης είχε η τράπεζα σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1, πόσο μάλλον της δέσμευσης του Τεκ.
  10. Η δε δέσμευση των ΛΚ25.000 (Τεκ.17), όχι μόνο δεν αναφέρει ότι πρόκειται για εξασφάλιση που δόθηκε αποκλειστικά σε σχέση με την εγγυητική επιστολή Τεκ.4 αλλά τουναντίον, αυτή ρητά αναφέρει ότι πρόκειται για εξασφάλιση σε σχέση με «κάθε υποχρέωση» του εναγόμενου 2 και/ή της εναγομένης 1 προς την Τράπεζα, «.είτε αυτή είναι παρούσα ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση είτε έγινε ή πιθανόν να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.». Συνεπώς, αμφότερων των εγγράφων οι συμβατικοί όροι μπορεί, λαμβανομένου υπόψη και του ότι τα εν λόγω έγγραφα καταρτίστηκαν την ίδια ημέρα, να δημιουργούν μια σύνδεση μεταξύ τους ως προς το ότι η δεσμευμένη κατάθεση του Τεκ.17 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και προς εξόφληση οποιασδήποτε υποχρέωσης είχε η εναγόμενη 1 και/ή ο εναγόμενος 2 συνεπεία της εγγυητικής Τεκ.4, αυτή όμως η σύνδεση ούτε περιοριζόταν στις υποχρεώσεις του Τεκ.4 αλλά ούτε και φαίνεται να δόθηκε αποκλειστικά σε σχέση με αυτές τις υποχρεώσεις. Αντιθέτως, όπως ρητά αναφέρει η κατάθεση του Τεκ.17, αυτή συνιστούσε εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 και/ή του εναγόμενου 2, «.επιπρόσθετη προς οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες έχει σήμερα ή που μπορεί να έχει στο μέλλον η Τράπεζα .από εμένα/μας ή απ' οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα σε σχέση με τις υποχρεώσεις που εξασφαλίζει». Δόθηκε επίσης δικαίωμα στην τράπεζα από τον εναγόμενο 2 που προέβη στη δέσμευση του Τεκ.17, όπως «.χρησιμοποιεί το εκάστοτε υπόλοιπο του πιο πάνω ειδικού λογαριασμού συμπεριλαμβανομένων και των τόκων ή και μέρος τούτων για εξόφληση όλων ή μέρος των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει.». Κατά δεύτερο, το Τεκ.17, πέραν του ότι έδιδε το δικαίωμα στην τράπεζα να χρησιμοποιήσει το ποσό που εκεί αναφέρεται για εξόφληση οποιωνδήποτε υποχρεώσεων τόσο της εναγόμενης 1 όσο και του εναγόμενου 2, της έδιδε και δικαίωμα όπως επιτρέψει στον εναγόμενο 2 να προβεί σε αναλήψεις από το δεσμευμένο ποσό «.χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα της Τράπεζας δυνάμει των όρων του παρόντος εγγράφου..» (βλ. όρο 8). Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με το σχετικό όρο του Τεκ.17 μπορούσε να ασκηθεί κατόπιν γραπτής προειδοποίησης και νοουμένου ότι εξοφλήθηκαν οι υποχρεώσεις που η δέσμευση εξασφάλιζε, όμως οι αναλήψεις που έγιναν στην παρούσα περίπτωση και ειδικότερα αυτή του μεγαλύτερου ποσού των £28.341,66, χρησιμοποιήθηκε για να εξοφληθούν υποχρεώσεις της εναγομένης 1, υποχρεώσεις δηλαδή που ρητά εξασφαλίζονταν από την δέσμευση Τεκ.17 (βλ. όρους 5 και 6). Επομένως, το να επιτραπεί στον εναγόμενο 2 να προβεί σε ανάληψη από την δεσμευμένη κατάθεση για να εξοφλήσει, ως δεν αμφισβητείται, άλλες υποχρεώσεις της εναγομένης 1, ήταν όχι μόνο εντός των συμβατικών δικαιωμάτων της τράπεζας αλλά ήταν μάλιστα και συμβατική της υποχρέωση δυνάμει του Τεκ.
  11. Υπό το φως των πιο πάνω, η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(2004)1 Α.Α.Δ. 83 που επικαλέστηκε ο κ. Αποστολίδης δεν τυγχάνει εφαρμογής, εφόσον σε εκείνη την υπόθεση ο εγγυητής απαλλάχθηκε διότι «.Η σύμβαση προδιέγραψε το σκοπό και τους όρους χρηματοδότησης συγκεκριμένων εξαγωγών των χρεωστών. Αποδοχή των όρων αυτών από το χρηματοδότη και συμμόρφωση προς αυτούς παρείχε σ' αυτό δικαίωμα να επικαλεστεί την εγγύηση της Δημοκρατίας, στην περίπτωση που οι χρεώστες δεν αποπλήρωναν το χορηγηθέν δάνειο. Η σύμβαση προδιέγραφε την επέλευση συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και εφεσιβλήτων για την εγγύηση της χρηματοδότησης των χρεωστών, βάσει των τεθέντων στη σύμβαση όρων μεταξύ εφεσιβλήτων και χρεωστών... Οι όροι της συμφωνίας για την εγγύηση του δανείου παραβιάστηκαν ή, ακριβέστερα, δεν τηρήθηκαν..συμμόρφωση προς τους οποίους αποτελούσε προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εγγύησης των εφεσιβλήτων.». Κατά τρίτο, η ρητή δήλωση του εναγόμενου 3 στην εγγύηση του Τεκ.4 ότι σε περίπτωση που η τράπεζα ήθελε απαιτήσει, δικαστικά ή άλλως πως, πληρωμή των υποχρεώσεων που προέκυπταν από την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, η τελευταία θα έπρεπε να τον αντιμετώπιζε ως πρωτοφειλέτη και όχι ως εγγυητή, θέτει εκτός συζήτησης την όποια εφαρμογή του αρ.97 Κεφ.149, οι πρόνοιες του οποίου περιορίζονται σε δικαιώματα εγγυητή και όχι πρωτοφειλέτη. Άλλωστε, ο εναγόμενος 3 δήλωσε ρητά στο Τεκ.4 και αυτό για να ενισχύσει την υπόσχεση προσωπικής εξόφλησης που έδινε στην τράπεζα σε αντάλλαγμα της έκδοσης της εγγυητικής επιστολής, ότι αποποιείτο των όποιων δικαιωμάτων τυχόν είχε ως εγγυητής. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχει προβληθεί από πλευράς εναγόμενου 3 οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του ότι τέτοια αποποίηση δικαιωμάτων συνιστούσε επαχθή ή καταχρηστικό όρο. Και να προβάλλετο όμως έτσι ισχυρισμός, αυτός θα στερείτο ερείσματος, εφόσον το λεκτικό της ρητής υπογεγραμμένης δήλωσης του εναγόμενου 3 καταδεικνύει ότι επρόκειτο για επιπρόσθετο κίνητρο που αυτός έδινε στην τράπεζα για να την πείσει να δεχθεί να εκδώσει την εγγυητική επιστολή με όλες τις δραστικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγετο για την τράπεζα. Την ίδια στιγμή, η δήλωση του εναγόμενου 3 ότι η εν λόγω αποποίηση γινόταν «.Ίνα δώσω πλήρη ισχύν εις την παρούσα μου εγγύησιν.» καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι η πρόθεση των μερών ήταν όπως η προσωπική υπόσχεση του εναγόμενου 3 για «πλήρη και πιστήν εκτέλεσιν άπασων των υποχρεώσεων» της εναγομένης 1 «μέχρι τελείας εξόφλησεως παντός ποσού», συνιστούσε εξασφάλιση της τράπεζας η οποία δεν θα επηρεάζετο από οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση που τυχόν υπήρχε και η οποία δυνατό να έθετε θέμα απαλλαγής του εναγόμενου 3 δυνάμει του αρ.97 Κεφ.149. Τέλος, ούτε στα λεχθέντα της Συνεργατική Oικοδομική Eταιρεία Δημοσίων Yπαλλήλων Kύπρου Λτδ ν. Mιχάλη Aντωνιάδη και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1098 στην οποία επίσης με παρέπεμψε ο κ. Αποστολίδης, δύναται να ενταχθεί η παρούσα υπόθεση. Σε εκείνη την υπόθεση, έγινε μεν αναφορά στο πεδίο εμβέλειας του αρ.97 Κεφ.149 όπως και των άλλων άρθρων που αφορούν στα δικαιώματα εγγυητών, η εκεί απαλλαγή των τελευταίων όμως, κρίθηκε στη βάση του ότι η σύμβαση δανείου που εγγυήθηκαν ήταν μολυσμένη από παρανομία και συνεπώς άκυρη, γεγονός που αναπόφευκτα οδήγησε και στη δική τους απαλλαγή εφόσον «.Η εγγύηση είχε δοθεί στη βάση συμφωνίας ότι ήταν δυνατή η είσπραξη του δανείου και από τη σύνταξη του πρωτοφειλέτη, πράγμα όμως που λόγω των προνοιών του περί Συντάξεων Νόμου, ήταν αδύνατο να γίνει..». Στην παρούσα υπόθεση όμως δεν υπάρχει καμία παρανομία ούτε ισχυρισμός περί τέτοια παρανομίας, είτε στη συμφωνία για την έκδοση της εγγυητικής και των ενσωματωμένων εγγυήσεων είτε στη δέσμευση του Τεκ.
  1. Στο βαθμό δε που ο λόγος της Αντωνιάδης σχετίζεται με τη βάση επί της οποίας δόθηκε η εγγύηση, επαναλαμβάνω και τα υιοθετώ τα όσα ανέφερα πιο πάνω αναφορικά με την χωριστή και ανεξάρτητη εφαρμογή των εγγυήσεων του Τεκ.4 και του Τεκ.
  2. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι η υπεράσπιση που έχει προωθήσει ο εναγόμενος 3 στερείται ερείσματος και απορρίπτεται. Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω να συνιστούν αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των μερών και λαμβανομένου υπόψη ότι πλην της συγκεκριμένης θέσης που προώθησε ως υπεράσπιση ο εναγόμενος 3, θέση άμεσα συναρτημένη και με την ανταπαίτηση που ο ίδιος και οι υπόλοιποι εναγόμενοι προέβαλαν εναντίον της τράπεζας και η οποία θέση απερρίφθη, καμία άλλη αμφισβήτηση ηγέρθη περί της υποχρέωσης των εναγομένων να καλύψουν το ποσό που προέκυψε να είναι οφειλόμενο στην τράπεζα συνεπεία πληρωμής της εγγυητικής επιστολής Τεκ.4, κρίνω ότι η τράπεζα και κατ' επέκταση οι ενάγοντες απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση τους εναντίον όλων των εναγομένων. Για τους ίδιους λόγους, η ανταπαίτηση των εναγομένων, στο βαθμό που τελικά αυτή προωθήθηκε μέσω των θέσεων του εναγόμενου 3, κρίνεται αβάσιμη. Η αγωγή συνεπώς επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €69.420,85 πλέον τόκους προς 7,50% ετησίως από 01/01/2019 μέχρι εξοφλήσεως επί ποσού €33.918,47 ενώ η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα της υπόθεσης επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση (βλ. Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Μ.Κ Subject: Civil/Final Αναφορά: Οφειλή από Εγγυητική Επιστολή - Εγγυητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.