ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ν. ΡΟΥΣΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2005/18, 31/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A432 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2005/18 Μεταξύ: **** άλλως **** **** ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ Ενάγοντος -και- **** ΡΟΥΣΟΥ, προσωπικά και ως ο Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας **** ΡΟΥΣΟΥ, βάσει διαταγής και ή διορισμού του από το Δικαστήριο στην υπ' αρ. 221/18 Αίτηση Διαχείρισης του Ε. Δ. Λεμεσού Εναγομένου Αίτηση ημερ. 18.9.18 υπό Ενάγοντος για Απαγορευτικό Διάταγμα 31 Ιουλίου 2019 Για Ενάγοντα: κ. Α. Σοφρωνίου για Σωφρόνιο Σωφρονίου Για Εναγόμενο: κ. Γιατρού για Συμεού & Κονναρής Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων εξασφάλισε μονομερώς διάταγμα διατάσσον τον Εναγόμενο να παύσει την επέμβαση στο επίδικο διαμέρισμα. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του είχε αναφέρει ότι ο ίδιος είναι ηλικίας 75 ετών και ότι από το 1995 συζούσε - συγκατοικούσε με τη μητέρα του Εναγομένου μέχρι τις 21.2.18 που εκείνη απεβίωσε. Εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια είναι η αποβιώσασα αλλά για την απόκτηση και ή τις μετέπειτα ανακαινίσεις συνέβαλε και ο ίδιος ξοδεύοντας αρκετά χρήματα και για αυτό με την αγωγή του ζητά όπως του τιτλοποιηθεί το διαμέρισμα, τόσο λόγω της συνεισφοράς του όσο και επειδή η αποβιώσασα του το υποσχέθηκε λόγω της αγάπης που είχαν, της φροντίδας του προς εκείνη και διότι συζούσαν ως σύζυγοι. Προσθέτει πως διαχειριστής της περιουσίας διορίστηκε ο Εναγόμενος (υιός της) και ότι ο ίδιος ο (Ενάγων) συνέχισε νόμιμα και δικαιωματικά να διαμένει αδιάλειπτα στο διαμέρισμα, όπως και η οικιακή βοηθός, την οποίαν είχαν από προηγουμένως. Το διαμέρισμα μόνο τυπικά είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της αποβιώσασας καθότι για δεκαετίες ο ίδιος χρηματοδοτούσε την αποπληρωμή του. Λόγω της υπόσχεσης της ότι θα του το μεταβίβαζε, ο ίδιος ξόδευε σημαντικά ποσά, όχι αχρεωστήτως, αλλά πιστεύοντας ότι το διαμέρισμα του εδόθη και του ανήκε. Η αποβιώσασα δεν πρόλαβε να του το μεταβιβάσει λόγω της μακρόχρονης πολύ σοβαρής βλάβης στην υγεία της, ήτοι λόγω επιδείνωσης τα τελευταία πέντε έτη δεν μπορούσε να μετακινηθεί, οπότε και ο ίδιος δεν προέβαινε σε αναφορές για τη μεταβίβαση, την οποία δεν πρόλαβε και λόγω του ότι ο Εναγόμενος φρόντισε και το υποθήκευσε για δικό του δάνειο. Στη συνέχεια παραθέτει κάποια έξοδα και αγορές στις οποίες προέβη και καταλήγει λέγοντας ότι ο Εναγόμενος αρνείται να τον συμπεριλάβει στη διαχείριση παρά την αλληλογραφία (Τεκμήριο Γ). Στις 12.9.18 μάλιστα ο Εναγόμενος συνοδευόμενος από Κοινοτάρχη άλλαξε κλειδαριά, εισήλθε στο διαμέρισμα και προσπάθησε να λάβει την κατοχή του. Την ίδια μέρα όμως (ο Ενάγων) άλλαξε ξανά κλειδαριά και δεν έβγαινε από το διαμέρισμα μέχρι να εξασφαλίσει διάταγμα. Σε συμπληρωματική του ένορκη δήλωση εξήγησε το ύψος της συνεισφοράς του στο διαμέρισμα και υποστήριξε ότι κατέβαλλε €860 μηνιαίως για τα έξοδα της αποβιώσασας. Ένσταση Ο Εναγόμενος προέβαλε 14 λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις, δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, η αίτηση είναι παράτυπη, τα αναφερθέντα γεγονότα είναι αόριστα και δεν έχει καταβληθεί οποιαδήποτε χρηματική εγγύηση. Στη δική του υποστηρικτική ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος κατ' αρχάς εκφράζει την πλήρη διαφωνία του με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος και προσθέτει ότι: - Ο Εναγόμενος απέκρυψε ότι είναι ακόμα νυμφευμένος με τη θεία Ελπινίκη, (αδελφή του πατέρα του Εναγόμενου), με την οποία και συζούσε μέχρι το 1995 περίπου και ότι μόνο μετά τη διάσταση και αφού παρήλθαν κάποια χρόνια διέμενε περιστασιακά ως φιλοξενούμενος στο διαμέρισμα με την αποβιώσασα. - Από το 1985 έως και το 2008 που ο Εναγόμενος επέστρεψε στην Κύπρο η αποβιώσασα βρισκόταν περίπου τρεις μήνες ετησίως μαζί με τα παιδιά της και ουδέποτε αντιλήφθηκαν να συγκατοικούσε μαζί της ο Ενάγων, πράγμα που επιβεβαιώνει και ο Κοινοτάρχης Αγίας Τριάδας (Τεκμήρια 2 και 3). - Το διαμέρισμα εξοφλήθηκε με χρήματα της αποβιώσασας προερχόμενα από πώληση άλλων κτημάτων της το 1991 και τα όσα αναφέρονται για συνεισφορά είναι κατασκεύασμα φαντασίας (Τεκμήριο 4), όπως ψευδείς είναι και οι ισχυρισμοί για συνεισφορά στην ανακαίνιση ή άλλως πως. - Η αποβιώσασα με ελεύθερη βούληση υποθήκευσε το διαμέρισμα για 15ετές δάνειο (Τεκμήριο 5), θέλοντας να βοηθήσει τον Εναγόμενο κατά την επιστροφή του από την Αγγλία. - Η αποβιώσασα μέχρι και το 2016 είχε την ικανότητα αυτοσυντήρησης. Οι σχέσεις της με τα παιδιά της ήταν άριστες και από το 2008 ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε καθημερινή επαφή μαζί της, ευρισκόμενος συνεχώς στο πλευρό της όταν είχε επιδεινωθεί η υγεία της. Αρκετοί συγγενείς και φίλοι τη μετέφεραν για αιμοκάθαρση, μεταξύ αυτών και ο Αιτητής. - Ο ίδιος ο Εναγόμενος κατέβαλε €5.050 σε ιδιωτικό νοσοκομείο (Τεκμήριο 6) ενώ ανέλαβε και άλλο χρέος €5.600 σε στέγη ηλικιωμένων (Τεκμήριο 7). - Ο λόγος για τον οποίο η αποβιώσασα φιλοξενούσε περιστασιακά τον Ενάγοντα ήταν η οικονομική του αδυναμία να εξεύρει κατοικία και τώρα κατέχει παράνομα το διαμέρισμα εκμεταλλευόμενος τόσο την καλοσύνη της αποβιώσασας όσο και τη δική τους, παρότι αρχικά σε σχετική διαβούλευση τους είχε παρακαλέσει να τού δοθεί λίγος χρόνος προς εξεύρεση σταθερής κατοικίας. Πράγμα το οποίο έπραξαν, επιδεικνύοντας την πρέπουσα υπομονή και ανοχή αλλά ένα μήνα μετά τον θάνατο διαφοροποίησε την αρχική του θέση ζητώντας χρηματικό αντάλλαγμα προκειμένου να αποχωρήσει από το διαμέρισμα, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι διέμενε εντός. Έτσι προέκυψε η επιστολή δικηγόρων του Εναγομένου ημερ. 30.4.18 (Τεκμήριο 9). - Ο Ενάγων δεν αντιλήφθηκε το λάθος του να διαμένει παράνομα και οδήγησε τα πράγματα στο Δικαστήριο. - Το γεγονός που έλαβε χώρα στις 12.9.18 δεν αποτελούσε παράνομη και αυθαίρετη ενέργεια εκ μέρους του Εναγόμενου αφού ως διαχειριστής είχε κάθε δικαίωμα να εισέρχεται και να διαχειρίζεται το διαμέρισμα ενώ ο Ενάγων διέμενε εκεί προσωρινά και περιστασιακά μόνο ως φιλοξενούμενος. - Η ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος κυμαίνεται μεταξύ €800 έως €1000 και σχετικά είχε υπογραφεί προσύμφωνο ενοικίασης με τρίτο πρόσωπο (Τεκμήριο 10) θέμα το οποίο παγοποιήθηκε λόγω της συμπεριφοράς του Ενάγοντος. Νομική Πτυχή: Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων διεκδικεί την επ' ονόματι του εγγραφή του ακινήτου και ή το ισόποσο της αγοραίας αξίας του και ή το ποσό το οποίο έχει δαπανήσει για την αγορά, τον εξοπλισμό και την ανακαίνιση, καθώς και ανάλογες θεραπείες για δύο οχήματα. Σαφώς πρόκειται για αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής για τις οποίες, εάν εν τέλει επιτύχει, θα δικαιούται σε ανάλογες θεραπείες. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ. 331/17, ημερ. 21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση η όλη αξίωση του Ενάγοντος επί του διαμερίσματος, όπως οριοθετείται στην έκθεση απαίτησης (§3) είναι ότι: «....για την απόκτηση και ή τις μετέπειτα ανακαινίσεις του συνέβαλε/εξόδευσε και αυτός αρκετά χρήματα, γι' αυτό και μέσα στις αξιώσεις του ζητά όπως το διαμέρισμα αυτό μεταβιβαστεί και εγγραφεί στο όνομα του και αυτό και για το επιπλέον βασικό λόγο, πέραν της συνεισφοράς του και για το ότι η αποβιώσασα «σύζυγος» του, του το υποσχέθηκε λόγω της αγάπης που είχαν, της φροντίδας του σ' αυτήν και διότι συζούσαν σαν σύζυγοι». Προσθέτει πως διεκδικεί ολόκληρο το διαμέρισμα καθότι αυτό παρέμεινε μόνο τυπικά εγγεγραμμένο στο όνομα της αποβιώσασας αφού για δεκαετίες αυτός χρηματοδοτούσε την αποπληρωμή του και η αποβιώσασα του είχε υποσχεθεί ότι θα του το μεταβίβαζε και για αυτό ο ίδιος ξόδευε σημαντικά ποσά πιστεύοντας ότι του ανήκε, βασιζόμενος στις δηλώσεις, υποσχέσεις και στην εν γένει συμπεριφορά της αποβιώσασας. Εξειδικεύει τη θέση πιο κάτω (στην §7) στο ότι αυτό αγοράστηκε κατά το 1993 έναντι €34.172 (ΛΚ20.000) και ο ίδιος για την απόκτηση του κατέβαλε κατά διαστήματα το συνολικό ποσό των €15.000, ενώ για την ανακαίνιση του κατέβαλε κατά καιρούς το συνολικό ποσό των €11.900 (μάρμαρα, βάψιμο, γύψινα, υδραυλική και ηλεκτρική εγκατάσταση, κοινόχρηστοι χώροι πολυκατοικίας). Όπως εξηγείται στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ως Διαχειριστής ν. Χριστοφίδου, Πολ. Έφ. 328/12, ημερ. 10.7.18, στη θεμελιακή απόφαση Lloyd's Bank v. Rosset
(1991)1 A.C. 107 διαχωρίστηκαν δύο κατηγορίες σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα μεταξύ συζύγων ή συμβιούντων. Η πρώτη αφορά ρητή προφορική συζήτηση ως προς τον τρόπο και την έκταση της συνιδιοκτησίας του περιουσιακού στοιχείου κατά ωφέλιμο τρόπο (beneficially). Η δεύτερη αφορά την περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει τέτοια ρητή προφορική συζήτηση οπότε η πρόθεση των μερών να διαμοιραστούν την περιουσία κατά ωφέλιμο τρόπο αποδεικνύεται μόνο από τη συμπεριφορά των μερών και κυρίως την άμεση χρηματική συνεισφορά ή στην απουσία τέτοιας, άλλη ουσιώδη συνεισφορά που διευκολύνει το άλλο μέρος στη χρηματοδότηση της αγοράς του ακινήτου. Σύμφωνα με τις Πένταυκα ν. Πένταυκα
(1991)1 ΑΑΔ 547 και Κληρίδη Χρίστου ως Εκτελεστή ν. Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ 521 πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία είτε πριν την απόκτηση είτε, κατ' εξαίρεση, μετέπειτα για το ότι υπήρξε μεταξύ των μερών συμφωνία περί συνιδιοκτησίας και ένα τέτοιο εύρημα πρέπει να εξάγεται μόνο μέσα από τη μαρτυρία για ρητές προφορικές συζητήσεις έστω και αν οι σύζυγοι ή οι συμβιούντες δεν μπορούν να θυμηθούν πλήρως τις λεπτομέρειες. Όπως επίσης εξηγείται στην Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω) τα πιο πάνω έχουν σχέση με το εξ επαγωγής εμπίστευμα (constructive trust) το οποίο επιβάλλεται από το Δικαστήριο ανεξάρτητα από τη θέληση ή την πρόθεση του ιδιοκτήτη. Εξηγείται όμως στην ίδια υπόθεση πως εκτός από το εξ επαγωγής εμπίστευμα υπάρχει και το εξυπακουόμενο το οποίο αναδύεται όταν η πρόθεση του ιδιοκτήτη δύναται να συναχθεί είτε από λόγια είτε από τη συμπεριφορά, (σε αντιδιαστολή με το "express trust", όπου ρητώς και εγγράφως ο ιδιοκτήτης δημιουργεί θεληματικά εμπίστευμα προς όφελος τρίτου). Δεν έχει σημασία επί του παρόντος πως ο Ενάγων στην παρούσα δεν διαχωρίζει στην έκθεση απαίτησης ούτε διευκρινίζει νομικά τις αξιώσεις του και δεν είναι θέμα το οποίο θα λυθεί σε αυτό το στάδιο. Είναι σαφές ότι διεκδικεί ολόκληρο το διαμέρισμα το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της αποβιώσασας (χωρίς π.χ. να δέχεται ότι έστω το 1/2 ανήκε στην ίδια κατά τρόπον που να περιέρχεται στην κληρονομιά της), προβάλλοντας για τη διεκδίκηση του όλου αφενός συμμετοχή στην απόκτηση του και συνεισφορά στα έξοδα συντήρησης - ανακαίνισης του και αφετέρου ρητές υποσχέσεις και δηλώσεις της αποβιώσασας για την όλη ιδιοκτησία (μερίδιο) της στο διαμέρισμα. Η αξίωση εκ πρώτης όψεως φαίνεται να στηρίζεται και στα δύο είδη εμπιστευμάτων, ως αυτά αναλύθηκαν στην Παπαχρυσοστόμου (άνω) υπό την έννοια ότι αφενός προβάλλεται συνεισφορά (στην απόκτηση αλλά και μετά) και άρα υπονοείται ότι έπρεπε να υπάρχει συνιδιοκτησία εξαρχής και αφετέρου προβάλλονται δηλώσεις και υποσχέσεις της αποβιώσασας προς μεταβίβαση όποιου συμφέροντος είχε εκείνη. Προφανώς δεν πρόκειται για ζήτημα το οποίο θα επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος, πράγμα το οποίο κρίνεται πως ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Στα πλαίσια όμως εκτίμησης της προσφερθείσας μαρτυρίας ούτως ώστε να διαφανεί κατά πόσον αυτή δημιουργεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας ή έστω μια συζητήσιμη υπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί πως: (
- i)Η προβαλλόμενη θέση για συμπερίληψη του στη διαχείριση είναι αστήρικτη σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου ή τελευταίας βουλήσεως και ως τέτοια δεν διαθέτει ορατά ερείσματα επιτυχίας, δεδομένου ότι ούτε γάμος φαίνεται να υπήρξε ούτε έντυπο πολιτικής συμβίωσης να έχει υπογραφεί (Ν.184(Ι)/15). (
- ii)Η επόμενη θέση για συμμετοχή στην κτήση (αγορά) δεν πληροί επίσης το αναγκαίο κριτήριο απλούστατα επειδή όντως το επίδικο διαμέρισμα φαίνεται στο πιστοποιητικό εγγραφής να είχε εγγραφεί επ' ονόματι της αποβιώσασας στις 24.5.91 δυνάμει φακέλου πώλησης (υπ' αρ. .2136/91). Ο Ενάγων στην ένορκη δήλωση του (§8) υποστηρίζει ότι συζούσε με την αποβιώσασα από το 1995 δηλαδή τέσσερα έτη μετά την κτήση του διαμερίσματος ενώ και η αναφορά του Εναγόμενου ότι το τίμημα αγοράς έχει προέλθει από πώληση άλλης ιδιοκτησίας της αποβιώσασας, παρέμεινε αναντίλεκτη για σκοπούς της ενδιάμεσης αίτησης. Υπενθυμίζεται ότι ακόμα και ο ίδιος ο Ενάγων εν τέλει στην καταχωρισθείσα έκθεση απαίτησης του (§7), ισχυρίστηκε ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε το 1993, η οποία χρονολογία και πάλι προηγείται της προβληθείσας χρονολογίας έναρξης της συγκατοίκησης. Συνεπώς η θέση του ότι συνέβαλε στην απόκτηση και μάλιστα ότι «για δεκαετίες αυτός χρηματοδοτούσε την αποπληρωμή του» απέχει από το να δύναται να χαρακτηριστεί ή να συνιστά ορατή πιθανότητα επιτυχίας, στα πλαίσια της αίτησης. (iii) Όσον αφορά τυχόν συζητήσεις ή συμπεριφορά της αποβιώσασας η οποία να καταδεικνύει πρόθεση της για μεταβίβαση ολόκληρου του διαμερίσματος, ο Ενάγων δεν προσέφερε συγκεκριμένη μαρτυρία. Περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι λόγω της συνεισφοράς του καθώς και λόγω αγάπης τού «το υποσχέθηκε» και ότι επειδή ο ίδιος για δεκαετίες χρηματοδοτούσε την αποπληρωμή, εκείνη «είχε υποσχεθεί» ότι θα τού το μεταβίβαζε (§2 και 5 της ένορκης δήλωσης του). Για την υπόλοιπη συνεισφορά του (εκτός δηλαδή στο αρχικό τίμημα το οποίο έτυχε σχολιασμού πιο πριν) ο Ενάγων αναφέρει στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση πως κατέβαλε €3.758 (Λ.Κ.2.200) το 2007 για την πολυκατοικία, €1.700 κατά καιρούς για μάρμαρα και €2.000 το 2010 για γύψινα και βάψιμο, δηλαδή συνολικά €7.458 ενώ περαιτέρω κατέβαλε και €1.934 για διάφορα έπιπλα και συσκευές (καρέκλες, καναπέ, παπουτσοθήκη, τραπέζι, ψυγείο, πλυντήριο και τηλεοράσεις). Κατά τη γνώμη μου και εκλαμβανομένη στο απόγειο της η πιο πάνω μαρτυρία, δεν καθιστά συζητήσιμη την εκδοχή του Ενάγοντος και δεν έχει εκείνη τη δυναμική η οποία δυνητικά έστω θα μπορούσε να κριθεί ότι περιέχει ή καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι αναφορές σε υποσχέσεις γίνονται γενικά υπό τύπο δικογραφικών ισχυρισμών, χωρίς οποιαδήποτε παραπομπή είτε σε ρητή συζήτηση ή συνομιλία είτε σε χρόνο, τόπο και συνθήκες τέτοιων γεγονότων. Βασικά δεν έχει επί του παρόντος προσκομιστεί καθόλου τέτοια μαρτυρία η οποία να δύναται να τύχει εκτίμησης για το κατά πόσον συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση στη βάση αυτή. Οι ισχυρισμοί για δαπάνες είτε στο υποστατικό είτε στο περιεχόμενο του επίσης δεν έχουν αυτόνομη δυναμική δεδομένου ότι η εκδοχή είναι πως δαπάνησε χρήματα πιστεύοντας ότι του «εδόθη» το διαμέρισμα, δηλαδή μετά από τις προβαλλόμενες υποσχέσεις. Αλλά ακόμα και τα όσα αναφέρει για τις δαπάνες αυτές ο Ενάγων αποδυναμώνουν ακόμα περαιτέρω την όλη υπόθεση αφού και αν ακόμα εν τέλει κατά την ακρόαση γινόταν δεκτό ότι άρχισε το 2007 τις δαπάνες λόγω παλαιότερων υποσχέσεων θα παρέμενε ανεξήγητο το γιατί δεν έγινε η μεταβίβαση κατά τα επόμενα χρόνια μέχρι το 2013 που κατ' ισχυρισμόν του επιδεινώθηκε η υγεία της αλλά αντιθέτως η αποβιώσασα το παραχώρησε το 2011 δια υποθήκης προς εξασφάλιση δανείου του γιού της. Τα πιο πάνω βέβαια αφορούν εκτίμηση της πιθανότητας επιτυχίας εν σχέσει με τις αξιώσεις ιδιοκτησίας επί του διαμερίσματος. Δεν διαφεύγει όμως την προσοχή πως ο Ενάγων συμπεριέλαβε στην αγωγή του και αξίωση περί απαγόρευσης επέμβασης καθ' οιονδήποτε τρόπο στο διαμέρισμα η οποία αξίωση σχετίζεται με την κατοχή του διαμερίσματος. Όπως επιβεβαιώθηκε στη Γρηγορίου ν. Γαβριήλ κ.α.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2263 η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας (βλ. και Λάμπρος κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1516). Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί και αυτή η προοπτική, ιδιαίτερα εφόσον η ουσία του εκδοθέντος διατάγματος είναι η απαγόρευση επέμβασης και όχι οτιδήποτε άλλο (σχετιζόμενο π.χ με τιτλοποίηση ή αποξένωση του). Στην παρούσα περίπτωση είναι γενικότερα δεκτό ότι ο Ενάγων διέμενε στο διαμέρισμα με την αποβιώσασα. Ο Εναγόμενος δέχεται ότι και ο Ενάγων τη μετέφερε σε νοσοκομεία, δεν αμφισβητεί ότι μετά τον θάνατο της εκείνος είχε την κατοχή και ότι διέμενε εκεί με την οικιακή βοηθό, η οποία μάλιστα είχε εργοδοτηθεί ενόσω ακόμα η μητέρα του ήταν εν ζωή. Αυτός ήταν και ο λόγος εξάλλου που ο ίδιος πολύ σύντομα μίλησε με τον Ενάγοντα σε μια προσπάθεια φιλικής επίλυσης του θέματος. Οι περιστάσεις αυτές καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη θέση ότι ο Ενάγων είχε αποκτήσει κάποιο δικαίωμα διαμονής στο διαμέρισμα υπό την έννοια ότι είναι πιθανόν να κριθεί ότι είχε δημιουργηθεί μια άτυπη περιουσιακή διευθέτηση με περιεχόμενο τη συμβατική άδεια παραμονής και χρήσης του διαμερίσματος, ως εξηγείται στις υποθέσεις Χρίστος Κληρίδης (ανωτέρω) και Παυλίνα Γρηγορίου (ανωτέρω). Η διαφορά της παρούσας από τις πιο πάνω υποθέσεις όμως είναι πως εδώ φαίνεται πως πολύ σύντομα μετά τον θάνατο της ιδιοκτήτριας οι κληρονόμοι, μέσω του αρμόδιου διαχειριστή της περιουσίας της, ανακάλεσαν την όποια άδεια παραμονής ή χρήσης (mere licensee) με την επιστολή ημερ. 30.4.18 (Τεκμήριο 9 Εναγομένου) και δεν προβάλλονται άλλα ερείσματα διατήρησης της κατοχής. Συνεπώς ούτε από αυτής της οπτικής διαπιστώνεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. .................. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Στην παρούσα περίπτωση αρκεί να υπομνησθεί πως ο Ενάγων συμπεριέλαβε αφ' εαυτού σαφείς διαζευκτικές οικονομικές αξιώσεις, οι οποίες καλύπτουν τόσο την αξία του διαμερίσματος (€150.000) όσο και περαιτέρω διαζευκτικά την κατ' ισχυρισμόν συνεισφορά του (€50.000). Από αυτής της πλευράς δεν παρατηρείται λοιπόν οποιαδήποτε δυσκολία για την απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους και ειδικότερα λόγω μη συνδρομής της δεύτερης και τρίτης προϋπόθεσης καταλήγω ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Τονίζω όμως πως αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαχειριστής ή κληρονόμος ή άλλος εκ μέρους τους έχει το δικαίωμα να προβεί με πράξεις αυτοδικίας σε ανάληψη κατοχής, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω νόμιμων δικαστικών διαδικασιών (π.χ στα πλαίσια της Ανταπαίτησης την οποία ήδη καταχώρισε ο Εναγόμενος). Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται και έχοντας ακριβώς υπόψιν ότι αφορμή για την αίτηση έδωσε η ενέργεια του Εναγομένου και παρότι αυτός έχει κερδίσει ενώ ο Ενάγων απέτυχε να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις, κρίνεται ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον καθιερωμένο κανόνα ως προς τα έξοδα για τα οποία διατάσσεται όπως κάθε διάδικος επωμιστεί τα δικά του. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Απαγορευτικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο