Αναστασίου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1945/2017, 16/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A407 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1945/2017 ΜΕΤΑΞΥ:
- ΧΧΧ Αναστασίου
- ΧΧΧ Αναστασίου
- ΧΧΧ Μιτέλλας Εναγόντων και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενης Ημερομηνία: 16 Ιουλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/αιτητές:Ο κ. Γεωργίου για Ο κ. Α. Χ. Κυπρίζογλου Για την εναγομένη/καθ' ης η αίτηση: Η κα Δημητρίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για αναστολή προγραμματισμένου πλειστηριασμού βάσει του Μέρους VIA του Ν.9/1965) Οι ενάγοντες/ αιτητές (στη συνέχεια «οι αιτητές») με την παρούσα αίτηση τους αιτούνται την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη - καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η καθ' ης η αίτηση») και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και/ή υπάλληλο της, να προβεί στην εκποίηση μέσω πλειστηριασμού των τριών ακινήτων που περιγράφονται στη συνέχεια, η οποία θα λάβει χώρα την 27.08.2019: (α) αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. Τμήμα 59/020202/3, Τεμάχιο 2Χ7, Μερίδιο όλο, υποθηκευμένο το όλο, (β) αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. Τμήμα 59/020202/3, Τεμάχιο 2Χ6, Μερίδιο όλο, υποθηκευμένο το όλο, (γ) αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. Τμήμα 54/580601/1, Τεμάχιο 5Χ6, Μερίδιο όλο, υποθηκευμένο το όλο. Τα πιο πάνω ακίνητα βαρύνονται με την υποθήκη ΥΧΧΧ, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, προς εξασφάλιση του δανείου με Αριθμό Λογαριασμού ΧΧΧ (ΧΧΧ), δυνάμει Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» των διατάξεων του Μέρους VI και/ή του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/65, και/ή άλλως πως, μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στα Άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στα Άρθρα 1,2,3,4,5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 Κ.Κ. 1-9, Δ.39, Κ.Κ 1-2, επί της Δ.64 Κ.Κ 1-2, στα Άρθρα 37-44 (Μέρος VI) και στα Άρθρα 44Α-44ΙΑΑ (Μέρος VIA) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/65όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 87(Ι) του 2018 στα Άρθρα 15,23 - 26, 30.2 του Συντάγματος, στο Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, στις αρχές της επιείκειας (equity), στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην ακολουθημένη πρακτική και στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο ενάγοντας 3 ΧΧΧ Μιτέλλας ο οποίος πέραν της ιδιότητας του, της προσωπικής του γνώσης των γεγονότων δηλώνει και εξουσιοδοτημένος και από τους άλλους αιτητές όπως προβεί στην ένορκη δήλωση και όσον αφορά τους νομικούς του ισχυρισμούς δηλώνει ότι έλαβε γνώση από τον δικηγόρο του κ. Α.Χ. Κυπρίζογλου. Ως προς την ανάγκη που επέβαλε την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δηλώνει ως ουσιαστικά γεγονότα ότι είναι ο ίδιος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ενυπόθηκων ακινήτων και ότι στις 20.11.2018 του επιδόθηκε η Ειδοποίηση Τύπου «Θ» (Τεκμ. 1). Εντός δε του νενομισμένου χρόνου από την ημερομηνία επίδοσης της εν λόγω Eιδοποίησης καταχωρήθηκε η πιο πάνω αναφερόμενη Αγωγή αμφισβήτησης χρέους την 29.06.2017 (Τεκμ. 2). Παρά το ότι εκκρεμεί η εν λόγω αγωγή η καθ' ης η αίτηση την 22.03.2019 του απέστειλε Eιδοποίηση Τύπου «ΙΑ», (Τεκμ. 4) μέσω της οποίας τους κοινοποίησε το γεγονός ότι, θα εκποιηθούν τα εν λόγω ακίνητα μέσω πλειστηριασμού την 27.08.
- Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους του, αφής στιγμής εκκρεμεί η αγωγή του με την οποία αμφισβητεί το χρέος, η εναγομένη κωλύεται να προβεί στη διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων. Η επικείμενη αναγκαστική πώληση μέσω πλειστηριασμού των ως άνω ακινήτων δικαιολογεί το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος που επιδιώκει. Υποστηρίζει ότι έχει καλή βάση υπόθεσης, δικαιούται σε θεραπεία και θα είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατον να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα, καθότι, η πώληση μέσω πλειστηριασμού των εν λόγω ακινήτων, εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής, πέραν της παραβίασης της Νομοθεσίας 9/65 όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 87(Ι) του 2018, αποτελεί και παραβίαση του συνταγματικού και ανθρώπινου μου δικαιώματος για απόλαυση της ακίνητης του ιδιοκτησίας. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας υπό τας περιστάσεις κλείνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης, καθότι, με τον τρόπο αυτό, θα παραμείνει αναλλοίωτο το status quo των εν λόγω ακινήτων, τα οποία δεν θα πωληθούν μέσω πλειστηριασμού στις 27.08.2019 και θα κριθεί η τύχη τους, με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας αγωγής. Για τους πιο πάνω λόγους εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο καθώς πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογικές προϋποθέσεις για να εγκριθεί η αίτηση τους. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν.9/65)ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 5, 27, 36, 44 Α - 44ΙΑΑ, 44ΚΣΤ και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 5, 6, 7, 8 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «
- H Αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη ή/και καταχρηστική.
- Η δικονομική ή/και άλλως πως συμπεριφορά του Αιτητή είναι κακόπιστη ή/και καταχρηστική ή/και τέτοιας φύσεως ή/και υφής που δεν του επιτρέπει να αξιώνει θεραπείες του Δικαίου της Επιείκειας.
- Ο Αιτητής ηθελημένα ή/και εσκεμμένα επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή/και δεν προέβη σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ή/και εσκεμμένα παρουσίασε στο Δικαστήριο μία παραπλανητική ή/και αναληθή κατάσταση πραγμάτων ή/και ειδικότερα ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο την ύπαρξη της Αγωγής Αρ. 2735/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία καταχωρήθηκε προγενέστερα της παρούσας αγωγής από την Τράπεζα εναντίον των Εναγόντων και η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, τον επίδικο στη παρούσα αγωγή Λογαριασμό Δανείου υπ' αριθμό ΧΧΧ (πρώην ΧΧΧ), Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Έγγραφο Υποθήκης.
- Οι Ενάγοντες περιλαμβανομένου του Αιτητή κωλύονται (estopped) ή/και εμποδίζονται μέσω της παρούσας αγωγής τους από το να αμφισβητούν την νομιμότητα ή/και εγκυρότητα της επίδικης Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων ή/και των Συμφωνιών και Εγγράφων Υποθήκης ή/και του ύψους του οφειλόμενου χρέους τους προς την Τράπεζα ή/και να αξιώνουν ή/και απαιτούν οποιεσδήποτε θεραπείες που σχετίζονται με την επίδικη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων λόγω ύπαρξης δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam) ή/και εκκρεμοδίκιας η οποία δημιουργείται συνεπεία της ύπαρξης της σε εκκρεμότητα Αγωγής Αρ. 2735/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία εκκρεμεί εναντίον των Εναγόντων από την Τράπεζα και η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, την ίδια με την επίδικη στη παρούσα αγωγή Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Έγγραφο Υποθήκης.
- Η παρούσα αγωγή ή/και η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστικές ή/και αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας αφού ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα ή/και όφειλε να εγείρει τους ισχυρισμούς του ή/και τις αξιώσεις του ή/και την αίτηση του για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια της προγενέστερης Αγωγής υπ' αρ. 2735/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, τα επίδικα ζητήματα της οποίας είναι παρόμοια ή/και πανομοιότυπα με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής.
- Ο Αιτητής κωλύεται (estopped) από το να εξαιτείται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού ή/και την αναστολή του δικαιώματος της Τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων καθ' ότι σύμφωνα με το Έγγραφο Υποθήκης η Τράπεζα σε περίπτωση υπερημερίας ή/και μη εξόφλησης ή/και καταβολής των προβλεπόμενων από την Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων δόσεων έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με όποιο τρόπο ήθελε επιλέξει χωρίς να ειδοποιήσει ή/και ενημερώσει τον Αιτητή.
- Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ή/και δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, και (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 καταρρίπτονται αποκλειστικά και μόνο από το γεγονός της μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων εναντίον της Τράπεζας ή/και λόγω ύπαρξης δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam) ή/και εκκρεμοδικίας η οποία δημιουργήθηκε συνεπεία της καταχώρησης προγενέστερα της παρούσας της Αγωγής υπ' αριθμό 2735/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ των ιδίων διαδίκων και η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, την ίδια με την επίδικη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων, Συμφωνίες Εγγύησης και Έγγραφα Υποθηκών, τα οποία επιχειρείται να αμφισβητηθούν από τους Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή.
- Η ένορκη δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζει την Αίτηση είναι εντελώς γενική ή/και αόριστη ή/και ουδεμία μαρτυρία και συγκεκριμένα στοιχεία ή/και γεγονότα δίδονται από τα οποία να προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής ή/και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους ή/και ότι ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
- Οι αξιώσεις του Αιτητή είναι χρηματικής φύσεως ή/και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των Εναγόντων, ούτε και έχει προσκομισθεί θετική μαρτυρία ή/και οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Τράπεζας, παράγοντας ο οποίος θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης καθότι δεν πληρείται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αντιφατική και ουδόλως παρουσιάζει οιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τίθεται από τον κ. ΧΧΧ Χωραϊτη Δικαστηριακό Λειτουργό στη Μονάδα Αναδιαρθρώσεων και Ανάκτησης Χρεών της καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένου να προβεί στην ένορκη δήλωση. Για σκοπούς οικονομίας και αποφυγής επαναλήψεων αποφεύγω σε αυτό το μέρος της απόφασης μου να αναφερθώ σε λεπτομέρειες των όσων υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών εφόσον όσα από αυτά έχουν τη σημασία τους θα αναλυθούν εκτενώς στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου στη συνέχεια. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών προτάσσει όσα ουσιαστικά προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και τα οποία τους οδήγησε στην καταχώρηση της αίτησης αυτής και ειδικότερα ότι σε καμιά περίπτωση η τράπεζα δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δεν πληρείται γιατί οποιαδήποτε τυχόν ζημιά υποστούν οι αιτητές μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, γιατί αν αυτή ήταν η πραγματική πρόθεση του Νομοθέτη, τότε δεν θα τροποποιούσε τη σχετική νομοθεσία ώστε να δίδει στους αιτητές τη δυνατότητα ακύρωσης του πλειστηριασμού πρωτίστως μέσω της έκδοσης Παρεμπίπτοντος Διατάγματος και στη συνέχεια μέσω καταχώρησης Αίτησης Έφεσης, γιατί σε περίπτωση που ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε αναπόδραστα θα ίσχυε πάντοτε ο ισχυρισμός του τραπεζικού ιδρύματος ότι μπορεί να καλύψει οποιαδήποτε τυχόν ζημιά υποστούν οι αιτητές ως συνέπεια του πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων τους. Περαιτέρω, δεδομένου του γεγονότος πως, στη βάση του Νόμου 9/1965 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, δίδεται η δυνατότητα σε Τραπεζικά Ιδρύματα να διεξάγουν διαδικασίες πλειστηριασμού των ίδιων ακινήτων τα οποία είναι ενυπόθηκα ακίνητα σε εκκρεμούσες αγωγές και ζητείται πριν την έγκριση της αγωγής η εκποίηση τους, πριν από την κρίση του Δικαστηρίου επί της δικαστικής διαδικασίας. Επίσης αποτελεί την θέση του Αιτητή ότι, σε περίπτωση μη έγκρισης της υπό κρίση αίτησης θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του για εύλογη διάγνωση των Αστικών του Δικαιωμάτων που προωθούνται μέσω της Αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπ' αριθμό 1945/2017, στη βάση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος ως επίσης και το Συνταγματικό τους δικαίωμα για απόλαυση της ακίνητης τους ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται από το Σύνταγμα. Τέλος, αυτή τη ζημιά την οποία θα υποστεί ο ενάγοντας - αιτητής 3, ήταν η εισήγηση, θα πρέπει να αποτελέσει τον πρώτο και κύριο λόγο ακύρωσης του επικείμενου πλειστηριασμού, καθότι δε γίνεται το ίδιο το δικαστήριο το οποίο καλείται να προστατεύσει τα συνταγματικά δικαιώματα κάθε διαδίκου, να επιτρέπει, την παραβίαση του ίδιου του Συντάγματος, επειδή το επιτρέπει ένας νόμος που περιέχει αντισυνταγματικές πρόνοιες όπως συμβαίνει με το υπό συζήτηση νομοθέτημα. Έχω μελετήσει με προσοχή όλες τις εισηγήσεις όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι ευπαίδευτοι συνήγοροι από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου δε κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα επανέλθω και θα προβώ σε ειδική αναφορά σε αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)ως έχει τροποποιηθεί (στη συνέχεια ο «Νόμος») θέτει το νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τη διαδικασία πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου. Παρέχεται μεταξύ άλλων, στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προχωρήσει στη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού. Οι διατάξεις της τροποποιηθείσας νομοθεσίας εφαρμόζονται αναδρομικά, ήτοι από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η κάθε περίπτωση (2η επιφύλαξη άρθρου 44Α
(3)(βλ. Αίτηση - Έφεση αρ. 206/2018 Ε.Δ. Λεμεσού Marios Nicolaou Developers κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ του κ. Α. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ.). Η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου είναι δυνατό να ανασταλεί όταν με απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθεί διάταγμα ακύρωσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 44(Γ)
(3), υπάρχει η δυνατότητα καταχώρισης Έφεσης με σκοπό την ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» εντός 30 ημερών από την παραλαβή της, εάν και εφόσον συντρέχει ένας εκ των κάτωθι λόγων ακύρωσης: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. (β) Η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί. (γ) Η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. (δ) Έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (ε) Έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. (στ) Ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Επομένως, ένας από τους λόγους ακύρωσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» είναι να έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αποτελεί δηλαδή προϋπόθεση, προτού καταχωρηθεί η Αίτηση-Έφεση, να έχει προηγηθεί ενδιάμεση αίτηση και να έχει εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο έχει καταχωρηθεί η παρούσα Αίτηση. Βέβαια, κατά την αντίληψη μου, αφής στιγμής εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα αρχομένης της διαδικασίας πλειστηριασμού με το οποίο αναστέλλεται αυτή είναι επόμενο ότι καθίσταται πλέον αχρείαστη η καταχώρηση αίτησης/ έφεσης η οποία θα επιδιώκει την ίδια θεραπεία η οποία ήδη εξασφαλίστηκε. Είναι γεγονός ότι λόγω της πρόσφατης νομοθεσίας που διέπει το ζήτημα αυτό δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία να τεθούν δεσμευτικές αρχές για διάφορα ζητήματα που ανακύπτουν. Υπάρχουν όμως πολλές καθοδηγητικές αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων, οι οποίες παρέχουν στο Δικαστήριο χρήσιμη καθοδήγηση (βλ. Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ. 1)
(2012)1 ΑΑΔ 20). Προϋποθέσεις Έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων: Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 (όπως έχει τροποποιηθεί) έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις οποίες έχουν τεθεί με σαφήνεια οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates Ltd,
(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ ν. Θεωρή,
(1989)1 ΑΑΔ 255). Στις ως άνω υποθέσεις Odysseos και Θεωρή, έχουν τεθεί οι βασικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και οι οποίες είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η 1η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ή συζητήσιμης υπόθεσης: Κρίθηκε ότι το κατά πόσον αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ο όρος «δικόγραφα» να εξισώνεται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ή η Υπεράσπιση ή/και Ανταπαίτηση του εναγομένου προηγουμένως. Το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί και που μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση, εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται, συζητήσιμης υπόθεσης ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων Resola (Cyprus) Ltd v Χάρη Χρίστου,
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Co Ltd,
(2013)1 ΑΑΔ 1235). Η 2η προϋπόθεση της ορατής πιθανότητας επιτυχίας: Στο στάδιο αυτό για να πληρωθεί η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι αρκετό για τον Αιτητή να δείξει ότι η υπόθεση του, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την δικογραφία (ήτοι κατά κανόνα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), έχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, με το βάρος απόδειξης να είναι χαμηλότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο εφαρμόζεται για την απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης του (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου,
(1996)1 ΑΑΔ σελ. 253) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (Σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All. E.R. 504 η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας». Έχει κριθεί ότι το επίπεδο και βάρος απόδειξης για την εκπλήρωση των δύο ως άνω προϋποθέσεων του άρθρου 32 δεν είναι πολύ ψηλό, όμως ανεξαρτήτως αυτού ο αιτητής θα πρέπει να δώσει κάποιου είδους στοιχεία και μαρτυρία όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του αφού όπως αναφέρθηκε στην Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 1040: «.Μια άλλη όμως παράμετρος η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη και προηγείται πιο πάνω του νομικού συλλογισμού, είναι η διαπίστωση των γεγονότων τα οποία συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Αυτό βέβαια γίνεται πάντοτε με τη σοβαρή επιφύλαξη γιατί το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, λαμβάνει υπόψη του το μαρτυρικό υλικό που τίθεται με την μορφή των ενόρκων δηλώσεων, όπως προβλέπεται με τη Δ.
- Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας, με τον πιο πάνω τρόπο, μαρτυρίας, γιατί το δικαστικό αυτό έργο θα διεξαχθεί όταν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το πιο πάνω εγχείρημα γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Βλ. (C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853..». Ειδικότερα όσον αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, σχετικά είναι όσα αναφέρονται και στο σύγγραμμα των Π. Αρτέμη & Γ. Ερωτοκρίτου, «Διατάγματα/Injunctions»
(2016)1η έκδοση στη σελ. 128-129: «.η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες. Το δικαστήριο από τα ενώπιον του στοιχεία μπορεί να σχηματίσει την άποψη ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας.». Η 3η προϋπόθεση της πιθανότητας να υποστεί ο αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα: Σύμφωνα με την νομολογία, η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, που είναι γνωστή και ως η «ανεπανόρθωτη βλάβη» υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούνται οι αιτητές ή εάν η ζημιά που θα υποστούν δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, έχοντας πάντοτε υπόψη του ότι η έννοια της πλήρους απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδη κ.α.,
(2009)1 ΑΑΔ 317). Το Δικαστήριο κατά την διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης κατά πόσον πληρείται και η 3η προϋπόθεση λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς των αιτητών, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν. Κύζη,
(2001)1 ΑΑΔ 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης που δυνατόν να λάβουν οι αιτητές να είναι μόνο ένας εξ' αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης,
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Ο παράγοντας τους ισοζυγίου της ευχέρειας/ το κατά πόσο δηλαδή είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα: Το Δικαστήριο αφού ελέγξει και καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του. Με άλλα λόγια, έστω και εάν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και υπάρχει η δυνατότητα αλλά και η ευχέρεια να μην το εκδώσει εάν θεωρεί ότι η έκδοση του δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ,
(2013)1 ΑΑΔ 222 αλλά και την πολύ πρόσφατη Πολ. Έφεση Ε7/2018 ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Απόφαση ημερ. 21.03.2019). Οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του διατάγματος, την συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση του διατάγματος αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος (βλ. Michael v Brevinos,
(1969)1 CLR 568), την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή,
(2000)1 ΑΑΔ 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.,
(2011)1Γ ΑΑΔ 1783). Κατά την εξέταση όμως του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης, ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα «. παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της.» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.,
(1999)1 ΑΑΔ 225). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για την καθ' ης η αίτηση υπενθύμισαν και την αρχή ότι η συμπεριφορά των αιτητών έχει τη σημασία της όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεως με την οποία επιζητείται κατά το δίκαιο της επιείκειας η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Επομένως η συμπεριφορά του αιτητών εδώ έναντι της καθ' ης η αίτηση τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης, είναι ένας σημαντικότατος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα. Η πιο πάνω αρχή περιγράφεται από τα αγγλικά συγγράμματα και νομολογία ως "a plaintiff in equity must have 'clean hands' and must be prepared to 'do equity" (βλ. I.C.F. Spry, LL.D, "The Principles of Equitable Remedies", (Sweet & Maxwell), 9th edn., 2014, σελ. 424 με παραπομπή και στο γνωστό ρητό ότι «he who seeks equity must do equity» (βλ. Everet v. Williams Ex. 1725, 9 LQ 197. Οι αρχές που έχουν τεθεί από την αγγλική νομολογία έχουν υιοθετηθεί και στην Κύπρο αφού όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Π. Αρτέμη & Γ. Ερωτοκρίτου «Διατάγματα/Injunctions»
(2016), 1η Έκδοση, στη σελ. 60-61: «5. H συμπεριφορά του ενάγοντα ως λόγος για τη μη χορήγηση του διατάγματος. Δύο από τα βασικότερα αξιώματα του δικαίου της επιεικείας είναι ότι 'όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια' και 'όποιος επιζητεί επιείκεια πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια'. Τα δύο αξιώματα στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία ότι ο ενάγων ο οποίος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας ή θεραπεία που εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθόλα έντιμα και δίκαια έναντι του αντιδίκου του. Με το πρώτο αξίωμα η προσοχή εστιάζεται στο παρελθόν, δηλαδή στη μέχρι σήμερον συμπεριφορά του ενάγοντα έναντι του εναγομένου, ενώ με το δεύτερο στη μελλοντική του συμπεριφορά όπως, για παράδειγμα, κατά πόσο είναι και ο ίδιος διατεθειμένος στο μέλλον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του αντιδίκου του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του ενάγοντα δεν ήταν η 'ενδεδειγμένη', το πιθανότερο είναι ότι θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και θα αρνηθεί τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. [..] Η συμπεριφορά του ενάγοντα μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν 'η ενδεδειγμένη' όταν βρεθεί ότι ενήργησε άδικα ή ασυνείδητα έναντι του αντιδίκου του, για παράδειγμα όταν έχει συμπεριφερθεί κατά τρόπο που να έχει αδίκως βελτιώσει τη θέση του έναντι του εναγομένου ή να έχει με τον ίδιο τρόπο επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του αντιδίκου του, όταν ο ίδιος με τις ενέργειες του συνέτεινε στην πρόκληση της ζημιάς, [.] και όταν ο ίδιος τον ώθησε να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για τις οποίες ο ενάγων ζητεί τη βοήθεια του δικαστηρίου. Ο ενάγων ο οποίος απεδείχθη ότι και ο ίδιος αθέτησε ή παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, θα δυσκολευθεί να πείσει το δικαστήριο να του χορηγήσει απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να εξαναγκάζεται ο εναγόμενος να εκτελέσει άλλους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Ο ενάγων επιπλέον αναμένεται ότι δεν θα είναι ο ίδιος ένοχος καθυστέρησης ή να έχει δεχθεί τροποποίηση των υποχρεώσεων του εναγομένου και ότι ο ίδιος θα έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του έναντι του εναγομένου. Ακόμη και η απόκρυψη στοιχείων, η ψευδής ένορκη κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου, η χρήση ανήθικων ή ελεεινών μεθόδων, έχουν θεωρηθεί ως παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της μη χορήγησης της θεραπείας του απαγορευτικού διατάγματος». Περαιτέρω στο σύγγραμμα του Spry ανωτέρω στη σελίδα 423 αναφέρονται τα εξής: «The discretionary considerations that are taken into account by courts with equitable jurisdiction include not only matters touching the general nature of the right to be enforced and the general effects of the grant or refusal of relief [.] but also matters that touch the propriety of the plaintiff, in view οf his prior conduct, in approaching the court for the particular relief that he seeks. These latter considerations are sometimes said to be personal to the plaintiff. So, for example, when the special intervention of the court is sought in the enforcement of contractual rights it is necessary to consider such matters as misrepresentation and non-disclosure [.] and fraud and the need for clean hands». Περαιτέρω στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England
(2014)Vol.14 στη σελ. 112 υπό τον τίτλο "EQUITABLE JURISDICTION / PRINCIPLES OF EQUITABLE JURISDICTION / HE WHO COMES INTO EQUITY MUST COME WITH CLEAN HANDS" αναφέρεται ότι: «A court of equity refuses relief to a claimant whose conduct in regard to the subject matter of the litigation has been improper. This was formerly expressed by the maxim "(h)e who has committed iniquity shall not have equity"; and relief was refused where a transaction was based on the plaintiff's fraud or misrepresentation, or where the plaintiff sought to enforce a security improperly obtained, or where he claimed a remedy for a breach of trust which he had himself procured and whereby he had obtained money. Later it was said that the plaintiff in equity must come with perfect propriety of conduct, or with clean hands». Ανεξάρτητα επομένως από το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση μετατράπηκε σε δια κλήσεως και άρα το καθήκον της πλήρους αποκάλυψης δεν ισχύει, εντούτοις και ως εκ της φύσεως των θεραπειών που αξιώνονται, η συμπεριφορά των αιτητών έναντι της καθ' ης η αίτηση έχει τον δικό της ρόλο και σημασία αφού ένας αιτητής ο οποίος είναι ένοχος παραπλανητικής και δόλιας συμπεριφοράς όχι μόνο έναντι της καθ' ης η αίτηση αλλά και έναντι του Δικαστηρίου, δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει θεραπεία που πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. Παρόμοια θέση εκφράζεται και στο Σύγγραμμα Commercial Injunctions, 5η Έκδοση, του Stephen Gee, σελ. 247, παρ. 9.009: «An applicant for inter partes relief does not have a duty to make full and frank disclosure of material facts, but is under an obligation not knowingly to mislead the court». ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΙΣ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ: Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι προς εξασφάλιση της Τράπεζας ενόψει της σύναψης συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ των εναγόντων και της Τράπεζας, εγγράφηκαν, προς όφελος της Τράπεζας η Υποθήκη υπ' αριθμό ΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού (Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Χωραΐτη). Δεν αμφισβητείται επίσης ότι λόγω του ότι οι ενάγοντες δεν εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της Τράπεζας, όπως αυτές πήγαζαν από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεών, η Τράπεζα ασκώντας τα συμβατικά της δικαιώματα τερμάτισε τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων προς εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκε η επίδικη Υποθήκη υπ' Αριθμό ΧΧΧ και καταχώρησε τις Αγωγές Αρ. 4787/2015 και 2735/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Χωραΐτη). Στις 05.01.2017 οι ενάγοντες καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην Αγωγή Αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη). Σημειώνεται το γεγονός ότι σύμφωνα με τον κ. Χωραϊτη η εν λόγω αγωγή, πέραν από τον λογαριασμού δανείου υπ' αρ. ΧΧΧ (ΧΧΧ) στον οποίο γίνεται αναφορά στην Ε/Δ των αιτητών, αφορούσε και δύο άλλες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων οι οποίες είχαν τερματισθεί από την Τράπεζα. Στη συνέχεια, ήτοι την 29.06.2017, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας εναντίον της Τράπεζας την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ακυρότητας των Ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» ημερ. 04.06.2015, 21.10.2015 και 09.06.2016 οι οποίες επιδόθηκαν στους ενάγοντες αρ. 1, 2 και 3, διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται σε οποιοδήποτε λειτουργό του Κτηματολογίου από του να προχωρήσει στη πώληση μέσω δημόσιου πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων που καλύπτονται από την επίδικη Υποθήκη υπ' αρ. ΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, διάταγμα ακυρότητας της συμφωνίας δανείου ημερ. 12.05.2005 και αναγνωριστική απόφαση ότι το αληθές χρεωστικό υπόλοιπο των εναγόντων δυνάμει της συμφωνίας δανείου είναι πολύ μικρότερο από €87.722,97σ. Την ίδια ημέρα οι ενάγοντες καταχώρησαν άλλη ενδιάμεση αίτηση για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων αναστολής ή/και ακύρωσης της διαδικασία πώλησης του ακινήτου που επιβαρύνεται με την Υποθήκη υπ' Αρ. ΥΧΧΧ μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής, αίτηση η οποία στις 17.01.2019 κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου απορρίφθηκε. Η αίτηση ημερ. 29.06.2017 βρίσκεται στον φάκελο της δικογραφίας. Ως συνέπεια της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων των εναγόντων, η Τράπεζα προώθησε τη διαδικασία ιδιωτικής εκποίησης σε σχέση με το ακίνητο που επιβαρύνεται με την επίδικη Υποθήκη υπ' Αρ. ΥΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και στις 20.11.2018, όπως αναφέρεται και στην Ε/Δ των αιτητών η Τράπεζα του επέδωσε Ειδοποίηση Τύπου «Θ». Ακολούθως, στις 22.03.2019, ως αναφέρει ο κ. Χωραϊτης στη παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης, παραδόθηκαν στους αιτητές οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ», ενημερώνοντας τους για τον προγραμματισμένο για τις 27.08.2019 πλειστηριασμό, με την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» να παραλαμβάνεται από αυτούς στις 22.03.2019 οι οποίοι αντέδρασαν στις 22.04.2019 καταχωρώντας την παρούσα ενδιάμεση αίτηση. Προχωρώ με την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/1960 εξετάζοντας ταυτόχρονα και τους λόγους ένστασης εφόσον η καθ' ης η αίτηση εισηγείται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος όπως αυτές αναλύθηκαν από την νομολογία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και ότι οι λόγοι ένστασης που έχει προωθήσει η Τράπεζα ευσταθούν. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις δηλαδή κατά πόσο συντρέχει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας θα εξεταστούν μαζί λόγω της σύνδεσης τους. Με γνώμονα ότι το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει σε εξέταση της ουσίας της αγωγής σε αυτό το στάδιο δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση την οποία καταχώρησαν οι εδώ ενάγοντες στην Αγωγή αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία ήταν εναγόμενοι (Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη), προέβησαν σε ουσιώδεις παραδοχές αναφορικά με την ύπαρξη του οφειλόμενου προς την Τράπεζα χρέους των. Επί πλέον στη συνοδευτική της αίτησης ημερ. 29.06.2017 για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων ένορκη δήλωση του, ο ενόρκως δηλών που τυγχάνει να είναι ο ίδιος και στην παρούσα αίτηση, παραδέχεται ότι μαζί με τους υπόλοιπους ενάγοντες σε διάφορα χρονικά διαστήματα προέβησαν σε προσπάθειες συζήτησης με την Τράπεζα για σκοπούς αναδιάρθρωσης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα στους ενάγοντες αρ. 1 (παράγραφοι αρ. 9 και 10 της ένορκης δήλωσης του αιτητή και του εναγόντος αρ. 2 στην αίτηση ημερ. 29.06.2017) και προβάλλει υπό μορφή παραπόνου ότι αντί η Τράπεζα να συζητήσει μαζί τους για εξεύρεση τρόπου εξώδικης επίλυσης της υπόθεσης που αυτή ήταν η πρόθεση τους, εντούτοις η Τράπεζα απέστειλε Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και καταχώρησε την Αγωγή αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον τους (παράγραφοι αρ. 9, 10 και 12 της ένορκης δήλωσης του αιτητή και του ενάγοντος αρ. 2 στην αίτηση ημερ. 29.06.2017). Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση την οποία καταχώρησαν οι ενάγοντες στην Αγωγή αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη), οι ενάγοντες προβαίνουν σε σωρεία παραδοχών αναφορικά με την ύπαρξη του επίδικου χρέους των προς την Τράπεζα και ειδικότερα, κάνουν και πάλι αναφορά σε προσπάθειες που έκαναν κατά καιρούς, τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων από την Τράπεζα, προς το σκοπό διευθέτησης, μέσω εξόφλησης, των «αληθώς» όπως αναφέρουν, οφειλομένων υπολοίπων τους προς την Τράπεζα (παρ. 11 του Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη). Αναφέρεται επίσης ότι, η ενάγουσα αρ. 1, πρωτοφειλέτης, όχι μόνο αναγνώρισε το «αληθώς οφειλόμενο χρέος τους» όπως δηλώνεται, προς την Τράπεζα, αλλά επιπλέον προσπάθησαν να το εξοφλήσουν συναντώντας δήθεν αρνητική στάση από την Τράπεζα (παρ. 12 του Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη). Προκύπτει επομένως ξεκάθαρα από την ένορκη δήλωση των αιτητών στην αίτηση ημερ. 29.06.2017 των εναγόντων για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων στην παρούσα αγωγή, αλλά και από το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγόντων στην Αγωγή αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού, το επίδικο ζήτημα και ουσιαστικά ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι δεν εισακούσθηκε η ειλικρινής τους πρόθεση να αναδιαρθρωθεί το χρέος τους και να αρχίσουν να το αποπληρώνουν, δεν είναι το κατά πόσον οφείλουν οποιοδήποτε ποσό προς την Τράπεζα - το οποίο παραδέχονται ότι οφείλουν -, αλλά το ύψος αυτού με τους ίδιους να ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους στην εν λόγω αγωγή ότι το «αληθές» οφειλόμενο ποσό δεν είναι αυτό που απαιτεί η Τράπεζα αλλά μειωμένο και αφού αφαιρεθούν οι δήθεν παράνομοι ανατοκισμοί, επιβαρύνσεις και τόκοι υπερημερίας (παρ. 10 του Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη) χωρίς ωστόσο σε καμιά περίπτωση να εγείρουν ισχυρισμούς ότι οι οφειλές προς την Τράπεζα έχουν εξοφληθεί πλήρως. Οι ενάγοντες αναγνωρίζουν την οφειλή τους και παραδέχονται ότι οφείλουν κάποιο ποσό στη Τράπεζα (ανεξαρτήτως εάν το ύψος αυτού αμφισβητείται) και επομένως έχουν καταστεί υπερήμεροι με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της Τράπεζας να ξεκινήσει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και να προχωρήσει στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων προς εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους. Στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων και ρητών παραδοχών των εναγόντων στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την οποία καταχώρησαν οι ενάγοντες στην Αγωγή αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη) έχουν κατά την κρίση μου με τις ενέργειες τους αυτές και τη συμπεριφορά τους απεμπολήσει και απωλέσει το δικαίωμα τους να ενίστανται στην διαδικασία εκποίησης και πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων λόγω παραστάσεων, αλλά και καταχωρήσεων/ δηλώσεων σε έγγραφα, όπως επίσης και κωλύονται από το να αξιώνουν την ακύρωση των επίδικων συμφωνιών (βλ. Βογαζιανός ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2011)1(Α) AAΔ 253). Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όταν μία δήλωση γίνεται γραπτώς ο δηλών κωλύεται από το να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του εγγράφου, ούτε και να ισχυριστεί ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτό δεν είναι ορθά ούτε βεβαίως να προσκομίσει μαρτυρία για την αντίκρουση τους αφού σύμφωνα με την ΧατζηΣτυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ,
(2012)1 ΑΑΔ 989 : «.Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος». Από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι αιτητές ουδεμία θετική μαρτυρία παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσε αντικειμενικά ιδωμένη να υποστηρίξει τις αξιώσεις τους στην παρούσα αγωγή. Οι αιτητές στην υπό εξέταση αίτηση όφειλαν να παρουσιάσουν και να προσκομίσουν κάποιου είδους μαρτυρία και έγγραφα για να αποδείξουν ότι οι ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής, αλλά και ότι η αξίωση τους έχει κάτι παραπάνω από απλή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1 Γ ΑΑΔ 1980). Διαπιστώνω όμως αποτυχία εκ μέρους τους να το κάνουν αν και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους τους και όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία η οποία να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα που στηρίζουν την απαίτηση των εναγόντων ούτως ώστε το Δικαστήριο στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας να μπορέσει να αποφασίσει κατά πόσον ικανοποιούνται η 1η και η 2η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. Αρτέμης & Ερωτοκρίτου σελ.128-129 ανωτέρω). Όμως, στη βάση της μαρτυρίας που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι αιτητές, κρίνω ότι δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για την καθ' ης η αίτηση αναδεικνύουν ακόμα ένα ζήτημα σημαντικό για την έκβαση της αίτησης. Πρόκειται για το γεγονός της καταχώρησης προγενέστερα από την παρούσα αγωγή της Αγωγής υπ' αρ. 2735/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία σύμφωνα με την Ε/Δ Χωραΐτη εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου μεταξύ των ίδιων με την παρούσα αγωγή διαδίκων με ενάγοντες εκεί την Τράπεζα και εναγόμενους τους ενάγοντες στη παρούσα αγωγή, και η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, την ίδια με την επίδικη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων, Συμφωνίες Εγγύησης και Έγγραφα Υποθηκών, τα οποία επιχειρείται να αμφισβητηθούν από τους ενάγοντες στη παρούσα αγωγή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Χωραΐτη, στις 23.09.2016 η Τράπεζα καταχώρησε εναντίον των εναγόντων την Αγωγή αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού αξιώνοντας συνολικό ποσό €145.283,41 πλέον τόκους κατόπιν τερματισμού των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων με αρ. ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ. Στα πλαίσια της ίδιας αγωγής οι ενάγοντες (στη παρούσα αγωγή) στις 05.01.2017 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη) αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος με το οποίο ο τερματισμός της λειτουργείας των πιο πάνω λογαριασμών να κηρύσσεται παράνομος και στερημένος οποιασδήποτε συνέπειας περιλαμβανομένης και της εκποίησης της επίδικης Υποθήκης υπ' αρ. ΥΧΧΧ. Όπως όμως προκύπτει από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησαν οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή στις 29.06.2017 όλες οι αξιώσεις τους υπό στοιχεία Α-Ε σχετίζονται με την συμφωνία δανείου με αρ. ΧΧΧ της οποίας αξιώνουν ακυρότητα, της ίδιας δηλαδή συμφωνίας με την μία από τις επίδικες συμφωνίες δανείου στην ως άνω Αγωγή υπ' αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού. Είναι επομένως η θέση της καθ' ης η αίτηση στη βάση των πιο πάνω με την οποία και συμφωνώ, ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται ζήτημα δεδικασμένου (res judicata) ή/και κωλύματος λόγω επίδικου θέματος (issue estoppel) ή/και κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) το οποίο έχει δημιουργηθεί συνεπεία της καταχώρησης προγενέστερα από την παρούσα αγωγή της Αγωγής υπ' αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού και στα πλαίσια της οποίας οι ενάγοντες όφειλαν να προωθήσουν τις αξιώσεις τους τις οποίες εγείρουν με την παρούσα αγωγή τους, μέσω της Ανταπαίτησης τους, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να κωλύονται ή/και εμποδίζονται (estopped) από το να συνεχίζουν να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον της Τράπεζας. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία δημιουργείται δεδικασμένο, όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στη πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που θα μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού κειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν (βλ. Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1995)1 A.A.Δ. 670). Επομένως τα ως άνω προσθέτουν στην κρίση μου ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής είναι περιορισμένες. Συμπερασματικά ως προς την εξέταση των προϋποθέσεων αυτών και λαμβάνοντας υπόψη: (α) τις ρητές παραδοχές των εναγόντων ότι οφείλουν κάποια ποσά στην Τράπεζα για τα οποία προέβησαν σε προσπάθειες εξεύρεσης λύσης για αναδιάρθρωση των δανείων τους, (β) της πλήρους ανυπαρξίας οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία να υποστηρίζει τις αξιώσεις τους στην αγωγή τους, και (γ) του γεγονότος ότι οι ενάγοντες κωλύονται από του να προωθούν την παρούσα αγωγή λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου και εκκρεμοδικίας που δημιουργείται συνεπεία της ύπαρξης της Αγωγής υπ' αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού, καταλήγω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δεν πληρούνται. Αν και η πιο πάνω κατάληξη μου ως προς την πλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων είναι καταλυτική ως προς την τύχη της αίτησης και κάθε συζήτηση θα έπρεπε να τερματιζόταν εδώ, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω στην εξέταση και της 3ης προϋπόθεσης. Ισχυρισμός περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στους αιτητές εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα: Πέραν του γενικού ισχυρισμού που προβάλλουν οι αιτητές στην ένορκη δήλωση τους ότι η Τράπεζα κωλύεται να προωθεί την διαδικασία πλειστηριασμού εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής «αμφισβήτησης χρέους» και ότι με την πώληση μέσω πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής θα προκληθεί παραβίαση του συνταγματικού τους δικαιώματος για απόλαυση της ακίνητης του ιδιοκτησίας και θα επηρεαστεί το status quo των ακινήτων, κανένας άλλος συγκεκριμένος και βάσιμος λόγος προβάλλεται από τους αιτητές περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στα δικαιώματα του. Προκύπτει αβίαστα και είναι παραδεκτό και μη αμφισβητούμενο ότι οι ενάγοντες οφείλουν κάποια ποσά προς την Τράπεζα τα οποία αρνούνται να εξοφλήσουν και άρα το επίδικο ζήτημα δεν είναι το κατά πόσον υπάρχει οφειλόμενο ποσό αλλά το ύψος αυτού και, ως εκ τούτου, έστω και εάν επιτύχουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους (που με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω οι πιθανότητες επιτυχίας είναι περιορισμένες) και πάλι θα οφείλουν κάποιο ποσό στη Τράπεζα το οποίο αφενός μεν εξασφαλίζεται με την επίδικη υποθήκη και αφετέρου το οποίο θα πρέπει οι ενάγοντες να καταβάλουν και εξοφλήσουν. Επομένως, όσον αφορά την θέση ότι η Τράπεζα κωλύεται να προωθεί τη διαδικασία πλειστηριασμού εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής «αμφισβήτησης χρέους», ενόψει των ρητών παραδοχών των εναγόντων που αναφέρονται πιο πάνω, το επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής αλλά και της Αγωγής αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού που καταχώρησε η Τράπεζα, δεν είναι το κατά πόσον οι επίδικες συμφωνίες δανειακών διευκολύνσεων είναι νόμιμες ή όχι ή το κατά πόσον οι ενάγοντες οφείλουν ή δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Τράπεζα, παρά μόνο αυτό που θα πρέπει να αποφασισθεί και να καθορισθεί είναι το ποσό που οι ενάγοντες οφείλουν προς την Τράπεζα, ενώ σημειώνω το αυτονόητο ότι η διαδικασία και ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού είναι παντελώς ανεξάρτητη διαδικασία η οποία δεν επηρεάζει τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, η οποία θα εκδικασθεί στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων και δεν αποτελεί βεβαίως διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Όσον αφορά την θέση των αιτητών στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση τους ότι με την πώληση μέσω πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής θα προκληθεί παραβίαση του συνταγματικού τους δικαιώματος για απόλαυση της ακίνητης του ιδιοκτησίας και θα επηρεαστεί το status quo των ακινήτων, σημειώνω ότι με βάση τον Όρο 4 του Εγγράφου Υποθήκης (Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Χωραΐτη) - τα οποία οι αιτητές απέκρυψαν και δεν προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα αίτηση τους -, ο κίνδυνος απώλειας της ακίνητης περιουσίας τους υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης μεταξύ της Τράπεζας και των αιτητών και δεν είναι ένα καινούριο δημιούργημα του Νόμου 87(Ι)/2018, αφού με την νέα νομοθεσία δεν δόθηκαν νέα δικαιώματα στους ενυπόθηκους οφειλέτες, ήτοι ο νέος Νόμος δεν δημιούργησε ένα νέο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να πωλεί την ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία το οποίο δεν είχε προηγουμένως είτε δυνάμει των εγγράφων υποθήκης είτε δυνάμει του άρθρου 37 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Νόμου (Ν. 9/1965), παρά μόνο δημιούργησε ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος που είχε η Τράπεζα να πωλεί την ακίνητη ιδιοκτησία που ο ενυπόθηκος οφειλέτης είχε υποθηκεύσει προς όφελος τους προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν λάβει. Στη βάση των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανεπανόρθωτη βλάβη όταν το δικαίωμα της Τράπεζας να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα των αιτητών υπήρχε πάντοτε και τους δόθηκε από τους ίδιους τους αιτητές οι οποίοι είναι υπερήμεροι, με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της Τράπεζας να προχωρήσει στη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων τους. Περαιτέρω, όπως άλλωστε αναφέρεται στην Ε/Δ Χωραΐτη, οι όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι αιτητές εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι χρηματικής και μόνο φύσεως και μπορούν πολύ εύκολα να εκτιμηθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα (είτε μέσω εκτιμήσεων των ακινήτων που θα πουληθούν, είτε της τιμής πώλησης) και άρα είναι ανακτήσιμες μέσω επιδικασθέντων αποζημιώσεων, αποζημιώσεις τις οποίες, σύμφωνα και πάλι με τον κύριο Χωραΐτη, η Τράπεζα ως ένα εύρωστο οικονομικά και υγιές οικονομικό πιστωτικό ίδρυμα είναι σε θέση να καλύψει πλήρως. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη είναι αποτιμητέα αλλά και ανακτήσιμη σε χρήματα η οικονομική επιφάνεια του καθ' ου η αίτηση και η οικονομική δυνατότητα καταβολής των όποιων αποζημιώσεων τυχόν επιδικασθούν υπέρ των αιτητών είναι ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε ότι λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. Markettrends (Capital Market) Ltd ν. Γεωργίου,
(2002)1 ΑΑΔ 1756). Είναι περαιτέρω η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι εάν και εφόσον διενεργηθεί με επιτυχία ο επίδικος πλειστηριασμός και τα ενυπόθηκα ακίνητα πωληθούν, μόνο όφελος μπορεί να προκύψει για τους αιτητές, αφού το ποσό της πώλησης των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων θα καταβληθεί προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους των εναγόντων και το παραδεκτά οφειλόμενο προς την Τράπεζα ποσό είτε θα εξοφληθεί, είτε θα μειωθεί ενώ εάν στο τέλος της ημέρας ήθελε αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες όφειλαν μικρότερα ποσά από την τιμή πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων όπου και πάλι το ζήτημα είναι καθαρά λογιστικό και χρηματικής φύσεως αυτά θα τους επιστραφούν. Επομένως, συνοψίζοντας τα ως άνω σε σχέση με την εκπλήρωση της 3ης προϋπόθεσης καταλήγω ότι ως εκ του γεγονότος ότι: (α) όχι μόνο ζημιά αλλά όφελος θα έχουν οι αιτητές εάν και εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία του πλειστηριασμού και (β) έστω και εάν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι ενδεχομένως οι αιτητές να υποστούν ζημιές από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού, η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι επαρκής θεραπεία των όποιων ζημιών τυχόν ήθελαν αποδειχθεί ότι θα υποστούν οι αιτητές από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού αυτές είναι εύκολα υπολογίσιμες αλλά και ανακτήσιμες σε χρήμα, κρίνω ότι δεν πληρείται ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Για σκοπούς πληρότητας προχωρώ και στο επόμενο ζήτημα του κατά πόσον δηλαδή είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Υπενθυμίζεται και πάλι, ότι η εξακρίβωση του κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί ή να παραμείνει σε ισχύ ένα προσωρινό διάταγμα, είναι ένα λεπτό και δύσκολο έργο αφού όπως αναφέρθηκε στην Λοϊζίδου (ανωτέρω): «.Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.». Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Ένας άλλος επιπρόσθετος παράγοντας ο οποίος θεωρώ ότι είναι καθοριστικός για να αποφασισθεί το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι και η συμπεριφορά των αιτητών έναντι της Τράπεζας, αλλά και έναντι του Δικαστηρίου, η οποία θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρα κακόπιστη και παραπλανητική σε τέτοιο βαθμό που δεν της επιτρέπει να αξιώνει θεραπείες του Δικαίου της επιείκειας. Εξηγούμαι, Σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ενώ γνώριζαν οι αιτητές ότι εναντίον τους εκκρεμεί η Αγωγή υπ' αριθμό 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού, με ενάγοντες εκεί την Τράπεζα και εναγόμενους τον ίδιο και τους ενάγοντες αρ. 1 και 2 στη παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε προγενέστερα της παρούσας αγωγής και η οποία αφορά, μεταξύ άλλων λογαριασμών, και τον λογαριασμό δανείου των εναγόντων υπ' αριθμό ΧΧΧ (πρώην ΧΧΧ) ο οποίος εξασφαλίζεται από την επίδικη Υποθήκη υπ' αριθμό ΥΧΧΧ, εντούτοις οι αιτητές προχώρησαν στη καταχώρηση της παρούσας αίτησης χωρίς, προφανώς εσκεμμένα, να κάνουν οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη της εν λόγω αγωγής και στην καταχώρηση ανταπαίτησης με την οποία ουσιαστικά αμφισβητείται η νομιμότητα της ίδιας με μία από τις επίδικες στην παρούσα αγωγή συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων, καθώς και της επίδικης Υποθήκης υπ' αριθμό ΥΧΧΧ, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται σοβαρό ζήτημα εκκρεμοδικίας και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους των εναγόντων οι οποίοι ουσιαστικά αυτή την στιγμή προωθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο σχεδόν πανομοιότυπες απαιτήσεις εναντίον της Τράπεζας οι οποίες αφορούν την ίδια συμφωνία δανείου. Απέκρυψαν και δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στο Έγγραφο Υποθήκης (Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Χωραΐτη) και τον Όρο 4 αυτού και στο δικαίωμα της Τράπεζας να πωλήσει απευθείας τα ενυπόθηκα ακίνητα κατά την απόλυτη κρίση της, δικαίωμα το οποίο ενεργοποιήθηκε με την υπερημερία του δανείου και την μη εξόφληση του οφειλομένου ποσού που η επίδικη υποθήκη εξασφαλίζει. Οι αιτητές παραδέχονται ενόρκως και ρητώς ότι δεν συμμορφώνονταν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της Τράπεζας και δεν κατέβαλλαν τις προβλεπόμενες από τις επίδικες συμφωνίες δόσεις και ότι πρόθεση και επιθυμία τους είναι η αναδιάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων υποχρεώσεων τους. Ουσιαστικά επιδιώκουν με την παρούσα αίτηση να αποστερήσουν και να εξουδετερώσουν ένα δικαίωμα της Τράπεζας που η ίδιοι έδωσαν σε αυτήν επικαλούμενοι διάφορες αφορμές και αιτίες, παραβλέποντας και αγνοώντας το ότι οι ίδιοι γνώριζαν για τον κίνδυνο απώλειας των ακινήτων τους και τον αποδέχθηκαν αδιαμαρτύρητα. Επαναλαμβάνοντας και πάλι ότι σύμφωνα με την νομολογία αλλά και τις αυθεντίες που έχω παραθέσει πιο πάνω, για να δικαιούνται οι αιτητές στις αιτούμενες θεραπείες του δικαίου της επιείκειας θα έπρεπε η συμπεριφορά τους να ήταν άμεμπτη και αψεγάδιαστη και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο να συμπεριφέρονταν καλόπιστα, ηθικά και να απείχαν από οποιεσδήποτε πράξεις και ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ενέχουν έστω οποιοδήποτε στοιχείο κακοπιστίας και έλλειψης ηθικής και ασφαλώς όφειλαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο την αληθινή εικόνα πραγμάτων παρουσιάζοντας όλα τα σχετικά και ουσιώδη γεγονότα στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι ελλείπουν τα πιο πάνω στοιχεία. Επομένως ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των αιτητών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας καταλήγω ότι: (α) Οι αιτητές μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασαν δεν απέδειξαν ούτε στον ελάχιστο βαθμό που απαιτείται σε αυτού του είδους τις διαδικασίες ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους, (β) με παραδοχές στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους ημερ. 29.06.2017 για έκδοση εκεί προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων (η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου), αλλά και στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγόντων στην Αγωγή αρ. 2735/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Χωραΐτη), ανατρέπεται ξεκάθαρα το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η υπόθεση των εναγόντων και το μόνο επίδικο ζήτημα που παραμένει να εκδικασθεί μεταξύ των διαδίκων στις εκατέρωθεν αγωγές που καταχωρήθηκαν είναι το ύψος του οφειλόμενου προς την Τράπεζα ποσού με βάση τις επίδικες συμφωνίες δανειακών διευκολύνσεων, (γ) καμία ζημιά πόσο μάλλον ανεπανόρθωτη δεν θα υποστούν οι αιτητές με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αντίθετα μόνο όφελος μπορεί να έχουν με την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού, (δ) ούτε και κάποιο από τα Συνταγματικά Δικαιώματα των αιτητών βρίσκω ότι παραβιάζεται με την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, τουναντίον η έκδοση του θα λειτουργούσε σε βάρος τέτοιων δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση, (ε) λόγω της συμπεριφοράς τους δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες του δικαίου της επιείκειας ενώ είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως τα αιτούμενα διατάγματα μη εκδοθούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εναγομένης/ καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/ αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για για αναστολή προγραμματισμένου πλειστηριασμού βάσει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο