← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. ΒΕΞΑΜ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αγωγή Αρ. 1571/2018, 5/7/2019

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. ΒΕΞΑΜ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αγωγή Αρ. 1571/2018, 5/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A387 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1571/2018 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Ενάγουσας -και-

  1. ΒΕΞΑΜ ΛΙΜΙΤΕΔ, Α.Ε., από τη Λεμεσό
  2. Dezasa Estates Ltd., από τη Λεμεσό
  3. ΧΧΧΧ Νικολάου, από τη Λεμεσό
  4. X.N. Interlink Holdings Ltd, Α.Ε., από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερ. 21.3.2019 Ημερ.: 5.7.2019 Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Κλεοβούλου Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Χατζηχαραλάμπους για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο την 12.7.2018 και επιδόθηκε σε όλους τους Εναγόμενους την 23.7.
  5. Ουδείς καταχώρισε εμφάνιση. Την 12.12.2018 εκδόθηκε Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας Τράπεζας και εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €2.317.199,73 χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού δανείου με τόκο προς 6% επί του ποσού των €2.251.471,95 από 22.6.2018 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους πλέον δικηγορικά έξοδα. Περαιτέρω διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/2011 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που αφορούσε ακίνητο της Εναγόμενης 1 Εταιρείας στον Άγιο Αθανάσιο στη Λεμεσό, που η Εναγόμενη 1 είχε δηλώσει προς εξασφάλιση του δανείου που έλαβε από την Τράπεζα. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι εξαιτούνται τον παραμερισμό της ερήμην τους εκδοθείσας Απόφασης και διάταγμα που να επιτρέπει τη συνέχιση της διαδικασίας από το στάδιο πριν την έκδοση της Απόφασης. Η περαιτέρω αξιούμενη θεραπεία της αναστολής της εκτέλεσης της εκδοθείσας Απόφασης μέχρι την εκδίκαση της πρώτης εξαιτούμενης θεραπείας θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 3 διευθυντή των Εναγομένων 1, 3 και 4 Εταιρειών. Η Ενάγουσα καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 11 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 17.5.2019 της ΧΧΧΧ Μωυσή υπαλλήλου της, στο Τμήμα Μονάδας Διαχείρισης Επιχειρήσεων Λεμεσού - Πάφου. Η Δ.17, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας εδράζεται η Αίτηση προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς της διαταγής αυτής, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Αναφέρεται στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπη Στρητς Ντίσκο Λτδ,

(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, 31 αναφέρεται ότι: «. Το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτη όψεως καλής υπεράσπισης». Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού όπως η παρούσα να αποφανθεί επί των γεγονότων που ο εναγόμενος επικαλείται ως βάση για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Το ζήτημα εξετάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών στη βάση των όσων ο ίδιος παρουσιάζει ως τα αληθή γεγονότα (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 528, 533). Είναι συνεπώς αρκετό για σκοπούς της παρούσας Αίτησης εάν από τα όσα ο Εναγόμενος 3 προβάλλει εγείρεται υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Το ζήτημα της δικαιολόγησης της παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως, όπως και το ζήτημα της δικαιολόγησης της όποιας παράλειψης για έγκαιρη καταχώριση αίτησης για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης δεν κρίνονται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο εναγόμενος έχει το βάρος να πείσει το Δικαστήριο για τα γεγονότα που δικαιολογούν τις παραλείψεις του (βλ. Λευκίδου, σελ. 532). Όταν υπάρχει αμφισβήτηση των γεγονότων αυτών, η δικονομική διέξοδος του εναγόμενου είναι μέσω της αντεξέτασης του προσώπου ή των προσώπων που ορκίστηκαν τις ενόρκους δηλώσεις προς υποστήριξη της ένστασης. Αναφορικά με το λόγο για τον οποίο οι Εναγόμενοι δεν καταχώρισαν εμφάνιση στην αγωγή, ο Εναγόμενος 3 επικαλείται ότι καιρό πριν την καταχώριση της αγωγής βρισκόταν σε διαβουλεύσεις με την Τράπεζα για διακανονισμό της οφειλής. Παρουσίασε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 13.6.2017 που του αποστάληκε από κάποια ΧΧΧΧ Wilson, βοηθό διευθύντρια στην Τράπεζα. Η πρόταση της Τράπεζας ήταν να κατατεθεί το ποσό των €1.800.000 για το επίδικο χρέος με το υπόλοιπο να διαγράφεται. Με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 8.1.2018 επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω πρόταση. Αναγνωρίζεται από τον Εναγόμενο 3 ότι υπήρξε καθυστέρηση γιατί κωλυσιεργούσε ο ενδιαφερόμενος για την αγορά της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, θεώρησε όμως ακατανόητη την επιλογή της Τράπεζας να τερματίσει τον επίδικο λογαριασμό την 28.6.2018 και να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή την 12.7.
  1. Όταν η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους είχε συνάντηση με τους λειτουργούς της Τράπεζας ΧΧΧΧ Νεάρχου και ΧΧΧΧ Μωυσή. Τον διαβεβαίωσαν ότι ενόψει του προχωρημένου σταδίου των διαπραγματεύσεων και ότι βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από τον τελικό διακανονισμό, είτε με την πώληση της Εναγόμενης 1 σε τρίτο, είτε με την εξαγορά των μετοχών της από άλλη δική του εταιρεία, η αγωγή θα αποσυρόταν και θα συνεχίζονταν οι προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση του χρέους. Ο Εναγόμενος 3 διευθέτησε την πώληση της Εναγόμενης 1 στην τιμή των €1.800.000 και κοινοποίησε το γεγονός στην Τράπεζα. Η Τράπεζα με ηλεκτρονικό μήνυμα του Νεάρχου ημερ. 20.9.2018 επιβεβαίωσε την προθυμία της να αποδεχτεί το ποσό των €1.800.000 πληρωτέο το αργότερο την 31.10.2018 προς διευθέτηση. Ο διακανονισμός δεν υλοποιήθηκε λόγω υπαναχώρησης του τρίτου αγοραστή και η Εναγόμενη 4 Εταιρεία, ενεργώντας μέσω του Εναγόμενου 3, με επιστολή της ημερ. 31.12.2018 υπέβαλε αίτηση για δάνειο €1.500.000 για να εξαγοράσει αυτή την Εναγόμενη
  2. Τον Φεβρουάριο του 2019 η Εναγόμενη 4 συνήψε μικρότερο δάνειο από την Τράπεζα το οποίο θα εξασφάλιζε με υποθήκη. Κατά την παρουσία του Εναγόμενου 3 και λειτουργών της Τράπεζας στο Κτηματολόγιο για τη δήλωση της υποθήκης, διαπιστώθηκε προς έκπληξη τόσο του ιδίου όσο και των λειτουργών της Τράπεζας, ότι η περιουσία που θα υποθηκευόταν ήταν επιβαρυμένη με την επίδικη Απόφαση. Είναι η θέση του Εναγόμενου 3 ότι άλλοι λειτουργοί της Τράπεζας προώθησαν τη διαδικασία έκδοσης της Απόφασης εξυπηρετώντας τα συμφέροντα κάποιου ταμείου με το όνομα «Apollon Fund» προς το οποίο η Τράπεζα είχε εκχωρήσει το επίδικο δάνειο. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι παρασύρθηκαν από τους προαναφερόμενους λειτουργούς της Τράπεζας Νεάρχου και Μωυσή ότι η αγωγή θα αποσυρόταν και το χρέος θα διευθετείτο στο ποσό του €1.800.
  3. Γι' αυτό και δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Αναγνωρίζει ο Εναγόμενος 3 ότι για τη διευθέτηση του χρέους το ποσό του €1.800.000 θα έπρεπε να καταβληθεί προς την Τράπεζα και όχι απλά να γίνει αποδεκτό. Η Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασης γίνεται από την Μωυσή που είναι το ένα από τα δύο πρόσωπα που ο Εναγόμενος 3 επικαλείται ότι τον διαβεβαίωσαν ότι η αγωγή θα αποσυρόταν. Εφόσον ο Εναγόμενος 3 αναφέρεται σε μια συνάντηση με τα δύο πρόσωπα, το γεγονός ότι δεν παρουσιάζεται η εκδοχή του δευτέρου προσώπου δεν αφήνει κενό στην υπόθεση της Τράπεζας εφόσον η Μωυσή που ήταν παρούσα έχει προσωπική γνώση του τι διαμείφθηκε. Είναι η θέση της Μωυσή ότι αυτό που ειπώθηκε στον Εναγόμενο 3 ήταν ότι η αγωγή θα αποσυρόταν μόνο σε περίπτωση έγκαιρης διευθέτησης του χρέους με την καταβολή μέχρι 31.10.2018 του ποσού των €1.800.000 που ήταν το ποσό που η Τράπεζα αποδεχόταν προς πλήρη διευθέτηση. Όμως, αναφέρει η Μωυσή, οι Εναγόμενοι ουδέποτε υπόγραψαν την επιστολή για να αποδεχτούν την πρόταση και ουδέποτε κατέβαλαν το ποσό των €1.800.
  4. Εφόσον η Μωυσή αρνήθηκε τη θέση του Εναγόμενου 3 για το λόγο που οι Εναγόμενοι δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης, οι Εναγόμενοι που ενδεχομένως επέμεναν στη θέση τους ότι ο Νεάρχου και η Μωυσή διαβεβαίωσαν τον Εναγόμενο 3 ότι η αγωγή θα αποσυρόταν, όφειλαν να ζητήσουν την αντεξέταση της Μωυσή για να τη διαψεύσουν. Εφόσον δεν το έπραξαν η επιμέρους εκδοχή του Εναγόμενου 3 δεν έχει τεκμηριωθεί και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για να δικαιολογήσει την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Όμως, τα γεγονότα, ακόμα και όπως εκτίθενται από την Μωυσή, δεν καταδεικνύουν ότι η παράλειψη των Εναγομένων να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης συνιστά περιφρόνηση των διαδικασιών, αλλά ενδεχομένως οφείλεται σε λανθασμένη αντίληψη του Εναγόμενου 3 που εξέλαβε ότι εφόσον οι συζητήσεις συνεχίζονταν η Ενάγουσα δεν θα προχωρούσε στην έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Ακόμα και αν πρόθεση των Εναγομένων ήταν να προκαλέσουν καθυστέρηση ώστε να εξεύρουν αγοραστή για την Εναγόμενη 1 Εταιρεία ή να επιτύχουν ευνοϊκότερο γι' αυτούς συμβιβασμό, οι σκοποί τους θα εξυπηρετούνταν καλύτερα με την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Είναι πρόδηλο ότι γνήσια, έστω λανθασμένα ή και αδικαιολόγητα, πίστευαν ότι η Ενάγουσα δεν θα προχωρούσε χωρίς άλλο να αιτηθεί την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον τους. Ούτε υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Καταχωρίστηκε 3 περίπου μήνες μετά την έκδοση της Απόφασης και ένα περίπου μήνα μετά που οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν το γεγονός. Καθ' όσον αφορά την αξίωση της Τράπεζας η υπεράσπιση των Εναγομένων επί της ουσίας είναι ότι η Ενάγουσα επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό με επαχθές επιτόκιο και καταχρηστικές χρεώσεις και ότι το πραγματικό υπόλοιπο έπρεπε να ήταν μικρότερο από το ποσό της Απόφασης. Επικαλούνται και την πρόταση της Ενάγουσας ως επιβεβαίωση ότι το πραγματικό χρέος ήταν πολύ μικρότερο. Είναι η θέση της Ενάγουσας, όπως προβάλλεται από την Μωυσή, ότι η πρόταση αφορούσε στην καταβολή του ποσού των €1.800.000 για πλήρη διευθέτηση χωρίς να αποδέχεται ότι το πραγματικό υπόλοιπο το οποίο νομιμοποιείτο να αξιώνει ήταν άλλο από το αξιούμενο. Στην Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κ. Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, 1106 αναφέρεται ότι: «Αναφορικά με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο απλός ισχυρισμός του εφεσείοντος ότι εξόφλησε του εφεσίβλητους. είναι γενικός και αόριστος, αφού δεν παρουσιάζει στοιχεία αναφορικά με το ποιος πως και πότε εξοφλήθηκε το χρέος. Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο ο εφεσείων θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, πράγμα που απέτυχε να πράξει. . η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου μας βρίσκει σύμφωνους. Ο εφεσείων είχε το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία εκείνα που θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του. Η αοριστία όμως του ισχυρισμού ότι απλά εξόφλησε το χρέος του, αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπισης.» Στην Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793 αναφέρεται πως η αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Υιοθετείται (σελ. 799) απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση όπου αναφέρεται: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Στην Δωρίτης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 314, 318, αναφέρεται ότι: «Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Orams κ.α. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402, απαιτείται από τον εναγόμενο αιτητή να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Να δώσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχει ως πρωταρχικό, όπως χαρακτηρίστηκε παράγοντα, την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. .... Το πρωτόδικο δικαστήριο, περαιτέρω, ασχολήθηκε και με την προτεινόμενη «υπεράσπιση και ανταπαίτηση», δικόγραφο το οποίο τελικώς δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, για να καταλήξει ότι δεν στοιχειοθετείται, και ορθώς κατά την άποψη μας, θέμα υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής, η οποία εδραζόταν σε συμφωνία δανείου. Σε συνάρτηση με τον προβληθέντα ισχυρισμό για χρέωση υπερβολικού ποσού τόκου, το δικαστήριο θεώρησε, και ορθώς, ότι δεν είχε από πλευράς εφεσείοντα προσκομισθεί οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να δικαιολογεί αυτή την προσέγγιση». Έχουν συνεπώς οι Εναγόμενοι το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο πως έχουν επί της ουσίας της υποθέσεως εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (prima facie defence on the merits). Αυτό είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Εάν δεν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας ή δεν τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να καθιστούν δίκαιο να τους επιτραπεί να προβάλουν την υπεράσπιση τους δεν δικαιολογείται να επανανοίξει η υπόθεση. Σύμφωνα με Έκθεση-Ανάλυση των πιστωτικών τους διευκολύνσεων, ημερ. 19.3.2019, που έγινε από χρηματοοικονομικό σύμβουλο των Εναγομένων, το πραγματικό υπόλοιπο την 31.12.2017 έπρεπε να ήταν €1.698.072,48 και την 28.2.2019 €1.731.327,27. Υπενθυμίζεται ότι η εκδοθείσα την 12.12.2018 Απόφαση αφορά ποσό €2.317.199,75 πλέον τόκους που η Τράπεζα διεκδίκησε. Είναι ξεκάθαρο ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση των Εναγομένων περιορίζεται σε μέρος της αξίωσης για την οποία εκδόθηκε Απόφαση. Η θέση τους περιορίζεται στο ότι λόγω υπερχρεώσεων το ποσό που πραγματικά οφείλουν έχει διογκωθεί. Αποδέχονται ότι κατά την 31.12.2017 έπρεπε να ήταν €1.698.072,48. Αυτό το χρεωστικό υπόλοιπο δεν το αμφισβητούν. Αυτό που αμφισβητούν είναι το περαιτέρω ποσό μέχρι το ποσό της Απόφασης. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17, θ.10 στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι είναι ευρεία και περιλαμβάνει τόσο τον ολικό παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης όσο και τον μερικό. Περαιτέρω επιτρέπει τη διαφοροποίηση της εκδοθείσας απόφασης είτε με την αφαίρεση υφιστάμενων προνοιών, είτε με την προσθήκη νέων. Στην National Westminster Bank Ltd v. Paul Ronald Humphrey
(1983)WL 880417 C.A. σε σχέση με την αντίστοιχη πρόνοια των Αγγλικών Θεσμών (O.19, r.9) αποφασίστηκε ότι: «
(1)The words "set aside" themselves are capable of referring to a partial setting aside, as much as to a total setting aside;
(2)The word "vary" is wide enough to cover an alteration of the provisions of a judgment, whether by the subtraction of old ones or the addition of new ones, including a provision for a temporary stay of execution". .................................... I can see no reason why the Court, in exercising its discretionary jurisdiction under Order 19 r.9 should not (mutatis mutandis) apply the same principles as it applies in exercising its powers to give defendants leave to defend, on applications for summary judgment under R.S.C. Order 14.» Υπάρχουν πρόνοιες στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που ρυθμίζουν τη διαδικασία σε διάφορα στάδια, ώστε ενώπιον του Δικαστηρίου να παραμένουν προς επίλυση μόνο τα ζητήματα για τα οποία υπάρχει διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Όπου δεν υπάρχει διαφορά μπορεί και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης το ζήτημα να τελεσφορεί με την έκδοση απόφασης. Η πρόνοια που αναφέρεται στην National Westminster Bank Ltd προνοείται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Δ.18, θ.4) που παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση να εκδώσει απόφαση για το μέρος εκείνο της αξίωσης για το οποίο ο εναγόμενος δεν εγείρει υπεράσπιση. Περαιτέρω πρόνοια για έκδοση απόφασης για μέρος της αξίωσης υπάρχει και στην Δ.24, θ.6 με την οποία παρέχεται η δυνατότητα σε διάδικο να αιτηθεί την έκδοση απόφασης στη βάση παραδοχών στη δικογραφία του αντιδίκου του, χωρίς να αναμένει τη διεκπεραίωση άλλων ζητημάτων στη διαδικασία. Οι Εναγόμενοι έχουν, με την παρουσίαση της Έκθεσης-Ανάλυσης των πιστωτικών τους διευκολύνσεων, ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση αναφορικά με μέρος της αξίωσης δηλαδή στην έκταση που υπερβαίνει το ποσό των €1.698.072,48 κατά την 31.12.2017. Κατά πόσο οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό οφείλεται από τους Εναγόμενους προς την Ενάγουσα και ο τόκος επί του πιο πάνω ή και του περαιτέρω ποσού ήθελε φανεί ότι πραγματικά οφείλεται, μπορούν να παραμείνουν ως τα επίδικα ζητήματα προς εκδίκαση. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Απόφαση ημερ. 12.12.2018 παραμερίζεται μερικώς και διαφοροποιείται ώστε να αφορά απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €1.698.072,48 με έξοδα €3.105 (κλίμακα €500.000 - €2.000.000). Στην περίπτωση που επιδικαστεί περαιτέρω ποσό που ανεβάζει την κλίμακα, η Ενάγουσα θα δικαιούται και στα περαιτέρω έξοδα ως αποτέλεσμα της αλλαγής στην κλίμακα. Η Απόφαση όσον αφορά την εκποίηση της σχετικής υποθήκης παραμένει και διαφοροποιείται ώστε να αφορά το πιο πάνω ποσό. Ζήτημα εκποίησης της υποθήκης για είσπραξη περαιτέρω ποσού που ήθελε φανεί ότι οφείλεται παραμένει επίδικο. Η Απόφαση παραμερίζεται και διαφοροποιείται ως ανωτέρω με τον όρο ότι οι Εναγόμενοι θα καταβάλουν προς την Ενάγουσα τα έξοδα όπως αναφέρονται πιο κάτω μέσα σε 30 ημέρες από την προς αυτούς ή τους δικηγόρους τους επίδοσης της σχετικής ειδοποίησης. Τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που είχαν συσσωρευτεί στην αγωγή και στη διαδικασία εκτέλεσης της μέχρι σήμερα (στην κλίμακα της αγωγής) επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι δύνανται να καταχωρίσουν εμφάνιση μέσα σε 10 ημέρες. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για Παραμερισμό Απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.