← Κύπρος

Bendon κ.α. ν. Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3530/2010, 9/8/2019

Bendon κ.α. ν. Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3530/2010, 9/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A442 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3530/2010 Μεταξύ: . Bendon Ενάγοντος v.

  1. . Νικολάου
  2. . Νικολαΐδη
  3. . Πιττάσιη Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε στις 19.12.18 δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 13.12.18 Μεταξύ:
  4. . Bendon
  5. . Daniel
  6. . Scibiorska Εναγόντων v.
  7. . Νικολάου
  8. . Νικολαΐδη
  9. . Πιττάσιη Εναγομένων Ημερομηνία: 9 Αυγούστου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Σ. Φασουλιώτης με κ. Μ. Μελίδη για κ. Μ. Μελίδη Για τους Εναγόμενους: κα Μ. Καραπατάκη με κ. A. Παπαδόπουλο για Karapatakis Pavlides LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως κατασκευάσουν τοίχο αντιστήριξης κατά μήκος του κοινού συνόρου της ακίνητης ιδιοκτησίας τους ή διαζευκτικά απόφαση για το ποσό των €87.620 το οποίο θα χρησιμοποιηθεί από τους Ενάγοντες για την αποκατάσταση των ζημιών και την ανέγερση του τοίχου αντιστήριξης, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για μείωση της αξίας της περιουσίας τους, συνεπεία της ισχυριζόμενης εκτέλεσης από τον Εναγόμενο 1 εργασιών ανέγερσης οικοδομής και ειδικότερα εκσκαφής εντός του ακινήτου, ιδιοκτησίας των Εναγομένων, στην πλευρά που γειτονεύει με το ακίνητο των Εναγόντων με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο και να προκαλέσει ζημιές στην ακίνητη περιουσία και στην κατοικία των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι, στην υπεράσπιση τους, εγείρουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις και, άνευ βλάβης αυτών, ισχυρίζονται ότι προέβησαν μόνο σε καθαρισμό πρόσθετων χωμάτων και μπάζων και ότι ακολούθως τοποθέτησαν μεγάλες πέτρες σαν τοίχο, αρνούμενοι ότι προέβησαν στις εργασίες που τους αποδίδουν οι Ενάγοντες και ότι επηρέασαν και προκάλεσαν οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία των Εναγόντων. Ι. Μαρτυρία (Παράθεση και Αξιολόγηση) και Ευρήματα Κατά την ακρόαση κατέθεσαν συνολικά πέντε μάρτυρες για τους Ενάγοντες και τρεις για την πλευρά των Εναγομένων, καθώς επίσης και δηλώθηκαν εκ συμφώνου παραδεκτά γεγονότα. Πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο ΠΚ, ΜΕ1, τοπογράφος μηχανικός ο οποίος κατέθεσε σχέδιο που απεικονίζει τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων, 8, 9 και 224 (των Εναγόντων) και 232 (των Εναγομένων). Η ΚΜ, ΜΕ2, υπάλληλος του Κτηματολογίου Λεμεσού, κατέθεσε πιστοποιητικό έρευνας και πιστοποιητικά εγγραφής των επίδικων τεμαχίων. Ο ΝΓ, ΜΕ3, υπεύθυνος του κλάδου οικοδομών του Έπαρχου Λεμεσού, αναφέρθηκε στην έκδοση άδειας οικοδομής προς τον Εναγόμενο 1 η οποία προνοούσε την εκτέλεση κάποιων εργασιών στο ακίνητο του. Επόμενος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο ΠΕ, ΜΕ4, πολιτικός μηχανικός, ο οποίος κατέθεσε τις εκθέσεις του αναφορικά με τις εργασίες που εκτελέστηκαν από τον Εναγόμενο 1, το πώς αυτές επηρέασαν και συνεχίζουν να επηρεάζουν την περιουσία των Εναγόντων, τις εργασίες που απαιτείται να γίνουν για προστασία της εν λόγω περιουσίας και την αξία αυτών. Ο τελευταίος μάρτυρας ήταν ο ΓΧ, ΜΕ5, ιδιοκτήτης γειτονικού τεμαχίου, ο οποίος αναφέρθηκε στις εργασίες που έγιναν από τον Εναγόμενο 1 και στις προκληθείσες ζημιές. Για τους Εναγόμενους η πρώτη μάρτυρας ήταν η ΑΤ, ΜΥ1, υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, η οποία αναφέρθηκε στο αγοραπωλητήριο έγγραφο και στη μεταβίβαση των τεμαχίων 8, 9 και 224 από τον Ενάγοντα 1 στους Ενάγοντες 2 και
  10. Ο ΚΚ, ΜΕ2, αρχιτέκτονας, περιέγραψε τη φύση των εργασιών οι οποίες έγιναν στο ακίνητο των Εναγομένων, στην έκδοση άδειας οικοδομής και στις μετέπειτα εργασίες με την τοποθέτηση πετρών. Ο Εναγόμενος 1, ΜΥ3, ήταν ο τελευταίος μάρτυρας, ο οποίος αναφέρθηκε στο όλο ιστορικό των γεγονότων της υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου η αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΕ2 πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά το έτος 2008 ο Ενάγων 1 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων με αρ. εγγραφής .795, Φ/Σχ ., τμήμα ., τεμάχιο 8, αρ. εγγραφής .851, Φ/Σχ ., τμήμα 1, τεμάχιο 9 (κατοικία) και αρ. εγγραφής .573, Φ/Σχ ., τμήμα 1, τεμάχιο 224 (ισόγεια κατοικία), όπως καταγράφεται στο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημ. 23.1.19, Τεκμήριο
  11. Τα Πιστοποιητικά Εγγραφής των εν λόγω ακινήτων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3-
  12. Σύμφωνα με τα εν λόγω Πιστοποιητικά, γίνεται επίσης δεκτό ότι ο Ενάγων 1 ενεγράφη ως ιδιοκτήτης των εν λόγω ακινήτων, κατόπιν αγοράς, στις 2.2.
  13. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, όπως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΥ1, ότι δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημ. 28.6.18 οι Ενάγοντες 2 και 3 αγόρασαν τα εν λόγω ακίνητα από τον Ενάγοντα 1, ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 2.7.18 και ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 ενεγράφησαν ως ιδιοκτήτες αυτών στις 28.1.
  14. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο και τα έγγραφα κατάθεσης αυτού στο Κτηματολόγιο κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 36 από τη ΜΥ1, η μαρτυρία της οποίας περιορίστηκε σε αυτό το θέμα και δεν υπεβλήθη σε οποιαδήποτε αντεξέταση. Επιπλέον η ΜΕ2 ανέφερε ότι για να είναι εγγεγραμμένη η κατοικία στα Πιστοποιητικά, Τεκμήρια 2-5, σίγουρα έχει εκδοθεί άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης γι΄ αυτή. Κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε ότι η εγγραφή αφορά σε κατοικία, ενώ αν υπάρχουν και άλλα κτίρια, αυτά είναι μόνο για εκτιμητικούς σκοπούς και δεν περιλαμβάνονται στα Πιστοποιητικά. Το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΕ2 βασίστηκε στα στοιχεία που βρίσκονται καταχωρημένα στο Κτηματολόγιο και στη γνώση και εμπειρία της λόγω της ιδιότητας της, η δε αντεξέταση της ήταν πολύ περιορισμένη και περιστράφηκε γύρω από το θέμα της εγγραφής για το οποίο η μάρτυρας έδωσε σαφή απάντηση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτή η μάρτυρας κατέθεσε με αντικειμενικότητα και η μαρτυρία της γίνεται πλήρως δεκτή. Επομένως, οι αναφορές της για την εγγραφή της κατοικίας υιοθετούνται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό και από τις δύο πλευρές (μέσω και παραδοχής στην Υπεράσπιση των Εναγομένων) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και κάτοχος του γειτονικού ακινήτου το οποίο συνορεύει με την ακίνητη ιδιοκτησία των Εναγόντων, ήτοι του ακίνητου με αρ. εγγραφής .957, Φ/Σχ., τμήμα 0, τεμάχιο 232, το οποίο τον Δεκέμβριο του 2009 μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι των Εναγομένων 2 και
  15. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Εναγομένου 1, ΜΥ3, τον Δεκέμβριο του 2009 αυτός μεταβίβασε το ακίνητο στην αδελφή του, ΣΝ η οποία με τη σειρά της στις 21.12.09, δια δωρεάς, μεταβίβασε αυτό στον γιο και στη νύφη της, τους Εναγόμενους 2 και
  16. Ο τίτλος ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου στο όνομα του Εναγομένου 1 κατατέθηκε από τον ίδιο ως Τεκμήριο 38, δυνάμει του οποίου η εγγραφή στο όνομα του έγινε στις 25.9.
  17. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι αγρονόμος, τοπογράφος μηχανικός, απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και από το 1988 διατηρεί τοπογραφικό γραφείο και ασχολείται με υψομετρήσεις, αποτύπωση και οριοθετήσεις ενώ από το 2007 ενεγράφη στον κατάλογο των αρμόδιων τοπογράφων που δύνανται να προβαίνουν σε κτηματολογικές εργασίες με αρ. μητρώου .. Τα ακαδημαϊκά προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρος δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και επομένως γίνονται πλήρως δεκτά από το Δικαστήριο. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι, κατόπιν εντολής που έλαβε από τον δικηγόρο των Εναγόντων περί τον Μάρτιο του 2015, ετοίμασε και κατέθεσε σχέδιο, Τεκμήριο 1, στο οποίο φαίνονται τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων των διαδίκων. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, το σχέδιο προήλθε από αποτύπωση της επί τόπου κατάστασης των σχεδίων, των εγκεκριμένων σχεδίων του Κτηματολογίου και των στοιχείων που δόθηκαν, στην παρουσία του κ. Μελίδη, από το Κτηματολόγιο και ειδικότερα από τον Κτηματολογικό Φάκελο ΑΧ./07 ο οποίος αφορούσε την οριοθέτηση του τεμαχίου
  18. Παρά την αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση της ορθότητας των στοιχείων τα οποία χρησιμοποίησε ο ΜΕ1, αυτός επέμενε σταθερά καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του πως λόγω της ιδιότητας του, έχει άδεια, κατόπιν εξουσιοδότησης από δικηγόρο, να έχει πρόσβαση στους φακέλους του Κτηματολογίου και να του παραχωρούνται τα σχετικά στοιχεία. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι το σχέδιο είναι αποτέλεσμα μιας ολοκληρωμένης εργασίας, βασιζόμενη σε ορθά και έγκυρα στοιχεία όπως αυτά περιέχονται στους φακέλους του Κτηματολογίου. Πέραν του ότι το σχέδιο είναι καθόλα κατανοητό, εντούτοις ο ΜΕ1 έδωσε πλήρη περιγραφή αυτού και κάθε επεξήγηση που του ζητήθηκε, παραμένοντας σταθερός στις θέσεις του και δίδοντας λογικές και πειστικές απαντήσεις. Το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε επίσης πως αυτός κατέθεσε με αντικειμενικότητα, μη διστάζοντας να αναφέρει ότι εξέτασε μόνο τυχόν επέμβαση εντός του τεμαχίου 232 και ότι δεν ασχολήθηκε με το πρανές καθότι η εργασία του περιορίστηκε στο να αποτυπώσει την κατοικία σε σχέση με τα σύνορα των υπό κρίση ακινήτων. Ως εκ τούτου, το Τεκμήριο 1 γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι απεικονίζει την ορθή κατάσταση της εκεί περιοχής. Όπως φαίνεται στο σχέδιο και επεξήγησε ο ΜΕ1, το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατοικία είναι κτισμένη εντός των τεμαχίων 8, 9 και 224, τα οποία εφάπτονται (στην αριστερή πλευρά) με το τεμάχιο 232 (στο πάνω μέρος) και το τεμάχιο 11 (στο κάτω μέρος). Τα δύο τελευταία βρίσκονται το ένα δίπλα από το άλλο. Στο αριστερό κάτω μέρος τους τα ακίνητα 8, 9 και 224 εφάπτονται με το τεμάχιο 10 το οποίο με τη σειρά του στο κάτω μέρος επίσης εφάπτεται με μέρος του τεμαχίου
  19. Η κατοικία εντός των τεμαχίων 8, 9 και 224 είναι κτισμένη, στην πρώτη τσάκιση σε απόσταση 1,30μ. από τα σύνορα του τεμαχίου 232, στη δεύτερη σε απόσταση 30εκ. και στο τέλος του κτιρίου σε απόσταση 1,60μ. Η πλατεία της αυλής της οικίας που βρίσκεται δεξιά αυτής (στο πάνω μέρος) βρίσκεται σε υψόμετρο 161,20μ. από τη θάλασσα ενώ το χωράφι στο τεμάχιο 232 σε υψόμετρο 150,50μ. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του ΜΕ1 ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε επέμβαση στο τεμάχιο
  20. Επέμενε χαρακτηριστικά στη θέση ότι το μόνο σημείο επί τόπου στο οποίο εντόπισε σημάδι για τα σύνορα του τεμαχίου 224 με το τεμάχιο 232, βάσει του Φακέλου ΑΧ./07, ήταν σε σημείο που εφάπτεται των δύο τεμαχίων, στο μέρος όπου βρίσκεται η αυλή του Ενάγοντος 1, αρνούμενος ότι εντόπισε οποιοδήποτε άλλο σημείο με κόκκινη μπογιά που τοποθέτησε το Κτηματολόγιο και ειδικότερα που να δείχνει ότι το σύνορο του 232 ήταν στον τοίχο της κατοικίας του Ενάγοντος
  21. Ο ΜΕ1 επέμενε επί τούτου βασιζόμενος στην οριοθέτηση του τεμαχίου στον Φάκελο Κτηματολογίου ΑΧ./07, καταρρίπτοντας πειστικά τις θέσεις της Υπεράσπισης περί ύπαρξης των συνόρων σε άλλα σημεία και συγκεκριμένα ότι τα σύνορα του τεμαχίου 232 φτάνουν μέχρι τον τοίχο της κατοικίας. Ειδικότερα ο ΜΕ1 απέκλεισε τέτοιο ενδεχόμενο, λέγοντας ότι αν φαινόταν κάτι τέτοιο τότε η υπόθεση θα μετατρέπετο σε συνοριακή διαφορά αντί εξωτερική οριοθέτηση, ενώ ο φάκελος αφορά εξωτερική οριοθέτηση. Μάλιστα ο ΜΕ1 δήλωσε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, αν το Κτηματολόγιο προέβαινε σε τέτοια διαπίστωση, ήταν υποχρεωμένο να μετατρέψει τον φάκελο σε συνοριακή διαφορά, (πρακτική η οποία έχει αλλάξει πριν από 2-3 χρόνια) μη αφήνοντας έτσι οποιαδήποτε αμφιβολία ότι δεν τίθετο θέμα επέμβασης επί του τεμαχίου
  22. Άλλωστε, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, και το ίδιο το Κτηματολόγιο σε επιστολή του ημ. 10.2.16, η οποία κατατέθηκε από τον ΜΕ3, Τεκμήριο 21, δηλώνει ότι ουδέποτε υπήρξε αίτηση για συνοριακή διαφορά αναφορικά με τα τεμάχια 8, 9 και
  23. Εδώ είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως δεν υπεδείχθη στον μάρτυρα φωτογραφία την οποία παρουσίασε κατά την κυρίως εξέταση του ο Εναγόμενος 1, την οποία ισχυρίστηκε ότι έλαβε το 2015 και δείχνει ένα σημείο με κόκκινη μπογιά, παράλειψη η οποία αποδυναμώνει τη θέση του Εναγομένου 1 όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω. Ο ΜΕ3 κατέθεσε αναφορικά με τις συνθήκες έκδοσης της άδειας οικοδομής επί του ακινήτου 232, με βάση την ιδιότητα του και το περιεχόμενο του φακέλου του Έπαρχου Λεμεσού. Ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες όσον αφορά το ιστορικό της όλης διαδικασίας, το οποίο επιβεβαιώθηκε σε κάποιο βαθμό από τους ΜΥ2 και
  24. Παρόλο που ο ίδιος αναφέρθηκε σε ενέργειες άλλων συναδέλφων του επί του θέματος, εντούτοις παρουσίασε μια ολοκληρωμένη εικόνα και κατέθεσε όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερε, ούτως ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία πως αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια και βασιζόμενος στα στοιχεία του φακέλου, μη προβάλλοντας απλές εικασίες και ατεκμηρίωτες θέσεις. Επιπλέον, η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και από διάφορες επιστολές οι οποίες ανταλλάγηκαν και κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως προς το ότι αυτές πράγματι είχαν σταλεί. Το σύνολο της μαρτυρίας του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και συνέπεια και φάνηκε πως ο ίδιος ήθελε να αποδώσει την πραγματική και ολοκληρωμένη εικόνα στο Δικαστήριο. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως η δικηγόρος των Εναγομένων επιχείρησε να αμφισβητήσει την αντικειμενικότητα των ενεργειών και της απόφασης του Έπαρχου ως προς τους όρους της άδειας οικοδομής, ισχυριζόμενη ότι ο Έπαρχος ενήργησε με βάση μόνο τις επιστολές και τα παράπονα του Ενάγοντος
  25. Ο ΜΕ3 απέρριψε αυτή τη θέση με άμεσο και κατηγορηματικό τρόπο, με παραπομπή στις ίδιες τις ενέργειες της Υπηρεσίας, προβάλλοντας την καθόλα λογική και βάσιμη θέση ότι ολόκληρο κλιμάκιο με άτομα διαφόρων ειδικοτήτων επισκέφθηκε τον χώρο και εξέτασε το θέμα και όλοι μαζί συμφώνησαν και κατέληξαν στους όρους. Άλλωστε, είναι σημαντικό να λεχθεί πως η εν λόγω άδεια δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο (ούτε και νομικά) από τον Εναγόμενο 1, αλλά αντιθέτως φαίνεται ότι ο ΜΥ2 προέβη στην ετοιμασία και υποβολή των αναγκαίων σχεδίων, προς συμμόρφωση με το αίτημα του Έπαρχου, τα οποία αποτέλεσαν τη βάση έκδοσης της άδειας. Ούτε και η θέση της δικηγόρου πως ο Έπαρχος αποφάσισε να μην εξετάσει τα παράπονα των Εναγομένων κρίνεται βάσιμη, καθότι όπως θα φανεί κατωτέρω, ο ΜΕ3 έδωσε επαρκείς εξηγήσεις ως προς την εξέταση και απάντηση εκ μέρους τους στη μοναδική επιστολή - παράπονο η οποία στάληκε από πλευράς Εναγομένων σχεδόν τρία έτη μετά την έκδοση της άδειας και μόλις ένα μήνα πριν τη λήξη της. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρος κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Κατ΄ αρχάς, είναι αδιαμφισβήτητη η θέση του ΜΕ3 πως υπεβλήθη αίτηση από τον Εναγόμενο 1 προς τον Έπαρχο Λεμεσού για έκδοση άδειας οικοδομής αναφορικά με ανέγερση προπαρασκευασμένης κατοικίας, περίφραξης και τοίχου αντιστήριξης εντός του τεμαχίου 232, η οποία τελικώς εκδόθηκε την 1.12.09, Τεκμήριο 17, και παρελήφθη από τον ΜΥ2 αυθημερόν. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως στην εν λόγω άδεια συμπεριλήφθηκαν όροι, μεταξύ των οποίων η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια, ήτοι τα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία υπέβαλε ο ΜΥ2, ο οποίος να εδράζεται πάνω σε πασσάλους από οπλισμένο σκυρόδεμα, η απομάκρυνση των όγκων πετρών που είχαν τοποθετηθεί για τη στήριξη των γειτονικών τεμαχίων και στη θέση τους η κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης και η λήψη μέτρων προστασίας και στήριξης της οικοδομής στα τεμάχια 8, 9 και
  26. Σημειώνεται πως το σχέδιο αναφορικά με τον τοίχο αντιστήριξης κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΥ2, αφού αναγνωρίστηκε από τον ίδιο, ως Τεκμήριο
  27. Είναι επίσης αδιαμφισβήτητη η θέση του ΜΕ3 πως κατά τη μελέτη της αίτησης, υπεβλήθη επιστολή παράπονο από τον κ. Μελίδη εκ μέρους των πελατών του ότι είχε γίνει εκσκαφή του τεμαχίου 232 για την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης και έτσι το Γραφείο του Έπαρχου κλήθηκε να μελετήσει το αίτημα. Η αναφορά του ΜΕ3 ότι ο αρμόδιος μηχανικός, ΓΓ, και ο τεχνικός, ΚΜ, Βοηθός Επαρχιακός Επιθεωρητής, επισκέφθηκαν επί τόπου το τεμάχιο και διαπίστωσαν ότι είχαν γίνει εκσκαφές για την κατασκευή του τοίχου, αποτυπώνεται σε σχετικό Σημείωμα ημ. 3.7.08 του κ. Μανώλη, Τεκμήριο
  28. Όπως αναφέρεται σε αυτό, στις 24.6.08 ο ίδιος μαζί με λειτουργούς άλλων τμημάτων επισκέφθηκαν τον χώρο όπου μελετήθηκαν παράπονα ιδιοκτητών για προβλήματα που παρουσιάζονται στις οικοδομές τους, λόγω εκσκαφών που διενεργήθηκαν σε γειτονικά τεμάχια και υπεβλήθη παράπονο για παρόμοιο κίνδυνο σε άλλη οικοδομή. Εκεί διαπιστώθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 προέβη σε εκσκαφές-ισοπεδώσεις, στα πλαίσια προετοιμασίας του χώρου για ανέγερση οικοδομής και κρίθηκε ότι, λόγω της ποιότητας του εδάφους, οι κίνδυνοι αποσταθεροποίησης ήταν εμφανείς και επομένως ο Εναγόμενος 1 κλήθηκε γραπτώς να μην προχωρήσει σε οποιαδήποτε άλλη εργασία και να υποβάλει κατασκευαστικά σχέδια για σταθεροποίηση του πρανούς, όπως επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, ΜΥ
  29. Στο Σημείωμα γίνεται επίσης μνεία στην υποβολή της αίτησης για άδεια οικοδομής, η μελέτη της οποίας δεν είχε ακόμα αρχίσει και πως ο Εναγόμενος 1 είχε ενημερωθεί τηλεφωνικώς και υποσχέθηκε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις τους. Μάλιστα, ο ΜΕ3 πρόσθεσε ότι είχαν κληθεί τόσο οι αιτητές όσο και ο μελετητής του έργου, ΜΥ2 ο οποίος υπέβαλε αρχιτεκτονικό σχέδιο για την ανέγερση του τοίχου, όπως άλλωστε παραδέχονται και οι ΜΥ2 και 3, και του ζητήθηκε η ετοιμασία και στατικής μελέτης η οποία να συνάδει με το αρχιτεκτονικό σχέδιο τα οποία και υπεβλήθησαν. Επομένως, και αυτές οι θέσεις του ΜΕ3 γίνονται δεκτές. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως εκκρεμούσης της αίτησης για άδεια οικοδομής, ο Ενάγων 1 απέστειλε επιστολές μέσω του δικηγόρου του προς τον Έπαρχο Λεμεσού με τις οποίες διαμαρτυρόταν για τις εργασίες στις οποίες είχε προβεί ο Εναγόμενος 1, επικαλείτο κίνδυνο κατάρρευσης της κατοικίας του και καταστροφής της περιουσίας του και ζητούσε την άμεση παρέμβαση του Έπαρχου. Ο Έπαρχος απάντησε με επιστολές του λέγοντας ότι εξέταζε το θέμα και αν απαιτείτο θα επιβάλλονταν όροι στην άδεια οικοδομής. Πρόκειται για αλληλογραφία μεταξύ των δύο μερών μεταξύ 17.12.08 μέχρι και τις 4.12.09, όταν ο Έπαρχος ενημέρωσε τον κ. Μελίδη για την έκδοση της άδειας και τους εκεί τεθέντες όρους, Τεκμήρια 6-
  30. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγων 1 απέστειλε επιστολή ημ. 22.10.10, Τεκμήριο 14, προς τον Έπαρχο, ζητώντας την άμεση παρέμβαση του λόγω της μη συμμόρφωσης του Εναγομένου 1 για τη λήψη κατάλληλων μέτρων. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, ο Έπαρχος έστειλε επιστολή ημ. 29.10.10, στον Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στον ΜΥ2, Τεκμήριο 19, καλώντας τον να προχωρήσει άμεσα στις ενέργειες σύμφωνα με τους όρους της άδειας οικοδομής. Είναι επίσης παραδεκτό ότι στις 2.11.10 ο Έπαρχος έστειλε επιστολή στον κ. Μελίδη, Τεκμήριο 15, ενημερώνοντας τον πως προέβησαν εκ νέου σε υπόδειξη προς τον Εναγόμενο 1 να συμμορφωθεί με την άδεια. Είναι επίσης παραδεκτή η αποστολή της επιστολής ημ. 31.1.11, Τεκμήριο 16, από τον Έπαρχο προς τον κ. Μελίδη, με την οποία ενημερώνεται εκ νέου πως ο Εναγόμενος 1 κλήθηκε να προβεί στα έργα βάσει της άδειας οικοδομής. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου η κοινώς αποδεκτή θέση του ΜΕ3 πως στις 8.12.10 μετά από νέα επίσκεψη του τεχνικού του Έπαρχου, διαπιστώθηκε ότι ουδεμία οικοδομική εργασία έγινε δυνάμει της άδειας οικοδομής η οποία έληξε στις 30.3.11 χωρίς να ανανεωθεί. Τέλος, αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι δικηγόροι του Εναγομένου 1 απέστειλαν επιστολή ημ. 10.2.11 προς τον Έπαρχο, Τεκμήριο 20, με την οποία διαμαρτύρονταν μεταξύ άλλων για την απαίτηση ανέγερσης τοίχου αντιστήριξης και ισχυρίζονταν ότι η κατοικία κτίστηκε παράνομα εντός και του τεμαχίου 232, ότι οι πελάτες τους μετακίνησαν μόνο χώματα και ότι τοποθέτησαν μεγάλες πέτρες για να στερεωθεί η έκταση που καλυπτόταν από τα μπάζα. Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι ο Έπαρχος απάντησε επιφυλασσόμενος να επανέλθει μόλις συμπληρώνονταν οι έρευνες τους και αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο για το θέμα, εξ ου και έλαβε επιστολή ημ. 18.2.16, Τεκμήριο 21, του Κτηματολογίου προς τον Έπαρχο με την οποία επιβεβαιώνει ότι δεν εκκρεμούσε αίτηση για συνοριακή διαφορά. Ο ΜΕ5 με τη σειρά του επίσης προκάλεσε θετική εντύπωση προς το Δικαστήριο. Αυτός κατέθεσε με βάση την προσωπική γνώση και εμπλοκή του και δεν ήταν διατεθειμένος να αναφέρει οτιδήποτε πέραν των όσων γνώριζε. Μάλιστα, η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με τις διαπιστώσεις του Έπαρχου αλλά και με τη μαρτυρία του ΜΕ4, με την οποία θα ασχοληθώ κατωτέρω. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο ΜΕ5 είναι ιδιοκτήτης γειτονικού τεμαχίου, του 11, και ενδεχομένως να έχει κάποιο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης αναφορικά με τις ενέργειες των Εναγομένων, εντούτοις διεφάνη πως ο ΜΕ5 ήρθε στο Δικαστήριο για να αποκαλύψει την αλήθεια και πως ο ίδιος δεν έχει εγείρει Αγωγή εναντίον τους. Η ειλικρίνεια του διεφάνη και από την αδυναμία του να προσδιορίσει τα σύνορα των ακινήτων του Ενάγοντος 1, λέγοντας ότι γνωρίζει τα σύνορα μόνο του δικού του ακινήτου. Επομένως, γίνεται δεκτή η θέση του ότι στις 20.9.08 έλαβε τηλεφώνημα από κάποιον γείτονα από το Πεντάκωμο ότι υπήρχε εκσκαφέας ο οποίος έκανε εργασίες στην περιοχή του σπιτιού του. Η φύση των εργασιών εκσκαφής αποτέλεσε το μόνο βασικό αντικείμενο αμφισβήτησης και αντεξέτασης του μάρτυρος, για το οποίο όμως παρέμεινε σταθερός ως προς το ότι όταν έφθασε στο μέρος οι εργασίες έφθασαν στο δικό του ακίνητο ενώ είχαν ήδη γίνει και εντός του ακινήτου του Ενάγοντος 1, δείχνοντας κατά μήκος του συνόρου των τεμαχίων 11, 8, 9 και 224 επί του Τεκμηρίου
  31. Σταθερός και συνεπής παρέμεινε και για το ότι οι εργασίες προκάλεσαν ισοπέδωση μέχρι τον τοίχο των διπλανών σπιτιών. Μάλιστα δεν δίστασε να δεχθεί ότι υπήρχε κάποια υψομετρική διαφορά, όμως ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική η απάντηση και έκφραση του ότι αν δεν σταματούσε τις εργασίες δεν ήξερε μέχρι πού θα έφθαναν! Τέλος αρνήθηκε επίμονα ότι οι εργασίες αφορούσαν καθάρισμα μπάζων λέγοντας ευθέως πως δεν υπήρχαν μπάζα και πως επρόκειτο για χωράφι στο οποίο μόνο χώματα υπήρχαν. Ως εκ τούτου αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη του θέση ότι αμέσως πήγε επί τόπου και κατόπιν έντονης συζήτησης με τον οδηγό του εκσκαφέα, αυτός, αφού είχε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1, σταμάτησε και ότι ακολούθως ο ίδιος προέβη σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής. Τις επόμενες μέρες είχε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1 για αποκατάσταση της ζημιάς ο οποίος άρχισε να τοποθετεί ογκόλιθους για τοίχο αντιστήριξης, διευκρινίζοντας στην επαναξέταση του ότι επρόκειτο για απλή τοποθέτηση πετρών, όπως άλλωστε παραδέχονται οι ΜΥ2 και
  32. Όπως ανέφερε και ο ΜΕ4 και δεν αμφισβητήθηκε, στις 11.10.08 κατόπιν εντολής του ίδιου και του Ενάγοντος 1, επισκέφθηκε τον χώρο ο ΜΕ4 για εκτίμηση της καταλληλότητας και ασφάλειας της αντιστήριξης και παρέλαβε την έκθεση του ημ. 13.10.08, Τεκμήριο
  33. Ούτε και η συνάντηση στις 14.10.08 μεταξύ του ίδιου (του ΜΕ5) και των ΜΥ2 και 3, όπου τους παρέδωσε την έκθεση του ΜΕ4 αμφισβητήθηκε και επομένως γίνεται επίσης δεκτή. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών η οποία κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Συγκεκριμένα, οι τότε δικηγόροι του Εναγομένου 1, Μάκης Αναστασίου & Σια, απέστειλαν επιστολή ημ. 21.10.08, Τεκμήριο 27, προς τον Ενάγοντα 1 με την οποία τον ενημέρωναν ότι ο Εναγόμενος 1 είχε αρχίσει έργα για την ανέγερση κατοικίας και καλούσαν τον Ενάγοντα 1 όπως μετακινήσει οποιοδήποτε κινητό αντικείμενο και καθορίσει τα σύνορα του καθότι ο Εναγόμενος 1 θα προέβαινε στην εκσκαφή της λωρίδας προς τον σκοπό κατασκευής τοίχου αντιστήριξης σύμφωνα με τον Νόμο και τους Κανονισμούς. Ακολούθησαν τρεις επιστολές μεταξύ των ημερομηνιών 29.10.08-21.11.08, του δικηγόρου του Ενάγοντος 1 προς τον Εναγόμενο 1 ή τους δικηγόρους τους, στις οποίες αναφέρεται στις εργασίες εκσκαφής από τον Εναγόμενο 1 στην πλευρά που εφάπτεται με το ακίνητο του Ενάγοντος 1 χωρίς τη λήψη των δεόντων μέτρων για κατάλληλη αντιστήριξη, σε καταγγελία ως προς τούτο στην Αστυνομία και επισυνάπτει έκθεση του ΜΕ4 ημ. 13.10.08 και έκθεση του ΓΚ ημ. 17.11.08, Τεκμήρια 28-
  34. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως αυτή η αλληλογραφία προηγήθηκε της αλληλογραφίας του δικηγόρου του Ενάγοντος 1 με τον Έπαρχο. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου ακόμα τέσσερις επιστολές του δικηγόρου του Ενάγοντος 1 προς τον δικηγόρο του Εναγομένου 1, κ. Αναστασίου, μεταξύ των ημερομηνιών 3.4.09-28.12.09, Τεκμήρια 31-34, με τις οποίες επαναλάμβανε τις θέσεις του και καλούσε τον Εναγόμενο 1 να λάβει τα δέοντα μέτρα, στη δε πρώτη επιστολή επισυνάπτοντας έκθεση ημ. 20.3.09 του AΑ, πολιτικού μηχανικού, αναφορικά με την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης με πέτρες. Τέλος, κατατέθηκε εκ συμφώνου επιστολή ημ. 5.10.10, Τεκμήριο 35, του κ. Μελίδη προς τους δικηγόρους Καραπατάκης και Παυλίδης, με την οποία σημειώνει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς τους για συνάντηση με σκοπό την εξεύρεση λύσης για το θέμα της ανέγερσης του τοίχου αντιστήριξης. Τα ακαδημαϊκά προσόντα, η ιδιότητα και εμπειρογνωμοσύνη του ΜΕ4 ως πολιτικού μηχανικού δηλώθηκαν ως παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές. Ο ΜΕ4 κατέθεσε συνολικά τέσσερις εκθέσεις του, Τεκμήρια 22-25, οι οποίες είναι αναλυτικές και εμπεριστατωμένες και παρουσιάζουν συνοχή μεταξύ τους ως προς τις διαπιστώσεις του μάρτυρος με την εξέλιξη του χρόνου. Επίσης, οι τρεις εξ αυτών, Τεκμήρια 22, 23 και 25, συνοδεύονται από φωτογραφίες οι οποίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις διαπιστώσεις του. Μάλιστα, στις δύο μεταγενέστερες εκθέσεις επισυνάπτονται οι παλαιότερες και οι πρόσφατες φωτογραφίες, ούτως ώστε να παρουσιάζεται μιας συνεχής και πλήρης εικόνα της επί τόπου κατάστασης μέσα από αυτές. Πρόκειται για λεπτομερείς και ολοκληρωμένες εκθέσεις με τις απαραίτητες εξηγήσεις και με παραπομπή στην εικόνα της περιοχής, όπως αυτή απεικονίζεται μέσα από τις φωτογραφίες. Επίσης, κατά την προφορική του μαρτυρία και ειδικότερα κατά τη μακρά αντεξέταση του, ο ΜΕ4 ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις και να τεκμηριώσει όλες τις θέσεις και διαπιστώσεις του στις εκθέσεις του, αντικρούοντας τις υποβολές της Υπεράσπισης με ολοκληρωμένες και επιστημονικές απόψεις βασιζόμενες στη μακρά του εμπειρία και γνώση. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, διεφάνη ότι ο ΜΕ 4 ήταν καλός γνώστης του θέματος αλλά και της κατάστασης την οποία είχε κληθεί να αξιολογήσει, κατέθετε με αυτοπεποίθηση και βεβαιότητα την επιστημονική του άποψη και απαντούσε με επιχειρήματα προς υποστήριξη όλων όσων έλεγε. Η προφορική του μαρτυρία ήταν άμεση και συνεπής και καθόλα εναρμονισμένη με τις εκθέσεις του. Γενικά ο ΜΕ4 δημιούργησε την εντύπωση ενός επαγγελματία ο οποίος κατέθεσε με αντικειμενικότητα και τεκμηρίωνε τις θέσεις του. Αποτελεί αδιαμφισβήτητη θέση ότι ετοίμασε την πρώτη έκθεση ημ. 13.10.08, Τεκμήριο 22, κατόπιν κοινών οδηγιών του Ενάγοντος 1 και του ΜΕ5 και την επόμενη έκθεση ημ. 18.3.10, Τεκμήριο 23, κατόπιν οδηγιών μόνο του Ενάγοντος
  35. Αναντίλεκτη παρέμεινε επίσης η θέση του ότι η έκθεση ημ. 5.12.11, Τεκμήριο 24, ετοιμάστηκε από κοινού μαζί με τον ΚΘ, πολιτικό μηχανικό, για τον Εναγόμενο 1, κατόπιν κοινής επί τόπου επίσκεψης, πλην όμως ο κ. Θ αρνήθηκε τελικώς να την υπογράψει. Η τελευταία του έκθεση φέρει ημερομηνία 24.2.15 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  36. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι το περιεχόμενο της έκθεσης ημ. 24.2.15, Τεκμήριο 25, δύναται να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο καθότι αυτή αφορά σε μαρτυρία αναφορικά με την εξέλιξη της δημιουργηθείσας κατάστασης και των ισχυριζόμενων ζημιών στην κατοικία και περιουσία των Εναγόντων και συνακόλουθα την παρούσα κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί, οι οποίες (ζημιές) βεβαίως δικογραφούνται στον βαθμό και στην έκταση όπως αυτές παρουσιάζονταν κατά τον χρόνο δικογράφησης τους. Πέραν του περιεχομένου των εκθέσεων, ο ΜΕ4 κλήθηκε να εξηγήσει κάθε του διαπίστωση και εισήγηση που περιέχεται σε αυτές, με αποτέλεσμα να έχει δοθεί μια πλήρης αλλά και καθόλα λογική και εμπεριστατωμένη μαρτυρία η οποία ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι οι απόψεις και οι εκθέσεις του ΜΕ4 είναι καθόλα ορθές και έγκυρες. Όπως συνοπτικά αλλά εύστοχα ανέφερε προφορικά κατά την κυρίως εξέταση του, γίνεται δεκτή η μαρτυρία του ΜΕ4 ότι η κατοικία του Ενάγοντος 1 κτίστηκε προ πολλού στην κορυφή ενός απότομου πρανούς, δηλαδή γη με κλίση, και σε κάποιο στάδιο οι ιδιοκτήτες του διπλανού τεμαχίου που ήθελαν να κτίσουν κατοικία, στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν πλατεία, δηλαδή επίπεδη επιφάνεια, επί της οποίας θα κτιζόταν η κατοικία, αφαίρεσαν εξαιρετικά μεγάλου ύψους χώματα τα οποία εφάπτοντο επί της κατοικίας του Ενάγοντος 1, με αποτέλεσμα την αποκάλυψη των θεμελίων της κατοικίας του και λόγω και της ακαταλληλότητας του χώματος η εκσκαφή να αφήνει εκτεθειμένη την κατοικία σε διολισθήσεις και κατολισθήσεις. Σύμφωνα με τον ΜΕ4, την απότομη εκσκαφή συγκράτησαν τα δέντρα και οι ρίζες τους. Οι δε πέτρες (ογκόλιθοι) που τοποθετήθηκαν από τον Εναγόμενο 1 έχουν ήδη αστοχήσει και δεν προσφέρουν οποιαδήποτε αντίσταση. Με την πάροδο του χρόνου, προκλήθηκαν ζημιές και εντός της κατοικίας και στην αυλή αυτής. Εδώ σημειώνω ότι η εισήγηση της δικηγόρου των Εναγομένων ότι στην πρώτη έκθεση ο ΜΕ4 αναφέρεται σε ζημιά μόνο στο τεμάχιο 11 και μόνο στις επόμενες κάνει λόγο για ζημιά και στα τεμάχια 8, 9 και 224 δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο των ίδιων των εκθέσεων, καθότι από την πρώτη κιόλας έκθεση μιλά για ζημιές και στην οικία του Ενάγοντος
  37. Ούτε και η εισήγηση ότι μόνο από τη δεύτερη έκθεση γίνεται αναφορά σε δημιουργία έντονου πρανούς είναι βάσιμη, καθότι και στην πρώτη γίνεται αναφορά στο ελεύθερο ύψος 9,5μ., αναφορές οι οποίες συνάδουν μεταξύ τους ανεξαρτήτως του ότι δεν χρησιμοποιήθηκε εξαρχής η λέξη «πρανές». Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ4 ήταν ιδιαίτερα περιγραφικός και επίμονος στο ότι η κατάσταση δεν ήταν η φυσική αλλά αυτή όπως διαμορφώθηκε με την εκσκαφή η οποία ήταν πρόσφατη. Ο ΜΕ4 ανέφερε πως εκεί υπήρχε μια φυσική κλίση του εδάφους ενώ εκείνο το οποίο δημιουργήθηκε ήταν μια κατακόρυφη κλίση η οποία ήταν εξόφθαλμα διαταραγμένη, κάτι το οποίο αναγνώρισε λόγω της αλλαγής της όψης του υπέδαφους και δεν επρόκειτο πλέον για τη φυσική γραμμή του εδάφους. Πρόσθεσε πως μια επιφανειακή εκσκαφή δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 30εκ. ενώ εδώ προέκυψε μια κλίση κάθετη 9μ. σε μια απόσταση 30μ. Ο ΜΕ4 επεξήγησε περαιτέρω ότι όταν κάποιος αφαιρεί μόνο ξένα χώματα και μπάζα, τότε αυτό φαίνεται από την επικαλυπτόμενη επιφάνεια του εδάφους, όμως δεν βλέπει τα δόντια της τα οποία εδώ ήταν εμφανή. Μάλιστα πρόσθεσε ότι όταν υπάρχει μια κατασκευή στο έδαφος, το βάρος της δεν μετατίθεται κάθετα αλλά υπό γωνία και δημιουργείται ο θρόμβος έδρασης, ούτως ώστε όταν κάποιος θέλει να κάνει υπόγειο δίπλα από μια υφιστάμενη κατοικία, τότε πρέπει να λάβει μέτρα κάτω από τη θεμελίωση της γης αλλά όχι κάθετα. Με αυτές του τις τοποθετήσεις ήταν εμφανές πως ο ΜΕ4 ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη φύση των εργασιών και τις όποιες επεμβάσεις στη φυσική κατάσταση, ούτως ώστε να μπορούσε εμπεριστατωμένα να αναφερθεί και στην προτέρα κατάσταση, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε επισκεφθεί τον χώρο προηγουμένως χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε κενό στη μαρτυρία και στις διαπιστώσεις του. Άλλωστε για την προτέρα κατάσταση έδωσε μαρτυρία ο ΜΕ5, τη μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη κάνει πλήρως δεκτή. Η ίδια τεκμηριωμένη και ολοκληρωμένη τοποθέτηση διακρίνει και την αναφορά του στο ότι ενώ έχουν συμβεί μικρές κατολισθήσεις στην πάροδο των χρόνων, η κατοικία ακόμα συγκρατείται λόγω της βλάστησης δέντρων, χωμάτων και θάμνων, για να υποστηρίξει τη θέση ότι ο κίνδυνος για την οικία του Ενάγοντος 1 εξακολουθεί να υφίσταται και δεν πρόκειται για μια απομακρυσμένη πιθανότητα. Πρόσθεσε ακόμα ότι ο άργιλος ευνοεί τη θεμελίωση του εδάφους όταν αυτό υγραίνεται. Ήταν επίσης σε θέση να αναφέρει ότι σαφώς λήφθηκαν επαρκή μέτρα κατά την κατασκευή της κατοικίας του Ενάγοντος 1, εξ ου και δεν διαπίστωσε διαφορική κατολίσθηση ή διολίσθηση στην κατοικία, εμμένοντας ότι είναι η κάθετη εκσκαφή των 9μ. που προκάλεσε το πρόβλημα στην κατοικία, διαταράζοντας τις οριζόντιες δυνάμεις. Επέμενε επίσης ότι η ύπαρξη σωλήνων για διοχέτευση ομβρίων από την κατοικία του Ενάγοντος 1 στο τεμάχιο 232 θα πρέπει να καταργηθεί. Όσον αφορά τον τοίχο με τους ογκόλιθους, όπως υπέδειξε και όντως επιβεβαιώνεται στις φωτογραφίες στην έκθεση ημ. 18.3.10, Τεκμήριο 23, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι μεταξύ των ογκόλιθων τοποθετήθηκαν μικρά κομμάτια από πέτρες για να κρατήσουν αυτές τις οριζόντιες δυνάμεις, οι οποίες όμως δεν είναι ορθογωνισμένες και παραμένουν κενά μεταξύ τους, επομένως αυτές δεν αντέχουν σε δυνάμεις και φεύγουν. Μάλιστα ο ΜΕ4 εξήγησε πως τέτοιος τοίχος θα μπορούσε να προσφέρει κάποια στήριξη νοουμένου ότι τρυπούν τις πέτρες ανά τακτή απόσταση από 0,50εκ. μέχρι 1μ., βάζουν μέσα σίδερο το οποίο χύνουν με μπετόν με μικρή διατομή και έτσι ενισχύεται η αντοχή των ογκόλιθων. Ο ΜΕ 4 κατέθεσε με ολοκληρωμένο και τεκμηριωμένο τρόπο και τις εισηγήσεις του για την προτεινόμενη λύση. Η μια ήταν η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης με οπλισμένο σκυρόδεμα, για την οποία χρειάζεται πέδιλο πλάτους 5μ. και τοίχωμα στη βάση του πεδίλου πάχους 70εκ., κάτι το οποίο βασικά θα καταλάμβανε μεγάλη έκταση του τεμαχίου 232, επομένως η δεύτερη ήταν να φυτευτούν κολόνες μέσα στη γη, από 20-40μ. βάθος, να κάθεται το πέδιλο σε αυτές και οι κολόνες να έχουν πυκνή διάταξη για να στηρίξουν τις δυνάμεις που δημιουργούνται με τέτοιες κατασκευές, δηλαδή και οι δύο κατασκευές θα γίνονταν με οπλισμένο σκυρόδεμα, η μεν πρώτη θα εδράζεται πάνω στη γη και η δεύτερη πάνω σε πασσάλους. Έχει ήδη γίνει αναφορά ανωτέρω ως προς τη μαρτυρία του ΜΕ4 για το ύψος της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων του Ενάγοντος 1 και του Εναγομένου 1, με αναφορά στο σχέδιο, Τεκμήριο 3, από το οποίο δεν προκύπτει υψομετρική διαφορά 9μ. Άλλωστε και οι ίδιες οι φωτογραφίες επιβεβαιώνουν τον ΜΕ4 ότι δεν πρόκειται για τη φυσιολογική μορφή του εδάφους αλλά για επέμβαση με την κατακόρυφη εκσκαφή. Ήταν δε χαρακτηριστική η θέση του μάρτυρος ότι λόγω της εκσκαφής έχει αποκαλυφθεί το θεμέλιο της κατοικίας του Ενάγοντος 1, και προς επιβεβαίωση κατέθεσε πρόσφατες φωτογραφίες τις οποίες έλαβε τρεις μέρες πριν τη δεύτερη δικάσιμο της αντεξέτασης του, ήτοι στις 25.1.19, Τεκμήριο 26, και οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης. Παρόλο που ο ΜΕ4 ανέφερε ότι οι ρωγμές εντός της κατοικίας του Ενάγοντος 1 πιθανόν να προήλθαν από καθίζηση της βάσης, εντούτοις δήλωσε ότι η σειρά των γεγονότων, ήτοι η ύπαρξη των ρωγμών, οι κατολισθήσεις και η ύπαρξη της καθίζησης αποτελούν ενδείξεις ικανές να οδηγήσουν στο συμπέρασμα περί επικινδυνότητας της κατάστασης σε σχέση με την ευστάθεια της κατοικίας του Ενάγοντος
  38. Θεωρώ επίσης καθόλα βάσιμη τη θέση του πως από τη στιγμή που η κατοικία είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, τότε αυτή ανηγέρθη με τη συμβολή και επίβλεψη ειδικού και λήφθηκαν τα κατάλληλα μέτρα και πως δεν πρόκειται για φυσική φθορά την οποία σαφέστατα είναι σε θέση να ξεχωρίσει. Ο ΜΕ4 επέμενε ότι ο τοίχος δεν έχει καταρρεύσει λόγω του χώματος και ότι η πρόβλεψη του για το ότι ο τοίχος αστοχεί επιβεβαιώθηκε με την πάροδο του χρόνου. Εξήγησε δε ότι αστοχία σημαίνει ότι χάνεται η συνοχή και μετακινούνται τμήματα ενώ κατάρρευση είναι η πλήρης καταστροφή. Η δικηγόρος των Εναγομένων εισηγήθηκε ότι παρουσιάζεται αντίφαση μεταξύ των εκθέσεων και θέσεων του μάρτυρος αναφορικά με το κατά πόσο ο τοίχος έχει αστοχήσει ή καταρρεύσει. Μέσα από τις εκθέσεις του και την προφορική του μαρτυρία, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε διαφοροποίηση στις θέσεις του, καθότι επέμενε ότι ο τοίχος είχε ήδη αστοχήσει και υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσης όπως περιγράφει και στις εκθέσεις του. Σε υποβολή ότι για έντεκα έτη η κατοικία δεν έχει καταρρεύσει και εξακολουθεί να υφίσταται, ο ΜΕ4 εξήγησε ότι με την πάροδο του χρόνου φαίνονται σταδιακά διάφορες επιπτώσεις και ζημιές, όπως τις προέβλεψε και περιέγραψε, επισημαίνοντας ότι η βλάστηση και το είδος του εδάφους συγκρατούν μέχρι τώρα την κατάσταση. Εξήγησε όμως ότι ο προσδόκιμος χρόνος ζωής της κατοικίας του Ενάγοντος 1 είναι 75 έτη, και είναι σε αυτή τη βάση που αξιολογείται ο κίνδυνος, ειδικότερα όταν μιλούμε για ανθρώπινες ζωές. Και αναφορικά με την εξέδρα ο ΜΕ4 ήταν σε θέση να δώσει πλήρεις και τεκμηριωμένες θέσεις. Συγκεκριμένα, αρνήθηκε έντονα τη θέση ότι φθάρηκε το ξύλο λόγω μη συντήρησης, λέγοντας ότι το ξύλο ήταν ενιαίο και η φθορά του δεν συνάδει με την τοπική κατάρρευση της εξέδρας καθότι ενώ το ξύλο διατηρείται, ξαφνικά βρίσκεται μια σανίδα η οποία έχει αποκολληθεί από την έδραση της και στη συνέχεια κατέρρευσε, παραπέμποντας και πάλι στις φωτογραφίες οι οποίες όντως απεικονίζουν αυτή την κατάσταση. Τέλος, όσον αφορά την αυλή, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι αυτή ήταν επικαλυμμένη σε μέρος της επιφάνειας με πλακόστρωτο και σε μέρος με χώμα και στο χώμα παρατηρείται πρόσφατο ρήγμα πλάτους 10εκ., το οποίο αποτελεί σαφή ένδειξη για τη μετακίνηση των χωμάτων και δημιουργείται μόνο με διολίσθηση του εδάφους. Επέμενε ότι το είδος του εδάφους, που είναι αργιλώδες, βοηθά ευνοϊκά τη συνοχή αντί να προκαλεί τη διολίσθηση. Ο ΜΕ4 ήταν σαφής και συνεπής από την πρώτη κιόλας έκθεση του ως προς την προσωρινή θεραπεία, ήτοι την τοποθέτηση σχάρας οπλισμού και κάποιας κατασκευής σκυροδέματος και την οριστική μόνιμη θεραπεία η οποία ήταν η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης από οπλισμένο σκυρόδεμα με τη χρήση πασσάλων. Αναφορικά με τη δεύτερη, η αναφορά του στην αναγκαιότητα μελέτης και δη εδαφολογικής μελέτης, ούτως ώστε να διαφανούν οι αντιστάσεις του εδάφους και μέχρι ποιο βάθος βρίσκεται στέρεο έδαφος ικανοποιητικό για θεμελίωση, και μελέτης για τη διατομή των πασσάλων, για τον οπλισμό τους, για το πέδιλο έδρασης του τοίχου και για τον τρόπο σύνδεσης του πασσάλου με το πέδιλο, ουδόλως αναιρεί τη θέση του για την ανάγκη κατασκευής του τοίχου αλλά, όπως βάσιμα είπε και ο ίδιος, αυτή είναι η αναφορά και εισήγηση του, για την υλοποίηση της οποίας οι μελέτες είναι απαραίτητες. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ4, προκύπτει πως αυτός κατέθεσε με πολύ εμπεριστατωμένο τρόπο ούτως ώστε να κρίνεται καθόλα αξιόπιστος και οι θέσεις του και οι εκθέσεις του να γίνονται πλήρως αποδεκτές από το Δικαστήριο. Ο ΜΥ2 δήλωσε ότι κατέχει πτυχίο ως αρχιτέκτονας από Πανεπιστήμιο της Γαλλίας και εργάζεται ως αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός εδώ και 40 έτη, δεόντως εγγεγραμμένος στο μητρώο με αρ. .. Τα προσόντα και η εμπειρία του γίνονται δεκτά από το Δικαστήριο εφόσον άλλωστε αυτά παρέμειναν αδιαμφισβήτητα. Γενικά η εντύπωση που έδωσε ο ΜΥ2 ήταν ότι αυτός κατέθεσε με πλήρη γενικότητα, χωρίς να ήταν σε θέση να τεκμηριώσει ή δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις προς υποστήριξη της άποψης του ή να παρουσιάσει έγγραφα που να επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία του, όπως π.χ. τη μελέτη που είχε γίνει για την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης με πέτρες αντί με οπλισμένο σκυρόδεμα. Ήταν δε χαρακτηριστική η στάση του ότι ο λόγος για τον οποίο ο Εναγόμενος 1 δεν προχώρησε με την κατασκευή τοίχου ως οι όροι της άδειας οικοδομής ήταν απλώς επειδή ο ίδιος (ο Εναγόμενος 1) προτιμούσε μια φυσική κατασκευή με πέτρες, χωρίς ο ΜΥ2 ως τεχνικός και εμπειρογνώμων να προβληματιστεί ότι αυτή δεν συνήδε με τους όρους της άδειας. Δεν μου διαφεύγει η αναφορά του ότι προέβη σε μελέτη για την κατασκευή τέτοιου τοίχου, την οποία βεβαίως δεν παρουσίασε, πλην όμως προκαλεί έκπληξη η θέση του ότι ο Έπαρχος σταμάτησε αυτές τις εργασίες λόγω του ότι ακριβώς δεν ήταν αυτές που προνοούνταν στην άδεια οικοδομής, χωρίς όμως ποτέ να υποβληθεί τέτοια μελέτη προς ενδεχόμενη τροποποίηση των όρων της άδειας και την κατασκευή τοίχου με πέτρες. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι αρχικά είχε εκδοθεί άδεια χωρίς όρους και μετέπειτα εκδόθηκε νέα άδεια με την επιβολή όρων, για να αναιρέσει αυτή τη θέση στην αντεξέταση του αναγνωρίζοντας ότι είχε υποβληθεί μια αίτηση και συνακόλουθα εκδόθηκε μια μόνο άδεια. Παρόλο που στην άδεια, Τεκμήριο 17, γίνεται αναφορά σε κάποια άλλη πολεοδομική άδεια ημ. 31.3.08, εντούτοις πέραν του ότι ο ίδιος διαφοροποίησε τη θέση του, σημειώνεται η παράλειψη υποβολής αυτής της θέσης στον πλέον κατάλληλο και αρμόδιο μάρτυρα, ήτοι τον ΜΕ3, ούτως ώστε αυτή η παράλειψη να καθιστά τρωτή την αναφορά του ΜΥ
  39. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Frederikou Schools Co. Ltd. κ.ά. v. Acuac Inc.

(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ζητημάτων, και κυρίως χωρίς να δοθεί βάσιμη εξήγηση γι΄ αυτή την παράλειψη, καθιστά την εν λόγω μαρτυρία ως μη αμφισβητούμενη και η μαρτυρία που προσκομίζεται από την άλλη πλευρά δύναται να αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Άλλωστε ο ΜΕ3 ανέφερε σαφώς ότι είχε υποβληθεί μια αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η άδεια, Τεκμήριο 17, χωρίς ποτέ να αναφερθεί σε υποβολή παλαιότερης συναφούς αίτησης και έκδοσης προγενέστερης άδειας. Η δε αναφορά του ΜΥ2 ότι υπήρχε μια κλίση εδάφους μεταξύ των τεμαχίων του Ενάγοντος 1 και του Εναγομένου 1, γύρω στα 8-9μ. αντικρούεται επαρκώς από τον ΜΕ4 ο οποίος βασίστηκε στις φωτογραφίες και στα σχέδια του Κτηματολογίου. Ο ΜΥ2 επίσης βασίστηκε στα σχέδια, παρουσιάζοντας όμως μια εντελώς γενική και αόριστη θέση, ήτοι ότι τα δοντάκια που φαίνονται υποδεικνύουν υψομετρική διαφορά, χωρίς όμως να την προσδιορίζει, ενώ ο ΜΕ4 αναφέρθηκε μεν σε έντονο πρανές με κλίση μεταξύ 20 και 45%, το οποίο όμως, όπως δήλωσε, σε καμία περίπτωση δεν είναι κάθετο και ισοπεδωμένο και γκρεμός όπως δημιουργήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Η δε επιμονή του ΜΥ2 ότι οι εργασίες στις οποίες ο Εναγόμενος 1 προέβη ήταν μόνο καθάρισμα του πρανούς χωρίς επηρεασμό του φυσικού εδάφους, λόγω του ότι εκεί υπήρχαν μπάζα, σωλήνες και αγριόχορτα, αντικρούεται από τις διαπιστώσεις του Έπαρχου. Υπενθυμίζεται ότι η ομάδα από διάφορους τεχνικούς επισκέφθηκαν τον χώρο στην παρουσία τόσο του Εναγομένου 1 όσο και του ΜΥ2, και δεν έχει διαφανεί ότι οι ΜΥ2 και 3 διαφώνησαν με τις διαπιστώσεις των τεχνικών ως προς τη φύση των εργασιών που είχαν γίνει ή ως προς την ανάγκη κατασκευής τοίχου αντιστήριξης με οπλισμένο σκυρόδεμα, αλλά αντιθέτως προέβησαν στην υποβολή των αναγκαίων σχεδίων και εξασφάλισαν την άδεια την οποία δεν αμφισβήτησαν παρά μόνο ένα μήνα πριν τη λήξη της. Το Δικαστήριο απεκόμισε την εντύπωση ότι ο ΜΥ2 έδινε κάποιες απαντήσεις με υπεκφυγές, προφανώς για να αποφύγει να δώσει την ορθή διάσταση των γεγονότων. Ενδεικτικό αυτής της στάσης του ήταν η αδυναμία να θυμηθεί το περιεχόμενο της επιστολής του Έπαρχου, δηλώνοντας ότι με αυτή κλήθηκαν να λάβουν μέτρα, διστάζοντας να αναφερθεί για ποιο θέμα, και ακολούθως λέγοντας απλώς ότι ήταν για τις κατολισθήσεις χωμάτων του γείτονα για να αναφέρει στη συνέχεια ότι δεν θυμόταν. Επιπλέον, ενώ ο ΜΥ2 αναγνώρισε την κατάσταση της περιοχής ως αυτή απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 23, στη συνέχεια και πάλι με υπεκφυγές προσπάθησε να αποφύγει να απαντήσει ευθέως ως προς τη δημιουργηθείσα κατάσταση, αρνούμενος αρχικά ότι φαίνεται η τοποθέτηση πετρών σε λείο κατακόρυφο επίπεδο για να αναφέρει μετά ότι πιθανόν να είναι έτσι, όμως αυτό το σημείο με τις πέτρες δεν ήταν κοντά στο τεμάχιο της οικίας του Ενάγοντος 1 αλλά στο τεμάχιο 11, θέσεις οι οποίες αναιρούνται από τις ίδιες τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  1. Ακόμα και η θέση του ότι από τη στιγμή που η άδεια οικοδομής είχε λήξει δεν απαιτούντο να γίνουν οποιεσδήποτε περαιτέρω εργασίες, διατυπώθηκε και πάλι με κάποια υπεκφυγή και επιπολαιότητα. Είναι μεν ορθή η θέση πως με τη λήξη της άδειας δεν ήταν αναγκαία η συνέχιση των εργασιών ανέγερσης της κατοικίας, παραγνωρίζοντας συνάμα όμως ότι κάποιοι όροι αφορούσαν καθαρά στη στήριξη του εδάφους και στην προστασία της κατοικίας των Εναγόντων, κατάσταση η οποία είχε δημιουργηθεί από τις εκτελεσθείσες εργασίες και δεν ήταν αναστρέψιμη. Επίσης ο ΜΥ2 εξέφρασε θέσεις οι οποίες παρέμειναν παντελώς γενικές χωρίς να τις υποστηρίξει επιστημονικά. Τέτοια ήταν η θέση του ότι η κατοικία του Ενάγοντος 1 ήταν κτισμένη κοντά στο πρανές και λόγω του αργιλώδους εδάφους υπήρχαν υπόνοιες για φθορές στην κατοικία, θέση η οποία παρέμεινε πλήρως αόριστη και ατεκμηρίωτη. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η κατοικία του Ενάγοντος 1 ήταν κτισμένη στον γκρεμό και με τις βροχές και τους σεισμούς υπήρχε το ενδεχόμενο να έγινε διάβρωση, θέση η οποία αναιρείται από το γεγονός ότι εκδόθηκε άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για την κατοικία, όπως αναγνώρισε και ο ΜΕ
  2. Η έκδοση αυτών υποδηλοί ότι διασφαλίστηκε ο ορθός και ενδεδειγμένος τρόπος ανέγερσης της στη συγκεκριμένη περιοχή, ενώ η διάβρωση εκφράστηκε από τον μάρτυρα ως μια απλή πιθανότητα και εικασία. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τη θέση του ότι η έκθεση του ΜΕ4 περιέχει υπερβολές, χωρίς όμως να επεξηγήσει αυτή τη θέση του η οποία και πάλι παρέμεινε εντελώς γενική και ατεκμηρίωτη. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι ο ΜΥ2 κατέθεσε με αντικειμενικότητα, σαφήνεια και δίδοντας ολοκληρωμένες επιστημονικές θέσεις, ούτως ώστε η μαρτυρία του να μην κρίνεται αξιόπιστη και να απορρίπτεται στην ολότητα της. Ούτε και ο Εναγόμενος 1, ΜΥ3, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατ΄ αρχάς και ο ίδιος εξέφρασε τη θέση ότι μεταξύ του τεμαχίου του και αυτών του Ενάγοντος 1 υπάρχει έντονο πρανές και υψομετρική διαφορά περίπου 8-9μ., παραπέμποντας στον τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου του, Τεκμήριο
  3. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η ύπαρξη της διακεκομμένης γραμμής υποδηλοί υψομετρική διαφορά, όχι όμως το ύψος αυτής, και εν πάση περιπτώσει ο εν λόγω τίτλος δεν υποδείχθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων και ειδικότερα στους ΜΕ2-5 για να θέσουν τη δική τους άποψη επί αυτού. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος δημιούργησε το απότομο πρανές επαναλαμβάνοντας ότι προχώρησε μόνο σε καθαρισμό των σωλήνων, αγριόχορτων, ξύλων, μπετόν, σίδερων και ξένων χωμάτων, θέση η οποία αντικρούεται από τις επί τόπου διαπιστώσεις του Έπαρχου και τη σχετική μαρτυρία των ΜΕ3 και ΜΕ
  4. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ3 πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι είναι ο Ενάγων 1 που πέταξε όλα εκείνα τα αντικείμενα ενόσω ανασκεύαζε την κατοικία του, ισχυρισμός ο οποίος όμως προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο εκείνο και δεν υποβλήθηκε στον ΜΕ5, ο οποίος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ειδικά επί τούτου πέραν της γενικής του άρνησης περί ύπαρξης μπάζων κ.λπ. Και ο ισχυρισμός του ότι σκοπός της ανέγερσης του τοίχου αντιστήριξης για προστασία του δικού του ακινήτου και πάλι αναιρείται από τα όσα επεσυνέβησαν μέχρι και την έκδοση της άδειας οικοδομής. Η θέση του ότι η Επαρχιακή Διοίκηση προχώρησε στην επιβολή όρων για την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης με οπλισμένο σκυρόδεμα χωρίς να διερευνήσει την καταγγελία εναντίον του και να εξετάσει το δικό του παράπονο και πάλι δεν βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα γεγονότα. Αφενός, σαφώς η επίσκεψη του Έπαρχου και η επιβολή όρων ήταν το απότοκο της καταγγελίας του Ενάγοντος 1 και των διαπιστώσεων του Έπαρχου και αφετέρου το παράπονο του Εναγομένου 1 υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα και δη ένα μήνα πριν τη λήξη της άδειας, χωρίς ο ίδιος να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την ακύρωση αυτής. Και η θέση του ότι η κατοικία του Ενάγοντος 1 κτίστηκε στην άκρη του πρανούς και ή του γκρεμού δεν κρίνεται βάσιμη ενόψει της υπόλοιπης μαρτυρίας αναφορικά με την έκδοση άδειας και πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, ενώ οι θέσεις του πως η κοννώδης φύση της περιοχής ενισχύει το ότι οι εργασίες καθαρισμού δεν επηρέασαν την κατοικία του Ενάγοντος 1 και πως τα όμβρια ύδατα από την αυλή του ρίχνονταν από τις υδρορροές εντός του πρανούς στην κατοικία του και προκαλούσαν διάβρωση του εδάφους και ενδεχομένως κατολίσθηση αυτού, παρέμειναν γενικές και ατεκμηρίωτες. Δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει την όποια γνώση του μάρτυρος αναφορικά με τέτοια ζητήματα ούτως ώστε να είναι σε θέση να εκφράσει τέτοιες θέσεις επί εξειδικευμένων θεμάτων. Αντιθέτως μάλιστα ο ίδιος δήλωσε ότι δεν κατέχει γνώσεις για οικοδομές. Ο Εναγόμενος 1 απορρίπτει την πρόκληση των ρωγμών στην κατοικία του Ενάγοντος 1, την κατάρρευση της αυλής και την κατολίσθηση της εξέδρας, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση, παρά μόνο ότι η αυλή πάντοτε είχε αυτή τη μορφή και η εξέδρα αιωρείτο. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τη θέση του ότι το κόστος αποκατάστασης των ζημιών είναι υπερβολικό, χωρίς όμως να τεκμηριώσει αυτή του τη θέση. Μάλιστα, η θέση του ότι δεν είναι δυνατό να απαιτείται από αυτόν η ανέγερση τοίχου από τη στιγμή που δεν προχώρησε η ανάπτυξη του ακινήτου του δημιούργησε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι αυτός απλώς ήθελε να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης, παραγνωρίζοντας ότι η κατασκευή του τοίχου αποσκοπεί στην προστασία της περιουσίας του Εναγόντος 1 λόγω των εργασιών στις οποίες ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 προέβη, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Έπαρχου. Απέρριψε τη θέση ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της κατοικίας του Ενάγοντος 1 λέγοντας ότι εδώ και έντεκα έτη αυτή δεν έχει καταρρεύσει. Παρόλο που πράγματι η κατοικία δεν έχει καταρρεύσει, εντούτοις σύμφωνα με την επιστημονική άποψη του ΜΕ4, έχουν ήδη προκληθεί ζημιές σε αυτή οι οποίες εξακολουθούν να συνεχίζονται. Τέλος, η θέση του ότι τα σύνορα των υπό κρίση τεμαχίων δεν είναι όπως του έχουν υποδειχθεί κατά την εξωτερική οριοθέτηση του ακινήτου του με παραπομπή και στη φωτογραφία, Τεκμήριο 39, δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα. Είναι άξιον απορίας πως ο ίδιος επέμενε ότι υπέβαλε αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς, ενώ κάτι τέτοιο αντικρούεται από την υπόλοιπη μαρτυρία και ειδικότερα το Τεκμήριο
  5. Υπενθυμίζεται η μαρτυρία του ΜΕ1 και του Κτηματολογίου (επιστολή, Τεκμήριο 21) καθώς επίσης και η παρουσίαση της φωτογραφίας σε καθυστερημένο στάδιο χωρίς αυτή να υποδειχθεί στους μάρτυρες των Εναγόντων. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όταν του υπεδείχθη το Τεκμήριο 1, στο οποίο φαινόταν μόνο το σημείο το οποίο σημείωσε ο ΜΕ1, ήταν εμφανής η άρνηση του Εναγομένου 1 να τοποθετηθεί επί τούτου, δεικνύοντας έτσι την αμηχανία και τη δυσκολία αντίκρουσης της θέσης του δικηγόρου των Εναγόντων. Ιδιαίτερη έκπληξη προκάλεσε η αναφορά στην αντεξέταση του ότι πριν την καταχώριση της Αγωγής, είχαν συνεννοηθεί με τον Ενάγοντα 1 όπως ο τελευταίος του δώσει αποζημίωση για την επέμβαση επί του ακινήτου του και προβεί στην κατασκευή τοίχου αντιστήριξης, θέσεις οι οποίες προβλήθηκαν πολύ καθυστερημένα και έτσι δεν γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Τέλος, παρατηρείται και μια αντίφαση μεταξύ του ίδιου και του ΜΥ
  6. Ενώ ο ΜΥ2 απέδωσε στον Εναγόμενο 1 την πρόταση για κατασκευή τοίχου αντιστήριξης με πέτρες, ο Εναγόμενος 1 αναίρεσε αυτή τη θέση λέγοντας ότι είναι ο ΜΥ2 που την είχε προτείνει ως ειδικός, όπως άλλωστε παραδέχθηκε ευθέως πως δεν είχε οποιεσδήποτε τεχνικές γνώσεις για οικοδομές. Η θέση του ότι ο τοίχος με τις πέτρες δεν κτίστηκε κατακόρυφα αλλά σε σκαλιά καταρρίπτεται από τις φωτογραφίες των Τεκμηρίων 22 και 23, στις οποίες φαίνεται η κατακόρυφη τοποθέτηση αυτών. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του Εναγομένου 1 χαρακτηρίζεται από γενικόλογες και ατεκμηρίωτες θέσεις, απόψεις επί θεμάτων για τα οποία δεν ήταν ειδικός και κυρίως θέσεις οι οποίες σαφώς αντικρούονται και αντιφάσκουν με υπόλοιπη κοινώς αποδεκτή ή αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ή παρουσιάστηκαν στο πολύ καθυστερημένο στάδιο της δικής του μαρτυρίας μόνο. Το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι γενικά στόχευε στην αποποίηση οποιασδήποτε ευθύνης εκ μέρους του, ειδικότερα, όπως ο ίδιος ανέφερε, ενόψει της οικονομικής αδυναμίας του ίδιου να προχωρήσει με την ανέγερση της κατοικίας, εξ ου και μεταβίβασε το ακίνητο στην αδελφή του. Η δικηγόρος των Εναγομένων εισηγήθηκε ότι η παράλειψη κλήσης των Εναγόντων και ειδικότερα του Ενάγοντος 1 να δώσει μαρτυρία, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, δημιουργεί κενά και αναπάντητα ερωτηματικά, και αφήνει μετέωρη την απαίτηση των Εναγόντων η οποία υπόκειται σε απόρριψη. Στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η μη κλήση των Εναγόντων από μόνη της δεν δημιουργεί οποιοδήποτε ζήτημα όσον αφορά την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων και την κατάληξη σε ανάλογα ευρήματα. Άλλωστε, όπως έχει διαφανεί, το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων για τους Ενάγοντες δυνάμει της οποίας προκύπτουν και τα γεγονότα της υπόθεσης. Το κατά πόσο η απαίτηση των Εναγόντων αποδεικνύεται είναι κάτι το οποίο θα κριθεί κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, χωρίς όμως να εξαρτάται από τη μη παρουσία των Εναγόντων και δη του Ενάγοντος 1 η οποία εκ προοιμίου δεν οδηγεί την Αγωγή σε απόρριψη. Με βάση την ως άνω αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων για τους Ενάγοντες ως πλήρως αξιόπιστη, το Δικαστήριο προβαίνει και στα ακόλουθα ευρήματα: 1) Περί τον Σεπτέμβριο του 2008 ο Εναγόμενος 1 προέβη σε εκσκαφές στο ακίνητο του, τεμάχιο 232, στην πλευρά που συνορεύει με τα τεμάχια 8, 9 και 224, με σκοπό την ανέγερση τοίχου αντιστήριξης και κατοικίας. 2) Στα πλαίσια των εκσκαφών, το έδαφος στο τεμάχιο 232 ισοπεδώθηκε, προκαλώντας ένα κατακόρυφο ύψος 9μ. σε σχέση με τα ακίνητα και την κατοικία του Ενάγοντος
  7. Επίσης ο Εναγόμενος 1 ξεκίνησε να τοποθετεί πέτρες ως τοίχο, ξεκινώντας αρχικά από το τεμάχιο 11 και φθάνοντας μέχρι την κατοικία του Ενάγοντος 1, όπως απεικονίζεται στις φωτογραφίες ημ. 11.10.08 οι οποίες επισυνάπτονται στην έκθεση ημ. 13.10.08, Τεκμήριο
  8. 3) Αυτή η κατάσταση διαπιστώθηκε και από τον Έπαρχο, εξ ου και η άδεια οικοδομής η οποία εκδόθηκε την 1.12.09, Τεκμήριο 17, προνοούσε για την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης ο οποίος θα εδράζεται σε πασσάλους από οπλισμένο σκυρόδεμα, σύμφωνα με το σχέδιο που υπεβλήθη από τον ΜΥ2, Τεκμήριο 37, και για την αφαίρεση των όγκων πετρών που είχαν τοποθετηθεί. 4) Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε προέβη στην κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης και στη μετακίνηση των πετρών, ως οι όροι της άδειας οικοδομής, ενώ μετά και τη λήξη της άδειας, αυτός δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη εργασία. 5) Σύμφωνα με την έκθεση του ΜΕ4, Τεκμήριο 22, συνεπεία των εν λόγω εργασιών στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος 1, υπάρχει ανάγκη άμεσης αντιστήριξης πρανών ύψους από 7 μέχρι και 9,5μ.. Όπως αναφέρεται στην έκθεση και γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο, το έδαφος αποτελείται από κώνο με μικρά ποσοστά χαβάρας, είναι πολύ ασταθές και αυξομειώνει τον όγκο του ανάλογα με την περιεκτικότητα σε υγρασία η οποία μεταβάλλεται ανάλογα με καιρικές συνθήκες, έχει πολύ μικρή αντοχή σε πίεση που μεταβάλλεται ανάλογα με το ποσοστό υγρασίας και πολύ μεγάλη γωνία τριβής εδάφους. Πολύ κοντά στο τοίχωμα αντιστήριξης υπάρχουν διώροφες κατοικίες (συμπεριλαμβανομένης αυτής του Ενάγοντος 1) που προκαλούν επιπρόσθετες πλευρικές πιέσεις, οι αναμενόμενες ενεργητικές ωθήσεις είναι αυξημένες λόγω της συγκέντρωσης όμβριων ενόψει της ελεύθερης επιφάνειας του χώματος μεταξύ του υπό κατασκευή τοιχώματος, και από το βάρος των χωμάτων, το τόσο μεγάλο ελεύθερο ύψος των 9,5μ. θα επιφέρει μεγάλες οριζόντιες δυνάμεις επί του υπό κατασκευή τοιχώματος. Σύμφωνα με τον ΜΕ4, το υφιστάμενο τοίχωμα αντιστήριξης προσφέρει μικρή αντίσταση σε οριζόντιες επιπονήσεις, και η μέθοδος κατασκευής του είναι ανεπαρκής και με βεβαιότητα κατάρρευσης όταν συμπληρωθεί το χώμα από πίσω. Επίσης η κατοικία στα τεμάχια 8 και 9 αντιμετωπίζει κίνδυνο πρόκλησης ζημιών αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα προστασίας του πρανούς από νερά, όμβρια και αέρα. 6) Σύμφωνα με την έκθεση ημ. 18.3.10, Τεκμήριο 23, του ΜΕ4, και τις επισυνημμένες φωτογραφίες ημ. 4.3.10, το χώμα στο απότομο πρανές που δημιουργήθηκε με τις εκσκαφές σκάζει συνεχώς, ο όγκος των χωμάτων που έχει κατολισθήσει φαίνεται καθαρά, ήδη είχε αρχίσει να φαίνεται το θεμέλιο της κατοικίας του Ενάγοντος 1, όπως φαίνεται στη φωτογραφία (σελ. 3, ημ. 4.3.10), η φύση του χώματος και η μεγάλη περιεκτικότητα σε άργιλο το καθιστά ασταθές, λόγω των βροχών αλλά και της έκθεσης σε ατμοσφαιρικό αέρα και υγρασία, και περαιτέρω κατολίσθηση εγκυμονεί κίνδυνο αστοχίας και κατάρρευσης της κατοικίας. Επίσης, όπως ανέφερε προφορικά ο ΜΕ4, και φαίνεται στις φωτογραφίες ημ. 4.3.10 του Τεκμηρίου 23, μεταξύ των ογκόλιθων είχαν τοποθετηθεί μικρά κομμάτια από πέτρες οι οποίες δεν ήταν ικανές να γεμίσουν τα κενά και να αντέχουν στις δυνάμεις, εξ ου και αυτός ο τοίχος αντιστήριξης έχει αστοχήσει. 7) Ειδικότερα, εμφανίστηκαν ζημιές στην αυλή, όπου τεμάχιο πλάτους 60εκ. και μήκους 120εκ. έχει ήδη κατολισθήσει, στον τοίχο στο σαλόνι της οικίας παρουσιάζονται μικρές ρωγμές και η γραμμή του δαπέδου κατά μήκος του βόρειου τοίχου παρουσιάζει σε σχέση με το κέντρο καθίζηση από 5 έως 10μμ. 8) Όπως αναφέρεται στην έκθεση ημ. 24.2.15, Τεκμήριο 25, του ΜΕ4, υπήρξαν περαιτέρω κατολισθήσεις, ο όγκος των χωμάτων όμως δεν ήταν τόσος ώστε να προκαλέσει την κατάρρευση της οικοδομής. Όπως απεικονίζεται και στις πρόσφατες φωτογραφίες, έχει καταρρεύσει το ανατολικό τμήμα του τοίχου από ογκόλιθους ύψους 3μ. και μήκους 8μ., έχει καταρρεύσει η θεμελιοδοκός και το ξύλινο περιτοίχισμα στο βόρειο σύνορο της κατοικίας προς το πρανές μαζί με μέρος του χώματος της αυλής, έχει καταρρεύσει τοιχαράκι από ξηροπέτρι, έχουν κατολισθήσει σημαντικές ποσότητες χωμάτων σε βαθμό που έχει αποκαλυφθεί η κάτω πλευρά της κύριας βόρειας θεμελιοδοκού της κατοικίας και είναι ορατό το χάσμα πλάτους περί τα 10εκ. στο υφιστάμενο χώμα, το οποίο είναι ένδειξη ότι το χώμα του πρανούς συνεχίζει να κατολισθαίνει και μάλιστα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. 9) Σύμφωνα με τον ΜΕ4, η βλάστηση δέντρων, χωμάτων και θάμνων σε συνδυασμό με τον άργιλο λειτούργησε ευνοϊκά για τη θεμελίωση του εδάφους, χωρίς αυτό να καταρρεύσει μέχρι σήμερα. 10) Ήταν εξαρχής η άποψη του ΜΕ4, η οποία γίνεται πλήρως δεκτή, ότι ως ελάχιστο προστατευτικό μέτρο μέχρι την οριστική αντιστήριξη των χωμάτων στο πρανές, είναι η κατασκευή κατάλληλου τοιχώματος αντιστήριξης, ήτοι η τοποθέτηση σε όλη την επιφάνεια του πρανούς σχάρας οπλισμού Υ8/15 και η κατασκευή σκυροδέματος πάχους τουλάχιστον 10εκ. με τη μέθοδο της εκτόξευσης ταχύπηκτου σκυροδέματος. 11) Η δε μόνιμη θεραπεία για αντιμετώπιση της κατάστασης είναι η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης στη γραμμή του συνόρου με τα γειτονικά τεμάχια (του Ενάγοντος 1) από οπλισμένο σκυρόδεμα με τη χρήση και εμπήξεις πασσάλων για τη θεμελίωση του, μεγάλων διαστάσεων σε μεγάλο βάθος και οι οποίοι να είναι πυκνοί και να συνεχίζουν μέχρι τουλάχιστον τα 2/3 του ύψους του τοίχου αντιστήριξης. 12) Τέλος, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατάσταση στην περιοχή κατά τις 25.1.19 είναι όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, Τεκμήριο
  9. II. Νομική Ανάλυση Παρά το γεγονός ότι στην έκθεση απαίτησης δεν αναφέρεται ρητώς η βάση αγωγής, εντούτοις είναι η θέση και των δύο πλευρών, όπως άλλωστε προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, πως αυτή βασίζεται στα αστικά αδικήματα της παράνομης επέμβασης και της ιδιωτικής οχληρίας. Σημειώνεται πως η εισήγηση των Εναγομένων ότι η έκθεση απαίτησης δεν δύναται να βασίζεται στην παράνομη επέμβαση λόγω του ότι οι οποιεσδήποτε εργασίες από τον Εναγόμενο 1 έγιναν εντός του δικού του ακινήτου αφορά στο κατά πόσο έχει αποδειχθεί τέτοια βάση αγωγής και επομένως θα εξεταστεί κατωτέρω. Οι Ενάγοντες επικαλούνται ως βάση αγωγής και την αμέλεια, η οποία επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και τις δοθείσες λεπτομέρειες, η οποία θα τύχει εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Medcon Constructions Ltd v. Ευαγγέλου
(1998)1 Α.Α.Δ. (Α) 565, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Περαιτέρω, με βάση τα δικόγραφα και την ενώπιόν του μαρτυρία το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο εύρημα ότι η αγωγή ήταν θεμελιωμένη και στο αδίκημα της οχληρίας, παρόλον ότι η βάση της αγωγής αυτής δεν αναφερόταν ρητά στα δικόγραφα αλλά προέκυπτε από τα ουσιώδη γεγονότα που περιγράφονταν εκεί. (Stylianou ν. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, 552 και Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους, Π.Ε. 6831, ημερ. 11.5.90).» Στην παρούσα περίπτωση διαπιστώνεται από την έκθεση απαίτησης των Εναγόντων πως τα ουσιώδη περιγραφόμενα σε αυτή γεγονότα αναφέρονται και αποδίδουν στους Εναγόμενους ότι μέσω εργασιών στη δική τους περιουσία διέπραξαν και ευθύνονται για (
  1. i)παράνομη πρόκλησης ζημιάς στην περιουσία των Εναγόντων (
  2. ii)παρέμβαση στην εύλογη χρήση και απόλαυση της περιουσίας των Εναγόντων και ή (iii) αμέλεια κατά την εκτέλεση εργασιών στην περιουσία των Εναγομένων η οποία επηρεάζει την ιδιοκτησία των Εναγόντων. ΙΙ.Α Παράνομη Επέμβαση Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία ορίζεται στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, ως εξής: «Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, τόμος 1, σελ. 130, το αδίκημα της παράνομης επέμβασης δύναται να διαπραχθεί με διάφορους τρόπους όπως αυτοί καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Σαφώς, σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η Αγωγή αυτή δεν βασίζεται ούτε και αφορά σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη παρέμβαση σε περιουσία. Αφορά σε παράνομη πρόκληση ζημιάς στην περιουσία των Εναγόντων. Και τούτο καθότι, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι εργασίες οι οποίες εκτελέστηκαν στο τεμάχιο 232 προχώρησαν σε βαθμό που επηρέασαν και προκάλεσαν ζημιά στην κατοικία και στην αυλή που βρίσκονται στα γειτονικά τεμάχια 8, 9 και 224. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Παπαχριστοφόρου v. Καπνίση κ.ά.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 244, στην οποία η εφεσείουσα - ενάγουσα, ιδιοκτήτρια και κάτοχος δύο συνεχόμενων κτημάτων στο χωριό Άγιος Θεόδωρος της επαρχίας Λεμεσού κίνησε αγωγή εναντίον των εφεσίβλητων - εναγομένων για παράνομη επέμβαση στα κτήματα της, η οποία, όπως ισχυρίζετο, προκλήθηκε από τη διαπλάτυνση δημόσιου μονοπατιού που συνορεύει με τα κτήματα της με τη χρήση εκσκαφέα, για πρόσβαση στα δικά τους κτήματα. Οι εφεσίβλητοι 1 και 2 ήταν ιδιοκτήτες κτημάτων που θα εξυπηρετούντο από τη διαπλάτυνση. Ο εφεσίβλητος 3 ήταν ο οδηγός του εκσκαφέα με τον οποίο έγινε η διαπλάτυνση. Η κατ΄ ισχυρισμό ζημιά αφορούσε την κατολίσθηση μέρους της δόμης των κτημάτων της εφεσείουσας η οποία συνέβηκε μερικούς μήνες αργότερα και αφού προηγήθηκε βροχόπτωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρόλο που δέχθηκε τη μαρτυρία της εφεσείουσας και των μαρτύρων της ως ορθή και αληθή κατέληξε ότι τα γεγονότα τα οποία επικαλέσθηκε η εφεσείουσα δεν αποδείκνυαν την παράνομη επέμβαση που ήταν και η μόνη αιτία της αγωγής και απέρριψε την αγωγή. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, προβαίνοντας στις ακόλουθες παρατηρήσεις: «Σημειώνουμε εδώ ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με ανάλυση της νομικής πτυχής της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Όμως το εύρημα του ότι δεν υπήρξε επέμβαση με το να εισέλθουν οι εφεσίβλητοι στα κτήματα της εφεσείουσας δεν έχει αμφισβητηθεί. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38, σελ. 740 παραγρ. 1205, διαβάζουμε τα εξής: «Where there is no act of direct intrusion on another person's property, liability in trespass does not arise though liability may arise in nuisance or negligence.» Σε δική μας μετάφραση: «Όπου δεν υπάρχει άμεση παρείσδυση στην περιουσία του άλλου, τότε δεν υπάρχει ευθύνη για παράνομη επέμβαση αλλά μπορεί να υπάρξει ευθύνη για οχληρία ή αμέλεια.» Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση σελ. 230 παραγ. 3-38, φαίνεται ότι σε περιπτώσεις όπως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που ο ισχυρισμός της εφεσείουσας είναι ότι η διαπλάτυνση του μονοπατιού έγινε με τρόπο που οδήγησε στην μελλοντική υποχώρηση της δόμης, στοιχειοθετείται μάλλον αμέλεια και όχι παράνομη επέμβαση. Βέβαια με βάση το άρθρο 43 του δικού μας περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η παράνομη επέμβαση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους ως εξής:
(1)Με οποιαδήποτε παράνομη είσοδο στην περιουσία ή
(2)οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή
(3)με παράνομη παρέμβαση σε τέτοια περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο. Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο με το να αναφέρει ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η αιτία της πτώσης της δόμης που έγινε σε αργότερο στάδιο ήταν η διαπλάτυνση του μονοπατιού, δείχνει ότι εξέτασε την υπόθεση και με βάση τη
(2)από τις πιο πάνω πτυχές της παράνομης επέμβασης, δηλαδή με το κριτήριο της παράνομης πρόκλησης ζημιάς και όχι μόνο κατά πόσο εισήλθαν οι εφεσίβλητοι στα κτήματα της εφεσείουσας. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατάληξε ότι δεν υπήρχε επέμβαση στο κτήμα της εφεσείουσας. Ήταν λογικά εφικτό να καταλήξει ότι από την ενώπιον του μαρτυρία, τα γεγονότα ήσαν τέτοια που δεν ήταν εύλογο να καταλήξει σε εύρημα ότι η δόμη που χάλασε λίγους μήνες αργότερα, όταν έβρεξε, ήταν λόγω της διαπλάτυνσης του μονοπατιού. Παρόλο που δέχθηκε τη μαρτυρία της εφεσείουσας και του εφεσίβλητου 2 ότι για 50 χρόνια η δόμη δεν είχε χαλάσει, όμως στην απουσία μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, δεν ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι η δόμη χάλασε λόγω της διαπλάτυνσης και εκβάθυνσης του μονοπατιού. Ο εφεσίβλητος 2, του οποίου τη μαρτυρία επικαλείται η πλευρά της εφεσείουσας, δεν είπε ότι η αιτία που χάλασε η δόμη ήταν η διαπλάτυνση. Ότι χρειαζόταν μαρτυρία εμπειρογνώμονα υποστηρίζεται και από νομολογία στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο. (βλ. Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1285). Στη σελ. 1287 της εν λόγω υπόθεσης αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν δόθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, όπως συνηθίζεται σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, μαρτυρία από το αρμόδιο κτηματολογικό τμήμα, μήτε οποιουδήποτε εμπειρογνώμονα, αρχιτέκτονα ή πολιτικού μηχανικού, για να αποδειχθεί η ουσία των ισχυρισμών της εφεσείουσας, ευθύνη και υποχρέωση βέβαια που είχε η ίδια.» Στην υπό κρίση περίπτωση, τα ευρήματα του Δικαστηρίου με βάση τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, ΜΕ4, είναι ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες στη συγκεκριμένη περιοχή, ήτοι η ισοπέδωση του πρανούς η οποία δημιούργησε μια κατακόρυφη κλίση ύψους 9μ. και η αρχική αστοχία και μετέπειτα κατάρρευση των πετρών που είχαν τοποθετηθεί ως τοίχος, επηρέασαν τα θεμέλια της κατοικίας του Ενάγοντος 1 και προκάλεσαν ζημιές στο εσωτερικό της κατοικίας, στην αυλή και στην αιωρούμενη ξύλινη εξέδρα. Θεωρώ ότι κατ΄ αναλογία με την ως άνω υπόθεση αυτές εμπίπτουν εντός της δεύτερης κατηγορίας της παράνομης επέμβασης, ανεξαρτήτως του ότι δεν υπήρξε είσοδος εντός των τεμαχίων 8, 9 και 224, ήτοι ότι προκλήθηκε ζημιά στην ιδιοκτησία άλλου από πράξεις των Εναγομένων. Στην υπόθεση Γεωργίου v. Ματθαίου κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 587 η εφεσείουσα - ενάγουσα, ιδιοκτήτρια δύο όμορων κτημάτων στο χωριό Λιμνάτι κίνησε αγωγή εναντίον των εφεσίβλητων - εναγομένων αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στα κτήματα της, η οποία, όπως ισχυρίζετο, προκλήθηκε από τη διαπλάτυνση, με εκσκαφέα, δημόσιας διάβασης η οποία βρίσκεται μεταξύ των κτημάτων της και κτήματος της εφεσίβλητης 2. Αποτέλεσμα της επέμβασης αυτής ήταν, μεταξύ άλλων, η αλλοίωση του επιπέδου των κτημάτων της σε σχέση με τη διάβαση, με περαιτέρω αποτέλεσμα τα χώματα να υποχωρούν, η δημιουργία όχθου μεταξύ των κτημάτων και της διάβασης και η κατακράτηση για τη διάβαση λωρίδας γης μήκους δέκα και πλάτους ενάμιση μέτρων, περίπου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει την επέμβαση στην ιδιοκτησία της. Το Εφετείο αποφάσισε ότι λανθασμένα το Δικαστήριο έκρινε την απαίτηση με βάση τον πρώτο τρόπο διάπραξης του αδικήματος της παράνομης επέμβασης και ότι, με βάση τη δικογραφημένη θέση, όφειλε να εξετάσει και τους τρεις τρόπους επέμβασης. Λόγω της αδυναμίας του Εφετείου να καταλήξει σε ευρήματα, διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (ανωτέρω), σελ. 131, η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Σύμφωνα με την υπόθεση Γλυκύς v. Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 654, η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος. Εξαίρεση ως προς το ότι ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δύναται να ενάγει για παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, συνιστά η περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα - βλ. Λάμπρου κ.ά. v. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται η απόδειξη ζημιάς, αν όμως δεν αποδειχθεί ζημιά μπορούν να δοθούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 και Παπακόκκινου κ.ά. v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379. Το βάρος απόδειξης της παράνομης επέμβασης φέρει ο ενάγων. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει χωρίς δυσκολία ότι οι εργασίες εντός του τεμαχίου 232 διενεργήθησαν με τέτοιο τρόπο που ουσιαστικά επενέβησαν και διαμόρφωσαν το πρανές και την υπάρχουσα φυσική κλίση, προκαλώντας μια κατακόρυφη κλίση και κατολίσθηση των χωμάτων σε σημείο που φαίνονται και επηρέασαν τα θεμέλια της κατοικίας και δημιούργησαν ζημιές. Επομένως πρόκειται για παράνομες ενέργειες οι οποίες μάλιστα έγιναν εν γνώσει του Εναγομένου 1 περί του ότι αυτές δεν ήταν οι κατάλληλες και οι προβλεπόμενες, λαμβανομένης υπόψιν της φύσης της περιοχής και της μορφολογίας του εδάφους, εφόσον αυτές εκτελέστηκαν κατά (αυθαίρετη και αδικαιολόγητη) παρέκκλιση σε σχέση με τους όρους της άδειας οικοδομής οι οποίοι, όπως αναγράφεται και στην άδεια, απέβλεπαν στην προστασία και στήριξη της γειτονικής επίδικης κατοικίας. Παρόλο που οι εργασίες εκτελέστηκαν από τον Εναγόμενο 1, εντούτοις η δημιουργηθείσα κατάσταση παρέμεινε η ίδια και κατά τη μεταβίβαση του τεμαχίου 232 στους Εναγόμενους 2 και 3, η οποία (κατάσταση) εξακολουθεί να προκαλεί ζημιές στην περιουσία των Εναγόντων. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των Εναγομένων να αποδείξουν ότι οι πράξεις τους δεν ήταν παράνομες (P. & A. Enterprises (Larnaca) Ltd v. Louis Tourist Agency Ltd
(1987)1 C.L.R.142), το οποίο και δεν έχουν αποσείσει εφόσον εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία τους δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (ανωτέρω), σελ. 133, οι θεραπείες που προσφέρονται στον ενάγοντα είναι αποζημιώσεις και ή διάταγμα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ttantis v. Hadjimichael and another
(1982)1 C.L.R. 301 (η οποία σημειώνεται ότι αφορούσε την τοποθέτηση σωλήνων κάτω από την επιφάνεια του εδάφους) και Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ v. Σπύρος Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 327. Στην τελευταία υπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «Έχοντας υπόψη πως η παρουσία των συσκευών στο χώρο του φωταγωγού αποτελούσε χωρίς αμφιβολία παράνομη επέμβαση, βρίσκουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε άλλη εκλογή κάτω από τις συνθήκες παρά να διατάξει τη μετακίνηση τους για να τερματιστεί έτσι η παρανομία. Οποιαδήποτε άλλη απόφαση για αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσε πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εναγόντων.» ΙΙ.Β Ιδιωτική Οχληρία Το άρθρο 46 του Κεφ. 148 ορίζει το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας ως εξής: «Ιδιωτική οχληρία συνίσταται στο ότι πρόσωπο επιδεικνύει συµπεριφορά ή διεξάγει τις εργασίες του ή χρησιµοποιεί ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, µε τρόπο ώστε κατά συνήθεια να παρεµβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση, αφού ληφθούν υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίνητης ιδιοκτησίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου: Νοείται ότι ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζηµίωσης σε σχέση µε ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζηµιά.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, σελ. 147, οι κυριότερες διαφορές μεταξύ των αδικημάτων της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας είναι αφενός ότι η οχληρία αφορά έμμεσες επεμβάσεις σε ακίνητη περιουσία ενώ η παράνομη επέμβαση άμεσες και αφετέρου ότι η παράνομη επέμβαση είναι αγώγιμη per se ενώ στην οχληρία απαιτείται η απόδειξη ζημιάς. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2008)1(Β) 746 για το αδίκημα της οχληρίας: «Σκοπός του συγκεκριμένου αστικού αδικήματος είναι η προστασία της εύλογης χρήσης και απόλαυσης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Νόμος, στην ουσία προσπαθεί να διατηρήσει ένα ισοζύγιο μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων, αφ' ενός του ιδιοκτήτη τεμαχίου γης από του να χρησιμοποιεί την ιδιοκτησία του όπως ο ίδιος νομίζει καλύτερα και αφ' ετέρου, του δικαιώματος του γείτονα του για εύλογη απόλαυση της δικής του ιδιοκτησίας (βλ. Sedleigh - Denfield v. O´Callaghan [1940] AC 880 στη σελ. 903). Είναι φανερό ότι η χρήση της γης θα πρέπει να είναι παράνομη, με την έννοια ότι θα πρέπει να διαπιστωθεί παράλογη χρήση της. Με βάση το νόμο, ο ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας, βασικά έχει δύο θεραπείες. Η πρώτη, είναι αυτή των αποζημιώσεων για τη ζημιά που προκλήθηκε και η δεύτερη και πιο σημαντική, της έκδοσης διατάγματος ώστε να σταματήσει η συνέχιση της οχληρίας ή, όπου είναι δυνατό, η άρση της. Στη δεύτερη περίπτωση, το Δικαστήριο ενδιαφέρεται περισσότερο στο να προστατεύσει τον ενάγοντα από περαιτέρω ζημιά (Βλ. Clerk and Lindsell on Torts, 15η Έκδοση, παράγρ. 23-18 και Winfield and Jolowicz on Tort, 10η Έκδοση, σελ. 320).» Η υπόθεση Ιωαννίδης v. Σάββα
(1984)1 J.S.C. 186 προσφέρει επίσης χρήσιμη καθοδήγηση ως προς τα συστατικά του αδικήματος της οχληρίας. Η υπόθεση Κωνσταντίνου v. Παντελή
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1547 προσομοιάζει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο εφεσίβλητος, του οποίου το κτήμα συνόρευε με το κτήμα της εφεσείουσας, ισοπέδωσε το κτήμα του, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει η υψομετρική διαφορά που υπήρχε μεταξύ των δύο κτημάτων κατά μήκος των συνόρων τους. Η εφεσείουσα ανήγειρε τοίχο αντιστήριξης για προστασία του κτήματος της από μελλοντικές κατολισθήσεις. Η εφεσείουσα κίνησε αγωγή αξιώνοντας διάταγμα για αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε σε αυτήν και το ακίνητο της ο εφεσίβλητος, κατασκευάζοντας τον τοίχο αντιστήριξης ή την καταβολή ποσού ΛΚ14.500 που αντιπροσώπευε τη δαπάνη για την κατασκευή του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στη θέση ότι η μαρτυρία δεν οδηγούσε σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ακριβή θέση της εδαφικής τομής και επίσης ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει πραγματική ζημιά στο κτήμα της που να οφείλεται στις πράξεις του εναγομένου και απέρριψε την αγωγή. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και ανέφερε τα ακόλουθα: «Το άρθρο 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, παρέχει τον ορισμό της ιδιωτικής οχληρίας. Περαιτέρω προβλέπει ότι ο ενάγων δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις για ιδιωτική οχληρία, εκτός αν έχει υποστεί από αυτήν ζημιά. Σύμφωνα με το Κοινό Δίκαιο ένας ιδιοκτήτης ακινήτου δικαιούται όπως η γη του υποστηρίζεται από τη γη του γείτονά του και έχει νόμιμη αξίωση αν θετικές ενέργειες του γείτονα έχουν ως αποτέλεσμα την κατάρρευση του ακινήτου του. Για να ευσταθήσει αγωγή για παραβίαση του δικαιώματος στήριξης θα πρέπει να αποδειχθεί ουσιαστική καθίζηση του εδάφους (Aletrari v. Paroudi 24 C.L.R. 269). Είναι φανερό ότι η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει πραγματική ζημιά στο κτήμα της που να οφείλεται στις πράξεις του εναγόμενου. Παρέλειψε ουσιαστικά να αποδείξει ότι το ακίνητο της έχει, μέχρι την έγερση της αγωγής, υποστεί πραγματική και ουσιαστική ζημιά, υποκείμενη σε εκτίμηση. Η ύπαρξη κινδύνου, ή ενδεχομένου κινδύνου, όπως είναι η πιθανότητα κατάρρευσης ή διάβρωσης του κτήματος, δεν αποτελεί υφιστάμενη ήδη κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής ζημιά.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπό κρίση περίπτωση, σε αντίθεση με την προαναφερόμενη υπόθεση, έχει καταδειχθεί, με μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα πολιτικού μηχανικού, η ζημιά η οποία συνίσταται στην κατολίσθηση των χωμάτων και στον επηρεασμό των θεμελίων της κατοικίας, στην πρόκληση ρωγμών στο εσωτερικό αυτής και στην κατολίσθηση μέρους της αυλής για την οποία (ζημιά) διαπιστώθηκε ότι προκλήθηκε από τις εργασίες στο τεμάχιο 232 και ήταν προβλεπτή, κυρίως ενόψει και των όρων της άδειας οικοδομής τους οποίους ο Εναγόμενος 1 επέλεξε να αγνοήσει παντελώς. Σαφώς πρόκειται για πρόκληση ζημιάς η οποία συνεχίζει να επεκτείνεται και όχι για απλό ενδεχόμενο μελλοντικό κίνδυνο, ως η εισήγηση της δικηγόρου των Εναγομένων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιωαννίδης v. Σάββα (ανωτέρω), η πρόκληση φυσικής ζημιάς ή βλάβης στη γη του ενάγοντα από ενέργειες του εναγομένου στοιχειοθετεί οχληρία. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Medcon Constructions Ltd v. Ευαγγέλου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε την πρόκληση ρωγμών σε παρακείμενη κατοικία από δονήσεις κατά την κατασκευή δρόμου. Στην εν λόγω απόφαση το Εφετείο έδωσε την ερμηνεία των όρων «παράνομη» και «μη εύλογη επέμβαση». Όσον αφορά τον όρο «παράνομη επέμβαση», το Εφετείο ανέφερε ότι ενδεχομένως οι ενέργειες να είναι καθόλα νόμιμες πλην όμως από τη στιγμή που επεμβαίνουν στην απόλαυση από άλλο πρόσωπο της περιουσίας του σε βαθμό που να θεωρείται ως μη εύλογη επέμβαση, τότε θεωρείται οχληρία και ως τέτοια παράνομη, και κατέληξε ότι είχε αποδειχθεί τόσο η οχληρία όσο και η αμέλεια. Επίσης στην υπόθεση Gavriel and Another v. Electricity Authority
(1980)1 C.L.R. 55, οι εναγόμενοι - εφεσείοντες ιδιοκτήτες ακινήτου ανέθεσαν σε ανεξάρτητο εργολάβο την εκτέλεση εργασιών αποτέλεσμα των οποίων ήταν καθίζηση του εδάφους και ζημιά στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις των εφεσίβλητων. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία οι εφεσείοντες θεωρήθηκαν υπεύθυνοι, παρόλο που οι εργασίες είχαν ανατεθεί σε ανεξάρτητο εργολάβο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ακόλουθο απόσπασμα: «The right to support from the adjacent or subjacent soil may be claimed in respect of land in its natural stage or in respect of land subject to an artificial pressure by means of buildings or otherwise. As stated in Gale on Easements, fourteenth Ed., p. 287 by quoting 2 Rolle's Abridgment, Trespass, Justification, I, pl. 1: "It seems that a man who has land closely adjoining my land cannot dig his land so near mine that mine would fall into his pit; and an action brought for such an act would lie".» Σύμφωνα με την υπόθεση Sakellarides and Another v. Michaelides and 2 Others
(1965)1 C.L.R. 367, εναγόμενος πρέπει να είναι ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος του ακινήτου η χρήση του οποίου προκαλεί οχληρία. Εδώ, η οχληρία ξεκίνησε ενόσω ιδιοκτήτης του τεμαχίου 232 ήταν ο Εναγόμενος 1 πλην όμως αυτή εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα, επομένως αυτή συνεχίζεται και μετά την ημερομηνία μεταβίβασης του εν λόγω τεμαχίου στους Εναγόμενους 2 και 3. Με βάση όσα αναφέρονται στην υπόθεση Aletrari v. Paroudi, 24 C.L.R. 269, στις περιπτώσεις όπου υπάρχει μαρτυρία για την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς, τότε δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ως θεραπεία. Όπως αναφέρθηκε: «What we now have to con­sider is whether some irreparable damage is threatened so that the plaintiff may be entitled to an injunction. The law on this point has long been settled in England and I need only quote an extract from the judgment of Jessel M.R. in the case of Corporation of Birmingham v. Allen
(1877)6 Ch.D. 284 at page 287 — Jessel, M.R. : "As I understand, the law was settled by the House of Lords, confirming the decision of the Court of Ex­chequer Chamber in the case of Backhouse v. Bonomi
(1), that every landowner in the kingdom has a right to the support of his land in its natural state. It is not an easement: it is a right of property. That being so, if the plaintiffs' land had been in its natural state, no doubt the defendants must not do anything to let that land slip, or go down, or subside. If they were doing an act which it could be proved to me by satisfactory expert evidence would necessarily have that effect, I have no doubt this Court would interfere by injunction on the ground upon which it always interferes, namely, to prevent irreparable damage when the damage is only threatened. Of course they must have a much clearer and much stronger case to call for the interference of this Court by injunction where the damage is merely threatened and no damage has actually occurred than when some damage has actually occurred, because in the one case you have no facts to go by, but only opinion, and in the other case you have actual facts to go by. If some damage has occurred it makes 'it manifest and cer­tain that further damage will occur by reason of the prosecution of the works. . The question I have to decide is whether in law, on the evidence before the trial Court, the plaintiff was entitled to an injunction. The evidence before the court oil the question of threatened irreparable damage was the following: . No experts were called as witnesses in this case and the bald statements made by the witnesses, that plaintiffs land will at some future point of time collapse cannot be accepted by the Court as reliable evidence on which to base a finding of threatened irreparable damage to found an injunction. According to Jessel, M.R. (see extract quoted above) the Court must have a much clearer and much stronger case to call for the interference of the Court by injunction where the damage is merely threatened and no damage has actually occurred, than when some damage has actually occurred, because in the one case you have no facts to go by, but only opinion, and in the other case you have actual facts to go by. If some damage has occurred it makes it manifest and certain that further damage will occur by reason of the excavations". To sum up, in this case no damage whatsoever was oc­casioned to the plaintiff's land, i.e. there was no subsidence or the plaintiff's land; and there is no satisfactory evidence before the Court proving any threatened irreparable damage.» ΙΙ.Γ Αμέλεια Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, σελ. 147, η οχληρία μπορεί να προκληθεί και με αμελή πράξη, επομένως η ίδια συμπεριφορά να αποτελεί βάση αγωγής τόσο για αμέλεια όσο και για οχληρία. Αυτή ήταν και η απόφαση στην υπόθεση Medcon Constructions Ltd v. Ευαγγέλου (ανωτέρω). Το αστικό αδίκημα της αμέλειας προβλέπεται στο άρθρο 51 του Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα εξής: «Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε· ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Οι αρχές της αμέλειας τίθενται με σαφήνεια στην υπόθεση Ξενοφώντος v. K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 447/11, ημ. 15.12.16, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Χάριν υπενθύμισης και μόνο, να λεχθεί ότι στο Κυπριακό σύστημα δικαίου αυτή οριοθετείται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149, όπως έχει βέβαια ερμηνευθεί καθοδηγητικά από τη νομολογία στη βάση της Αγγλικής προσέγγισης του κοινοδικαίου, (Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864 και Καλαθά ν. Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας. Οι κατηγορίες ή συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να εγερθεί τέτοιο καθήκον αναγνωρίστηκε ήδη από την Donoghue v. Stevenson, από τον Lord McMillan, ότι δεν είναι ποτέ στεγανοποιημένες. Η αμέλεια ως έννοια μπορεί να επιδεικνύεται σε μια μεγάλη κατηγορία συνθηκών. Δεν είναι αναγκαίο τα εξεταζόμενα γεγονότα να εντάσσονται σε υποθέσεις όπου και προηγουμένως είχε στοιχειοθετηθεί αμέλεια. Το θέμα εξετάζεται, σύμφωνα με την Anns ν. Merton London Borough Council
(1978)AC 728, σε δύο στάδια: Πρώτον, κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία γειτνίαση ώστε να εγείρεται το ερώτημα ότι η έλλειψη φροντίδας δυνατόν να προκαλέσει ζημιά ως θέμα εύλογης πρόβλεψης. Δεύτερον, αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα που αδρανοποιούν ή περιορίζουν την έκταση αυτής της επιμέλειας.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σια Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 378/09 και 386/09, ημ. 11.7.15, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αμέλεια ως αστικό αδίκημα είναι βεβαίως πασίγνωστη ως έννοια και έχει αρχή στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Αφορά τη νομική αναγκαιότητα λήψης εύλογης επιμέλειας ώστε να αποφευχθούν πράξεις ή παραλείψεις που προβλεπτώς μπορούν να επιφέρουν ζημία στον γείτονα. Ως «γείτονας», θεωρούνται όλα εκείνα τα πρόσωπα που είναι σε επαρκή σχέση εγγύτητας ή γειτονίας με το πρόσωπο που επιφέρει τη ζημία ώστε το τελευταίο να έπρεπε λογικά να γνώριζε ή να προέβλεπε ότι οι πράξεις του θα επηρέαζαν το άλλο μέρος. Το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αποτελεί την κωδικοποίηση των αρχών του Κοινοδικαίου, (Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 393). Έχει λεχθεί στην υπόθεση αυτή ότι το βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, η οποία θα έπρεπε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβληθεί από τον δράστη ώστε να μην προκληθεί ζημία στον πλησίον. Το όριο της επιμέλειας διαγράφεται από την επίδειξη της ανάλογης προσοχής από τον υποθετικό μέσο συνετό άνθρωπο.» Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ικανοποιούμαι ότι στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκτέλεση των εργασιών στο τεμάχιο του ο Εναγόμενος 1 είχε καθήκον επιμέλειας προς τον γείτονα του και κάτοχο του γειτονικού ακινήτου λόγω του ότι τα σύνορα των δύο ακινήτων εφάπτοντο μεταξύ τους. Σαφώς με τις ενέργειες του, ήτοι την εκτέλεση των εργασιών ισοπέδωσης του ακινήτου του και της τοποθέτησης τοίχου αντιστήριξης από πέτρες, οι οποίες εξέθεσαν την περιουσία των Εναγόντων σε κίνδυνο, και ειδικότερα κίνδυνο κατάρρευσης της κατοικίας, και προκάλεσαν διάβρωση και καθίζηση του εδάφους και ζημιές στην κατοικία, αυτός παρέβη το καθήκον επιμέλειας και προκάλεσε την εν λόγω ζημιά στην εν λόγω περιουσία. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ήταν εύλογα προβλεπτό από τον μέσο συνετό άνθρωπο πως η μη ορθή εκτέλεση των εργασιών στην περιοχή, λόγω και της μορφολογίας του εδάφους, και ειδικότερα της κατασκευής τοίχου αντιστήριξης χωρίς συμμόρφωση με τους όρους της άδειας οικοδομής θα προκαλούσε ζημιά στη γειτονική περιουσία. Αντ΄ αυτού ο Εναγόμενος 1 παραγνώρισε την κατάσταση και μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα προχώρησε στις συγκεκριμένες εργασίες οι οποίες ήταν η αποκλειστική αιτία δημιουργίας του κινδύνου και πρόκλησης των ζημιών στην κατοικία, κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και από τους Εναγόμενους 2 και 3 από την ημερομηνία που κατέστησαν ιδιοκτήτες του τεμαχίου. Επομένως ικανοποιούμαι ότι έχει επίσης καταδειχθεί και η αμέλεια στην εκτέλεση των εν λόγω εργασιών στο τεμάχιο
  1. ΙΙ.Δ Θεραπεία Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για την παράνομη επέμβαση, οχληρία και επίδειξη αμέλειας επί των τεμαχίων 8, 9 και 224, τίθεται το ζήτημα του είδους της θεραπείας. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η μόνη αποτελεσματική θεραπεία για άρση της παράνομης επέμβασης είναι η κατασκευή του κατάλληλου τοίχου αντιστήριξης ούτως ώστε να συγκρατηθεί το χώμα και το έδαφος και συνακόλουθα να προστατεύσει τα θεμέλια της κατοικίας και να αποτρέψει την κατάρρευση της και την πρόκληση περαιτέρω ζημιών. Παρά τις εναλλακτικές εισηγήσεις του ΜΕ4, θεωρώ ορθή, βάσιμη και πλήρως δικαιολογημένη την έκδοση διατάγματος κατασκευής τοίχου σύμφωνα με τους όρους της άδειας οικοδομής, Τεκμήριο 17, και το σχέδιο, Τεκμήριο
  2. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή επιδίκαση αποζημιώσεων είναι ανεπαρκής για να διαφυλάξει την κατάσταση όπως διαμορφώθηκε και να προφυλάξει την κατοικία. Παρά το ότι η παράνομη επέμβαση είναι συνεχής και μάλιστα με κλιμακωτές δυσμενείς συνέπειες και ζημιές στα θεμέλια της κατοικίας, στο εσωτερικό της και στην αυλή, εντούτοις θεωρώ ότι ο Ενάγων 1 είχε κάθε δικαίωμα να εγείρει και προωθεί την Αγωγή εφόσον οι υπό κρίση ενέργειες έγιναν ενόσω αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης και κάτοχος της εν λόγω περιουσίας, πλην όμως δεν δικαιούται σε θεραπεία εφόσον δεν είναι πλέον ο ιδιοκτήτης και κάτοχος της κατοικίας. Θεωρώ επίσης ότι και οι Ενάγοντες 2 και 3 απέκτησαν αγώγιμο δικαίωμα και πως αυτοί δικαιούνται στην εν λόγω θεραπεία ως οι νυν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της κατοικίας. Η θέση της Υπεράσπισης ότι η μεταγενέστερη απόκτηση και ιδιοκτησία από τους Ενάγοντες 2 και 3 της εν λόγω περιουσίας δεν τους δίδει αναδρομικό δικαίωμα να εγείρουν την Αγωγή, δεν είναι βάσιμη καθότι αυτοί απέκτησαν και προωθούν το αγώγιμο δικαίωμα τους ενόψει της ιδιότητας τους ως ιδιοκτήτες και βάσει της κατάστασης η οποία υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει αναφορικά με τον επηρεασμό και την πρόκληση ζημιάς στην περιουσία τους. Η προδικαστική ένσταση στην Υπεράσπιση πως αυτοί κωλύονται να αξιώνουν τις αιτούμενες θεραπείες λόγω του ότι αγόρασαν την κατοικία γνωρίζοντας την κατάσταση και τους κινδύνους δεν ευσταθεί. Η αγορά από μόνη της δεν ισοδυναμεί με απεμπόληση οποιουδήποτε δικαιώματος τους και δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι αυτοί αποδέχθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο την προϋπάρχουσα κατάσταση. Αντιθέτως αυτοί μη αποδεχόμενοι την κατάσταση προστέθηκαν ως διάδικοι και προωθούν τις ίδιες αξιώσεις ως οι Ενάγων
  3. Ειδικότερα, αναφορικά με την οχληρία, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 48 του Κεφ. 148, δεν συνιστά υπεράσπιση σε αγωγή ότι η οχληρία προϋφίστατο της κτήσης από τον ενάγοντα κυριότητας ή κατοχής επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από την οχληρία. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 ως οι νυν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και κάτοχοι των ακινήτων 8, 9 και 224 δικαιούνται στην έκδοση διατάγματος κατασκευής του τοίχου αντιστήριξης. Θεωρώ ότι το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί εναντίον των νυν εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του τεμαχίου 232, και όχι εναντίον του Εναγομένου 1 ανεξαρτήτως του ότι αυτός είχε αρχικώς προβεί στις εργασίες, εφόσον τα αδικήματα είναι συνεχή και οι Εναγόμενοι 2 και 3, ως οι νέοι ιδιοκτήτες, είναι πλέον οι υπεύθυνοι για την κατάσταση η οποία συνεχίζεται και σαφώς πλέον είναι αυτοί υπεύθυνοι να προβούν στην εκτέλεση του τοίχου αντιστήριξης προς συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Παρέλκει να λεχθεί βέβαια πως ο Εναγόμενος 1 ως μη έχων πλέον σχέση ιδιοκτήτη ή κατόχου δεν θα είχε και τη δυνατότητα συμμόρφωσης με ένα τυχόν διάταγμα εναντίον του, με ανάλογες πάντα δυσκολίες ως προς την εφαρμογή τέτοιου διατάγματος, πράγμα το οποίο δεν ενδείκνυται. Θεωρώ ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο κρίνει ως κατάλληλη θεραπεία την έκδοση διατάγματος με το οποίο οι Εναγόμενοι 2 και 3 διατάσσονται να προβούν στην κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης, δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης των αιτούμενων ως διαζευκτικών θεραπειών στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγόντων, ήτοι διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι να διατάσσονται να επιτρέψουν στους Ενάγοντες να εισέλθουν στο τεμάχιο 232 και να κατασκευάσουν τον τοίχο αντιστήριξης και αποζημιώσεις ύψους €87.620, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν το υπολογιζόμενο κόστος κατασκευής του τοίχου και επιδιόρθωσης της ζημιάς στην αυλή. Η αιτούμενη θεραπεία των αποζημιώσεων, η οποία περιλαμβάνει και το κόστος επιδιόρθωσης της αυλής, συναρτάται με την αιτούμενη θεραπεία του διατάγματος. Τέλος, από τη στιγμή που οι Ενάγοντες στην αγόρευση τους περιορίζονται σε αυτές τις θεραπείες, θεωρώ ότι έχουν εγκαταλείψει και δεν προωθούν τις υπόλοιπες απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης, για αποζημιώσεις για ζημιές και έξοδα και για μείωση της αξίας της περιουσίας. ΙΙΙ. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι η απαίτηση έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 2 και 3 διατάσσονται να κατασκευάσουν τοίχο αντιστήριξης όπως προνοείτο στην άδεια οικοδομής υπ΄ αρ. . ημ. 1.12.09, Τεκμήριο 17 και στο σχέδιο, Τεκμήριο 37, εντός έξι μηνών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων 2 και 3 και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. Αναφορικά με τον Ενάγοντα 1 και τον Εναγόμενο 1, εφόσον αυτοί εκπροσωπούντο από κοινού με τους υπόλοιπους διαδίκους της κάθε πλευράς εκατέρωθεν θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με αυτούς. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.