← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 637/13, 638/13, 26/8/2019

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 637/13, 638/13, 26/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A450 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 637/13 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
  2. XXXXX ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  3. XXXXX ΤΣΕΚΟΥΡΑ Εφεσείοντες-Αιτητών Και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Εφεσίβλητη/Καθ' ης η αίτηση ------------------------------------------ Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 638/13 Μεταξύ:
  4. XXXXX ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
  5. XXXXX ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  6. XXXXX ΤΣΕΚΟΥΡΑ Εφεσείοντες-Αιτητές Και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Εφεσίβλητη-Καθ' ης η αίτηση ------------------------------------------------ Ημερομηνία: 26 Αυγούστου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εφεσείοντες - Αιτητές: κ. Αλ. Μελάς Για την Εφεσίβλητη - Καθ΄ ης η αίτηση: κα Φ. Μιχαηλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η
  7. Με τις πιο πάνω αιτήσεις - εφέσεις οι οποίες συνενώθηκαν επί όλων των ζητημάτων κατόπιν σχετικού διατάγματος, επιζητείται ο παραμερισμός των αποφάσεων του διαιτητή που εκδόθηκαν στις 6.6.
  8. Στις αιτήσεις προβάλλεται ότι οι πιο πάνω αποφάσεις θα πρέπει να παραμεριστούν καθότι, μεταξύ άλλων, στερούνται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας, οι αιτητές δεν έλαβαν γνώση και δεν τους δόθηκε το δικαίωμα να έχουν λόγο στον διορισμό του διαιτητή και έτσι η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν δίκαιη και αμερόληπτη, ο διαιτητής προχώρησε και εξέδωσε τις πιο πάνω αποφάσεις παρά τις διαβεβαιώσεις του προς τους αιτητές ότι δεν θα προχωρήσει η διαδικασία και ότι θα τους δοθεί χρόνος για να καθορίσουν την θέση τους και επιπρόσθετα δεν υπήρξε διαφορά με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία ήταν παράνομη και άκυρη. Οι αιτήσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις στις οποίες εκτίθενται τα γεγονότα που τις περιβάλλουν. Από την άλλη πλευρά η καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η Συνεργατική) φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι δε ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις στις οποίες προβάλλεται η θέση της Συνεργατικής.
  9. Από την πλευρά των αιτητών, έδωσε μαρτυρία η κα XXX Τσεκούρα και από την άλλη ο διαιτητής κ. XXX Σωτηρίου. Περαιτέρω στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία συνακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχουν ως ακολούθως: Α. Γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση αρ. 637/13 Στις 10.6.2010 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία δανείου με την οποία η Συνεργατική δανειοδότησε τους αιτητές το ποσό των €210.000 (βλ. Τεκ.1) και για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, οι τελευταίοι παραχώρησαν προς όφελος της, την υποθήκη με αρ. ΥXXX8/10 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (βλ. Τεκ. 2.1 και 2.2.) Ακολούθως επιδόθηκε σε όλους τους αιτητές σχετική επιστολή (βλ. Τεκ.3) με την οποία καλούνταν να προσέλθουν στα γραφεία της Συνεργατικής στις 6.6.2013 για να παραστούν στην διαδικασία διαιτησίας για επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Οι αιτητές 1 και 3 παρευρέθηκαν στην διαιτησία κατά την πιο πάνω ημερομηνία σε αντίθεση με την αιτήτρια αρ.
  10. Ο διαιτητής την ίδια ημέρα εξέδωσε απόφαση υπέρ της Συνεργατικής και εναντίον των αιτητών στην παρούσα αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €255.305,36 πλέον τόκοι 9% από 6.6.2013 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση την 30.
  11. και 31.
  12. κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης πλέον €150 έξοδα διαιτησίας ως επίσης εξέδωσε απόφαση και «εναντίον της υποθήκης ΥΧΧΧ8/2010» (βλ. Τεκ.4). Β. Γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση αρ. 638/13 Στις 17.2.2011 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία δανείου με την οποία η Συνεργατική δανειοδότησε τους αιτητές το ποσό των €340.000 (βλ. Τεκ.5) και για περαιτέρω εξασφάλιση οι τελευταίοι παραχώρησαν προς όφελος της Συνεργατικής την υποθήκη με αρ. ΥXXX7/11 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (βλ. Τεκ.6.1 και 6.2). Στη συνέχεια επιδόθηκε δεόντως σε όλους τους αιτητές σχετική επιστολή (βλ. Τεκ.7) με την οποία καλούνταν να προσέλθουν στα γραφεία της Συνεργατικής στις 6.6.2013 για να παραστούν στην διαδικασία διαιτησίας για επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Οι αιτητές αρ. 1 και 3 παρέστησαν στην πιο πάνω διαδικασία σε αντίθεση με την αιτήτρια αρ.
  13. Ο διαιτητής την ίδια ημέρα εξέδωσε απόφαση υπέρ της Συνεργατικής και εναντίον των αιτητών στην παρούσα αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €403.764,50 πλέον τόκοι 9% ετησίως από 6.6.2013 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση την 30.
  14. και 31.
  15. κάθε χρόνου πλέον €150 έξοδα διαιτησίας ως επίσης εξέδωσε απόφαση και «εναντίον της υποθήκης ΥXXX7/2011» (βλ. Τεκ.8). Οι δυο πιο πάνω αποφάσεις επιδόθηκαν δεόντως στους αιτητές αρ. 1 και 3 την 29.6.2013 και στην αιτήτρια αρ. 2 στις 19.7.
  16. Οι πιο πάνω αιτήσεις - εφέσεις καταχωρήθηκαν στις 22.7.2013 (ημέρα Δευτέρα) και έτσι στο στάδιο των αγορεύσεων εγκαταλείφθηκε από μέρους της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Συνεργατικής ότι οι αιτήσεις - εφέσεις καταχωρήθηκαν εκπρόθεσμα. Μετά την παραχώρηση των πιο πάνω δανείων η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμιδιών συγχωνεύθηκε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και ακολούθως με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα.
  17. Η αιτήτρια αρ. 3 στην μαρτυρία της αναγνώρισε ότι πράγματι τους κάλεσαν να παραστούν στην διαιτησία για επίλυση των ισχυριζόμενων διαφορών και τόσο η ίδια όσο και ο αιτητής αρ. 1 παρουσιάστηκαν στην πιο πάνω διαδικασία που διεξήχθηκε στα γραφεία της Συνεργατικής σε αντίθεση με την αιτήτρια αρ.
  18. Ήταν η θέση της ότι ζήτησαν αναβολή με σκοπό να λάβουν νομική συμβουλή ώστε να έχουν την κατάλληλη προετοιμασία και καθοδήγηση. Περαιτέρω ανέφεραν στον διαιτητή ότι θα καταβάλλονταν προσπάθειες πώλησης ακινήτων με σκοπό την εξεύρεση χρημάτων για συνολική διευθέτηση και διακανονισμό των όποιων υποχρεώσεων τους προς την Συνεργατική. Ο διαιτητής ενέκρινε το αίτημα τους και ανέβαλε την διαδικασία τονίζοντας και διαβεβαιώνοντας τους ότι θα έχουν τον απαιτούμενο χρόνο για να καθορίσουν την θέση τους σε σχέση με το δάνειο και ότι θα τους ανέμεναν μέχρι τον Δεκέμβριο, καλώντας τους να αγνοήσουν κάποια έγγραφα που ενδεχομένως να τους αποστέλλονταν. Παρά τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις του διαιτητή, στην απουσία τους, προχώρησε και εξέδωσε τις πιο πάνω αποφάσεις στερώντας τους το δικαίωμα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Περαιτέρω, ως δήλωσε, ο διαιτητής αποτελούσε στην ουσία συνδεδεμένο πρόσωπο με την Συνεργατική και διορίστηκε μονομερώς από αυτήν χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο. Επιπρόσθετα η διαιτησία διεξήχθηκε στα γραφεία της Συνεργατικής, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες της για την νομιμότητα και αμεροληψία της όλης διαδικασίας και πέραν δε τούτου οι διαιτητικές αποφάσεις στερούνται δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας.
  19. Η Συνεργατική κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. XXX Σωτηρίου ο οποίος την 14.3.2013 διορίστηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών ως διαιτητής σε διάφορες υποθέσεις μεταξύ αυτών και των επιδίκων (βλ. Τεκ.9). Επισήμανε ότι ουδεμία σχέση εργοδότησης υφίστατο με οποιοδήποτε συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα και ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος τους. Εργαζόταν στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών μέχρι και το 1997 και ο ρόλος του εστιαζόταν στην εποπτεία των Συνεργατικών Ιδρυμάτων. Σε σχέση με τα δύο πιο πάνω δάνεια απέστειλε σχετικές ειδοποιήσεις οι οποίες παραλήφθηκαν από όλους τους αιτητές, για να παρευρεθούν στην διαιτησία που θα διεξαγόταν στα γραφεία της Συνεργατικής. Κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας παρουσιάστηκαν οι αιτητές αρ. 1 και 3 σε αντίθεση με την αιτήτρια αρ. 2 και εκ μέρους της Συνεργατικής παρόντες ήταν οι XXX Μιλτιάδους και XXX Τσαγκάρης. Ο ίδιος τήρησε πρακτικά της διαιτησίας για κάθε δάνειο, τα οποία και παρουσίασε (βλ. Τεκ. 10 και 11). Σε σχέση με το περιεχόμενο αυτών, το Δικαστήριο θα επανέλθει στο στάδιο της αξιολόγησης. Αναφορικά με τα πιο πάνω δάνεια επισήμανε ότι οι εκπρόσωποι της Συνεργατικής κατέθεσαν την απαίτηση της τελευταίας και παρουσίασαν τις συμφωνίες, τα έγγραφα υποθήκης και καταστάσεις λογαριασμών. Ακολούθως ζήτησαν την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Στην συνέχεια, δίνοντας τον λόγο στους αιτητές αρ. 1 και 3, αυτοί δήλωσαν ότι όντως είχαν υπογράψει τις συμφωνίες δανείου και τις συμβάσεις υποθηκών και ανέφεραν ότι συμφωνούν με τα υπόλοιπα του κάθε δανείου. Ήταν η θέση του ότι οι αιτητές αρ. 1 και 3 ουδόλως αμφισβήτησαν την απαίτηση της Συνεργατικής. Αντιθέτως παραδέχθηκαν τις οφειλές τους όπως είχαν εκτεθεί από τους εκπροσώπους της τελευταίας, γεγονός το οποίο κατέγραψε στα πρακτικά και περαιτέρω δήλωσαν ότι δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό έναντι των δανείων τους καθότι εργάζονταν περιοδικά και είχαν ελάχιστα εισοδήματα. Ζήτησαν παράταση έξι μηνών για να πωλήσουν κατοικία στην Παλώδια και οικόπεδο στις Πλάτρες για να εξοφλήσουν όλες τις οφειλές τους. Τότε η υπάλληλος της Συνεργατικής κα XXX Μιλτιάδους δήλωσε ότι παραχωρείται σε αυτούς χρονικό περιθώριο έξι μηνών για να υλοποιήσουν τα όσα ανέφεραν και περαιτέρω ότι η Συνεργατική θα προχωρούσε με εγγραφή των διαιτητικών αποφάσεων μετά την πάροδο των έξι μηνών. Ακολούθως, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που κατατέθηκαν εξέδωσε τις αποφάσεις που περιγράφονται πιο πάνω. Περαιτέρω, ως επισήμανε, ανέφερε στους αιτητές αρ. 1 και 3 ότι στην πράξη, περνούν αρκετοί μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία ώστε να είναι σε θέση το οποιοδήποτε Συνεργατικό να προχωρήσει σε εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Τόνισε ότι οι αιτητές δεν ζήτησαν αναβολή της υπόθεσης και δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη των διαφορών με την Συνεργατική. Επιπρόσθετα δεν διατύπωσαν οποιαδήποτε αντίρρηση για τον διορισμό του, την ιδιότητα του και δεν αμφισβήτησαν την αμεροληψία, ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα του ως επίσης και την διαδικασία γενικότερα. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι οι διαιτητικές αποφάσεις ήταν επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένες λαμβανομένων ιδιαίτερα υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν αφού όπως έχει ήδη επισημανθεί από μέρους του, οι αιτητές όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν την υπογραφή των επίδικων εγγράφων αλλά αντιθέτως συμφώνησαν και αποδέχθηκαν τα χρέη και τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Ανέφερε ότι στην περίπτωση που γινόταν ακρόαση τότε η αιτιολογία θα ήταν πιο λεπτομερής και οι αποφάσεις πιο μακροσκελείς. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στην μαρτυρία των δύο πιο πάνω προσώπων στο στάδιο της αξιολόγησης και όταν θα εξετάζονται οι επιμέρους εισηγήσεις.
  20. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ότι οι πιο πάνω αποφάσεις θα πρέπει να παραμεριστούν καθότι οι εφεσείοντες δεν είχαν λόγο στον διορισμό του διαιτητή ο οποίος διορίστηκε μονομερώς και κατ' επέκταση η διαδικασία δεν ήταν δίκαιη και αμερόληπτη. Επιπρόσθετα, ως ανέφερε, η συμπεριφορά του διαιτητή ήταν ανάρμοστη υπό τις περιστάσεις, οι αποφάσεις στερούνται αιτιολογίας, δεν υφίστατο διαφορά στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ως επίσης στις επίδικες συμφωνίες υφίστανται καταχρηστικές ρήτρες. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Συνεργατικής η οποία ανέφερε ότι όλοι οι αιτητές ειδοποιήθηκαν δεόντως να παραστούν στην διαδικασία. Οι αιτητές αρ. 1 και 3 οι οποίοι ήταν παρόντες, αποδέχθηκαν τα χρέη τους ενώ η αιτήτρια αρ. 2 δικαιωματικά ήταν απούσα παρά το γεγονός ότι κλήθηκε δεόντως. Στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας τηρήθηκαν πρακτικά τα οποία καταγράφουν το τι ακριβώς επεσυνέβηκε και στην παρουσία των αιτητών αρ. 1 και 3 εκδόθηκαν αποφάσεις.
  21. Η εφεσίβλητη στις ενστάσεις της προβάλλει ότι οι εφέσεις στερούνται νομικής βάσης αφού ουδεμία αναφορά γίνεται σε Νόμο ή Κανονισμό. Παρά το γεγονός ότι ο πιο πάνω λόγος δεν υποστηρίχθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων από μέρους της ευπαίδευτης συνηγόρου της εφεσίβλητης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση του. Ο τύπος της έφεσης προνοείται στον Κανονισμό 101

(2)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών (βλ. Subsidiary Legislation of Cyprus Vol.1 page 443). Σ΄ αυτόν δεν υφίσταται οποιαδήποτε πρόνοια ή αναφορά σε νομική βάση της έφεσης. Ακόμη και να θεωρηθεί παρατυπία, που δεν συμβαίνει, δεν διασυνδέεται με ερημοδικία και δεν επιφέρει οποιεσδήποτε δυσμενείς συνέπειες στην εφεσίβλητη ή ότι επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της (βλ. David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολ. Έφ. 208/2012, ημερ. 24.11.2017). Συνακόλουθα ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. 8. Οι εφεσείοντες επιζητούν τον παραμερισμό των διαιτητικών αποφάσεων καθότι δεν είχαν λόγο στον διορισμό του διαιτητή, ο οποίος διορίστηκε μονομερώς από την εφεσίβλητη και έτσι δεν είχαν πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο. Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία προβλέπεται από το άρθρο 52
(1)
(2)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους. ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας. ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας. ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Εφορον: Νοείται ότι- (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε. (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Εφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς. ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Εφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού της αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Ο ίδιος διαιτητής και στις δύο διαδικασίες διορίστηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52
(2)(β) των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τους Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, γνωστοποιώντας το γεγονός αυτό στην Συνεργατική. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός από μέρους των εφεσειόντων ότι ο Έφορος είχε εκφύγει των εξουσιών του. Όταν οι εφεσείοντες συμβλήθηκαν με την Συνεργατική αποδέχθηκαν την διαδικασία διαιτησίας, όπως προνοείται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και Θεσμούς, ως προς τον τρόπο διορισμού διαιτητή στην περίπτωση που προέκυπτε μεταξύ τους διαφορά (βλ. Τεκ.1 και 5, παρ. 15). Όπως έχει νομολογηθεί η παραπομπή σε διαιτησία από τον Έφορο βάσει του άρθρου 52
(2)(β) επενεργεί ως να υπήρχε συνυποσχετικό (βλ. Ζαμπά κ.ά. ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. κ.ά. ECLI:CY:AD:2018:A277, Πολ. Έφ. 96/12, ημερ. 6.6.2018). Έτσι δεν διαφέρει από την περίπτωση ρήτρας διαιτησίας με ανάλογους όρους με την οποία, εφόσον τα μέρη συμφωνούν, δεσμεύονται (βλ. απόφαση Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. στην Χαραλάμπους ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, Έφεση Αρ. 115/13, ημερ. 14.9.2018). Συνεπώς η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. 9. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων στο στάδιο των αγορεύσεων προέβαλε ότι οι διαιτησίες στηρίχθηκαν σε καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων και έτσι καθίστανται άκυρες οι διαιτητικές αποφάσεις. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται ως επίδικο με τους λόγους έφεσης. Ανεξάρτητα όμως από το πιο πάνω, σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93
(1)/96) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο πιο πάνω Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Στην προκείμενη περίπτωση ελλείπει οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις εφέσεις αλλά και γενικότερα οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει την πιο πάνω επιχειρηματολογία ότι οι συμβάσεις δανείων περιείχαν καταχρηστικούς όρους και ειδικότερα ότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται. 10. Οι εφεσείοντες προβάλλουν ότι οι διαιτητικές αποφάσεις είναι άκυρες καθότι δεν υπήρξε διαφορά στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα συνομολογήθηκαν γραπτές συμφωνίες δανείου μεταξύ των διαδίκων και παραχωρήθηκαν προς όφελος της Συνεργατικής οι πιο πάνω υποθήκες. Η τελευταία επέδωσε σε όλους τους εφεσείοντες σχετικές επιστολές με τις οποίες τους καλούσαν να προσέλθουν στα γραφεία της Συνεργατικής στις 6.6.2013 για να παραστούν στις διαδικασίες διαιτησίας για επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Οι πιο πάνω συμφωνίες δανείου ρητά προνοούσαν, μεταξύ άλλων, ότι τα ποσά που χορηγήθηκαν θα πληρώνονταν με μηνιαίες δόσεις (βλ. Τεκ.1 και 5, παρ.1). Η ίδια η εφεσείουσα αρ.3 στη μαρτυρία της αναγνώρισε ότι δεν πληρώθηκαν οι μηνιαίες δόσεις για τους λόγους που εξήγησε. Έτσι υπήρξε διαφορά εφόσον υφίστατο παράβαση των όρων αποπληρωμής των επίδικων δανείων και η Συνεργατική απαιτούσε την αποπληρωμή του χρέους. Ακόμη και όταν η απαίτηση της Συνεργατικής γίνεται αποδεκτή ή δεν αμφισβητείται, διαφορά υφίσταται στην έννοια του Νόμου (βλ. άρθρο 52
(1), επιφύλαξη (β) του πιο πάνω Νόμου). Συνακόλουθα ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίπτεται. 11. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και γενικότερα κατά πόσο ο όλος χειρισμός των διαδικασιών εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4. Η διαιτητική διαδικασία υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου & Επιχειρηματικών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολ. Έφ.304/10, ημερ. 10.7.2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687, ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Άλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693)." Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές που υιοθετήθηκαν είναι και οι υποθέσεις Μιχαήλ κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού, Πολ. Έφ. 190/12, ημερ. 28.6.2018 και Ζαμπά κ.α. ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A273, Πολ. Έφ.169/12, ημερ. 6.6.2018). Το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, ρητά προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει την διαιτητική απόφαση «Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα». Σε σχέση με την εμβέλεια του πιο πάνω άρθρου σχετική είναι και η υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cypria Life Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ. 687, όπου με αναφορά στην αγγλική νομοθεσία και νομολογία το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα ακόλουθα: «Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.... has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd [1991] 3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο. . Ακόμη και στην εξέλιξη της νομοθεσίας στην Αγγλία με την εισαγωγή του Arbitration Act 1996, όπου με το s. 68 εισήχθηκε ο γενικότερος όρος του «serious irregularity», ως προϋπόθεση για τον παραμερισμό διαιτητικής απόφασης, έχει αποσαφηνιστεί ότι πρέπει η περίπτωση να εμπίπτει σε μια από τις έννοιες που αποδίδει στον όρο το εδάφιο
(2)(a)-(i). Έχει δε ερμηνευτεί στην Petroships Pte Ltd v. Petec Trading and Investment Corp. (The "Petro Ranger") [2001] 2 Lloyd's Rep. 348, ότι οι καθορισθείσες παρατυπίες στο εδάφιο
(2), δεν μπορούν να επεκταθούν από το Δικαστήριο, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να οδηγούν και σε «substantial injustice», που να δικαιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου. Όπως περαιτέρω εξηγήθηκε στην Losotho Highlands Development Authority v. Impregilo SpA [2005] 3 All E.R. 789, η επέμβαση του Δικαστηρίου καθίσταται αναγκαία μόνο στην περίπτωση όπου ο διαιτητής έχει υπερβεί τις εξουσίες του κάτω από τη συμφωνία διαιτησίας». Το έργο των διαιτητών είναι οιωνοί δικαστικό. Δικαστική είναι και η αποστολή τους (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Limited κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ.). Στην υπόθεση Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου Λτδ ν. Άντρου Τυλλή κ.ά. Πολ. Έφ. 268/05, ημερ 6.11.2007 υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Dynacon, ανωτέρω και ειδικότερα αναφέρθηκε ότι ο όρος «misconduct» - ανάρμοστη συμπεριφορά του διαιτητή περιλαμβάνει κάθε μορφής συμπεριφορά η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος απ' αυτούς πρέπει να έχει στους διαιτητές ότι θα καταλήξουν σε δίκαιη απόφαση. 12. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων και ειδικότερα θα πρέπει να αποφασιστεί μεταξύ άλλων το τι ακριβώς πραγματικά διαδραματίστηκε κατά τις πιο πάνω διαδικασίες αφού υπάρχει διάσταση θέσεων. Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
  1. Όπως έχει ήδη αναφερθεί από την μια υφίσταται η εκδοχή των εφεσειόντων-αιτητών ότι ζητήθηκε αναβολή από μέρους των εφεσειόντων 1 και 3 με σκοπό να λάβουν νομική συμβουλή ώστε να έχουν την κατάλληλη προετοιμασία και καθοδήγηση. Έτσι, ως προβάλλεται, ο διαιτητής ενέκρινε το αίτημα τους και ανέβαλε την διαδικασία τονίζοντας τους ότι θα έχουν τον απαιτούμενο χρόνο για να καθορίσουν την θέση τους και να αγνοήσουν κάποια έγγραφα που ενδεχομένως να τους αποστέλλονταν. Παρά ταύτα ο διαιτητής, στην απουσία τους, προχώρησε και εξέδωσε τις πιο πάνω αποφάσεις. Από την άλλη, η εφεσίβλητη-καθ' ης αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε αίτημα αναβολής. Αντιθέτως οι εφεσείοντες 1 και 3, οι οποίοι ήταν παρόντες, αποδέχτηκαν την οφειλή τους και ζήτησαν χρόνο έξι μηνών για να πωλήσουν ακίνητα με σκοπό να εξοφλήσουν όλες τις οφειλές τους. Η Συνεργατική συγκατατέθηκε στο πιο πάνω αίτημα και ακολούθως εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των εφεσειόντων.
  2. Ο διαιτητής στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο ίδιος τηρούσε τα πρακτικά των δύο διαδικασιών διαιτησίας, τα οποία και παρουσίασε (βλ. Τεκ. 10 και 11). ΄Όπως έχει νομολογηθεί, τα πρακτικά της δίκης αποτελούν τον αναντικατάστατο οδηγό για τα κατατεθέντα και διαδραματισθέντα στη δίκη (βλ. Μιχαήλ κ.ά. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού, ανωτέρω και Μελετίου ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1 Α Α.Α.Δ. 295). Αντιπαραβάλλοντας τα δύο πιο πάνω πρακτικά των διαιτησιών προκύπτει ότι είναι πανομοιότυπα. Σε εκείνο που διαφέρουν είναι οι ημερομηνίες συνομολόγησης των δανείων, των υποθηκών, οι αριθμοί αυτών και τα ποσά. Όλα τα άλλα είναι τα ίδια, με αποτέλεσμα να εγείρονται προβληματισμοί ως προς την ορθότητα τους. Πέραν δε τούτου στα πρακτικά, σε σχέση και με τις δύο διαδικασίες διαιτησίας, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Διαιτητής: Α) Εκδίδω απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση καθώς και εναντίον της Υποθήκης ... αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των ..» Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, σε αυτές καθ' εαυτές τις αποφάσεις που επιδόθηκαν στους εφεσείοντες (βλ. Τεκ. 4 και 8) καταγράφεται το ακόλουθο λεκτικό. «Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του Γραμματίου και των εγγράφων Υποθήκης και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη Διαιτησία από την κ. XXX Μιλτιάδους Τμηματάρχη Γ' και τον κ. XXX Τσαγγάρη Γραφέα (Τμήματος Χρεών) της Αιτήτριας Εταιρείας, και έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω τα εξής: α) εκδίδω απόφαση .» Όπως επισημαίνεται πιο πάνω, στις αποφάσεις που επιδόθηκαν στους εφεσείοντες (βλ. Τεκ.4 και 8) καθορίζει ο διαιτητής το τί έλαβε υπόψη του για να αποφασίσει, πλην όμως δεν καταγράφονται στα πρακτικά (βλ. Τεκ.10 και 11). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο κ. XXX Σωτηρίου ανέφερε ότι τους δήλωσε ότι η διαιτητική διαδικασία είναι όπως την δικαστική διαδικασία και η απόφαση του διαιτητή έχει την ισχύ δικαστικής απόφασης και περαιτέρω ότι έχουν το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης. Τα όσα κατ' ισχυρισμόν προέβαλε ότι τους δήλωσε δεν καταγράφονται στα πρακτικά των δύο διαδικασιών. Πέραν των πιο πάνω ήταν η θέση του ότι μετά που τους αναφέρθηκε ότι θα εκδοθεί διαιτητική απόφαση εναντίον τους τότε ήταν που ζήτησαν αναβολή έξι μηνών για να μπορέσουν να πληρώσουν το χρέος τους. Από τα πρακτικά που ετοίμασε ο ίδιος δεν προκύπτει κάτι τέτοιο αλλά ότι ζήτησαν παράταση έξι μηνών για να πωλήσουν ακίνητα οπότε θα ήταν σε θέση να εξοφλήσουν τις οφειλές τους και ακολούθως εκδόθηκε η απόφαση (βλ. Τεκ. 10 και 11). Σε σχέση με την διαδικασία της διαιτησίας ανέφερε τα ακόλουθα: «Έρχονται, κάθονται, καλούμε το Ταμιευτήριο «Ποια είναι η απαίτηση σας;», παρουσιάζουν εκεί τα έγγραφα, βεβαίως τα είδαν τα πρωτότυπα, έχουν την υπογραφή του διαιτητή πάνω με την ημερομηνία της διαιτησίας και αναφέρεται ότι ο διαιτητής είδε τα έγγραφα. Όταν παρουσιάζει το Ταμιευτήριο την υπόθεση ρωτά τους οφειλέτες «Αυτά τα έγγραφα τα έχετε υπογράψει εσείς; Είναι οι υπογραφές σας; Παραδέχεστε το χρέος σας, όπως φαίνεται το υπόλοιπο του ποσού; Το δέχεστε όπως το παρουσιάζει το Ταμιευτήριο;», είπαν «Μάλιστα, παραδεχόμαστε το χρέος» και ο διαιτητής του λέει «Εφόσον παραδέχεστε και δεν έχετε καμία ένσταση θα εκδώσω απόφαση εναντίον σας και υπέρ του Ταμιευτηρίου», αυτά τους λέγονται όχι μόνο στην περίπτωση τούτη, είναι γενικός κανόνας.» Δεν φαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και γενικότερα από τα πρακτικά της διαδικασίας ότι κατά την ακροαματική διαδικασία να παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας, εκτός αν οι δύο εκπρόσωποι της Συνεργατικής ήταν και μάρτυρες της υπόθεσης. Στα πρακτικά αναφέρεται ότι παρουσίασαν σε κάθε διαδικασία σχετικά έγγραφα. Δεν καθορίστηκε ο τρόπος που τα παρουσίασαν. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αναφορές του διαιτητή, όταν παρουσιάζει το Ταμιευτήριο την υπόθεση ρωτά τους οφειλέτες κατά πόσο υπέγραψαν τα έγγραφα και αν αποδέχονται το χρέος. Η πιο πάνω πρακτική δεν είναι και η καταλληλότερη. Ενόψει όλων των πιο πάνω, τα πρακτικά που κατ' ισχυρισμόν τήρησε ο διαιτητής δεν αποτελούν τον καθρέφτη των διαδικασιών και δεν αντικατοπτρίζουν τα όσα πραγματικά διαδραματίσθηκαν κατ' εκείνη την ημέρα. Τα όσα καταγράφονται σ΄ αυτά όχι μόνο δεν είναι ακριβή αλλά είναι και αναξιόπιστα. Τα όσα προστέθηκαν από αυτόν στις αποφάσεις που κοινοποιήθηκαν σε όλους τους αιτητές τουλάχιστον κατατάσσεται ως ανεπίτρεπτο. Αρχικά ο διαιτητής ανέφερε ότι πριν αρχίσει η διαδικασία διαιτησίας πληροφορούνται οι οφειλέτες ότι έχουν το δικαίωμα εκπροσώπησης και περαιτέρω ότι έχουν δικαίωμα να καταχωρήσουν έφεση εναντίον της απόφασης του εντός 21 ημερών. Σε μεταγενέστερο στάδιο διαφοροποιήθηκε και επισήμανε ότι δεν τους ρώτησε αν επιθυμούν να εκπροσωπηθούν από δικηγόρο. Η μαρτυρία του διαιτητή χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί πιο πάνω και σε αρκετά σημεία ήταν νεφελώδης. Γενικά η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική και συνακόλουθα η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Αντιθέτως η αιτήτρια αρ. 3 δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθ' οιονδήποτε τρόπο, ήταν συνεπής και σταθερή στις απαντήσεις της επί των ουσιωδών γεγονότων και έτσι το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της. 15. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, οι αιτητές 1 και 3 παρευρέθηκαν στις δύο διαδικασίες διαιτησίας και ζήτησαν αναβολή με σκοπό να λάβουν νομική συμβουλή. Ο διαιτητής ενέκρινε το αίτημα τους και ανέβαλε την διαδικασία, διαβεβαιώνοντας τους ότι θα έχουν τον απαιτούμενο χρόνο για να καθορίσουν την θέση τους σε σχέση με τα επίδικα δάνεια και καλώντας τους να αγνοήσουν κάποια έγγραφα που ενδεχομένως θα τους αποστέλλονταν. Παρά τις πιο πάνω δηλώσεις του διαιτητή, αυτός προχώρησε στην απουσία τους και εξέδωσε τις πιο πάνω αποφάσεις. Με βάση την πιο πάνω νομολογία και τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η συμπεριφορά του διαιτητή έναντι των εφεσειόντων αρ. 1 και 3 που ήταν παρόντες ήταν ανάρμοστη υπό τις περιστάσεις και η διαδικασία ήταν παράτυπη, αντικανονική, αλλά και περαιτέρω όπως επεξηγείται υπήρξε κακός χειρισμός των υποθέσεων από μέρους του και έτσι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παραμερισμού των αποφάσεων ημερ. 6.6.2013. 16. Περαιτέρω επιζητείται ο παραμερισμός των αποφάσεων καθότι δεν είναι δεόντως αιτιολογημένες και έτσι το Δικαστήριο θα εξετάσει το συγκεκριμένο ζήτημα όπως προκύπτει και από το πρόσωπο αυτών. Κατ' αρχήν, όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του διαιτητή και ειδικότερα μεταξύ άλλων ότι οι εφεσείοντες 1 και 3 αποδέχτηκαν το υπόλοιπο που φαινόταν στις καταστάσεις λογαριασμών. Δεν είναι οι περιπτώσεις όπου εκ συμφώνου εκδόθηκαν αποφάσεις. Τα κατ' ισχυρισμόν πρακτικά που ετοιμάστηκαν από τον ίδιο τον διαιτητή και τα οποία αποτυπώνουν, σύμφωνα με την θέση του, το τι διαδραματίστηκε κατ' εκείνη την ημέρα σε σχέση με τις δύο διαδικασίες, δεν καταγράφουν οποιαδήποτε αιτιολογία παρά μόνο αναφέρεται ότι εκδίδει απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση, όπως περιγράφεται πιο πάνω. Η εφεσείουσα αρ. 2 παρά την απουσία της από τις διαδικασίες, δικαιούτο σε αιτιολογημένη απόφαση. Και κάτι ακόμη. Στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι οι εφεσείοντες αρ. 1 και 3, συμφώνησαν στην έκδοση απόφασης, που εν πάση περιπτώσει δεν συμβαίνει, ο διαιτητής προχώρησε και εξέδωσε απόφαση εναντίον όλων των εφεσειόντων όχι μόνο για συγκεκριμένα ποσά αλλά και εναντίον των υποθηκών. Όπως έχει νομολογηθεί, οι διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου δεν επιτρέπουν και δεν παρέχουν εξουσία στον διαιτητή για εκποίηση υποθήκης. Το άρθρο 6
(8)του περί Διαιτησίας Νόμου αναφέρει ότι: «Οι διαιτητές ή ο επιδιαιτητής έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα δικαστήρια να διατάσσουν την ειδική εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης με εξαίρεση σύμβαση που αφορά γη ή οποιοδήποτε συμφέρον σε γη.» (βλ. Ζαμπά κ.ά. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.ά., ανωτέρω). Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο διαιτητής εξέδωσε αποφάσεις εναντίον όλων των εφεσειόντων όχι μόνο για συγκεκριμένα ποσά αλλά και εναντίον των υποθηκών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα και χωρίς να δίδει οποιαδήποτε αιτιολογία. Όπως έχει νομολογηθεί, ο διαιτητής ασκεί οιωνοί δικαστικό καθήκον και θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού του. Επιπρόσθετα ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Στην προκείμενη περίπτωση, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του διαιτητή ημερ. 6.6.2013 στερούνται αιτιολογίας επί όλων των ζητημάτων και συνακόλουθα δικαιολογείται ο παραμερισμός τους και για αυτό τον λόγο, σε σχέση με όλους τους αιτητές. 17. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης ημερ. 6.6.2013 σε κάθε υπόθεση. Έτσι κατ' αρχήν εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των δύο πιο πάνω υποθέσεων. Στα πλαίσια της έφεσης αρ. 637/13 εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης ημερ. 6.6.2013 που εκδόθηκε υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον όλων των εφεσειόντων. Έχοντας υπόψιν το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον της εφεσίβλητης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. Στα πλαίσια της έφεσης αρ. 638/13 εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης ημερ. 6.6.2013 που εκδόθηκε υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον όλων των εφεσειόντων. Έχοντας υπόψιν το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον της εφεσίβλητης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. Νοείται όμως ότι στα πλαίσια των δύο πιο πάνω υποθέσεων ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί από την ημερομηνία συνένωσης τους μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. (Υπ.) ........................ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / General Applications / Final Αναφορά: Έφεση-διαιτησία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.