ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ κ.α. ν. UNICARS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5488/2009, 9/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A443 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5488/2009 Μεταξύ:
- ΧΧΧ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
- ΧΧΧ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγόντων και
- UNICARS LIMITED
- AUTOMOBILI LAMBORGHINI S.P.A Εναγομένων Ημερομηνία: 9 Αυγούστου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Χρ. Ιωαννίδης για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου, Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 1: Ο κ. Στ. Μαυροκέφαλος για Πολάκις Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 2: Ο κ. Κ. Μιχαήλ για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν την καταβολή αποζημιώσεων (γενικών και ειδικών) για ζημιές τις οποίες κατ' ισχυρισμό τους υπέστηκαν συνεπεία τραυματισμού τους και της ζημιάς που υπέστη το αγωνιστικό αυτοκίνητο του ενάγοντος 1 μάρκας ΧΧΧ μοντέλο Murcielago LP640 Coupe, με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ και με αριθμό πλαισίου ΧΧΧ (στη συνέχεια «το Επίδικο Όχημα»), σε οδικό ατύχημα που επισυνέβη στις 31.12.
- Κάτοχος και οδηγός του Επίδικου Οχήματος κατά τον χρόνο του εν λόγω ατυχήματος ήταν ο ενάγων 1 και συνεπιβάτης του η σύζυγος του, η ενάγουσα
- Το οδικό ατύχημα επισυνέβη όταν το Επίδικο Όχημα ξέφυγε από τον δρόμο στην οδό Προφήτη Ηλία στην Λεμεσό με αποτέλεσμα να συγκρουστεί διαδοχικά στο παγκέτο του δρόμου και μετά σε περιτοίχισμα παρακείμενης οικίας. Η εναγομένη 1 λειτουργεί συνεργείο επιδιόρθωσης και ελέγχου αυτοκινήτων και διενήργησε εργασίες επιδιόρθωσης και συντήρησης του Επίδικου Οχήματος έχοντας στον τομέα αυτό την ιδιότητα της αντιπροσώπου ή του εξουσιοδοτημένου συνεργείου της εναγομένης 2 η οποία είναι η παραγωγός και κατασκευάστρια του εν λόγω τύπου αυτοκινήτων. Η εναγομένη 1 είχε προβεί σε συγκεκριμένες εργασίες κατά την περίοδο μετά τον χρόνο προσωρινής εισαγωγής του αυτοκινήτου στην Κυπριακή Δημοκρατία και πριν επισυμβεί το ατύχημα. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το εν λόγω οδικό ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια ενός εκάστου εκ των εναγομένων και/ή σε παράβαση των θέσμιων καθηκόντων τους. Οι εναγόμενες με τις υπερασπίσεις τους αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων και τις αξιώσεις τους και ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη συνεπεία αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας των εναγόντων ή/ και ενός εξ αυτών. Αντίστοιχα αρνούνται και απορρίπτουν τις μεταξύ τους αμοιβαίες αξιώσεις για συνεισφορά ή/και τις μεταξύ τους ανταξιώσεις ισχυριζόμενες ότι εάν ήθελε επιρριφθεί ευθύνη σε αυτές τότε αυτή τη φέρει η άλλη. Η μαρτυρία επικεντρώθηκε ως επί το πλείστον στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα και τα διάφορα τεχνικά χαρακτηριστικά του Επίδικου Οχήματος αποσκοπώντας στο να απαντηθεί το ερώτημα αν αυτό προκλήθηκε συνεπεία κάποιου τεχνικού ελαττώματος του το οποίο οδήγησε σε απώλεια του ελέγχου του και ακολούθως στην σύγκρουση η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόσκληση ζημιών - εξόδων για ταυματισμό και ιατρικές εξετάσεις των εναγόντων, της πρόκλησης της ζημιάς με την ολοκληρωτική καταστροφή του Επίδικου Οχήματος του ενάγοντος 1, των εξόδων επισκευής του περιτοιχίσματος της οικίας επί του οποίου συγκρούστηκε. Συνοψίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις που προώθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία οι διάδικοι η πλευρά των εναγόντων ισχυρίζεται ότι για το εν λόγω ατύχημα ευθύνεται μηχανικό ελάττωμα και/ή σφάλμα που συνέβη κατά τη λειτουργία του ίδιου του αυτοκινήτου και/ή ως δικογραφείται στην παράγραφο 6 της Τροπ. Ε.Α. «συνεπεία δυσλειτουργίας (μπλοκάρισμα) του οπίσθιου δεξιού τροχού και/ή συνέπεια δυσλειτουργίας του άξονα του επίδικου οχήματος» και/ή συνεπεία ελαττωματικότητας του δοχείου καυσίμων. Αντίθετα, η πλευρά των εναγομένων με τη δική της μαρτυρία η κάθε μια, υποστηρίζει ότι η αιτία του επίδικου ατυχήματος ήταν η υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα με την οποία κινείτο το Επίδικο Όχημα και ως εκ τούτου της απώλειας του ελέγχου του από τον οδηγό του με συνέπεια γτην επακολουθήσασα σύγκρουση. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε το τέλος του 2009 (28.12.2009) σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2 r 1) και ολοκληρώνεται σήμερα με την έκδοση της παρούσας απόφασης, με οδηγεί στο να καταγράψω την πορεία της όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκε μόλις την 25.2.
- Η εναγομένη 1 καταχώρησε Υπεράσπιση στις 11.02.2014 και η εναγομένη 2 στις 30.01.
- Ακολούθησαν Ειδοποιήσεις Ανταλλαγής Εγγράφων μεταξύ των εναγομένων και Αιτήσεις για σχετικές Οδηγίες και στη βάσει αυτών Έκθεση Απαιτήσεως της εναγομένης 1 εναντίον της εναγομένης 2 καταχωρίστηκε την 3.11.2014, η Υπεράσπιση στην Έκθεση Απαιτήσεως της εναγομένης 1 και Ανταπαίτηση της εναγομένης 2 εναντίον της εναγομένης 1 καταχωρίστηκε στις 30.01.
- Απάντηση της εναγόμενης 1 στην Υπεράσπιση της εναγομένης 2 και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της καταχωρίστηκε την 20.02.
- Απάντηση στην Υπεράσπιση της εναγομένης 1 και της εναγομένης 2 καταχωρίστηκε στις 11.9.
- H ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 24.10.
- Αυτή όμως δεν έμελλε να εξελιχθεί ομαλά εφόσον υπήρξε αίτημα με ημερομηνία 10.01.2017 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως το οποίο εγκρίθηκε στις 28.02.2017 και ακολούθησε η καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων τα οποία συμπληρώθηκαν εκ νέου στις 20.04.
- Η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε στις 22.05.2017 και ακολούθως σε διαφορες ημερομηνίες η οποία όμως λόγω της εκτεταμένης μαρτυρίας που παρατέθηκε και με εμπειρογνώμονες από το εξωτερικό, οπότε έπρεπε να γίνουν ειδικές διευθετήσεις για την παρουσία τους στο Δικαστήριο πήρε κάποιο χρόνο. Η αλλαγή επίσης του συνηγόρου που εκπροσωπούσε και είχε τον χειρισμό της υπόθεσης μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2018 για τους ενάγοντες και η ανάγκη μελέτης της υπόθεσης εκ μέρους του νέου δικηγόρου που ανέλεβε την εκπροσώπηση τους απάιτησε επίσης κάποιο χρονικό διάστημα. Τελικά η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε μόλις στις 13.03.2019 με τις τελικές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Οι λόγοι για τις εκάστοτε αναβολές ασφαλώς φαίνονται στα πρακτικά που κάθε φορά τηρούνταν. Θα αποφύγω την καταγραφή των δικογραφημένων ισχυρισμών ή έστω σύνοψη τους για να αποφευχθεί ή δυνατόν η επανάληψη για σκοπούς οικονομίας. Όπου όμως κριθεί αναγκαίο και σκόπιμο κατά την παράθεση και ανάλυση - αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνεται παραπομπή σε αυτούς. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Μελετώντας τα δικόγραφα (ισχυρισμούς - παραδοχές - αρνήσεις) και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου εντοπίζω τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία θεωρώ ότι είναι παραδεκτά ή/και δεν αμφισβητήθηκαν τα οποία καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα μου:
- Κατά ή περί την 22.05.2008 ο ενάγων 1 αγόρασε το Επίδικο Όχημα στην Αγγλία από την αγγλική εταιρεία ROMANS INTERNATIONAL LIMITED.
- Ούτε η εναγομένη 1 ούτε και η εναγομένη 2, ήταν οι πωλητές του Επίδικου Οχήματος.
- Το Επίδικο Όχημα δεν ήταν καινούργιο κατά την αγορά του από τον ενάγοντα
- Η εναγομένη 2 ήταν η κατασκευάστρια/παραγωγός του Επίδικου Οχήματος.
- Κατά πάντα ουσιώδη, προς την παρούσα αγωγή χρόνο, η εναγομένη 1 ήταν εξουσιοδοτημένος πάροχος υπηρεσιών συντήρησης και/ή επιδιόρθωσης και/ή επισκευής των αυτοκινήτων που κατασκεύαζε και/ή παρήγαγε η εναγομένη 2, συμπεριλαμβανομένου και του Επίδικου Οχήματος.
- Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2008 έως και τον Δεκέμβριο του 2008 ο ενάγων 1 κατείχε το Επίδικο Όχημα.
- Τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2008 ο ενάγων 1 προσκόμισε το Επίδικο Όχημα στην εναγομένη 1 παραπονούμενος για θόρυβο που προερχόταν από το πίσω αριστερό μέρος του αυτοκινήτου. Κατά την εξέταση του από την εναγομένη 1 διαπιστώθηκε ότι έλειπαν 3 βίδες από το πίσω αριστερό ημιαξόνιο της αριστερής μέσα πλευράς του αυτοκινήτου. Με οδηγίες του ενάγοντος 1 και της εναγομένης 2, και με την συγκατάθεση του ενάγοντος 1 και της εναγομένης 2, η εναγομένη 1 προέβη σε επισκευή του αυτοκινήτου τοποθετώντας: (α) 6 καινούργιες βίδες με 6 καινούργιες ροδέλες, (β) καινούργιο πίσω αριστερό άξονα, και (γ) καινούργια φλάντζα συγκράτησης του εν λόγω άξονα. Η εναγομένη 1 προμηθεύτηκε τα εν λόγω εξαρτήματα από την εναγομένη
- Το κόστος εργασιών επισκευής και των εξαρτημάτων εκ €773,76σ. καταβλήθηκε από την εναγομένη
- Κατά τη διεξαγωγή των εργασιών επί του αυτοκινήτου τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2008, η εναγομένη 1, κατ' εντολή του ενάγοντος 1 προέβη σε εργασίες τακτικής συντήρησης (service) του αυτοκινήτου με κόστος €207,07σ. και οι εργασίες που διενεργήθηκαν συνίσταντο στα ακόλουθα: (α) αλλαγή λαδιών μηχανής, (β) αλλαγή φίλτρου λαδιού και (γ) γενικό έλεγχο της μηχανής, των τροχών, φρένων, ηλεκτρικού συστήματος και διαγνώσεων, με βάση το πλάνο ελέγχου που εκδίδει και/ή συστήνει και/ή υπαγορεύει η εναγομένη 2 για το προγραμματισμένο σχέδιο ελέγχου (scheduled maintenance plan) οχημάτων του τύπου του Επίδικου Οχήματος για το σημείο κατά το οποίο τα εν λόγω οχήματα θα έχουν διανύσει 1.650 έως 3.200 χιλιόμετρα (1.000 έως 2.000 μίλια).
- Τον Νοέμβριο του 2008, κατόπιν οδηγιών της εναγομένης 2, η εναγομένη 1 κάλεσε τον ενάγοντα 1 να προσκομίσει το επίδικο όχημα για διεξαγωγή αλλαγής εξαρτημάτων και προληπτικών εργασιών. Συγκεκριμένα, η εναγομένη 1 άλλαξε: (α) τον δείκτη ελέγχου στάθμης λαδιού, (β) την τροχαλία στροφαλλοφώρου άξονα και (γ) την κεντρική ασφάλεια της ηλεκτρικής εγκατάστασης του αυτοκινήτου. Η εναγομένη 1 προμηθεύτηκε τα εν λόγω εξαρτήματα από την εναγομένη
- Το κόστος εργασιών επισκευής και των εξαρτημάτων εκ €460,00 καταβλήθηκε από την εναγομένη
- Την 31.12.2008 το Επίδικο Όχημα ενεπλάκη σε δυστύχημα στη Λεμεσό, με οδηγό τον ενάγοντα 1 και συνοδηγό την ενάγουσα 2, κατά το οποίο προσέκρουσε πρώτα σε παγκέτο και μετά σε περιτοίχισμα οικίας, με το δεξιό του μέρος.
- Το σχεδιάγραμμα της Αστυνομικής Έκθεσης (Τεκμ. 16) είναι παραδεκτό.
- Περί τις 18:00 της 31.12.2008, ο ενάγων 1 ειδοποίησε τον κ. Κωνσταντίνου (ΜΥ2-1) για την σύγκρουση.
- Το βράδυ της 31.12.2008 ο ενάγων 1 διευθέτησε όπως το Επίδικο Όχημα μεταφερθεί στο χώρο συνεργείου της εναγομένης 1 στα Λατσιά στην Λευκωσία.
- Το βράδυ της 31.12.2008 ο ενάγων 1 ειδοποίησε την εναγομένη 1 ότι θα παραλάμβανε το Επίδικο Όχημα πράγμα που έπραξε.
- Στις 2.01.2009 η εναγομένη 1 ειδοποίησε την εναγομένη 2 για τη σύγκρουση και η εναγομένη 2 στις 14.01.2009 και 15.01.2009 επιθεώρησε το Επίδικο Όχημα στο συνεργείο της εναγομένης 1 στα Λατσιά στην Λευκωσία.
- Ο ενάγων 1 επέτρεψε στην εναγομένη 2 περιορισμένη επιθεώρηση, καθώς όπως αποκαλύφθηκε και από τη μαρτυρία ο ενάγων 1 αρνήθηκε να παραδώσει το Electronic Control Unit (ECU) του Επίδικου Οχήματος για τεχνικό έλεγχο, του αυτοκινήτου από τους μηχανικούς της εναγομένης
- Για την πλευρά των εναγόντων κατάθεσαν ως μάρτυρες ο κ. ΧΧΧ Δημοσθένους (ΜΕ1), ο κ. ΧΧΧ Τζιρκαλλής (ΜΕ2) και ο κ. ΧΧΧ Παντελίδης (ΜΕ3). Για την εναγομένη 1 κατάθεσαν ο κ. ΧΧΧ Αγαθαγγέλου (ΜΥ 1-1) και ο κ. ΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΥ2-1). Για την εναγομένη 2 ο κ. ΧΧΧ Χρυσοστόμου (ΜΥ1-2), ο κ. ΧΧΧ Guerra (ΜΥ 2- 2) και ο κ. ΧΧΧ Καλαϊτζόγλου (ΜΥ3-2). Από αυτούς ο κ. Δημοσθένους (ΜΕ1) και ο κ. Παντελίδης (ΜΕ3) χαρακτηρίζονται ως μάρτυρες γεγονότων και υπό διπλή ιδιότητα δηλαδή αυτή του μάρτυρα γεγονότων και εμπειρογνώμονος ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΥ2 -1) ενώ οι υπόλοιποι μάρτυρες κατέθεσαν ως μάρτυρες πραγματογνώμονες. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν Γραπτές Δηλώσεις εκ μέρους κάποιων από τους μάρτυρες το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν και διάβασαν ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως. Σημειώθηκαν ως: (α) Έγγραφο Α: Η Γραπτή Δήλωση του κ. ΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΥ2-1) (β) Έγγραφο Β: Η Γραπτή Δήλωση του κ. ΧΧΧ Χρυσοστόμου(ΜΥ1-2) (γ) Έγγραφο Γ1: Η Γραπτή Δήλωση στα Αγγλικά του κ. ΧΧΧ Guerra (ΜΥ2-2) (δ) Έγγραφο Γ2: Η Γραπτή Δήλωση στα Ελληνικά του ΧΧΧ Guerra (ΜΥ2-2) (ε) Έγγραφο Δ: Η Γραπτή Δήλωση ΧΧΧ Καλαϊτζόγλου (ΜΥ3-2) Κατά την παράθεση της μαρτυρίας κατατέθηκαν τα ακόλουθα τεκμήρια τα οποία αριθμήθηκαν όπως παρουσιάζονται στον πίνακα που ακολουθεί. Γι' αυτά θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια κατά την παράθεση της μαρτυρίας ή θα σχολιαστούν κατά την ανάλυση και αξιολόγησή της: Τεκμήριο 1 Τιμολόγιο πώλησης οχήματος αρ. 33131 ημερ. 22.5.2008 Τεκμήριο 2 Έμβασμα ποσό 187.000 Λιρών Αγγλίας ημερ. 22.5.2008 Τεκμήριο 3 Δελτίο προσωρινής εισαγωγής/εισόδου οχήματος ημερ. 5.6.2008 Τεκμήριο 4 Πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος Τεκμήριο 5 Αντίγραφο αναφοράς πυρκαγιάς 31.12.2008 Τεκμήριο 6Α Κάρτα Εργασίας αρ. SO083470 ημερ. 30.6.2008 Τεκμήριο 6Β Κάρτα Εργασίας αρ. SO083471 ημερ. 30.6.2008 Τεκμήριο 7 Κάρτα Εργασίας αρ. SO106262 ημερ. 11.11.2008 Τεκμήριο 8 Γραπτή Κατάθεση Ενάγοντα 1 στην Αστυνομία ημερ. 8.2.2009 Τεκμήριο 9 Επιστολή Τελωνείου Λεμεσού προς Ενάγοντα 1 ημερ.13.7.2015 Τεκμήριο 10 Αίτηση προσφυγής του Ενάγοντα 1 κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 20.11.2015 στην υπόθεση αρ. 1521/2015 Τεκμήριο 10Α Ένσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην προσφυγή του Ενάγοντα 1 ημερ. 3.8.2016 στην υπόθεση αρ. 1521/2015 Τεκμήριο 11Α Προσφορά ΧΧΧ Σάββα προς ΧΧΧ Γεώργιο ημερ. 15.1.2009 Τεκμήριο 11Β Προσφορά V. Constantinou Constructions Ltd. ημερ. 16.1.2009 Τεκμήριο 11Γ Τιμολόγιο C&C Gardening Ltd. αρ. 100, ημερ. 26.1.2009 Τεκμήριο 12 Φωτογραφία χώρου Σύγκρουσης Τεκμήριο 13 Φωτογραφία χώρου Σύγκρουσης Τεκμήριο 14 Δέσμη Φωτογραφιών χώρου Σύγκρουσης Τεκμήριο 15 Δέσμη Φωτογραφιών Επίδικου Οχήματος Τεκμήριο 16 Αστυνομική έκθεση Τεκμήριο 17 Έκθεση ΧΧΧ Τζιρκαλλή ημερ. 10.1.2012 Τεκμήριο 17Α Πρωτότυπη έκθεση ΧΧΧ Τζιρκαλλή ημερ. 10.1.2012 Τεκμήριο 18 Εκτύπωση από ιστοσελίδα ημερ. 12.10.2016 Τεκμήριο 19 Τεχνική έκθεση AML Ιουνίου 2017 Τεκμήριο 20 Τεχνικά Χαρακτηριστικά Επίδικου Οχήματος Τεκμήριο 21 Φορέας CD με βίντεο, εικόνες, σχέδια και έγγραφα δοκιμών αυτοκινήτου από την Εναγόμενη 2 Τεκμήριο 22 Έκθεση αναπαράστασης τροχαίου δυστυχήματος από ΧΧΧ Αγαθαγγέλου ημερ. 30.11.2016 Τεκμήριο 23 Τεχνική Έκθεση AML* Φεβρουαρίου 2017 Τεκμήριο 24 Τεχνικά Έγγραφα του Επίδικου Οχήματος Τεκμήριο 25 Δέσμη πιστοποιητικών παρακολούθησης εκπαίδευσης ΧΧΧ Κωνσταντίνου Τεκμήριο 26 Έντυπο ηλεκτρονικής απαίτησης αρ. 0004/08 Τεκμήριο 27 Τιμολόγιο αρ. 112337 ημερ. 21.7.2008 Τεκμήριο 28 Κάρτα Εργασίας αρ. SO083470 ημερ. 30.6.2008 Τεκμήριο 29 Σχέδιο Συντήρησης Επίδικου Οχήματος ημερ. 1.7.2008 Τεκμήριο 30 Κάρτα Εργασίας αρ. SO083471 ημερ. 30.6.2008 Τεκμήριο 31 Έντυπο ηλεκτρονικής απαίτησης αρ. 008/08 Τεκμήριο 32Α Έντυπο ηλεκτρονικής απαίτησης αρ. 014/08 Τεκμήριο 32Β Έντυπο ηλεκτρονικής απαίτησης αρ. 016/08 Τεκμήριο 32Γ Έντυπο ηλεκτρονικής απαίτησης αρ. 017/08 Τεκμήριο 33 Κάρτα Εργασίας αρ. SO106262 ημερ. 11.11.2008 Τεκμήριο 34 Τιμολόγιο αρ. 113684 ημερ. 18.11.2008 Τεκμήριο 35 Επεξηγηματικό τεχνικό σημείωμα Τεκμήριο 36 Δέσμη φωτογραφιών Επίδικου Οχήματος Τεκμήριο 37 Επιστολή Εναγόμενης 2 προς Εναγόμενη 1 ημερ. 4.9.2009 Τεκμήριο 38 Τεχνική Ενημέρωσης Εναγόμενης 2 ημερ. 20.7.2007 Τεκμήριο 39 Τεχνική Ενημέρωσης Εναγόμενης 2 ημερ. 5.9.2007 Τεκμήριο 40 Τεχνική Ενημέρωσης Εναγόμενης 2 ημερ. 9.4.2008 Τεκμήριο 41 Οριζοντιογραφία και μηκοτομή δρόμου ημερ. 7.11.2016 Τεκμήριο 42 Οριζοντιογραφία δρόμου ημερ. 18.5.2018 Τεκμήριο 43 Δορυφορική εικόνα 2009 Τεκμήριο 44 Δορυφορική εικόνα 9.7.2008 Τεκμήριο 45 Δορυφορική εικόνα 28.11.2016 Τεκμήριο 46 Οριζοντιογραφία δρόμου ημερ. 18.5.2018 Τεκμήριο 47 Οριζοντιογραφία δρόμου ημερ. 18.5.2018 Τεκμήριο 48 Πιστοποιητικό Συμμόρφωσης κατ' εφαρμογή Έγκρ. ΕΚ Τεκμήριο 49 Δέσμη Φωτογραφιών Επίδικου Οχήματος Τεκμήριο 50 Σχεδιάγραμμα πορείας δρόμου και στοιχείων δοκιμών Τεκμήριο 51Α Σχεδιάγραμμα πίστας Τεκμήριο 51Β Σχεδιάγραμμα πίστας Τεκμήριο 52Α Τεχνικά χαρακτηριστικά μηχανήματος μετρήσεων Τεκμήριο 52Β Τεχνικά χαρακτηριστικά μηχανήματος μετρήσεων Τεκμήριο 53 Έγγραφο καταγραφής καιρικών συνθηκών Τεκμήριο 54 Τιμολόγιο αρ. FT000047/R ημερ. 29.3.2017 και απόδειξη πληρωμή ημερ. 18.5.2017 Τεκμήριο 55 Δίπλωμα ΧΧΧ Καλαϊτζόγλου Τεκμήριο 56 Δέσμη τιμολογίων και εμβασμάτων πληρωμών *To AML είναι η συντομογραφία του Εργαστηρίου Τεχνικής Μηχανικής και Ταλαντώσεων του Τμήματος Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι υποχρέωση των εναγόντων ή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης να προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να συνάδει με την δικογραφία για να μπορέσει να αποτελέσει η μαρτυρία αυτή έρεισμα για ευρήματα του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω προσέγγιση αντανακλάται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Kades v. Nicolaou & Another,
(1986)1 C.L.R. σελ. 212. Κατά την εκδίκαση πολιτικών υποθέσεων πρωτίστως είναι καθήκον ενός ενάγοντος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον αντίδικο του να την αντικρούσει (βλ. Μιχαηλίδης v. Κακουλλή κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 674). Η υποχρέωση του ενάγοντος σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει κατ' αρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος v. X'' Nέστορος,
(1990)1 Α.Α.Δ. 41). Έχοντας υπ' όψιν μου τις αρχές που καθιερώθηκαν διαχρονικά και εφαρμόζονται από τα Δικαστήρια μας κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 - 1281, Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και περαιτέρω όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 339. Σύμφωνα με αρχή που προκύπτει από τη νομολογία εφόσον η μαρτυρία κριθεί αναξιόπιστη, αυτή κρίνεται απορριπτέα στο σύνολό της. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει μέρος αυτής, όταν όμως ο μάρτυρας έχει κριθεί γενικά αξιόπιστος (βλ.Κυριάκου v. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 449, όπου στη σελίδα 503 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ως ορθή τη μαρτυρία ατόμου ως προς ένα σημείο ή πτυχή των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτή και να την απορρίψει αναφορικά με άλλο σημείο ή πτυχή της υπόθεσης. Αυτό βέβαια γίνεται εφόσον ο μάρτυρας κριθεί γενικά αξιόπιστος. Όταν κριθεί αξιόπιστος είναι δυνατό η μαρτυρία του σε ένα μέρος της να κριθεί ορθή ενώ σε άλλο λαθεμένη, μετά που θα συγκριθεί με το ενδεχομένως υπάρχον υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Δεν μπορεί όμως όταν ένας μάρτυρας κριθεί από το Δικαστήριο γενικά αναξιόπιστος να θεωρηθεί πως μέρος της μαρτυρίας του είναι αληθές και άλλο όχι». Στην ποινική και πάλι υπόθεση Νικολαϊδης v. Αστυνομίας,
(2003)2 ΑΑΔ 271, το Εφετείο έκρινε ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με βάση την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ απέρριψε τη μαρτυρία συγκεκριμένου μάρτυρα, προχώρησε στην αποδοχή του μέρους εκείνου της μαρτυρίας που επιβεβαιωνόταν από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία για να απορρίψει εκείνη που παρέμενε χωρίς άλλη επιβεβαίωση. Ειδικότερα για την αντίκριση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, οι νομολογιακές αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία είναι γνωστές. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνώμονα όσον και για τους μάρτυρες γεγονότων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ιωαννίδου κ.ά. ν. JAGJID SINGH κ.ά.,
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1805 στη σελίδα 1814: «Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια όπως για κάθε μάρτυρα να δεχθεί ή όχι τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα αφού αιτιολογήσει την απόφαση του. Όπως λέχθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση στη Βασιλείου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1414 "είναι σταθερή η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνώμονα όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες". Παράδειγμα είναι η υπόθεση Λουκά ν. Κούρτη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 603, όπου το Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα και προχώρησε στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του βασιζόμενο στη μαρτυρία του εναγομένου». Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στον κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «... να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία». (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates [1953] S.C. 34). Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη ενός εμεπιρογνώμονα, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Με άλλα λόγια, το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή,
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ.2298). Σύμφωνα με την υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία, που αποκτάται πάνω σ΄ αυτό. Στη ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι: «Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου...». Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του (βλ. Jovcev. Yeomans,
(1981)2 All Ε. R. 21. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, η γενική αρχή είναι ότι η μαρτυρία τους δεν δεσμεύει το δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence, 5η Έκδοση, σελ. 446, Phipson on Evidence, 11η Έκδοση, σελ. 510, παρ. 1286, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 132 και Vassilico Cement Works Ltd v. Stavrou,
(1978)1 C.L.R. 389, σελ. 397). Σύμφωνα με την ίδια νομολογία και ειδικότερα την υπόθεση R. v. Matheson [1958] 2 All E.R. 87, το δικαστήριο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη και το δικαστήριο να εξηγεί γιατί κατέληξε έτσι (βλ. επίσης Νεοφύτου ν. Ανδρέου κ.ά.,
(2005)1 Α.Α.Δ. 692). Στις σελίδα 580 έως και 585 του συγγράμματος των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Α' Έκδοση, παρατίθενται, με σαφήνεια τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις ενός εμπειρογνώμονα και η μεθοδολογία δικαστικής αξιολόγησης αυτών. Περαιτέρω η προσπάθεια μου κατά την αξιολόγηση θα συνίσταται στη σύγκριση και ανιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, τις παραδοχές και αρνήσεις εκ μέρους των εναγομένων στα δικόγραφα τους και σε συσχετισμό τους με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής όπως και τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου η κάθε πλευρά, πέραν της ανάλυσης της μαρτυρίας και της νομικής πτυχής, προέβη σε εισήγηση για αποδοχή των θέσεων της. Αναφορά σε ζητήματα που απασχόλησαν τους δικηγόρους και εκτίθενται στις πολύ εμπεριστατωμένες τελικές τους αγορεύσεις, οι οποίες ομολογουμένως στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές στο έργο μου, όπου χρειαστεί θα γίνει στη συνέχεια κατά την παράθεση τόσο της νομικής πτυχής όσο και της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Έχοντας ως γνώμονα όλα τα πιο πάνω αισθάνομαι ότι είμαι πλέον έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη μου στα αναγκαία ευρήματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Η προσπάθεια μου θα εσταστεί στην παράθεση κατά συνοπτικό τρόπο της μαρτυρίας προς αποφυγή επαναλήψεων και την παράθεση όσων από αυτά χρειάζονται όπως και σε κάποιες περιπτώσεις αυτούσιων αποσπασμάτων όπου κρίνεται ότι εξυπηρετούνται οι ανάγκες κατανόησης της μαρτυρίας όπως και της νομικής πτυχής που διέπει το κάθε ένα επίδικο ζήτημα ξεχωριστά για να εξαχθούν τα απαραίτητα συμπεράσματα μου για τα επίδικα ζητήματα. Με αυτά κατά νουν προχωρώ σε ανάλυση της νομικής πτυχής και μαρτυρίας κατά θεματικές ενότητες. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: ΑΜΕΛΕΙΑ: Η αγωγή των εναγόντων, έχει κατ' αρχάς ως νομική βάση, πέρα από λοιπά νομοθετήματα που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής - αναφορά σε αυτά θα γίνει στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο-, το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η αμέλεια, ως αστικό αδίκημα, ορίζεται από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (στη συνέχεια «το Κεφ. 148»). Στο Κεφ. 148 κωδικοποιείται, σύμφωνα με τη νονομολογία μας, όχι όμως εξαντλητικά, το αγγλικό κοινοδίκαιο, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960). Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 51
(1)του Κεφ. 148: «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν θα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς». Επομένως σύμφωνα με τα ως άνω οριζόμενα η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ό,τι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Κυριάκου v. Κανάρη,
(1997)1 ΑΑΔ 1436). Στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ,
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 453, δόθηκε η ακόλουθη ερμηνεία των πιο πάνω προνοιών του άρθρου 51 του Κεφ. 148: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του "μέσου συνετού ανθρώπου" και του "πλησίον" διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας της οποίας όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα». Σύμφωνα με τη νομολογία, αμέλεια δύναται να θεμελιωθεί αν ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η υποχρέωση επίδειξης μέριμνας και φροντίδας οφειλόμενη από τον εναγόμενο στον ενάγοντα για την προστασία του τελευταίου. (β) Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής. (γ) Η απόδειξη ότι η ζημιά - βλάβη που ακολουθεί είναι το αποτέλεσμα της ζημιογόνου ενέργειας του εναγομένου και είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή. Ο εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη πληρωμής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας πρέπει να αποδειχθεί ότι: (α) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο, (β) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τη ζημιά. Η νομολογία σε σχέση με το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι πολύ πλούσια. Οι αρχές που διατυπώθηκαν στη Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, ως αυτές εξελίχθηκαν και ερμηνεύθηκαν νομολογιακά, έχουν ιδιαίτερη εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση Αγωγή, όπου τίθενται κατ' ισχυρισμό, ζητήματα ευθύνης παραγωγού (product liability). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να ειπωθεί ότι όταν γίνεται επίκληση των εν λόγω αρχών στο πλαίσιο της ευθύνης παραγωγού, είναι νομολογιακά καθιερωμένος και απαράβατος κανόνας ότι, ακόμη και σε περίπτωση ικανοποιήσης των τιών ουσιωδών προϋποθέσεων για την ύπαρξη αμέλειας, από πλευράς του ενάγοντος, ο ενάγων μπορεί να λάβει ικανοποίηση, στο πλαίσιο του αστικού αδικήματος της αμέλειας, μόνο για συγκεκριμένες κατηγορίες αποζημιώσεων και όχι για κάθε είδους ζημιά και/ή βλάβη που τυχόν έχει αποδείξει ότι έχει υποστεί. Το συγκεκριμένο όμως ζήτημα θα με απασχολήσει διεξοδικώτερα στη συνέχεια της απόφασης μου στο κατάλληλο σημείο. Προκύπτει από τα ως άνω ότι βασικές υπερασπίσεις που μπορεί να προβάλει ένας εναγόμενος σε αγωγή αμέλειας, σωρευτικά ή διαζευκτικά μεταξύ τους, είναι ότι δεν υπείχε καθήκον επιμέλειας απέναντι στον ενάγοντα και/ή ότι εκπλήρωσε το καθήκον αυτό και/ή ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της αμέλειας του εναγομένου. Πέραν αυτών, το Άρθρο 56 του Κεφ. 148, το οποίο παραθέτω στη συνέχεια, καθορίζει δύο ειδικές υπερασπίσεις στο αστικό αδίκημα της αμέλειας: «Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια- (α) τo ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς͘ ή (β) τo ότι η ζημιά oφειλόταv στηv επέλευση ασύvηθoυς φυσικoύ συμβάvτoς απρόβλεπτoυ για τo λoγικό άvθρωπo και τoυ oπoίoυ oι συvέπειες δεv μπoρoύσαv vα απoτραπoύv με τηv καταβoλή εύλoγης επιμέλειας». ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΑΜΕΛΕΙΑ: Το Άρθρο 57
(1)του Κεφ. 148, καθορίζει την αρχή της συντρέχουσας αμέλειας, η οποία, παρότι δεν αποτελεί υπεράσπιση, υπό την έννοια του ότι δεν απαλλάσσει έναν εναγόμενο από ευθύνη που έχει αποδειχθεί εναντίον του για αμέλεια, επενεργεί στην αναλογική μείωση της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγοντας. Το άρθρο αυτό προνοεί τα ακόλουθα: «57.-
(1)Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά: Νoείται ότι- (α) τo εδάφιo αυτό δεv επεvεργεί πρoς αvατρoπή oπoιασδήπoτε υπεράσπισης πoυ απoρρέει από σύμβαση. (β) όταv σε αξίωση εφαρμόζεται σύμβαση ή voμoθέτημα πoυ πρovoεί περιoρισμό της ευθύvης, τo πoσό της απoζημίωσης πoυ πρέπει vα καταβληθεί στo πρόσωπo πoυ πρoβάλλει τηv αξίωση δυvάμει τoυ εδαφίoυ αυτoύ δεv θα υπερβαίvει τo αvώτατo όριo πoυ εφαρμόζεται με τov τρόπo αυτό». Σύμφωνα με τη νομολογία μας η συντρέχουσα αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη του ενάγοντος να λάβει προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος (βλ. Θεράπων Μιχαήλ ν. Ιωάννου & Παρασκευαϊδης Λτδ. κ.α.,
(1998)1 Α.Α.Δ.1494, Owens v. Brimmell [1977] QB 859, Limbrick v. French [1993] PIQR P121 και Stanton v. Collinson [2010] EWCA Civ 81). Ωστόσο, το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντος ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του. Tο κριτήριο απόδειξης της συντρέχουσας αμέλειας σύμφωνα με τη νομολογία, είναι γενικά το ίδιο με εκείνο της αμέλειας. Η διαφορά έγκειται στην παράλειψη του ενάγοντος να λάβει προφυλακτικά μέτρα για τη δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του (βλ. Χαραλάμπους κ.α. v. Kασάπης,
(1988)1 Α.Α.Δ.25, Ιωακείμ v. Σωτηριάδης,
(1984)1 Α.Α.Δ. 175 και Παρμαξή v. Kαστιόλα,
(1985)1 Α.Α.Δ. 633). Το κριτήριο για την απόδοση ευθύνης στον ίδιο τον ενάγοντα για τη βλάβη την οποία υπέστη συναρτάται με το λογικά προβλεπτό του κινδύνου έναντι του οποίου παρέλειψε να πάρει λογικές προφυλάξεις. Περαιτέρω είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων από τον ενάγοντα για τη δική του ασφάλεια. Τι προφυλάξεις είναι αναγκαίες να ληφθούν για την ασφάλεια κάποιου είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 595, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοχάρους κ.α.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 937 και Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 506). Όταν υπάρχει ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια, η ακολουθητέα διαδικασία καθορίστηκε ως εξής στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji,
(1990)1 A.A.Δ.
- « Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 52, 57, και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- ....................................................................... Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζεται το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων από την μια, και Ενάγοντος από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα». Στην υπόθεση Μιχαήλ Θεράπων ν. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.ά., (πιο πάνω), λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντος το φέρει ο εναγόμενος. Το Δικαστήριο μπορεί βέβαια να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντος ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο (βλ. Elliott v. Bax Ironside [1925] 2 K.B.
- Sharpe v. Southern Railway [1925] 2 K.B.
- Baker v. Longhurst & Sons Ltd [1933] 2 K.B. 461 (βλ. επίσης Clerk & Lindsell on Torts 16th Ed. par. 1-156). Λέχθηκε επίσης ότι όπως και στην περίπτωση της αμέλειας έτσι και στη συντρέχουσα αμέλεια, το κριτήριο για την απόδοση ευθύνης στον ίδιο τον ενάγοντα για τη βλάβη την οποία υπέστη συναρτάται με το λογικά προβλεπτό του κινδύνου έναντι του οποίου παρέλειψε να πάρει λογικές προφυλάξεις. Σχετική επίσης με το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι και η υπόθεση Σφυρή ν. Πολυκάρπου,
(2005)1 Α.Α.Δ. 941, στην οποία λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο είναι ένοχο συντρέχουσας αμέλειας αν μπορούσε λογικά να προβλέψει ότι αν δεν ενεργούσε ως ένας λογικός και συνετός άνθρωπος θα μπορούσε να προκαλούσε τραύματα στον εαυτό του. ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΝΕΝΑΓΩΜΕΝΩΝ: Έχοντας υπ΄όψιν το γεγονός ότι έχει λάβει χώρα ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ της εναγομένης 1 και της εναγομένης 2 σύμφωνα με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα πρέπει να σημειώσω και τα ακόλουθα ως μέρος της νομικής πτυχής της υπόθεσης αν και αυτό θα εξαρτηθεί από την κατάληξη μου κατά πόσο αυτές ενήργησαν αμελώς: Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κεφ. 148: «Αν δύο ή περισσότεροι ευθύνονται παράλληλα βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για οποιαδήποτε πράξη και η πράξη αυτή συνιστά αστικό αδίκημα, τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται από κοινού για την πράξη αυτή ως συναδικοπραγήσαντες και δύνανται να εναχθούν για το σκοπό αυτό από κοινού ή χωριστά: ...». Περαιτέρω, το άρθρο 64
(1)και
(2)του Κεφ. 148 προβλέπει ως εξής: «
(1)Αν πρόσωπο υποστεί ζημιά συνεπεία αστικού αδικήματος οποιοιδήποτε συναδικοπραγήσαντες που υπέχουν ευθύνη σε σχέση με την εν λόγω ζημιά δύνανται να τύχουν συνεισφοράς από οποιοδήποτε άλλο αδικοπραγήσαντα, ο οποίος υπέχει, ή αν εναγόταν θα υπείχε, ευθύνη σε σχέση με τη ζημιά αυτή, είτε ως συναδικοπραγήσαντας είτε άλλως πως, ούτως ώστε κανένα πρόσωπο να μη δικαιούται να τύχει συνεισφοράς δυνάμει του άρθρου αυτού από πρόσωπο που δικαιούται σε κάλυψη από αυτό σε σχέση με την ευθύνη σχετικά με την οποία επιδιώκεται η συνεισφορά.
(2)Σε κάθε δικαστικό μέτρο δυνάμει του άρθρου αυτού το ποσό της συνεισφοράς που πρέπει να καταβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο είναι το ποσό το οποίο το Δικαστήριο ήθελε βρει ως δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ευθύνης του προσώπου αυτού για τη ζημιά. Και το Δικαστήριο έχει εξουσία να απαλλάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο από την υποχρέωση για συνεισφορά ή να διατάσσει όπως η συνεισφορά που πρέπει να καταβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο αναχθεί σε πλήρη κάλυψη». Από την άλλη το άρθρο 64 του Κεφ. 148, καθορίζει τη διαδικασία που ακολουθείται από το Δικαστήριο (σε περίπτωση που πρόσωπο υποστεί ζημιά συνεπεία αστικού αδικήματος) για καταμερισμό του ποσοστού της συνεισφοράς ενός εκάστου των συνεναγομένων. Βάσει των προνοιών του εν λόγω άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ποσοστό συνεισφοράς από ένα συναδικοπραγήσαντα προς άλλο, είτε είναι συνεναγομένοι ή όχι, για την ζημιά που έχει προκληθεί στον ενάγοντα. Η συνεισφορά αυτή μπορεί να αναχθεί σε πλήρη κάλυψη (indemnity). Μπορεί επίσης συναδικοπραγήσας να απαλλαγεί συνεισφοράς. Το ποσοστό συνεισφοράς κρίνεται με βάση την έκταση ευθύνης του συγκεκριμένου αδικοπραγήσαντα για την προκληθείσα ζημιά. Εάν οι συναδικοπραγήσαντες είναι συνεναγόμενοι, η έναρξη της διαδικασίας γίνεται με βάση τις πρόνοιες της Δ.10 θ.12
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δηλαδή επιδίδονται μεταξύ των συνεναγομένων οι σχετικές Ειδοποιήσεις Συνεισφοράς και εν συνεχεία ανταλλάσσονται δικόγραφα. Σχετική είναι και η απόφαση στη Μαυρίδης v. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013 στην οποία ο Στυλιανίδης, Δ., όπως ήταν τότε, εξήγησε τον τρόπο προσέγγισης σε περιπτώσεις αυτής της φύσης, ως εξής: (Βλ. συναφώς και Ιωαννίδη ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 558, Λουκά ν. Κούρτη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 601 και Παναγίδη ν. Λούη κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 746): «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lane [1988] 2 All ER 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The abadesa [1967] 1 All ER 672, 677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ εναγομένων, από τη μια, και ενάγοντα, από την άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα. Εάν επιδόθηκαν ειδοποιήσεις, με βάση το Άρθρο 64 και τη Δ.10 θ.12
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προχωρεί στον καταμερισμό της ευθύνης και στον καθορισμό του ποσοστού της συνεισφοράς ή αποζημίωσης μεταξύ των εναγομένων. Αυτή την προσέγγιση πρέπει να ακολουθούν τα πρωτόδικα Δικαστήρια στις υποθέσεις του είδους τούτου.» Στην υπόθεση Σπύρου ν. Λανίτου κ.α.,
(2001)1 Α.Α.Δ 1538 η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων καταμερισμό ευθύνης μεταξύ συναδικοπραγήσαντων, το Εφετείο ανέφερε τα εξής: «Το άρθρο 64 αποτελεί αντίγραφο του άρθρου 6 της αγγλικής Tortfeasor's Act και η αγγλική νομολογία είναι σχετική. Εκείνο που εδώ έχει σημασία είναι το κριτήριο που ο ίδιος ο Νόμος εισάγει. Ο καταμερισμός ή το διάταγμα κάλυψης εξαρτώνται από το τι το Δικαστήριο θα θεωρούσε δίκαιο "λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ευθύνης του προσώπου αυτού για τη ζημιά" ("having regard to the extent of that person's responsibility for the damage")». ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ: Θεωρώ ορθό να καταγραφεί εδώ και το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις σχέσεις μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Πώς δηλαδή μπορούν να συσχετιστούν με τη σχέση μεταξύ του ενάγοντος 1 και της εναγομένης 2 αλλά και τη σχέση μεταξύ παραγωγού και τελικού αποδέκτη/ καταναλωτή ενός προϊόντος. Το άρθρο 16
(1)
(2)και
(3)του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου (Ν.10(Ι)/1994)προβλέπει τα ακόλουθα: «16.-
(1)Εκτός όπως προνοείται στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 17 και τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, δεν υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ή σιωπηρή εγγυητική διαβεβαίωση αναφορικά με την ποιότητα ή την καταλληλότητα, για οποιοδήποτε ειδικό σκοπό, των αγαθών που προμηθεύονται δυνάμει σύμβασης πώλησης.
(2)Όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας, αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσον είναι σχετική) και κάθε άλλης συναφής περίσταση.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η ποιότητα των αγαθών περιλαμβάνει την κατάσταση τους, τα ακόλουθα δε (μεταξύ άλλων) αποτελούν σε κατάλληλες περιπτώσεις παράγοντες συναφείς με την ποιότητα των αγαθών, δηλαδή- (α) Η καταλληλότητα για όλους τους σκοπούς για τους οποίους τα αγαθά του συγκεκριμένου είδους συνήθως προμηθεύονται, (β) η εμφάνιση και η τελική επεξεργασία, (γ) η ανυπαρξία μικροελαττωμάτων, (δ) η ασφάλεια, (ε) η ανθεκτικότητα, Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού "ανθεκτικότητα" σημαίνει εύλογη αντοχή στο χρόνο και τη χρήση και περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και ειδικευμένων τεχνικών για τη διασφάλιση της. (στ) η ικανότητα, προκειμένου περί ηλεκτρονικών υπολογιστών, λογισμικών ή συσκευών που εργάζονται με τη βοήθεια μικροεπεξεργαστών, να ανταποκριθούν στην αλλαγή της χρονολογίας μετά την έλευση του ημερολογιακού έτους 2000, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε τροποποίηση ή άλλη επέμβαση επί του πωλούμενου αγαθού». Σύμφωνα με τον Περί Πώλησης Αγαθών Νόμο (Ν.10(Ι)/1994), σε μια σύμβαση για πώληση αγαθών, ο πωλητής πρέπει να συμμορφώνεται με τους ρητούς όρους αυτής αλλά και τους σιωπηρούς όρους που περιλαμβάνονται σε αυτή από τον Νόμο. Σε μια σύμβαση πώλησης αγαθών κατά περιγραφή, περιλαμβάνεται σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά θα ανταποκρίνονται στην περιγραφή [άρθρο 15
(1)]. Επίσης, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά θα είναι αποδεκτής ποιότητας [άρθρο 16
(2)]. Αγαθά θεωρούνται αποδεκτής ποιότητας αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσον είναι σχετική) και κάθε άλλη συναφής περίσταση [άρθρο 16
(3)]. Στην περίπτωση που ο αγοραστής επικαλείται ελαττωματικότητα των αγαθών ή ότι δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση, έχει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του αυτού. Στην υπόθεση Κώστας Στρατής v. Πεντέλης - Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708 αναφέρθηκε ότι σε περίπτωση που αγοραστής προβάλει ισχυρισμό ότι τα εμπορεύματα ήταν ελαττωματικά και για το λόγο αυτό αρνήθηκε να πληρώσει την αξία τους, το βάρος απόδειξης της ελαττωματικότητας των εμπορευμάτων βρίσκεται στους ώμους του. Δεν πρέπει ασφαλώς να διαφεύγει της προσοχής ότι ο Περί Πώλησης Αγαθών Νόμος (Ν.10(Ι)/1994)έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις σύμβασης πώλησης μεταξύ πωλητή και αγοραστή ή μεταξύ εμπορικού αντιπροσώπου που ενεργεί με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ παραγωγού και τελικού αποδέκτη, μεταξύ των οποίων δεν έχει συναφθεί σύναψη πώλησης ως ανωτέρω. Σε σχέση με τα ζητήματα πώλησης καταναλωτικών προϊόντων και της ασφάλειας αυτών, σχετικός είναι και ο Περί Ασφάλειας Καταναλωτικών Προϊόντων Νόμος του 1994 (Ν.74(Ι)/1994). Ο Περί Ελαττωματικών Προϊόντων Νόμος 1995 (Ν.105(Ι)/1995), διέπει τα θέματα αγωγών που εγείρονται σε σχέση με αγωγές για ελαττωματικά προϊόντα η χρήση των οποίων προκάλεσε ζημία και αφορούν θέματα Αστικής Ευθύνης. Το συγκεκριμένο νομοθέτημα καλύπτει τυχόν ευθύνη παραγωγού. Σύμφωνα με το Άρθρο 4
(1)του ως άνω Νόμου, προϊόν είναι ελαττωματικό όταν δεν υπάρχει ασφάλεια, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων υπό τις οποίες το προϊόν κατέχεται, χρησιμοποιείται ή καταναλώνεται και περιλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο και τους σκοπούς για τους οποίους το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία, την παροχή οποιωνδήποτε οδηγιών ή προειδοποιήσεων ή την παροχή οποιωνδήποτε δηλώσεων αναφορικά με την κατοχή, τη χρήση ή την κατανάλωση του προϊόντος, τη χρήση επί του προϊόντος ή σε σχέση με αυτό οποιουδήποτε σήματος που αναφέρεται στην ασφάλεια του ή που μπορεί εύλογα να εκληφθεί ότι αναφέρεται στην ασφάλεια του, και το χρόνο κατά τον οποίο το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία. Το εδάφιο
(2)του Άρθρου 4 ρητά προνοεί ότι προϊόν δεν είναι ελαττωματικό από το γεγονός και μόνο ότι άλλο ασφαλέστερο προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία μεταγενέστερα. Το Άρθρο 5 του Νόμου 1995 Ν.105(Ι)/1995 ορίζει την ευθύνη του παραγωγού, προνοεί δε τα ακόλουθα: «5. Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, στις περιπτώσεις όπoυ απoδεικvύεται από το ζημιωθέντα ότι oπoιαδήπoτε ζημιά πρoκλήθηκε oλικώς ή μερικώς από ελαττωματικό πρoϊόv, o παραγωγός τoυ πρoϊόvτoς ευθύvεται για τη ζημιά πoυ πρoκλήθηκε κατά τov πιo πάvω τρόπo». Το Άρθρο 6 του Νόμου 1995 Ν.105(Ι)/1995 προνοεί ότι χωρίς επηρεασμό της ευθύνης του παραγωγού, ευθύνεται ως να ήταν ο παραγωγός του προϊόντος και κάθε πρόσωπο το οποίο εισήγαγε, κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του προϊόν εντός της Δημοκρατίας με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλον. Το Άρθρο 7 του ίδιου Νόμου προνοεί ότι η ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου, δυνάμει του νόμου, για ζημιά που υπέστη άλλος μπορεί να μειωθεί ή να εκμηδενιστεί στις περιπτώσεις όπου, ενόψει όλων των περιστάσεων, η ζημιά προκαλείται τόσο από ελαττωματικό προϊόν όσο και από υπαιτιότητα του ζημιωθέντος ή οποιουδήποτε προσώπου που ενεργεί υπό την ευθύνη του ζημιωθέντος. Τα προαναφερθέντα νομοθετήματα, για να μπορούν να τύχουν εφαρμογής είναι προαπαιτούμενο να έχει αποδειχθεί από τον ενάγοντα η ελαττωματικότητα του υπό κρίση προϊόντος. Το προαπαιτούμενο αυτό έχει επιβεβαιωθεί νομολογιακά και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά, στην υπόθεση Ιωάννης Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1B Α.Α.Δ 974, ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η ελαττωματικότητα του φυσιγγίου. Πέραν της αμέλειας, ισχυρίστηκε επίσης και παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της εφεσίβλητης και ειδικότερα του περί Ασφάλειας Καταναλωτικών Προϊόντων Νόμου του 1994 (Ν.74(Ι)/94), του περί Ελαττωματικών Προϊόντων( Αστική Ευθύνη) Νόμου του 1995 (Ν. 105(Ι)/95)και του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (Ν. 10(Ι)/94), όπως τροποποιήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: «ο εφεσείων απέτυχε να αποσείσει το βάρος αποδείξεως της υπόθεσης του, ότι, δηλαδή ο τραυματισμός του προκλήθηκε από την έκρηξη της κάννης του όπλου του, λόγω της ελαττωματικότητας του φυσιγγίου. Η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει αιτιώδη σχέση μεταξύ του συμβάντος και του φυσιγγίου που χρησιμοποιήθηκε είναι ορθή. Ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η ελαττωματικότητα του φυσιγγίου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των Νόμων 10(Ι)/94, 74(Ι)/94 και 105(Ι)/95, οι οποίοι για την απόδοση ευθύνης προϋποθέτουν την ύπαρξη ελαττωματικότητας του προϊόντος». Σχετικός με την παρούσα υπόθεση είναι και ο περί της Γενικής Ασφάλειας των Προϊόντων Νόμος του 2004 (Ν.41(Ι) του 2004), ο οποίος σκοπό έχει να διασφαλίζει ότι τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά είναι ασφαλή. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ως άνω Νόμου: «5. Οι παραγωγοί υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή προϊόντα.» Το άρθρο 6 του ίδιου Νόμου ορίζει τα κριτήρια για εκτίμηση του ασφαλούς προϊόντος. Συγκεκριμένα: «6.-
(1)Ένα προϊόν θεωρείται ασφαλές ως προς τις πτυχές που καλύπτονται από την κυπριακή νομοθεσία, όταν ελλείψει ειδικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που διέπουν την ασφάλειά του, αυτό συμμορφώνεται με τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία, οι οποίες είναι συμβατές με τη Συνθήκη, ιδίως τα άρθρα 28 και 30, και οι οποίες καθορίζουν τις απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας που πρέπει να ικανοποιεί το προϊόν προκειμένου να διατεθεί στο εμπόριο.
(2)Ένα προϊόν θεωρείται ασφαλές ως προς τους κινδύνους και τις κατηγορίες των κινδύνων που καλύπτονται από τα σχετικά κυπριακά πρότυπα, όταν πληροί τα κυπριακά πρότυπα που αποτελούν μεταφορά των ευρωπαϊκών προτύπων, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων δημοσιεύονται από τον Εθνικό Φορέα Τυποποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(3)Σε περιπτώσεις άλλες από τις προβλεπόμενες στα εδάφια
(1)και
(2), η συμμόρφωση ενός προϊόντος προς τη γενική απαίτηση ασφάλειας κρίνεται, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ακόλουθων στοιχείων, εφόσον υπάρχουν: (α)Των κυπριακών προτύπων που αποτελούν μεταφορά αντίστοιχων ευρωπαϊκών προτύπων άλλων από εκείνων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2). (β)των προτύπων που ισχύουν στη Δημοκρατία. (γ)των συστάσεων της Επιτροπής με τις οποίες ορίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση της ασφάλειας του προϊόντος. (δ)των κωδίκων ορθής πρακτικής για την ασφάλεια του προϊόντος, οι οποίοι ισχύουν στον συγκεκριμένο τομέα. (ε)των υφιστάμενων γνώσεων και τεχνικών. και (στ)της ασφάλειας που δικαιούνται ευλόγως να προσδοκούν οι καταναλωτές.
(4)Η συμμόρφωση ενός προϊόντος με τα κριτήρια που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της γενικής απαίτησης ασφάλειας, ιδίως προς τις διατάξεις των εδαφίων
(1),
(2)και
(3), δεν εμποδίζει την αρμόδια αρχή να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να περιορίσει τη διάθεσή του στο εμπόριο ή να ζητά την απόσυρσή του από την αγορά ή την ανάκλησή του αν, παρά τη συμμόρφωση αυτή, αποδεικνύεται ότι το προϊόν είναι επικίνδυνο». Το άρθρο 7 του περί της Γενικής Ασφάλειας των Προϊόντων Νόμος του 2004 (Ν.41(Ι) του 2004) το οποίο καθορίζει τις υποχρεώσεις των παραγωγών αναφέρει, μεταξύ άλλων: «7.-
(1)Μέσα στα πλαίσια των οικείων δραστηριοτήτων του, οι παραγωγοί παρέχουν στους καταναλωτές τις απαραίτητες πληροφορίες που θα τους επιτρέψουν να αξιολογήσουν τους εγγενείς κινδύνους που παρουσιάζει ένα προϊόν, κατά την διάρκεια της συνήθους ή εύλογα προβλεπτής χρήσης του, όπου οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι αμέσως αντιληπτοί χωρίς κατάλληλη προειδοποίηση, και να προφυλάσσονται από τους κινδύνους αυτούς: Νοείται ότι η ύπαρξη προειδοποιήσεων δεν απαλλάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις άλλες απαιτήσεις που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο ή τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς.
(2)Μέσα στα πλαίσια των οικείων δραστηριοτήτων τους, οι παραγωγοί λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που προμηθεύουν, τα οποία τους επιτρέπουν: (α) να είναι ενήμεροι για τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιάσουν τα προϊόντα αυτά και (β) να επιλέγουν την λήψη κατάλληλων μέτρων περιλαμβανομένης, αν είναι αναγκαίο για την πρόληψη των κινδύνων αυτών, της απόσυρσης των συγκεκριμένων προϊόντων από την αγορά, της επαρκούς και αποτελεσματικής προειδοποίησης των καταναλωτών ή της ανάκλησης των προϊόντων από τους καταναλωτές». Τέλος, ο περί Ορισμένων Πτυχών της Πώλησης Καταναλωτικών Αγαθών και των Συναφών Εγγυήσεων Νόμος του 2000 (Ν. 7(I)/2000) διέπει συγκεκριμένες πτυχές της σχέσης μεταξύ πωλητή και καταναλωτή. Ενδεικτικά, το άρθρο 5 του Νόμου αυτού προνοεί τα ακόλουθα: «5.-
(1)Ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που υπάρχει κατά την παράδοση του αγαθού.
(2)Όταν υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα είτε σε δωρεάν αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού με επισκευή ή αντικατάσταση, σύμφωνα με το εδάφιο
(3), είτε σε προσήκουσα μείωση του τιμήματος, είτε σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση όσον αφορά το αγαθό αυτό, σύμφωνα με τα εδάφια
(5)και
(6).
(3)Ο καταναλωτής έχει, κατ' αρχάς, δικαίωμα να απαιτήσει από τον πωλητή τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού, εκτός εάν μια τέτοια πράξη είναι αδύνατη ή δυσανάλογη. Η επανόρθωση θεωρείται δυσανάλογη εάν, σε σύγκριση με τον εναλλακτικό τρόπο επανόρθωσης, συνεπάγεται για τον πωλητή υπερβολικά υψηλό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη- (α)Την αξία που θα είχε το αγαθό, εάν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης, (β)τη σημασία της έλλειψης συμμόρφωσης, και (γ)το κατά πόσον ο εναλλακτικός τρόπος επανόρθωσης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.
(4)Η επισκευή ή η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αγαθού και το σκοπό για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε το αγαθό.
(5)Ο όρος "δωρεάν" στα εδάφια
(2)και
(3)αναφέρεται στα απαραίτητα έξοδα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού, ιδίως στις δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και στο κόστος των υλικών.
(6)Ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει προσήκουσα μείωση του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εάν- (α)Ο καταναλωτής δε δικαιούται ούτε σε επισκευή ούτε σε αντικατάσταση, ή (β)Ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ή (γ)ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.
(7)Ο καταναλωτής δε δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εάν η έλλειψη συμμόρφωσης είναι ασήμαντη.» Αρχές Αναφορικά με το Βάρος Απόδειξης - Res Ipsa Loquitur Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαιτήσεως τους, πέραν των λεπτομερειών αμέλειας, διαζευκτικά, ισχυρίζονται ότι έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση η αρχή res ipsa loquitur. Το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει την αρχή res ipsa loquitur. Προβλέπονται σε αυτό τα ακόλουθα: «55. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται- (α) ότι ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο, και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά». Αυτή η νομική αρχή έχει τύχει ενδελεχούς μελέτης και ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Παυλή κ.α. ν. Αβραάμ
(2000)1 Α.Α.Δ. 220). Σύμφωνα με τη νομολογία μας η ως άνω αρχή ή κανόνας απόδειξης res ipsa loquitur εφαρμόζεται κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο που ισχύει στο Αγγλικό δίκαιο. Αυτό συνάγεται ευθέως από την απόφαση Αchilleas Morides v. Chrystalla Ιoannou,
(1973)1 C.L.R. 117 η οποία υιοθέτησε και την υπόθεση Lloyde v. West Midlands Gas Board,
(1971)2 All E.R. 1240. To Aνώτατο Δικαστήριο επέτρεψε την έφεση του ενάγοντος κρίνοντας ότι η κατάρρευση της οροφής παρακείμενης κατοικίας και η πτώση της στο σπίτι του συνιστούσε αφενός, συμβάν το οποίο τελούσε υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγομένου και αφετέρου, ομιλούσε αφ' εαυτού ως προς τα πιθανά αίτια, συμβατά στην απουσία αντίθετης εξήγησης από τον εναγόμενο, με την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του (βλ. επίσης την Savvides v. Μesaritis,
(1985)1 C.L.R. 261) Όπου τα γεγονότα τα οποία επέφεραν τη βλάβη (ζημία) είναι γνωστά, η εξωτερική τους υφή δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο υποθέσεων και συμπερασμάτων, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής των Λόρδων στην Barkway v. South Wales Transport [1950] 1 All E.R. 392. Η λύση συναρτάται με την απόδειξη των γεγονότων, τα οποία προβάλλει ο ενάγων και τις κατά νόμο συνέπειές τους, δηλαδή, κατά πόσο στοιχειοθετούν αμέλεια. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του res ipsa loquitur αποτελεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται (βλ. Fish v. Kapur and Another [1948] 2 All E.R. 176). Η επίκληση του κανόνα μπορεί να γίνει εφόσον το γεγονός ή τα γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη ζημιά τελούσαν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγομένου (βλ. Αθανασίου και Αθανασίου ν. Κουνούνη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) και οι δικογραφούμενοι ισχυρισμοί και ή τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί υποδεικνύουν ότι το ατύχημα δεν θα μπορούσε να είχε επισυμβεί χωρίς την εκ πρώτης όψεως ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του εναγομένου. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγομένου (βλ. Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Σολέας ν. Σολέα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 904, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 και Χατζηπαύλου ν. Ιντζιρτζιάν κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1278). Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανόνας δύσκολα εφαρμόζεται σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων (βλ. Savvides v. Mesaritis
(1985)1 C.L.R. 261 και Μιλτιάδους ν. Καϊάφα
(1992)1 Α.Α.Δ. 964). Οι λόγοι οι οποίοι καθιστούν δύσκολη την εφαρμογή του επεξηγούνται στο σύγγραμμα Charlesworth on Negligence (5η έκδοση, παράγραφος 985). Στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 447, επιβεβαιώθηκε η αρχή, ότι, ο ενάγων, θα πρέπει να αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντίδικου του και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται στον εναγόμενο να απαλλάξει τον εαυτό του, αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν, είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη. Εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης και κατά πόσο αυτά στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις Αμέλειας: Προχωρώ αμέσως στην εξέταση του κατά πόσο με βάση τη δοθείσα μαρτυρία έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις Αμέλειας - των νομοθετημάτων σε σχέση με την ευθύνη παραγωγού σε σχέση με την ευθύνη της εναγομένης 2 των οποίων τις σχετικές πρόνοιες παράθεσα πιο πάνω. Η αρχή του res ipsa loquitur Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαιτήσεως τους επικαλούνται την αρχή res ipsa loquitur. Κρίνω σκόπιμο να αρχίσω την ανάλυση αυτής της θεματικής ενότητας εξετάζοντας κατά πόσο εφαρμόζεται η αρχή αυτή στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαιτήσεως δικογραφούνται πολυσέλιδες λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό αμέλειας ξεχωριστά της κάθε μιας από τις εναγόμενες. Κατά τον χρόνο έναρξης της ακρόασης της παρούσης υπόθεσης οι ενάγοντες παρουσίασαν πρώτοι την υπόθεσή τους, αποδεχόμενοι κατ' ουσία ότι φέρουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και δίχως να θέσουν οποιαδήποτε επιφύλαξη επί τούτου. Η πλευρά των εναγόντων προσκόμισε μαρτυρία εμπειρογνώμονα αναφορικά με τις συνθήκες του εν λόγω ατυχήματος εκ μέρους του κ. Τζιρκαλλή. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι το Επίδικο Όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στην κατοχή και στον έλεγχο του ενάγοντος 1, ο οποίος όφειλε να γνωρίζει τι έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος. Ο κ. Τζιρκαλλής, εμπειρογνώμονας ατυχημάτων που κλήθηκε από την πλευρά των εναγόντων, έχει δώσει μαρτυρία (ως αυτή θα αναλυθεί στη συνέχεια), ότι το ατύχημα οφείλεται, σύμφωνα με την άποψή του, σε δυσλειτουργία και/ή ελαττωματικότητα του πίσω δεξιά άξονα και/ή ημιαξονίου του αυτοκινήτου, οπότε η πλευρά των εναγόντων ισχυρίζεται ότι έχει γνώση της αιτίας του ατυχήματος. Στη βάση επομένως των ως άνω γεγονότων και μαρτυρίας κατά την κρίση μου στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να εφαρμοστεί η εν λόγω αρχή. Εξάλλου αυτή δεν προωθήθηκε και ούτε γίνεται οποιαδήποτε εισήγηση στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων. Οι ενάγοντες επομένως φέρουν πλέον το βάρος, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να αποδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του αστικού αδικήματος της αμέλειας. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ - ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ: Για να καθοριστεί με ακρίβεια στην υπό κρίση Αγωγή το καθήκον επιμέλειας της κατασκευάστριας, παραγωγού αλλά και του προσώπου που έθεσε σε κυκλοφορία το αυτοκίνητο της εναγομένης 2 (Lamborghini) πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν τα ακόλουθα: (α) Ως είναι και παραδεκτό γεγονός το Επίδικο Όχημα δεν αγοράστηκε από τον ενάγοντα 1 από την Lamborghini. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντος 1 το Επίδικο Όχημα έχει πωληθεί από την εταιρεία ROMANS INTERNATIONAL LTD στην Αγγλία (Τεκμ. 1) ως μεταχειρισμένο όχημα. Το γεγονός ότι το Επίδικο Όχημα δεν έχει πωληθεί από την εναγομένη 2 στον ενάγοντα 1, επιβεβαιώνεται και από πλευράς της Lamborghini από την μαρτυρία του κ. Guerra. (β) Σημειώνεται περαιτέρω ότι η ROMANS INTERNATIONAL LTD ουδεμία συμβατική ή άλλως πως σχέση έχει με την Lamborghini. Καμία υποστηρικτική επί του αντιθέτου μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί από την πλευρά των εναγόντων. Στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. K.N. ZOO BAR RESTAURANT LTD κ.ά. ECLI:CY:AD:2016:A554, Πολιτική Έφεση Αρ. 447/11, ημερομηνίας 15.12.2016 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σχολιάζοντας την νομολογιακή εξέλιξη και ερμηνεία της Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, η οποία χαρακτηρίζεται ως κομβική για τον καθορισμό του καθήκοντος επιμέλειας ενός παραγωγού: «..Η έννοια της επιμέλειας περιορίστηκε στο χρόνο ώστε να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη επέκταση και ένταξη των διαφόρων περιπτώσεων στην έννοια, ώστε με την έλευση και μόνο της ζημιάς να εγείρεται έστω εκ πρώτης όψεως αναζήτηση αποζημιώσεων από τρίτους, κυρίως ασφαλιστικές εταιρείες και κρατικές ή κοινωφελείς υπηρεσίες, (Stovin v.Wise
(1996)AC 923). Σήμερα, η έννοια της επιμέλειας οριοθετείται από το Caparo test, από την υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman
(1990)1 All E.R. 568 και τη σύγχρονητης, Marc Rich & Co. AG v. Bishop Rock Marine Co Ltd
(1996)1 AC 211, ώστε θα πρέπει:
(1)ο ενάγων να δείξει ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευλόγως μπορούσαν να επηρεαστούν, ανάλογα με τη ζημιά που έγινε,
(2)ότι ενάγων και εναγόμενος βρίσκονται σε σχέση γειτνίασης («proximity») και
(3)να είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο («fair, just and reasonable») να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις ....». Είναι γεγονός ότι τo Ανώτατο Δικαστήριο έχει ασχοληθεί σε σχετικά περιορισμένο αριθμό με υποθέσεις που αφορούσαν ευθύνη παραγωγού/ κατασκευαστή. Στην υπόθεση Cyprus Wine Association Ltd v. Georghiou,
(1970)1CLR 246, έγινε ανάλυση του καθήκοντος επιμέλειας το οποίο πρέπει να επιδεικνύεται από έναν παραγωγό, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ανατρέποντας τη σχετική πρωτόδικη απόφαση, ότι: «Regarding the duty and degree of care to be taken by manufacturers, the principle is that the duty owed by the manufacturers to the consumer is not to ensure that their goods are perfect, but merely to take reasonable care to see that no injury is done to the consumer or the ultimate purchaser». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όσον αφορά το καθήκον και τον βαθμό επιμέλειας των κατασκευαστών, η αρχή είναι ότι το καθήκον επιμέλειας των κατασκευαστών έναντι στον καταναλωτή δεν είναι να εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα τους είναι τέλεια, αλλά απλώς να υπάρχει εύλογη επιμέλεια ώστε να μην δημιουργείται ζημία στον καταναλωτή ή τον τελικό αγοραστή». Επίσης, στην προαναφερθείσα απόφαση του Ανωτάτου έγινε παραπομπή στην Αγγλική αυθεντία Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562 όπου περιγράφεται το επίπεδο καθήκοντος επιμέλειας του κατασκευαστή ως εξής: «a manufacturer of products, which he sells in such form as to show that he intends them to reach the ultimate consumer in the form in which they left him with no reasonable possibility of intermediate examination, and with the knowledge that the absence of reasonable care in the preparation or putting up if the products will result in an injury to the consumer's life or property, owes a duty to the consumer to take that reasonable care». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένας κατασκευαστής προϊόντων που πωλεί με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται ότι προτίθεται να φτάσει στον τελικό καταναλωτή με τη μορφή με την οποία έφυγε από αυτόν, χωρίς εύλογη δυνατότητα ενδιάμεσης εξέτασης και γνωρίζοντας ότι η απουσία εύλογης επιμέλειας κατά την προετοιμασία ή την τοποθέτηση, εάν τα προϊόντα θα προκαλέσουν βλάβη στη ζωή ή την περιουσία του καταναλωτή, υπέχει καθήκον στον καταναλωτή να λάβει αυτή τη λογική επιμέλεια». Συγκεκριμένα, επεξηγήθηκε και από τον Lord McMillan στην Donoghue v. Stevenson (στη σελ. 622), ότι: «I can readily conceive that where a manufacturer has parted with his product and it has passed into other hands it may well be exposed to vicissitudes which may render it defective or noxious, for which the manufacturer could not in any view be held to be to blame». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μπορώ εύκολα να αντιληφθώ ότι όταν ένας κατασκευαστής αποχωριστεί το προϊόν του και έχει περάσει σε άλλα χέρια μπορεί να εκτεθεί σε αλλαγές (χρήσεις) που μπορεί να το καταστήσουν ελαττωματικό ή επιβλαβές, για τις οποίες ο κατασκευαστής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι είναι υπεύθυνος». Περαιτέρω, η τοποθέτηση αυτή ενισχύεται και επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα και από το σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 17η έκδοση, στην σελίδα 501 και παράγραφο 9-32 όπου αναφέρεται ότι: «Τhere will be no liability if the chattel was not dangerous at the time when the defendant parted with it and had no reason to anticipate that it would become dangerous. It is for the plaintiff to prove that the article was defective at the time it left the manufacturer..». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν θα υπάρξει καμία ευθύνη αν το αντικείμενο δεν ήταν επικίνδυνο όταν ο εναγόμενος το αποχωρίστηκε και δεν είχε κανένα λόγο να προβλέψει ότι θα γινόταν επικίνδυνο. Εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει ότι το εν λόγω αντικείμενο ήταν ελαττωματικό τη στιγμή που έφυγε από τον κατασκευαστή ....». Στη βάση της πιο πάνω νομολογίας και αυθεντιών κρίνω ότι δεν χωρεί αμφιβολία ότι το πρωτεύον καθήκον επιμέλειας στην προκειμένη περίπτωση της εναγόμενης 2 καθορίζεται από την υποχρέωσή της να διασφαλίσει ότι το Επίδικο Όχημα δεν ήταν επικίνδυνο και δεν ήταν ελαττωματικό (δηλαδή στο βαθμό που να προκαλέσει βλάβη στον τελικό χρήστη ή στην περιουσία του) κατά τον χρόνο που ολοκληρώθηκε η παραγωγή του και τέθηκε αυτό σε κυκλοφορία. H ευθύνη ανεξάρτητου εργολάβου (independent contractor), ως έχει δοθεί σχετική μαρτυρία μεταξύ της εναγομένης 2 με την εναγομένη 1 εξετάζεται στο ακόλουθο καθοδηγητικό απόσπασμα από το σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 17η έκδοση, στην σελίδα 493 και παράγραφο 9-16 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Independent contractors. Τhere is no liability under Donoghue v. Stevenson for the negligence of independent contractors, provided they were chosen with due care. However, the independent contractor may himself in certain cases be liable to the plaintiff». Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Ανεξάρτητοι Εργολάβοι. Δεν υπάρχει ευθύνη βάσει της Donoghue v. Stevenson για την αμέλεια των ανεξάρτητων εργολάβων, υπό την προϋπόθεση ότι επιλέχθηκαν με επιμέλεια. Παρ' όλα αυτά, ο ανεξάρτητος εργολάβος μπορεί σε ορισμένες προϋποθέσεις να ευθύνεται υπέρ του ενάγοντα». Επομένως το πλαίσιο του καθήκοντος επιμέλειας της εναγομένης 2 στην υπό κρίση περίπτωση καθορίζεται, στην πλήρη διάστασή του, ως ακολούθως: (α) Από την υποχρέωση της εναγομένης 2 να διασφαλίσει ότι το Επίδικο Όχημα δεν ήταν επικίνδυνο και δεν ήταν ελαττωματικό (δηλαδή στο βαθμό που να προκαλέσει βλάβη στον τελικό χρήστη ή στην περιουσία του) κατά τον χρόνο που ολοκληρώθηκε η παραγωγή του και τέθηκε αυτό σε κυκλοφορία. (β) Σε σχέση με την εναγόμενη 1, το καθήκον επιμέλειας συνίσταται στο να έχει κάνει η εναγομένη 2 με επιμέλεια την επιλογή της εναγομένης 1 αναφορικά και σε σχέση με τις παρεχόμενες από την εναγομένη 1 υπηρεσίες. Πέραν αυτού, δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε άλλο στην έννοια του καθήκοντος επιμέλειας που είχε υποχρέωση να επιδείξει στην υπό κρίση περίπτωση η εναγόμενη 2 σε σχέση με τις επιλογές και τις ενέργειες της εναγομένης
- Οι ενάγοντες φέρουν το βάρος να αποδείξουν ότι οι εναγόμνες παραβίασαν το καθήκον επιμέλειάς τους ως ανωτέρω. Ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΥ2-1) έδωσε μαρτυρία ως μάρτυρας των γεγονότων για όσα έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν το πρόσωπο που είχε άμεση εμπλοκή με τα γεγονότα της υπόθεσης ως υπάλληλος τότε της εναγομένης 1, αλλά επίσης έδωσε μαρτυρία επί τεχνικών θεμάτων ως ειδικός και εμπειρογνώμονας επί του συγκεκριμένου τύπου αυτοκινήτου, και η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Ο ΜΥ2-1 κρίνω ότι έδωσε θετική μαρτυρία αναφορικά με τις παραμορφώσεις που παρουσιάστηκαν στο Επίδικο Όχημα μετά τη σύγκρουση και για τα τεχνικά χαρακτηριστικά της αεροτομής και των άλλων συστημάτων του Επίδικου Οχήματος. Συγκεκριμένα προέκυψαν από την μαρτυρία του τα οποία και αποδέχομαι τα ακόλουθα:
- Η εναγομένη 1 ολοκλήρωσε την εργασία που είχε στο Επίδικο Όχημα και χωρίς εκκρεμότητα.
- Έγινε επιδιόρθωση στο Επίδικο Όχημα τον Ιούνιο του 2008 και έκτοτε λειτουργούσε κανονικά.
- Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο άξονας έχει μαγκώσει πριν την πρόσκρουση του αυτοκινήτου.
- Η αποκόλληση του άξονα από την φλάντζα συγκράτησης της μέσα πλευράς του οχήματος έγινε κατά τη διάρκεια της αποκόλλησης του τροχού από το Επίδικο Όχημα συνεπεία του χτυπήματος στο πεζοδρόμιο.
- Ο άξονας στο όχημα δεν μπορεί να φύγει ενώ το Επίδικο Όχημα είναι εν κινήσει και εάν δεν προηγηθεί αποσυναρμολόγηση μέρους του αυτοκινήτου.
- Η αεροτομή/πτερύγιο του Επίδικου Οχήματος ανεβαίνει όταν το Επίδικο Όχημα υπερβεί την ταχύτητα των 130 χ.α.ω. στην πρώτη θέση και μετά πάει στη δεύτερη θέση όταν το αυτοκίνητο ξεπεράσει την ταχύτητα των 220 χ.α.ω.
- Η αεροτομή/πτερύγιο του Επίδικου Οχήματος δεν μπορούσε να μετακινηθεί μετά το δυστύχημα.
- Όλες οι εργασίες που έγιναν στο Επίδικο Όχημα από την εναγομένη 1 έγιναν με βάση τις οδηγίες της εναγομένης 2 και χρησιμοποιώντας αυθεντικά υλικά και γίνονταν και test drives από τον ίδιο τον μάρτυρα.
- O ME1 αρνήθηκε να παραδώσει το ECU του Επίδικου Οχήματος για τεχνικό έλεγχο. Το ζήτημα αυτό συζητήθηκε κατά την αντεξέταση του ενάγοντος 1 και αυτός ανέφερε επί λέξη: «Μα αφού δεν τον παρέλαβα ποτέ, πως να τους τον δώσω». Όμως το επίδικο όχημα παρέμεινε υπό την κατοχή και έλεγχο του μετά το ατύχημα και δεν υποβλήθηκε στον κ. Κωνσταντίνου (ΜΥ2-1) για την ½ ώρα το βράδυ του ατυχήματος που μεταφέρθηκε στο γκαράς της εναγομένης 1 ότι είχε επέμβει και αφαιρέσει. Επομένως ως προς το ζήτημα αυτό η ως άνω τοποθέτηση του ενάγοντος 1 ελέγχεται για την ειλικρίνεια της. Η πλευρά της εναγομένης 2 έχει προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα της ανυπαρξίας ελαττώματος ή κινδύνου του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο ολοκλήρωσης της παραγωγής του και της τοποθέτησης αυτού σε κυκλοφορία. Προκειται για τη μαρτυρία του κ. Guerra. Η παράθεση αυτούσιου αποσπάσματος της μαρτυρίας του προς κατανόηση του ανάλογου συμπεράσματος κρίνεται σκόπιμη λόγω και της σημαντικότητας της: Από την Γραπτή του Δήλωση του (Έγγραφο Γ 2): «
- Από τον Μάρτιο του 2016 έχω διοριστεί ως ο Εταιρικός Αντιπρόσωπος της Εναγόμενης Νο.2 παγκοσμίως αναφορικά με ζητήματα Ασφάλειας Προϊόντος (Product Safety). Ενδεικτικά αλλά όχι αποκλειστικά, τα καθήκοντά μου σε αυτή τη θέση περιλαμβάνουν την υποστήριξη μηχανικών λειτουργικών μονάδων (engineering functional units), των Μετά Την Πώληση δομών και των Δομών Ποιότητας (After Sales and Quality structures) εντός της Εναγόμενης Νο.2 στην Εναγόμενη 2, καθώς και ως τεχνικός σύμβουλος ασφάλειας προϊόντων (π.χ. συστήματα παθητικής ασφάλειας, συστήματα ενεργητικής ασφάλειας, συστήματα ολοκληρωμένων οχημάτων, ζητήματα "ομολογοποίησης" (homologation)) κατά το στάδιο ανάπτυξης, της κατασκευής καθώς και το στάδιο παρακολούθησης μετά την πώληση ενός οχήματος. .............
- Το Επίδικο Όχημα σε σχέση με την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή είναι ένα όχημα Lamborghini μοντέλο 147 Murcielago, έκδοση 70/4/S, κατηγορίας M1 με σασί No. ΧΧΧ. Το μοντέλο του Επίδικου Οχήματος έχει την επίσης την εμπορική επωνυμία ΧΧΧ LP640 Coupe.
- Η Εναγόμενη Νο.2 είναι η σχεδιάστρια, κατασκευάστρια και παραγωγός του Επίδικου Οχήματος.
- Η Εναγόμενη Νο.2, πριν από την έναρξη της παραγωγής και κυκλοφορίας οποιονδήποτε οχημάτων του πιο πάνω αναφερόμενου μοντέλου, συμπεριλαμβανομένου του Επίδικου Οχήματος, είχε αποκτήσει το αναγκαίο πιστοποιητικό έγκρισης τύπου για ολόκληρο το όχημα με Έγκριση ΕΚ Τύπου υπ' Νο. e3*2001/116*0097*07 (εφεξής καλούμενη «η Έγκριση ΕΚ Τύπου») στις 21/06/
- Αυτή η Έγκριση ΕΚ Τύπου έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή της Ιταλικής Δημοκρατίας, ήτοι το «Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών». Αυτή η Έγκριση ΕΚ Τύπου έχει ισχύ σε όλες τις χώρες που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και επιβεβαιώνει ότι η παραγωγή αυτού του μοντέλου συμμορφώνεται με όλες τις, εφαρμοστέες κατά τον χρόνο εκείνο, τεχνικές απαιτήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας καθώς και με όλες τις, εφαρμοστέες κατά τον χρόνο εκείνο, τεχνικές Οδηγίες ή τεχνικούς Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχω επιθεωρήσει το Τεκμήριο 24, ήτοι το έγγραφο με τίτλο «FASCICOLO DI OMOLOGAZIONE», και είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω ότι αυτό είναι η προαναφερόμενη Έγκριση ΕΚ Τύπου.
- Επίσης, κατά τον χρόνο παραγωγής του Επίδικου Οχήματος, ήτοι στις 04/04/2007, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός, ήτοι ο κατά τον χρόνο εκείνο βιομηχανικός διευθυντής, της Εναγόμενης 2 εξέδωσε ένα έγγραφο που επιβεβαίωνε ότι το Επίδικο Όχημα, ήτοι το Επίδικο Όχημα με το μοναδικό σασί No. ΧΧΧ είχε παραχθεί αυστηρά σε συμφωνία με την πιο άνω αναφερόμενη Έγκριση ΕΚ Τύπου, ήτοι την Έγκριση ΕΚ Τύπου υπ' Νο. e3*2001/116*0097*
- Το έγγραφο αυτό ήταν το «CERTIFICATO DI CONFORMITA' CE» υπ' αριθμό ΧΧΧ. Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου με τίτλο «CERTIFICATO DI CONFORMITA' CE» υπ' αριθμό ΧΧΧ έχει κατατεθεί ως Τεκμ.
- Είμαι σε θέση να δηλώσω και να επιβεβαιώσω τα ακόλουθα σε σχέση με την κατασκευή, παραγωγή και την τοποθέτηση σε κυκλοφορία του Επίδικου Οχήματος από την Εναγόμενη Νο.2: 13.
- Η διαδικασία "ομολογοποίησης" (homologation) είναι μία καλά καθιερωμένη διαδικασία στην αυτοκινητοβιομηχανία. Σε σύνοψη, η διαδικασία "ομολογοποίησης" (homologation) είναι η διαδικασία που συνδυάζει την εκτέλεση δοκιμών στην παρουσία των αρμόδιων αρχών και την παρουσίαση σχεδίων, αποτελεσμάτων δοκιμών και σχετικών τεχνικών πληροφοριών για ένα εξάρτημα ή ένα σύστημα εξαρτημάτων ή ένα ολόκληρο όχημα στην αρμόδια αρχή. Εάν η αρμόδια αρχή ικανοποιηθεί ότι αυτά τα δεδομένα είναι σε συμφωνία με την ισχύουσα τεχνική νομοθεσία, θα εγκρίνει την παραγωγή και την τοποθέτηση σε κυκλοφορία αυτό το εξάρτημα ή αυτό το σύστημα εξαρτημάτων ή ολόκληρο το όχημα και θα εκδώσει το σχετικό πιστοποιητικό. 13.
- Βάσει της, εφαρμοστέας κατά τον χρόνο εκείνο, νομοθεσίας ορισμένα εξαρτήματα και ορισμένα συστήματα του Επίδικου Οχήματος καθώς επίσης και ολόκληρο το επίδικο όχημα το ίδιο πριν από την έναρξη κατασκευής και παραγωγής του Επίδικου Οχήματος ήταν δεόντως "ομολογοποιημένο" (homologated). 13.
- Η Εναγόμενη Νο.2 ικανοποίησε πλήρως όλες τις, εφαρμοστέες κατά τον χρόνο εκείνο, νομικές απαιτήσεις σε σχέση με την κατασκευή, παραγωγή και την τοποθέτηση σε κυκλοφορία του Επίδικου Οχήματος. 13.
- Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη Νο.2 είχε θέση σε εφαρμογή ένα λεπτομερές και αυστηρά δομημένο Σύστημα Διαχείρισης Ποιότητας, το οποίο, ενδεικτικά αλλά όχι αποκλειστικά, κάλυπτε τα στάδια της κατασκευής, παραγωγής και τοποθέτησης σε κυκλοφορία του Επίδικου Οχήματος. Το εν λόγω Σύστημα Διαχείρισης Ποιότητας αποτελείτο από έναν μεγάλο αριθμό εσωτερικών διαδικασιών, οδηγιών εργασίας, εγγράφων ελέγχου και δοκιμών αναφορικά με όλα τα εξαρτήματα, συστήματα εξαρτημάτων και την συναρμολόγηση αυτών μέχρι και το επίπεδο ολόκληρου του οχήματος. Επίσης, το εν λόγω Σύστημα Διαχείρισης Ποιότητας κάλυπτε την μεθοδολογία γραμμής συναρμολόγησης καθώς επίσης και τα όργανα, εργαλεία και εξοπλισμό που χρησιμοποιείτο για την συναρμολόγηση των εν λόγω εξαρτημάτων και συστημάτων εξαρτημάτων μέχρι το επίπεδο ολόκληρου του οχήματος». Από τη μαρτυρία του ως άνω μάρτυρος προκύπτει ως συμπέρασμα το οποίο και αποδέχομαι ότι το Σύστημα Διαχείρισης Ποιότητας έχει εφαρμοστεί από την εναγομένη 2 πέρα και επιπλέον οποιωνδήποτε υποχρεώσεών της βάσει της νομοθεσίας, ως αυτές σχετίζονται με την Έγκριση ΕΚ Τύπου. Αυτή η μαρτυρία θα σχολιαστεί και στη συνέχεια σε συσχετισμό με την εφαρμοστέα νομοθεσία. Και στη συνέχεια: «13.
- Μετά την ολοκλήρωση του σταδίου παραγωγής και κατά τον χρόνο τοποθέτησης σε κυκλοφορία του Επίδικου Οχήματος, τόσο το Επίδικο Όχημα όσο και έκαστο εκ των ανεξάρτητων εξαρτημάτων και συστημάτων εξαρτημάτων του Επίδικου Οχήματος λειτουργούσαν σύμφωνα με τον προκαθορισμένο σκοπό τους. .............
- Η Εναγόμενη Νο.2 δεν είχε το 2008 εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο (dealer) στην Κυπριακή Δημοκρατία εξουσιοδοτημένο να πουλά αυτοκίνητα που είχαν παραχθεί από την Εναγόμενη Νο.
- Το 2008 και κατά τον χρόνο που σχετίζεται με τα γεγονότα της Αγωγής αυτής, η Εναγόμενη Νο.2 είχε συνάψει μία συμφωνία με έναν ανεξάρτητο εργολάβο, ήτοι την εταιρεία UNICARS LIMITED, η οποία είναι η Εναγόμενη Νο.
- Βάσει αυτής της συμφωνίας, η Εναγόμενη Νο.1 είχε διοριστεί ως το εξουσιοδοτημένο συνεργείο συντήρησης και επισκευής των οχημάτων που παράγονταν από την Εναγόμενη Νο.2, συμπεριλαμβανομένου του Επίδικου Οχήματος, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αποτελεί συνηθισμένη πολιτική της Εναγόμενης Νο.2 εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διορίζει ένα τρίτο πρόσωπο, ως εξουσιοδοτημένο συνεργείο συντήρησης και επισκευής, όταν το πρόσωπο αυτό ικανοποιεί τις ελάχιστες ποιοτικές απαιτήσεις της Εναγόμενης Νο.2 σε μία Ευρωπαϊκή χώρα, ανεξάρτητα από τον διορισμό εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου (dealer). Η Εναγόμενη Νο.2 δεν είχε έλεγχο στη διοίκηση και στις πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου Νο.
- Παρ' όλα αυτά, η Εναγόμενη Νο.1 όφειλε να χρησιμοποιεί στα οχήματα που παρήγαγε η Εναγόμενη Νο.2 αυθεντικά εξαρτήματα και αυθεντικά αναλώσιμα της Εναγόμενης Νο.2 για κάθε εργασία η οποία εκτελείτο μέσα στο πλαίσιο της εγγύησης (warranty) και να ακολουθεί πιστά και λεπτομερώς τις οδηγίες συντήρησης και επισκευής που δίδονταν από την Εναγόμενη Νο.
- Επίσης, στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, τεχνικός αντιπρόσωπος της Εναγόμενης Νο.1 ταξίδεψε στο εργοστάσιο της Εναγόμενης Νο.2, με στόχο να εκπαιδευτεί από την Εναγόμενη Νο.
- Συγκεκριμένα, σε διάφορες περιπτώσεις ο, κατά τον χρόνο εκείνο, τεχνικός διευθυντής του Εναγόμενου Νο.2, κος ΧΧΧ Κωνσταντίνου, είχε εκπαιδευτεί από την Εναγόμενη Νο.2 σε σχέση με τα αυτοκίνητα που παρήγαγε η Εναγόμενη Νο.2, συμπεριλαμβανομένου του Επίδικου Οχήματος.
- Το 2008, η Εναγόμενη 2 είχε ήδη καθιερώσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα Παρακολούθησης και Επικοινωνίας Μετά τον Χρόνο Πώλησης (After Sales) για να επικοινωνεί με τους διάφορους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους (dealers) και τα εξουσιοδοτημένα συνεργεία συντήρησης / επισκευής παγκοσμίως και να παρέχει τεχνική υποστήριξη σε σχέση με τα οχήματα που παράγει η Εναγόμενη Νο.2 και τα οποία τίθεντο σε κυκλοφορία. Μέσω αυτού του Συστήματος, οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και τα εξουσιοδοτημένα συνεργεία επιδιόρθωσης / επισκευής μπορούν να έχουν πρόσβαση στον Οδηγό Επισκευής (Repair Guide) των διαφόρων μοντέλων που παράγει η Εναγόμενη No.2, συμπεριλαμβανομένου του μοντέλου του Επίδικου Οχήματος.
- Όπως σε όλα τα οχήματα που τίθεντο σε κυκλοφορία, όταν η Εναγόμενη Νο.2 έθεσε σε κυκλοφορία το Επίδικο Όχημα, ένα λεπτομερές έγγραφο επονομαζόμενο "Owner's Hand Book" είχε παραδοθεί για την ενημέρωση του οδηγού. Το έγγραφο αυτό είναι το εγχειρίδιο του Επίδικου Οχήματος και περιέχει, ενδεικτικά, έναν μεγάλο όγκο πληροφοριών αναφορικά με τα χαρακτηριστικά, όργανα, χαρακτηριστικά ασφαλείας και τη συντήρηση του Επίδικου Οχήματος. Έχω επιθεωρήσει το Τεκμήριο 20 και επιβεβαιώνω ότι οι σελίδες που αποτελούν το Τεκμήριο 20 είναι οι σελίδες 247, 248, 249 και 250 και είναι μέρος του ΧΧΧ LP640 Coupe "Owner's Hand Book"». Η μαρτυρία του κ. Guerra έχει τη σημασία της αναφορικά με την Έγκριση ΕΚ Τύπου. Επί του προκειμένου έχει εφαρμογή ο περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμος του 2005 (Ν. 61(I)/2005)και συγκεκριμένα τα άρθρα 2, 4, 5 και 6 αυτού. Συγκεκριμένα, στα εν λόγω άρθρα ορίζονται τα ακόλουθα: ............. (απόσπασμα από το άρθρο 2:) «Έγκριση ΕΚ τύπου» σημαίνει την έγκριση που παραχωρείται από κράτος μέλος, αφού τηρηθεί η διαδικασία με την οποία το κράτος μέλος πιστοποιεί ότι τύπος οχήματος, συστήματος, κατασκευαστικού στοιχείου ή χωριστής τεχνικής μονάδας τηρεί τις απαιτήσεις των Οδηγιών πλαίσιο για τις εγκρίσεις τύπου οχημάτων, καθώς και των επιμέρους τεχνικών Οδηγιών ή Ευρωπαϊκών Κανονισμών ή διεθνών τεχνικών. «έγκριση τύπου» σημαίνει οποιαδήποτε έγκριση παραχωρείται δυνάμει του άρθρου 5 και περιλαμβάνει την έγκριση ΕΚ τύπου· ............. «
- Η αρμόδια αρχή χορηγεί, μετά από αίτηση ενδιαφερομένου, έγκριση τύπου ή μεμονωμένη έγκριση, αφού διαπιστώσει ότι τύπος οχήματος, κατασκευαστικού στοιχείου, συστήματος ή χωριστής τεχνικής μονάδας ή το όχημα, πληρεί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στους Κανονισμούς και στα διατάγματα που εφαρμόζονται σε αυτά.» «6.-
(1)Εγκρίσεις ΕΚ τύπου που χορηγούνται από κράτος μέλος για οχήματα, κατασκευαστικά στοιχεία, συστήματα και χωριστές τεχνικές μονάδες θεωρούνται ισοδύναμες και λογίζονται ως να χορηγήθηκαν με βάση τον παρόντα Νόμο. ............. «7.Χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε άλλων διατάξεων που καθορίζουν υποχρεώσεις στους Κανονισμούς και στα διατάγματα, ο κατασκευαστής - (α) είναι υπεύθυνος έναντι της αρμόδιας αρχής για όλα τα θέματα που αφορούν τη διαδικασία έγκρισης τύπου και τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της παραγωγής οχήματος, κατασκευαστικού στοιχείου, συστήματος ή χωριστής τεχνικής μονάδας: Νοείται ότι ο κατασκευαστής δεν είναι απαραίτητο να συμμετέχει άμεσα σε όλα τα στάδια της κατασκευής του οχήματος, κατασκευαστικού στοιχείου, συστήματος, ή χωριστής τεχνικής μονάδας που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας έγκρισης και, στην περίπτωση έγκρισης τύπου μεμονωμένου οχήματος, δεν είναι απαραίτητο να συμμετέχει άμεσα σε οποιοδήποτε στάδιο κατασκευής του οχήματος. (β) κατά τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία οχήματος, συστήματος, κατασκευαστικού στοιχείου ή χωριστής τεχνικής ενότητας, είναι υπεύθυνος για τη συμμόρφωση του οχήματος, συστήματος, κατασκευαστικού στοιχείου ή χωριστής τεχνικής ενότητας με τον παρόντα Νόμο. (γ) παρέχει στην αρμόδια αρχή, μέσα σε εύλογο χρόνο που καθορίζεται σε κάθε περίπτωση από αυτήν, οποιαδήποτε στοιχεία, δείγματα ή έγγραφα ζητηθούν για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου. (δ) επιτρέπει στην αρμόδια αρχή και σε πρόσωπο που ορίζεται από αυτήν με βάση το άρθρο 11α, είσοδο και πρόσβαση στις εγκαταστάσεις και στα έγγραφα και στα αρχεία του που είναι σχετικά µε όχημα, κατασκευαστικό στοιχείο, σύστημα ή χωριστή τεχνική μονάδα, για το όποιο η αρμόδια αρχή εξέδωσε έγκριση τύπου ή για το οποίο της έχει υποβληθεί αίτηση για έκδοση έγκρισης τύπου». Έχοντας υπ΄όψιν την πιο πάνω μαρτυρία του κ. Guerra και κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας νομοθεσίας, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Έγκριση ΕΚ Τύπου, αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι τα οχήματα που κατασκευάστηκαν βάσει αυτής, συμπεριλαμβανομένου του Επίδικου Οχήματος, πληρούσαν όλες τις απαιτούμενες τεχνικές προϋποθέσεις, κανονισμούς, οδηγίες και νομοθεσία στο σύνολό της, Ευρωπαϊκή και Κυπριακή. Επισημαίνεται ότι πριν ή κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της παραγωγής και τοποθέτησης σε κυκλοφορία του αυτοκινήτου: (α) Όλα τα αναγκαία εξαρτήματα και συστήματα του αυτοκινήτου καθώς και το ίδιο το Επίδικο Όχημα, πριν από την έναρξη κατασκευής και παραγωγής αυτού, είχαν περάσει με επιτυχία το στάδιο/ διαδικασία "ομολογοποίησης" (were homologated). (β) Είχε ήδη προηγηθεί η έκδοση της αναγκαίας Έγκρισης ΕΚ Τύπου αναφορικά με το μοντέλο του αυτοκινήτου που είχε προηγηθεί. Απλή ανάγνωση του Τεκμ. 24, το οποίο αποτελεί αντίγραφο της Έγκρισης ΕΚ Τύπου, καταδεικνύει ότι πρόκειται για ένα πολυσέλιδο έγγραφο, στις τελευταίες σελίδες του οποίου γίνεται και καταγραφή στις επιμέρους εγκρίσεις τύπου διαφόρων συστημάτων και εξαρτημάτων του μοντέλου του αυτοκινήτου. Σχετικό είναι το Τεκμ. 23, ήτοι η Α' Έκθεση του AML, στην παράγραφο 9.4 της οποίας με τίτλο «Έγκριση Τύπου», μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά ότι η εν λόγω Έγκριση ΕΚ Τύπου που αφορά το μοντέλο του αυτοκινήτου ικανοποιεί τις σχετικές Ευρωπαϊκές Οδηγίες, μεταξύ άλλων, για το ντεπόζιτο καυσίμων, για το σύστημα πέδησης, για την πλευρική πρόσκρουση και για την εμπρόσθια πρόσκρουση. (γ) Κατά την ολοκλήρωση της παραγωγής είχε εκδοθεί το έγγραφο με τίτλο «CERTIFICATO DI CONFORMITA' CE» υπ' αριθμό ΧΧΧ (Τεκμ. 48), προς επιβεβαίωση του γεγονότος ότι το Επίδικο Όχημα κατασκευάστηκε κατ' εφαρμογή της εν λόγω Έγκρισης ΕΚ Τύπου. (δ) Το Επίδικο Όχημα παρασκευάστηκε στο πλαίσιο και υπό τον έλεγχο του λεπτομερούς και αυστηρά δομημένου Συστήματος Διαχείρισης Ποιότητας της εναγόμενης 2, ως ανωτέρω. (ε) Κατά τον χρόνο τοποθέτησης σε κυκλοφορία, η εναγομένη 2 εντός του αυτοκινήτου είχε εκδώσει και τοποθετήσει και το μερικών εκατοντάδων σελίδων εγχειρίδιο οδηγιών του αυτοκινήτου, ήτοι το "Owner's Hand Book" (μερικές σελίδες του οποίου αποτελούν το Τεκμ. 20). (στ) Αναφορικά με τα πιο πάνω, πέρα από την παρουσίαση και κατάθεση στη διαδικασία των αναγκαίων εγγράφων, δόθηκε μαρτυρία από το πλέον αρμόδιο καθ' ύλην πρόσωπο εντός της εταιρικής δομής της εναγομένης
- Αναφορικά με το βιογραφικό, τη σχετικότητα με τα ανωτέρω και τις γνώσεις και την εμπειρία του μηχανολόγου μηχανικού κ. Guerra, σχετικές είναι οι παράγραφοι 1 έως 7 της Γραπτής Δήλωσης του (Έγγραφο Γ2).Τα οποία και αποδέχομαι κρίνοντας ταυτόχρονα τον μάρτυρα ως ειδικό επί του συγκεκριμένου τύπου αυτοκινήτου. Για τα προσόντα του θα αναφερθώ στο μέρος όπου θα προβώ ειδικότερα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Σημειώνεται ότι προς αντίκρουση ή έστω αμφισβήτηση των ανωτέρω, δεν έχει δοθεί, και προς τούτο συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγρο της εναγομένης 2, καμία θετική περί του αντιθέτου μαρτυρία από πλευράς των εναγόντων. Καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει είτε ότι υπήρχαν σφάλματα και/ή αστοχίες κατά τον σχεδιασμό και/ή κατασκευή του αυτοκινήτου. Καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι υπήρξε παραβίαση των νομοθετικών προνοιών που έχουν εφαρμογή με τον σχεδιασμό, την παραγωγή και την κυκλοφορία του αυτοκινήτου. Καμία μαρτυρία για την ακαταλληλότητα ή έστω για την ποιότητα του περιεχομένου που περιέχονταν στο εγχειρίδιο οδηγιών του αυτοκινήτου. Καμιά μαρτυρία από εμπειρογνώμονα που να μπορεί να κριθεί αντικειμενικά αρμόδιος να δώσει μαρτυρία αναφορικά με τα ανωτέρω. Το μόνο που τέθηκε από πλευράς των εναγόντων, είναι γενικόλογες και ατεκμηρίωτες υποβολές βάσει του μαρτυρικού υλικού που προσκόμισε η πλευρά της εναγομένης
- Σημειώνεται επίσης ότι σε όλες αυτές τις υποβολές/ ερωτήσεις ο κ. Guerra, παρέμεινε σταθερός και ακλόνητος στα όσα μαρτύρησε κατά την κυρίως εξέτασή του. Επιπλέον, αναφορικά με το ζήτημα του εγχειριδίου οδηγιών του αυτοκινήτου, ήτοι το "Owner's Hand Book", έδωσε σχετική μαρτυρία και ο ενάγων, ο οποίος διαβεβαίωσε την ύπαρξή του εντός του αυτοκινήτου το οποίο όμως δήλωσε ότι δεν το διάβασε διότι αυτό ήταν στην αγγλική γλώσσα. Εξετάζοντας τώρα τη σχέση μεταξύ της εναγομένης 1 και της εναγομένης 2 και στην επιλογή της πρώτης από τη δεύτερη προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η απόφαση της εναγομένης 2 σε σχέση με την επιλογή της εναγομένης 1, να προσφέρει τις υπηρεσίες ως εξουσιοδοτημένο συνεργείο συντήρησης και επισκευής των οχημάτων παραγωγής της εναγομένης 2 εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχει ληφθεί με πάσα αναγκαία επιμέλεια. Επίσης, ο κ.Guerra αναφέρθηκε και στο γεγονός ότι η εναγομένη 1 ικανοποιούσε τις ελάχιστες ποιοτικές απαιτήσεις που τέθηκαν από την εναγομένη 2, αναφέροντας, μεταξύ άλλων ότι: (α) H εναγομένη 1, ως συνεργείο συντήρησης και επισκευής, όφειλε να προμηθεύεται και να χρησιμοποιεί αυθεντικά ανταλλακτικά και αναλώσιμα της εναγομένης
- (β) H εναγομένη 1 όφειλε να ακολουθεί πιστά και λεπτομερώς τις οδηγίες συντήρησης και επισκευής που δίδονταν από την εναγομένη
- (γ) Προσωπικό της εναγομένης 1 όφειλε να εκπαιδευτεί από την εναγομένη 2 στην Ιταλία αναφορικά με τα οχήματα που παρήγαγε η εναγομένη
- Αναφορά επί του θέματος αυτού έκανε στη μαρτυρία του ο κ. Guerra για τη σχέση δηλαδή μεταξύ των εναγομένων οι οποίες και επιβεβαιώθηκαν και από τον κατά τον επίδικο χρόνο, τεχνικό διευθυντή της εναγομένης 1, κ. Κωνσταντίνου. Ο κ. Κωνσταντίνου ήταν το πρόσωπο που είχε εκπαιδευτεί από την εναγομένη 2 στην Ιταλία σε διάφορα χρονικά σημεία (Τεκμ. 25). Από τη μαρτυρία του κ. Κωνσταντίνου προκύπτει ότι η εναγομένη 2, πέρα από την απαίτηση χρήσης στα οχήματα παρασκευής της των αυθεντικών εξαρτημάτων και αναλωσίμων της, της κατά γράμμα υπακοής στις τεχνικές οδηγίες για τις ενέργειες που γίνονταν στα εν λόγω οχήματα, καθώς και την εκπαίδευση του προσωπικού της εναγομένης 1, απαιτούσε και την ύπαρξη συγκεκριμένων υλικών, εξοπλισμού, εργαλείων και ανταλλακτικών από την εναγομένη 1 στο πλαίσιο της σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών. Σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Κωνσταντίνου παρόλο ότι αντεξετάστηκε από την πλευρά της εναγομένης 2, εντούτοις κατά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αυτός θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστος αλλά και να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του και ειδικώτερα αναφορικά με το τι έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος και εντός του Ιανουαρίου του
- Σημειώνεται και πάλι ότι καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί ή έστω καμία υποβολή δεν έχει υποβληθεί από την πλευρά των εναγόντων σε σχέση με την επιμελή επιλογή της εναγομένης 2 να συνάψει τη συμφωνία με την εναγομένη 1, με την οποία κατέστη η εναγομένη 1 το εξουσιοδοτημένο συνεργείο συντήρησης και επισκευής των οχημάτων παραγωγής της εναγομένης 2 εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συμφωνώ επομένως με την εισήγηση από πλευράς της εναγομένης 2 ότι η πλευρά των εναγόντων δεν έχει θέσει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι αυτή επιμελώς, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, επέλεξε ως ανεξάρτητο εργολάβο που θα παρείχε συγκεκριμένες υπηρεσίες και θα εκτελούσε συγκεκριμένες εργασίες, δηλαδή την εναγομένη
- Θα επικεντρωθώ στη συνέχεια λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του στο ζήτημα της πλήρωσης του πρωτεύοντος καθήκοντος επιμέλειας της εναγομένης 2, ήτοι του γεγονότος ότι το Επίδικο Όχημα δεν ήταν επικίνδυνο και δεν ήταν ελαττωματικό κατά το χρόνο που ολοκληρώθηκε η παραγωγή του και τέθηκε αυτό σε κυκλοφορία σε αντίθεση με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η αιτία του επίδικου ατυχήματος ήταν το μπλοκάρισμα και/ή η δυσλειτουργία του πίσω δεξιά ημιαξονίου και/ή του πίσω δεξιά τροχού του αυτοκινήτου, όπως είναι ο ισχυρισμός στην Έκθεση Απαιτήσεως (παρ. 6) και η μαρτυρία του κ. Τζιρκαλλή και οι σχετικές υποβολές που έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων στον κ. Κωνσταντίνου. Ο κ. Τζιρκαλλής ο οποίος παρουσιάστηκε ως εμεπιρογνώμονας και κατάθεσε για την πλευρά τρων εναγόντων - παρά το γεγονός ότι είχε κάθε δυνατότητα - παραδέχθηκε ότι δεν μπήκε καν στον κόπο να εξετάσει το Επίδικο Όχημα μετά το ατύχημα. Αντίθετα, τόσο ο κ. Καλαϊτζόγλου όσο και ο κ. Κωνσταντίνου εξέτασαν το Επίδικο Όχημα μετά το ατύχημα και έχουν δώσει θετική μαρτυρία, υποστηριζόμενη από τεχνικά ευρήματα, ότι το δεξί ημιαξόνιο του αυτοκινήτου ήταν σε λειτουργική κατάσταση και ότι οι 6 βίδες που το συγκρατούσαν στο πίσω δεξί διαφορικό ήταν στη θέση τους. Σημειώνεται ότι ο κ. Κωνσταντίνου έκανε την εν λόγω εξέταση τον Ιανουάριο του έτους 2009 δηλαδή κάποιες μέρες μετά το ατύχημα, ενώ αντίστοιχα ο κ. Καλαϊτζόγλου αρκετά έτη μετά, ήτοι τον Σεπτέμβρη του έτους
- Λαμβάνοντας υπόψη ότι όλη κατ' ουσία η σχετική μαρτυρία της πλευράς των εναγόντων - όχι οι υποβολές του δικηγόρου των εναγόντων - υποστηρίζει την ύπαρξη του εν λόγω ελαττώματος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ως την αιτία του ατυχήματος, τα εν λόγω ευρήματα του κ. Κωνσταντίνου και του κ. Καλαϊτζόγλου, μετά το ατύχημα, δεν αφήνουν περιθώριο σε έναν αντικειμενικό παρατηρητή από το να καταλήξει στο εξής συμπέρασμα: Από τη στιγμή που το βασικό κατ' ισχυρισμό ελάττωμα του αυτοκινήτου δεν υφίσταται κατά τον χρόνο μετά από μια σφοδρή σύγκρουση, ως η μαρτυρία, δεν χωρεί αμφιβολία ότι αυτό δεν υφίστατο ούτε κατά τον χρόνο του ατυχήματος αλλά ούτε και κατά τον χρόνο που τέθηκε σε παραγωγή το Επίδικο Όχημα. Αυτά αποτελούν επιβεβαίωση της, μη χωρούσας αμφισβήτησης, εκπλήρωσης (σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα και την προσφερθείσα μαρτυρία από πλευράς των εναγόντων) του καθήκοντος επιμέλειας της εναγομένης 2 κατά το χρόνο που τέθηκε σε κυκλοφορία το Επίδικο Όχημα. Η μαρτυρία όμως κατέδειξε και ένα άλλο σημαντικό ζήτημα το οποίο καθίσταται επίσης εύρημα μου, οι ενέρεγειες δηλαδή της εναγομένης 2 πέρα και εκτός του πλαισίου του καθήκοντος επιμέλειας. Και τούτο καθώς η εναγομένη 2 ως είναι το εύρημα μου, έχει εκπληρώσει πλήρως το καθήκον επιμέλειάς της ως αυτό αναλύεται στις προαναφερθείσες 2 συνιστώσες δηλαδή την ανυπαρξία κινδύνου/ ελαττώματος κατά τον χρόνο τοποθέτησης σε κυκλοφορία και την επιμελή επιλογή της εναγομένης 1 για να προσφέρει υπηρεσίες ως ανεξάρτητος εργολάβος (independent contractor) στην εναγομένη
- Συντρέχει όμως και η ακόλουθη συνιστώσα, την οποία επισημαίνει η πλευρά της εναγομένης 2 και την οποία κατέδειξε επίσης η μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία όμως δεν περιλαμβάνεται η εν λόγω συνιστώσα στο καθήκον επιμέλειας της εναγομένης 2 στην υπό κρίση Αγωγή. Ο λόγος για τη μη συμπερίληψή της οφείλεται στην ανυπαρξία αυτού που στη συνέχεια αναφέρεται ως «clear indication of serious danger», ήτοι ξεκάθαρη ένδειξη σοβαρού κινδύνου μετά τον χρόνο παραγωγής και κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε σχέση με τα γεγονότα της υπό κρίση Αγωγής. Αυτή δε εξετάζεται πάντοτε ανάλογα με το αν κριθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση το καθήκον επιμέλειας περιλαμβάνει και αυτή τη συνιστώσα. Η εναγομένη 2 βρίσκω στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου ότι έχει εκπληρώσει κάθε υποχρέωσή της σε σχέση και με αυτή τη συνιστώσα του καθήκοντος επιμέλειας. Σχετικά είναι τα ακόλουθα: Στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 17η έκδοση, στην σελίδα 498 και παράγραφο 9-24 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την εν λόγω επονομαζόμενη τρίτη συνιστώσα: « Failure to warn; subsequent dangers. The above duty to warn is limited to dangers that should have been apparent when the product left the defendant's hands, hindsight being out of account. However, even after this time, if a clear indication of a serious danger is received, the manufacturer may be under a duty to take reasonable steps to bring it to the attention of those likely to be affected. Thus in Hobbs (Farms) Ltd v. Baxendale Chemicals Ltd manufacturers selling supposedly flameproof wall-coverings discovered subsequently that they were more flammable than they seemed. They were held to owe a duty to bring this to the attention of previous customers». Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, εάν μετά τον χρόνο που θα φύγει από τον έλεγχο του παραγωγού το προϊόν, του γνωστοποιηθεί/ αποκαλυφθεί μία ξεκάθαρη ένδειξη σοβαρού κινδύνου αναφορικά με το προϊόν, υπάρχει πιθανότητα (may), να θεωρηθεί ότι αποτελεί πτυχή του καθήκοντος επιμέλειας του παραγωγού η υποχρέωση να λάβει εύλογα μέτρα (reasonable steps) για να γνωστοποιήσει την ύπαρξη αυτού του σοβαρού κινδύνου σε αυτούς που τυχόν θα επηρεαστούν. Θα πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για υποχρέωση γνωστοποίησης και όχι υποχρέωση ενέργειας. Σύμφωνα με τη παραδεκτή μαρτυρία το επίδικο ατύχημα έχει λάβει χώρα στις 31.12.2008 επισημαίνεται ότι: (α) δεν υπήρξε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο καμία ξεκάθαρα ένδειξη σοβαρού κινδύνου από πλευράς της εναγομένης 2 που να την υποχρεώνει να ενεργήσει σε σχέση με το Επίδικο Όχημα και (β) παρά την ανυπαρξία αυτού του σοβαρού κινδύνου, η εναγόμενη 2 από μόνη της, εθελοντικά και στο πλαίσιο του προαναφερόμενου συστήματος Παρακολούθησης και Επικοινωνίας Μετά τον Χρόνο Πώλησης (After Sales), εκτέλεσε μία σειρά από ενέργειες για τη βελτίωση της άνεσης του αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα, η εναγομένη 2 προχώρησε μετά τον χρόνο τοποθέτησης σε κυκλοφορία του αυτοκινήτου σε επιμέρους ενέργειες για τη βελτίωση της άνεσης των κατόχων των οχημάτων παρασκευής της, συμπεριλαμβανομένου τόσο του μοντέλου του αυτοκινήτου αυτού του τύπου αλλά και του ίδιου του επίδικου αυτοκινήτου, οι οποίες ενέργειες αφορούσαν την χρονική περίοδο μετά τον χρόνο που το Επίδικο Όχημα είχε τεθεί σε κυκλοφορία και πριν τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος. Συγκεκριμένα, κατά τη μαρτυρία του ο κ. Guerra, αναφέρθηκε εκτενώς στο γεγονός ότι η εναγομένη 2 είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο θέσει σε εφαρμογή το σύστημα Παρακολούθησης και Επικοινωνίας Μετά το Χρόνο Πώλησης (After Sales) για να επικοινωνεί με τα εξουσιοδοτημένα συνεργεία συντήρησης/ επισκευής παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης της εναγομένης 1, και να παρέχει τεχνική υποστήριξη σε σχέση με τα οχήματα που παράγει η εναγομένη 2 μέσω αυτού. Περαιτέρω, ο κ. Guerra αναφέρθηκε σε σειρά ενεργειών ως Προληπτικές Εργασίες Συντήρησης όσο και στις Εκστρατείες Ανάκλησης που διενεργεί, κατά καιρούς η εναγομένη 2, συμπεριλαμβανομένου αυτές που αφορούσαν το Επίδικο Όχημα. Ο μάρτυς αντεξετάστηκε εκτενώς επί των αναφορών του χωρίς να διαφοροποιηθεί καθόλου από τις θέσεις του. Αντεξετάστηκε συγκεκριμένα από τον δικηγόρο των εναγόντων αναφορικά με την Εκστρατεία Ανάκλησης της δεξαμενής καυσίμων και με την Προληπτική Εργασία Συντήρησης για την αλλαγή των βιδών των πίσω ημιαξονίων που εκδόθηκε στις 10.12.
- Προκύπτει από την ως άνω αναμφισβήτητη μαρτυρία του κ. Guerra ότι η Εκστρατεία Ανάκλησης της δεξαμενής καυσίμων εκδόθηκε από την Lamborghini στα τέλη Μαίου του 2010 δηλαδή περίπου 1½ χρόνο μετά το επίδικο ατύχημα. Ως ανέφερε δε ο κ. Guerra, τόσο οι Εκστρατείες Ανάκλησης όσο και οι Προληπτικές Εργασίες Συντήρησης εκδίδονται και κατόπιν λαμβάνουν χώρα αφού ληφθούν από την αγορά, μέσω της συνδρομής του συστήματος Παρακολούθησης και Επικοινωνίας Μετά τον Χρόνο Πώλησης (After Sales), επαρκείς πληροφορίες που να επιτρέπουν στην εναγομένη 2 να ενεργήσει. Επίσης, ως ανέφερε και στη μαρτυρία του ο κ. Guerra, αυτές οι δράσεις γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές κατά περίπτωση οι οποίες και εγκρίνουν τις σχετικές δράσεις. Οπότε πριν ή κατά τον χρόνο του ατυχήματος (Δεκέμβρης 2008) η εναγομένη 2 δεν είχε αντικειμενικά γνώση και δεν είχε ενώπιόν της τα αναγκαία στοιχεία για να προχωρήσει με την εν λόγω εκστρατεία ανάκλησης. Με άλλα λόγια, ακόμη και εάν ο εντοπισμός της εν λόγω μηδαμινής ποσότητας διαρροής (οι οσμές κατ' ουσία για τις οποίες έδωσε μαρτυρία ο κ. Guerra) σε κάποια οχήματα της παρτίδας του Επίδικου Οχήματος, κριθούν ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένδειξη σοβαρού κινδύνου, η εναγομένη 2, μέχρι τον Δεκέμβρη του 2008, δεν είχε στη διάθεσή της ουδεμία ξεκάθαρη ένδειξη σοβαρού κινδύνου αναφορικά με τη δεξαμενή καυσίμων της παρτίδας οχημάτων στην οποία ανήκει το Επίδικο Όχημα. Ως εκ τούτου, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι το καθήκον επιμέλειας καλύπτει και την εν λόγω τρίτη διάσταση (υποχρέωση γνωστοποίησης), η εναγομένη 2 κρίνω ότι δεν παραβίασε αντικειμενικά αυτή την τρίτη διάσταση, αφού δεν γνώριζε την ύπαρξη αυτού του ζητήματος για να είναι σε θέση να το γνωστοποιήσει μέχρι τον χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα. Τέθηκε όμως, στα πλαίσια της πιο πάνω μαρτυρίας, και το ζήτημα της ελαττωματικής δεξαμενής καυσίμων. Ως προς το ζήτημα αυτό αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Ο ισχυρισμός ως η κύρια αιτία του ατυχήματος βάσει της μαρτυρίας του κ. Τζιρκαλλή, ο οποίος κλήθηκε να μαρτυρήσει ως εμπειρογνώμονας, είναι η κατ' ισχυρισμό δυσλειτουργία και/ή ελαττωματικότητα του πίσω δεξιού ημιαξονίου και/ή άξονα και/ή τροχού. Ενδεικτικά, από το ίδιο το περιεχόμενο της έκθεσης του κ.Τζιρκαλλή (Τεκμ. 17 σελίδα 9 στην 3η παράγραφο), αυτός αναφέρει ότι στο σημείο σύγκρουσης Χ1 «it is here where the fuel tank was ruptured and the fuel went onto the engine and hot exhaust pipes ... causing very rapidly to catch fire.», δηλαδή ότι η διάτρηση της δεξαμενής καυσίμου του αυτοκινήτου έλαβε χώρα κατά το σημείο σύγκρουσης Χ1 και εξαιτίας αυτής έπιασε φωτιά το Επίδικο Όχημα. Δηλαδή, με άλλα λόγια, στο Τεκμ. 17 η θέση του εμπειρογνώμονα των εναγόντων είναι ότι η φωτιά είναι αποτέλεσμα της διάτρησης της δεξαμενής καυσίμου που έλαβε χώρα λόγω της σύγκρουσης και του καυσίμου ακολούθως που χύθηκε. Ο κ. Τζιρκαλλής είχε την ευκαιρία όταν έδιδε την μαρτυρία του να μελετήσει και την Α' Έκθεση του AML Τεκμ. 23 όπου γίνεται αναφορά στην εν λόγω Εκστρατεία Ανάκλησης, αυτός όμως προσπάθησε να αλλάξει θέση (χωρίς να παρουσιάσει βέβαια κανένα σχετικό στοιχείο που να μπορεί να ληφθεί αντικειμενικά υπόψη) για να βοηθήσει τη θέση που παρουσίασε ο ενάγων 1 (δηλαδή από τη θέση ότι απέκλειε την ύπαρξη φωτιάς πριν από τη σύγκρουση ο κ. Τζιρκαλλής αντεξεταζόμενος πρόβαλλε τη θέση ότι δεν μπορούσε εκ των υστέρων να αποκλείσει μία τέτοια πιθανότητα). Κατά την άποψη μου δεν μπορεί η πιο πάνω αναφορά παρά να είναι μια εκ των υστέρων σκέψη η οποία προέκυψε στην πορεία και όχι ένα δικό του εύρημα. Κανένα αντικειμενικό εύρημα ή στοιχείο δεν έχει προσκομιστεί από τον κ. Τζιρκαλλή σε σχέση με την έστω, κατ' ισχυρισμό του πιθανότητα, έναρξης φωτιάς πριν τη σύγκρουση. Σημειώνουμε ότι ο κ. Τζιρκαλλής παραδέχθηκε το γεγονός αυτό παραθέτω το σχετικό απόσπασμα του τηρηθέντος πρακτικού της 16.10.2017: «Ε. Εγώ σας υποβάλλω ότι δεν μας έχετε παρουσιάσει οποιοδήποτε αντικειμενικό εύρημα, το οποίο να μπορεί να υποστηρίξει την τοποθέτηση ότι υπήρξε φωτιά πριν χάσει τον έλεγχο ο κύριος Δημοσθένους. A. Μάλιστα και δεν αναφέρω, λέγω εκ των υστέρων μελετώντας». Εδώ παρεμβάλλω κατά συνοπτικό τρόπο, εφόσον θα με απασχολήσει και στη συνέχεια η ποιότητα, η μεθοδολογία και τα αποτελέσματα της εργασίας του AML σε αντιπαραβολή με την εργασία του κ. Τζιρκαλλή ότι, ενδελεχής εξέταση του ζητήματος αυτού (ήτοι της πιθανότητας φωτιάς πριν χάσει τον έλεγχο ο οδηγός) έγινε και από το AML στην Α' Έκθεση του (Τεκμ. 23), τόσο στην παράγραφο 10.8 σελίδα 30 όσο και στη παράγραφο 10.10 στο τέλος της σελίδας 34 (κατόπιν ανάλυσης των σχετικών υπολογισμών). Σχετικά με το ζήτημα αντεξετάστηκε και ο κ. Καλαϊτζόγλου, ο οποίος παρέμεινε σταθερός στα όσα παράθεσε στο Τεκμ.
- Ο κ. Καλαϊτζόγλου καταλήγει στα ακόλουθα: (α) ότι κατά τον χρόνο που έγινε το ατύχημα είναι «μάλλον απίθανο» κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος να είχε εμφανιστεί οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με τη δεξαμενή καυσίμου στο Επίδικο Όχημα και (β) πέρα από την πιο πάνω διαπίστωση επεξηγεί τους λόγους (βασιζόμενος σε σχετική μαθηματική ανάλυση των σχετικών νόμων της φυσικής) για τους οποίους δεν είναι δυνατόν, ακόμη και αν θεωρηθεί υποθετικά ότι υπήρξε διαρροή, αυτή η υποτιθέμενη διαρροή καυσίμου να οδήγησε στο να πάρει φωτιά το όχημα εν κινήσει, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης. Σε σχέση με το ζήτημα της Προληπτικής Εργασίας Συντήρησης για την αλλαγή των βιδών των πίσω ημιαξονίων που εκδόθηκε στις 10.12.2008 η μαρτυρία που παρασχέθηκε κατέδειξε ότι: (α) Πέρα από το γεγονός ότι ακόμη και μετά το ατύχημα οι 6 βίδες που συγκρατούσαν το πίσω δεξί ημιαξόνιο (δηλαδή το επίμαχο ημιαξόνιο) στο πίσω δεξί διαφορικό ήταν στη θέση τους (δείτε ανωτέρω σχολιασμό της μαρτυρίας των κ. Κωνσταντίνου και κ. Καλαϊτζόγλου), θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω εργασία συντήρησης δεν αποτελεί Εκστρατεία Ανάκλησης. Αυτό σημαίνει (ως έχει δώσει σχετική μαρτυρία ο κ. Guerra) ότι δεν αφορά ζήτημα ασφάλειας αλλά ζήτημα βελτίωσης της άνεσης στην οδήγηση του οχήματος. (β) Περαιτέρω, ως ισχύει σε παγκόσμια βάση για τις εργασίες προληπτικής συντήρησης ως εξήγησε επίσης ο κ. Guerra, για αυτές δεν δίδεται κάποια ειδοποίηση στον κάτοχο του οχήματος αλλά όταν το εκάστοτε όχημα παρουσιάζεται στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο επισκευής και ελέγχου αυτές οι προληπτικές εργασίες συντήρησης υλοποιούνται. (γ) Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις εργασίες που έγιναν τον Νοέμβρη του 2008, δηλαδή από τις 3 Προληπτικές Εργασίες Συντήρησης που δικογραφούνται στην παράγραφο 10 της Τροπ. Υπέρ. του Εναγ. 2 και για τις οποίες έχει δοθεί μαρτυρία από τον κ. Guerra. (δ) Επίσης, ο κ. Guerra επανειλημμένα ανέφερε κατά την αντεξέτασή του για το γεγονός ότι αυτές οι προληπτικές ενέργειες γνωστοποιούνται και εγκρίνονται από τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές ανά το παγκόσμιο. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τον Νοέμβρη του 2008 δεν είχε εκδοθεί η εν λόγω Προληπτική Εργασία Συντήρησης, για να εκτελεστεί στο Επίδικο Όχημα. (ε) Βάσει των ανωτέρω, και σε σχέση με την εξεταζόμενη τρίτη διάσταση του καθήκοντος επιμέλειας της εναγομένης 2, αναφορικά με την εν λόγω Προληπτική Εργασία Συντήρησης για τις βίδες των πίσω ημιαξονίων, βρίσκω ότι η εναγομένη 2 δεν παραβίασε αντικειμενικά αυτή την τρίτη διάσταση, αφού δεν υπήρχε ένδειξη για σοβαρό κίνδυνο, ώστε να έχει υποχρέωση γνωστοποίησης, διότι η αντικατάσταση των βιδών αυτών σχετιζόταν με ζήτημα άνεσης και όχι με ζήτημα ασφάλειας του αυτοκινήτου. Παρόλο ότι κατά την εισήγηση της πλευράς της εναγομένης 2 η θεματική αυτής της τρίτης εν δυνάμει διάστασης του καθήκοντος επιμέλειας, κατά τη θέση της εναγομένης 2 δεν περιλαμβάνεται στο καθήκον επιμέλειας της εναγομένης 2 στην υπό κρίση Αγωγή, εντούτοις με όσα πιο πάνω έχουν καταγραφεί για το ζήτημα αυτό κρίνω ότι η εναγομένη 2 έχει εκπληρώσει κάθε υποχρέωσή της σε σχέση με αυτή την εν δυνάμει διάσταση του καθήκοντος επιμέλειας και ότι η πλευρά των εναγόντων δεν έχει αποσείσει το βάρος που φέρει να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η εναγομένη 2 έχει παραβιάσει τις υποχρεώσεις της βάσει του καθήκοντος επιμέλειας σε σχέση με τα περιστατικά της υπό κρίση Αγωγής. Απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του επίδικου ατυχήματος και της κατ' ισχυρισμό παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας των εναγομένων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην παρ. 10 της Έκθεσης Απαιτήσεώς τους ότι η εναγομένη 1 απέτυχε να εντοπίσει ελαττωματικότητες ή/και δυσλειτουργίες ή/και μηχανικές βλάβεις ή/και κινδύνους ελαττωματικοτήτων ή/και δυσλειτουργιών ή/και μηχανικών βλαβών σε σχέση με το Επίδικο Όχημα, που αφορούν τον Άξονα και το Δοχείο Καυσίμων του Επίδικου Οχήματος. Επομένως οι ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι πράξεις και/ή παραλήψεις της εναγομένης 1 προκάλεσαν το κατ' ισχυρισμό τους μηχανικό πρόβλημα το οποίο με τη σειρά του προκάλεσε τη σύγκρουση του Επίδικου Οχήματος. Σε σχέση προς το καθήκον των εναγόντων να αποδείξουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της κατ' ισχυρισμό αμέλειας ή των ενεργειών ή παραλείψεων της εναγομένης 1 και της ζημιάς των εναγόντων παραπέμπω στις ακόλουθες αυθεντίες: (α) Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 12η έκδοση, στην παράγραφο 6-85 αναφέρονται τα ακόλουθα: «As already stated, it is not necessary for the claimant to give direct evidence of negligence. A case may be proved partly by direct and partly by indirect or circumstantial evidence. In some cases the facts of an accident are unknown and, in order to succeed, the claimant must then prove facts, from which an inference of negligence on the part of the defendant may be reasonably drawn. "It is a mistake to think that because an event is unseen its cause cannot be reasonably inferred." The facts, however, must be such as to put the matter beyond a mere surmise or conjecture and they must lead to an inference, which is a reasonable deduction from the facts actually observed and proved». (β) Στην υπόθεση Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, στις σελίδες 1693 και 1694 το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η σχετική νομολογία επί του θέματος καθιερώνει την αρχή ότι ο ενάγων φέρει το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του και σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Δεν χρειάζεται, νομίζουμε, να επεκταθούμε επί του θέματος, παραθέτοντας προς τούτο τη νομολογία. Είναι όμως και γνωστή η αρχή της μετακίνησης του βάρους απόδειξης (shifting of evidential burden of proof) από το ένα μέρος στο άλλο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις όπως οι αρχές που διέπουν το δόγμα του res ipsa loquitur (τα πράγματα μιλούν αφ' εαυτών)». (γ) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζιπιτή κ.α. (2003 1(Β)ΑΑΔ, σελ. 749), στη σελίδα 760 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντιδίκου του και των ζημιών που έχει υποστεί (Metropolitan Railway Co v. Jackson 47 L.J.C.P. 303). Ο εναγόμενος δεν βαρύνεται να αποδείξει, για να απαλλάξει τον εαυτό του, ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου (Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All E.R. 871 και Carslogie SS Co v. Royal Norwegian Government [1952] 1 All E.R. 20). Δεν μπορεί επίσης να επιδικάζεται σε ενάγοντα ποσοστό της απώλειάς του επί τη βάσει του συλλογισμού ότι η παράβαση του καθήκοντος της άλλης πλευράς δυνατόν να προκάλεσε τη ζημιά (Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ v. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447). Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη (Hotson v. East Berskshire Area Health Authority [1987] 2 All E.R. 909). Θέμα πραγματικό είναι και ο λόγος που προκάλεσε το δυστύχημα. Ακόμα και στην περίπτωση που εναγόμενος παραδέχεται αμέλεια, ο ενάγων δεν δικαιούται, άνευ άλλου τινός, αποζημίωσης, εκτός αν μπορεί να συνδέσει τη ζημιά του με την αμέλεια αυτή (Rankine v. Garton Sons & Co. Ltd [1979] 2 All E.R. 1185)». (δ) Στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λιμιτεδ v. Λουκά
(2003)1(Α)ΑΑΔ, σελ. 447), στη σελίδα 452 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Έχει επίσης αποφασιστεί ότι δεν μπορεί να επιδικάζεται σε ενάγοντα ποσοστό της απώλειας του επί τη βάσει του συλλογισμού ότι η παράβαση του καθήκοντος της άλλης πλευράς δυνατόν να προκάλεσε τη ζημιά. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη (Hotson v. East Berkshire Area Health Authority [1987] 2 Al E.R. 909). ... «Θα πρέπει, με άλλα λόγια, να αποδειχθεί ότι η αδικοπραξία του εναγόμενου προκάλεσε τη ζημιά του ενάγοντα. Ακόμα και στην περίπτωση παραδοχής αμέλειας από τον εναγόμενο, χωρίς άλλου τινός, ο ενάγων δεν δικαιούται αποζημίωσης, εκτός αν μπορεί να συνδέσει τη ζημιά του με την αμέλεια αυτή (Rankine v. Garton Sons & Co. Ltd. [1979] 2 All E.R. 1185). Και στη σελίδα 453: «Στην απουσία μαρτυρίας για το τι προκάλεσε το ατύχημα, το δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ουσιαστικά σε υποθέσεις και να δεκτεί ότι αυτό οφείλεται στη μη κατοχή της ανάλογης άδειας..» «Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει την παράλειψη των εφεσειόντων με τη ζημιά του εφεσίβλητου». Εξετάζοντας τη μαρτυρία που δόθηκε ως προς το ζήτημα της ελαττωματικότητας άξονα του Επίδικου Οχήματος κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οποιοσδήποτε άξονας του Επίδικου Οχήματος ήταν ελαττωματικός, είτε πριν είτε κατά την σύγκρουση. Ούτε ότι το δοχείο καυσίμων ήταν ελαττωματικό είτε πριν είτε κατά τη σύγκρουση. Ούτε και ότι το Επίδικο Όχημα είτε οποιοδήποτε μέρος του δεν λειτουργούσε κανονικά ή ότι ήταν ελαττωματικό, είτε πριν είτε κατά την σύγκρουση. Και αυτά καθώς δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι οποιοδήποτε μέρος του Επίδικου Οχήματος ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο ελαττωματικό, πόσο μάλλον κατά τον χρόνο της σύγκρουσης και ότι η συγκεκριμένη ελαττωματικότητα προκάλεσε τη σύγκρουση. Διαπιστώνω επομένως ότι ελλείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ισχυριζόμενων ενεργειών και/ή παραλείψεων της εναγομένης 1 από τη μια και της ισχυριζόμενης απώλειας και/ή ζημιάς των εναγόντων. Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει την απώλεια των εναγόντων με ενέργειες/παραλείψεις της εναγόμενης 1. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί μηχανικού προβλήματος του Επίδικου Οχήματος είναι βασισμένοι σε εικασίες. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων επί γεγονότων από την οποία θα μπορούσα να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα ότι: (α) υπήρχε οποιαδήποτε ελαττωματικότητα, είτε (β) ότι η σύγκρουση προκλήθηκε από ελαττωματικότητα στο Επίδικο Όχημα, και μάλιστα είτε (
- i)ότι για την ελαττωματικότητα στο Επίδικο Όχημα ευθύνεται η εναγομένη 1, είτε (
- ii)ότι η ελαττωματικότητα στο Επίδικο Όχημα προϋπήρχε στο Επίδικο Όχημα και η εναγομένη 1 απέτυχε να την εντοπίσει. Συγκεκριμένα και προς επίρρωση της πιο πάνω κρίσης μου παραθέτω τα ακόλουθα: (α) Σε έλεγχο του Επίδικου Οχήματος μετά τη σύγκρουση τον Ιανουάριο του 2009 το σύστημα μετάδοσης (transmission line) του Επίδικού Οχήματος ήταν καθαρό και οι άλλες περιοχές και τα εξαρτήματα που ελέγχθηκαν δεν επιδείκνυαν ανωμαλίες (Τεκμ. 37). (β) Η εναγομένη 1 σε κάθε περίπτωση παρέδιδε στον ενάγοντα 1 ασφαλές το Επίδικο Όχημα μετά τις επισκευές και/ή συντήρηση που είχαν διενεργήσει επί του Επίδικου Οχήματος, και μετά από κάθε ενέργεια της εναγομένης 1 το Επίδικο Όχημα ήταν σε άριστη μηχανική κατάσταση και τύγχανε ελέγχου πριν την παράδοση. Σχετική ήταν η θετική ως προς τούτο μαρτυρία του ΜΥ2-1. (γ) Σε σχέση με τους θορύβους που άκουσε ο ενάγων σύμφωνα με τη μαρτυρία κάποιες ώρες πριν την σύγκρουση, η εναγομένη 1 προσκόμισε μαρτυρία μέσω του άμεσα εμπλεκόμενου ΜΥ2-1 ο οποίος ανέφερε ότι με βάση την δική του εμπειρία με ίδιου τύπου οχήματα οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι οι θόρυβοι ήταν στα πλαίσια της φυσιολογικής λειτουργίας του συγκεκριμένου τύπου οχήματος, ειδικότερα όταν επικρατούν χαμηλές θερμοκρασίες στο σύστημα μετάδοσης κίνησης του αυτοκινήτου. Ο εν λόγω μάρτυρας επίσης ανέφερε ότι για το θέμα αυτό υπάρχει τεχνική εξήγηση που αφορά τον θόρυβο που μπορεί να ακούει κάποιος κατά την κίνηση του άξονα σε χαμηλές ταχύτητες και δεν είναι αποκλειστικό για τα Lamborghini, αλλά το αντιμετωπίζουν και άλλα οχήματα όπως π.χ. τα AUDI R8 που είναι και αυτά αυτοκίνητα υψηλών επιδόσεων, και μάλιστα παρουσίασε τεχνική ανάλυση της Audi για το ζήτημα αυτό το οποίο εξηγεί ότι δεν πρόκειται για οποιαδήποτε βλάβη στο σύστημα των αξόνων. Σε κάθε περίπτωση, εάν ακόμη υπήρχε διασύνδεση των θορύβων αυτών με ενδεχόμενη βλάβη ή επικείμενη βλάβη σε οποιοδήποτε μηχανικό μέρος του Επίδικου Οχήματος, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η Σύγκρουση προκλήθηκε από μηχανική βλάβη η οποία είχε παρουσιάσει τις ενδείξεις και θορύβους για τους οποίους παραπονέθηκε ο ενάγων 1 την ημέρα της σύγκρουσης. (δ) Ακόμη και ο ΜΕ2 κ. Τζιρκαλλής και η μαρτυρία που προσκόμισε δεν αποδίδουν συγκεκριμένη τεχνική βλάβη στο Επίδικο Όχημα. Στην έκθεσή του Τεκμ. 17Α στην σελίδα 9 ο ΜΕ2 απέδωσε το ισχυριζόμενο κλείδωμα του δεξιού πίσω τροχού σε «unknown reason», δηλαδή σε άγνωστο λόγο, ενώ στην προφορική του μαρτυρία στις 19.09.2017 (πρακτικά σελ. 8), απέδωσε το στοιχείο Β επί του Τεκμ. 16, δηλαδή τα ίχνη πλαγιολίσθησης σε «μηχανικό πρόβλημα» το οποίο αποδίδει σε διάφορα ενδεχόμενα, δηλαδή «Ο άξονας της κίνησης έχει ζημιά, το δισκόφρενο έχει ζημιά, το rims έχει ζημιά και ολόκληρη η ανάρτησις πίσω έχει ζημιά». Επίσης και στην σελ. 9 των πρακτικών της 190.9.2017, ότι δηλαδή μπορεί να προκαλείται από διάφορες αιτίες, δηλαδή «Είναι η κίνηση κάτι σταμάτησε ή έσπασε το δισκόφρενο ή μάγκωσε ο άξονας της κίνησης εκείνου του τροχού, ως αποτέλεσμα να μην του επιτρέψει να γυρίσει, να το κλειδώσει». Σε τελική ανάλυση ακόμη και να γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες μέσω του ΜΕ2, η οποιαδήποτε τυχόν μηχανική βλάβη βασίζεται σε εικασίες και πιθανολογήσεις που σε καμία περίπτωση δεν έχουν διασυνδεθεί με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη της εναγόμενης 1. (ε) Οι εργασίες που διενέργησε η εναγομένη 1 στο Επίδικο Όχημα ήταν στην αριστερή πίσω πλευρά του, και όχι στην δεξιά πλευρά για την οποία εκφράζει παράπονα και ισχυρισμούς ελαττωματικότητας ο ενάγοντας. (στ) Το «πρόβλημα» που παρουσίασε το Επίδικο Όχημα τον Ιούνιο του 2008 δεν επαναλήφθηκε στις 31.12.2008 επειδή όλες οι βίδες συγκράτησης του δεξιού άξονα ήταν στην θέση τους μετά τη σύγκρουση. (ζ) Η μαρτυρία που προσκόμισαν και οι εναγόμενες, και η οποία κατά την κρίση μου δεν έχει επιτυχώς αμφισβητηθεί ή καταρριφθεί, καταδεικνύει ότι ο δεξιός άξονας του Επίδικου Οχήματος ακόμη και χρόνια μετά τη σύγκρουση συνεχίζει να κινείται ελεύθερα και δεν είναι μαγκωμένος ή μπλοκαρισμένος. (η) Η εναγομένη 1 σε κάθε περίπτωση κατέβαλε τη μέγιστη δυνατή δεξιότητα και επιμέλεια κατά την εκτέλεση εργασιών στο Επίδικο Όχημα εφόσον: (ηα) Χρησιμοποιούσε και εφάρμοζε μόνο αυθεντικά ανταλλακτικά, εξαρτήματα και υλικά, (ηβ) Ακολουθούσε όλες τις τεχνικές οδηγίες της εναγομένης 2 κατασκευάστριας εταιρείας, και (ηγ) Προέβαινε σε έλεγχο και test drive του Επίδικου Οχήματος αμέσως μετά τις εργασίες στο Επίδικο Όχημα και πριν την παράδοσή του στον ενάγοντα 1. Εάν η επιχειρηματολογία των εναγόντων ήταν ορθή και γινόταν αποδεκτή, θα πρέπει να πω ότι τότε θα καταλήγαμε στο παράδοξο αποτέλεσμα της ανατροπής του βάρους απόδειξης, να πρέπει δηλαδή η εναγομένη 1 να αποδείξει τον λόγο που ο ενάγοντας 1 απώλεσε τον έλεγχο του Επίδικου Οχήματος και που οδήγησε στην σύγκρουση. Επισημαίνω ότι οι ενάγοντες διά του πραγματογνώμονος τους του κ. Τζιρκαλλή δεν προέβησαν σε ενδελεχή τεχνικό έλεγχο του Επίδικου Οχήματος και των επιμέρους συστημάτων του, όπως ειδικότερα του συστήματος μετάδοσης κίνησης, των αξόνων, της αεροτομής κ.λπ. Τέτοιος έλεγχος ενδεχομένως θα καταδείκνυε ότι τα συστήματα αυτά λειτουργούσαν σωστά και ελεύθερα από προβλήματα και ελαττωματικότητα. Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα επί του προκειμένου: (α) Στις 31.12.2008 αμέσως πριν την Σύγκρουση το Επίδικο Όχημα ταξίδευε με ψηλή ταχύτητα και/ή με ψηλή υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. (β) Δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε ευθύνη της εναγομένης 1 για την σύγκρουση και την ζημία και απώλεια των εναγόντων. (γ) Δεν έχει αποδειχθεί ότι κατά τη Σύγκρουση είτε το Επίδικο Όχημα είτε το δοχείο καυσίμων είτε ο άξονας του Επίδικου Οχήματος ήταν ανασφαλή ή ελαττωματικά ή δεν λειτουργούσαν κανονικά. (δ) Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγων 1 οδηγούσε το Επίδικο Όχημα χωρίς την δέουσα προσοχή. (ε) Η καταστροφή του Επίδικου Οχήματος οφειλόταν στην σφοδρότητα της σύγκρουσης που οφειλόταν στην υψηλή ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο ενάγων 1. Η σφοδρότητα της σύγκρουσης, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο κ.Τζιρκαλλής και ήταν και σχετική επιχειρηματολογία εκ μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων στην αγόρευση του καταδιεκνύεται τόσο από το εύρος των ζημιών στο Επίδικο Όχημα όπως αυτές περιγράφησαν από τους μάρτυρες εμπειρογνώμονες που το επιθεώρησαν όσο και από τις φωτογραφίες του οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Σύμφωνα με τα ως άνω έχει καταδειχθεί ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε επό αμέλεια του ενάγοντος 1 και επομένως για οποιανδήποτε απώλεια ή ζημιά του ευθύνεται αποκλειστικά ο ίδιος ως ο οδηγός του Επίδικου Οχήματος και η οποία συνίσταται στα ακόλουθα: (α) Ο ενάγων 1, κατά ή αμέσως πριν την σύγκρουση, οδηγούσε το αυτοκίνητο με υπερβολική ταχύτητα και/ή με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. (β) Ο ενάγων 1 δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή της σύγκρουσης, περιλαμβανομένης της μείωσης ταχύτητας και/ή της χρήσης ανάποδου τιμονιού. (γ) Ο ενάγων 1 δεν οδηγούσε το Επίδικο Όχημα προσεκτικά και/ή δεν έλαβε υπόψη του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Επίδικου Οχήματος και ειδικότερα ότι το Επίδικο Όχημα είναι υψηλών επιδόσεων. Για το γεγονός ότι το Επίδικο Όχημα είναι για ψηλές ταχύτητες έκανε αναφορά ο ίδιος ο ενάγων 1 στην μαρτυρία του. (δ) Ο ενάγων 1 επέτρεψε και/ή προκάλεσε το Επίδικο Όχημα να πλαγιολισθήσει και/ή να συγκρουστεί και/ή να έχει επαφή με πεζοδρόμιο/παγκέτο πριν την σύγκρουση. (ε) Ο ενάγων 1 δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για την άρση της πλαγιολίσθησης και/ή της περιστροφής του Επίδικου Οχήματος πριν τη σύγκρουση. (στ) Σύμφωνα με τη μαρτυρίαα αν η ταχύτητα του Επίδικου Οχήματος ήταν 50 χ.α.ω. το Επίδικο Όχημα δεν θα πλαγιολισθούσε, δεν θα συγκρουόταν, οι ζημιές δεν θα ήταν τόσο εκτενείς. Στη βάση της ανάλυσης που έχει προηγηθεί και στα ευρήματα που κατέληξα βρίσκω ότι η εναγομένη 1