← Κύπρος

Α.ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ ΚΛΙΜΑ ΛΤΔ κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 744/2019, 5/8/2019

Α.ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ ΚΛΙΜΑ ΛΤΔ κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 744/2019, 5/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A439 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 744/2019 Μεταξύ:

  1. Α.ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ ΚΛΙΜΑ ΛΤΔ(Η.Ε. 132636), από τη Λεμεσό
  2. XXXX ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗΣ, από τη Λεμεσό
  3. XXXX ΚΑΡΑΣΑΜΑΝΗ άλλως XXXX ΟΔΥΣΣΕΩΣ, από τη Λεμεσό Εναγόντων Και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόμενων ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 10/04/2019 Ημερομηνία: 5/8/2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κασιανής για κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Θεοτή) Για την Εναγόμενη: κα Δαμιανού για κ.κ. Ανδρέας Μ Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την υπό εξέταση αίτηση τους επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων της ενάγουσας 3 υπ' αρ. εγγραφής 0/9XX4, 0/1XXX1 και 0/9XX9 τα οποία βρίσκονται στο χωρίο Απαισιά, όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/
  4. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 3 η οποία, πέραν από την παράθεση γεγονότων, αναλώνεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, σε παράθεση νομικής επιχειρηματολογίας, ακόμα και αποσπασμάτων από συγγράμματα. Τα γεγονότα τα οποία παρατίθενται στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση έχουν ως ακολούθως: Στις 4/12/2007 ενέγραψε προς όφελος της εναγόμενης την υποθήκη υπ' αριθμό Υ14230/2007 επί του ακινήτου της υπ' αρ. εγγραφής 0/9XX9 στο χωριό Απαισιά προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 προς την εναγόμενη. Στις 19/2/2010 ενέγραψε, πάλι προς όφελος της εναγόμενης, τις υποθήκες υπ' αρ. Υ1609/2010 και Υ1610/2010 επί των ακινήτων της υπ' αρ. εγγραφής 0/1XXX1 και 0/9XX4 αντίστοιχα στο χωριό Απαισιά, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του ενάγοντα 2/συζύγου της προς την εναγόμενη. Στις 8/2/2018 η εναγόμενη τους επέδωσε ειδοποιήσεις του τύπου «Ι», οι οποίες συνοδεύονταν από ειδοποιήσεις του τύπου «Θ», κατάσταση λογαριασμού καθώς και από μία επιστολή ενημερωτικού χαρακτήρα. Οι ρηθείσες ειδοποιήσεις αφορούσαν την υποθήκη υπ' αρ. Υ14230/
  5. Στις 18/5/2018 τους επιδόθηκαν παρόμοιες ειδοποιήσεις του τύπου «Ι», οι οποίες συνοδεύονταν από την ειδοποίηση του τύπου «Θ», κατάσταση λογαριασμού καθώς και από μία επιστολή ενημερωτικού χαρακτήρα. Αυτές αφορούσαν τις υποθήκες υπ' αρ. Υ1609/2010 και Υ1610/
  6. Αργότερα, περί τα μέσα Ιουλίου του 2018 επιδόθηκαν σε όλους τους ενάγοντες οι ειδοποιήσεις του τύπου «ΙΑ». Συγκεκριμένα στις 11/7/2018 επιδόθηκαν στην ίδια και στον ενάγοντα 2/σύζυγο της οι ειδοποιήσεις οι οποίες αφορούσαν τις υποθήκες υπ' αρ. Υ1609/2010 και Υ1610/
  7. Στις ρηθείσες ειδοποιήσεις αναφερόταν ότι είχε καθοριστεί πλειστηριασμός των ενυπόθηκων ακινήτων της κατά την 9/11/
  8. Στις 13/7/2018 επιδόθηκε προς όλους τους ενάγοντες η ειδοποίηση η οποία αφορούσε την υποθήκη Υ14230/2007 και στην οποία αναφερόταν ότι είχε καθοριστεί πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου της στις 23/11/
  9. Πριν την αποστολή των ως άνω περιγραφόμενων ειδοποιήσεων, όπως και μετά την αποστολή τους, προσπαθούσαν να εξεύρουν λύση με την εναγόμενη και να συμφωνήσουν στην αναδιάρθρωση του χρέους του συζύγου της και της ενάγουσας
  10. Δέον να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζαν προβλήματα στην πληρωμή των δόσεων τους προς την εναγόμενη λόγω οικονομικών δυσκολιών, συνεπεία του ότι μειώθηκαν δραστικά τα εισοδήματα τόσο της ενάγουσας 1 εταιρείας που είναι η επιχείρηση του συζύγου της, όσο και του συζύγου της. Περί το Φεβρουάριο του 2018, μετά την παραλαβή των πρώτων ειδοποιήσεων του τύπου «Ι», προχώρησαν σε συζητήσεις με υπαλλήλους της εναγομένης για να εξεύρουν μια κοινά αποδεκτή λύση αναδιάρθρωσης του χρέους. Ενώ βρίσκονταν σε συζητήσεις, η εναγόμενη τους απέστειλε τις μεταγενέστερες ειδοποιήσεις του τύπου «Ι». Πανικοβλήθηκαν όταν πρόσεξαν ότι τα ποσά που απαιτούνταν με τις ρηθείσες ειδοποιήσεις υπερέβαιναν κατά πολύ τα ποσά των λογαριασμών που διατηρούσαν με την εναγόμενη. Όταν αποτάθηκαν σε λειτουργούς της εναγόμενης για να τους επεξηγήσουν αυτήν την πολύ μεγάλη διαφορά, τους αναφέρθηκε ότι τα ποσά που απαιτούνται από αυτούς είναι τα αναφερόμενα στις ρηθείσες ειδοποιήσεις και τα οποία θα έπρεπε να πληρωθούν στην εναγόμενη για να μην προχωρήσουν οι εκποιήσεις των ενυπόθηκων ακινήτων. Λόγω του ότι, τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της, δεν είχαν γνώση των νομικών διαδικασιών δεν ήταν ενήμεροι για το δικαίωμα τους να αποταθούν στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών με αίτηση/έφεση, κάτι για το οποίο ενημερώθηκαν μεταγενέστερα. Εν πάση περιπτώσει, στο μεσοδιάστημα προσπαθούσαν να εξεύρουν κάποιον επαγγελματία για να τους βοηθήσει, είτε νομικό είτε σύμβουλο αφερεγγυότητας. Επειδή οι ημερομηνίες που τους επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις του τύπου «ΙΑ» συνέπιπταν με τις θερινές διακοπές, ήταν πολύ δύσκολο να εξεύρουν δικηγόρο για να τους συμβουλεύσει. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου αποτάθηκαν τελικά σε κάποια δικηγόρο η οποία τους συμβούλευσε ότι δεν μπορούσαν να προσβάλουν τις ρηθείσες ειδοποιήσεις επειδή αφενός παρήλθε η προθεσμία των 30 ημερών από τη μέρα που τις παρέλαβαν και αφετέρου περί τα μέσα Ιουλίου του 2018 είχε τροποποιηθεί ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος και ήταν πλέον πολύ δύσκολο έως αδύνατο να ανασταλούν οι πλειστηριασμοί. Μετά την ως άνω εξέλιξη, κατόπιν συνομιλιών με συγγενικά τους πρόσωπα, πήραν την απόφαση να αποταθούν ξανά στην εναγόμενη και να ζητήσουν καταστάσεις των λογαριασμών της ενάγουσας 1 εταιρείας καθώς και του συζύγου της. Περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2018 επικοινώνησε με κάποια κα Μαυρονικόλα, υπάλληλο της APS Holdings Ltd που είναι η εταιρεία διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων της εναγόμενης. Της εξήγησε τις ενστάσεις τους στα ποσά που ζητούσε η εναγόμενη και της ζήτησε να τους παραδώσει καταστάσεις των λογαριασμών του συζύγου της και της ενάγουσας 1 εταιρείας. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που επακολούθησε, η κα Μαυρονικόλα την ενημέρωσε ότι τα υπόλοιπα των λογαριασμών είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά τα οποία περιγράφονται στις ειδοποιήσεις του τύπου «ΙΑ». Ζήτησε τότε από την κα Μαυρονικόλα να αναβληθούν συναινετικά οι πλειστηριασμοί του Νοεμβρίου του 2018 και να ξεκινήσουν συζητήσεις για να καταλήξουν σε αναδιάρθρωση των πραγματικά οφειλόμενων ποσών. Η κα Μαυρονικόλα την ενημέρωσε ότι ο μόνος τρόπος για να αναστέλλονταν οι πλειστηριασμοί ήταν να καταβάλουν ένα σεβαστό ποσό προς την εναγόμενη πριν την 9/11/2018 που ήταν ορισμένος ο πρώτος κατά σειρά πλειστηριασμός. Μετά την ως άνω εξέλιξη, ξεκίνησαν ένα αγώνα δρόμου με το σύζυγο της ώστε να εξεύρουν το ποσό το οποίο θα μπορούσαν να προσφέρουν στην εναγόμενη για πλήρη εξόφληση. Το ποσό το οποίο τελικά κατάφεραν να εξασφαλίσουν ήταν €130.000,00 το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από την εναγόμενη. Στις 6/11/2018 προχώρησαν στην υποβολή νέας αναθεωρημένης πρότασης, την οποία απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην κα Μαυρονικόλα. Η νέα αναθεωρημένη πρόταση τους ήταν να καταβληθεί το ποσό των €130.000,00 πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένος ο πρώτος πλειστηριασμός και εντός 3 μηνών να καταβληθεί επιπλέον ποσό €30.000,00 για πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων του συζύγου της και της ενάγουσας 1 εταιρείας. Την προηγούμενη μέρα του πλειστηριασμού η κα Μαυρονικόλα την ενημέρωσε ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε την αναθεωρημένη πρόταση τους και θα ανέστελλε τους πλειστηριασμούς των ενυπόθηκων ακινήτων, νοουμένου ότι το ποσό των €130.000,00 θα καταβάλλετο πριν τις 9:00 π.μ. της 9/11/2018 που ήταν ορισμένος ο πρώτος πλειστηριασμός, περαιτέρω δε ότι έπρεπε να καταβάλλετο με τραπεζικές επιταγές και θα διαμοιραζόταν στους λογαριασμούς της ενάγουσας 1 εταιρείας και του συζύγου της, ανάλογα με τις υποδείξεις της εναγομένης. Λόγω της πίεσης του χρόνου επιδόθηκαν σε ένα αγώνα δρόμου για να προλάβουν να καταθέσουν τις επιταγές με τον τρόπο που υπέδειξε η κα Μαυρονικόλα. Τελικά η μία εκ των επιταγών για το ποσό των €98.000 δεν έγινε αποδεκτή από την εναγόμενη για το λόγο ότι απαιτούνταν δικαιολογητικά. Το πρωί της 9/11/2018 πριν την ώρα που θα ξεκινούσε ο πλειστηριασμός συνομίλησε τηλεφωνικά με την κα Μαυρονικόλα, η οποία την ενημέρωσε ότι η ως άνω επιταγή δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή και, συνεπεία αυτού, ο πλειστηριασμός θα προχωρούσε κανονικά. Πράγματι, οι πλειστηριασμοί προχώρησαν κανονικά κατά τις ημερομηνίες που είχαν οριστεί, όμως τα ενυπόθηκα ακίνητα δεν πωλήθηκαν λόγω του ότι δεν υπήρχε ενδιαφερόμενος προσφοροδότης. Περί το τέλος Νοεμβρίου του 2018, σε μια προσπάθεια εξεύρεσης διευθέτησης, επικοινώνησε εκ νέου με την κα Μαυρονικόλα, η οποία την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε πλέον να υποβληθεί νέα πρόταση εκ μέρους τους και να ξεκινήσουν μια νέα διαδικασία για αναδιάρθρωση των υπολοίπων της ενάγουσας 1 εταιρείας και του συζύγου της. Τελικά τα πρόσωπα από τα οποία είχαν δανειστεί τα χρήματα, ζήτησαν όπως τους επιστραφούν ενόψει του ότι δεν πωλήθηκαν τα ενυπόθηκα ακίνητα, κάτι το οποίο και έπραξαν. Περί τις αρχές Μαρτίου 2019 κάποιο φιλικό τους πρόσωπο τους σύστησε τον κ. Μαθηκολώνη ο οποίος, όπως τους αναφέρθηκε, ασχολείται και έχει πείρα σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Κατόπιν αυτού επικοινώνησαν με τον κ. Μαθηκολώνη και σε συνάντηση που είχαν μαζί του τους ενημέρωσε ότι, το γεγονός ότι δεν πωλήθηκαν τα ενυπόθηκα ακίνητα κατά τις ημερομηνίες που είχε οριστεί ο πλειστηριασμός τους, δεν αποτελεί το τέλος της διαδικασίας. Περαιτέρω τους επεξήγησε τη διαδικασία που μπορεί να ακολουθήσει ο ενυπόθηκος δανειστής, όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965, μετά την αποτυχία της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων κατά τον πρώτο πλειστηριασμό. Η ζημιά την οποία θα υποστούν σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι πραγματικά και ουσιαστικά ανεπανόρθωτη για το λόγο ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα της θα πωληθούν σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και, εν πάση περιπτώσει, η πώληση ή η αγορά των ακινήτων της θα μεταβάλει δραστικά την ισχύουσα κατάσταση πραγμάτων και το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων, γεγονός το οποίο δεν θα μπορεί να ανατραπεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού θα απωλέσει τελικά την ιδιοκτησία των ακινήτων της. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Η εναγόμενη με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  11. Η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του Νόμου για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  12. Οι Αιτητές κωλύονται να ζητούν τις αιτούμενες θεραπείες εφόσον η σχετική Νομοθεσία δεν προβλέπει τη διαδικασία που προωθούν με την υπό κρίση Αίτηση.
  13. Οι Αιτητές δεν έχουν λάβει υπόψη τους τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965και ειδικότερα τις διατάξεις του Μέρους VIA αυτού.
  14. Οι Αιτητές δεν έχουν λάβει υπόψη τους τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (81(Ι)/2011), ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.
  15. Ο χρόνος για τον οποίο οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν οποιονδήποτε ένδικο μέσο έχει λήξη ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα διαδικασία.
  16. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει ακολουθήσει ορθά και νομότυπα τη διαδικασία που ρυθμίζεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, εκδίδοντας και δεόντως επιδίδοντας τις υπό κρίση Ειδοποιήσεις «I», «Θ», «ΙΑ» και «ΙΒ», σε πλήρη συμμόρφωση με τον τύπο, περιεχόμενο και απαιτήσεις των διατάξεων του εν λόγω Νόμου και Κανονισμών.
  17. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση, ως αυτό απορρέει από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξασφάλιση του λαβείν της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και θα αντιστρατεύεται το πνεύμα και τον σκοπό του εν λόγω Νόμου, θα συνιστά δε επέμβαση στην εξουσία του Νομοθέτη.
  18. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση, ως αυτό απορρέει από το Σύνταγμα και συγκεκριμένα τα άρθρα 23, 25, 26 και
  19. Δεν πληρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  20. Το αιτούμενο διάταγμα δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι εύλογο και/ή ορθό και/ή δίκαιο να επιτραπεί.
  21. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι καταπιεστική, ενοχλητική και άδικη προς την Καθ' ης η Αίτηση.
  22. Οι Αιτητές ενήργησαν με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσης αίτησης.
  23. Ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί είναι καθ' όλα σύμφωνος με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Κογκοττή, υπαλλήλου της APS Debt Servicing Cyprus, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών της εναγόμενης. Στην ένορκη δήλωση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Παραδέχεται, καταρχήν, τη σύσταση των επίδικων υποθηκών προς όφελος της εναγόμενης. Ενόψει του ότι οι πρωτοφειλέτες, όπως και οι εγγυητές των ενυπόθηκων τραπεζιτικών διευκολύνσεων παρέλειψαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους κατά την καθορισμένη ημερομηνία, οι λογαριασμοί τους παρουσίαζαν σοβαρές καθυστερήσεις. Την 8/2/2019 η εναγόμενη απέστειλε στους ενάγοντες την ειδοποίηση του τύπου «Ι» με την οποία τους πληροφορούσε ότι είχε καταστήσει απαιτητό και πληρωτέο ολόκληρο το χρέος του λογαριασμού υπ' αρ. XXXXX85-01 και ότι, λόγω της παράλειψης τους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού ή να προβούν σε οποιοδήποτε διακανονισμό, προτίθετο να ξεκινήσει τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965 για εκποίηση των ακινήτων που βαρύνονται με την υποθήκη υπ' αρ. Υ14230/
  24. Την 18/5/2018 η εναγόμενη απέστειλε στους ενάγοντες δεύτερη ειδοποίηση του τύπου «Ι» με την οποία τους πληροφορούσε ότι είχε καταστήσει απαιτητό και πληρωτέο ολόκληρο το χρέος του λογαριασμού υπ' αρ. XXXXX43-05 και ότι, λόγω της παράλειψης τους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού ή να προβούν σε οποιοδήποτε διακανονισμό, προτίθετο να ξεκινήσει τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965 για εκποίηση των ακινήτων που βαρύνονται με τις υποθήκες υπ' αρ. Υ1609/2010 και Υ1610/
  25. Συνεπεία της μη εξόφλησης των εξασφαλιζομένων με τις ως άνω περιγραφόμενες υποθήκες ποσών, η εναγόμενη ενεργοποίησε τη διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων και στις 11/7/2018 απέστειλε στους ενάγοντες 2 και 3 τη σχετική ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» με την οποία τους ενημέρωνε ότι είχε καθοριστεί ως ημερομηνία πλειστηριασμού των ακινήτων τα οποία βαρύνονταν με τις υποθήκες υπ' αριθμό Υ1609/2010 και Υ1610/2010 η 9/11/
  26. Στις 13/7/2018 η εναγόμενη απέστειλε στους ενάγοντες 1 και 2 ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» με την οποία τους ενημέρωνε ότι είχε καθοριστεί η 23/11/2018 ως ημερομηνία πλειστηριασμού του ακινήτου το οποίο βαρυνόταν με την υποθήκη υπ' αριθμό Υ14230/
  27. Οι προγραμματισμένοι πλειστηριασμοί προχώρησαν κανονικά κατά τις ημερομηνίες που είχαν καθοριστεί όμως τα ενυπόθηκα ακίνητα δεν πωλήθηκαν λόγω του ότι δεν παρουσιάστηκε ενδιαφερόμενος προσφοροδότης. Η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση των συνταγματικών δικαιωμάτων της εναγόμενης η οποία θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν θα μπορέσει να εισπράξει το λαβείν της, ως αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησε στους ενάγοντες 1 και
  28. Αντίθετα στην περίπτωση που δεν εκδοθούν, δεν θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο για το λόγο ότι η εναγόμενη είναι φερέγγυο τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα και, εφόσον οι ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους, έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε απαίτηση τους σε μεταγενέστερο στάδιο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29-32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 5, 21, 27, 44Β

(3), 44Α - 44ΙΑΑ, και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς του 2015 Κ.Δ.Π. 185/2015, στη Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1-9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 άρθρα 4 και 9, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα άρθρα 26, 28 και 30, στις Αρχές της Επιείκειας, στην Αρχή «Equity of Redemption», στις Αρχές του Κοινοδικαίου, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο του 1996, στη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στηρίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν. 9/1965, άρθρα 2, 27, 44, 44Α, 44Β, 44Γ, 44Κ, 44ΙΓ, 44ΙΕ, 51 και στο Δεύτερο Παράρτημα, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224, άρθρα 80 και 81, στους Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στους Περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Κανονισμούς του 2015, Κ.Δ.Π. 185/2015, στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι)/2011, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 2, 3, 21, 29 έως 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θ. 2, Δ.19 θθ. 2, 3 και 13, Δ.39 θθ. 1 και 2, Δ.48 θθ. 1 - 4, 6, Δ.55, Δ.57 και Δ.64, στα άρθρα 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του Κοινοδικαίου και του Δικαίου της Επιείκειας, στη σχετική Νομολογία και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωσή του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαφαίνεται ως κοινός τόπος το ότι ο πλειστηριασμός των ενυπόθηκων ακινήτων της ενάγουσας 3 κατά τις ημερομηνίες που είχε καθοριστεί δεν τελεσφόρησε. Οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/1965 καθορίζουν τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή καθώς και την ακολουθητέα διαδικασία στις περιπτώσεις αποτυχίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου κατά την ημερομηνία διεξαγωγής του πρώτου πλειστηριασμού. Ειδικότερα τα άρθρα 44Η και 44ΙΑ προνοούν επί λέξει τα ακόλουθα: «44Η.-
(1)Σε περίπτωση που δεν πραγµατοποιείται πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατά τον πρώτο πλειστηριασµό, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προβεί στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου είτε µε πλειστηριασµό είτε απ' ευθείας µε πώληση και προς το σκοπό αυτό επιδίδει ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΓ» του ∆εύτερου Παραρτήµατος στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, εντός χρονικής περιόδου όχι µικρότερης των είκοσι
(20)ηµερών από την ηµεροµηνία πώλησης, περιλαµβανοµένης της προτιθέµενης µεθόδου πώλησης.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής επιλέγει τη διενέργεια πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου µέσω πλειστηριασµού, τότε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 44Ζ, τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 44Ε.
(3)Σε περίπτωση που µετά την αποτυχία του πρώτου πλειστηριασµού, ο ενυπόθηκος δανειστής επιλέγει να πωλήσει απ' ευθείας το ενυπόθηκο ακίνητο χωρίς πλειστηριασµό, οφείλει να συµµορφωθεί µε τα ακόλουθα: (α) Για τη διενέργεια πώλησης, να προωθεί την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µέσω διαφήµισης, περιλαµβανόµενης ανοικτής ηλεκτρονικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, σε µία τουλάχιστον ιστοσελίδα και µέσω δηµοσίευσης σε δύο
(2)τουλάχιστον καθηµερινές εφηµερίδες ευρείας κυκλοφορίας εντός της ∆ηµοκρατίας, (β) όλες οι προσφορές υποβάλλονται γραπτώς ή ηλεκτρονικά στον ενυπόθηκο δανειστή πριν από την ηµεροµηνία της πώλησης του ακινήτου που αναφέρεται στη δηµοσίευση και όλες οι γραπτές προσφορές φυλάσσονται από τον ενυπόθηκο δανειστή για περίοδο όχι µικρότερη του ενός
(1)έτους µετά την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου (γ) η πώληση να γίνεται στον προσφοροδότη µε την ψηλότερη προσφορά, (δ) ο προσφοροδότης µε την ψηλότερη προσφορά, υποχρεούται να καταβάλει αµέσως ποσό όχι µικρότερο του είκοσι τοις εκατόν (20%) της αποδεχόµενης τιµής προσφοράς· το ποσό αυτό καταβάλλεται αµέσως κατά την αποδοχή της προσφοράς, ενώ (ε) το υπόλοιπο ποσό να καταβάλλεται από τον επιτυχόντα προσφοροδότη εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις είκοσι
(20)ηµέρες από την ηµεροµηνία αποδοχής της προσφοράς του, (στ) σε περίπτωση που το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο (ε) δεν καταβάλλεται, η αρχική πληρωµή που δόθηκε από τον προσφοροδότη κατάσχεται από τον ενυπόθηκο δανειστή και η πώληση ακυρούται, (ζ) ο ενυπόθηκος δανειστής πιστώνει την κατασχεθείσα αρχική πληρωµή στα γενόµενα µέχρι εκείνη την ηµέρα έξοδα πώλησης και ακολούθως στο υπόλοιπο του χρέους που του οφείλεται από τον ενυπόθηκο οφειλέτη.
(4)Σε περίπτωση που ο επιτυχών προσφοροδότης δεν ολοκληρώσει τη διαδικασία αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου, σύµφωνα µε τις διατάξεις του εδαφίου
(3), τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προωθήσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ή του άρθρου 44Ζ και τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 44Ε.
(5)Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη µέθοδο πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, το ενυπόθηκο ακίνητο δεν επιτρέπεται να πωληθεί: (α) Σε πρόσωπο που κατέχει ποσοστό πέραν του δύο τοις εκατόν (2%) του µετοχικού κεφαλαίου του αδειοδοτηµένου πιστωτικού ιδρύµατος ή του αδειοδοτηµένου χρηµατοδοτικού ιδρύµατος ή είναι συνδεδεµένο µε αυτό το πρόσωπο ή σε αντιπρόσωπο του ή σε σύζυγο του ή σε γονέα του ή σε κατιόντα αυτού µέχρι τρίτου βαθµού ή σε οποιοδήποτε λειτουργό, διευθυντή, εργαζόµενο του ενυπόθηκου δανειστή· (β) σε οποιοδήποτε λειτουργό, διευθυντή, αντιπρόσωπο ή συγγενή µέχρι τετάρτου βαθµού του δηµοπράτη.» «44ΙΑ.-
(1)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός χρονικής περιόδου έξι
(6)µηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασµού, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την επιλογή να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίµησης που διενεργήθηκε δυνάµει των διατάξεων του παρόντος Μέρους ή µε εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίµησής του µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 44∆.
(2)Χωρίς επηρεασµό των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να συνεχίσει τις προσπάθειες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάµει των διατάξεων των άρθρων 44Ζ και 44Η, χωρίς επιφυλασσόµενη τιµή.» Θα πρέπει να αναφερθεί ότι είναι αυτή τη συγκεκριμένη διαδικασία που επιδιώκουν να αναχαιτίσουν οι ενάγοντες με την υπό εξέταση αίτηση τους, ειδικότερα δε το προβλεπόμενο στο άρθρο 44ΙΑ δικαίωμα της εναγόμενης, ως ενυπόθηκης δανειστού, να αγοράσει η ίδια τα ενυπόθηκα ακίνητα. Είμαι της άποψης ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε κώλυμα στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης στο στάδιο αυτό. Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η θέση της πλευράς των εναγόντων ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα τους κατοχυρώνεται από το άρθρο 44Β
(3)του Μέρους VIA, το οποίο προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: «44Β.-
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωµά του να προχωρήσει µε ένδικα µέσα ενώπιον Επαρχιακού ∆ικαστηρίου µε βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόµους και Κανονισµούς αµφισβητώντας το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». Είμαι της άποψης ότι, παρά το ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να είχαν καταχωρήσει την αίτηση τους πριν την ημερομηνία διεξαγωγής του πρώτου πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων, εντούτοις η μη καταχώρηση της κατ' εκείνο το στάδιο δεν θα μπορούσε, κατά την άποψη μου, να αποβεί μοιραία. Συνεπώς ο λόγος ένστασης της εναγόμενης ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 Έχοντας κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης επικεντρώνεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο οι ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Οι ενάγοντες, όπως διαφαίνεται από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους αξιώνουν, μεταξύ άλλων θεραπειών, απόφαση ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες λόγω του ότι οι όροι τους παραβιάζουν ρητές πρόνοιες του Νόμου 9/1965, επιπρόσθετα λόγω του ότι δεν τους παρέχουν το δικαίωμα να τις εξαλείψουν (Equity of Redemption) επειδή το ποσό που καλύπτει η κάθε υποθήκη δεν καθορίζεται ή και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Αξιώνουν επίσης απόφαση ότι οι διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι αντισυνταγματικές και, κατ' επέκταση, μη εφαρμόσιμες λόγω ισχυριζόμενης παραβίασης του άρθρου 26 του Συντάγματος. Ακόμα αξιώνεται απόφαση ότι οι όροι των συμφωνιών του δανείου ή και συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, ειδικά δε οι όροι που καθορίζουν το επιτόκιο, που κατάρτισαν με την εναγόμενη, είναι άκυροι ή και παράνομοι ή και ανεφάρμοστοι. Από τα όσα περιγράφονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι το κλητήριο ένταλμα των εναγόντων περιέχει αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα με αποτέλεσμα να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
  1. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου
  2. Αυτό το οποίο έχει διαφανεί από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 3 είναι ότι η υπόθεση των εναγόντων διαχωρίζεται σε 3 ενότητες. Με την πρώτη ενότητα προβάλλεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965, με τη δεύτερη ενότητα ζήτημα παρανομίας των συμφωνιών στη βάση των οποίων συστάθηκαν οι επίδικες υποθήκες και με την τρίτη ενότητα ζήτημα εσφαλμένου ή/και παράνομου υπολογισμού των αξιούμενων από την εναγόμενη ποσών καθότι υπολογίστηκαν, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, στη βάση αόριστων και καταχρηστικών όρων των συμφωνιών δανείου. Με την πρώτη κατά σειρά ενότητα οι ενάγοντες διατείνονται ότι η πρόνοια του άρθρου 44Α με βάση την οποία οι διατάξεις του Μέρους VIA εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, ακόμα και σ' αυτές οι οποίες ενεγράφησαν στο κτηματικό μητρώο πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του σχετικού Νόμου, όπως οι επίδικες υποθήκες, προσκρούουν στο άρθρο 26 του Συντάγματος το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  3. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.
  4. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.» Σύμφωνα με όσα υποστηρίζονται από την ενάγουσα 3 στην ένορκη δήλωση της, τα μέρη στις επίδικες συμβάσεις υποθηκών συμβλήθηκαν μεταξύ τους και διαμόρφωσαν το περιεχόμενο της κάθε σύμβασης και δήλωσης υποθήκης στη βάση των ισχυόντων κατά την ημερομηνία υπογραφής τους Νόμων καθώς και στη βάση των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και διαδικασιών που προβλέπονταν στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, όπως ίσχυε τότε. Σ' ότι αφορά τις διαδικασίες για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που υπήρχαν κατά το χρόνο σύναψης των επίδικων συμβάσεων υποθήκης, αυτές διεξάγονταν μέσω του Διευθυντή του Κτηματολογίου με όλες τις ασφαλιστικές δικλίδες που αυτό επέφερε. Η τιμή πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου καθοριζόταν από τον ίδιο το Διευθυντή, ένα ανεξάρτητο διοικητικό όργανο, το δε ακίνητο μπορούσε να πωληθεί μόνο σε πλειστηριασμό στην επιφυλαχθείσα τιμή που καθόριζε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου. Αντίθετα, με τη νέα διαδικασία του Μέρους VIA, ο οποίος εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο σε χρόνο μεταγενέστερο της υπογραφής των επίδικων συμβάσεων υποθήκης, η διαδικασία διεξάγεται πλέον από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή με αποτέλεσμα να τίθεται σε μια ιδιαιτέρως δεσπόζουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του. Περαιτέρω η διαδικασία εκτίμησης έχει διαφοροποιηθεί εντελώς, παρόλο που παρέχεται και στον ενυπόθηκο οφειλέτη δικαίωμα για διορισμό εκτιμητή. Επιπρόσθετα με την υπό αναφορά διαδικασία ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα, μετά την παρέλευση 6 μηνών από την ημερομηνία του αποτυχόντος πρώτου πλειστηριασμού να αγοράσει ο ίδιος το ενυπόθηκο ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε ή με εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησης, όπως προβλέπεται από το Νόμο, πρόνοια η οποία δεν υπήρχε στο ρηθέντα Νόμο κατά τη σύναψη των επίδικων Συμβάσεων Υποθήκης. Εν κατακλείδι υποστηρίζεται ότι η διαδικασία που προωθείται από την εναγόμενη στη βάση των διατάξεων του Μέρους VIA είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό δυσμενέστερη για τους ενάγοντες από τις διαδικασίες που ίσχυαν και τύγχαναν εφαρμογής κατά το χρόνο σύναψης των επίδικων συμφωνιών υποθήκης, με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται σημαντικά το περιεχόμενο τους και, κατ' επέκταση, η ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Όπως είναι νομολογημένο το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε εις βάθος εξέταση και ανάλυση των επίδικων θεμάτων. Είμαι της άποψης ότι τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τους αιτητές είναι επαρκή για να καταδείξουν το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της συγκεκριμένης ενότητας της υπόθεσης τους. Με τη δεύτερη ενότητα οι ενάγοντες διατείνονται ότι οι επίδικες συμβάσεις υποθήκης είναι άκυρες για το λόγο ότι αφενός συστάθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 5 και 21
(1)(γ) του Ν. 9/1965, αφετέρου αποστερούν και περιορίζουν το αναφαίρετο εξ επιείκειας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξαλείψει κάθε υποθήκη και να απαλλάξει το ενυπόθηκο ακίνητο του (Equitable Right of Redemption). Το άρθρο 21
(1)(γ) στο οποίο στηρίζονται οι ενάγοντες έχει ως ακολούθως: 21.—
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηµατολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαµβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ............................................................................................................................ (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύµβασιν υποθήκης χαρτοσεσηµασµένην συµφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόµου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ηµεροµηνίαν καθωρισµένην ή δυναµένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηµατικόν τι ποσόν, καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή, οµού µετά τυχόν συµφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή µέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και οµού µετά των εξόδων των διενεργουµένων εν περιπτώσει λήψεως νοµίµων µέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν µελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβανοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού, δέον όπως τυγχάνη καθορισµού το µέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη· ...............................» Σύμφωνα με όσα υποστηρίζονται από τους ενάγοντες, στην επίδικη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης Υ14230/2007 ο τόκος που προβλέπεται είναι 8,20% (κυμαινόμενο) ο οποίος είναι πληρωτέος από τις 4/12/2007. Περαιτέρω αναφέρεται επί λέξει ότι «Νοείται ότι η παρούσα σύμβασις θα διέπεται από τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου ημερ. 4/12/2007». Ο όρος 5 του Εγγράφου Υποθήκης αναφέρει επί λέξει ότι «σε πρώτη ζήτηση ή/και από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη καταστεί πληρωτέο, υποχρεούμαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό». Στο δε όρο 14 του ιδίου εγγράφου προβλέπεται ότι το πιο μεγάλο ποσό για το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευόμενα ακίνητα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο την ημέρα της εκποίησης της υποθήκης θα παραμείνει απλήρωτο μέχρι το συνολικό ποσό των ΛΚ15,750 επιπλέον τόκος ως ρητά προνοείται στους όρους των επιμέρους συμφωνιών που υπέγραψε ή θα υπογράψει στο μέλλον ο πρωτοφειλέτης. Οι ενάγοντες βασιζόμενοι στους ανωτέρω όρους, υποστηρίζουν ότι υπάρχει σημαντική αοριστία και ασάφεια η οποία εστιάζεται αφενός στο ότι ο τόκος της υποθήκης δεν είναι καθορισμένος ή δυνάμενος να προσδιοριστεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό, κατ' αντίθεση με όσα ρητά προβλέπονται στο άρθρο 21
(1)(γ) του Νόμου, αφετέρου στο ότι δεν διευκρινίζεται εάν το ποσό είναι πληρωτέο σε καθορισμένο ή δυνάμενο να προσδιοριστεί χρόνο, αφού στη μεν Δήλωση Υποθήκης προβλέπεται ότι το ποσό της υποθήκης είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ενώ στον όρο 5 του Εγγράφου Υποθήκης προβλέπεται ότι θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή/και από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται από την υποθήκη καταστεί πληρωτέο. Εν κατακλείδι υποστηρίζουν ότι η ανωτέρω αναφερόμενη ασάφεια των όρων των επίδικων συμφωνιών υποθήκης εξουδετερώνει το εξ επιείκειας δικαίωμα τους για εξόφληση του ποσού που εξασφαλίζει η κάθε υποθήκη (Right of Redemption). Κατά τους ενάγοντες η ίδια ασάφεια και αοριστία εντοπίζεται και στις Συμβάσεις Υποθήκης υπ' αρ. Υ1609/2010 και Υ1610/2010, των οποίων οι όροι είναι πανομοιότυποι μεταξύ τους. Τα όσα περιγράφονται από τους αιτητές είναι επαρκή, κατά την άποψη μου, ώστε να καταδείξουν το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας και αυτής της ενότητας της υπόθεσης τους. Με την τελευταία ενότητα οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η ακολουθητέα από την εναγόμενη διαδικασία είναι παράνομη και άκυρη ένεκα του ότι βασίστηκε σε ψευδή ή/και δόλια ή/και παραπλανητικά στοιχεία τα οποία παρουσιάστηκαν από την εναγόμενη στις αποσταλείσες σ' αυτούς ειδοποιήσεις. Η συγκεκριμένη ενότητα στηρίζεται, κατ' ουσία, στο ότι τα αξιούμενα χρεωστικά υπόλοιπα είναι εσφαλμένα και εμπεριέχουν παράνομους τόκους και υπερχρεώσεις. Πρωτίστως, έχω παρατηρήσει ότι υπάρχει κάποια διαφοροποίηση στα περιγραφόμενα ως αξιούμενα ποσά μεταξύ των ειδοποιήσεων του τύπου «Ι» και «ΙΑ». Ειδικότερα, σε σχέση με την Υ14230/2007, στη μεν ειδοποίηση του τύπου «Ι» αξιώνεται ποσό €31.809,34 πλέον τόκοι από 1/2/2018 στη δε ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» αξιώνεται ποσό €33.097,80 πλέον τόκοι από 1/7/
  1. Όσον αφορά την Υ1609/2010 στη μεν ειδοποίηση του τύπου «Ι» αξιώνεται ποσό €136.777,92 πλέον τόκοι προς 13% από 1/5/2018 ενώ στην ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» αξιώνεται ποσό €138.245,48 πλέον τόκοι από 1/6/
  2. Τέλος, σε σχέση με την Υ1610/2010 στη μεν ειδοποίηση του τύπου «Ι» αξιώνεται ποσό €290.652,98 πλέον τόκοι από 1/5/2018 ενώ στην ειδοποίηση του τύπου «ΙΑ» αξιώνεται ποσό €293.771,54 πλέον τόκοι από 1/6/
  3. Αυτό το οποίο έχω αντιληφθεί όμως είναι ότι η διαφοροποίηση στα ποσά μεταξύ των ειδοποιήσεων του τύπου «Ι» και «ΙΑ» οφείλεται στο ότι στα ποσά των ειδοποιήσεων του τύπου «ΙΑ» προστέθηκε και ο τόκος ο οποίος προέκυψε στο μεσοδιάστημα μέχρι την ημερομηνία αποστολής τους. Εξ' ου και στις συγκεκριμένες ειδοποιήσεις ο αξιούμενος τόκος ξεκινά από μεταγενέστερη ημερομηνία συγκριτικά με την ημερομηνία που περιγράφεται στην ειδοποίηση του τύπου «Ι». Κατά τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των €432.017,02 το οποίο απαιτείται από την εναγόμενη για τις υποθήκες υπ' αριθμό Υ1609/2010 και Υ1610/2010 είναι παραπλανητικό, αυθαίρετο, παράνομο, ψευδές, εικονικό και ανυπόστατο. Υποστηρίζουν δε ότι η απαίτηση την οποία η εναγόμενη δικαιούτο να διεκδικήσει θα έπρεπε να ήταν σύμφωνη με τις Συμβάσεις Δανείου και του νομίμως ορθού υπολοίπου του λογαριασμού του δανείου αντί να απαιτούνται ποσά υπερδιπλάσια στη βάση ψευδών και παραπλανητικών στοιχείων. Παρά τους ως άνω ισχυρισμούς των εναγόντων, εντούτοις παρατηρώ ότι δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό παράνομων, ψευδών και παραπλανητικών ποσών και χρεώσεων που επιβλήθηκαν από την εναγόμενη στους λογαριασμούς τους. Το αναμενόμενο ήταν ότι η ενάγουσα 3 στην ένορκη δήλωση της θα συγκεκριμενοποιούσε τις, κατά τον ισχυρισμό της, χρεώσεις της εναγόμενης οι οποίες βασίστηκαν σε ψευδή και παραπλανητικά στοιχεία και ποσά. Θα αναμένετο ακόμα ότι θα παρουσιαζόταν κάποια κατάσταση δικού τους εμπειρογνώμονα στην οποία θα αναλύετο το, κατά τον ισχυρισμό τους, πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Η δε παράλειψη της ενάγουσας 3 να παραθέσει τις ως άνω λεπτομέρειες άφησε τους ως άνω περιγραφόμενους ισχυρισμούς των εναγόντων ασαφείς, γενικούς και αόριστους. Ως αποτέλεσμα η προσαχθείσα από τους ενάγοντες μαρτυρία δεν έχει καταδείξει τη δύναμη της υπόθεσης της τρίτης ενότητας. Ενόψει του ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να καταδείξουν το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας των πρώτων δύο ενοτήτων της υπόθεσης τους πέτυχαν, κατ' επέκταση, να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  4. Συνεπώς επιβάλλεται η εξέταση της συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης. Η ενάγουσα 3 στην ένορκη δήλωση της υποστηρίζει ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού τα ενυπόθηκα ακίνητα θα πωληθούν σε πολύ χαμηλή τιμή, ενώ η ίδια θα απωλέσει την ιδιοκτησία τους, γεγονός μη αναστρέψιμο σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον πετύχουν στην αγωγή τους. Υποστηρίζει ακόμα ότι η αγωγή τους, ειδικά δε η θέση τους περί της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965, όπως και η θέση τους για τη μη εγκυρότητα και νομιμότητα των επίδικων υποθηκών, θα καταστεί μάταιη και άνευ αντικειμένου, αφού με την εκποίηση των υποθηκών και τη διάθεση των ενυπόθηκων ακινήτων, δεν θα υφίσταται πλέον αντικείμενο προς εκδίκαση. Όπως είναι νομολογημένο, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & Ch Mitsingas Tr. Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Είναι επίσης νομολογημένο ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Πρωτίστως έχω να αναφέρω ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση των εναγόντων ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει μάταιη και άνευ αντικειμένου την αγωγή τους. Είμαι της άποψης ότι ανεξάρτητα από την τελεσφόρηση ή μη της διαδικασίας για πώληση ή/και διάθεση των ενυπόθηκων ακινήτων από την εναγόμενη, η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν. 9/1965, η αγωγή των εναγόντων θα παραμείνει ζωντανή και μπορεί να προχωρήσει χωρίς επηρεασμό των επίδικων θεμάτων. Περαιτέρω αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες η ύπαρξη οφειλής ή/και χρεωστικού υπολοίπου προς την εναγόμενη. Αυτό το οποίο αμφισβητείται είναι το ύψος του. Όπως διαφάνηκε δε μέσα από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας 3, οι καθυστερήσεις στους λογαριασμούς των εναγόντων 1 και 2 άρχισαν να παρουσιάζονται από το 2016 λόγω αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στην πληρωμή των δόσεων τους. Είμαι της άποψης ότι, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελαν κριθεί αντισυνταγματικές και, κατ' επέκταση, μη εφαρμόσιμες, σε τελικό στάδιο, οι διατάξεις του Μέρους VIA, ή ακόμα ήθελαν κριθεί άκυροι, λόγω παρανομίας, οι όροι των επίδικων Συμβάσεων Υποθήκης, τους οποίους επικαλούνται οι ενάγοντες, εντούτοις η οφειλή τους προς την εναγόμενη θα εξακολουθεί να υφίσταται. Συνεπώς η οποιαδήποτε πώληση ή/και διάθεση της ενυπόθηκου περιουσίας θα αποβεί, εν τέλει, προς όφελος τους, αφού το προϊόν που θα εισπραχθεί θα καταλογιστεί είτε προς εξόφληση ολόκληρης της οφειλής είτε, τουλάχιστον, ενός μεγάλου μέρους της, κάτι το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της οφειλής τους. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα δυνατόν να αποξενωθούν οριστικά από την κυριότητα της ενάγουσας 3, εντούτοις θεωρώ ότι η οποιαδήποτε πώληση ή διάθεση τους θα αποβεί τελικά προς όφελος των εναγόντων. Αξίζει ακόμα να επισημανθεί ότι στην περίπτωση που αυτά αγοραστούν από την ίδια την εναγόμενη, εφόσον επιλέξει να ασκήσει το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 44ΙΑ του Νόμου, θα υπάρχει η δυνατότητα ανάκτησης της κυριότητας τους από την ενάγουσα 3, στην περίπτωση που οι ενάγοντες δικαιωθούν στο τέλος. Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η εναγόμενη έχει πλέον το δικαίωμα, μετά την αποτυχία των πρώτων πλειστηριασμών, να αγοράσει η ίδια τα ενυπόθηκα ακίνητα στην αγοραία αξία τους βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA ή με εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησης. Έχει επίσης το δικαίωμα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα χωρίς επιφυλασσόμενη τιμή. Η οποιαδήποτε ζημιά όμως που τυχόν προκληθεί στους ενάγοντες από τη διάθεση των ενυπόθηκων ακινήτων σε τιμή χαμηλότερη από την αγοραία τους αξία, θα μπορεί να αποζημιωθεί από την εναγόμενη σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν τελικά στην αγωγή τους. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι η εναγόμενη είναι ένα εύρωστο και φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα το οποίο έχει τη δυνατότητα να αποζημιώσει τους ενάγοντες. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορεί να αποζημιώσει τους ενάγοντες για οποιαδήποτε γενικά ζημιά τυχόν υποστούν, στην περίπτωση που δικαιωθούν σε τελικό στάδιο από το Δικαστήριο. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε φανεί, σε τελικό στάδιο, ότι το πραγματικά οφειλόμενο από τους ενάγοντες ποσό είναι μικρότερο από το αξιούμενο από την εναγόμενη ποσό, θα υπάρχει η δυνατότητα για επιστροφή του τυχόν επιπλέον εισπραχθέντος από την εναγόμενη ποσού. Υπό το φως των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ως προς τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αποτυχία των εναγόντων να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ως προς τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 σηματοδοτεί μοιραία και την τύχη της αίτησης τους, η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος της εναγόμενης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΧ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.