← Κύπρος

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ GRATIO HOLDINGS LTD, Αίτηση αρ.: 34/2017, 30/8/2019

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ GRATIO HOLDINGS LTD, Αίτηση αρ.: 34/2017, 30/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A454 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 34/2017 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ GRATIO HOLDINGS LTD ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113, άρθρα 211(ε) και 212(α) -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30.8.2019 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια: κα Ευσταθιάδου για Μ. Ηλιάδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Μιχαηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Με την παρούσα, η αιτήτρια επιζητεί την έκδοση διατάγματος διάλυσης της καθ' ης η αίτηση καθότι, ως προβάλλεται, η τελευταία είναι ανίκανη να αποπληρώσει τα χρέη της. Η καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι (α) το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στη θεραπεία είναι λανθασμένο αφού γίνεται αναφορά σε διάλυση αντί σε εκκαθάριση, (β) η αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής στα πλαίσια της έννοιας του περί Εταιρειών Νόμου καθότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία εγγράφηκε, αναγνωρίστηκε και εκτελέστηκε η διαιτητική απόφαση, εφεσιβλήθηκε και έτσι υφίσταται καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους και (γ) η θεσμική απαίτηση δεν υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και σ' αυτήν δεν περιέχονται όλες οι αναγκαίες πληροφορίες με αποτέλεσμα να είναι άκυρη. 2. Τα γεγονότα όπως προκύπτουν τόσο από την αίτηση όσο και από την ένσταση έχουν ως ακολούθως: (α) Η αιτήτρια είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη. Στις 9.1.1998 συνομολογήθηκε συμφωνία αγοράς μετοχών μεταξύ των εταιρειών Allami Privatizacios es Vagyonkezelo Reszvenytarasasag (από τώρα θα καλείται APV) και της VSZ a.s. Kosice (από τώρα θα καλείται VSZ). Η πιο πάνω συμφωνία διαλάμβανε ρήτρα διαιτησίας με σκοπό την επίλυση διαφορών που θα προέκυπταν. Επισημαίνεται ότι όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της APV μεταβιβάστηκαν στην αιτήτρια κατά την 31.12.2007. (β) Οι διαφορές που προέκυψαν από την πιο πάνω συμφωνία παραπέμφθηκαν κατά ή περί το έτος 2002 σε διαιτησία στο Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Εμπορικού Επιμελητηρίου της Αυστρίας. Έτσι την 7.10.2004 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της APV και εναντίον της VSZ για το ποσό των 1.328.548.000,00 HUF (Ουγγαρέζικα φιορίνια) το οποίο αντιστοιχεί σε €5.008.663,52 περίπου πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. Σε κατοπινό στάδιο σε διάφορες περιπτώσεις η VSZ μετονομάστηκε, μετατράπηκε σε Συνεργατισμό και ακολούθως σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2009 η VSZ διαγράφηκε από το μητρώο εταιρειών της Μπρατισλάβας αφού διαλύθηκε λόγω της συγχώνευσης της με την καθ' ης η αίτηση η οποία ενεγράφη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 18.2.2008 ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λεμεσό. (γ) Η αιτήτρια καταχώρισε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της οποίας την 28.6.2016 εκδόθηκε διάταγμα για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης και περαιτέρω επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση. (δ) Η αιτήτρια προβάλλει ότι η καθ' ης η αίτηση δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και εξακολουθεί να οφείλει τα πιο πάνω ποσά. Ακολούθως στις 25.10.2016 η αιτήτρια επέδωσε στην καθ' ης η αίτηση, αντίγραφο της πιο πάνω απόφασης μαζί με επιστολή με την οποία την καλούσε να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά. Δεν το έπραξε και έτσι η αιτήτρια κατά την 22.12.2016 επέδωσε, στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση και ειδικότερα στον διευθυντή της εταιρείας η οποία είναι γραμματέας της καθ' ης η αίτηση, θεσμική απαίτηση, στην οποία απαιτεί από αυτήν να καταβάλει τα πιο πάνω ποσά εντός 21 ημερών και σε περίπτωση που παρέλειπε να συμμορφωθεί, τότε θα προχωρούσε με αίτηση διάλυσης της. Η καθ' ης η αίτηση δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και δεν ικανοποίησε εν όλω ή εν μέρει την πιο πάνω απαίτηση και έτσι, ως προβάλλεται, δεν δύναται να αποπληρώσει τα χρέη της. (ε) Η καθ' ης η αίτηση αναγνωρίζει ότι πράγματι οι διαφορές κατέληξαν σε διαιτησία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 7.10.2004 και ακολούθως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με απόφαση του ημερ. 28.6.2016 εξέδωσε διάταγμα για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της στην Κύπρο (βλ. Τεκ. 3). Η πιο πάνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ως αναφέρεται, έχει εφεσιβληθεί (βλ. Τεκ. 4). Οι λόγοι έφεσης περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι: (
  2. i)η αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης δεν αντίκειται στην δημόσια τάξη καθότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι εκτελεστή δυνάμει του ουγγρικού δικαίου λόγω της παρέλευσης της περιόδου παραγραφής των πέντε ετών και η σχετική περί τούτου μαρτυρία που προσκομίστηκε παρέμεινε αναντίλεκτη και (
  3. ii)δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης αφού, ως αναφέρεται, η αίτηση καταχωρίστηκε στις 17.4.2015 ενώ η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 7.10.2004. Η καθυστέρηση, ως προβάλλεται, επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση. (στ) Η καθ' ης η αίτηση ζήτησε γνωμάτευση από δύο δικηγορικά γραφεία στην Ουγγαρία αναφορικά με την παραγραφή της αξίωσης της αιτήτριας δυνάμει του ουγγρικού δικαίου. Οι πιο πάνω γνωματεύσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι εκτελεστή λόγω της παρέλευσης της περιόδου παραγραφής των πέντε ετών που προνοείται από την σχετική Νομοθεσία της Ουγγαρίας. Σύμφωνα με αυτές, το διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης (7.10.2004) μέχρι το πρώτο διάβημα της αιτήτριας για εκτέλεση της στη Σλοβακία (19.5.2011) είναι πέραν της περιόδου παραγραφής και ως εκ τούτου, ως αναφέρουν, η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί (βλ. Τεκ. 5 και 6). Επισημαίνεται όμως ότι το συγκεκριμένο ζήτημα απασχόλησε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας, το οποίο απέρριψε και εξέδωσε διάταγμα εγγραφής, εκτέλεσης και αναγνώρισης της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης (βλ. Τεκ. 3). (ζ) Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ότι η καταχώριση της πιο πάνω έφεσης έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και αποτελεί καλόπιστη αμφισβήτηση του δικαιώματος της αιτήτριας να προχωρήσει σε εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης και ως εκ τούτου η τελευταία δεν μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής στα πλαίσια της έννοιας των άρθρων 211, 212 και 213 του περί Εταιρειών Νόμου. (η) Περαιτέρω στην ένσταση προβάλλεται ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση ότι τα πρόσωπα που υπέγραψαν την απαίτηση, ημερ. 18.11.2016, ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένα από την αιτήτρια ως επίσης τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτήν είναι σε ξένα νομίσματα αντί σε ευρώ και δεν αναφέρεται το ποσό των δικηγορικών εξόδων. Επιπρόσθετα δεν παρέχονται οποιεσδήποτε πληροφορίες ότι η πληρωμή του ποσού θα μπορούσε να γίνει στην Κύπρο και γενικότερα ούτε όμως και πληροφορίες που να καθιστούν εφικτή την συνεννόηση και τις απαραίτητες ενέργειες που θα έπρεπε να γίνουν σε σχέση με την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. 3. Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση ο οποίος επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι (α) το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στην θεραπεία είναι λανθασμένο αφού επιζητείται η διάλυση και όχι η εκκαθάριση της εταιρείας, (β) η αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πιστωτής εν όψει του γεγονότος ότι καταχωρίστηκε έφεση εναντίον της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο της διαιτητικής απόφασης για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω και εν όψει τούτου υφίσταται καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους και τέλος (γ) η απαίτηση ημερ. 18.11.2016 είναι ελαττωματική καθότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και δεν περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες. Επισημαίνεται ότι οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης εγκαταλείφθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων. 4. Εισήγηση ότι η εσφαλμένη αναφορά στην αίτηση, σε διάλυση αντί σε εκκαθάριση οδηγεί στην εκθεμελίωση αυτής. Η αιτήτρια με την αίτηση της, επιζητεί από το Δικαστήριο: «Α) Διάταγμα διάλυσης της εταιρείας, βάσει των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113...» Προκύπτει ότι στην αίτηση γίνεται εσφαλμένη αναφορά σε διάλυση της καθ' ης η αίτηση. Η διαδικασία διάλυσης εταιρείας έπεται της διαδικασίας εκκαθάρισης. Μετά την συμπλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης το Δικαστήριο, αν ο εκκαθαριστής υποβάλει αίτηση για τον σκοπό αυτό, εκδίδει διάταγμα για την διάλυση της εταιρείας από την ημερομηνία του διατάγματος και η εταιρεία ακολούθως διαλύεται (βλ. άρθρο 260

(1)του περί Εταιρειών Νόμου και Χατζηγιάννης ν. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 991). Στην προκείμενη περίπτωση στον τίτλο της αίτησης, αναγράφονται τα άρθρα 211(ε) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου ως επίσης στα γεγονότα που την περιβάλλουν επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, ότι εκδόθηκε διαιτητική απόφαση, από το Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Εμπορικού Επιμελητηρίου, η οποία στη συνέχεια εγγράφηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ακολούθως, ως εκτίθεται, επιδόθηκε θεσμική απαίτηση στην καθ' ης η αίτηση με την οποία η αιτήτρια απαιτούσε από αυτήν να καταβάλει το ποσό που οφείλεται εντός 21 ημερών. Η καθ' ης η αίτηση δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και έτσι, ως προβάλλεται, δεν δύναται να αποπληρώσει τα χρέη της. Τόσο ο τίτλος της αίτησης όπως με λεπτομέρεια έχει εκτεθεί πιο πάνω όσο και τα γεγονότα που την περιβάλλουν παραπέμπουν σε εκκαθάριση και ως τέτοια αντιμετωπίστηκε και από τις δύο πλευρές. Πέραν δε τούτου, όπως έχει ήδη επισημανθεί και σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, η καθ' ης η αίτηση γνωρίζει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται και τον λόγο για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία που δεν είναι άλλος από την ανικανότητα της να πληρώσει τα χρέη της με βάση τα άρθρα 211(ε) και 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου. Περαιτέρω δεν διαπιστώνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση ενόψει του γεγονότος ότι στο αιτητικό επιζητείται η έκδοση διατάγματος διάλυσης. Η εσφαλμένη αναφορά σε διάλυση δεν εκθεμελιώνει την αίτηση και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση απορρίπτεται. 5. Εισήγηση ότι η αιτήτρια δεν είναι πιστωτής καθότι υφίσταται καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια δεν είναι πιστωτής καθότι υφίσταται καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους ενόψει του γεγονότος ότι καταχωρίστηκε έφεση εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία εκδόθηκε διάταγμα για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας η οποία επισήμανε ότι καλόπιστη αμφισβήτηση χρέους εγείρεται με υπεράσπιση του χρεώστη πριν την έκδοση απόφασης ή με έφεση της απόφασης προς αμφισβήτηση του χρέους, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου θα πρέπει να προέρχεται από πιστωτή. Τίθεται επομένως το ερώτημα ποιος θεωρείται πιστωτής και ειδικότερα κατά πόσο η αιτήτρια μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια. Η υπόθεση Σπανού ν. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 315 αφορούσε στην διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πιστωτής στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 213
(1)του Νόμου και αφού υπενθύμισε ότι οι πιο πάνω πρόνοιες ήταν ταυτόσημες με το S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948 ανέφερε τα ακόλουθα: Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golstein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.LR. 523, Palmer' s πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury' s Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477).» Έχει αποσαφηνιστεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής και όπου υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση και ούτε ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά (βλ. Χατζηγιάννης ν. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd, ανωτέρω και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Αναφορικά με την καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24th edn., pp 1364-1367: «Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive." (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου και επίσης βλ. Χατζηγιάννης ν. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd, ανωτέρω.) 6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω, στις 7.10.2004 εκδόθηκε απόφαση από το Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Εμπορικού Επιμελητηρίου της Αυστρίας υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση για το πιο πάνω ποσό. Στη συνέχεια καταχωρίστηκε αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 28.6.2016 εξέδωσε σχετική απόφαση η οποία εφεσιβλήθηκε. Τα όσα προβάλλει η καθ' ης η αίτηση ότι η απαίτηση έχει παραγραφεί με βάση το ουγγρικό δίκαιο και κατ' επέκταση δεν μπορεί να εκτελεστεί, αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας όπου το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Η σύμβαση της Νέας Υόρκης δεν προνοεί χρόνο παραγραφής της ισχύος ή αναγνώρισης ή εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων. Αντιθέτως σύμφωνα με το άρθρο ΙΙΙ οι διαιτητικές αποφάσεις θα αναγνωρίζονται ως δεσμευτικές από κάθε συμβαλλόμενο κράτος και θα εκτελούνται σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας της χώρας που επιζητείται η εκτέλεση. Συνεπώς με δεδομένο ότι το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης είναι το ημεδαπό, δηλαδή το Κυπριακό Δίκαιο, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να κατατείνει στο ότι η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές που συνιστούν την έννοια της δημόσιας τάξης στην Κύπρο. Το θέμα της παραγραφής θα ενέχει προφανώς τη σημασία του στην περίπτωση που επιχειρείται η διαδικασία εγγραφής της απόφασης στην Ουγγαρία. Συνεπώς η πιο πάνω θέση της καθ' ης η αίτηση δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται.» Η απόφαση για την ύπαρξη οφειλής εκδόθηκε στις 7.10.2004 στην Αυστρία και δεν υφίσταται ίχνος μαρτυρίας ότι καταχωρίστηκε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Στη συνέχεια στις 28.6.2016 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της στην Κύπρο και δεν υποβλήθηκε οποιοδήποτε αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης. Επισημαίνεται ότι η έφεση που καταχωρίστηκε αφορά την πιο πάνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και με αυτήν δεν αμφισβητείται το χρέος της καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια. Προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι εκτελεστή λόγω της παρέλευσης της περιόδου των πέντε ετών που προνοείται από την σχετική Ουγγρική Νομοθεσία και το διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι το πρώτο διάβημα της αιτήτριας για εκτέλεση είναι πέραν της περιόδου παραγραφής και ως εκ τούτου είναι η θέση της ότι δεν μπορεί να εκτελεστεί. Οι σχετικές νομικές γνωματεύσεις που παρουσιάστηκαν από την καθ' ης η αίτηση αφορούν την εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης στην Ουγγαρία. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, με την πιο πάνω έφεση που καταχωρίστηκε δεν αμφισβητείται το χρέος της καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια και κατ' επέκταση δεν μπορεί να αποτελεί καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους στο οποίο βασίζεται η παρούσα αίτηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η αιτήτρια δεν εξασφάλισε άδεια για εκτέλεση της απόφασης δυνάμει της Δ.40 θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, λαμβανομένου υπόψιν ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 7.10.2004 στην Αυστρία. Σύμφωνα με την Δ.40 θ.8 όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση απαιτείται άδεια για εκτέλεση της. Η αναφορά σε απόφαση στον πιο πάνω διαδικαστικό κανονισμό αφορά απόφαση που εκδόθηκε από Δικαστήριο στη Δημοκρατία και όχι απόφαση που εκδόθηκε εκτός δικαιοδοσίας, στην αλλοδαπή. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 28.6.2016 είναι που εξέδωσε διάταγμα εγγραφής, αναγνώρισης και εκτέλεσης της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. Ο χρόνος αρχίζει και προσμετρά από την ημερομηνία που το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε το πιο πάνω διάταγμα και όχι από την ημερομηνία που εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση στην αλλοδαπή. Συνακόλουθα οι σχετικές εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτονται. 7. Εισήγηση ότι η απαίτηση είναι ελαττωματική. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η απαίτηση της αιτήτριας ημερ. 18.11.2016 είναι άκυρη καθότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και δεν περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες. Τα ποσά που καταγράφονται είναι σε ξένο νόμισμα και όχι σε ευρώ και δεν παρέχονται οποιεσδήποτε πληροφορίες κατά πόσο η πληρωμή θα μπορούσε να γίνει στην Κύπρο και γενικότερα πληροφορίες που να καθιστούσαν εφικτή την συνεννόηση και τις απαραίτητες ενέργειες που θα έπρεπε να γίνονταν για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Επιπρόσθετα στην απαίτηση δεν αναφέρεται το ποσό των δικηγορικών εξόδων. Με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης (7.10.2004), το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 28.6.2016 εξέδωσε διάταγμα για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της στην Κύπρο. Προκύπτει από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη κ. ΧXX Γεωργίου ότι την 22.12.2016 επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση και ειδικότερα στον διευθυντή της εταιρείας που είναι γραμματέας της καθ' ης η αίτηση, θεσμική απαίτηση χρέους ημερ. 18.11.2016, στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα: "YOU ARE HEREBY NOTIFIED that we, MNV Zrt. (Magyar Nemzeti Vagyonkezelo Zartkoruen mukodo Reszvenytarsasag), hereby demand payment of the following amount which you owe to us according to the Arbitral Award dated 7 October 2004 of the Vienna International Arbitral Centre of the Austrian Federal Economic Chamber, which has been recognized and given leave for enforcement in Cyprus following a court judgment dated 28 June 2016. Kindly find enclosed the relevant Court Judgment, for your information. In this respect your attention is drawn to the provisions of Article 211 (e), 212 (
  1. a)and/or (
  2. b)of the Companies Law, Cap. 113. Amount due: Amount: (
  3. a)HUF 1,328,548,000 (
  4. b)late payment interest equal to HUF 1,690,021,334 for the period between 2 March 2004 and 6 September 2016, (
  5. c)USD 1,114,954 (
  6. d)late payment interest equal to USD 223,391 for the period between 2 March 2004 and 6 September 2016, plus (
  7. e)interest and (
  8. f)legal expenses expected to be calculated by the Court Registrar. In the event that you fail to comply with the demand raised in this letter within 21 days, we will instruct our lawyers to proceed with a petition for the dissolution of your company. _____________________ ______________________ dr. XXX Szutrely dr. XXX Kratochwill Chief Legal Officer Legal Director MNV Zrt. MNV Zrt. dr. Kratochwill XXX" Προκύπτει ότι την υπέγραψαν οι XXX Szutrely, επικεφαλής νομικός λειτουργός της αιτήτριας και ο διευθυντής αυτής κ. XXX Kratochwill. Εξάλλου δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι τα πιο πάνω πρόσωπα δεν ήταν εξουσιοδοτημένα. Έτσι η περί του αντιθέτου εισήγηση απορρίπτεται. Περαιτέρω προβλήθηκε ότι η απαίτηση ημερ. 18.11.2016 αξιώνει ποσό σε ξένο νόμισμα και δεν αναφέρει το ποσό των δικηγορικών εξόδων το οποίο απαιτείται από την καθ' ης η αίτηση, παρά μόνο γίνεται αναφορά σε «legal expenses expected to be calculated by the Court register», ως επίσης δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο η καθ' ης η αίτηση θα μπορούσε να συμμορφωθεί με την απαίτηση. Με την πιο πάνω θεσμική απαίτηση κλήθηκε η αιτήτρια να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό σε ξένο νόμισμα πλέον τόκους και έξοδα, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Καταγράφεται σε αυτήν ότι το ποσό οφείλεται σύμφωνα με την διαιτητική απόφαση ημερ. 7.10.2004 η οποία εγγράφηκε στις 28.6.2016 κατόπιν σχετικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία μάλιστα και επισυνάπτεται. Επιπρόσθετα επιστήθηκε η προσοχή της στα άρθρα 211(ε) και 212(α) του Νόμου και ότι στην περίπτωση που παρέλειπε να συμμορφωθεί εντός 21 ημερών, τότε θα προχωρούσε με αίτηση. Η απαίτηση υπογράφεται και σε αυτήν κατονομάζονται ο διευθυντής της αιτήτριας και ο νομικός λειτουργός. Η πιο πάνω θεσμική απαίτηση περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες που θα έπρεπε να γνωρίζει η καθ' ης η αίτηση σε σχέση με όλα τα ουσιώδη ζητήματα για να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό στην αιτήτρια. Και κάτι άλλο. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η καθ' ης η αίτηση αποπειράθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση απορρίπτεται. 8. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 211(ε) του Νόμου, μια εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο μεταξύ άλλων εάν η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Οι περιστάσεις οι οποίες εάν συντρέχουν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα η εταιρεία να λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, παρατίθενται στο άρθρο 212 του Νόμου το οποίο προβλέπει τα εξής: "212. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει το χρέος της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) ............................. (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας." Στην παρούσα υπόθεση το Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Εμπορικού Επιμελητηρίου της Αυστρίας στις 7.10.2004 εξέδωσε απόφαση υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση για τα ποσά που περιγράφονται πιο πάνω. Ακολούθως στα πλαίσια σχετικής αίτησης, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 28.6.2016 εξέδωσε διάταγμα για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. Η αιτήτρια στις 22.12.2016 επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση θεσμική απαίτηση με την οποία απαιτεί από αυτήν όπως εντός 21 ημερών καταβάλει τα πιο πάνω ποσά που οφείλονται και τα οποία υπερβαίνουν τις €5.000. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει (βλ. Χατζηγιάννης ν. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd, ανωτέρω). Η καθ' ης η αίτηση δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, δεν το εξασφάλισε και δεν το διευθέτησε με αποτέλεσμα να είναι ανίκανη να πληρώσει το χρέος της. 9. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση. Ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αντίγραφο του διατάγματος να παραδοθεί αμέσως και εν πάση περιπτώσει όχι αργότερα από τρεις εργάσιμες ημέρες από την έκδοση του από την εταιρεία στον Έφορο Εταιρειών. Περαιτέρω η αιτήτρια να παραδώσει αντίγραφο της αίτησης και του διατάγματος στα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 219
(2)του περί Εταιρειών Νόμου. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / General Applications / Final Αναφορά: Εκκαθάριση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.