← Κύπρος

GRANDE NATURALS MD LIMITED κ.α. ν. TRAYNOR, Αρ. Αγωγής: 735/18, 1/8/2019

GRANDE NATURALS MD LIMITED κ.α. ν. TRAYNOR, Αρ. Αγωγής: 735/18, 1/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A438 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 735/18 Μεταξύ:

  1. GRANDE NATURALS MD LIMITED
  2. XXXX TRAYNOR Εναγόντων -και- TRAYNOR XXXX Εναγομένη ............ Και εξ' Ανταπαιτήσεως TRAYNOR XXXX, προσωπικά και ως παράγωγη αγωγή (derivative action) για λογαριασμό της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα -και-
  3. GRANDE NATURALS MD LIMITED
  4. XXXX TRAYNOR
  5. GRANDE COSMETICS INTERNATIONAL LTD Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 8.10.18 Ημερομηνία: 1/8/2019 Εμφανίσεις: Για την εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Β. Γιατρού για κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Πολυκάρπου για κ.κ. Μιχάλης Νεοκλέους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη/εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, στα πλαίσια της ανταπαίτησης την οποία ήγειρε εναντίον των εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3 καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: A. Διάταγμα που να εμποδίζει τον εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2 και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους του, από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν, εκχωρήσουν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή άλλως πως συναλλαχθούν και/ή προκαλέσουν και/ή επιτρέψουν την πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή αποξένωση και/ή διάθεση και/ή εκχώρηση της κινητής ή και ακίνητης περιουσίας της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 πέραν από τις συνήθεις εργασίες της, μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή και μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής. Β. Διάταγμα που να εμποδίζει τον εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2 από του να πωλήσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, επιβαρύνει, εκχωρήσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και ή άλλως πως συναλλαχθεί των μετοχών της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 που σήμερα βρίσκονται στο όνομα του, μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή και μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής. Γ. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2 να λάβει οποιαδήποτε απόφαση που θα είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση, διαγραφή και/ή άλλη εταιρική αλλαγή της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1, μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή και μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής. Δ. Διάταγμα που να εμποδίζει την εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 3 και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους αυτής, από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν, εκχωρήσουν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή άλλως πως συναλλαχθούν και/ή προκαλέσουν και/ή επιτρέψουν την πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή αποξένωση και/ή διάθεση και/ή εκχώρηση της κινητής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων εμπορευμάτων, εμπορικής εύνοιας, συμφωνιών και πελατολογίου, που έχει λάβει από την εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1, μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή και μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής. Ε. Διάταγμα εναντίον της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 3 που να της απαγορεύει να εισπράττει, αποσύρει, διαθέτει ή χρησιμοποιεί ποσά, εισπράξεις και ωφελήματα που σχετίζονται ή πηγάζουν από την πώληση ή και εμπορεία προϊόντων Grande Cosmetics στην Κύπρο και στην Ευρώπη, μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή και μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής. Στ. Διάταγμα εναντίον του εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 που να του απαγορεύει να εισπράξει προσωπικά ή και για δικό του λογαριασμό τα εισπρακτέα της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή και μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής. Ζ. Διάταγμα που να παγοποιεί τους τραπεζικούς λογαριασμούς του εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 μέχρι του ποσού των €180.
  6. Η. Διάταγμα που να παγοποιεί τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 3 μέχρι του ποσού των €37.
  7. Θ. Διάταγμα αποκάλυψης από τους εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 2 και 3 όλων των στοιχείων που σχετίζονται με τις εργασίες ή και εισπρακτέα ή και συμβόλαια ή και πελάτες σε σχέση με την πώληση ή και εμπορεία προϊόντων Grande Cosmetics από την εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
  8. Ι. Διάταγμα αποκάλυψης των οικονομικών καταστάσεων ή και λογιστικών λογαριασμών της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 για το 2017 και το 2018 μέχρι σήμερα. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ιδίας της Αιτήτριας στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Ο εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 είναι ο σύζυγος της. Η εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 ήταν η μοναδική διανομέας στην Κύπρο και στην Ευρώπη των καλλυντικών Grande τα οποία είναι προϊόντα ομορφιάς και κατασκευάζονται από την εταιρεία «Grande Naturale LLC» η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε «Grande Cosmetics LLC». H επιχείρηση της Εναγόμενης 1 ιδρύθηκε από την ίδια. Ήταν η μοναδική μέτοχος της μέχρι τον Νοέμβριο του
  9. Ο Εναγόμενος 2 ήθελε να τη βοηθήσει με τη διαχείριση της επιχείρησης, γι' αυτό συναποφάσισαν ότι θα είναι οι διευθυντές της Εναγόμενης
  10. Επίσης είναι η μοναδική γραμματέας της από της σύστασης της. Η μετοχική κατάσταση της Εναγόμενης 1 άλλαξε μετά που ο Ενάγοντας 2 μετέφερε δόλια επ' ονόματι του τις μισές μετοχές. Η εταιρεία «Grande Naturale LLC» ενεργούσε ως η μοναδική προμηθευτής της Εναγόμενης
  11. Τους απέστελλε τα προϊόντα της, τα οποία η Εναγόμενη 1 πλήρωνε και τα μεταπωλούσε με κέρδος. Η Εναγόμενη 1 είχε μια πετυχημένη επιχείρηση με τεράστιες προοπτικές. Το έτος 2016 τα ακαθάριστα έσοδα ήταν €368.694, ενώ τα καθαρά κέρδη του έτους ήταν €159.155, σημειώνοντας σημαντική και σταθερή αύξηση σε σχέση με προηγούμενες χρονιές. Κατά τον Οκτώβριο του 2017 χώρισε με τον Εναγόμενο 2 και αυτός την ανάγκασε να μετακομίσει από το σπίτι τους στο Μοναγρούλι. Μετά το χωρισμό τους ο σύζυγος της άλλαξε τις κλειδαριές του σπιτιού και της απαγόρευσε να εισέρχεται σ' αυτό. Ο Εναγόμενος 2 συνέχισε να λειτουργεί μόνος του την επιχείρηση της Εναγόμενης 1 από το σπίτι στο Μοναγρούλι, όπου μετέφερε το εγγεγραμμένο γραφείο της, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Αργότερα ανακάλυψε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε μεταφέρει δόλια στο όνομα του τις μισές μετοχές που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι της, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, παρά το ότι εξακολουθούσε να είναι διευθύντρια και γραμματέας της Εναγόμενης
  12. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε, αναληθώς, ότι η ίδια υπέγραψε έγγραφο μεταφοράς των μετοχών ημερομηνίας 21.10.
  13. Ουδέποτε υπέγραψε το κατ' ισχυρισμό έγγραφο και είναι ξεκάθαρο ότι ο Εναγόμενος 2 πλαστογράφησε την υπογραφή της, σχετικά με την οποία υπέβαλε καταγγελία στην Αστυνομία. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών του Εναγόμενου 2 απώλεσε τον έλεγχο της εταιρείας, τον οποίο έχει πλέον ο Εναγόμενος 2, παρά το ότι η ίδια κατέχει επίσημα το 50% του μετοχικού κεφαλαίου και είναι η πραγματική ιδιοκτήτρια του 100% των μετοχών. Επιπρόσθετα μετά τον χωρισμό τους παρατήρησε κάποιες ατασθαλίες από πλευράς του Εναγόμενου 2 που την οδήγησαν να πιστεύει ότι αυτός είχε σκοπό να μεταφέρει την επιχείρηση της Εναγόμενης 1 σε άλλη εταιρεία, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του προς την Εναγόμενη
  14. Με σκοπό να τον σταματήσει από το να πάρει χρήματα από το λογαριασμό της Εναγόμενης 1, μετέφερε στον προσωπικό της λογαριασμό ποσό €110.000 περίπου. Ζήτησε επανειλημμένα από τον Εναγόμενο 2 να την ενημερώσει για τις εργασίες της Εναγόμενης 1 αλλά αυτός αρνήθηκε να το πράξει. Ζήτησε επίσης τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για το έτος 2017 από την ελεγκτή τους αλλά αυτή αρνήθηκε να τις δώσει, επικαλούμενη ότι δεν ήταν έτοιμες. Κατόπιν αυτού οι δικηγόροι της ζήτησαν από την ελεγκτή τους συγκεκριμένους λογαριασμούς αλλά ούτε αυτοί δόθηκαν. Ο Εναγόμενος 2 ενώ ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 1 ήταν εργοδοτούμενος της μοναδικής προμηθεύτριας της Εναγόμενης 1, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, λάμβανε δε μηνιαίο μισθό $6000 κατευθείαν στον λογαριασμό της Εναγόμενης
  15. Ακολούθως μετέφερε το ποσό αυτό χωρίς να δίνει οποιαδήποτε επεξήγηση. Κατ' αυτό τον τρόπο έθεσε τον εαυτό του σε σύγκρουση συμφέροντος με την Εναγόμενη
  16. Επίσης ήρθε σε συμφωνία με την μοναδική προμηθεύτρια της Εναγόμενης 1 για να εγγράψει και να λειτουργήσει μια αντίπαλη εταιρεία. Ο σκοπός της εταιρείας αυτής δεν είναι άλλος από του να μεταφέρουν την επιχείρηση της Εναγόμενης 1 σε μια νέα εταιρεία, αποκλείοντας, κατ' αυτό τον τρόπο, την ίδια από τα κέρδη της επιχείρησης. Πράγματι ο Εναγόμενος 2 κατά τον Μάρτιο του 2018 ενέγραψε την εταιρεία «Grande Cosmetics International Ltd» που είναι η εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
  17. O Εναγόμενος 2 είναι ο μοναδικός διευθυντής και γραμματέας της ενώ το εγγεγραμμένο γραφείο της νέας εταιρείας είναι στην ίδια διεύθυνση που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης
  18. Μετά την εγγραφή της Εναγόμενης 3 η Εναγόμενη 1 σταμάτησε ξαφνικά να λαμβάνει χρήματα από τους πελάτες και δεν υπάρχει ιδιαίτερη κίνηση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της. Στις 19.09.2018 η δικηγόρος του Εναγόμενου 2 ενημέρωσε τη δικηγόρο της ότι η εταιρεία δεν έχει οποιεσδήποτε εμπορικές δραστηριότητες, δεν έχει χρήματα και έχει σταματήσει να εμπορεύεται. Ξεκάθαρα όλες οι εμπορικές δραστηριότητες της Εναγόμενης 1 έχουν διοχετευτεί στην Εναγόμενη
  19. Στις 26.09.2018 η δικηγόρος της παρέλαβε προσχέδιο των λογαριασμών της Εναγόμενης 1 για το έτος 2017 οι οποίοι συνοδεύονται από ένα κατ' ισχυρισμό τιμολόγιο της προμηθεύτριας εταιρείας. Ο Εναγόμενος 2 βασιζόμενος στους ως άνω λογαριασμούς και στο κατ' ισχυρισμό τιμολόγιο την καλεί να πληρώσει προς την προμηθεύτρια εταιρεία υποχρέωση ύψους $137.981,71 καθώς και υποχρέωση της εταιρείας προς τον ίδιο ύψους €100.483 από τα χρήματα που μετέφερε στον προσωπικό της λογαριασμό για να προστατέψει την Εναγόμενη
  20. Στην πραγματικότητα ο Εναγόμενος 2, ως φαίνεται, παραποιεί τα βιβλία της εταιρείας προς το συμφέρον του, γι' αυτό και θα προχωρήσει άμεσα σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία τόσο εναντίον του όσο και εναντίον της ελέγκτριας. Πιο συγκεκριμένα τα συγκριτικά του 2016, όπως φαίνονται στους λογαριασμούς του 2017, δεν ήταν τα ίδια με τους τελικούς λογαριασμούς του
  21. Φαίνεται ότι έχει γίνει μια αναπροσαρμογή όπου η εταιρεία παρουσιάζεται να χρωστά στον Εναγόμενο 2 ως μέτοχο ποσό €100.
  22. Το ποσό αυτό χρεώθηκε στους χρεώστες της εταιρείας. Η Εναγόμενη 1 δεν του χρωστά το ποσό αυτό. Βάσει των αρχικών τελικών λογαριασμών του 2016 υπήρχε σταθερή αύξηση των εσόδων. Ως αποτέλεσμα της ως άνω περιγραφόμενης αναπροσαρμογής, το καθαρό κέρδος του 2016 μειώθηκε από €159.155 σε €58.614 και τα εισπρακτέα μειώθηκαν επίσης από €143.906 σε €44.
  23. Στη συνέχεια οι ισχυριζόμενοι λογαριασμοί του 2017 παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα των οικονομικών της εταιρείας. Υπάρχει μια απότομη μείωση των εσόδων από €368.694 το 2016 σε €207.991 το
  24. Αυτό συμβαίνει παρά το ότι το κόστος πώλησης το 2017 είναι σχεδόν το ίδιο με το κόστος στις αρχικές οικονομικές καταστάσεις του
  25. Επίσης η ισχυριζόμενη οφειλή προς την προμηθεύτρια, βάσει του ισχυριζόμενου τιμολογίου, αντικρούεται από τις ίδιες τις καταστάσεις του
  26. Με βάση το ισχυριζόμενο τιμολόγιο υπάρχει απλήρωτο υπόλοιπο από το 2017 ύψους $117.962,28 ενώ με βάση τις οικονομικές καταστάσεις του 2017 το απλήρωτο ποσό προς τους χρεώστες είναι μόλις €10.
  27. Όπως τη συμβουλεύει η δικηγόρος της, ο Εναγόμενος 2 έχει υποχρέωση πίστης και εμπιστοσύνης προς την Εναγόμενη 1, υποχρέωση να προωθεί την επιτυχία της, να αποφεύγει τη σύγκρουση συμφέροντος και να μην εκμεταλλεύεται περιουσία, γνώση ή ευκαιρία της Εναγόμενης
  28. Προφανώς ο Εναγόμενος 2, ενεργώντας κατά παράβαση των ως άνω υποχρεώσεων του, μετέφερε την επιχείρηση, εμπορεύματα, εμπορική εύνοια, χρεώστες και πελατολόγιο στην εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 3, αφήνοντας την Εναγόμενη 1 με το ποσό το οποίο κατάφερε να μεταφέρει στον προσωπικό της λογαριασμό. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρισαν προβάλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  29. Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια.
  30. Η Αιτήτρια έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο.
  31. Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι κατά νόμο και/ή ουσία αβάσιμη.
  32. Η Αιτήτρια ουδέν λόγο προβάλλει που να αποδεικνύει το κατεπείγον και/ή η επίδικη Αίτηση καταχωρήθηκε πέραν των 6 μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης της υπό τον ως άνω αριθμό αγωγής.
  33. Η Αιτήτρια ουδέν δικαίωμα έχει ως προς την προσθήκη της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 3, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και/ή Αίτησης.
  34. Η Αιτήτρια ουδέν λόγο και/ή άλλες περιστάσεις προβάλλει που να δικαιολογούν το Αιτητικό της παρούσας αίτησης.
  35. Η Αιτήτρια δεν έχει καλές και/ή σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας στην Ανταπαίτηση της στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής.
  36. Η Αιτήτρια προβαίνει σε ελλιπείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς.
  37. Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν δικαιολογείται υπό το φως των πραγματικών γεγονότων.
  38. Τα γεγονότα τα οποία επικαλείται η Αιτήτρια δεν στοιχειοθετούν όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση Διαταγμάτων ως το Αιτητικό αυτής.
  39. Η Αιτήτρια ουδέν λόγο δεικνύει ότι θα είναι αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
  40. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και καταχωρείται μόνο με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας εναντίον της. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Απορρίπτει, κατ' αρχήν, τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι είναι η ίδια που ίδρυσε την επιχείρηση της Εναγόμενης
  41. Η Αιτήτρια, ενώ ήταν διευθύντρια και γραμματέας της Εναγόμενης 1, εντούτοις ουδέποτε δούλεψε προς όφελος της ούτε και γνωρίζει πως λειτουργεί. Κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της Εναγόμενης 1 η Αιτήτρια είχε ανοίξει κομμωτήριο και τις εργασίες της Εναγόμενης 1 ανέλαβε αποκλειστικά ο ίδιος. Στον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της και μετέφερε δόλια τις μισές μετοχές στο όνομα του, πέραν του ότι τον απορρίπτει, αντιπαραβάλλει ότι η αιτήτρια υπέβαλε στην αστυνομία την καταγγελία για την ισχυριζόμενη πλαστογράφηση μετά την υποβολή της δικής του καταγγελίας στην αστυνομία για την αφαίρεση από την αιτήτρια χρηματικών ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς της Εναγόμενης
  42. Η αιτήτρια κλήθηκε επανειλημμένα στο Τ.Α.Ε Λεμεσού για να ανακριθεί σε σχέση με τη δική του καταγγελία, αρνείτο όμως να παρουσιαστεί. Όταν το καλοκαίρι του 2018 παρουσιάστηκε, επιτέλους, στον αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση ισχυρίστηκε, για πρώτη φορά, ότι οι μετοχές της μεταβιβάστηκαν δόλια. Η καταγγελία της στην αστυνομία εναντίον του έγινε εκδικητικά μετά την υποβολή της δικής του καταγγελίας αλλά και την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Η αστυνομία διερευνά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ενώ καμία ποινική υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί εναντίον του. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι μετέφερε τα χρήματα από τους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 για προστασία της. Η Αιτήτρια αρνείται να αποκαλύψει καταστάσεις λογαριασμού που να αποδεικνύουν ότι τα χρήματα που μετέφερε εξακολουθούν να υπάρχουν. Επιπρόσθετα έγκυρες πηγές κοινών τους φίλων αλλά και η ποιότητα ζωής της δημιουργούν το φόβο ότι ξεκίνησε ήδη να σπαταλά τα χρήματα που μετέφερε. Περαιτέρω μέχρι και το χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής πλήρωνε από προσωπικά του χρήματα το ενοίκιο του σπιτιού της Αιτήτριας, το λογαριασμό τηλεφώνου της, ασφάλειες, ενώ της παραχωρούσε και το προσωπικό του αυτοκίνητο. Στον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι υπέγραψε συμφωνία με τη μοναδική προμηθεύτρια της Εναγόμενης 1 για να λειτουργεί μια αντίπαλη εταιρεία, συγκεκριμένα την Εναγόμενη 3, απαντά ότι τα προϊόντα «Grande Cosmetics», τα οποία εμπορευόταν η Ενάγουσα 1, ανήκουν σε εταιρεία της Αμερικής. Μετά από τις ενέργειες της Αιτήτριας, συγκεκριμένα τη μεταφορά χρημάτων από λογαριασμούς της Εναγόμενης 1, οι Αμερικανοί προμηθευτές έχασαν την εμπιστοσύνη τους καθότι η Αιτήτρια τους πήρε δόλια τα χρήματα τους. Μετά την απώλεια της εμπιστοσύνης τους, οι προμηθευτές θέλησαν να συνεχίσουν τις εργασίες της διάθεσης των προϊόντων τους υπό άλλη εταιρεία. Η διευθύντρια των καλλυντικών «Grande Cosmetics» στην Αμερική είναι η μοναδική μέτοχος της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης
  43. Τόσο ο ίδιος όσο και οι δικηγόροι του ενημέρωσαν επανειλημμένα την Αιτήτρια και τους δικηγόρους της ότι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι της Εναγόμενης 3 βρίσκονται στην Αμερική, πλην όμως η Αιτήτρια αποφάσισε να το αποκρύψει από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την επιστολή της μοναδικής μετόχου της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 3, Alicia Grande, την οποία η Αιτήτρια επισυνάπτει ως τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της, είναι ο ίδιος που της παρέδωσε τη συγκεκριμένη επιστολή για να της αποδείξει ότι η δημιουργία καινούργιας εταιρείας ήταν απόφαση των Αμερικανών και σκοπός δεν ήταν ο αποκλεισμός της από οποιαδήποτε κέρδη αλλά η εξασφάλιση ότι οι μόνοι δικαιούχοι θα είναι οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Η Αιτήτρια όμως εσκεμμένα αποφάσισε να αποκρύψει το γεγονός αυτό από το δικαστήριο. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ο ίδιος μετέφερε χρήματα από λογαριασμούς της Εναγόμενης
  44. Μέσα από τις καταστάσεις λογαριασμού, τις οποίες η Αιτήτρια επισυνάπτει ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της, φαίνεται ότι τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε κοινό τους λογαριασμό, επ' ονόματι και των δύο τους, απλά λόγω του μεγέθους του ονόματος τους φαίνεται μόνο το δικό του όνομα. Επιπλέον η Αιτήτρια αγνοεί τα ποσά που μετέφερε η ίδια σε προσωπικό της λογαριασμό από τον κοινό τους λογαριασμό ως διαφαίνεται από τις ως άνω καταστάσεις λογαριασμού. Περαιτέρω από τις καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ως τεκμήριο 13 φαίνεται ότι στις 20.4.2018 μεταφέρθηκε το συνολικό ποσό των €7.555,00 αφήνοντας το συγκεκριμένο λογαριασμό με €1,
  45. Η Αιτήτρια δόλια απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι μετέφερε η ίδια το συγκεκριμένο ποσό σε προσωπικό της λογαριασμό και παραπλανητικά προσπαθεί να παρουσιάσει ότι η μείωση των δραστηριοτήτων της Εναγόμενης 1 οφείλεται στην ίδρυση της εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 3 εταιρείας και όχι στη συμπεριφορά της ιδίας. Ήταν αδύνατο να δουλέψει η Εναγόμενη 1, αφού οποιοδήποτε ποσό κατατίθετο στο λογαριασμό της αφαιρείτο από την Αιτήτρια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9, στα άρθρα 1 μέχρι 9 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (31(Ι)/1992), στη Δ.48 θ.θ. 1 - 4 και 7, στη νομολογία, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Mareva» και των διαταγμάτων τύπου «Norwinch Pharmacal» και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4, Δ.2 Θ.6

(1)(α)(β), Δ.6
(4), Δ.27, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 2, 21, 22, 29 Δ.64 Θ.1 και 2 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωσή του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 Έχοντας κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο η εναγόμενη πέτυχε να ικανοποιήσει τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Πρωτίστως θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Αιτήτρια προωθεί την υπό εξέταση αίτηση στη βάση της ανταπαίτησης την οποία καταχώρησε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Δεν έχει αμφισβητηθεί δε από πλευράς Καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα της Αιτήτριας στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Η Αιτήτρια, με βάση το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, ισχυρίζεται ότι εγείρει την παρούσα αγωγή, τόσο προσωπικά εναντίον του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2, όσο και ως παράγωγη αγωγή (derivative action) για λογαριασμό της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης
  1. Όσον αφορά την προσωπική της απαίτηση, με αυτή επιζητείται η ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών της επ' ονόματι του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 λόγω ισχυριζόμενης πλαστογράφησης της υπογραφής της. Από τα όσα περιγράφονται πιο πάνω διαφαίνεται ότι η ανταπαίτηση της αιτήτριας βασίζεται σε αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα, με αποτέλεσμα να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της συνδρομής της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου
  3. Όπως είναι ευρέως νομολογημένο, εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει προς ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να «καταδείξει» σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων. Όπως ειδικότερα αναφέρθηκε στις υποθέσεις T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225 δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Ξεκινώντας από την προσωπική απαίτηση της Αιτήτριας εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2, αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι η μαρτυρία που παρουσίασε είναι γενική και αόριστη, σε καμία περίπτωση δε καταδεικνύει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της. Πέραν του ισχυρισμού της ότι ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 πλαστογράφησε την υπογραφή της επί του εγγράφου μεταφοράς των μετοχών καμιά άλλη μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα το πόρισμα κάποιας γραφολογικής εξέτασης από το οποίο θα μπορούσε να διαφανεί η δύναμη της υπόθεσης της. Επισημαίνω ότι δεν αναφέρει καν ούτε την ημερομηνία κατά την οποία η ισχυριζόμενη πλαστογράφηση περιήλθε σε γνώση της αλλά ούτε και την ημερομηνία που υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία. Η Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο τα ως άνω, ουσιώδη, κατά την άποψη μου, στοιχεία. Ειδικότερα, όσο αφορά την ημερομηνία που υπέβαλε την καταγγελία στην αστυνομία, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς και τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 ότι η Αιτήτρια προέβη εκδικητικά στην υποβολή της ως άνω καταγγελίας μετά την υποβολή της δικής του καταγγελίας εναντίον της για την ισχυριζόμενη αφαίρεση χρημάτων από λογαριασμούς της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1. Τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει απαραιτήτως να συνυπάρχουν ώστε να εγερθεί παράγωγη αγωγή επεξηγούνται, πολύ γλαφυρά, στην πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 18/4/2002 που εξέδωσε ο δικαστής Σ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 1623/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Κουή ν. Πιριλλή κ.ά.. «Η παράγωγη αγωγή μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία: (i) Το στοιχείο του δόλου και (ιι) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα (δέστε John Farrar: Company Law σελ. 364). Το στοιχείο του δόλου δεν έχει την αυστηρή στενή έννοια του δόλου στο κοινοδίκαιο αλλά επεκτείνεται στην ευρύτερη δυνατή έννοια την οποία μπορεί να προσλάβει ο όρος στο Δίκαιο της Επιείκειας. ΄Ετσι, δεν καλύπτει μόνο άμεσο όφελος στον ενεργήσαντα καθ΄ υπέρβαση εξουσιών διοικητικό σύμβουλο, αλλά καλύπτει ακόμη και κάθε έμμεση λήψη οφέλους περιλαμβανομένης και της απώλειας εκ μέρους της εταιρείας να χρησιμοποιήσει μια εμπορική δυνατότητα ή ευκαιρία που της δίνεται στην πορεία των εμπορικών δοσοληψιών της. (Cooke v. Deeks [1916] 1 A.C. 554, Eastmanco (Kilner House) Ltd. v. Greater London Council [1982] 1 All E.R. 437 και Menier v. Hooper´s Telegraph Works [1874] 9 Ch. App. 350).» Επίσης στην υπόθεση Χειμωνίδης ν. Investylia Public Co Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 1117, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο Κανόνας στην υπόθεση Foss v. Hartbottle
(1943)2 Hare 461 είναι ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων τα οποία, μέλη, είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το Διοικητικό Συμβούλιο και ούτε επεμβαίνουν στη διεύθυνση της εταιρείας. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας των μετόχων όταν
(1)η πράξη (act or transaction) της εταιρείας είναι παράνομη ή έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires),
(2)η πράξη συνιστά δόλο (fraud) εναντίον της μειοψηφίας, οι δε αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)η πράξη μπορεί να τελεσθεί ή επικυρωθεί, νόμιμα, μόνο με ειδική πλειοψηφία,
(4)η πράξη παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου ή μετόχων, και,
(5)η πράξη παραβιάζει το καταστατικό της εταιρείας. (Βλ. Palmers Company Law, 24η Έκδοση, παράγραφοι 65-04, σελ. 980, Farrar´s Company Law, Third Edition, 1991, σελ. 442 επ., Charlesworth and Cain Company Law, Eleventh Edition, 1977, σελ. 376 επ., R. Pennington Company Law, Eighth Edition, σελ. 795 επ. και Θωμά Αίμ. κ.ά. ν. Ι. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263). Θεωρούμε ότι η αγωγή του εφεσείοντος δεν μπορεί να έχει ως βάση τις υπό
(2),
(4)και
(5)εξαιρέσεις του Κανόνα στην υπόθεση Foss v. Hartbottle, ως η εισήγηση της δικηγόρου του εφεσείοντος. Και τούτο διότι, για να ενεργοποιηθούν οι τρεις αυτές εξαιρέσεις πρέπει να έχει γίνει κάποια πράξη (act or transaction) ή, έστω, να έχει εκδηλωθεί πρόθεση να γίνει κάποια πράξη εκ μέρους της εταιρείας, εκ μέρους, δηλαδή, κάποιου ή κάποιων από τα όργανά της, π.χ. τους διευθυντές της. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπήρξε ούτε υπάρχει ισχυρισμός από πλευράς του εφεσείοντος ότι εκ μέρους της εφεσίβλητης, εκ μέρους, δηλαδή, οποιουδήποτε οργάνου της εφεσίβλητης, π.χ. των διευθυντών της, έγινε οποιαδήποτε πράξη ή, έστω, εκδηλώθηκε πρόθεση να γίνει οποιαδήποτε πράξη, τέτοια η οποία να εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις υπό
(2),
(4)και
(5)εξαιρέσεις στον Κανόνα της Foss v. Hartbottle. Αυτό είναι πρόδηλο και από το γεγονός ότι η αγωγή έχει εγερθεί εναντίον της εφεσίβλητης, μόνο, και όχι εναντίον π.χ. και των διευθυντών της ως συνεναγομένων.» Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η αιτήτρια είναι γενική και αόριστη και δεν έχει καταδείξει ούτε οποιεσδήποτε δόλιες ενέργειες του Εναγόμενου 2, περαιτέρω δε ούτε το ότι η Εναγόμενη 1 ελέγχεται αποκλειστικά από τον Εναγόμενο
  1. Ειδικότερα ο ισχυρισμός της ότι ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 μετέφερε την επιχείρηση, εμπορεύματα, εμπορική εύνοια, χρεώστες και πελατολόγιο από την εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 στην Εναγόμενη 3 βασίστηκε σε απλές εικασίες και όχι σε συγκεκριμένα στοιχεία. Το γεγονός ότι, με βάση τους ισχυρισμούς της, μετά την εγγραφή της Εναγόμενης 3, η Εναγόμενη 1 σταμάτησε ξαφνικά και απότομα να λαμβάνει χρήματα από τους πελάτες και δεν υπάρχει ιδιαίτερη κίνηση στους τραπεζικούς της λογαριασμούς δεν είναι αρκετό για να καταδείξει, ακόμα και εκ πρώτης όψεως, ότι υπήρξε μεταφορά της επιχείρησης της Εναγόμενης 1 στην Εναγόμενη
  2. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε με την προμηθεύτρια της Εναγόμενης 1 να εγγράψει και να λειτουργεί μια αντίπαλη εταιρεία αποκλείοντας την ίδια από τα κέρδη της επιχείρησης, έχω να αναφέρω ότι, όπως παραδέχεται και η ίδια η Αιτήτρια, πρόκειται για την αυθεντική Αμερικάνικη Εταιρεία η οποία είναι η κατασκευάστρια και προμηθεύτρια των καλλυντικών «Grande Cosmetics», τα οποία εμπορεύετο και η εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
  3. Η μοναδική δε μέτοχος της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 3, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του επισυνημμένου στην ένορκη δήλωση του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1 πιστοποιητικού μετόχων του εφόρου εταιρειών, είναι κάποια XXXX Grande η οποία στο επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας-τεκμήριο 8 περιγράφεται ως Chief Executive Officer της Αμερικάνικης Εταιρείας Grande Cosmetics LLC. Δεν έχει διαφανεί μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 2 είναι μέτοχος της Εναγόμενης
  4. Αξίζει ακόμα να επισημανθεί ότι δεν έχει διαφανεί μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 και της ως άνω Αμερικάνικης Εταιρείας για αποκλειστική διανομή των προϊόντων «Grande Cosmetics» στην Κύπρο και στην Ευρώπη. Ούτε προβάλλεται ισχυρισμός για ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Συνεπώς η Αμερικάνικη Εταιρεία φαίνεται ότι είχε το δικαίωμα να εγγράψει και συστήσει στην Κύπρο την Εναγόμενη 3 ή ακόμα να διαθέσει και πωλήσει τα προϊόντα της μέσω της Εναγόμενης 3 είτε στην Κύπρο είτε στην Ευρώπη. Πέραν των πιο πάνω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση της ότι ενόψει του ότι παρατήρησε, μετά το χωρισμό της με τον εξ Aνταπαιτήσεως Eναγόμενο 2, κάποιες ατασθαλίες από πλευράς του που την οδήγησαν να πιστεύει ότι είχε σκοπό να μεταφέρει την επιχείρηση της εξ Aνταπαιτήσεως Eναγόμενης 1 σε άλλη εταιρεία, μετέφερε συνολικό ποσό €110.000 περίπου από την εξ Aνταπαιτήσεως Eναγόμενη 1 στον προσωπικό της λογαριασμό κατά τρόπο ώστε να προστατεύσει την εξ Aνταπαιτήσεως Eναγόμενη 1 από αυτόν και να τον σταματήσει από το να πάρει τα χρήματα αυτά. Παρατηρώ όμως ότι η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο πέτυχε τη μεταφορά του ως άνω ποσού από λογαριασμό ή/και λογαριασμούς της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης
  5. Είναι πράγματι άξιο απορίας πώς προέβη στη μεταφορά του ως άνω ποσού από τη στιγμή που ισχυρίζεται ότι ο εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, από του χωρισμού τους, την εκδίωξε από το σπίτι τους και την εταιρεία, με αποτέλεσμα να μην έχει πλέον έλεγχο επ' αυτής. Αυτό το οποίο διαφαίνεται από την παραδοχή της ίδιας για μεταφορά χρημάτων στον προσωπικό της λογαριασμό είναι ότι είχε τον έλεγχο, τουλάχιστον του τραπεζιτικού λογαριασμού, της Εναγόμενης
  6. Στα αξιούμενα από την Αιτήτρια διατάγματα περιλαμβάνεται και η έκδοση διαταγμάτων, υπό μορφή «Norwich Pharmacal», αποκάλυψης όλων των στοιχείων που σχετίζονται με τις εργασίες ή και συμβόλαια ή και πελάτες σε σχέση με την πώληση ή και εμπορία των προϊόντων «Grande Cosmetics» από την εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 3, καθώς και αποκάλυψης των οικονομικών καταστάσεων ή και λογιστικών λογαριασμών της Εναγόμενης
  7. Οι αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. XXXX Stepanek κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 54/2012, ημερομηνίας 27/6/12. Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλούκινα, ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση αρ. 319/2011, ημερομηνίας 13/1/2014, καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σ' αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Στην προκείμενη περίπτωση η αποτυχία της Αιτήτριας να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της παράγωγης αγωγής της εναντίον των Εναγομένων δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από τη μη αποδοχή της αξίωσης της για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης. Εν πάση περιπτώσει, όπως η ίδια παραδέχεται στην ένορκη δήλωση της, η δικηγόρος της έλαβε τελικά το προσχέδιο των λογαριασμών της Εναγόμενης 1 για το έτος 2017. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η Αιτήτρια απέτυχε να ικανοποιήσει τη 2η προϋπόθεση του άρθρου 32. Ενόψει δε του ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Mareva», θα ήθελα να αναφέρω ότι τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος αυτού του είδους (Pastella Marine v. XXXX Tanker
(1987)1 CLR 583 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά. ανωτέρω), Ειδικότερα, όσον αφορά την υπό παράγραφο Ε της αίτησης θεραπεία με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος εναντίον της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 3 το οποίο να της απαγορεύει από του να εισπράττει, αποσύρει, διαθέτει ή χρησιμοποιεί ποσά, εισπράξεις και ωφελήματα που σχετίζονται ή πηγάζουν από την πώληση και γενικά την εμπορία των προϊόντων «Grande Cosmetics» στην Κύπρο και στην Ευρώπη, σε καμιά περίπτωση θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για το λόγο που επεξηγήθηκε λεπτομερώς πιο πάνω. Επιπρόσθετα για τον ίδιο βασικά λόγο δεν θα μπορούσε να εκδοθεί ούτε το αιτούμενο στην παράγραφο Θ διάταγμα αποκάλυψης όλων των στοιχείων που σχετίζονται με τις εργασίες ή/και εισπρακτέα ή/και συμβόλαια ή/και πελάτες σε σχέση με την πώληση ή/και εμπορεία των ως άνω προϊόντων από την εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 3. Την ίδια τύχη θα είχε και η υπό παράγραφο Η θεραπεία με την οποία αξιώνεται η έκδοση διατάγματος το οποίο να παγοποιεί τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 3 μέχρι του ποσού των €37.000,00. Η αποτυχία της ικανοποίησης της 2ης προϋπόθεσης καθιστά περιττή την εξέταση της συνδρομής της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980. Εν πάση περιπτώσει έχω εξετάσει και τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, όμως δεν έχω ικανοποιηθεί ούτε ως προς το ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά η οποία δεν θα μπορούσε να υπολογιστεί ούτε ως προς το ότι η οποιαδήποτε προκληθείσα ζημιά θα ήταν αδύνατο να αποζημιωθεί από τους Εναγόμενους σε τελικό στάδιο. Ένας άλλος λόγος ο οποίος αποκλίνει από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι η καθυστέρηση της Αιτήτριας να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη Νομολογία μας σε σχέση με το ζήτημα αυτό, όπως περιγράφονται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Limited κ.ά.
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015, είναι οι ακόλουθες:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Στην προκείμενη περίπτωση παρά το ότι η Αιτήτρια παρατήρησε κάποιες ατασθαλίες από πλευράς του Εναγόμενου 2 μετά το χωρισμό τους, τον οποίο τοποθετεί χρονικά τον Οκτώβριο του 2017, οι οποίες ατασθαλίες την οδήγησαν να πιστεύει ότι είχε σκοπό να μεταφέρει την επιχείρηση της Εναγόμενης 1 σε άλλη εταιρεία, εντούτοις καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση της ένα περίπου χρόνο μετά. Περαιτέρω, άφησε να περάσουν 6 μήνες από την εγγραφή της Εναγόμενης 3, στην οποία ισχυρίζεται ότι μεταφέρθηκε η επιχείρηση της Εναγόμενης 1, για να ζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου. Αντί δε να προσφύγει στο Δικαστήριο επέλεξε να μεταφέρει από τους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 ποσό €110.000,00 για προστασία της Εναγόμενης 1, όπως ισχυρίζεται. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι δεν έχει επεξηγήσει στο Δικαστήριο ούτε τους λόγους για τους οποίους καθυστέρησε να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση αλλά ούτε και τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να μεταφέρει το ως άνω ποσό από τους λογαριασμούς της Εναγόμενης 2 αντί να ζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι είναι μετά την καταχώρηση από τον Εναγόμενο 2 της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής που προώθησε την υπό εξέταση αίτηση της στα πλαίσια της ανταπαίτησης την οποία καταχώρησε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1, 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση και εις βάρος της εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.