← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1467/2011, 28/8/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1467/2011, 28/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A453 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1467/2011 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΘΕΡΕΤΡΩΝ Εναγόντων και

  1. xxxxx xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  2. xxxxx xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  3. xxxxx ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  4. xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ Εναγόμενων -------------------------- ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 06/12/2012 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΘΕΡΕΤΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ Εναγόντων και
  5. xxxxx xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  6. xxxxx xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  7. xxxxx ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  8. xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ Εναγόμενων ΚΑΙ ΑΠΟ 3/9/2018 ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 12

(4)ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ 22/85 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και
  1. xxxxx xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  2. xxxxx xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  3. xxxxx ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  4. xxxxx ΝΕΟΦΥΤΟΥ Εναγόμενων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.8.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κ. Παύλου, για Χριστάκης Λουκά & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για εναγόμενο1: κα Ε. Ιωάννου για κ. Μ. Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Προκαταρκτικά να πω ότι η παρούσα απόφαση αφορά μόνο τον εναγόμενο
  5. Εναντίον της εναγόμενης 2, στις 30/1/2015 εκδόθηκε απόφαση στην απουσία της, με τη διαδικασία της απλής απόδειξης, επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Αναφορικά με τον εναγόμενο 3, μολονότι στις 12/12/2016, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων δήλωσε στο Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - ότι αποσύρει την αγωγή, επειδή απεβίωσε ο εναγόμενος, εντούτοις, από το σχετικό πρακτικό της ημέρας, η συνάδελφος που είχε επιληφθεί της υπόθεσης, προφανώς εκ παραδρομής παρέλειψε να προβεί στην έκδοση σχετικής διαταγής. Επομένως, η αγωγή, η οποία αναφορικά με τον εναγόμενο 3 εκκρεμεί μέχρι σήμερα, θα απορριφθεί, ουσιαστικά, λόγω παράλειψης προώθησής της. Τέλος, αναφορικά με τον εναγόμενο 4, η αγωγή αποσύρθηκε στις 17/1/2017, επειδή κι' αυτός απεβίωσε. Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον του εναγόμενου 1 σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής των πρώτων - για ό,τι μας ενδιαφέρει - είναι τα εξής: Οι ενάγοντες (ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΘΕΡΕΤΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ) είναι συνεργατική πιστωτική εταιρεία γραμμένη δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και παρέχουν στα μέλη τους δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις κ.ο.κ. (παράγραφος 1). Οι ενάγοντες προέκυψαν από τη συγχώνευση των Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών Ομόδους, Μονιάτη, Πάνω Πλατρών, Κάτω Πλατρών, Πέρα Πεδίου, Μανδριών Λεμεσού (μεταφέρουσες εταιρείες) με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Φοινιού (η αποδεχόμενη εταιρεία) - που στο εξής θα αναφέρεται ως «Σ.Π.Ε. Φοινιού» -, η οποία, με απόφαση της ειδικής γενικής συνέλευσής της και την τροποποίηση των ειδικών κανονισμών της και με την έγκριση του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών που δόθηκε στις 11/12/2006 δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου μετονομάστηκε σε ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΘΕΡΕΤΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ (παράγραφος 2). Οι ενάγοντες, με τη συγχώνευση και την εγγραφή της συμφωνίας μεταφοράς στον Έφορο αποδέχθηκαν και τη μεταφορά, όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού των μεταφερουσών εταιρειών και διαδέχθηκαν εξ ολοκλήρου τις μεταφέρουσες εταιρείες σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και περαιτέρω, όλες οι πράξεις, συμβόλαια και τα άλλα έγγραφα των μεταφερουσών εταιρειών θα συνεχίσουν να ισχύουν (παράγραφος 3). Περαιτέρω, τα μέλη της μεταφέρουσας εταιρείας κατέστησαν μέλη της αποδεχόμενης εταιρείας, δηλαδή των εναγόντων (παράγραφος 4). Η έγγραφη συμφωνία για συγχώνευση των πιο πάνω εταιρειών έχει εγγραφεί από τον Έφορο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, στις 11/12/2006 και έτσι ο Έφορος διέταξε τη διαγραφή των προαναφερθεισών εταιρειών που συγχωνεύθηκαν (παράγραφος 5). Κατά ή περί τις 27/2/2001, δυνάμει χρεωστικού γραμματίου και/ή συμφωνίας δανείου και/ή πιστώσεως που υπογράφηκε μεταξύ της Σ.Π.Ε. Φοινιού και των εναγόμενων 1 και 2 παραχωρήθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 δάνειο και/ή πίστωση για το ποσό των £40.000,00 (€68.344,06), με τόκο προς 8,25% ετησίως, με κυμαινόμενο επιτόκιο και ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός (παράγραφος 7). Οι ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας δάνειου και/ή του χρεωστικού γραμματίου εκτίθενται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης. Για την εξασφάλιση των εναγόντων για το πιο πάνω δάνειο και/ή πίστωση και/ή σε αντάλλαγμα των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 και 2, ο εναγόμενος 1 υποθήκευσε προς όφελός τους την ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακίνητης περιουσίας με αριθμό Υ1044/2001, ημερομηνίας 27/2/2001 (παράγραφος 9). Η διάρκεια της συμφωνίας δανείου και/ή χρεωστικού γραμματίου έχει λήξει και επειδή οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, οι ενάγοντες τούς κάλεσαν επανειλημμένα να τις εκπληρώσουν και να ξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό και/ή τις οποιεσδήποτε καθυστερημένες δόσεις, χωρίς να συμμορφωθούν. Συνεπεία αυτού, οι δικηγόροι τους, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 23/3/2007 τερμάτισαν το λογαριασμό τους και/ή τη συμφωνία δανείου και τους κάλεσαν να ξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό εντός 15 ημερών, χωρίς όμως να ανταποκριθούν (παράγραφοι 12, 13 και 14). Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων: «Α. Ποσό €94.805,51, οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή τραπεζικής διευκόλυνσης, ως λεπτομερώς εκτίθεται ανωτέρω. Β. Τόκους προς 8.25% επί του πιο πάνω ποσού από 01/01/2011 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης. Γ. Διάταγμα που να διατάσσει την εκποίηση της ως άνω υποθήκης με αριθμό Υ1044/2001 και τη διάθεση του πλειστηριάσματος προς ικανοποίηση της οφειλής των εναγομένων. .......» Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων, ο εναγόμενος 1, με την υπεράσπισή του ισχυρίζεται τα εξής: Καταρχήν εγείρει ένσταση στην καταχώρηση της αγωγής, επειδή με βάση το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, η διαφορά μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων, θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία και ο Έφορος είχε δικαίωμα να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να την παραπέμψει προς επίλυση σε διαιτησία και η καταχώρηση της αγωγής είναι παράτυπη και εσφαλμένη, εφόσον δεν ακολουθήθηκε η πιο πάνω διαδικασία. Ανεξάρτητα και άνευ βλάβης της πιο πάνω ένστασής του ισχυρίζεται ότι τέλη Δεκεμβρίου του 2009 επισκέφθηκε τους ενάγοντες και τους πληροφόρησε για την απόφαση στην αίτηση 32/04, του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών, ημερομηνίας 22/12/2009, με την οποία απορρίφθηκε η αξίωση της εναγόμενης 2 επί του ½ μεριδίου της κατοικίας επί του υποθηκευμένου με την επίδικη υποθήκη ακινήτου, απόφαση την οποία η εναγόμενη 2 εφεσίβαλε και ως εκ τούτου, ο ίδιος αξίωσε την αναστολή πληρωμών μέχρι την εκδίκαση της εν λόγω έφεσης, πράγμα που οι ενάγοντες αποδέχθηκαν και συνεπώς, η έγερση της παρούσας αγωγής θα πρέπει να θωρηθεί πρόωρη. Στην πιο πάνω συνάντηση ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι θα αναλάμβανε να πληρώσει ο ίδιος το δάνειο, νοουμένου ότι θα απορριπτόταν η έφεση, πράγμα που οι ενάγοντες αποδέχθηκαν. Η έφεση δεν έχει αποπερατωθεί και η αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την έκβαση της έφεσης. Ανεξάρτητα και άνευ βλάβης των πιο πάνω ενστάσεών του παραδέχεται την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης και αγνοεί και ως εκ τούτου αρνείται τις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και
  6. Από το περιεχόμενο της παραγράφου 7 παραδέχεται τη σύναψη του δανείου, αλλά ισχυρίζεται ότι υπήρξαν κάποιες υπερχρεώσεις σε σχέση με τους τόκους και συμφώνησαν (ο ίδιος και ο εναγόμενος 4) με τους ενάγοντες - όταν εκδικαζόταν η πιο πάνω έφεση -, να αφαιρούνταν αυτές οι υπερχρεώσεις, να γινόταν κάποια έκπτωση στο οφειλόμενο ποσό και ο ίδιος να αναλάμβανε να πληρώσει το υπόλοιπο του χρέους, πλην όμως, για λόγους που δεν γνωρίζει οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Τέλος αρνείται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 8 μέχρι 14 της έκθεσης απαίτησης και εις περαιτέρω απάντηση επαναλαμβάνει την πιο πάνω υπεράσπιση. Ειδικά επί της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης, ισχυρίζεται ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη, καθότι συστάθηκε κατά παράβαση των προνοιών του σχετικού Νόμου. Ο υπάλληλος των εναγόντων, xxxxx Νικολάου και ο εναγόμενος 1 είναι και οι μόνοι που έδωσαν μαρτυρία στην υπόθεση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τόσο το μάρτυρα των εναγόντων όσο και τον εναγόμενο 1, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης για τα οποία καταθέσαν και ειδικά για τον εναγόμενο και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός του από την έκβαση της υπόθεσης. Περαιτέρω έχω κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω, από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει, ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Τέλος, επειδή το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας αποτελεί και πραγματική μαρτυρία λαμβάνω υπόψη, ότι αυτή καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαρίνου ν. Σοφοκλέους, ECLI:CY:AD:2016:A192, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2011, ημερομηνίας 12/4/2016): «..αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας.» Με αντιπαραβολή της μαρτυρίας των εναγόντων με τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του μάρτυρα των εναγόντων, xxxxx Νικολάου είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότητα, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά, απολύτως, αντίφαση, ενώ για πλείστα όσα έχει αναφέρει, η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Στο βαθμό δε που ο μάρτυρας αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του. Και τούτο, επειδή αυτό έγινε, κατά βάση, είτε με υποβολές που παρέμειναν έωλες ή που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα του εναγόμενου, είτε ακόμη για θέματα που απορρέουν από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, τα οποία συνάδουν με την εκδοχή του μάρτυρα και τον επιβεβαιώνουν. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του υπό αναφορά, επί της ουσίας γίνεται συνολικά αποδεκτή. Αντίθετα, η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου, ως μάρτυρα είναι τελείως αρνητική. Ο εναγόμενος - μεταξύ άλλων - υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που παρέμειναν έωλοι ή στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε ακόμη, που δεν υποβλήθηκαν στο μάρτυρα των εναγόντων, για να του δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσει. Περαιτέρω, μερικοί από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, που αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, η οποία σύμφωνα με τη Μαρίνου (ανωτέρω) - για να επαναλάβω - «..αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας.» είτε ακόμη αφίστανται των δικογραφημένων ισχυρισμών του, υπό την έννοια ότι είτε δε συνάδουν είτε δεν καλύπτονται είτε τέλος συγκρούονται με αυτούς. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι αρκετές από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του είναι σαφώς καθοδηγητικές, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω και το γεγονός, ότι υπήρξαν περιπτώσεις που για ένα θέμα, άλλα ισχυριζόταν ο εναγόμενος και άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στο μάρτυρα των εναγόντων. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του εναγόμενου, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ή που υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του, κατά τα λοιπά απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του εναγόμενου και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Αρχίζω με μέρος όσων ανάφερε στην κυρίως εξέταση. Ειδικότερα: Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του δικηγόρου του, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Το 2002 έκανε ένα στεγαστικό δάνειο από τη Συνεργατική Φοινιού από το οποίο κατάγεται. Όταν έκανε το δάνειο, η Συνεργατική και συγκεκριμένα ο γραμματέας, δηλαδή ο μάρτυρας των εναγόντων, του έδωσε ένα έγγραφο που έγγραφε «στεγαστικό δάνειο» μετά ένα άλλο που δε θυμάται τι έγραφε. Ήταν τρία τα έγγραφα που υπέγραψε. Το ένα ήταν το επίδικο γραμμάτιο (τεκμήριο 2) και το άλλο έγραφε «σύμβαση στεγαστικού δανείου». Όταν λίγο αργότερα, του υποδείχθηκε η επίδικη υποθήκη (τεκμήριο 3), αναγνώρισε την υπογραφή του σ' αυτή. Ερωτηθείς εάν έχει τη συμφωνία στεγαστικού δανείου απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς ακολούθως, πού βρίσκεται απάντησε ως εξής: «Δεν ξέρω πάνω στη μετακόμιση όταν χώρισα, ίσως την πήρε η γυναίκα μου, τα έχασα, δεν έχω κάτι μαζί μου.» Για την ώρα περιορίζομαι να πω τα εξής: Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις που περικλείει η απάντησή του στην τελευταία ερώτηση που του υποβλήθηκε είναι και το γεγονός, ότι, δικογραφικά, ενώ παραδέχεται τη σύναψη του επίδικου δανείου - όπως αυτό δικογραφείται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης - πουθενά δεν ισχυρίζεται ότι συνήψε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία και δη, την κατ' ισχυρισμό του συμφωνία στεγαστικού δανείου. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο δικηγόρος του υπόβαλε στο μάρτυρα των εναγόντων ότι δεν υπήρχε συμφωνία δανείου. Για να συνεχίσω, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του ισχυρίστηκε ότι το Δεκέμβρη του 2012 πήγε στη Συνεργατική και είπε στο μάρτυρα των εναγόντων ότι έχει προβλήματα με τη γυναίκα του και θέλει να το βοηθήσει πάνω στις δόσεις του σπιτιού μέχρι να ξεκαθαρίσει για το σπίτι, γιατί δεν ήξερε που θα πήγαινε το σπίτι και ο μάρτυρας του είπε «εντάξει.». Όταν έκανε αυτή την επίσκεψη, δεν είχε αγωγή εναντίον του. Να πω απλώς, ότι στην παράγραφο 2 της υπεράσπισής του ισχυρίζεται ότι επισκέφθηκε τους ενάγοντες, τέλη Δεκεμβρίου, 2009 και όχι το Δεκέμβρη του 2012, όπως ισχυρίστηκε ενόρκως, ενώ, αν ισχύει αυτό που ισχυρίστηκε ενόρκως, ο ισχυρισμός του πως όταν πήγε στη Συνεργατική δεν είχε αγωγή εναντίον του, εξ αντικειμένου είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το
  1. Ούτε και μου διαφεύγει πως τίποτε από αυτά υποβλήθηκε στο μάρτυρα των εναγόντων. Και βέβαια, αυτό ισχύει και για όσα ανάφερε στη συνέχεια ο εναγόμενος, απαντώντας σε διάφορες, αμιγώς, καθοδηγητικές ερωτήσεις του δικηγόρου του. Ερωτηθείς από το δικηγόρο του μέχρι πότε πλήρωνε τις δόσεις του για το επίδικο δάνειο ισχυρίστηκε ότι τις πλήρωνε μέχρι το
  2. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος, όταν ουσιαστικά του υποβλήθηκε η ίδια ερώτηση και μάλιστα με τέτοιο - καθοδηγητικό - τρόπο ώστε να μπορεί να δώσει την ίδια απάντηση, έδωσε διαφορετική απάντηση. «Και είπαμε ότι σταμάτησες να πληρώνεις τις δόσεις σου το 2009;» ήταν η ερώτηση. Και η απάντησή του: «Το 2012». Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Όμως, ότι συναφώς με το θέμα, ο εναγόμενος δεν έλεγε την αλήθεια και ότι η αλήθεια είναι ότι είναι πολύ νωρίτερα και από το 2012 και από το 2009 που σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις τους για το επίδικο δάνειο αποδεικνύεται από τα εξής: Όπως αναφέρει ο μάρτυρας των εναγόντων στις παραγράφους 14 και 15 της γραπτής του δήλωσης (τεκμήριο 1) - ουσιαστικά, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί -, οι εναγόμενοι 1 και 2, κατά παράβαση των όρων του χρεωστικού γραμματίου, παρέλειψαν και αμέλησαν να προβαίνουν σε κανονική πληρωμή των συμφωνημένων μηνιαίων δόσεων, ως όφειλαν, δυνάμει των συμβατικών τους υποχρεώσεων, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων να τις εκπληρώσουν, με αποτέλεσμα το δάνειο να έχει λήξει, χωρίς να ξοφληθεί μέχρι σήμερα. Οι ενάγοντες τούς κάλεσαν επανειλημμένα να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να ξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό και τις οποιεσδήποτε καθυστερημένες δόσεις, χωρίς όμως να συμμορφωθούν, οπότε, οι ενάγοντες, με την επιστολή του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 23/3/2007 (τεκμήριο 4) τερμάτισαν το λογαριασμό των εναγόμενων 1 και 2 και το χρεωστικό γραμμάτιο και κάλεσαν όλους τους εναγόμενους να ξοφλήσουν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους τους. Απ' εκεί και πέρα, από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήριο 5) του επίδικου δανείου, τους οποίους παρουσίασε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας των εναγόντων - χωρίς να του υποβληθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου ότι είναι εσφαλμένοι σε σχέση με οποιαδήποτε καταχώρηση περικλείουν - προκύπτει ότι από τις 16/3/2004 που πιστώθηκε το ποσό των £450,00, έκτοτε μέχρι τις 17/7/2018 που είναι η τελευταία ημερομηνία που καλύπτουν οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, δεν έχει πιστωθεί σ' αυτούς, έστω και ένα σεντ, γεγονός που με απλά λόγια σημαίνει ότι η τελευταία πληρωμή που έγινε έναντι του επίδικου δανείου είναι στις 16/3/
  3. Να πω απλώς, ότι τα μόνα που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα των εναγόντων συναφώς με την επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 4) και τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 5) είναι τα εξής: Ενώ ο μάρτυρας, στις παραγράφους 16 και 17 της γραπτής του δήλωσης (τεκμήριο 1) αναφέρει με απόλυτα πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο, πώς προέκυψαν οι καταστάσεις λογαριασμού, πώς περιήλθαν στην κατοχή του, ποια η σχέση του με αυτές και γιατί είναι ορθές, το μόνο που του υποβλήθηκε είναι πως δε γνωρίζει οτιδήποτε για τις χρεωπιστώσεις που περικλείονται σ' αυτές και όχι, για παράδειγμα, ότι είναι είτε αυθαίρετη είτε εσφαλμένη οποιαδήποτε καταχώρηση σ' αυτές. Ακόμη και η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου - της παραγράφου 7 της υπεράσπισής του - για κάποιες υπερχρεώσεις σε σχέση με τους τόκους, ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα. Και τούτο, τη στιγμή που ο μάρτυρας, στην παράγραφο 17 της γραπτής του δήλωσης, αναφέρει τα εξής: Όλες οι χρεώσεις και έξοδα που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού είναι απολύτως νόμιμες και το ποσό που αναγράφεται σ' αυτές είναι το νομίμως οφειλόμενο από τους εναγόμενους. Καμιά υπερχρέωση τόκων δεν έχει επιβληθεί στον επίδικο λογαριασμό, αλλά, αντίθετα, το δάνειο, λόγω των μεταβολών και μειώσεων στα επιτόκια των εναγόντων, χρεωνόταν καθ' όλη τη διάρκειά του με χαμηλότερο επιτόκιο από το επιτόκιο του 8,25 που είχε συμφωνηθεί κατά την υπογραφή της σύμβασης δανείου. Απ' εκεί και πέρα, αναφορικά με την επιστολή τερματισμού, ο μάρτυρας υποβλήθηκε στην ακόλουθη αντεξέταση: Καταρχήν ρωτήθηκε εάν μπορεί να δώσει κάποια εξήγηση, γιατί αυτή στάλθηκε στην εναγόμενη 2 σε άλλη διεύθυνση από τη διεύθυνση του επίδικου γραμματίου (τεκμήριο 2). Όταν λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε ότι δεν ταχυδρομήθηκε ποτέ η επιστολή τερματισμού, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι ταχυδρομήθηκε κανονικά. Και δικαίως επέμενε ότι ταχυδρομήθηκε και τούτο, επειδή η σχετική υποβολή που του έγινε είναι σε πλήρη αντίθεση με την ακόλουθη υποβολή του κ. Ιωάννου: «Και σου υποβάλλω ότι η επιστολή (τεκμήριο 4) είναι πρόωρος. Τι έχεις να πεις, διότι έχει ημερομηνία 23.3.07, ενώ η πληρωμή σύμφωνα με το τεκμήριο 3 έπρεπε να γίνει 27/2/10». Προφανώς δεν μπορεί να ισχύουν και τα δυο που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα. Δηλαδή και ότι δεν ταχυδρομήθηκε η επιστολή τερματισμού και ότι είναι πρόωρη. Για να συνεχίσω, ερωτηθείς εάν παρέλαβε από τη συνεργατική του χωριού του οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού, απάντησε αρνητικά. Ακολούθως, του δόθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 5) και αφού του ζητήθηκε από το δικηγόρο του να τις μετροφυλλήσει, να τις δει καλά και να του πει εάν προηγούμενος παρέλαβε αυτά τα έγγραφα, απάντησε και πάλι αρνητικά. Ακολούθησε η εξής ερώτηση: «Εντάξει, πες μου, το πίσω μέρος στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 5 φαίνεται ότι λέει εδώ 17/7/2018 χρωστούσες 153 χιλιάδες 443,
  4. Εσύ συμφώνησες ότι όφειλες αυτό το ποσό;» Ο εναγόμενος απάντησε και πάλι αρνητικά. Και βέβαια, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: τι νόημα είχε η συγκεκριμένη ερώτηση και ο εναγόμενος, πώς θα μπορούσε να συμφωνήσει είτε με αυτό το ποσό είτε με οποιοδήποτε άλλο ποσό, αφού η θέση του είναι ότι ουδέποτε παρέλαβε τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 5), οι οποίες πράγματι δεικνύουν ως χρεωστικό υπόλοιπο στις 17/7/2018 το ποσό των €153.443,99; Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του. Ειδικότερα: Και τα τρία έγγραφα που υπόγραψε (γραμμάτιο, υποθήκη και συμφωνία στεγαστικού δανείου) τα υπόγραψε την ίδια μέρα. Το τρίτο έγγραφο, δηλαδή η συμφωνία στεγαστικού δανείου έγινε για £40.000,
  5. Το ίδιο και το γραμμάτιο. Ακολούθως, του υποβλήθηκε η εξής ερώτηση: «Και το στεγαστικό τούτο το δάνειο αφορούσε κάποιο άλλο θέμα, κάποια άλλη οφειλή, ήταν άλλα λεφτά, ας πούμε, 40 και 40;» Απάντησε ως εξής: «Όχι, 40 ήταν.» «Και πώς δικαιολογείς το γεγονός ότι υπόγραψες δυο διαφορετικά έγγραφα για ένα δάνειο;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Υπόγραψα το ένα, το στεγαστικό, το άλλο έγγραφο που μου έδωσε να υπογράψω είναι σαν εγγύηση του δανείου που θα έκανα μαζί με την υποθήκη, ήταν να μου βάλει το σπίτι και εκείνο μαζί το υπόγραψα.» Μολονότι ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι την επιμονή του εναγόμενου ότι υπόγραψε και τρίτο έγγραφο με τους ενάγοντες και συγκεκριμένα, την ούτω καλούμενη συμφωνία στεγαστικού δανείου, για την οποία - για να επαναλάβω -, στην υπεράσπισή του, ουδέν αναφέρει, η ουσία του πράγματος έγκειται στην παραδοχή του ότι υπόγραψε το γραμμάτιο (δηλαδή το τεκμήριο 2) καθώς και την υποθήκη (δηλαδή το τεκμήριο 3). Και ενώ με το νομικό χαρακτηρισμό του χρεωστικού γραμματίου θα ασχοληθώ σε κατοπινό στάδιο, με την ομολογία του ότι υπόγραψε την επίδικη υποθήκη είναι σαφές, ότι εγκαταλείπει την περί αντιθέτου θέση του, η οποία περικλείεται στην παράγραφο 8 της υπεράσπισής του, με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται και στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης, η οποία διαλαμβάνει τους ισχυρισμούς των εναγόντων για τη σύσταση από τον ίδιο της επίδικης υποθήκης. Θέση, η οποία, με τη σειρά της είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο του ισχυρισμού του συναφώς με την επίδικη υποθήκη, τον οποίο προσέθεσε, κατόπιν σχετικής τροποποίησης κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Το τι ακριβώς θέλω να πω με αυτό είναι το εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, ο εναγόμενος, με την παράγραφο 8 της υπεράσπισής του αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται και στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης, η οποία διαλαμβάνει τους ισχυρισμούς των εναγόντων για τη σύσταση από τον ίδιο της επίδικης υποθήκης. Ωστόσο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης ζήτησε να προσθέσει και συναινούντων των εναγόντων, δυνάμει σχετικού διατάγματος που εξέδωσα, του επέτρεψα να προσθέσει στην ίδια παράγραφο την ακόλουθη φράση: «Ειδικά επί της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη καθότι συστάθηκε κατά παράβαση των προνοιών του σχετικού Νόμου». Προφανώς δεν μπορούν να ισχύουν και τα δυο. Το τι θέλω να πω με αυτό είναι το εξής: ο εναγόμενος δεν μπορεί από τη μια να αρνείται ότι συνέστησε την επίδικη υποθήκη και από την άλλη, την ίδια ώρα, να ισχυρίζεται ότι τη συνέστησε, πλην όμως είναι άκυρη. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του κ. Παύλου επανέλαβε τη θέση του πως δεν παρέλαβε τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 5). Ακολούθως, ισχυρίστηκε πως όταν του κίνησαν την αγωγή πήγε στο μάρτυρα των εναγόντων και το ρώτησε γιατί του κίνησαν την αγωγή, αφού του είπε το πρόβλημα που έχει με τη σύζυγό του και όταν ξεκαθαρίσει, αν του μείνει το σπίτι, το δάνειο θα είναι δικό του, θα το ξοφλήσει, εννοώντας το ποσό που οι ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή. Όταν πήγε στο μάρτυρα δεν του έδωσαν κατάσταση λογαριασμού μα ούτε και του είπαν τι υπόλοιπο έχει. Όταν ακολούθως ρωτήθηκε πώς συμφώνησε να πληρώσει εκείνα που χρωστά, χωρίς να ξέρει τι χρωστά, απάντησε ως εξής: «Λίγο πολλά δεν ξέρω πόσα χρωστούσα όταν πλήρωνα και τις δόσεις μου;» Ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε ότι σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις του το
  6. Με μόνο λόγο ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί, σύμφωνα με τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, η τελευταία πληρωμή που είχε κάνει ο εναγόμενος ήταν στις 16/3/2004 αναδεικνύεται το μέγεθος της αναξιοπιστίας του και πόσο παράλογος είναι ο ισχυρισμός του, ότι χωρίς να έχει πάρει ποτέ από τους ενάγοντες καταστάσεις λογαριασμού και χωρίς να του πουν οποτεδήποτε τι υπόλοιπα είχε, εντούτοις, γνώριζε τι χρωστούσε. Φυσικά, για το ίδιο θέμα, η ευκολία με την οποία υπέπιπτε σε αντιφάσεις και προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας αποδεικνύεται και απ' όσα ανάφερε στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, ερωτηθείς εάν γνώριζε κάποια στιγμή πόσα ήταν τα υπόλοιπά του, απάντησε ως εξής: «Όταν μίλησα με το XXXXX και του είπα για το πρόβλημα που είχα με τη γυναίκα μου, το ποσό που γνώριζα ότι χρωστούσα, ήταν γύρω στις 70 με 75 χιλιάδες, ενώ παρουσιάζεται μετά ότι χρωστώ 130.» Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι το υπόλοιπό του το γνώριζε από προηγουμένως και ακολούθως, ότι το 2009 ήξερε ότι χρωστούσε 70 με 75 χιλιάδες και ότι είπε του XXXXX, δηλαδή του μάρτυρα των εναγόντων, ότι θα αναλάβει να το πληρώσει, νοουμένου ότι θα του μείνει το σπίτι. Όταν μίλησε με το XXXXX, αυτό του είπε, ότι έχει προβλήματα με τη γυναίκα του, να δουν πως θα ξεκαθαρίσει το σπίτι και αν του μείνει, θα το πληρώσει το δάνειο. Ερωτηθείς ακολούθως, πότε ήταν η πρώτη φορά που αμφισβήτησε το ποσό, που κατά τους ενάγοντες χρωστούσε, ισχυρίστηκε πως ήταν όταν του κίνησαν την αγωγή. Η επόμενη ερώτηση ήταν εάν μέχρι και την ημερομηνία που του κινήθηκε η αγωγή δεν αμφισβήτησε κανένα ποσό. Και η απάντησή του: «Μα δεν ήξερα για να απαντήσω, δεν ήξερα το ποσό, πόσα χρωστούσα, δεν είχα κατάσταση να μου πουν, να δω πόσα χρωστώ για να το αμφισβητήσω.» Το ερώτημα, κατά πόσο γνώριζε οποτεδήποτε τα υπόλοιπά του και εάν τα γνώριζε, πότε και πώς τα γνώριζε παραμένει αναπάντητο, ενώ, ειδικά ο ισχυρισμός του, πως όταν το 2009 μίλησε με το XXXXX, ήξερε ότι χρωστούσε 70 με 75 χιλιάδες (υποθέτω ευρώ εννοούσε), ενώ μετά παρουσιάζεται ότι χρωστά 130 χιλιάδες, είναι εκπληκτικός. Και τούτο, επειδή οι ενάγοντες, με την αγωγή τους ζητούν την έκδοση απόφασης για το ποσό των €94.805,51, πλέον τόκους προς 8.25 από 1/1/2011, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δυο φορές το χρόνο μέχρι εξοφλήσεως και σύμφωνα με τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, το επίδικο χρέος, στις 17/7/2018 ανερχόταν στο ποσό των €153.443,99, οπότε είναι απορίας άξιο, πότε και πώς ο εναγόμενος ήξερε ότι οι ενάγοντες, που υποτίθεται πως δεν του είχαν πει ποτέ τα υπόλοιπά του και δεν του είχαν δώσει καταστάσεις λογαριασμού, τον παρουσίαζαν να τους χρωστά €130.000,
  7. Και κάτι ακόμη. Δεδομένου ότι οι ενάγοντες, με την αγωγή τους, η οποία καταχωρήθηκε στις 30/3/2011 ζητούν την έκδοση απόφασης, για το ποσό των €94.805,51, πλέον τόκους προς 8,25% από 1/1/2011, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δυο φορές το χρόνο μέχρι εξοφλήσεως, ο εναγόμενος, ο οποίος, καθ' ομολογία του, το 2009 τους χρωστούσε ένα ποσό της τάξεως των 70 με 75 χιλιάδων ευρώ, με ένα απλό υπολογισμό που μπορεί να κάνει, θα διαπιστώσει ότι το ποσό που καθ' ομολογία του όφειλε το 2009 - μαζί με τους σχετικούς τόκους και τις κεφαλαιοποιήσεις τους - δεν απέχει και πολύ από το ποσό που αξιώνουν εναντίον του οι ενάγοντες το 2011 και με τον ίδιο τρόπο μπορεί εύκολα να διαπιστώσει σε ποιο ποσό ανέρχεται σήμερα το ποσό που οφείλει στους ενάγοντες, μαζί πάντοτε με τους σχετικούς τόκους, 8 και πλέον χρόνια μετά. Κάποια στιγμή αργότερα ισχυρίστηκε πως όταν πήρε την αγωγή, κατά τη δική του θέση, χρωστούσε 70 με 75 χιλιάδες ευρώ και σήμερα, 80 χιλιάδες. Με μόνο λόγο ότι το επίδικο γραμμάτιο, που τόσο δικογραφικά όσο και ενόρκως αναγνωρίζει ότι υπόγραψε, διαλαμβάνει για την καταβολή τόκου 8,25% το χρόνο, αναδεικνύεται η ευκολία με την οποία ο εναγόμενος προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας, απλώς και μόνο για να δώσει μια απάντηση. Μόνο έτσι μπορώ να εξηγήσω τη θέση του, ότι ένα ποσό της τάξεως ακόμη και των €70.000,00, με τόκο 8,25%, μετά από 8 χρόνια ανέρχεται στα €80.000,
  8. Πολύ περισσότερο, που η θέση του πως όταν πήρε την αγωγή χρωστούσε 70 με 75 χιλιάδες ευρώ, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την προηγούμενη θέση του σύμφωνα με την οποία, όταν το 2009 μίλησε με το μάρτυρα των εναγόντων ήξερε ότι χρωστούσε 70 με 75 χιλιάδες ευρώ. Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που ισχυρίζεται και θέλει να γίνει πιστευτός είναι ότι κατά τη διάρκεια 2 ετών (2009 - 2011), χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες, τους χρωστούσε το ίδιο ποσό. Οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του, εκτός του ότι δεν καλύπτονται από την υπεράσπισή του, είναι αντιφατικοί, άκρως παράλογοι και ουδέποτε υποβλήθηκαν στο μάρτυρα των εναγόντων - τον οποίο αφορούν άμεσα -, για να του δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσει: Όταν το 2013 τέλειωσε η υπόθεσή του με την έκδοση απόφασης (τεκμήριο 6) και πήρε το σπίτι, μίλησε με το μάρτυρα των εναγόντων και του είπε να πληρώσει, να αναλάβει το δάνειο, αλλά, όχι τα ποσά που του βάζει ότι χρωστά, δηλαδή 150 ή 130 χιλιάδες. Ο μάρτυρας τού είπε τα ποσά αυτά και δε μιλούσαν γι' αυτά στο γραφείο του, αλλά στο δρόμο που τον έβρισκε ή στο καφενείο δυο τρεις - φορές. Όταν ο μάρτυρας τού είπε 150 - 130, χιλιάδες, ο ίδιος του είπε: «βοηθήστε να σας βοηθήσω, αλλά όχι 130 χιλιάδες είμαι πρόθυμος να σας βοηθήσω, ήδη έχω και λεφτά κοντά σας..». Αυτό το μίλησε πάρα πολλές φορές με το μάρτυρα. Όσα ακολουθούν αφήνουν πολλαπλά εκτεθειμένο τον εναγόμενο ως μάρτυρα, αφού καταρρίπτονται τόσο από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας όσο και από την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων. Το σχετικό μέρος της αντεξέτασής του ακολουθεί αυτούσιο: «Ε. Στην έκθεση υπεράσπισής σου λέεις ότι υπήρξαν κάποιες υπερχρεώσεις σε σχέση με τόκους, εντάξει; Α. Ναι, υπάρχουν τόκοι 8,25, χωρίς να με ενημερώσουν έφκαινε το επιτόκιο πάνω, ούτε με ενημέρωναν, ούτε τίποτα, εσείς συμφωνείτε με το 8,25%; Ε. Δεν είμαι τραπεζικός εγώ, άλλο ρωτώ, εφόσον δε συμφωνείς, ποιο είναι το ποσό που λέεις ότι ήταν το σωστό; ..... Α. Νομίζω είναι 2,75 στην Ευρώπη τώρα, 2, 3 κάτι. Ε. .. Α. .. Ε. Διαφωνείς μαζί μου ότι υπέγραψες έγγραφα, με τα οποία αποδέχεστουν το ποσό των 8,25 σαν επιτόκιο; κ. Μ. Ιωάννου: Να πει τι έγγραφα, να του καθορίσει κύριε Πρόεδρε. Ε. Το τεκμήριο 2 και 3 κύριε μάρτυς, που υπέγραψες, το γραμμάτιο δηλαδή και η υποθήκη και τα λοιπά, συμφωνείς μαζί μου ότι υπέγραψες και αποδέχτηκες τον τόκο να είναι 8,25; Α. 8,25 τότε, δεν μπορώ να θυμηθώ. Ε. Έτο δαμέ να το θυμηθείς καλύτερα το τεκμήριο 2 σου δείχνω. Δικαστήριο: Κύριε να σας βοηθήσω. Και στα δυο έγγραφα λέει ότι το επιτόκιο είναι 8,25%. Τώρα που το είδατε και αναφέρεται αυτό το ποσοστό σαν επιτόκιο; Α. Ναι υπέγραψα το.» Εκτός του ότι, εν τέλει υποχρεώθηκε να παραδεχθεί ότι τόσο στο επίδικο χρεωστικό γραμμάτιο (τεκμήριο 2), που καθ' ομολογία του υπόγραψε όσο και στην επίδικη υποθήκη (τεκμήριο 3), που επίσης, καθ' ομολογία του υπόγραψε, διαλαμβάνεται πρόνοια για πληρωμή τόκου προς 8,25% είναι και το γεγονός, ότι οι ενάγοντες, ουδέποτε τον είχαν χρεώσει με το συγκεκριμένο επιτόκιο υπό μορφή τόκου. Για να επαναλάβω, όπως αναφέρει ο μάρτυρας των εναγόντων στην παράγραφο 17 της γραπτής του δήλωσης - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου -, καμιά υπερχρέωση τόκων δεν έχει επιβληθεί στον επίδικο λογαριασμό, αλλά, αντίθετα, το δάνειο, λόγω των μεταβολών και μειώσεων στα επιτόκια των εναγόντων, καθ' όλη τη διάρκειά του χρεωνόταν με χαμηλότερο επιτόκιο από το επιτόκιο του 8,25% που είχε συμφωνηθεί κατά την υπογραφή της σύμβασης δανείου. Από την ημέρα παραχώρησης και έκδοσης του δανείου, προστίθεται, το συνολικό επιτόκιο των εναγόμενων είχε ως ακολούθως: μέχρι την 1/1/2005, το δάνειο χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 8%. Από 1/1/2005 μέχρι 1/7/2005, το επιτόκιο του δανείου ανερχόταν στο 6,75%, από 1/7/2005 μέχρι 1/2/2008 στο 6,00%, από 1/2/2008 μέχρι 4/7/2008 στο 5,75%, από 4/7/2008 μέχρι 1/1/2009 στο 6,00% και από 1/1/2009 μέχρι 1/9/2009 στο 6,75%. Τέλος, από 1/9/2009 μέχρι σήμερα χρεώνεται με 6,25%. Και κάτι ακόμη. Διερωτώμαι πόσο λογικό είναι για να δεχθώ ότι αποτελεί γεγονός, το να ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι ο μάρτυρας των εναγόντων, του είπε ότι χρωστά €130.000,00 ή €150.000,
  9. Δεδομένης της θέσης του μάρτυρα στους ενάγοντες και της ιδιότητας του ως γραμματέα της Σ.Π.Ε. Φοινιού, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους είναι δυνατό να είπε οποτεδήποτε στον εναγόμενο ότι χρωστά είτε το ένα ποσό είτε το άλλο και όχι το ποσό που πραγματικά χρωστούσε ή έστω μόνο το ένα από τα δυο ποσά που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι του είπε; Και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, προφανώς δεν μπορεί να ισχύει αυτό που αποδίδει στο μάρτυρα ο εναγόμενος. Τέλος, επί του ισχυρισμού του, πως δεν οφείλει όλο το ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους, αυτό που θέλω να πω είναι το εξής: ενώ οι ενάγοντες τεκμηριώνουν το ποσό που συνθέτει την εναντίον του αξίωσή τους, τόσο με γραπτή όσο και με προφορική μαρτυρία, η οποία, κατά βάση παρέμεινε αναντίλεκτη, ο ίδιος, μολονότι αμφισβητεί το ποσό αυτό, ουδέν έχει αναφέρει για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης του πως δεν οφείλει ολόκληρο το ποσό, ποιο το ποσό που πραγματικά οφείλει και κυρίως, πώς κατέληξε σ' αυτό. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Προτού παραθέσω τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης θεωρώ αναγκαίο να τοποθετηθώ επί μερικών από τις θέσεις που εγείρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, είτε ακόμη και δικογραφικά ο εναγόμενος. Αυτό, επειδή, οι συγκεκριμένες θέσεις είναι άμεσα σχετικές, καταρχήν με την προδικαστική ένσταση του εναγόμενου και έπειτα, με μερικά ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Ειδικότερα: Στο βαθμό που με όσα αναφέρει ο κ. Ιωάννου στις πρώτες τρεις σελίδες της αγόρευσής του, ουσιαστικά αμφισβητεί το δικαίωμα της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ να παρουσιάζεται ως ενάγων στην παρούσα αγωγή, η θέση μου είναι οι εξής: Η νομιμοποίηση της εν λόγω εταιρείας να παρουσιάζεται σήμερα ως ενάγων στην αγωγή, μολονότι το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε από τη Σ.Π.Ε. Φοινιού εδράζεται σε όσα αναφέρει ο μάρτυρας των εναγόντων στις παραγράφους 1, 2 και 3 της γραπτής του δήλωσης, με έρεισμα το Νόμο, τα οποία επιβεβαιώνονται από διάφορα στοιχεία του φακέλου. Σε σχέση με το δεύτερο παραπέμπω στο διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, ημερομηνίας 6/12/2012 και στις ακόλουθες ειδοποιήσεις των δικηγόρων των εναγόντων προς τον Πρωτοκολλητή: της πρώτης ειδοποίησης, ημερομηνίας 10/3/2014, της ειδοποίησης μετονομασίας, ημερομηνίας 30/8/2017 και της ειδοποίησης μετονομασίας, ημερομηνίας 10/10/
  10. Από το περιεχόμενο των τριών αυτών ειδοποιήσεων, οι οποίες εδράζονται στα άρθρα 12
(4)και 49ΣΤ.
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 είναι σαφές, ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, η σχετική απόφαση μπορεί και θα πρέπει να εκδοθεί καθ' όλα νόμιμα υπέρ της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ και τούτο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, έστω κι' αν το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 από τη Σ.Π.Ε. Φοινιού και η αγωγή καταχωρήθηκε από τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ορεινών Θερέτρων. Και οι δυο αυτές διατάξεις - όπως ίσχυαν κατά τους επίδικους χρόνους - ακολουθούν αυτούσιες. Αρχίζοντας από το άρθρο 12
(4)έχει ως εξής: «Ουδεμία τροποποίησις των ειδικών κανονισμών, επιφέρουσα αλλαγήν εις την επωνυμίαν της εταιρείας ή συνεπαγομένη αλλαγήν της ευθύνης των μελών της εταιρείας από απεριόριστη σε περιορισμένη ευθύνη ή επιφέρουσα αλλαγήν εις οιονδήποτε άλλον σκοπόν ή διάταξιν, θα επηρεάζη οιονδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωσιν της εταιρείας ή αξιωματούχων αυτής, και πάσα εκκρεμής δικαστική ή διαιτητική διαδικασία δύναται να συνεχίζηται υπό ή εναντίον της εταιρείας υπό την νέαν αυτής επωνυμίαν και υπό την νέαν αυτής ευθύνην: .......» Σύμφωνα με το άρθρο 49ΣΤ.
(1): «Η εγγραφή της συμφωνίας μεταφοράς μαζί με την έναρξη της ισχύος της μεταφοράς, όπως προβλέπεται στις διατάξεις των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 49Δ, αποτελούν επαρκή απόδειξη της μεταφοράς όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της μεταφέρουσας εταιρείας στην αποδεχόμενη εταιρεία, καθώς και ότι η αποδεχόμενη εταιρεία διαδέχεται τη μεταφέρουσα εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και ότι όλες οι πράξεις, τα συμβόλαια και τα άλλα έγγραφά της παραμένουν σε ισχύ: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, στις περιπτώσεις που εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία ή διαδικασία ενώπιον επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από την αποδεχόμενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή τον Έφορο ή το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο, αντίστοιχα.» Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση του εναγόμενου και τη θέση του κ. Ιωάννου, ότι το άρθρο 52
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αναφέρεται σε διαιτησία προς επίλυση διαφορών και ότι η οποιαδήποτε διαφορά θα παραπέμπεται και δεν έγινε καμιά παραπομπή σε διαιτησία παρατηρώ τα εξής: Είναι γεγονός, ότι το εδάφιο
(1)του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιριών Νόμου προνοεί για την παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σε σχέση με τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας στον Έφορο. Ωστόσο αποτελεί επίσης γεγονός, ότι σύμφωνα με την πρώτη επιφύλαξη του ίδιου εδαφίου, αυτό, σε καμιά περίπτωση εμποδίζει τη συνεργατική εταιρεία από το να προσφύγει στο Δικαστήριο για κάθε τέτοια διαφορά. Το εδάφιο
(1)του άρθρου 52 ακολουθεί αυτούσιο: «
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραµµένης εταιρείας— (α) µεταξύ µελών, πρώην µελών, προσώπων αξιούντων µέσω µελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) µεταξύ µέλους, πρώην µέλους ή προσώπου αξιούντος µέσω µέλους, πρώην µέλους ή αποβιώσαντος µέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συµβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωµατούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) µεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συµβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωµατούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή δ) µεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραµµένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέµπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι— (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καµιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραµµένη εταιρεία να προσφύγει σε αρµόδιο δικαστήριο στη ∆ηµοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.» Ακολουθεί ότι η προδικαστική ένσταση είναι αβάσιμη. Επί του δικογραφημένου ισχυρισμού του εναγόμενου, ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη και τούτο, επειδή, όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του στη γραπτή αγόρευσή του, από την προσαχθείσα μαρτυρία, κατά παράβαση του άρθρου 24
(1)του περί Συνεργατικών Εταιριών Νόμου, δεν προέκυψε ότι η επίδικη υποθήκη υπογράφτηκε εις διπλούν, στην παρουσία τριών τουλάχιστον μελών της επιτροπείας και του γραμματέως και τα μέλη παρέμειναν άγνωστα, παρατηρώ τα εξής: Ο εν λόγω ισχυρισμός του εναγόμενου, εκτός από αβάσιμος είναι και παραπλανητικός. Και τούτο, επειδή, πολύ απλά, το άρθρο 24
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου - το οποίο επικαλείται - ιδωμένο σε συνδυασμό με το άρθρο 23
(1)του ίδιου Νόμου με το οποίο συναρτάται είναι σαφές, ότι αφορά σε επιβάρυνση επί κινητής περιουσίας και όχι ακίνητης, όπως προφανώς είναι η υποθήκη, που αποτελεί επιβάρυνση επί ακίνητης περιουσίας. Και οι δυο αυτές διατάξεις, ακολουθούν επίσης αυτούσιες: «23.—
(1)(α) Πάσα εγγεγραµµένη εταιρεία δύναται να χορηγή δάνεια εις τα µέλη της, συμφώνως προς τους εγγεγραµµένους ειδικούς κανονισμούς της. (β) Εγγεγραµµένη εταιρεία µπορεί, όταν χορηγεί δάνεια ή όταν συνάπτει µε µέλος της συμφωνία για τη χορήγηση σε αυτό δανείου ή όταν µέλος οφείλει προς την εταιρεία αυτή, να απαιτήσει από το µέλος αυτό να συστήσει επιβάρυνση προς όφελος της εταιρείας επί όλων των στοιχείων της κινητής του περιουσίας κατά τον τύπο που δυνατό να καθορίζεται από τους θεσμούς, ανεξάρτητα από το αν κατά την ημερομηνία σύστασης της επιβάρυνσης η βεβαρημένη περιουσία υφίσταται ή µη ή αποκτήθηκε ή όχι από το πρόσωπο το οποίο παρέχει την επιβάρυνση.» (οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου.) «24.—
(1)Πάσα επιβάρυνσις συσταθείσα δυνάµει του άρθρου 23 λογίζεται δεόντως συσταθείσα εάν υπεγράφη εις διπλούν υπό του µέλους εις βάρος της περιουσίας του οποίου συνεστήθη παρουσία τριών τουλάχιστον µελών της επιτροπείας και του γραµµατέως.» Το τελευταίο θέμα που θα με απασχολήσει αφορά στο νομικό χαρακτηρισμό της βάσης της αγωγής των εναγόντων. Συναφώς με το θέμα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου στη γραπτή αγόρευσή του, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Οι ενάγοντες, στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης προβάλλουν το διαζευκτικό ισχυρισμό, ότι στις 27/2/2001, δυνάμει χρεωστικού γραμματίου και/ή συμφωνίας δανείου, ενώ στην παράγραφο 8 γίνεται διαζευκτική αναφορά σε συμφωνία δανείου και/ή χρεωστικού γραμματίου. Στην παράγραφο 8.2 γίνεται μόνο αναφορά για δάνειο, στην παράγραφο 8.3 γίνεται μόνο αναφορά για όρους της συμφωνίας δανείου, στην παράγραφο 8.5 υπάρχει διαζευκτική αναφορά για χρεωστικό γραμμάτιο και/ή συμφωνία δανείου, στην παράγραφο 9 γίνεται διαζευκτική αναφορά για δάνειο και/ή πίστωση, στην παράγραφο 10 γίνεται διαζευκτική αναφορά για συμφωνία δανείου και/ή χρεωστικού γραμματίου, στην παράγραφο 11 γίνεται αναφορά σε σύμβαση εγγύησης και επαναλαμβάνονται τα ίδια στην παράγραφο 11.6. Στην παράγραφο 12 γίνεται διαζευκτική αναφορά σε συμφωνία δανείου και/ή χρεωστικού γραμματίου και στην παράγραφο 13 γίνεται αναφορά για λογαριασμό και/ή συμφωνία δανείου. Τέλος, στο παρακλητικό της αγωγής, παράγραφος 15Α γίνεται αναφορά για ποσό €94.805,51, οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή τραπεζικής διευκόλυνσης και δε ζητείται οποιοδήποτε ποσό στη βάση του χρεωστικού γραμματίου. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο, προστίθεται, είναι ποια ήταν η βάση της αγωγής των εναγόντων; Συμφωνία δανείου ή χρεωστικού γραμματίου ή οτιδήποτε άλλο; Ουδεμία συμφωνία δανείου κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Το μόνο που κατατέθηκε είναι μια υποθήκη (τεκμήριο 3) και ένα χρεωστικό γραμμάτιο (τεκμήριο 2). Παρατηρώ τα εξής: Ο εναγόμενος, βασικά, δε νομιμοποιείται να εγείρει θέμα νομικού χαρακτηρισμού της βάσης της αγωγής των εναγόντων ή να την αμφισβητεί και τούτο, επειδή επί του θέματος, ο ίδιος τοποθετείται δικογραφικά με πολύ ξεκάθαρο τρόπο. Συγκεκριμένα αποτελεί θέση του - και έτσι είναι - ότι η επίδικη σύμβαση που συνήψε με τη Σ.Π.Ε. Φοινιού είναι σύμβαση δανείου. Να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη βάση είναι μια από τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής που δικογραφούν οι ενάγοντες στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης, η οποία ακολουθεί αυτούσια: «Κατά ή περί τις 27/02/2001 δυνάμει χρεωστικού γραμματίου και/ή συμφωνίας δανείου και/ή πιστώσεως που υπογράφηκε μεταξύ, της ΣΠΕ ΦΟΙΝΙΟΥ, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη εκείνο χρόνο και των εναγόμενων 1 και 2, παραχωρήθηκε σ' αυτούς δάνειο και/ή πίστωση για το ποσό των Λ.Κ.40.000, ισάξιο ποσό σε ευρώ €68.344,06 με τόκο προς 8.25% ετησίως με κυμαινόμενο επιτόκιο και άνοιξαν τον λογαριασμό υπ' αριθμό .(αναφέρεται ο αριθμός)» Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8: «Ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας δανείου και/ή του χρεωστικού γραμματίου ότι: (παρατίθενται 6 όροι)» Με τη σειρά του, ο εναγόμενος, στις παραγράφους 2 και 3 της υπεράσπισής του ισχυρίζεται ότι στη συνάντησή του με τους ενάγοντες τέλη Δεκεμβρίου, 2009, τους ενημέρωσε ότι θα αναλάμβανε να πληρώσει το δάνειο ο ίδιος, ενώ στην παράγραφο 7 - που είναι με αναφορά στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης (ανωτέρω) - αναφέρονται τα εξής: «Οι Εναγόμενοι από την παράγραφο 7 παραδέχονται την σύναψη του δανείου αλλά ισχυρίζονται ότι υπήρξαν κάποιες υπερχρεώσεις εν σχέση με τόκους και συνεφώνησαν με τους Ενάγοντες όταν εκδικάζετο η πιο πάνω έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αφαιρούνταν αυτές οι υπερχρεώσεις να γίνετο και κάποια έκπτωση στο οφειλόμενο ποσό και ο Εναγόμενος αρ. 1 αναλάμβανε να πληρώσει το υπόλοιπο του χρέους πλην όμως για λόγους που δεν γνωρίζει οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή.» Με αντιπαραβολή των - πιο πάνω - εκατέρωθεν ισχυρισμών, τα ακόλουθα θα πρέπει να θεωρηθούν αποδεδειγμένα, αλλά και κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, δηλαδή, μη επίδικα: Κατά ή περί τις 27/02/2001, η Σ.Π.Ε. Φοινιού παραχώρησε στους εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των £40.000, ισάξιο σε ευρώ €68.344,06, με τόκο προς 8.25% ετησίως με κυμαινόμενο επιτόκιο. Συναφώς με το γεγονός αυτό, η Σ.Π.Ε. Φοινιού άνοιξε το λογαριασμό με τον αριθμό που αναφέρεται στην ίδια παράγραφο. Απ' εκεί και πέρα, ό,τι διαφοροποιεί τις εκατέρωθεν θέσεις συναφώς με το θέμα είναι τα εξής: Αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων, ότι η Σ.Π.Ε. Φοινιού παραχώρησε το πιο πάνω ποσό στους εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει χρεωστικού γραμματίου και/ή συμφωνίας δανείου και/ή πιστώσεως που υπογράφηκε μεταξύ τους και θέση των εναγόμενων 1 και 4, ότι το συγκεκριμένο ποσό τούς παραχωρήθηκε δυνάμει σύμβασης δανείου που συνήψαν με τη Σ.Π.Ε. Φοινιού, κατά την ημερομηνία που αναφέρουν οι ενάγοντες στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης. Από τα παραπάνω, το επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω συναφώς με τη βάση της αγωγής είναι το εξής: είτε δυνάμει χρεωστικού γραμματίου είτε δυνάμει συμφωνίας δανείου είτε τέλος, δυνάμει πίστωσης είναι που η Σ.Π.Ε. Φοινιού είχε παραχωρήσει στους εναγόμενους το ποσό των £40.000,00, δηλαδή, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της βάσης της αγωγής των εναγόντων (που όπως θα διαφανεί στη συνέχεια - με αναφορά και σε σχετική νομολογία στην οποία μάλιστα με παραπέμπει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου -, μόνο ακαδημαϊκή σημασία έχει), ευσταθεί η θέση του εναγόμενου ότι υπήρξαν υπερχρεώσεις σε σχέση με τους τόκους και ότι συμφώνησε με τους ενάγοντες όσα ισχυρίζεται δικογραφικά στην παράγραφο 7 της υπεράσπισής του; Όσα ακολουθούν από την υπόθεση Κυπριανού ν. Βασιλείου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1320 είναι για σκοπούς τεκμηρίωσης της θέσης μου, ότι εν τέλει, στη βάση των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, ιδωμένων υπό το φως των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων σε συνάρτηση βέβαια με τη σχετική μαρτυρία, ο νομικός χαρακτηρισμός της βάσης της αγωγής των εναγόντων, μόνο ακαδημαϊκή σημασία έχει: «Με την παρούσα έφεση έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα της πιο πάνω κατάληξης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Έχει επίσης έντονα αμφισβητηθεί το μέρος της εκκαλούμενης απόφασης με το οποίο η αξίωση του εφεσείοντος φέρεται να είχε περιοριστεί σε γραμμάτιο συνήθους τύπου. Θα ασχοληθούμε πρώτα με το λόγο της έφεσης που σχετίζεται με τη νομική φύση του επίδικου γραμματίου. Πράγματι στη διάρκεια της τελικής αγόρευσης του κ. Δράκου το Πρωτόδικο Δικαστήριο υπέβαλε στον κ. Δράκο την ερώτηση: «Ποιά η εισήγηση σας ως προς τη νομική φύση του επίδικου εγγράφου και ειδικότερα σε αναφορά με το Κεφ. 262, αν δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου;» στην οποία ο κ. Δράκος απάντησε: «Περιορίζομαι ότι είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου». Δεν θα ασχοληθούμε με τις επιπτώσεις της πιο πάνω δήλωσης του κ. Δράκου. Αυτό γιατί δεν έχει σημασία ο χαρακτηρισμός τον οποίο έδωσε ο κ. Δράκος στο επίδικο έγγραφο. Σύμφωνα με τη νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό που του αποδίδεται. Βλ. Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 675, 681 στην οποία, με αναφορά στη θεμελιακή απόφαση Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, λέχθηκαν τα εξής: «... το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται. Παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα, τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάσει της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Στην έκθεση απαιτήσεως του εφεσείοντα προσδιορίζονται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την επέμβαση στο δικαίωμα διαβάσεως της εφεσίβλητης. Μάλιστα, το αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε χαρακτηρίζεται, αθροιστικά και διαζευτικά ως επέμβαση ή οχληρία. Εφόσον ήθελαν αποδειχθεί τα γεγονότα, τα οποία προβάλλονται, η εφεσίβλητη εδικαιούτο στις ίδιες θεραπείες ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό του αγώγιμου δικαιώματος. Για τους λόγους αυτούς, αποτελεί ακαδημαϊκό ερώτημα εάν το αγώγιμο δικαίωμα συνιστούσε επέμβαση ή οχληρία.» Βλ. επίσης Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd, Πολιτική Έφεση 10881/24.7.2002: «Εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση». Βλ. και Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1592: «Είναι δυνατή και η παροχή θεραπείας χωρίς να έχει επιζητηθεί εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της απαίτησης». Βλ., επίσης, και Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)3 C.L.R. 542, 552, Frederickou Schools Co. Ltd and Others v. Acuac Inc., Πολιτικές Εφέσεις 8266 και 8530/10.10.2002, D. & G. Products Ltd v. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744/13.9.2002, Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας�(Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσείων αξίωσε Λ.Κ. 22,000 «δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικής και/ή δανείου και/ή συμφωνίας και/ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους ημερομηνίας 11.3.94 έναντι νομίμου ανταλλάγματος». Στο σώμα της έκθεσης απαίτησης έχει προσδιορίσει τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την πιο πάνω αξίωση του. Περαιτέρω έχει δοθεί και σχετική μαρτυρία - κυρίως κατά την αντεξέταση - αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες η εφεσίβλητη πήρε το επίδικο ποσό από τον εφεσείοντα. Τούτου δοθέντος το Πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να είχε αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας, να είχε κάμει σχετικά ευρήματα και να είχε αποφανθεί επί της εγκυρότητας της αξίωσης του εφεσείοντος με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως και την μαρτυρία την οποία θα έκρινε αξιόπιστη. Εν όψει του περιεχομένου της αξίωσης, των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης και της μαρτυρίας αποτελούσε καθαρώς ακαδημαϊκό εγχείρημα εάν το αγώγιμο δικαίωμα βασιζόταν επί γραμματίου συνήθους τύπου ή άλλου γραμματίου (βλ. Χρυσάνθου, πιο πάνω). Είναι λοιπόν η κατάληξη μας ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει επιληφθεί των πραγματικών και ουσιαστικών θεμάτων όπως προέκυψαν από τα δικόγραφα και τη μαρτυρία και δεν έκαμε τα απαραίτητα ευρήματα. Δεν αποφάνθηκε επί της εγκυρότητας της αξίωσης του εφεσείοντος όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, άσχετα από το χαρακτηρισμό του αγώγιμου δικαιώματος.» Η θεμελιακή νομική αρχή, ότι το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν και όχι από τον οποιοδήποτε χαρακτηρισμό του αποδίδεται επαναλαμβάνεται και στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 181/2012, ημερομηνίας 21/12/
  2. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, εφόσον τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης και τα γεγονότα που αποδείχθηκαν παραπέμπουν σε γραμμάτιο συνήθους τύπου, το γεγονός ότι δε χαρακτηρίστηκαν ως τα τέτοια τα δυο έγγραφα στην έκθεση απαίτησης, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, η βασική αξίωση των εναγόντων εδράζεται στο έγγραφο με τίτλο «ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ» (τεκμήριο 2), το οποίο οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν στις 27/2/2001, με το οποίο αναγνωρίζουν ότι χρωστούν στη Σ.Π.Ε. Φοινιού το ποσό των £40.000,00, με τόκο 8,25% κ.ο.κ. Στο συγκεκριμένο έγγραφο διαλαμβάνονται και οι 9 όροι που το διέπουν. Οι αντίστοιχες δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων συναφώς με το συγκεκριμένο έγγραφο περικλείονται στις παραγράφους 7 και 8 της έκθεσης απαίτησης, συνάδουν με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και κατά τη δίκη προωθήθηκαν ενόρκως μέσω της μαρτυρίας του μοναδικού τους μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε καθ' όλα αξιόπιστος και ούτε και αμφισβητήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο από τον εναγόμενο, ο οποίος - για να επαναλάβω -, ενώ ενόρκως δέχεται ότι υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο, δικογραφικά το αποκαλεί δάνειο και προβάλλει ως μόνη υπεράσπιση, ότι συναφώς με αυτό, υπήρξαν κάποιες υπερχρεώσεις σε σχέση με τους τόκους και ότι συμφώνησε με τους ενάγοντες, πως όταν θα εκδικαζόταν η έφεση που είχε καταχωρήσει η εναγόμενη 2 και σύζυγός του, κατά της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, σε υπόθεση περιουσιακών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε η αξίωσή της επί του ½ μεριδίου της κατοικίας η οποία βρίσκεται επί του ενυπόθηκου ακίνητού του στην παρούσα υπόθεση, θα αφαιρούνταν οι υπερχρεώσεις, θα του γινόταν κάποια έκπτωση στο οφειλόμενο ποσό και θα αναλάμβανε να πληρώσει το υπόλοιπο του χρέους ο ίδιος. Και με δεδομένο ότι ο εναγόμενος, για όλους τους λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο κρίθηκε αναξιόπιστος και κανένας από τους πιο πάνω ισχυρισμούς του έχει αποδειχθεί ενώ αντίθετα, όλοι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί των εναγόντων έχουν αποδειχθεί, αφού εδράζονται σε αξιόπιστη μαρτυρία, η οποία καλύπτεται και συνάδει πλήρως με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, εάν στη βάση τους στοιχειοθετούνται οι επίδικες αξιώσεις τους εναντίον του εναγόμενου, η αγωγή τους θα πρέπει να πετύχει. Εν πάση περιπτώσει, το επίδικο «ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ» (τεκμήριο 2) δεν αποτελεί "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" τη εννοία του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και τούτο, όχι επειδή, όπως εισηγείται ο κ. Ιωάννου στη γραπτή αγόρευσή του, σύμφωνα με τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 - ο οποίος κρίθηκε αναξιόπιστος - δεν υπογράφτηκε στην παρουσία των 2 μαρτύρων, αλλά για διαφορετικό λόγο - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι λόγοι -. Συγκεκριμένα, επειδή δεν έχει τηρηθεί η πρόνοια του άρθρου 78 αναφορικά με τον καθορισμό του τόκου σε "Γραμμάτιο συνήθους τύπου". Όπως και στην υπόθεση Παύλου κ.ά. ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 έτσι και εδώ, ο τόκος δεν καθορίζεται κατ' ανώτατο όριο προς 9%. Μολονότι ορίζεται σε 8,25%, εντούτοις, στη συνέχεια παρέχεται το δικαίωμα στη Σ.Π.Ε. Φοινιού να αυξάνει το επιτόκιο, που με απλά λόγια σημαίνει ότι έχει το δικαίωμα να το αυξήσει και σε ποσοστό που υπερβαίνει το 9%. Το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου ακολουθεί αυτούσιο: «
  1. "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής".» Εν πάση περιπτώσει, το επίμαχο έγγραφο ούτε και "Γραµµάτιο σε διαταγή" κατά το άρθρο 83 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 είναι και θεωρώ πως δε χρειάζεται να παραθέσω και αυτό το άρθρο. Για να καταλήξω με τη βάση της αγωγής των εναγόντων και το επίμαχο χρεωστικό γραμμάτιο, η θέση μου είναι η εξής: Η αγωγή των εναγόντων εδράζεται σε σύμβαση δανείου, οι όροι της οποίας διαλαμβάνονται στο επίμαχο χρεωστικό γραμμάτιο. Τέλος, επί του ισχυρισμού του κ. Ιωάννου ότι το επίδικο χρεωστικό γραμμάτιο καθώς και η επίδικη υποθήκη είναι άκυρα, επειδή στην επίδικη υποθήκη αναφέρεται ότι ο εναγόμενος θα έπρεπε να πληρώσει στις 27/2/2010 το ποσό των £40.000,00, πλέον τόκους, ως επίσης ότι η υποθήκη διέπεται από τους όρους του γραμματίου και στην παράγραφο 2 αυτού αναφέρεται ότι έπρεπε να πληρώνεται δόση £500,00 μηνιαίως, από 1/4/2001, η θέση μου είναι η εξής: Η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 συνέστησε την επίδικη υποθήκη για σκοπούς εξασφάλισης της Σ.Π.Ε. Φοινιού, για το επίδικο δάνειο που είχε παραχωρήσει στον ίδιο και την εναγόμενη
  2. Και με δεδομένο ότι, όπως αναφέρεται στην επίδικη υποθήκη διέπεται από τους όρους του συνημμένου γραμματίου, δηλαδή του επίδικου χρεωστικού γραμματίου, το οποίο - για να επαναλάβω - περικλείει τους όρους του επίδικου δανείου, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν τους όρους του χρεωστικού γραμματίου, δηλαδή του επίδικου δανείου και η αγωγή των εναγόντων επιτύχει, όλα αυτά θεμελιώνουν το δικαίωμα των εναγόντων να ζητούν την έκδοση διατάγματος εκποίησης της επίδικης υποθήκης. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο εναγόμενος, δικογραφικά, ενώ σε σχέση με το επίδικο χρεωστικό γραμμάτιο δεν ισχυρίζεται ότι είναι άκυρο για οποιοδήποτε λόγο, σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, κατόπιν σχετικής τροποποίησης προσέθεσε τον ισχυρισμό ότι αυτή είναι άκυρη, καθότι συστάθηκε κατά παράβαση των προνοιών του σχετικού Νόμου. Ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα αληθινά και ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων. Συνοψίζοντάς τα είναι τα εξής: Δυνάμει συμφωνίας δανείου, οι όροι της οποίας περικλείονται στο έγγραφο με τίτλο «ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ» (τεκμήριο 2), ημερομηνίας 27/2/2001, η Σ.Π.Ε. Φοινιού παραχώρησε στους εναγόμενους 1 και 2, δάνειο, ύψους £40.000,00 (€68.344,06), με τόκο, 8,25% το χρόνο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ανέλαβαν την υποχρέωση να πληρώσουν στη Σ.Π.Ε. Φοινιού το ποσό αυτό και τους τόκους, με μηνιαίες δόσεις, ύψους £500,00 (€854,30), κάθε μια, της πρώτης καταβλητέας την 1/4/2001 και ακολούθως, την 1η μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. Σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης των εναγόμενων 1 και 2 να καταβάλουν οποιαδήποτε δόση μαζί με τους οφειλόμενους τόκους, εν όλω ή εν μέρει, ολόκληρο το ποσό ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του μαζί με τους τόκους, θα καθίστατο αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και θα παρείχε στη Σ.Π.Ε. Φοινιού το δικαίωμα να το απαιτήσει και εισπράξει αμέσως. Για σκοπούς εξασφάλισης των εναγόντων για το επίδικο δάνειο που είχαν παραχωρήσει στους εναγόμενους 1 και 2, ο εναγόμενος 1, με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αριθμό 1044/2001, ημερομηνίας κι' αυτή 27/2/2001 (τεκμήριο 3) υποθήκευσε συγκεκριμένο ακίνητό του στην Αγία Φύλαξη στη Λεμεσό, με στοιχεία, ως εκτίθενται στο σχετικό μέρος στην επίδικη υποθήκη, η οποία συστάθηκε για το ποσό των £40.000,00 (€68.344,06), με τόκο, 8,25% το χρόνο από 27/2/2001 και σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων για ανάκτηση του ποσού αυτού και του τόκου, πλέον τα σχετικά έξοδα. Οι εναγόμενοι 1 και 2, κατά παράβαση των όρων της επίδικης σύμβασης δανείου, οι οποίοι - για να επαναλάβω - διαλαμβάνονται στο χρεωστικό γραμμάτιο παρέλειψαν και αμέλησαν να προβαίνουν σε κανονική πληρωμή των μηνιαίων δόσεων τους και τούτο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Συνεπεία αυτού, οι ενάγοντες (σύμφωνα με τον τροποποιημένο τίτλο της αγωγής, δυνάμει του δικαστικού διατάγματος, ημερομηνίας 6/12/2012), με την επιστολή του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 23/3/2007 (τεκμήριο 4) τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου, το χρεωστικό γραμμάτιο και το σχετικό λογαριασμό και κατέστησαν απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο, στις 31/12/2006 ανερχόταν στο ποσό των £41.971,32 (€71.712,26) και κάλεσαν τους εναγόμενους 1 και 2 να το καταβάλουν εντός 21 ημερών. Οι εναγόμενοι 1 και 2, έκτοτε, ουδέν ποσό κατέβαλαν με αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπό τους σύμφωνα με τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που τηρούν οι ενάγοντες (τεκμήριο 5), κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των €94.805,51, πλέον τόκους προς 6,25% από 1/1/2011, ενώ, στις 24/10/2018 ανερχόταν στο ποσό των €153.443,99, πλέον τόκους προς 6,25% από 1/1/2018 μέχρι σήμερα. (Βλ. και την παράγραφο 15 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα των εναγόντων.) Η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου ότι η αγωγή είναι πρόωρη και ότι θα πρέπει να ανασταλεί, για τους λόγους που αναφέρει στις παραγράφους 2, 3 και 4 της υπεράσπισής του δεν έχει αποδειχθεί. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του της παραγράφου 7 της υπεράσπισής του ότι υπήρξαν κάποιες υπερχρεώσεις σε σχέση με τους τόκους και ότι έγινε η συμφωνία που αναφέρει στην ίδια παράγραφο καθώς και για τον ισχυρισμό του της παραγράφου 8 της υπεράσπισης ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη, καθότι συστάθηκε κατά παράβαση των προνοιών του σχετικού νόμου. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων (ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ) και εναντίον του εναγόμενου 1, για το ποσό των €153.443,99, πλέον τόκους προς 6,25% από 1/1/2018 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος 15Γ της έκθεσης απαίτησης. Η αξίωση των εναγόντων για επιδικασμό τόκου προς 8,25% από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως και τούτο, επειδή, όπως αναφέρει ο μάρτυρας των εναγόντων στην παράγραφο 21 της γραπτής του δήλωσης, αυτό είναι το συμβατικό επιτόκιο και υποχρέωση του εναγόμενου 1 δυνάμει του χρεωστικού γραμματίου (τεκμήριο 2), απορρίπτεται. Αφ' ης στιγμής οι ενάγοντες προέβησαν σε τερματισμό της επίδικης σύμβασης δανείου και του χρεωστικού γραμματίου που περικλείει τους όρους του σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, όπως αναφέρει και πάλι ο μάρτυρας στην παράγραφο 17 της γραπτής του δήλωσης, λόγω των μεταβολών και μειώσεων στα επιτόκια των εναγόντων, το επίδικο δάνειο, καθ' όλη τη διάρκειά του χρεωνόταν με χαμηλότερο επιτόκιο από το συμφωνημένο και στις 24/10/2018 που κατάθετε ο μάρτυρας - σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του - χρεωνόταν με τόκο προς 6,25%, κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι και το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου που μπορεί να επιδικαστεί υπό μορφή τόκου επί του ποσού της απόφασης. Τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου
  3. Η αγωγή, εναντίον του εναγόμενου 3 απορρίπτεται χωρίς έξοδα, λόγω παράλειψης προώθησής της. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final (Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση δανείου/χρεωστικό γραμμάτιο). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.