GORDIAN HOLDINGS LTD ν. ΛΟΦΙΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2817/2011, 30/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A455 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2817/2011 GORDIAN HOLDINGS LTD (πρώην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ) Ενάγοντες και XXXXX ΛΟΦΙΤΗΣ Εναγόμενος --------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Αυγούστου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Α. Δημητρίου με κα. Η. Πέτρου Για Εναγόμενο: κ. Φ. Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή την οποία ήγειρε αρχικά η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, οργανισμός στον οποίο, δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 13/12/2005 στην αίτηση 531/05 μεταβιβάστηκαν, εκχωρήθηκαν, ανατέθηκαν και παραχωρήθηκαν, η επιχείρηση, ιδιοκτησία, συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (εφ' εξής ο Οργανισμός), αξιώνονται από τον εναγόμενο ως εγγυητή συμφωνίας ενοικιαγοράς με αρ.XXXXX4975 που συνήφθη στις 11/12/02 μεταξύ του Οργανισμού και της εταιρείας ALKIONI FISH FARMS LTD (εφ' εξής ALKIONI) ως πρωτοφειλέτιδας, τα ποσά των €22.606,35 πλέον τόκο προς 6,25% επί του ποσού των €12.228,41 από 14/02/2019 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως ως ληγμένα ενοίκια και €11.689,20 πλέον τόκο προς 2% επί ποσού €8.660,22 από 14/02/2019 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως ως μη ληγμένα ενοίκια, ως αμφότερα τα εν λόγω ποσά περιορίστηκαν κατά την ακρόαση. Σημειώνω εδώ ότι στις 10/06/19 και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης ειδοποίηση ότι οι φερόμενοι στον τίτλο ως ενάγοντες πλέον, έχουν από τις 23/05/2019, δυνάμει νομοθεσίας και σχετικού δικαστικού διατάγματος, αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφ' εξής η Τράπεζα) στα επίδικα με την παρούσα αγωγή συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι του πιο πάνω εναγόμενου. Προς αποφυγή όμως οποιασδήποτε σύγχυσης, οι αναφορές που γίνονται πιο κάτω σε «ενάγοντες» θα σημαίνουν και θα αφορούν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η υπεράσπιση του εναγόμενου, με την οποία ο τελευταίος απορρίπτει την αξίωση των εναγόντων, περιστρέφεται γύρω από τους εξής άξονες: Α. Κανένα ποσό οφείλει ως εγγυητής της ALKIONI διότι ο Οργανισμός, «.προς πλήρη και τέλεια εξόφληση οποιασδήποτε αξίωσης εναντίον της πρωτοφειλέτιδας.εισέπραξε εγγυητικήν επιστολή την οποία είχε παραχωρήσει η εν λόγω εταιρεία προς τον Οργανισμό.». Β. Άνευ βλάβης και διαζευκτικά του Α ανωτέρω, αυτός έχει απαλλαγεί από την εγγύηση του διότι ο Οργανισμός «.παρέλειψε και/ή αμέλησε να προχωρήσει στην έγκαιρη είσπραξη ως όφειλ(ε) του οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού και/ή οποιουδήποτε υπολοίπου της ενοικιαγοράς.που καλύπτετο από την εγγυητική επιστολή.». Γ. Οι ενάγοντες προέβησαν σε πράξεις ασυμβίβαστες με τα δικαιώματα του ως εγγυητής, ήτοι μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας με την ALKIONI χωρίς τη συγκατάθεση του, δεν ήγειραν αγωγή εναντίον της ALKIONI, παρείσχαν στην τελευταία αδικαιολόγητη παράταση χρόνου εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της και επηρέασαν δυσμενώς τη δυνατότητα του ιδίου να στραφεί εναντίον της ALKIONI. Δ. Δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας. Ε. Ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με παράνομους τόκους Στ. Οι ενάγοντες έχουν επιδείξει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι υπερασπίσεις του estoppel και του laches ενώ την ίδια στιγμή, η καθυστέρηση των εναγόντων ισοδυναμεί με αποποίηση των δικαιωμάτων τους Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι τους, Δ. Τσαγγάρη (ΜΕ1) και Γ. Γρηγορίου (ΜΕ2), λειτουργούς στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών της Τράπεζας, ενώ εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο ίδιος ο εναγόμενος ως ΜΥ
- Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, κατέστη κοινώς αποδεκτό ότι πριν από την επίδικη συμφωνία, όλοι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση, ήτοι η ALKIONI, ο εναγόμενος, ο Οργανισμός και η Τράπεζα, είχαν μια γενικότερη συνεργασία μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας συνήφθηκαν, κατά την περίοδο 23/06/98 - 07/06/01, αριθμός συμφωνιών, περιλαμβανομένων και συμφωνιών ενοικιαγοράς, άλλων από την επίδικη. Αν και οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς το βαθμό σημασίας που τα όσα έλαβαν χώρα κατά την εν λόγω περίοδο έχουν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, εντούτοις, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των εγειρόμενων θεμάτων, κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ σε όλα τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση κατά τη χρονολογική σειρά που αυτά έλαβαν χώρα. α) Στις 27/11/97, με την απόφαση υπ. αρ. 906, η Τράπεζα ενέκρινε αίτηση της ALKIONI για αύξηση του ορίου του υφιστάμενου τότε τρεχούμενου λογαριασμού της καθώς επίσης και για επανέγκριση του ορίου των εγγυητικών επιστολών «καλής πληρωμής» που μπορούσε να εκδώσει σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία. Το επανεγκριθέν όριο των εν λόγω επιστολών καθορίστηκε στις ΛΚ 30.000 (€51.258,04) και θα ίσχυε μέχρι το Νοέμβριο 1998 όταν θα γινόταν αναθεώρηση του (Τεκ.25α). β) Στις 27/04/1998, η ALKIONI προέβη σε Δέσμευση Κατάθεσης σε Εγγύηση ύψους ΛΚ 25.000 (€42.715,04) προς όφελος της Τράπεζας, ως εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης της ALKIONI, είτε η εν λόγω υποχρέωση υφίστατο τότε είτε θα προέκυπτε στο μέλλον, άμεσα ή έμμεσα και είτε ήταν προσωπική είτε κοινή με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Για την εν λόγω κατάθεση-δέσμευση ανοίχθηκε ο ειδικός λογαριασμός XXXXX5211 στο όνομα της ALKIONI, ο οποίος λογαριασμός έφερε πιστωτικό επιτόκιο 6.5% ετησίως (Τεκ.17). γ) Στις 23/06/98, κατόπιν αίτησης της ALKIONI, η Τράπεζα εξέδωσε προς όφελος του Οργανισμού την Εγγυητική Επιστολή G-333-0006296 για το ποσό των ΛΚ 25.000 (€42.715,04) (εφ εξής εγγυητική 6296), ως «.αντάλλαγμα της συμφωνίας του Οργανισμού να παρέχει ή να συνεχίσει να παρέχει.» πιστωτικές διευκολύνσεις προς την ALKIONI. Η εν λόγω εγγυητική καθορίστηκε να ισχύει για πέντε μήνες, ήτοι μέχρι τις 23/11/98 και δεν περιείχε οποιαδήποτε πρόνοια ανανέωσης (Τεκ.14). δ) Στις 27/10/99, κατόπιν αίτησης της ALKIONI, η Τράπεζα εξέδωσε προς όφελος του Οργανισμού δεύτερη Εγγυητική Επιστολή υπ. αρ. G-333-00023383 για το ποσό των ΛΚ30.0000 (€51.258,04) (εφ' εξής εγγυητική 23383), ως «.αντάλλαγμα της συμφωνίας του Οργανισμού να παρέχει ή να συνεχίσει να παρέχει.» πιστωτικές διευκολύνσεις προς την ALKIONI. Η εν λόγω εγγυητική καθορίστηκε να ισχύει για ένα χρόνο, ήτοι μέχρι τις 27/10/00 και περιείχε πρόνοια συνεχούς αυτόματης ανανέωσης (Τεκ.16). ε) Στις 18/02/00, με την απόφαση υπ. αρ. 176, η Τράπεζα ενέκρινε αίτηση της ALKIONI για επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της και για επανέγκριση του ορίου των ΛΚ 30.000 (€51.258,04) σε σχέση με την έκδοση εγγυητικών επιστολών «καλής πληρωμής», όριο το οποίο θα ίσχυε μέχρι το Φεβρουάριο 2001 όταν και θα αναθεωρείτο. Με την ίδια απόφαση, η Τράπεζα ενέκρινε και την έκδοση τρίτης εγγυητικής επιστολής προς όφελος του Οργανισμού, ύψους ΛΚ10.000 (€17.086,00). Ως όροι για τις εν λόγω εγκρίσεις, καθορίστηκαν από την Τράπεζα μεταξύ άλλων ότι, η ALKIONI θα εξοφλούσε κάποιο συμβόλαιο ενοικιαγόρας που είχε τότε με τον Οργανισμό καθώς και ότι θα χρησιμοποιούσε το ποσό που θα της δινόταν από τον Οργανισμό στα πλαίσια νέου «δανείου ενοικιαγοράς», αποκλειστικά για το σκοπό εκείνης της ενοικιαγοράς, ήτοι για την αγορά δύο ιχθυοκλοβών (Τεκ. 6). στ) Στις 24/02/00, κατόπιν αίτησης της ALKIONI, η Τράπεζα εξέδωσε προς όφελος του Οργανισμού την προαναφερόμενη εγκριθείσα Εγγυητική Επιστολή υπ. αρ. G-333-00028188 για το ποσό των ΛΚ10.000 (€17.086,00) (εφ' εξής εγγυητική 28188), ως «.αντάλλαγμα της συμφωνίας του Οργανισμού να παρέχει ή να συνεχίσει να παρέχει.» πιστωτικές διευκολύνσεις προς την ALKIONI. Η εν λόγω εγγυητική καθορίστηκε να ισχύει για ένα χρόνο, ήτοι μέχρι τις 24/01/01 και περιείχε πρόνοια συνεχούς αυτόματης ανανέωσης (Τεκ.15) ζ) Στις 25/2/2000, συνήφθη μεταξύ Οργανισμού και ALKIONI συμφωνία ενοικιαγοράς δύο ιχθυοκλοβών ύψους ΛΚ 44.000 με αρ. XXXXX
- Το συνολικό δανειζόμενο ποσό της εν λόγω συμφωνίας, μαζί με τα δικαιώματα ενοικιαγοράς υπολογισμένα με επιτόκιο 7,75% για 1 χρόνο, ανερχόταν στις ΛΚ 47.420,08 (Τεκ.7) . η) Στις 05/06/01, με την απόφαση υπ. αρ. 397, η Τράπεζα ενέκρινε αίτηση της ALKIONI για αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της, για επανέγκριση του ορίου των ΛΚ 30.000 (€51.258,04) για την έκδοση εγγυητικών επιστολών «καλής πληρωμής» και για χορήγηση δανείου τακτής προθεσμίας για το ποσό των ΛΚ 250.000,00 (€427.500,00). Ως όροι των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων τέθηκαν μεταξύ άλλων ότι, το δάνειο των ΛΚ250.000 θα χρησιμοποιείτο για την εξόφληση των δανείων που τόσο οι ενάγοντες όσο και ο Οργανισμός είχαν ως τότε χορηγήσει στην ALKIONI και ότι ποσό ΛΚ40.000 από το δάνειο θα χρησιμοποιείτο για την αγορά των δύο ιχθυοκλοβών που στοίχιζαν ΛΚ80.
- Με την ίδια απόφαση, οι ενάγοντες ενέκριναν και τη «.χορήγηση Δανείου Ενοικιαγοράς μέσω του (Οργανισμού) ύψους £40.000 για την εξόφληση της αγοράς των ιχθυοκλοβών συνολικής αξίας £80.000». Αποφασίστηκε τέλος όπως ακυρωθούν οι προσωπικές εγγυήσεις που είχαν δώσει ο εναγόμενος και άλλα μέλη της οικογένειας του προς την ALKIONI και όπως εξαλειφτούν κάποιες υποθήκες που υφίσαντο τότε επί ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου και αντικατασταθούν με άλλες (Τεκ.25β). η) Την 11/12/2002 συνήφθη η επίδικη συμφωνία μεταξύ του Οργανισμού και της ALKIONI, σύμφωνα με την οποία, ο Οργανισμός ενοικίασε στην ALKIONI υπό όρους ενοικιαγοράς και με δικαίωμα αγοράς (with option to purchase), ένα όχημα τύπου Βαρύ Φορτηγό Refrigerator με αρ. εγγραφής XXXXX09, μάρκας IVECO 50C13, για το συνολικό ποσό των 16.366,68 ΛΚ (συμπ. δικαιωμάτων αγοράς) (Τεκ. 4 και 5). Για το σκοπό της εν λόγω συμφωνίας ανοίχθηκε ειδικός λογαριασμός με αρ. XXXXX4975 στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι σχετικές με τη συμφωνία χρεωπιστώσεις (Τεκ.11). Τις υποχρεώσεις της ALKIONI δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας τις εγγυήθηκε προσωπικά ο εναγόμενος, ο οποίος τότε ήταν και διευθυντής της (Τεκ.26) και ο οποίος υπέγραψε για το σκοπό αυτό σχετική συμφωνία εγγύησης που βρισκόταν ενσωματωμένη στο κείμενο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκ.4). θ) Στις 05/07/2005, η ALKIONI τέθηκε υπό εκκαθάριση και παραλήπτης της περιουσίας της διορίστηκε αρχικά ο επίσημος παραλήπτης και στη συνέχεια ο εναγόμενος (Τεκ.23). ι) Περί τις 06/09/2005, ο Οργανισμός έστειλε επιστολή προς τον εναγόμενο και την ALKIONI με την οποία τους ενημέρωνε ότι λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή των συμφωνηθέντων μηνιαίων ενοικίων, ο επίδικος λογαριασμός τερματίζετο και απαίτησε όπως του παραδοθεί άμεσα το αντικείμενο της ενοικιαγοράς και του καταβληθούν όλα τα ποσά που κατέστησαν οφειλόμενα δυνάμει της επίδικης συμφωνίας (Τεκ.8). ια) Μετά που οι ενάγοντες ανέλαβαν τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του Οργανισμού στις 13/12/05 δυνάμει του σχετικού διατάγματος (Τεκ. 1, 2 και 3), έστειλαν και αυτοί επιστολές απαίτησης προς τον εναγόμενο και την ALKIONI στις 29/06/09 και 03/03/10, υπό την ιδιότητα πλέον του πιστωτή (Τεκ. 9 και 10). Έκτοτε και μέχρι σήμερα, καμία πίστωση έγινε στον επίδικο λογαριασμό. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Σημειώνω εδώ ότι κατά την ακρόαση, αν και οι ενάγοντες κατέθεσαν τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού από την αρχή της λειτουργίας του μέχρι και τις 31/12/18, συνοδευόμενες από σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του αρ.35 Κεφ. 9 (Τεκ. 11), εντούτοις ετοίμασαν και κατέθεσαν αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, με τις οποίες αφαίρεσαν από τον επίδικο λογαριασμό όλους τους χρεωθέντες τόκους υπερημερίας και τα δικαιώματα αγοράς ενώ μείωσαν και το εκάστοτε χρεωστικό επιτόκιο (Τεκ. 12 και 13). Στη βάση αυτών των αναδομημένων καταστάσεων, οι οποίες παρουσιάζουν το συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά την 06/09/05, ήτοι την ημερομηνία τερματισμού, στο ποσό των ΛΚ12.607,53 (ληγμένα ενοίκια εκ ΛΚ 7157,97 πλέον τα μη ληγμένα ενοίκια εκ. ΛΚ5450,56), μείον ΛΚ 381,96 ως επιστροφή δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, περιόρισαν την απαίτηση τους στα ποσά και επιτόκια που αναφέρονται στην εισαγωγή της απόφασης. Η εκδοχή των ΜΕ1 και ΜΕ2 ήταν απλή και συνίστατο στο ότι, εφόσον το αντικείμενο της επίδικης ενοικιαγοράς, ήτοι το φορτηγό-ψυγείο, μαζί με την προσωπική εγγύηση του εναγόμενου, ήταν οι μόνες εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί σε σχέση με τις επίδικες συμβατικές υποχρεώσεις της ALKIONI, ο εναγόμενος οφείλει να πληρώσει ως εγγυητής, το οφειλόμενο υπόλοιπο που προέκυψε. Σημειώνω εδώ ότι κατά την κυρίως εξέταση του, ο κύριος μάρτυρας των εναγόντων, ήτοι ο ΜΕ1, επεκτάθηκε και στη θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος έχει απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής λόγω είσπραξης ή παράλειψης είσπραξης κάποιας «εγγυητικής επιστολής» που κάλυπτε την επίδικη συμφωνία. Επειδή όμως στο δικόγραφο της υπεράσπισης δεν συγκεκριμενοποιείτο η εγγυητική επιστολή στην οποία αναφέρετο ο εναγόμενος και επειδή η πλευρά των εναγόντων ουδέποτε ζήτησε λεπτομέρειες σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό, ο μάρτυρας χρησιμοποίησε την ένορκη αποκάλυψη στην οποία είχε προβεί η υπεράσπιση μέχρι την ημέρα που ετοιμάστηκε η δήλωση του ώστε να αντιληφθεί σε ποια εγγυητική αφορούσε ο εν λόγω ισχυρισμός. Επειδή η πλευρά του εναγόμενου είχε τότε αποκαλύψει μόνο την εγγυητική 28188 ύψους ΛΚ10.000 ημερ. 24/02/00 (Τεκ.15), ο μάρτυρας θεώρησε ότι είναι σε αυτή την εγγυητική που αναφέρετο η υπεράσπιση. Λόγω τούτου, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι διερεύνησε τα όσα περιέβαλλαν εκείνη την εγγυητική και εντοπίζοντας την απόφαση της Τράπεζας υπ. αρ.176 (Τεκ.6), διαπίστωσε, ως ισχυρίστηκε, ότι η εν λόγω εγγυητική είχε δοθεί ενόψει της εγκριθείσας ενοικιαγοράς της 25/02/00 για την αγορά δύο ιχθυοκλοβών συνολικής αξίας ΛΚ 44.000 εξ' ου και η εγγυητική αυτή εκδόθηκε μόλις μία μέρα πριν από εκείνη τη συμφωνία ενοικιαγοράς. Διερευνώντας περαιτέρω το θέμα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εντόπισε την κατάσταση του λογαριασμού που είχε ανοιχθεί σε σχέση με εκείνη την ενοικιαγορά (Τεκ. 7) οπόταν και διαπίστωσε ότι εκείνο το χρέος είχε εξοφληθεί πλήρως την 01/03/10 και συνεπεία τούτου η Τράπεζα, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, θεώρησε ακυρωθείσα τη συγκεκριμένη εγγυητική αφού ήταν πλέον άνευ αντικειμένου. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, του υποδείχτηκαν και οι τρεις οι εγγυητικές που είχαν δοθεί κατά καιρούς από την Τράπεζα προς τον Οργανισμό και του υπεβλήθη ότι όλες κάλυπταν τον επίδικο λογαριασμό, τόσο σωρευτικά όσο και η κάθε μια από μόνη της. Υπεβλήθη επίσης στο μάρτυρα ότι πρόσθετα των εν λόγω εγγυητικών, ο επίδικος λογαριασμός, όπως και άλλα χρέη της ALKIONI, εξασφαλίζονταν και από τη δεσμευμένη κατάθεση των ΛΚ 25.000 ημερ. 27/04/1998 αλλά και από χρήματα του εναγόμενου και της συζύγου του που υπήρχαν κατατεθειμένα και δεσμευμένα σε ειδικό λογαριασμό στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην BANK OF CYPRUS (LONDON), με αρ. XXXXX8-700 (βλ. Τεκ.27 και 29). Όλες αυτές οι εξασφαλίσεις, υπέβαλε ο συνήγορος στο μάρτυρα υποδεικνύοντας του τα σχετικά έγγραφα και οι οποίες εξασφαλίσεις κατά το συνήγορο ουδέποτε ακυρώθηκαν, κάλυπταν πλήρως τον επίδικο λογαριασμό και το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό και συνεπώς ο εναγόμενος κανένα ποσό υποχρεούται να πληρώσει ως εγγυητής της ALKIONI. Ο ΜΕ1 απέρριψε τις εν λόγω υποβολές και ισχυρίστηκε τα εξής: Α) Όσον αφορά την εγγυητική υπ' αρ. 6296, αυτή είχε λήξει πολύ πριν την επίδικη συμφωνία, ήτοι στις 23/11/98 και επομένως δεν υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Β) Όσον αφορά την εγγυητική 23383 για το ποσό των ΛΚ30.0000 (€51.258,04), αυτή, όπως και η εγγυητική υπ' αρ. 28188, επειδή είχε εκδοθεί για άλλη συμφωνία στην οποία είχε τότε προβεί η ALKIONI με τον Οργανισμό με αρ. XXXXX2075 για ενοικιαγορά τεσσάρων ιχθυοκλοβών η οποία εξοφλήθηκε πριν την επίδικη συμφωνία, κατέστη άνευ αντικειμένου και ως τέτοια θεωρήθηκε ακυρωμένη. Γ) Όσον αφορά τη δεσμευμένη κατάθεση των ΛΚ 25.000, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι διερευνώντας τον εν λόγω ισχυρισμό στα πλαίσια άλλης αγωγής εναντίον του εδώ εναγόμενου όπου προβλήθηκε ο ίδιος ισχυρισμός, διαπίστωσε ότι το εν λόγω ποσό είχε κατατεθεί στον ειδικό λογαριασμό της ALKIONI με αρ. XXXXX5211 στις 29/04/98 (Τεκ. 18) όμως στη συνέχεια εκταμιεύτηκε σε δύο δόσεις δια μεταφοράς του σε άλλο λογαριασμό της ALKIONI με αρ. XXXXX9759 όπου και χρησιμοποιήθηκε πλήρως από την τελευταία. Συγκεκριμένα, ανέφερε ο ΜΕ1 και υποστήριξε ο ΜΕ2 ο οποίος παρουσίασε τις καταστάσεις αυτού του άλλου λογαριασμού της ALKIONI συνοδευόμενες από πιστοποιητικά δυνάμει του αρ. 35 Κεφ.9, στον εν λόγω λογαριασμό της τελευταίας πιστώθηκαν δια μεταφοράς από το δεσμευμένο λογαριασμό, ΛΚ12.591,55 στις 28/07/98 και ΛΚ 12.400 στις 14/12/98 ενώ το υπολειπόμενο ποσό των ΛΚ28,14 κατακρατήθηκε από την τράπεζα ως φόρος για την Άμυνα. Επομένως, υποστήριξαν αμφότεροι οι ΜΕ1 και ΜΕ2, όλη η εν λόγω δεσμευμένη κατάθεση δεν υφίστατο ούτε κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας και συνεπώς δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εξόφληση του επίδικου χρέους (βλ. Τεκ. 20, 21 και 22). Δ) Όσον αφορά τα κατ' ισχυρισμό χρήματα που υπήρχαν κατατεθειμένα σε αγγλικό λογαριασμό, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το Τεκ.27 που επικαλείται η υπεράσπιση ουδόλως υποστηρίζει τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του εναγόμενου και αυτό γιατί το εν λόγω τεκμήριο δεν δείχνει τίποτα περισσότερο από το ότι εννέα χρόνια πριν την επίδικη συμφωνία, ήτοι το 1993, ο εναγόμενος και η σύζυγος του είχαν δύο λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου Λονδίνου και μεταξύ 08/07/93 και 12/07/93 έκλεισαν τον ένα μεταφέροντας 45.000 στερλίνες στον άλλο και σε κάποια άγνωστη ημερομηνία φέρεται να έδωσαν εντολή στην Τράπεζα Κύπρου Λονδίνου να δεσμεύσει προς όφελος του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στη Λεμεσό το ποσό των 45.000 στερλίνων από κάποιο λογαριασμό τους ο οποίος όμως δεν αναφέρεται στην εντολή. Παρ' όλες τις προσπάθειες τις Τράπεζας, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί κανένας εκ των λογαριασμών στους οποίους παραπέμπει το Τεκ. 27 ή οποιαδήποτε χρήματα του τελευταίου σε τέτοιους αγγλικούς λογαριασμούς, ακόμη και μετά από σχετική εξουσιοδότηση του εναγόμενου (Τεκ.29) ενώ αν εντοπίζονταν τέτοια χρήματα, σίγουρα η Τράπεζα θα προχωρούσε σε συμψηφισμό του επίδικου χρέους και δεν θα είχε λόγο να καταχωρήσει ή να προωθεί την παρούσα αγωγή. Στην αντίπερα όχθη, με δύο γραπτές δηλώσεις που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφα Β1 και Β2), ο εναγόμενος, επικαλούμενος την πολύχρονη επιτυχή επιχειρηματική δραστηριότητα και πείρα του καθώς επίσης και την πανεπιστημιακού επιπέδου μόρφωση του, αμφισβήτησε όλους σχεδόν τους ισχυρισμούς των εναγόντων ενώ απέδωσε στους ΜΕ1 και ΜΕ2 και κατηγορίες υπεξαίρεσης των ποσών που κατ' εκείνον βρίσκονταν κατατεθειμένα στους διάφορους λογαριασμούς και εξασφάλιζαν, μεταξύ άλλων, την επίδικη συμφωνία. Τους εν λόγω μάρτυρες αλλά και τους ενάγοντες γενικότερα, ο εναγόμενος τους κατηγόρησε και για προσπάθεια συγκάλυψης αυτών των κατ' ισχυρισμό παράνομων υπεξαιρέσεων ισχυριζόμενος ότι αλλοίωσαν, παραποίησαν και πλαστογράφησαν τις καταστάσεις όλων των λογαριασμών που παρουσίασαν και ειδικότερα του επίδικου και ισχυρίστηκε ότι αποκορύφωμα των ενεργειών τους αυτών ήταν η «κατασκευή» των φερόμενων ως αναδομημένων καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού, οι οποίες καταστάσεις κατά τον εναγόμενο, δεν συνιστούσαν «αναδόμηση» αλλά «αποδόμηση» ενός λογαριασμού που «οικοδομήθηκε» με παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και ρήτρες. Για τους εν λόγω ισχυρισμούς του ο εναγόμενος ανέφερε ότι έχει ήδη προβεί σε καταγγελία στο ΤΑΕ Λ/σου το οποίο αναμένει οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία (Τεκ.31). Επί των επίδικων γεγονότων, δεχόμενος τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς μεταξύ ALKIONI και Οργανισμού υπό την προσωπική του εγγύηση, την «στάση των πληρωμών» στον επίδικο λογαριασμό από τις 05/07/05 που η ALKIONI τέθηκε υπό εκκαθάριση καθώς επίσης και την αποστολή των επιστολών τερματισμού της 06/09/05, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η επίδικη συμφωνία συνήφθη στα πλαίσια της γενικότερης συνεργασίας όλων των εμπλεκομένων μερών, η οποία συνεργασία είχε ως εξής: « Το 1992 ιδρύθηκε η ALKIONIFISHFARMSLTD με κύριο σκοπό , όπως ανάφερα πιο πάνω, να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της ιχθυοκαλλιέργειας τόσο για την παραγωγή θαλασσινών ειδών αλλά και ιδιαίτερα για την ανάπτυξη της τεχνολογίας και τεχνογνωσίας αυτού του πρωτοπόρου και ραγδαία αναπτυσσόμενου τομέα. Εγώ ο XXXXX Λοφίτης από την εργασία μου τότε στο εξωτερικό που εργαζόμουν είχα καταθέσεις σε Joint account μαζί με την σύζυγο μου XXXXX Λοφίτου στην Barcleys Bank Λονδίνου. Επειδή η Τράπεζα Κύπρου Finance (ΟΧΤΚ), για να χρηματοδοτήσει τους διάφορους εξοπλισμούς χρειαζόταν εγγυήσεις είτε προσωπικές είτε εγγυητικές επιστολές, συμφωνήσαμε με τον διευθυντή τόσο του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, που συνεργαζόμαστε, στην Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό, όσο και τον (ΟΧΤΚ) για να δεσμευτεί από ένα προσωπικό μας λογαριασμό, υπέρ της Τράπεζας Κύπρου ΛΤΔ (Γρίβα Διγενή) ένα ποσό της τάξης των STG 45,000.00 στην BANK OF CYPRUS (LONDON) LTD όπου και μεταφέραμε STG 45,000.00 από την Barclays Λονδίνου. Για την δέσμευση του ποσού υπέγραψα και σχετική εντολή προς την Τράπεζα Κύπρου στην Κύπρο (Κατάστημα GrivaDigeni). Η δέσμευση συμπεριλάμβανε και τους τόκους που θα προέκυπταν από το πιο πάνω κατατεθειμένο/δεσμευμένο ποσό. Η μεταφορά του ποσού έγινε στις 8 Ιουλίου 1993 στον λογαριασμό μας AccountNo. XXXXX9-700 και η δέσμευση έγινε την επόμενη μέρα 9/7/1993 σε ειδικό λογαριασμό με αριθμό AccountNo: XXXXX8-
- Από την ημέρα που δεσμεύτηκε το πιο πάνω ποσό η εταιρεία είχε στην διάθεσή της στην Κύπρο ένα όριο ΛΚ 30.000 για να εκδίδει Εγγυητικές για κάλυψη ενοικιαγορών που η συνολική τους αξία συμποσούμενες δεν θα ξεπερνούσαν τότε το όριο των ΛΚ30.
- Το πιο πάνω όριο κάθε φορά που η εταιρεία έκαμνε είτε κάποια αναδιάρθρωση είτε αύξανε τα όρια δανεισμού της είτε το παρατράβηγμα της (το overdraft) γινόταν και σχετική αναφορά για επανέγκριση του ορίου των ΛΚ30.000 (δες διαχρονικές αποφάσεις της BOC...).Γινόταν επίσης αναφορά στις πιο πάνω αποφάσεις και για έγκριση της έκδοσης ακόμα μίας εγγυητικής επιστολής αξίας ΛΚ 10.000, από ένα σημείο και μετά (Τεκμήριο 15) και τοιουτοτρόπως η Τράπεζα δέσμευσε ακόμη ένα ποσό. Παρουσιάζω σχετικά έγγραφα που είναι οι ειδοποιήσεις/αποδείξεις (debitAdvice) για την ύπαρξη της πιο πάνω εγγυητικής των ΛΚ 10.000 για τις περιόδους 24/02/11 μέχρι 23/02/12 (Τεκμήρια 19) και 24/02/13 μέχρι 23/02/14 ( Τεκμήριο 19). Η έγκριση και η έκδοση αυτής της εγγυητικής προέκυψε γιατί σε κάποια φάση η υπάρχουσα (η εν ενεργεία) εγγυητική, των ΛΚ 30.000, δεν επαρκούσε για κάλυψη του συνόλου της αξίας των αντικειμένων των ενοικιαγορών εκείνης της δεδομένης στιγμής. Οι εγγυητικές ανανεώνονταν αυτόματα και δεν αναφαίρετο σε αυτές το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που κάλυπταν, φτάνει το συνολικό υπόλοιπο των αντικειμένων της ενοικιαγοράς να μην ξεπερνούσε την συνολική αξία των εκδομένων εγγυητικών. Σε περίπτωση που την δεδομένη στιγμή, της υπογραφής κάποιου συμβολαίου για ενοικιαγορά οποιωνδήποτε αντικειμένων μεγάλης αξίας, που το σύνολο των εγγυητικών δεν κάλυπταν το συνολικό ποσό των ενοικιαγορών (υφιστάμενων και νέων) τότε, αν ήταν απαραίτητο, κάλυπτα εγώ δια της παραχώρησης προσωπικής εγγύησης, και αυτό για να υπερβούμε προσωρινά τον σκόπελο..» Κατά τον εναγόμενο συνεπώς, εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης συμφωνίας υφίσταντο οι εγγυητικές επιστολές, οι οποίες παρέμειναν και μέχρι σήμερα παραμένουν σε ισχύ αφού ανανεώνονταν αυτόματα και οι οποίες σκοπό είχαν την κάλυψη όλων των συμβολαίων ενοικιαγοράς με τον Οργανισμό: Α) «.μέρος του ποσού της εγγυητικής (G-333-00028188 ημερομηνίας 24/2/2000 για ποσό των £10,000) έπρεπε να εισπραχθεί, και εισπράχθηκε από τους Ενάγοντες, και συγκεκριμένα το ποσό των ΛΚ7.156.97 δηλαδή €12.228.40 (τα καθυστερημένα ενοίκια) όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της επιστολής του ΟΧΤΚ 6/9/2005 (Τεκμήριο 8) προς την ALKIONIFISHFARMSLTD, προς πλήρη εξόφληση των καθυστερημένων δόσεων. Κατά φυσική συνέπεια οι Ενάγοντες θα πρέπει να έχουν εις χείρας το υπόλοιπο του ποσού της εγγυητικής με αρ. G -333-00028188 (Τεκμήριο 15) δηλαδή €4.858.60 (€17.086,00 - €12.228.40 = €4.858.60) και ολόκληρη η μέρους της αξία της εγγυητικής με αρ. G-333-00023383 (Τεκμήριο 16) δηλαδή του ποσού των €51.256.00 (ΛΚ 30.000), που έχει απελευθερωθεί..» Β) «.εάν οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι δεν έχουν εισπράξει από την εγγυητική το ποσό των καθυστερημένων δόσεων ήτοι τις (ΛΚ 7.156.97) ισόποσο με €12.228.
- και πάλι εγώ ισχυρίζομαι ότι έχω απαλλαγή από εγγυητής, διότι οι Ενάγοντες λόγω παράλειψης τους να τα εισπράξουν έχουν παραβλάψει την τελική ικανοποίηση μου, σαν εγγυητή.. εφόσον . ΕΠΡΕΠΕ οι Ενάγοντες να εισπράξουν την εγγυητική G-333-00028188 ή την G-333-00023383 οι οποίες ήδη βρισκόταν στα χέρια τους ή απευθείας ακόμα από τον δεσμευμένο στην Κύπρο λογαριασμό με αρ. 0333-04-
- Η παράλειψη τους αυτή με ζημίωσε, ως εγγυητή της παρούσης ενοικιαγοράς και με απαλλάσσει από την ευθύνη του εγγυητή. Για τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι απέστειλε σχετικές επιστολές στην Τράπεζα στις 06/11/12 και 19/10/15 (Τεκ.28), ήτοι μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από την τελευταία. Πρόσθετα των πιο πάνω ο εναγόμενος ισχυρίστηκε και τα εξής: Α) Το πραγματικά οφειλόμενο ποσό κατά τον τερματισμό της συμφωνίας ήταν πολύ χαμηλότερο από αυτό που ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες, ήτοι ανέρχετο στις ΛΚ1.718.30 (€2.935.89) και αυτό σφ' ενός γιατί η ALKIONI είχε ως τότε καταβάλει δόσεις συμποσούμενες στο ποσό των ΛΚ 14,663,68 και αφ' ετέρου γιατί, σύμφωνα με τον εναγόμενο υπήρχε συμφωνία/διευθέτηση με την τράπεζα ότι ακόμη και εάν το υπόλοιπο στον λογαριασμό της εταιρείας καθίστατο ακόμη και αρνητικό η τράπεζα υποχρεούτο να πληρώνει τκ εντολές πληρωμής (standing order) από τον τρεχούμενο της εταιρείας (Τεκ.30). Β) «.Οι ενάγοντες καθυστέρησαν να τερματίσουν την σύμβαση ενοικιαγοράςκαι μάλιστα με κακή πρόθεση, με αποτέλεσμα εκ των πραγμάτων να δοθεί παράταση χρόνου στην εξόφληση της ενοικιαγοράς, παράταση στην οποία εγώ δεν έχω συγκατατεθεί, αφού η παράταση θα δημιουργούσε επιπρόσθετους τόκους και τόκους υπερημερίας». Γ) «.Οι Ενάγοντες, ουδέποτε έχουν εγείρει αγωγή εναντίον της εταιρείας ALKIONIFISHFARMSLTD, ή ακόμη ισχυρίζομαι ότι δεν έχουν προχωρήσει στην «Επαλήθευση χρέους» της υπό εκκαθάριση εταιρείας ALKIONIFISHFARMSLTD, εφόσον η εταιρεία αυτή είναι ο πρωτοφειλέτης, η οποία αγόρασε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο με το σύστημα ενοικιαγοράς. Η παράλειψη αυτή να διεκδικήσουν το διεκδικούμενο ποσό από τον εκκαθαριστή της εταιρείας καθώς και να προχωρήσουν με την «επαλήθευση χρέους» θεωρώ ότι με έχει απαλλάξει από εγγυητή.» ενώ επειδή «.οι Ενάγοντες δεν διεκδίκησαν, όταν ανέλαβε ο προσωρινός εκκαθαριστής την εταιρία, αλλά ούτε και μετά διεκδίκησαν να τους επιστρέψει η εταιρεία ALKIONIFISHFARMSLTD το αυτοκίνητο. αυτό (έχει) καταστραφεί και εκμηδενιστεί η αξία του γιατί εγκαταλείφτηκε. Άρα θεωρώ ότι και στην περίπτωση αυτή έχω απαλλαγή ως εγγυητής, γιατί η τράπεζα δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για το περιουσιακό στοιχείο για το οποίον στη περίοδο εκείνη δεν είχα κανένα έλεγχο ή εποπτεία». Δ) Οι ενάγοντες δεν απέστελλαν καταστάσεις λογαριασμού μετά την εκκαθάριση της ALKIONI «και μας κρατούσαν σε πλήρη συσκότιση και μάλιστα μας αφήναν, τόσο εμένα όσο και την εταιρεία, με την εντύπωση (αφού υπήρχε το standing order αλλά και η διευθέτηση μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας . ότι έπαιρναν κανονικά τις δόσεις για την ενοικιαγορά. Και άρα οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο μειώθηκε σοβαρά ή εξοφλήθηκε. Ε) Πριν την παρούσα αγωγή είχε ηγέρθη άλλη αγωγή με αρ. 1326/2010 στις 15/3/2010 για τα ίδια επίδικα θέματα η οποία όμως αποσύρθηκε χωρίς να ζητηθεί άδεια διακοπής της σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή
- Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες τελικές τους αγορεύσεις στα πλαίσια των οποίων αφού υποστήριξαν το αξιόπιστο της εκδοχής των μαρτύρων της πλευράς τους έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς, προέβαλαν την επιχειρηματολογία τους, η οποία ουσιαστικά περιστρέφετο γύρω από τις θέσεις των πελατών τους, ως αυτές αναφέρονται ανωτέρω. Εν συντομία, ο κ. Αποστολίδης, επικαλούμενος το αξιόπιστο της μαρτυρίας του εναγόμενου, ο οποίος, σύμφωνα με το συνήγορο έδειξε ότι κατέχει και επιχειρηματικές αλλά και νομικές γνώσεις, υποστήριξε ότι ο τελευταίος έχει απαλλαγεί από οποιαδήποτε υποχρέωση ως εγγυητής της επίδικης συμφωνίας εφόσον λόγω των επίμαχων εγγυητικών επιστολών και των δεσμευμένων χρημάτων του εναγόμενου και της οικογένειας του τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία, «οι Ενάγοντες έχουν εισπράξει κάθε οφειλή που αξιώνουν». Αν παρέλειψαν δε οι ενάγοντες να εισπράξουν τις εγγυητικές, υποστήριξε ο συνήγορος, τότε ο εναγόμενος θα πρέπει και πάλι να απαλλαγεί ως εγγυητής, διότι αυτή η παράλειψη των εναγόντων συνιστά, κατά το συνήγορο, «πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή που παραβλάπτει την τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη» κατ' εφαρμογή του αρ. 97 Κεφ.
- Η κα Δημητρίου από την άλλη, υποστήριξε ότι όλα σχεδόν όσα προώθησε κατά την ακρόαση ο εναγόμενος εκφεύγουν της δικογραφίας και συνεπώς θα πρέπει να αγνοηθούν ενώ αντίθετα με τους ενάγοντες οι οποίοι απέδειξαν πλήρως την υπόθεση τους με την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, ο εναγόμενος και αναξιόπιστος ήταν αλλά και απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις θέσεις του ως προς τη σχέση των επίμαχων εγγυητικών με την επίδικη συμφωνία και κατ' επέκταση το βάσιμο της θέσης του περί απαλλαγής του. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνω σκόπιμο όπως ασχοληθώ πρώτα με κάποια θέματα που εγείρονται στις αγορεύσεις αμφότερων των συνηγόρων και τα οποία άπτονται της υπόθεσης που προώθησαν οι πελάτες τους αντίστοιχα. Το πρώτο αφορά στην αγόρευση της κας Δημητρίου όπου η συνήγορος, με αναφορά σε διάφορες αποφάσεις πρώτου και δεύτερου βαθμού ως προς το ποια είναι η σωστή δικαστική πρακτική σε σχέση με θέματα αποδεκτότητας μαρτυρίας, σχολιάζει το γεγονός ότι «αρκετές φορές» κατά την ακρόαση, ενστάσεις της σε σχέση με την αποδεκτότητα μαρτυρίας από πλευράς εναγομένου απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο με ενδιάμεσα rulings. Παρά τις συνεχείς αναφορές της συνηγόρου όμως στην αγόρευση της σε εσφαλμένη αποδοχή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας εντούτοις καμία αναφορά κάμνει ως προς το ποια είναι αυτή η μαρτυρία που δεν έπρεπε να γίνει αποδεκτή όπως και καμία εισήγηση κάμνει για αποκλεισμό συγκεκριμένης μαρτυρίας έστω και σε αυτό το στάδιο και αυτό παρά τη νομολογιακή αρχή ότι «το δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια αναθεώρησης ενδιάμεσων αποφάσεων του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας» και δη αποφάσεων ως προς την αποδεκτότητα μαρτυρίας (βλ. Ρουβήμ Μιχάλης ν. Laiki Cyprialife Limited,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1300, Πιέρου Μάριος ν. Δέσποινας Ηλία,
(2010)1 Α.Α.Δ. 843 και Shanu and Another v Afribank Nigeria plc [2003] 5 LRC 274). Επί της πιο πάνω θέσης σημειώνω κατ' αρχή ότι το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την παρουσίαση μαρτυρίας συλλήβδην ώστε να αποφανθεί επί αυτής στο τέλος της υπόθεσης ως αφήνει να νοηθεί η συνήγορος. Αντιθέτως το Δικαστήριο, με γνώμονα τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης και τα όσα δεδομένα ήταν ενώπιον του κατά το στάδιο προσαγωγής της μαρτυρίας, επέτρεψε για τους λόγους που αναφέρονται στα σχετικά rulings, την παρουσίαση της εν λόγω μαρτυρίας επισημαίνοντας ότι τα όσα θέματα ηγέρθηκαν μέσω των ενστάσεων της συνηγόρου και τα οποία αφορούσαν στην αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας, αυτά θα αποφασίζονταν στο κατάλληλο στάδιο, ήτοι στο τέλος της υπόθεσης όταν το Δικαστήριο θα είχε πλέον ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας, ως άλλωστε επιβάλλει και η νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2018:D513, Αίτηση Αρ. 147/2018, 23/11/2018). Το Δικαστήριο υπενθύμισε παράλληλα την αρχή ότι, αν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας ήθελε διαφανεί ότι παρείσφρησε μαρτυρία που είναι εκτός δικογράφων, αυτή βεβαίως θα αγνοηθεί (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, ECLI:CY:AD:2016:A288, Πολιτική Έφεση Αρ. 64/2011, 16/6/2016, Χαραλάμπους ν. Κούτα
(1997)1 Α.Α.Δ. 23 και Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω ότι η μαρτυρία για την οποία ηγέρθηκαν οι πλείστες ενστάσεις της συνηγόρου, αφορούσε στη γενικότερη συνεργασία των εμπλεκομένων μερών, στις τρεις επίμαχες εγγυητικές, στη δεσμευμένη κατάθεση των ΛΚ25.000 και στον λογαριασμό που ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε στην Αγγλία και τον οποίο δέσμευσε στα πλαίσια της συνεργασίας του με την Τράπεζα. Όλα αυτά τα θέματα όμως περιστρέφονταν γύρω από τη δικογραφημένη θέση του εναγόμενου ότι αυτός θα πρέπει να απαλλαγεί διότι οι ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους «εγγυητική επιστολή» την οποία εισέπραξαν ή όφειλαν να εισπράξουν, καθώς επίσης και ότι αυτοί «.τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα του εγγυητή ή παρέλειψαν να τελέσουν πράξη οι οποία επιβάλλετο από τις υποχρεώσεις τους προς τον εγγυητή και συνεπεία αυτού παράβλαψαν την τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.». Οι ενάγοντες ουδέποτε ζήτησαν από την υπεράσπιση να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες και να δεσμευτεί έτσι δικογραφικά ως προς το ποια από τις τρεις εγγυητικές επιστολές είναι που κατ' εκείνη κάλυπτε την επίδικη συμφωνία ή ποιες πράξεις ή παραλείψεις των εναγόντων ήταν ασυμβίβαστες με τα δικαιώματα του εναγόμενου ως εγγυητή, στοιχεία τα οποία αποκαλύφθηκαν κατά τη δεύτερη Ε/Δ αποκάλυψης της υπεράσπισης. Την ίδια στιγμή, οι πρώτοι που παρουσίασαν μαρτυρία για τα εν λόγω θέματα κατά την ακρόαση και αναφέρθηκαν σε εγγυητικές επιστολές καθώς επίσης και στις συμφωνίες που συνήφθηκαν και στις αποφάσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια της γενικότερης συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων μερών πριν την επίδικη συμφωνία, ήταν οι ίδιοι ενάγοντες με την κυρίως εξέταση του πρώτου και βασικού τους μάρτυρα, ήτοι του ΜΕ1. Ο τελευταίος, όπως ανέφερα ανωτέρω, χωρίς να προκληθεί από την υπεράσπιση, αναφέρθηκε από μόνος του στη μία εκ των τριών εγγυητικών καθώς επίσης και σε άλλες συμφωνίες και αποφάσεις της Τράπεζας, «ανοίγοντας» ουσιαστικά έτσι την πόρτα των επιδίκων θεμάτων στον εναγόμενο. Πρόσθετα όμως τούτων, οι ενάγοντες προχώρησαν και προσκόμισαν οι ίδιοι μαρτυρία σε σχέση με ισχυρισμούς που αρχικά υποστήριξαν ότι ήταν άσχετοι με τα επίδικα θέματα και μη καλυπτόμενοι από τη δικογραφία. Η μαρτυρία του ΜΕ2 αφορούσε αποκλειστικά στην παρουσίαση της πορείας των ΛΚ 25.000 που δεσμεύτηκαν στις 27/04/98 από την ALKIONI και αυτό η στιγμή που η συνήγορος είχε φέρει ένσταση στην παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας από πλευράς εναγόμενου. Εάν θα αγνοείτο συνεπώς η επί του προκειμένου μαρτυρία του εναγόμενου αυτό αναπόφευκτα θα σήμαινε ότι και η μαρτυρία του ΜΕ2 θα έπρεπε ν' αγνοηθεί ως επίσης άσχετη με τα επίδικα θέματα, θέση βέβαια η οποία δεν συνάδει με την άλλη θέση της κας Δημητρίου ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 ήταν και αξιόπιστη αλλά και πλήρως σχετική με τα επίδικα θέματα. Διευκρινίζω βέβαια εδώ ότι είναι ένα θέμα το αν η υπό κρίση μαρτυρία του εναγόμενου εμπίπτει στις δικογραφημένες θέσεις του και άλλο το αν αυτή σχετίζεται, εν τη φυσιολογική έννοια του όρου, με την επίδικη συμφωνία ως αυτός ισχυρίζεται. Με άλλα λόγια, το ότι επιτράπηκε στον εναγόμενο να παρουσιάσει τις τρεις εγγυητικές και τις δύο καταθέσεις στα πλαίσια προβολής της υπεράσπισης του, δεν συνεπάγεται αυτόματα και ότι τα εν λόγω έγραφα όντως συνδέονται με την επίδικη συμφωνία και συνιστούν την καλή και νόμιμη υπεράσπιση στις αξιώσεις των εναγόντων ως αυτός ισχυρίζεται, θέμα το οποίο άπτεται και της αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας αλλά και της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Τα πιο πάνω οδηγούν στο δεύτερο σημείο που κρίνω σκόπιμο να θίξω από αυτό το στάδιο και το οποίο αφορά στον κεντρικό άξονα της υπεράσπισης, όπως αυτός προωθήθηκε με τη μαρτυρία του εναγόμενου και υποστηρίχθηκε κατά την αγόρευση του κ. Αποστολίδη, ήτοι ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να απαλλαχτεί από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής, αφ' ενός διότι οι ενάγοντες εισέπραξαν το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό από τις εγγυητικές και/ή τους λογαριασμούς του εναγόμενου που είχαν στην κατοχή τους και αφ' ετέρου διότι παρέλειψαν να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό. Ένας θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ως ισχυρισμοί πραγματικών γεγονότων, οι δύο αυτές θέσεις της υπεράσπισης αντιφάσκουν μεταξύ τους και αλληλοσυγκρούονται σε τέτοιο βαθμό που από μόνο του το γεγονός αυτό είναι αρκετό για να σφραγίσει την τύχη όλης της υπεράσπισης. Αυτό διότι δεν μπορεί να προβάλλεται από τη μια ως πραγματικό γεγονός ότι οι ενάγοντες «.εισέπραξ(αν) εγγυητικήν επιστολήν» και μάλιστα «προς πλήρη και τέλεια εξόφληση οποιασδήποτε αξίωσης (τους)» ως αναφέρεται στην παρ. 3 της Υπεράσπισης, ισχυρισμός ο οποίος σαφέστατα βαρύνει αποκλειστικά τον εναγόμενο να τον αποδείξει και ταυτόχρονα ότι επίσης ως πραγματικό γεγονός, ο Οργανισμός και κατ' επέκταση οι ενάγοντες, «.παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να προχωρήσουν στην έγκαιρη είσπραξη . του οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού.από την εγγυητική επιστολή.» ως αναφέρεται στην παρ. 4α της Υπεράσπισης. Σε κάθε περίπτωση, καμία απόδειξη πληρωμής των χρημάτων που αναφέρονται στις επίμαχες εγγυητικές παρουσιάστηκε από πλευράς υπεράσπισης ώστε να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός ότι ως πραγματικό γεγονός απαιτήθηκαν και εισπράχθηκαν χρήματα μέσω των εγγυητικών. Υπό αυτή τη σκοπιά συνεπώς, η υπεράσπιση του εναγόμενου θα υπόκειτο σε πλήρη απόρριψη. Προσεκτική όμως ανάγνωση της μαρτυρίας του εναγόμενου αλλά και της αγόρευσης του κ. Αποστολίδη, αγόρευση η οποία να σημειωθεί κινήθηκε στις ίδιες γραμμές με την αντεξέταση του συνηγόρου και στην οποία γίνεται αναφορά στην Συνεργατική Πιστωτική Eταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd,
(2008)1 Α.Α.Δ. 837, καταδεικνύει ότι η θέση της υπεράσπισης περί εξόφλησης λόγω «είσπραξης» εγγυητικής επιστολής, εδράζεται επί νομικού ισχυρισμού και συγκεκριμένα επί του ισχυρισμού ότι εφόσον μια εγγυητική επιστολή πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν χρήματα μετρητά (cash in hand), η λήψη και αποδοχή της από το δικαιούχο της θα πρέπει να θεωρηθεί χωρίς άλλο ως είσπραξη χρημάτων. Υπό αυτή τη νομική σκοπιά συνεπώς, οι δύο θέσεις που συνιστούν τον κεντρικό άξονα της υπεράσπισης δύναται να συνυπάρχουν και είναι υπό αυτή τη σκοπιά που θα τις προσεγγίσω. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τις εκατέρωθεν θέσεις. Σημειώνω κατά πρώτο ότι για ανεξήγητο λόγο, η πλειοψηφία των ισχυρισμών που προέβαλε ο εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες των εναγόντων κατά την αντεξέταση τους ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν επί αυτών. Ουσιαστικά, είναι κατά τη μαρτυρία του εναγόμενου που για πρώτη φορά προωθήθηκαν οι ισχυρισμοί περί πλαστών και παραποιημένων καταστάσεων τόσο του επίδικου όσο και των άλλων λογαριασμών που παρουσίασαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 και οι οποίες συνοδεύτηκαν από πιστοποιητικά δυνάμει του αρ.35 Κεφ.9, οι ισχυρισμοί περί παράνομου και αντισυμβατικού τερματισμού της επίδικης συμφωνίας έστω και αν δεν αμφισβητείται ότι οι εν λόγω επιστολές όντως στάληκαν και εν τέλει παραλήφθηκαν, οι ισχυρισμοί περί παράνομων χρεώσεων ή υπερχρεώσεων ή καταχρηστικών ρητρών οι οποίοι όμως ουδέποτε εξειδικεύτηκαν, ο ισχυρισμός ότι δεν αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού δημιουργώντας έτσι εύλογη πεποίθηση εξόφλησης ή τουλάχιστο ομαλής πληρωμής των επίδικων δόσεων και αυτό παρά την αποδοχή του εναγόμενου ότι μετά τις 05/07/05 υπήρξε «στάση πληρωμών», ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του εναγόμενου λόγω παράλειψης καταχώρησης αγωγής πρώτα εναντίον της ALKIONI ή τουλάχιστο επαλήθευσης του αξιούμενου ποσού με τον παραλήπτη της, ο αόριστος και ατεκμηρίωτος ισχυρισμός περί παροχής στην τελευταία αδικαιολόγητης παράτασης χρόνου και ο ισχυρισμός περί δημιουργίας κωλύματος λόγω προηγούμενης καταχώρησης αγωγής για τα ίδια θέματα η οποία στην πορεία αποσύρθηκε. Ούτε όμως και η θέση περί χαμηλότερου υπολοίπου κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας λόγω εξόφλησης περισσότερων δόσεων απ' ότι δείχνουν οι καταστάσεις υποβλήθηκε ποτέ στους ΜΕ1 και ΜΕ2 κατά την αντεξέταση τους. Κοντολογίς, η μόνη ουσιαστικά θέση που προωθήθηκε από πλευράς υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, ήταν η θέση που συνιστά και την κατακλείδα της αγόρευσης του κ. Αποστολίδη, ήτοι ότι «.υπήρχαν χρήματα στα χέρια των Εναγόντων.που οι Ενάγοντες μπορούσαν να εισπράξουν όλες τις δόσεις της επίδικης ενοικιαγοράς και κατ' επέκταση να απαλλάσσεται ο Εναγόμενος.(και το).ότι οι Ενάγοντες δεν εισέπραξαν τις εγγυητικές που κρατούσαν για ασφάλεια είχε σαν συνέπεια την απαλλαγή του Εναγόμενου σύμφωνα με το αρ 97 του Κεφ. 149». Όλες οι άλλες θέσεις συνεπώς του εναγόμενου, οι οποίες, αν και ο τελευταίος τις παρουσίασε ως σημαντικές για την υπόθεση του, εντούτοις ανεξήγητα και αδικαιολόγητα προωθήθηκαν μόνο κατά τη δική του μαρτυρία και για το λόγο αυτό ορθά δεν αντεξετάστηκε επί αυτών από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόντων, δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν (βλ. Ευσταθίου Δημήτρης ν. Alpha Bank Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1682 καθώς επίσης και την αναφορά που η εν λόγω απόφαση κάνει στην Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). Κατά δεύτερο, στις δύο επιστολές που ο ίδιος ο εναγόμενος έστειλε στους ενάγοντες μετά την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι στις 06/11/12 και 19/10/15 και που ο ίδιος παρουσίασε κατά τη μαρτυρία του ως Τεκ. 28, η θέση του ως προς το ποιες εξασφαλίσεις κάλυπταν την επίδικη συμφωνία περιορίστηκε ρητά σε δύο μόνο εγγυητικές, ήτοι την εγγυητική 23383 (ΛΚ 30.000) και την εγγυητική 28188 (ΛΚ.10.000) (Τεκ.15 και 16) - «.τα πιο πάνω αντικείμενα κατά τη χρηματοδότηση του καλύφθηκαν, για σκοπούς εξασφάλισης της τράπεζας από δύο εγγυητικές καλής πληρωμής ήτοι με την υπ' αρ. G-333-00028188 αξίας ΛΚ 10.000 και με την υπ' αρ. G-333-00023383 αξίας ΛΚ 30.000.». Καμία αναφορά έκαμε ποτέ ο εναγόμενος είτε στην εγγυητική 6296 (Τεκ.14), είτε στις κατ' ισχυρισμό δύο δεσμευμένες καταθέσεις (Τεκ.17 και 27), είτε στη κατ' ισχυρισμό συμφωνία του με την Τράπεζα να πληρώνει τις εντολές της ALKIONI ανεξαρτήτως του υπολοίπου του λογαριασμού της (Τεκ.30) όπως οι εν λόγω θέσεις προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2 και κατά τη μαρτυρία του εναγόμενου. Πέραν τούτων όμως, ακόμη και αυτές οι «επιπρόσθετες» θέσεις του εναγόμενου δεν φαίνεται να ευσταθούν υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Εξηγώ. Για τη μεν εγγυητική 6296, η οποία έληγε στις 23/11/98, ήτοι πολύ πριν την επίδικη συμφωνία, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερε, «.Η εγγυητική αυτή δεν είχε πρόνοια ανανέωσης και εξυπηρέτησε το σκοπό της.». Για δε τη δέσμευση των ΛΚ 25.000, η σαφής και κατατοπιστική μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως προς το πώς τελικά διανεμήθηκε το εν λόγω ποσό προς όφελος της ιδιοκτήτριας του, ήτοι της ALKIONI, ουδέποτε αντικρούστηκε από πλευράς εναγόμενου, ο οποίος ήταν τότε και το πρόσωπο που ως ο ίδιος άφησε να νοηθεί, ουσιαστικά διοικούσε την ALKIONI και χειριζόταν όλα τα οικονομικά θέματα που την αφορούσαν - «.δική μου εταιρεία.». Όσον αφορά τον οικογενειακό λογαριασμό του εναγόμενου στην Αγγλία, όπως εύστοχα επεσήμανε και ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, το μόνο που δείχνει το Τεκ.27 που παρουσίασε ο εναγόμενος είναι ότι το 1993 αυτός είχε κάποια χρήματα σε κάποιους λογαριασμούς στην Αγγλία και ότι σε άγνωστο χρόνο ζήτησε όπως αυτά δεσμευτούν κατά γενικό τρόπο προς όφελος του καταστήματος της Τράπεζας στη Λεμεσό. Άλλα στοιχεία για τον εν λόγω λογαριασμό δεν παρουσιάστηκαν και ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο εν λόγω λογαριασμός υφίστατο κατά το χρόνο της επίδικης συμφωνίας, ως τέτοια στοιχεία εύλογα θα αναμένετο να παρουσιαστούν από τον εναγόμενο αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ότι τουλάχιστο κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, ο εν λόγω λογαριασμός υφίστατο και λειτουργούσε ως μία από τις εξασφαλίσεις της. Τέλος, όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό συμφωνία του Τεκ.30 με την Τράπεζα για να πληρώνονται, ανεξαρτήτως υπολοίπου του λογαριασμού, οι υποχρεώσεις τις ALKIONI, σημειώνω αφ' ενός ότι το εν λόγω Τεκμήριο, το οποίο δε φέρει ημερομηνία, σαφέστατα αναφέρεται σε «επιταγές ή άλλες εντολές πληρωμής» και όχι σε δόσεις ενοικιαγοράς ενώ ακόμα και να μπορούσε η εν λόγω «συμφωνία» να θεωρηθεί ότι τύγχανε εφαρμογής και για τις δόσεις της επίδικης συμφωνίας, αυτή δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μετά την ημερομηνία που η ALKIONI τέθηκε υπό εκκαθάριση, ήτοι στις 05/07/05, εφόσον το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της τελευταίας περιήλθε πλέον στον Παραλήπτη και η διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων υπόκειτο στις περιοριστικές και απαγορευτικές πρόνοιες του Κεφ.113. Σε κάθε περίπτωση, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερε, οι επίδικες δόσεις πληρώνονταν κανονικά μέχρι την ημέρα που η ALKIONI τέθηκε υπό εκκαθάριση οπόταν και σταμάτησαν, όπως δηλαδή δείχνουν και οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού που παρουσίασαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2. Στη βάση των πιο πάνω, σε αντίθεση με τις θέσεις του εναγόμενου τις οποίες απορρίπτω για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω, αποδέχομαι ως αξιόπιστες τις θέσεις των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως προς το ότι ούτε η εγγυητική 6296, ούτε οι ΛΚ.25.000 που είχαν δεσμευτεί στις 27/04/98 και ούτε οι οποιοιδήποτε λογαριασμοί του εναγόμενου στην Αγγλία συνδέονταν με την επίδικη συμφωνία ή συνιστούσαν εξασφαλίσεις της, ενώ αποδέχομαι ως αξιόπιστες και τις θέσεις τους ότι η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα με τις σχετικές επιστολές που στάληκαν στην ALKIONI και στον εναγόμενο και ότι τα όσα αναφέρονται σε όλες τις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασαν κατά την ακρόαση είναι ορθά και αληθή. Επί των εν λόγω γεγονότων κάμνω περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Με την ύπαρξη προσωπικής εγγύησης του εναγόμενου για τις επίδικες υποχρεώσεις της ALKIONI να είναι κοινώς αποδεκτή, τα θέματα που παραμένουν για εξέταση είναι κατά πόσο οι εγγυητικές επιστολές 23383 (ΛΚ 30.000) και 28188 (ΛΚ.10.000) - Τεκ.15 και 16 - συνδέονταν ή κάλυπταν την επίδικη συμφωνία και αν ναι, κατά πόσο αυτές εισπράχθηκαν ή όφειλαν να εισπραχθούν από την Τράπεζα ή τον Οργανισμό και αν δεν εισπράχθηκαν, κατά πόσο αυτή η παράλειψη επηρέασε σε τέτοιο βαθμό τα δικαιώματα του εναγόμενου που θα πρέπει αυτός να απαλλαχτεί από την υποχρέωση του να καλύψει το επίδικο οφειλόμενο ποσό ως εγγυητής της ALKIONI. Θα πρέπει επομένως να εξεταστεί το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών και εγγυητικών. Κρίνεται συνεπώς άσκοπη και αχρείαστη η περαιτέρω ενασχόληση με θέματα αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν εφόσον η νομική ερμηνεία και δεσμευτικότητα των υπό εξέταση εγγράφων τα οποία είναι κοινώς αποδεκτά και έχουν κατατεθεί αυτούσια ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο και η όποια προσωπική ερμηνεία επιχειρήθηκε να δοθεί από τους μάρτυρες θα αγνοηθεί (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168). Ως είναι νομολογημένο, σκοπός της ερμηνείας νομικών εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο, εξ' ου και η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο, εφόσον η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Σκυλλουριώτου ανωτέρω). Είναι επίσης νομολογημένο ότι τα έγγραφα ερμηνεύονται σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση (βλ. ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019). Των πιο πάνω λεχθέντων, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους κάποιους από τους όρους που περιέχονται τόσο στην επίδικη συμφωνία και εγγύηση όσο και στις εγγυητικές επιστολές. Σύμφωνα με τον όρο 19 της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος ως διευθυντής τότε της ALKIONI - «Οι υποχρεώσεις του Ενοικιαστή βάσει της παρούσας Συμφωνίας θα εξασφαλίζονται με τις προσωπικές εγγυήσεις των προσώπων που έχουν υπογράψει την «ΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ» και με οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις που έχουν δοθεί ή θα δοθούν μελλοντικά». Σύμφωνα με την ΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ που υπέγραψε υπό την προσωπική του ιδιότητα ο εναγόμενος - «.η εγγύηση αυτή θα ισχύει μέχρι πλήρους ικανοποίησης από τον Ενοικιαστή όλων των όρων και προνοιών του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς.και για να καταστήσω την Εγγύηση και υποχρέωση αποζημιώσεως σας πλήρως αποτελεσματική δηλώνω ότι μπορείτε ελεύθερα να ενεργήσετε ως να ήμουν ο πρωτοφειλέτης και με την παρούσα αποκηρύττω όλα τα δικαιώματα μου ως εγγυητή που δυνατό να μη συμφωνούν με μερικές από τις πιο πάνω πρόνοιες.». Το περιεχόμενο των δύο υπό κρίση εγγυητικών το οποίο είναι στην αγγλική γλώσσα και είναι πανομοιότυπο και στις δύο εγγυητικές, αναφέρει, σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά, τα εξής: «Εφόσον η Τράπεζα σας συμφώνησε να προβεί ή να συνεχίσει να προβαίνει σε διάθεση χρημάτων σε δάνεια ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό ή/και να χορηγήσει πίστωση ή/και να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις ή άλλα βοηθήματα στην ALKIONI FISH FARMS LTD που θα καλείται στο εξής " ο κύριος οφειλέτης" για περίοδο και υπό όρους και προϋποθέσεις που κατά καιρούς θα θεωρείται πρέπον σας εγγυούμαστε να σας πληρώσουμε κατόπιν ζήτησης σας, όλα τα ποσά που θα καταστούν οφειλόμενα από τον κύριο οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των τόκων ... κατά την ημερομηνία της απαίτησης σας ... Αυτή η εγγύηση θα ισχύει για ένα έτος από την ημερομηνία αυτή, αλλά θα ανανεώνεται αυτόματα από έτος σε έτος, εκτός αν καθοριστεί από εμάς με συστημένη επιστολή που θα σας αποσταλεί ένα μήνα πριν από την ημερομηνία λήξης. Μπορείτε ανά πάσα στιγμή χωρίς επηρεασμό της εγγύησης αυτής και χωρίς να απαλλάξετε ή με οποιονδήποτε τρόπο να επηρεάσετε την ευθύνη μας δυνάμει της παρούσας... γ) να την ενώσετε με τον κύριο οφειλέτη ή οποιονδήποτε από τους εγγυητές του Η παρούσα εγγύηση μας θα είναι επιπρόσθετη οποιασδήποτε άλλης εγγυήσης ή εξασφάλισης που μπορεί να έχετε τώρα ή να αποκτήσετε στη συνέχεια από τον κύριο οφειλέτη ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και αναλαμβάνουμε την υποχρέωση να σας πληρώσουμε οποιοδήποτε ποσό ζητήσετε από εμάς υπό τους όρους της παρούσας εγγύησης χωρίς την ανάγκη να κινηθείτε πρώτα εναντίον του κύριου οφειλέτη.» Πρόσθετα των πιο πάνω, από την απόφαση CAA TRAVEL MEDIA LTD ανωτέρω στην οποία με παρέπεμψαν αμφότεροι οι συνήγοροι καθώς επίσης και από την Χρυσοστόμου & Υιός Λτδ v. Long Life Construction Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1944 στην οποία η πιο πάνω αυθεντία κάνει αναφορά, προκύπτει ότι το λεκτικό που χρησιμοποιείται σε μια εγγυητική είναι καθοριστικό ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αυτή καλύπτει. Διαφορετική επομένως είναι μια εγγυητική που σκοπό έχει να διασφαλίσει την πιστή τήρηση μιας συμφωνίας και να παρέχει, στο ύψος τουλάχιστον του ποσού της, ασφάλεια στο δικαιούχο της σε περίπτωση παράβασης της συμφωνίας όπως είναι οι επίδικες εγγυητικές, από μια εγγυητική που διασφαλίζει την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού αμέσως μόλις αυτό ζητηθεί από το δικαιούχο της εγγυητικής. Και στις δύο όμως περιπτώσεις, απαραίτητη προϋπόθεση για να πληρωθεί το ποσό της εγγυητικής είναι όπως ο δικαιούχος ζητήσει να πληρωθεί τα χρήματα που εκεί αναφέρονται, αποδεικνύοντας στο βαθμό που απαιτεί η εγγυητική ότι πληρούνται οι όροι πληρωμής της. Είναι γι' αυτό άλλωστε που στην αγγλική έννομη τάξη, οι εν λόγω εγγυητικές ονομάζονται «first demand performance bonds, ήτοι εγγυητικές πρώτης ζήτησης. Η αναφορά που γίνεται στις επίδικες εγγυητικές σε εγγύηση πληρωμής «κατόπιν ζήτησης σας» επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Το ότι η κυπριακή νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι οι εγγυητικές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά, δεν έχει τη σημασία που ισχυρίζεται η πλευρά της υπεράσπισης, ήτοι ότι η απλή λήψη μιας εγγυητικής συνιστά ουσιαστικά πληρωμή των λεφτών που εκεί αναφέρονται, αλλά είναι για να τονιστεί ότι οι εγγυητικές «. έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν (και ότι) . είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής» (βλ. CAA MEDIA ανωτέρω). Άλλωστε, αν ευσταθούσε η ερμηνεία που δίνει η υπεράσπιση στις εγγυητικές επιστολές, αυτό θα εκθεμελίωνε τον όλο σκοπό τους ως «εγγύηση» εκπλήρωσης του σκοπού για τον οποίο εκδίδονται. Εν τη απουσία συνεπώς οποιασδήποτε υποβολής απαίτησης πληρωμής των επίδικων εγγυητικών από το δικαιούχο τους, αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισπράχθηκαν ποτέ ως υποστήριξε η υπεράσπιση. Από τα πιο πάνω, προκύπτουν τα εξής σε σχέση με τα υπό κρίση θέματα: Α) Η προσωπική εγγύηση του εναγόμενου για τις επίδικες υποχρεώσεις της ALKIONI συνιστούσε χωριστή εγγύηση, ανεξάρτητη και επιπρόσθετη των οποιωνδήποτε εγγυητικών επιστολών που τυχόν είχαν στα χέρια τους οι πιστωτές της ALKIONI, ήτοι ο Οργανισμός και στη συνέχεια η Τράπεζα. Αυτό φαίνεται να το αντιλαμβάνετο πλήρως και ο ίδιος ο εναγόμενος, εφόσον όπως ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, «Σε περίπτωση που την δεδομένη στιγμή, της υπογραφής κάποιου συμβολαίου για ενοικιαγορά οποιωνδήποτε αντικειμένων μεγάλης αξίας, που το σύνολο των εγγυητικών δεν κάλυπταν το συνολικό ποσό των ενοικιαγορών (υφιστάμενων και νέων) τότε, αν ήταν απαραίτητο, κάλυπτα εγώ δια της παραχώρησης προσωπικής εγγύησης». Δεν τίθεται επομένως καμία αμφιβολία ως προς την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της προσωπικής εγγύησης του εναγόμενου και ούτε βρίσκω την εν λόγω εγγύηση να δόθηκε υπό την αίρεση οποιουδήποτε όρου είτε για προηγούμενη είσπραξη οποιασδήποτε τέτοιας εγγυητικής είτε για εξαργύρωση άλλης εξασφάλισης ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που διατυπώθηκαν στις Συνεργατική Oικοδομική Eταιρεία Δημοσίων Yπαλλήλων Kύπρου Λτδ ν. Mιχάλη Aντωνιάδη και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1098 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(2004)1 Α.Α.Δ. 83 όπου εκεί, λόγω τέτοιας συμβατικής προϋπόθεσης, κρίθηκε δικαιολογημένη η απαλλαγή του εγγυητή. Β) Το λεκτικό των εγγυητικών είναι σαφές ως προς το ποιες υποχρεώσεις της ALKIONI καλύπτει ενόσω βρίσκονται σε ισχύ, ήτοι κάθε συμφωνία πιστωτικής διευκόλυνσης του Οργανισμού προς την ALKIONI, είτε η εν λόγω συμφωνία υφίστατο κατά το χρόνο έκδοσης της εγγυητικής ή θα συνάπτετο στο μέλλον και η χρήση του μελλοντικού χρόνου στις φράσεις της εγγυητικής επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Όπως επεσήμανε και στην αγόρευση της η κα Δημητρίου, όταν η πρόθεση των μερών αποτυπώνεται ξεκάθαρα σε γραπτή μορφή, δεν τίθεται θέμα αναζήτησης ή χρήσης εξωγενούς μαρτυρίας για να ερμηνευτεί η καταγραμμένη πρόθεση των μερών. Στη βάση αυτής της αρχής συνεπώς, η θέση του ΜΕ1 ότι οι δύο αυτές εγγυητικές, στην πραγματικότητα κάλυπταν συγκεκριμένες συμφωνίες ενοικιαγοράς, άλλες από την επίδικη, θέση την οποία ο μάρτυρας επιχείρησε να υποστηρίξει με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων που προηγήθηκαν των εγγυητικών, δεν μπορεί να ευσταθεί και απορρίπτεται εφόσον τέτοια θέση ούτε προκύπτει και ούτε και μπορεί να εξαχθεί από το ξεκάθαρο και ρητό λεκτικό των δύο εγγυητικών. Το ότι η Τράπεζα ενδεχομένως να είχε κατά νου κάτι διαφορετικό προτού εκδώσει τις επίδικες εγγυητικές είναι άνευ σημασίας ενόψει του λεκτικού που τελικά η ίδια επέλεξε να χρησιμοποιήσει. Όσο ίσχυαν συνεπώς οι δύο επίδικες εγγυητικές, αυτές κάλυπταν και τις υποχρεώσεις της ALKIONI δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω το μέχρι πότε είναι που ίσχυαν οι εν λόγω εγγυητικές. Γ) Σύμφωνα με τη ρητή αναφορά που γίνεται στις εγγυητικές, αυτές θα ίσχυαν αρχικά για ένα έτος από την έκδοση τους και στη συνέχεια η ισχύς τους «.θα ανανεώνεται αυτόματα από έτος σε έτος, εκτός αν καθοριστεί από εμάς με συστημένη επιστολή που θα σας αποσταλεί ένα μήνα πριν από την ημερομηνία λήξης.». Ζητήθηκε από τους μάρτυρες των εναγόντων να παρουσιάσουν οποιαδήποτε τυχόν απόδειξη αποστολής της συστημένης επιστολής ακύρωσης των εγγυητικών που απαιτεί ο σχετικός όρος, όμως τέτοια επιστολή δεν φαίνεται να στάληκε ποτέ από την Τράπεζα. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ΜΕ1, οι εν λόγω εγγυητικές θεωρήθηκε απλά ότι ακυρώθηκαν όταν εξοφλήθηκαν οι συμφωνίες ενοικιαγοράς που η Τράπεζα εκτίμησε ότι κάλυπταν. Αυτή όμως η εκτίμηση της Τράπεζας, πέραν από εσφαλμένη για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, δεν συνάδει ούτε και με τον ενδεδειγμένο τρόπο ακύρωσης των εγγυητικών που ρητά αυτές αναφέρουν. Κατά λογική και νομική συνέπεια λοιπόν, καμία εκ των δύο εγγυητικών δεν ακυρώθηκε ποτέ ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 και αυτές, μέχρι και σήμερα, προκύπτει να συνεχίζουν να ισχύουν και να παράγουν έννομα αποτελέσματα. Ενόψει των πιο πάνω, καθίστανται περαιτέρω ευρήματα μου ότι ή επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς της ALKIONI και κατ' επέκταση το οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο της τελευταίας, εξασφαλίζετο τόσο με την προσωπική εγγύηση του εναγόμενου όσο και με τις εγγυητικές επιστολές 23383 (ΛΚ 30.000) και 28188 (ΛΚ.10.000) - Τεκ.15 και
- Όταν οι πληρωμές της ALKIONI σταμάτησαν και η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε, το τότε συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο των ΛΚ12.225,57 που προέκυψε (αφαιρουμένων των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς), κατέστη απαιτητό τόσο παρά της ALKIONI όσο και παρά των εγγυητών της, ήτοι τον εναγόμενο αλλά και την Τράπεζα ως εκδότρια των εγγυητικών επιστολών. Ο πιστωτής τότε της ALKIONI, ήτοι ο Οργανισμός, είχε το δικαίωμα, όχι όμως την υποχρέωση, να στραφεί για πληρωμή του χρέους είτε εναντίον της Τράπεζας ως εγγυήτριας μέσω των εγγυητικών επιστολών, είτε εναντίον του εναγόμενου δυνάμει της προσωπικής του εγγύησης είτε εναντίον και των δύο και καμία υποχρέωση είχε να στραφεί πρώτα εναντίον του ενός και ύστερα του άλλου. Ο Οργανισμός επέλεξε όπως μην ζητήσει την πληρωμή των εγγυητικών από την Τράπεζα, οι οποίες εγγυητικές μέχρι τότε δεν είχαν ακυρωθεί. Η τελευταία, μετά που απέκτησε και την ιδιότητα του πιστωτή δυνάμει της μεταβίβασης και εκχώρησης των δικαιωμάτων του Οργανισμού το Δεκέμβριο 2005, επίσης επέλεξε όπως μην εξαργυρώσει τις εγγυητικές και στράφηκε μόνο εναντίον ενός εκ των εγγυητών της ALKIONI, ήτοι του εναγόμενου. Αυτό άλλωστε επιτρέπετο ξεκάθαρα τόσο από τους όρους των επίδικων συμφωνιών και των εγγυητικών επιστολών όσο και δυνάμει του αρ. 95 Κεφ.149[1]. Οι εγγυητικές επιστολές όμως, οι οποίες προσέδιδαν εξ' υπαρχής στην Τράπεζα και την ιδιότητα του εγγυητή της ALKIONI, ουδέποτε ακυρώθηκαν και μέχρι σήμερα συνεχίζουν να ισχύουν και να καλύπτουν τις υποχρεώσεις της τελευταίας απέναντι στον πιστωτή της επίδικης συμφωνίας, έστω και αν ο εν λόγω πιστωτής είναι πλέον η ίδια η Τράπεζα. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, κρίνω ότι η θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος, για τους λόγους που επικαλείται, θα πρέπει να απαλλαχτεί από την προσωπική υποχρέωση του να πληρώσει το χρέος της ALKIONI ως εγγυητής της, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Κρίνω επίσης ότι κανένα δικαίωμα του εναγόμενου ως εγγυητή έχει παραβλαφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να δικαιολογείται η απαλλαγή του, εφόσον αν μη τι άλλο, η κατάληξη μου ότι συνεχίζει να ισχύει η ιδιότητα της Τράπεζας ως «δεύτερου» εγγυητή της ALKIONI μέσω των εγγυητικών επιστολών, συνεπάγεται ότι εξακολουθεί να υφίσταται το δικαίωμα του εναγόμενου, αν εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις ως ένας εκ των εγγυητών της ALKIONI, να επιχειρήσει, στη βάση μεταξύ άλλων και του αρ. 98 του Κεφ.149[2], να ανακτήσει μέσω των εγγυητικών επιστολών οποιοδήποτε ποσό ήθελε καταβάλει στα πλαίσια των δικών του υποχρεώσεων. Αυτό σφραγίζει και την τύχη του επιχειρήματος της υπεράσπισης για εφαρμογή των προνοιών του αρ. 97 Κεφ.
- Έχοντας καταλήξει πιο πάνω ότι ως πιστωτές της ALKIONI, αρχικά ο Οργανισμός και στη συνέχεια η Τράπεζα, δεν είχαν υποχρέωση να αναζητήσουν πληρωμή του επίδικου χρέους πρώτα μέσω των εγγυητικών επιστολών και ύστερα από τον εναγόμενο και ότι ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν ποια οδό θα ακολουθούσαν, την ίδια στιγμή δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι η επιλογή τους να μην ζητήσουν πληρωμή των εγγυητικών επιστολών όταν το επίδικο χρέος κατέστη απαιτητό στις 06/09/05 και ανερχόταν στις ΛΚ12.225,57, ήτοι εντός του ποσού των εγγυητικών, συνέβαλε στη διατήρηση ολόκληρου του τότε οφειλόμενου ποσού και στην επιβάρυνση του με ανάλογους χρεωστικούς τόκους, οι οποίοι τόκοι αξιώνονται σήμερα από τον εναγόμενο επιπρόσθετα του οφειλόμενου υπολοίπου. Κρίνω συνεπώς ότι αυτή η επιλογή του Οργανισμού και της Τράπεζας θα πρέπει να επενεργήσει ανασταλτικά στην αξίωση της τελευταίας από τον εναγόμενο για τους τόκους που χρεώθηκαν στο οφειλόμενο ποσό από τις 06/09/05 μέχρι και σήμερα. Κατ' επέκταση, κρίνω ότι το ποσό που οφείλει να πληρώσει ο εναγόμενος δυνάμει της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €20.905.72 ή ΛΚ12.225,
- Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι με εξαίρεση του θέματος των τόκων, η Τράπεζα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του εναγόμενου στον απαιτούμενο βαθμό ενώ η υπεράσπιση του τελευταίου απορρίπτεται στο σύνολο της. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των GORDIAN HOLDINGS LTD (πρώην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ) και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €20.905.72 πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού. (Υπ). ........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- Αν στη σύμβαση της εγγύησης δεν υπάρχει όρος για το αντίθετο, απλή αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής ή τη λήψη άλλων μέσων θεραπείας κατά του πρωτοφειλέτη, δεν απαλλάσσει τον εγγυητή. [2]
- Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο