← Κύπρος

Χ., ανηλίκου εκ Λεμεσού δια του Χ. και Ν ν. Θ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2810/12, 8/8/2019

Χ., ανηλίκου εκ Λεμεσού δια του Χ. και Ν ν. Θ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2810/12, 8/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A441 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2810/12 Μεταξύ: XXXX Χ., ανηλίκου εκ Λεμεσού δια του XXXX Χ. και XXXX Ν. πατρός και μητρός του αντιστοίχως ως πλησιέστερων φίλων και φυσικών κηδεμόνων του αμφοτέρων εκ Λεμεσού. Ενάγοντος και

  1. XXXX Θ., εκ Λεμεσού
  2. Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λίμιτεδ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενων -------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Αυγούστου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κα Α. Παύλου για Αγαθοκλέους - Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα Χρ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ (για ν'ακούσει Απόφαση κα Ν. Δημητρίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και έξοδα τα οποία υπέστη συνεπεία ατυχήματος το οποίο έχει συμβεί την 15.2.11 στη Λεμεσό. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ενώ ο ενάγων, ηλικίας 11 ετών, κατά τον επίδικο χρόνο, βρισκόταν στο νότιο πεζοδρόμιο της οδού Ασκληπιού στη Λεμεσό και αφού διαπίστωσε ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει το δρόμο άρχισε με γοργό βήμα να διασταυρώνει κάθετα το δρόμο. Ο εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής XXX X21 επί της οδού Γιαν Σιμπέλιους με μεγάλη ταχύτητα, εισήλθε στην οδό Ασκληπιού και χτύπησε τον ενάγοντα και ενώ ο ενάγοντας είχε ήδη καλύψει πέραν της δεξιάς πλευράς του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου 1 και/ή πέραν του κέντρου του δρόμου και/ή διασταύρωνε εντός της αριστερής πλευράς σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου
  3. Συνεπεία του ατυχήματος, το οποίο κατά τον ενάγοντα προκλήθηκε λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων και εκ των κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου 1, οι λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης, ο ενάγοντας υπέστηκε σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές ύψους €1.182,84σ, ως οι δικογραφημένες λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης. Η εναγόμενη 2 ενάγεται ως η ασφαλιστική εταιρεία η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον εναγόμενο
  4. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι προβάλλουν ότι ο εναγόμενος 1 νόμιμα και κανονικά οδηγώντας το όχημα του, εισήλθε από την οδό Γιαν Σιμπέλιους στην οδό Ασκληπιού. Στην αντίθεση κατεύθυνση της οδού Ασκληπιού και/ή στο στόμιο της οδού αυτής ήταν σταματημένο αρθρωτό όχημα που έσυρε καρότσα πίσω από την οποία βρισκόταν ο ενάγοντας ο οποίος τρέχοντας εξήλθε από το πίσω μέρος της με αποτέλεσμα να επιπέσει και/ή συγκρουσθεί με το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
  5. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας παραδέχτηκε ότι διασταύρωσε το δρόμο υπό τις πιο πάνω συνθήκες και προβάλλουν ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα σύμφωνα με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες της υπεράσπισης. Με την απάντηση στην υπεράσπιση, ο ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των εναγομένων επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Κατά την έναρξη της Ακρόασης κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο 1 το ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερ. 25.11.11 και το περιεχόμενο του έγινε παραδεκτό, όπως επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, επί πλήρους ευθύνης, το μέρος των ειδικών ζημιών που αφορά τα έξοδα λήψης του ιατρικού πιστοποιητικού για το ποσό των €47,84σ. Πρώτος μάρτυρας από μέρους του ενάγοντα παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας XXXX XXXX Αργυρού (ΜΕ1), ο οποίος ανέφερε ότι την 15.2.11 έλαβε κλήση για ατύχημα το οποίο επισυνέβη στην οδό Ασκληπιού με ενεχόμενο αυτοκίνητο και ανήλικο. Μεταβαίνοντας στη σκηνή μίλησε με τον οδηγό του οχήματος και στην παρουσία του και σύμφωνα με τις υποδείξεις του ετοίμασε σχέδιο εις το οποίο τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης και σημείωσε αυτό με το γράμμα «Χ». Ανέφερε ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε ζημιά στο αυτοκίνητο του εναγόμενου 1, το οποίο ήταν μικρό, τύπου smart. Έλαβε όπως είπε καταθέσεις από τα δυο πρόσωπα, τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήριο 2, στο πίσω μέρος του οποίου ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο, καθώς επίσης ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο επί τη βάση του προχείρου, το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο
  6. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 4 την ιατρική αναφορά η οποία ετοιμάστηκε από τον Δρ. Β. Δημητρίου. Εξηγώντας το σχέδιο τεκμήριο 3, ανέφερε ότι το σημείο Α δείχνει την πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1, το σημείο Β την πορεία του πεζού - ενάγοντα και το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης το οποίο του υπέδειξε ο εναγόμενος 1 ενώ βρίσκονταν στη σκηνή του ατυχήματος. Δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης ή άλλα στοιχεία στο δρόμο, ο οποίος ήταν βρεγμένος. Σύμφωνα με τις μετρήσεις στις οποίες προέβηκε, ανέφερε ότι η βόρεια λωρίδα έχει πλάτος 3,60 μέτρα και το σημείο Χ ήταν προς το κέντρο του δρόμου κοντά στην άσπρη διαχωριστική γραμμή και σε απόσταση 2 μέτρων από το βόρειο πεζοδρόμιο. Η απόσταση από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο ανέφερε ότι είναι 7,60 μέτρα. Το όριο ταχύτητας στην περιοχή, η οποία είναι κατοικημένη ήταν 50χλμ/ω. Ανέφερε επίσης ότι η πορεία του εναγόμενου 1 ήταν νότια στον κύριο δρόμο, έστριψε αριστερά προς την οδό Ασκληπιού, όπου ο δρόμος αυτός είναι ευθύς με ορατότητα 70-80 μέτρα από το σημείο 0.00 που φαίνεται στο σχέδιο τεκμήριο
  7. Ο εναγόμενος 1 του ανέφερε όπως είπε, ότι είχε φορτηγό στη νότια λωρίδα που κατευθυνόταν προς το ΑΛΤ, δηλαδή εξ' αντιθέτου, το οποίο ο μάρτυρας δεν εντόπισε στη σκηνή και δεν γνωρίζει το μήκος του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ενάγοντας επιβεβαίωσε ότι βρισκόταν πίσω από το φορτηγό. Διευκρίνισε επίσης ότι η ορατότητα των 70-80 μέτρων στην οποία αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του, ισχύει όταν κάτι είναι ορατό, συμφωνώντας ότι εάν ο ανήλικος ήταν κρυμμένος δεν υπήρχε ορατότητα. Ανέφερε επίσης ότι η πορεία του εναγομένου 1 ήταν καθ' όλα νόμιμη. Κατά τον ίδιο η σύγκρουση ήταν ελαφριά και δεν παρατήρησε στο αυτοκίνητο του εναγόμενου 1 κάποια ζημιά. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο ενάγοντας (ΜΕ2), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο Α. Ο ενάγοντας κατά το χρόνο που έδιδε τη μαρτυρία του ήταν 18 χρονών. Περιέγραψε το επίδικο συμβάν αναφέροντας ότι την 15.2.11 ήταν πεζός στην οδό Ασκληπιού και κατευθυνόταν προς το σπίτι του. Γύρω στις 13:40, ενώ διασταύρωνε με επιμέλεια και με γοργό βήμα το δρόμο κτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος
  8. Βρισκόταν όπως είπε στο νότιο πεζοδρόμιο επί της πιο πάνω οδού. Ενώ ανέμενε στο πεζοδρόμιο για να διασταυρώσει το δρόμο και να περάσει απέναντι, κοίταξε δεξιά όπου είδε ένα φορτηγό να έρχεται, να περνά από μπροστά του και να κατευθύνεται δυτικά στην οδό Ασκληπιού. Το φορτηγό φτάνοντας στη τέρμα της παρόδου έστριψε αριστερά και ο δρόμος ήταν πλέον καθαρός οπότε και διαπίστωσε ότι ήταν ασφαλές να διασταυρώσει το δρόμο διπλής κατεύθυνσης και με γοργό βήμα άρχισε να διασταυρώνει κάθετα τον ως άνω δρόμο. Ενώ διέσχισε τη μισή απόσταση και βρισκόταν στη μέση των δυο λωρίδων, σταμάτησε να κοιτάξει ξανά αν ήταν ασφαλές να περάσει απέναντι και αφού διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και δεν υπήρχαν αυτοκίνητα επιχείρησε να περάσει απέναντι. Ενώ είχε καλύψει τη δεξιά πλευρά της οδού Ασκληπιού και πέραν του κέντρου του δρόμου της αριστερής πλευράς σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου 1, ο τελευταίος εισήλθε στην οδό Ασκληπιού με μεγάλη ταχύτητα και τον κτύπησε με το όχημα του. Διερωτάται μέχρι σήμερα από πού ήρθε το αυτοκίνητο του εναγόμενου 1 αφού είχε κοιτάξει και δεν βρισκόταν στο δρόμο κανένα αυτοκίνητο. Κτυπήθηκε, ως υποστηρίζει, περίπου στη μέση της τελευταίας λωρίδας από τα αριστερά όπως ήταν η φορά του αυτοκινήτου του εναγόμενου 1, περίπου 1,5 μέτρο πριν φτάσει στο πεζοδρόμιο. Αποδίδει το ατύχημα στην απροσεξία του εναγόμενου 1 και τη μεγάλη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, ενώ παρέλειψε να ελιχθεί προς την άλλη λωρίδα η οποία ήταν άδεια. Όταν κτυπήθηκε, σηκώθηκε μόνος του από το δρόμο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του που ήταν σχεδόν απέναντι και κάθισε στη βεράντα με τη μητέρα του όπου ο εναγόμενος 1 μετά από 5-6 λεπτά μετέβηκε στην οικία του ενάγοντα και του ζήτησε συγγνώμη ρωτώντας τον εάν ήθελε να τον μεταφέρει στο γιατρό. Τότε έφτασε στο σπίτι ο πατέρας του ενάγοντα και ενημέρωσαν τον εναγόμενο 1 ότι κλήθηκε ασθενοφόρο. Μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου παρέμεινε για δυο νύχτες όπου του χορηγήθηκε ενδοφλεβική χορήγηση υγρών. Επιστρέφοντας στο σπίτι συνέχισε να έχει αφόρητους πόνους, κεφαλαλγία, στομαχόπονο, ζαλάδες, τάση για εμετό και έτσι επισκέφθηκε την 21.2.11 τον Δρ. Φ. Συμιλλίδη, το ιατρικό πιστοποιητικό του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 5, στο περιεχόμενο του οποίου θα αναφερθώ κατωτέρω. Αναφέρει επίσης ότι για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα υπέφερε και ταλαιπωρείτο. Συνεπεία των τραυματισμών του παρέμειναν εμφανείς και μόνιμες ουλές στην οπίσθια επιφάνεια δεξιού ώμου, στην μετωπιαία χώρα δεξιά και στον δεξιό οπίσθιο αντιβραχίωνα και αγκώνα. Επηρεάστηκε επίσης η ψυχολογική του κατάσταση και οι καθημερινές του ασχολίες αλλά και η απόδοση του στο σχολείο. Επόμενος μάρτυρας από μέρους του ενάγοντα παρουσιάστηκε ο πατέρας του, XXXX Χαραλάμπους (ΜΕ3), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμήριο Β. Όπως αναφέρει στη δήλωση του, γύρω στις 14:00 της 15.2.11 τον κάλεσε στο τηλέφωνο η σύζυγος του ενημερώνοντας τον ότι κτυπήθηκε ο γιος τους από αυτοκίνητο. Έφτασε αμέσως σπίτι και βρήκε στη βεράντα τον γιο του τραυματισμένο και τον εναγόμενο
  9. Με την επιστροφή του γιου του από το νοσοκομείο, οι πόνοι και ταλαιπωρία συνεχίζονταν οπότε την 21.2.11 μετέφεραν με τη σύζυγο του τον ενάγοντα στο Δρ. Συμιλλίδη. Ο μάρτυρας επίσης κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών ως τεκμήριο 6, τις οποίες όπως είπε έλαβε ο ίδιος και απεικονίζουν τον ενάγοντα κατά τον επίδικο χρόνο. Τελευταίος μάρτυρας από πλευράς ενάγοντα παρουσιάστηκε ο Δρ. XXXX Συμιλλίδης (ΜΕ4), ο οποίος αναγνώρισε το τεκμήριο 5 και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Τα προσόντα και εμπειρία του δεν αμφισβητηθήκαν όπως επίσης έγινε αποδεκτό ότι ο μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας ορθοπεδικός χειρούργος. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 7 την απόδειξη πληρωμής των εξόδων του ημερ. 5.12.
  10. Ο μάρτυρας περιέγραψε τα τραύματα του ενάγοντα και εξήγησε τα ευρήματα και διάγνωση του. Στη μαρτυρία του θα αναφερθώ εκτενέστερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από πλευράς εναγομένων, παρουσιάστηκε η μαρτυρία του εναγόμενου 1, ο οποίος αναγνώρισε την κατάθεση του τεκμήριο 2 και συμφώνησε με το περιεχόμενο της. Το μήκος όπως είπε του φορτηγού με την καρότσα ήταν περίπου 20 μέτρα, το ύψος 6-7 μέτρα και πλάτος 3-4 μέτρα. Η ταχύτητα του μέχρι το πίσω μέρος του φορτηγού ήταν 20-30 χλμ. Αντιλήφθηκε όπως είπε τον πεζό ενώ πλησίαζε στο πίσω μέρος του φορτηγού, περίπου 1 μέτρο προηγουμένως. Μόλις τον αντιλήφθηκε, πάτησε τα φρένα του, τον οποίο όμως κτύπησε και μόλις ο ενάγοντας έπεσε, σηκώθηκε και έτρεξε προς το σπίτι του. Η επαφή του ενάγοντα με το αυτοκίνητο του ήταν δεξιά πλευρά μπροστά. Ο εναγόμενος 1 τον ακολούθησε, πήγε σπίτι του και τους είπε να τον μεταφέρει σε γιατρό και να πληρώσει τα έξοδα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις όπου με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους. Παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Πριν από την αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας, επισημαίνεται ότι, όπως έχει νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία, που είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο, αποτελεί αντικειμενικό εύρημα με αποδεικτική δυναμική, όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας, συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1388, Ιωαννίδου κ.ά. ν. Singh κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805). Επί τη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι τις μετρήσεις και τα στοιχεία που έχουν τοποθετηθεί από τον ΜΕ1 στο σχεδιάγραμμα της σκηνής τεκμήριο 3 και τα όσα ανέφερε εν σχέση με το σχέδιο. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, παρά μόνο του τεθήκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις στις οποίες απάντησε με επάρκεια. Η μαρτυρία του κρίνεται τεκμηριωμένη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η μαρτυρία του ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Διαπιστώνω ουσιαστικές αδυναμίες, στις οποίες θα αναφερθώ πιο κάτω, κατά τρόπο που δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις αμφισβητούμενες συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκε η σύγκρουση. Κατ' αρχάς για πρώτη φορά προβάλλεται η εκδοχή ότι ο ενάγοντας κτυπήθηκε με την αριστερή πλευρά του οχήματος του εναγομένου 1 καθώς επίσης ο ενάγοντας αμφισβήτησε τη θέση του σημείου Χ το οποίο έθεσε ο ΜΕ1 επί του τεκμηρίου
  1. Εάν ο ενάγοντας κτυπούσε στην αριστερή πλευρά του οχήματος του εναγόμενου 1, τότε σίγουρα το σημείο Χ δεν θα βρισκόταν στο σημείο που είχε τεθεί από τον ΜΕ1, που ας σημειωθεί, ο ίδιος ο ενάγοντας κάλεσε το μάρτυρα αυτό και η εκδοχή του προωθήθηκε επί τη βάση της μαρτυρίας του ΜΕ1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ούτε από πλευράς εναγομένων. Από την άλλη, κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι η επαφή με το όχημα του εναγομένου 1 έγινε 1,60 μέτρα εντός της λωρίδας του εναγόμενου 1, όπως φαίνεται και στο σχέδιο τεκμήριο
  2. Πέραν του ότι τα πιο πάνω συνιστούν ουσιαστικές αντιφάσεις στη μαρτυρία του, το σχέδιο τεκμήριο 3, σύμφωνα με τον ίδιο, του είχε υποδειχθεί και επεξηγηθεί από την Αστυνομία στην παρουσία του πατέρα του και συμφώνησε με το περιεχόμενο του, όπως άλλωστε επιβεβαίωσε και ο πατέρας του ενάγοντα ΜΕ
  3. Ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, η μαρτυρία του κρίνεται επίσης ουσιαστικά αντιφατική. Ενώ στη γραπτή του δήλωση παρ. 6iii υποστηρίζει ότι: «Όταν εγώ είχα καλύψει πέραν της δεξιάς πλευράς του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου 1 και πέραν του κέντρου του δρόμου της αριστερής πλευράς σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου 1, ο εναγόμενος 1 εισήλθε στην οδό Ασκληπιού με μεγάλη ταχύτητα και με κτύπησε με το όχημα του.» Από την άλλη, στην κατάθεση του τεκμήριο 2, αναφέρει τα ακόλουθα: «Έφτασα στο δρόμο απέναντι που το σπίτι μου τζιαι που τα δεξιά μου ερχόταν φορτηγό. Εγώ επερίμενα το τζιαι αφού πέρασε μπήκα στον δρόμο να διασταυρώσω αφού κοίταξα δεξιά αριστερά τζιαι εν είδα αυτοκίνητο. Επήα στη μέση του δρόμου εκοίταξα ξανά εν επρόλαβα να κάμω τίποτε. Ήρτεν ένα αυτοκίνητο που αριστερά τζιαι εκτύπησε μου.» Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι δεν μπορεί από τη μια ο ενάγοντας να υποστηρίζει ότι κτυπήθηκε ενώ βρισκόταν στο κέντρο της λωρίδας της πορείας του εναγόμενου 1 ενώ από την άλλη στην κατάθεση του να λέει ότι ενώ βρισκόταν στη μέση του δρόμου δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε και κτυπήθηκε από τον εναγόμενο
  4. Δεν μπορεί επίσης να κριθεί πειστική έστω μια από τις εκδοχές του, ότι ενώ βρισκόταν στη μέση του δρόμου είχε ξανακοιτάξει εάν ο δρόμος ήταν ελεύθερος και δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε αφού κτυπήθηκε από τον εναγόμενο
  5. Και αυτό γιατί το σημείο Χ βρίσκεται εντός της πορείας του εναγόμενου 1 και συγκεκριμένα 1,60 μέτρα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος 1 από το σημείο 0,00 μέχρι το σημείο Χ, κινήθηκε για περίπου 20 μέτρα, σύμφωνα με το τεκμήριο 3 και με χαμηλή ταχύτητα, σύμφωνα με τον εναγόμενο 1 και τον ΜΕ1 και αυτά σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο ενάγοντας διασταύρωνε με γοργό βήμα, διαφαίνεται ότι ο ενάγοντας δεν κοίταξε προτού εισέλθει στην πορεία του εναγόμενου 1, τον οποίο θα μπορούσε να αντιληφθεί, με τα πιο πάνω δεδομένα, εάν όντως κοίταζε προτού εισέλθει στην πορεία του εναγόμενου
  6. Η εκδοχή του αυτή, επί τη βάση των πιο πάνω δεν υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία. Η αντίφαση αυτή που αφορά την ουσιαστική εκδοχή του ως προς τον τρόπο που κτυπήθηκε από τον εναγόμενο 1 αλλά και πού ακριβώς βρισκόταν κατά το χρόνο της σύγκρουσης, προκαλεί ουσιαστικό ρήγμα στην αξιοπιστία του. Πέραν των πιο πάνω, προβληματισμό προκαλεί η θέση του ότι ενώ όπως αναφέρει στην κατάθεση του φτάνοντας στη μέση του δρόμου δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε, αφήνοντας να νοηθεί ότι δεν είχε δει καθόλου τον εναγόμενο 1 προηγουμένως, από την άλλη να υποστηρίζει με τη γραπτή του δήλωση ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, αφηρημένα και απρόσεκτα. Το συμπέρασμα του αυτό κρίνεται αυθαίρετο αλλά και αντίθετο με τη θέση του ότι δεν είχε δει προηγουμένως τον εναγόμενο
  7. Υποδεικνύοντας στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του την κατάθεση του τεκμήριο 2 και επισημαίνοντας του ότι δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας επέμενε ότι τα είχε πει στην Αστυνομία και ήταν με την εντύπωση ότι είχαν περιληφθεί. Το τεκμήριο 2 κατατέθηκε από μάρτυρα τον οποίο κάλεσε η πλευρά του ενάγοντα και η κατάθεση του είναι επίσης υπογραμμένη εκ μέρους του, όπως ο ίδιος αναγνώρισε. Η προσπάθεια του να διαφοροποιηθεί από τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του προβάλλοντας μια διαφορετική εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, καταδεικνύουν την προσπάθεια του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εντελώς διαφορετική εικόνα των γεγονότων. Ο ενάγοντας επίσης ενώ στην έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι διασταύρωνε το δρόμο με γοργό βήμα, θέση την οποία επανέλαβε με την γραπτή του δήλωση τεκμήριο Α, κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι διασταύρωνε με αργό βήμα. Η διάσταση αυτή, κρίνεται επίσης ουσιαστική, εφόσον καταδεικνύει την προσπάθεια του ενάγοντα να επιρρίψει ολοκληρωτικά την ευθύνη για το ατύχημα στον εναγόμενο 1, αποκρύπτοντας την αλήθεια. Οι ως άνω αντιφάσεις του ενάγοντα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος που παρατηρούνται μεταξύ της κατάθεσης και της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν του ότι καθιστούν αδύνατη τη μαρτυρία του, επιβεβαιώνουν την κατάληξη μου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς τα γεγονότα, πέραν των όσων δεν αμφισβητούνται, όπως η ύπαρξη του φορτηγού κατά τον ουσιώδη χρόνο στον εν λόγω δρόμο (Αθανασίου v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση αρ. 345/11, ημερ. 18.7.18). Η μαρτυρία του ως προς του τραυματισμούς του θα αξιολογηθεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
  8. Για το ζήτημα αυτό θα πρέπει να πω ότι τα όσα ανέφερε εν σχέση με τον πόνο και ταλαιπωρία του, δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης. Από την άλλη όμως δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τα ισχυριζόμενα μόνιμα κατάλοιπα του και η θέση του αυτή δεν γίνεται αποδεκτή. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι η στάση του εναγόμενου 1 μετά το ατύχημα, όπως και ο ίδιος αποδέχθηκε, όπου μετέβηκε στο σπίτι του ανήλικου ρωτώντας εάν ήθελε να τον μεταφέρει σε γιατρό ή ακόμα και η απολογία του, δεν μπορεί να αποτελέσει γεγονός που θα μπορούσε από μόνο του να στηρίξει την υπόθεση του ενάγοντα, εφόσον το γεγονός αυτό και ο τρόπος που ο εναγόμενος 1 επέδειξε το ενδιαφέρον του για τον ανήλικο που κτυπήθηκε, αποτελεί ανεξάρτητο γεγονός χωρίς να συνδέεται με την όποια τυχόν ευθύνη του εναγόμενου
  9. Για τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του ενάγοντα στερείται της απαιτούμενης συνοχής και πειστικότητας και δεν γίνεται αποδεκτή, πέραν των όσων δεν έχει αμφισβητήσει. Ο πατέρας του ενάγοντα, ΜΕ3, αναφέρθηκε κυρίως στα τραύματα του ενάγοντα και παρουσίασε προς τούτο τις φωτογραφίες τεκμήριο
  10. Τα όσα ανέφερε και αφορούν τη διάγνωση του ΜΕ4, θα εξεταστούν κατά την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας και συνεπώς το μέρος της μαρτυρίας του αυτό δεν γίνεται αποδεκτό. Το ίδιο ισχύει και ως προς τη θέση του ότι παρέμειναν εμφανείς και μόνιμες ουλές στον ενάγοντα, εφόσον δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο προς τούτο, τόσο ο ΜΕ3 όσο και ο ενάγοντας. Ως προς τη θέση του ότι επηρεάστηκαν οι καθημερινές ασχολίες και η απόδοση του ενάγοντα στο σχολείο, αυτή δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του ΜΕ3 δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας κρίνεται ειλικρινής και εις το βαθμό όπου η μαρτυρία του δεν αφορά ιατρικά θέματα, γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΕ4 κλήθηκε υπό την ιδιότητά τους ως ιατρός και η μαρτυρία του θα πρέπει να εξεταστεί αναλόγως (Σπύρου v. Παπαδόπουλου, Πολιτική Έφεση αρ. 29/12, ημερ. 2.4.18). Ο Δρ. Συμιλλίδης εξέτασε τον ενάγοντα την 21.2.11 και ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό τεκμήριο 5, το οποίο αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 7 την απόδειξη πληρωμής των εξόδων του ημερ. 5.12.
  11. Από την εξέταση του ενάγοντα ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι ο ενάγοντας υπέστη θλάση αυχένα, παρουσιάζει εκδορές και έγινε συρραφή θλαστικού τραύματος μετωπιαίας χώρας δεξιά (2εκ), βαθιές εκδορές οπίσθια επιφάνεια δεξιού ώμου έκτασης 7Χ5εκ, βαθιές εκδορές και πληγές δεξιού οπίσθιου αντιβραχίου και αγκώνα 8Χ6εκ, μεγάλο αιμάτωμα δεξιάς λεκάνης και τροχαντήρα, εκδορές και διόγκωση ραχιαίας επιφάνειας αριστερού δείκτη και διόγκωση και αιμάτωμα δεξιού γόνατος με χωλότητα δεξιά. Σύστησε στον ενάγοντα συντηρητική θεραπεία με χορήγηση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (Σιρόπι) και τη χρήση αυχενικού κολάρου. Παραπέμφθηκε για φυσιοθεραπεία και έγινε καθαρισμός των πληγών. Έγινε εγχείρηση με τοπική αναισθησία αφαίρεσης μικρής πέτρας από ραχιαία επιφάνεια αριστερού δείκτη. Τα ενοχλήματα από την αυχενική χώρα όπως πόνος, μυϊκός σπασμός και δυσκαμψία οφείλονται σε κακώσεις των μαλακών μορίων της περιοχής. Τα θλαστικά τραύματα και οι εκδορές είχαν επουλωθεί με την πάροδο ενός μηνός. Οι εκδορές ραχιαίας επιφάνειας αριστερού δείκτη επουλώθηκαν μετά πάροδο 3 εβδομάδων και η διόγκωση υποχώρησε. Αφαιρέθηκε με τοπική αναισθησία μικρή πέτρα από την ραχιαία επιφάνεια. Κατά την αντεξέταση του αμφισβητήθηκε έντονα η διάγνωση του που αφορούσε τη θλάση αυχένα, εφόσον από το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου (τεκμήριο 1) δεν φαίνεται ότι ο ενάγοντας να είχε παραπονεθεί κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο για τέτοιο τραυματισμό. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι ο ενάγοντας του παραπονέθηκε για πόνο στον αυχένα και κατά τον ίδιο αυτό είναι λογικό εφόσον ο ενάγοντας είχε τραυματιστεί στο κεφάλι και ένας τέτοιος τραυματισμός μπορεί να προκαλέσει και έμμεσο τραυματισμό, προσθέτοντας ότι ο αυχένας τραυματίζεται με μια απότομη κίνηση προς τα πίσω. Ο ίδιος του διαπίστωσε τη θλάση αυχένα με την εξέταση στην οποία προέβηκε όπου διαπίστωσε 50% ελάττωση της κινητικότητας του αυχένα. Σύμφωνα επίσης με τον μάρτυρα, σε περιπτώσεις όπου ο τραυματισμός του αυχένα δεν είναι σοβαρός, όπως φαίνεται και στην προκειμένη περίπτωση, ο πόνος δεν εκδηλώνεται αμέσως αλλά με την πάροδο 12, 24 ή 48 ωρών. Προκύπτει από τη μαρτυρία του σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε ο ενάγοντας ότι, ναι μεν συνέστησε τη χρήση αυχενικού κολλάρου και φυσιοθεραπείες, τις οποίες ο ενάγοντας δεν ακολούθησε ούτε και φαίνεται να είχε χρησιμοποιήσει το κολλάρο. Ο μάρτυρας, τα προσόντα του οποίου δεν αμφισβητηθήκαν, κατέθεσε ενώπιον μου ως εμπειρογνώμονας. Η μαρτυρία του ως προς τη διάγνωση θλάσης αυχένα δεν κρίνεται τεκμηριωμένη και πειστική. Πέραν του ότι αυτή προκύπτει από παράπονα του ίδιου του ενάγοντα, δεν εξήγησε με την απαιτούμενη λεπτομέρεια πως ο ίδιος είχε διαπιστώσει την ελάττωση της κίνησης κατά 50%. Πέραν τούτου, ενώ συνέδεσε τον τραυματισμό του αυχένα αναλόγως της κίνησης του αυχένα κατά το κτύπημα, ήτοι προς τα πίσω, δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τον τρόπο που κινήθηκε το κεφάλι του ενάγοντα κατά τη σύγκρουση με τη διάγνωση για θλάση αυχένα. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο, ο πόνος στον αυχένα εκδηλώνεται μέχρι και 48 ώρες μετά τον τραυματισμό. Θα αναμενόταν συνεπώς, ο ενάγοντας να παραπονεθεί για τέτοιο πόνο ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο, όπου κρατήθηκε για δυο βράδια. Φαίνεται από το τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητείται, ότι ο ενάγοντας εξετάστηκε από ειδικό ορθοπεδικό την 16.2.11 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, ήτοι 24 ώρες μετά το ατύχημα, χωρίς να διαπιστωθεί τέτοιος τραυματισμός, χωρίς να παρουσιάζεται ευαισθησία στην αυχενική μοίρα και χωρίς να αναφερθεί από τον ενάγοντα οτιδήποτε που να αφορά τον αυχένα. Όλα τα πιο πάνω βρίσκονται σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει ο ενάγοντας και ο ΜΕ3, ότι όταν επέστρεψε στο σπίτι την 17.2.11 συνέχιζε να έχει αφόρητους πόνους, κεφαλαλγία κλπ. Πώς είναι δυνατόν να εξέρχεται από το νοσοκομείο χωρίς να αναφέρει τέτοια συμπτώματα και παρά την ισχυριζόμενη ένταση των συμπτωμάτων αυτών, να επισκέπτεται τον ΜΕ4, όχι αμέσως, αλλά πέντε μέρες αργότερα. Το ότι ο ενάγοντας δεν υπέστη θλάση αυχένα, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι δεν φαίνεται να ακολούθησε οποιεσδήποτε φυσιοθεραπείες ούτε χρησιμοποίησε κολλάρο. Εις ότι αφορά τους λοιπούς τραυματισμούς του ενάγοντα, η μαρτυρία του ΜΕ4 φαίνεται να συνάδει με το τεκμήριο 1 και γίνεται αποδεκτή. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΕ4 γίνεται αποδεκτή εκτός του μέρος της που αφορά τη διάγνωση του για θλάση αυχένα. Το συμπέρασμα αυτό δεν έχει εξηγηθεί και τεκμηριωθεί επιστημονικά κατά τρόπο που θα μου επέτρεπε να βασιστώ στο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ4 που αφορά τη θλάση αυχένα για να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα. Αποδέχομαι επίσης από τη μαρτυρία του ότι πληρώθηκε το ποσό των €600.- σύμφωνα με την απόδειξη τεκμήριο
  12. Ο εναγόμενος 1, αν και προσπάθησε κατά τη μαρτυρία του να αποποιηθεί την όποια ευθύνη τυχόν φέρει για το ατύχημα, επιμένοντας ότι δεν είδε καθόλου προηγουμένως τον ενάγοντα, διαπιστώνω ότι στην κατάθεση του ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία δεν μπορούν να υποστηρίξουν την εκδοχή του ότι δεν είχε δει τον ενάγοντα πριν τη σύγκρουση: «Δεξιά μου εξ' αντιθέτου ήταν ένα αυτοκίνητο σταματημένο εν αναμονή. Ήταν φορτηγό που έσερνε καρότσα. Ενώ πλησίαζα στο πίσω μέρος του αντιλήφθηκα ένα μικρό παιδί να μπαίνει στον δρόμο να διασταυρώσει από δεξιά προς αριστερά μου πίσω από το φορτηγό. Εγώ πάτησα στόπερ και με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου μου κτύπησα τον μικρό.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Πέραν των όσων ανέφερε στην κατάθεση του, κατά την αντεξέταση του ανέφερε επίσης ότι όταν αντιλήφθηκε τον ενάγοντα αυτός βρισκόταν ακριβώς πίσω από το φορτηγό. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 αντιλήφθηκε τον ενάγοντα ενώ βρισκόταν πίσω από το φορτηγό, έστω και 1 μέτρο πριν το τέλος του φορτηγού από το σημείο που βρισκόταν ο εναγόμενος
  13. Η ως άνω διαπίστωση δεν κρίνεται τέτοια που θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του εναγόμενου 1, εφόσον ανέφερε τα πιο πάνω, χωρίς προσπάθεια να αποκρύψει την αλήθεια. Το ότι ο εναγόμενος ερμήνευσε τα πιο πάνω κατά τρόπο που να τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη, δεν αναιρεί τη συνολικά αξιόπιστη και ειλικρινή εικόνα του, έχοντας παράλληλα υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η θέση του ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα κρίνεται ειλικρινής ακόμα και στην απουσία ιχνών τροχοπέδησης, εφόσον σύμφωνα με τον ΜΕ1, σε βρεγμένο δρόμο τα οχήματα δεν αφήνουν ίχνη τροχοπέδησης, ιδιαίτερα όταν η ταχύτητα είναι χαμηλή. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του εναγόμενου 1 για να προβώ σε ευρήματα και την αποδέχομαι. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και έχοντας υπόψη τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 15.2.11, ο ενάγοντας τότε ηλικίας 11 ετών, βρισκόταν στο νότιο πεζοδρόμιο της οδού Ασκληπιού στη Λεμεσό και περί την 13:40, με πρόθεση να διασταυρώσει απέναντι. Από δεξιά του ερχόταν ένα φορτηγό με καρότσα και ανέμενε να περάσει το φορτηγό. Όταν αυτό πέρασε με γοργό βήμα κινήθηκε προς το απέναντι πεζοδρόμιο και ερχόμενος στην πορεία του εναγόμενου 1 κατά 1,60 μέτρα κτύπησε στο αυτοκίνητο του εναγόμενου 1, το οποίο οδηγείτο με χαμηλή ταχύτητα και εντός του επιτρεπόμενου ορίου. Ο εναγόμενος 1 εφάρμοσε αμέσως τα φρένα του και ο ενάγοντας κτύπησε στη δεξιά μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου του εναγόμενου
  14. Η σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του εναγόμενου 1 και του ενάγοντα έγινε στο σημείο «Χ», ως αυτό σημειώνεται στο τεκμήριο
  15. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 1.60 μέτρα από το κέντρο του δρόμου συνολικού πλάτους 7,60 και 2 μέτρα από το βόρειο πεζοδρόμιο εις το οποίο κατευθυνόταν ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας μετά που ξεκίνησε να διασταυρώνει πίσω από το φορτηγό δεν είχε σταματήσει για να ελέγξει το δρόμο ξανά. Ο εναγόμενος 1, πλησιάζοντας στο πίσω μέρος του φορτηγού, περί το 1 μέτρο, είδε τον ενάγοντα. Στη σκηνή του ατυχήματος δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Το όχημα του εναγόμενου 1 δεν υπέστη ζημιά. Ο ενάγοντας μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου κρατήθηκε για δυο βράδια. Σύμφωνα με το τεκμήριο 1, υπέστη εξωτερικές κακώσεις, θλαστικό τραύμα υπερόφρυας χώρας, περιοφθαλμικό οίδημα και εκδορές δεξιά, εκδορές δεξιού αντιβραχίου, δεξιού ημιθωρακίου, δεξιού πλάγιου κοιλιακού τοιχώματος, δεξιάς πρόσθιας άνω λαγονίου άκανθας, δεξιάς μηροβουβωνικής χώρας, αριστερής άκρας χειρός, γονάτων αμφοτερόπλευρα. Του χορηγήθηκαν ενδοφλέβια υγρά και αντιβίωση από το στόμα. Ο Δρ. Συμιλλίδης διαπίστωσε, πέραν των πιο πάνω, εκδορές και διόγκωση ραχιαίας επιφάνειας αριστερού δείκτη, απ' όπου αφαιρέθηκε μικρή πέτρα με τοπική αναισθησία. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο εκάστοτε ενάγοντας, αυτός πρέπει να αποδείξει την εκδοχή του με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Χρύσανθου ν. Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295, Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858). Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας (Χατζηγιάννης ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/11, ημ. 31.5.17). Το κριτήριο για τη συμπεριφορά ενός οδηγού είναι το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, και όχι του ενεχόμενου (Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387, Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420). Ως προς τον καταμερισμό της ευθύνης, καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των διάδικων κατά τη σύγκρουση και της ζημιάς που προκλήθηκε (Χαραλάμπους v. Στυλιανού
(1991)1Α Α.Α.Δ. 284). Ο πεζός οφείλει να επιδεικνύει, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης (Αβραάμ ν. Στυλιανού
(2002)1 Α.Α.Δ. 50). Στην υπόθεση JAMAL ISMAIL ν. ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A107, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 333/2009, 12/2/2014, ως προς την συμπεριφορά ενός πεζού λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Πρώτα θα πρέπει να υπενθυμίσουμε γι' ακόμη μια φορά ότι το δικαίωμα του πεζού στη χρήση δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού μηχανοκινήτου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής που αναμένεται από πεζό όταν διασταυρώνει για τη δική του ασφάλεια είναι αυτή του μέσου λογικού ανθρώπου. Βαρύνεται με την υποχρέωση να κινείται με την συνεχή προσοχή του στραμμένη στο δρόμο. (Βλ. Αβραάμ ν. Στυλιανού
(2002)1 Α.Α.Δ. 50, Κυριάκου ν. Φινοπούλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1950, Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 218).» Δεν παραγνωρίζω ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ως προς την ακριβή ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο εναγόμενος 1. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 και του εναγόμενου 1, φαίνεται ότι ο τελευταίος δεν έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, η μαρτυρία του οποίου δεν έγινε αποδεκτή. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με την ταχύτητα, χωρίς μαρτυρία από εμπειρογνώμονα (Οδυσσέως v. Χατζηλούκα
(2000)1 Α.Α.Δ. 185). Όμως, η μη ύπαρξη μαρτυρίας ως προς την ταχύτητα, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δεν επηρεάζει την κατάληξη του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ζητήματος της ενδεχόμενης ευθύνης του εναγόμενου 1. (Βλ. Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 1 δεν αντιλήφθηκε, και δικαιολογημένα, την παρουσία του ενάγοντα ενώ αυτός ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο εφόσον η παρουσία του αρχικά καλυπτόταν από το φορτηγό. Είδε για πρώτη φορά τον ενάγοντα πλησιάζοντας το πίσω μέρος του φορτηγού. Σημασία όμως έχει ότι σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο 1, αυτός είχε δει τον ενάγοντα όχι μόνο όταν αυτός εισήλθε στον δρόμο αλλά όταν αυτός βρισκόταν ακόμα πίσω από το φορτηγό, έστω και 1 μέτρο προηγουμένως. Η παράλειψη του εναγόμενου 1 να σταματήσει ενωρίτερα, έχοντας υπόψη ότι είδε τον ενάγοντα ενώ βρισκόταν πίσω από το φορτηγό και ήδη ο ενάγοντας κάλυψε την απόσταση των 1,60 μέτρων στην πορεία του εναγόμενου 1, συνιστά την ουσιαστική παράβαση του οδικού καθήκοντος του. Ναι μεν όλα έγιναν σε ελάχιστο χρόνο και σε μικρές αποστάσεις και ενώ ο ενάγοντας ξεπρόβαλλε πίσω από το φορτηγό, η παράλειψη όμως του εναγόμενου 1 να σταματήσει έγκαιρα είναι αδικαιολόγητη ενόψει της θέσης του ότι αντιλήφθηκε τον ενάγοντα ενώ βρισκόταν πίσω από το φορτηγό και κατά τη σύγκρουση είχε ήδη καλύψει απόσταση 1,60 μέτρα στη λωρίδα του εναγόμενου 1. Υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, θα μπορούσε να σταματήσει είτε ενωρίτερα είτε να προβεί σε ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση, εφόσον ο δρόμος είχε πλάτος 3.60, στη λωρίδα του και το αυτοκίνητο του είχε πλάτος 1 μέτρο. Έχω επίσης εξετάσει τις υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε η κα Ερωτοκρίτου, (βλ. Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 576, Παπά ν. Ναθαναήλ κ.α. Πολιτική Έφεση 10338, 28.2.2000 και Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους,
(2012)1 ΑΑΔ 439), οι οποίες όμως διαπιστώνω ότι διαφοροποιούνται από τα περιστατικά της παρούσας, στις οποίες ο πεζός είχε κριθεί εξ ολοκλήρου υπεύθυνος λόγω της ξαφνικής παρουσίας του στο δρόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, επαναλαμβάνω σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, ο ενάγοντας δεν βρέθηκε εντελώς ξαφνικά μπροστά του, αλλά τον είχε αντιληφθεί προηγουμένως. Ως προς το θέμα της αναζήτησης συντρέχουσας αμέλειας το Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων από τα οποία να καταφαίνεται κατά πόσο ο ενάγων παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια και έτσι μπορεί να λεχθεί ότι συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς (βλ. Sofocleous and another v. Georghiou and another
(1978)1 A.A.Δ. 149, Antoniou v. Iordanous and another
(1976)1 Α.Α.Δ. 341, Αντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση ΜΑΡΚΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ, ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2012, 27/6/2018: «Ως προς το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης είναι γνωστό ότι η αμέλεια, νομική έννοια, στην πράξη εξαντλείται στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Η αμέλεια δεν είναι μετρήσιμη με απόλυτους αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά είναι ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Όπως έχει λεχθεί, μεταξύ πολλών άλλων αποφάσεων, στην Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178, ο οδηγός με γνώμονα το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Η επιμέλεια και η επίδειξη της δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Και όπως ο οδηγός έχει υποχρέωση να ελέγχει και να οδηγεί κατά συνετό τρόπο το όχημα του, έτσι και ο άλλος οδηγός ή πεζός, κατά περίπτωση, υπέχει συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνει μέτρα προς αυτοπροστασία του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Όπως έχει λεχθεί στη Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας. Δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποσείσει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας που φέρει ο εναγόμενος. Η κατανομή ευθύνης σύμφωνα επίσης με νομολογία, κρίνεται στη βάση της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας των εμπλεκομένων με αναφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Η συμβολή εκάστου στην πρόκληση της ζημιάς συναρτάται με τη λογική πρόβλεψη των συνεπειών που ενδεχομένως να προκύψουν όταν υπάρχει απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί σε κάθε ένα από τα μέρη.» (η έμφαση και υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εξετάζοντας την οδική συμπεριφορά του ενάγοντος υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και βάσει των νομολογιακών αρχών, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί ότι αυτός έχει ενεργήσει αμελώς ώστε θα πρέπει να του αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια για τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τα ευρήματά του Δικαστηρίου, ο ενάγων διασταυρώνοντας την οδό Ασκληπιού αρχικά διερχόμενος πίσω από το φορτηγό με καρότσα και προσεγγίζοντας το κέντρο του δρόμου, δεν έλαβε, όπως έπρεπε, τις αναγκαίες προφυλάξεις για την ασφαλή διακίνηση του στο δρόμο. Διασταύρωνε με γοργό βήμα και συνεχίζοντας να κινείται προς το βόρειο πεζοδρόμιο δεν έλεγξε τον δρόμο προς την πορεία του εναγόμενου 1 εάν ήταν ασφαλές να συνεχίσει να διασταυρώνει. Εάν ο ενάγοντας ασκούσε τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγόμενου 1 εντός του δρόμου, ο οποίος κινήθηκε 20 μέτρα περίπου εντός της οδού Ασκληπιού μέχρι το σημείο της σύγκρουσης και με χαμηλή ταχύτητα. Είχε ικανοποιητική ορατότητα από το κέντρο του δρόμου προς τον εναγόμενο 1 και θα αναμένετο λογικά, διατηρώντας επαρκή έλεγχο του δρόμου, να δει έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγόμενου 1. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, και χωρίς να παραγνωρίζεται το νεαρό της ηλικίας του, ανακύπτει ευθύνη του ενάγοντος για λήψη μέτρων προφύλαξης ενόψει εύλογα εμφανούς κινδύνου συνεπεία του επερχομένου οχήματος του εναγόμενου 1. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, το ποσοστό ευθύνης του ενάγοντα καθορίζεται σε 70% και στον εναγόμενο 1 ποσοστό ευθύνης 30%. Το ποσοστό που αποδίδεται στον ενάγοντα είναι σαφώς μεγαλύτερο ενόψει του κινδύνου τον οποίο εξέθεσε τον εαυτό του, αποφασίζοντας να διασταυρώσει την οδό Ασκληπιού σε ώρα που υπήρχε κίνηση ξεπροβάλλοντας πίσω από το φορτηγό και χωρίς να ξανακοιτάξει στο κέντρο του δρόμου εάν ήταν ασφαλές να προχωρήσει στην πορεία του εναγόμενου 1 (βλ. Αβραάμ Αβραάμ ν. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1 ΑΑΔ 50). Στρεφόμενη τώρα στον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων, το ύψος τους είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία αλλά και το ότι οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ένας τραυματισμός. Λαμβάνω επίσης υπόψη την αυξητική τάση των αποζημιώσεων αλλά και το ότι αυτές θα πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Έχω επίσης εξετάσει τις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε η πλευρά του ενάγοντα, οι οποίες όμως δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής εφόσον πρόκειται περί σοβαρότερων τραυματισμών. Έχοντας υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγοντας υπέστη θλαστικά τραύματα και εκδορές, τα οποία επουλωθήκαν με την πάροδο ενός μηνός, χωρίς να έχει καταδειχθεί ότι παρέμειναν οποιαδήποτε κατάλοιπα και ότι παρέμεινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για δυο βράδια απ' όπου εξήλθε με βελτιωμένη κατάσταση, καταλήγω ότι το ποσό των €1.500.- για το σύνολο των τραυμάτων του ως αυτά καταγράφονται πιο πάνω αλλά και τον πόνο και ταλαιπωρία, επί πλήρους ευθύνης και το οποίο θα προσαρμοστεί επί του ποσοστού ευθύνης που αναλογεί στον εναγόμενο, κρίνεται λογικό και δίκαιο για να αποζημιώσει τον ενάγοντα. (βλ. ενδεικτικά Παπαγγελοδήμου κ.ά ν. Ηλιάδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 639). Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, είναι γνωστή η νομολογία ότι η απόδειξη τους κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Εναπόκειται δε στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφό του. Οι ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα. Πρέπει να αποδεικνύονται και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (βλ. Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1923 στη σελίδα 1937). Σύμφωνα με την τελική αγόρευση του ενάγοντα, φαίνεται ότι η αξίωση του ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις περιορίστηκε στο ποσό των €47,84σ, το οποίο ήδη δηλώθηκε ως παραδεκτό και αφορά την ετοιμασία του ιατρικού πιστοποιητικού από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και στο ποσό των €600.- αναφορικά με τα ιατρικά έξοδα του Δρ. Συμιλλίδη. Όσον αφορά τα έξοδα του Δρ. Συμιλλίδη, σύμφωνα με το τεκμήριο 7 αλλά και τα όσα ανέφερε προφορικά τα έξοδα αυτά πληρωθήκαν από τον ενάγοντα. Το γεγονός ότι αυτά πληρωθήκαν την προηγούμενη της ημέρας όπου ο μάρτυρας έδιδε μαρτυρία δεν μπορεί να διαφοροποιήσει το γεγονός ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε και ότι το ποσό αυτό αφορούσε αναγκαία έξοδα για την αντιμετώπιση των τραυμάτων του ενάγοντα σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ4, για αλλαγή των πληγών, ραφές, αφαίρεση πετρών από το χέρι κλπ. Όσον αφορά τις υπόλοιπες αξιώσεις για ειδικές αποζημιώσεις και τα έξοδα για μελλοντική εγχείρηση, τα οποία αφορούν γενικές αποζημιώσεις, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου αυτές δεν έχουν αποδειχθεί. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω καταλήγω ότι ο ενάγων δικαιούται επί πλήρους ευθύνης ποσό εκ €1.500= ως γενικές αποζημιώσεις και ποσό εκ €647,84σ- ως ειδικές αποζημιώσεις. Ο καθορισμός του τόκου είναι θέμα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο προωθείται η αγωγή καθώς και τυχόν καθυστέρηση στην καταχώρησή της (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Το ατύχημα επεσυνέβη την 15.2.11 και η αγωγή καταχωρήθηκε την 26.6.12. Οι ζημιές και αξιώσεις του ενάγοντα ήταν ήδη αποκρυσταλλωμένες ενώ φαίνεται ότι η Αγωγή καταχωρήθηκε ένα και πλέον χρόνο μετά το ατύχημα, χωρίς να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση αυτή. Πέραν τούτου, φαίνεται ότι το ποσό των €600.- το οποίο πληρώθηκε στον ΜΕ4, δεν καταβλήθηκε από το 2011 όπου αυτό είχε χρεωθεί. Υπό αυτές τις περιστάσεις το ποσό των γενικών αποζημιώσεων και το ποσό που δηλώθηκε ως παραδεκτό αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις θα φέρει νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Αγωγής μέχρι εξοφλήσεως και το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων των €600.- θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία πληρωμής του ήτοι την 5.12.18 μέχρι εξοφλήσεως. Σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 2, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 16Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν96(Ι)/2000, σε συνάρτηση με την παραδοχή στην Υπεράσπιση των εναγομένων 2 ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στον εναγόμενο 1, θεμελιώνουν την ευθύνη των εναγομένων 2 να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για της ζημιές που υπέστη ένεκα της αμέλειας του εναγόμενου1, εις το βαθμό που αυτός ευθύνεται. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, ο οποίος σήμερα είναι ενήλικας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €450.- υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, ειδικές αποζημιώσεις (για το ιατρικό πιστοποιητικό) προς €14.36σ πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €180.- πλέον νόμιμο τόκο από 5.12.18 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα, ως ζητείται με την τελική αγόρευση του ενάγοντα. (Υπ.) ......... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.