← Κύπρος

Γ.Χ. ανήλικος μέσω των φυσικών του γονέων και κηδεμόνων Α. Χ. και Σ.Α. κ.α. ν. Ε.Λ., Αρ. Αγωγής: 6057/2011, 30/8/2019

Γ.Χ. ανήλικος μέσω των φυσικών του γονέων και κηδεμόνων Α. Χ. και Σ.Α. κ.α. ν. Ε.Λ., Αρ. Αγωγής: 6057/2011, 30/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A457 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6057/2011 Μεταξύ:

  1. Γ.Χ. ανήλικος μέσω των φυσικών του γονέων και κηδεμόνων Α. Χ. και Σ.Α.
  2. Α.Χ. Εναγόντων και Ε.Λ. Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Αυγούστου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Σ. Βασιλείου Για Εναγόμενο: κ. Χ. Χατζηλοΐζου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, υιός και πατέρας αντίστοιχα, αξιώνουν από τον εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό επίθεση του τελευταίου εναντίον του ενάγοντα 1 στις 30/09/
  3. Τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση έχουν ως εξής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ενάγοντας 1 και ο υιός του εναγόμενου, αμφότεροι ηλικίας 12 ετών τότε, φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο, ήτοι στο Γυμνάσιο XXXXX. Από της γέννησης του και μέχρι σήμερα, ο υιός του εναγόμενου παρουσιάζει νευροαναπτυξιακή καθυστέρηση η οποία επηρεάζει το λόγο, τις γνωστικές και νοητικές λειτουργίες και τον συντονισμό των κινήσεων του και παρακολουθείται από διάφορους γιατρούς και ειδικούς διαφόρων ειδικοτήτων (Τεκ.Α). Οι δύο ανήλικοι τότε, γνώριζαν ο ένας τον άλλο και καθημερινώς χρησιμοποιούσαν το ίδιο λεωφορείο για να επιστρέφουν στα σπίτια τους από το σχολείο, με το σπίτι του ενάγοντα 1 να ήταν μία στάση μετά τη στάση που ήταν το σπίτι του υιού του εναγόμενου. Στις 30/09/2009 ο ενάγοντας 1 επέστρεφε με το λεωφορείο στο σπίτι του. Όταν το λεωφορείο σταμάτησε στη στάση που κατέβαινε ο υιός του εναγόμενου για να αποβιβαστούν οι μαθητές, ο εναγόμενος επιβιβάστηκε στο λεωφορείο και ζήτησε ευγενικά να του παρουσιαστεί ο ενάγοντας
  4. Ακολούθως επεσυνέβη το επίδικο περιστατικό για το οποίο οι δύο πλευρές προέβαλαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές, αναφορά στις οποίες κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Αργότερα την ίδια ημέρα και περί τις 14:40, ο ενάγοντας 2 μετέφερε τον ενάγοντα 1 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου ο τελευταίος διαπιστώθηκε να φέρει κάκωση ρινός, εκδορά δεξιού ρώθωνα, πόνο στη βάση ρινός, εκδορά αριστερού αγκώνα, στοιχεία επίσταξης από δεξιό ρώθωνα και αιμάτωμα στη δεξιά χώρα της άνω σιαγόνας. Η διάγνωση του Δρ. Μιλτιάδους (ΜΕ3), ήτοι του επί καθήκοντι ιατρού που εξέτασε τον ενάγοντα 1, ήταν ότι αυτός υπέστη κάταγμα ρινός με παρεκτόπιση για το οποίο του σύστησε φαρμακευτική αγωγή και ακολούθως του έδωσε εξιτήριο (Τεκ. 1 και 6). Η αστυνομία ενημερώθηκε από το Νοσοκομείο για το περιστατικό της 30/09/2009 και αφού λήφθηκαν σχετικές καταθέσεις την ίδια μέρα, αποφασίστηκε η ποινική δίωξη του εναγόμενου με την ποινική υπόθεση 20097/2010 του Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της οποίας ο τελευταίος παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορία επίθεσης εναντίον του ενάγοντα 1 με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Στη βάση των γεγονότων που εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από την αστυνομία, επιβλήθηκε στον εναγόμενο ως ποινή, δέσμευση μέσω εγγύησης ύψους €5000 για να τηρεί το Νόμο και την τάξη για τρία χρόνια (Τεκ. 7 και 8). Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Ως προς το τι έγινε στις 30/09/2009, που είναι και το επίδικο για σκοπούς της παρούσας αγωγής περιστατικό, η δικογραφημένη εκδοχή των δύο πλευρών προωθήθηκε κατά την ακρόαση από τα δύο άτομα που ήταν παρόντα και άμεσα εμπλεκόμενα, ήτοι τον ενάγοντα 1 (ΜΕ1) και τον εναγόμενο (ΜΥ1). Από πλευράς εναγόντων κατέθεσαν ακόμη τέσσερεις μάρτυρες, ήτοι ο ενάγοντας 2 (ΜΕ2), ο Δρ. Ι. Μιλτιάδους, ιατρός του Γ.Ν. Λεμεσού (ΜΕ3), ο ωτορινολαρυγγολόγος Δρ. Α. Κουνούνης (ΜΕ4) και η υπεύθυνη Πρωτοκολλητής του Ποινικού Τμήματος του Ε.Δ. Λεμεσού, Α. Στυλιανού (ΜΕ5) ενώ από πλευράς εναγόμενου δεν υπήρξε άλλος μάρτυρας πέραν του ιδίου. Η εκδοχή του ενάγοντα 1 ως προς το επίδικο περιστατικό, η ουσία της οποίας έλαβε την μορφή γραπτή δήλωσης (Έγγραφο Α), ήταν η εξής: «Περί την 30/9/2009 κατά την 1:30μμ στον XXXXX στην Λεμεσό και ενώ επέστρεφα με το λεωφορείο, από το γυμνάσιο που φοιτούσα στον Ύψωνα, προς το σπίτι που διέμενα με την οικογένεια μου, με άλλους συμμαθητές μου, δέχθηκα από τον εναγόμενο, αιφνίδια, αναίτια, παράνομα, αδικαιολόγητα και χωρίς την συγκατάθεση μου, επίθεση κτυπώντας με, με τις γροθιές του και κλωτσιές και εξασκώντας βία και σπρώχνοντας με πάνω στην πόρτα του λεωφορείου στην προσπάθεια του να με βγάλει έξω από αυτό, και τραυματίζοντας με, όταν το εν λόγω μέσο μεταφοράς, σταμάτησε σε προηγούμενη στάση Λεωφορείων, από την στάση όπου συνήθιζα να κατεβαίνω για να πάω στην οικία μου. Από ότι φαίνεται με ανέμενε ο εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο στην εν λόγω στάση για να μου επιτεθεί. Αναφέρω πιο κάτω με λεπτομέρεια τα γεγονότα του περιστατικού της επίθεσης που δέχτηκα. Κατά την 30/9/2009 περί την 1:30μμ, σταμάτησε το Λεωφορείο στην στάση λεωφορείων που θα κατέβαινα για να πάω στο σπίτι μου. Εγώ καθόμουνα κοντά στις μπροστινές θέσεις του λεωφορείου που βρίσκονταν πλησίον της μπροστινής πόρτας, και σε κάθισμα που εφάπτετον με τον διάδρομο του λεωφορείου. Και όταν σταμάτησε βρισκόμουν στην προσπάθεια να κατέβω. Όταν άνοιξε η πόρτα του λεωφορείου στην στάση που ανέφερα πιο πάνω, για να κατεβούν μαθητές μπήκε μέσα ο εναγόμενος και με ευγενικό τρόπο ζήτησε να μάθει, ποιος είναι ο Γ.Χ. Οπότε του ανέφερα ότι ήμουν εγώ και μου ανέφερε «έρχεσαι για μισό λεπτό». Νόμισα πως ήθελε να μου πει κάτι. Όταν τον πλησίασα και ενώ βρισκόμουν στο Λεωφορείο, αιφνίδια μου επιτέθηκε κτυπώντας με, με τις γροθιές του αρχικά στο πρόσωπο, και κλωτσιές και συνέχισε να με κτυπά απανωτά στο κεφάλι και το σώμα μου και προσπάθησα με τα χέρια μου να προστατευτώ. Αφού δεν κατάλαβα την συμπεριφορά που είχε προς εμένα. Ταυτόχρονα μου εξάσκησε βία στην προσπάθεια του να με βγάλει έξω από το λεωφορείο, με έσπρωξε πάνω στην πόρτα του λεωφορείου, όπου και με τραυμάτισε και όταν βγήκα έξω από το λεωφορείο έχασα την ισορροπία μου και έπεσα στο πεζοδρόμιο, όπου αυτός κατέβηκε κάτω από το λεωφορείο και συνέχισε να με κτυπά, ένοιωθα τα κτυπήματα του εναγόμενου, ενώ βρισκόμουν κάτω. Ακολούθως έφυγε και βρήκα την δύναμη να σηκωθώ και μπήκα στο λεωφορείο για να με μεταφέρει στην επόμενη στάση για να πάω στο σπίτι μου, διότι φοβήθηκα να πάω στο σπίτι μου μέσω αυτής της στάσης λεωφορείου. Πονούσα από τα κτυπήματα και είχα αιματωθεί, δεν γνώριζα όμως πόσο σοβαρά είχα τραυματιστεί. Να αναφέρω ότι δεν κατέβηκε κάποιος από το λεωφορείο στην εν λόγω στάση διότι φαίνεται ότι φοβήθηκαν με αυτά που είδαν και είδα συμμαθητές μου που θα έπρεπε να κατέβαιναν στην εν λόγω στάση λεωφορείου να μένουν εντός του λεωφορείου και κατέβηκαν στην επόμενη στάση που κατέβηκα και εγώ. Αιφνιδιάστηκα με την επίθεση που δέχτηκα και δεν ανέμενα σε καμία περίπτωση τέτοια συμπεριφορά από ένα ενήλικα που μπαίνει στο λεωφορείο και μου ζητά με ευγενικό τρόπο να τον πλησιάσω, μπροστά σε συμμαθητές μου. Δέχτηκα κατά την επίθεση μεταξύ άλλων, χτυπήματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στην μύτη και στο στόμα προκαλώντας μου σοβαρά τραύματα. 0 εναγόμενος από ότι φαίνεται, μου έστησε ουσιαστικά καρτέρι στην εν λόγω στάση των λεωφορείων την εν λόγω ημέρα, σύμφωνα με τα όσα ακολούθησαν. Δέχτηκα βίαιη συμπεριφορά από τον εναγόμενο και λόγω αυτής της επίθεσης, είχα υποστεί σωματικές βλάβες, ζημιές και απώλεια». Ακολούθως, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας 1 και υποστήριξε και ο ενάγοντας 2 (ΜΕ2): «.λόγω πόνων και προβλημάτων, που είχα στη μύτη και τα δόντια μου, θεώρησα ορθό να με εξετάσουν, δύο ιδιώτες ιατροί και που αναφέρω ακολούθως. Στις 2/10/2009 επισκέφτηκα τον Δρ. XXXXX Κουνούνη χειρούργο ωτορινολαρυγγολόγο, όπου με εξέτασε και διαπίστωσε κάταγμα ρινικών οστών με παρεκτόπιση και που προκαλούσε πρόβλημα της αναπνοής λόγω και μετατραυματικής σκολίωσης ρινικού διαφράγματος, και μου έγινε ανάταξη κατάγματος ρινός με τοπική αναισθησία. Οπότε αντιμετωπίστηκε η παρεκτόπιση των ρινικών οστών, όμως παρέμεινε η σκολίωσης του διαφράγματος που μου προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή και είναι αυτός ο λόγος που μου συνεστήθηκε χειρουργική διόρθωση της σκολίωσης. Τα έξοδα ανέρχονται στις ευρώ 2000 σύνολο. Οικονομικά δεν είχα την δυνατότητα να προβώ στην πιο πάνω εγχείρηση και έχω δυσκολία στην αναπνοή μέχρι σήμερα. Περαιτέρω λόγω της επίθεσης που υπέστηκα από τον εναγόμενο, προκλήθηκε ζημιά στα σιδεράκια ορθοδοντικής τα οποία εφάρμοσα από πριν το περιστατικό επίθεσης, ως θεραπεία ορθοδοντικής από τον ιατρό του Δρ. XXXXX Κόκκινο, ειδικό ορθοδοντικό και έπρεπε να γίνει σχετική θεραπεία που περιγράφει ο ιατρός μου στην έκθεση του και τα έξοδα αποκατάστασης της ορθοδοντικής θεραπείας (σιδεράκια) ανέρχονται στις Ευρώ 2900, όπου και την έκανα σε διάφορες επισκέψεις μου. . Έχω υποστεί προσβολή και εξευτελισμό της αξιοπρέπειας και προσωπικότητας μου, σε μία νεαρή ηλικία και μπροστά σε όλους τους συμμαθητές μου, που βρίσκονταν στο λεωφορείο κατά την ώρα της επίθεσης που δέχτηκα, χωρίς λόγο ή για λόγους που αφορούν τον εναγόμενο και μόνο. Αυτό μαθεύτηκε στο γυμνάσιο που φοιτούσα και λόγω αυτού δέχτηκα σωρεία ερωτημάτων από τους μαθητές του σχολείου μου και αυτό με έκανε να νοιώθω άβολα και με ενοχλούσε να μπαίνω στην διαδικασία να θυμούμαι το εν λόγω συμβάν και να απαντώ. Δεν ήθελα να μιλώ για αυτό το γεγονός και το οποίο μου προκαλούσε φόβο να μην υποστώ ξανά επίθεση και δεν ήθελα να πάω στο σχολείο που φοιτούσα λόγω ανασφάλειας. Ούτε λεωφορείο ήθελα να χρησιμοποιήσω. Έχω υποστεί ψυχολογική βία και συνεπεία των γεγονότων, ήμουν συνεχώς σε ένταση, είχα ανασφάλεια και η σωματική και ψυχική μου υγεία είχε κλονιστεί, λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου που μου προκάλεσε πόνο, βλάβη και αναστάτωση. Ζητούσα από τους γονείς μου να με συνοδεύουν όπου πήγαινα, φυσικά πράγμα αδύνατο να συμβαίνει πάντοτε διότι και ο πατέρας μου εργάζεται». Τα έξοδα τα οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι επωμίστηκε ο ενάγοντας 2 ως πατέρας του ανήλικου ενάγοντα 1 και τα οποία αξιώνονται παρά του εναγόμενου ως ειδικές ζημιές, αφορούν στο «κόστος για ορθοδοντική θεραπεία αφαίρεσης σιδερακίων, στην Ιατρική έκθεση του νοσοκομείου, στα έξοδα μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης διόρθωσης σκολίωσης και στα έξοδα του Δρ. Κουνούνη», και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5947,
  5. Σημειώνω εδώ ότι κατά τη μαρτυρία τους, αμφότεροι οι ενάγοντες δέχθηκαν και αναγνώρισαν ότι στα πλαίσια της διερεύνησης που έγινε από την αστυνομία σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, ο ενάγοντας 1 έδωσε σχετική κατάθεση στις 30/09/2009 στην παρουσία της μητέρας του (Τεκ.4), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο: «Σήμερα στο τελευταίο διάλειμμα στο σχολείο μου επαρεξηγήθηκα με τον φίλο μου τον XXXXX που είναι μαθητής της πρώτης τάξης στο σχολείο μου. Η παρεξήγηση άρχισε όταν ο XXXXX με περίπαιξε και με εξιτίμασε και εγώ επερίπαιξα τον πίσω. Μετά ο XXXXX ήρτεν προς το μέρος μου κρατώντας μια σκούπα για να με κτυπήσει και ένας συμμαθητής μου ο XXXXX έπιασε του την σκούπα και έτριψεν την πάνω στα μαλλιά του. Μετά το επεισόδιο ετέλειωσε χωρίς να κτυπηθούμε και επίαμεν στις τάξεις μας για την τελευταία περίοδο. Σαν ήμουν στην τάξη μου για την τελευταία περίοδο ήρτεν ο διευθυντής μας ο κ. Κούσπος και εκάλεσεν με στο γραφείο του. Επία στο γραφείο του και τζιαμέ ήταν και ο XXXXX και η μητέρα του η κα. XXXXX. Ο διευθυντής έκαμε μου παρατήρηση γιατί επερίπεξα τον XXXXX και εγώ είπα του ότι και ο XXXXX επερίπαιξε με και εξιτίμασε με και έκαμε του και τζίνου παρατήρηση. Η μάμα του XXXXX η κα. XXXXX που ήταν τζιαμέ είπε μας ή να μερώσουμε με τον XXXXX ή να μεν ξαναμιλήσουμε για να μεν έχουμε προβλήματα. Μέσα στο λεωφορείο εβρέθηκα με τον XXXXX και εμερώσαμε. Το τελευταίο διάλειμμα που σου λέω είναι η ώρα 12 παρά 10 και σχολάνουμε η ώρα 1 και 35 το μεσημέρι. Γύρω στις 2 παρά εφτάσαμε με το λεωφορείο στη στάση που κατεβαίνει ο XXXXX. Τζιαμέ επερίμενε ο παπάς του ο XXXXX ο οποίος είδε με μέστο λεωφορείο και εφώναξε μου επία τζιαμέ στην πόρτα τζαι ο κ. XXXXX άρχισε να μου φωνάζει δυνατά τζαι να μου ζητά να κατεβώ που το λεωφορείο. Εφώναζε μου να μεν περιπαίζω τον γιο του. Εγώ εφοήθηκα τζαι επήα προς τα πίσω γιατί εν ήθελα να κατεβώ κάτω. Τότε ο κ. XXXXX άρπαξε με που το χέρι τζαι ετράβισε με να με φκάλει έξω που το λεωφορείο όπου εστέκετουν και τζίνος. Την ίδια ώρα ο οδηγός του λεωφορείου επήε να κλείσει την πόρτα του λεωφορείου και όπως με τράβησε ο κ. XXXXX εκτύπησε το πρόσωπο μου με δύναμη πάνω στην πόρτα που ήταν μισόκλειστη. Εγώ με τη δύναμη που με τράβησε έπεσα έξω που το λεωφορείο και ο κ. XXXXX έδωσε μου μια κλωτσιά πάνω στον πισινό. Μετά εκατεβήκαν ούλλοι κάτω που το λεωφορείο και το επεισόδιο ετέλειωσε. Ύστερα εμπήκαμε ξανά στο λεωφορείο και έφερε με στο σπίτι μου. Ο κ. XXXXX μόλις μου έδωσε την κλωτσιά έφυε. Μόλις ήρτα σπίτι ετηλεφώνησα του παπά μου τζαι είπα του τι έγινε. Ύστερα που λλίον ήρτεν σπίτι ο παπάς μου τζαι είδε με τζαι είπα του τι έγινε τζαι ποιος με κτύπησε τζαι γιατί. Μετά ο παπάς μου επήρε με στο νοσοκομείο τζαι εφκάλαν μου πλάκες τζαι είπαν μου ότι έσπασε η μύτη μου. Έχω παράπονο εναντίον του κ. XXXXX για τις ζημιές που μου έκαμε. Με τον XXXXX εμαλλώσαμε αλλό μια φορά όταν ήμασταν στο Δημοτικό τζαι πάλε για ασήμαντο λόγο. Είμαστε φίλοι με τον XXXXX τζαι εν συνηθίζουμε να περιπαίζουμε ο ένας τον άλλον». Σημειώνω επίσης ότι αμφότεροι οι ενάγοντες αναγνώρισαν ότι στις 08/10/2009, ο ενάγοντας 1 κλήθηκε και έδωσε, στην παρουσία του ενάγοντα 2 πατέρα του, κατάθεση στην αστυνομία λόγω καταγγελίας που υπέβαλε εναντίον του ο εναγόμενος και ο υιός του για κατ' ισχυρισμό επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης που φέρεται να έγινε την ίδια ημέρα με το επίδικο περιστατικό αλλά ενωρίτερα, ενώ ο ενάγοντας 1 και ο υιός του εναγόμενου βρίσκονταν στο σχολείο. Στην εν λόγω κατάθεση του, ο ενάγοντας 1 ανέφερε ότι το μόνο που είχε συμβεί στο σχολείο ήταν λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ του ιδίου και του υιού του εναγόμενου 1 η οποία τους οδήγησε στο γραφείο του διευθυντή όπου αφού τους έγινε παρατήρηση, συμφιλιώθηκαν. Η εκδοχή του εναγόμενου σε σχέση με το επίδικο περιστατικό παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική διάσταση πραγμάτων. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, τα σοβαρά νοητικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο υιός του απαιτούσαν καθημερινή ειδική ιατρική, εκπαιδευτική και ψυχολογική υποστήριξη. Η τραγική κατάσταση του παιδιού είχε σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στο ίδιο το παιδί αλλά και σε όλη την οικογένεια αφού απαιτείτο μεγάλη ψυχική δύναμη για να αντιμετωπιστεί η όλη κατάσταση και όλα τα μέλη της οικογένειας κατέβαλλαν συνεχώς κάθε δυνατή προσπάθεια, οικονομική και ψυχολογική, για να παράσχουν στο παιδί τη σωστή βοήθεια που χρειαζόταν. Καθημερινά όμως έβλεπαν, σύμφωνα με τον εναγόμενο, ότι όλες τους οι προσπάθειες απέβαιναν άκαρπες εφόσον ο υιός τους ενοχλείτο και παρενοχλείτο συστηματικά (bullying), τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά, από μία ομάδα συμμαθητών του, «αρχηγός» της οποίας ήταν ο ενάγοντας
  6. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο μάρτυρας, ο υιός του κατέληξε να ήταν «το γλειφιντζούρι» του ενάγοντα 1 και της παρέας του, οι οποίοι αρέσκονταν στο να κοροϊδεύουν και να κτυπούν συνεχώς τον υιό του καθώς επίσης και να του δημιουργούν κάθε λογής προβλήματα όπως το να του κλείνουν το στόμα και να τον κρατούν στα πίσω καθίσματα του λεωφορείου όταν επέστρεφαν από το σχολείο έτσι ώστε αυτός να χάνει τη στάση του και να πρέπει να ταλαιπωρηθεί μέχρι να επιστρέψει στο σπίτι. Αυτό το συστηματικό bullying, κατά τον εναγόμενο, είχε τραγικές συνέπειες για τον υιό του εφόσον ουσιαστικά κατέστρεφε ό,τι πρόοδο γινόταν μέσω των ειδικών που τον βοηθούσαν και της τεράστιας υποστήριξης της οικογένειας του - «.(λόγω του bullying) κάναμε ένα βήμα μπροστά με τον XXXXX και δύο πίσω . Το bullying που δεχόταν ο Παναγιώτης ήταν για εμένα κάτι πρωτοφανές, καθημερινά έκλαιε διότι δεν ήθελε να πάει στο σχολείο λόγω κάποιων ψευτόμαγκων, να τους χαρακτηρίσω έτσι, για π.χ. ο Γ. ο Χ. (ενάγοντας 1) και η παρέα του. Κάθε βδομάδα έπαιρνα τον στους ιατρούς και στους ψυχολόγους. σχόλανα από την δουλειά και ασχολούμασταν με αυτό το θέμα. μας αποσυντόνιζε πλήρως σαν οικογένεια. εχάναμε τον έλεγχο καθημερινά». Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι για το πιο πάνω θέμα, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του μίλησαν και με τη διεύθυνση του σχολείου αλλά και με τους γονείς του ενάγοντα 1, ήτοι τον ενάγοντα 2 και τη σύζυγο του και αν και φάνηκε να υπάρχει κατανόηση για το όλο πρόβλημα, εντούτοις το bullying που δεχόταν ο υιός του από τον ενάγοντα 1 δεν σταματούσε. Αποκορύφωμα της όλης κατάστασης, σύμφωνα με τον εναγόμενο, ήταν τα όσα έλαβαν χώρα στις 30/09/2009 ενόσω οι δύο ανήλικοι ήταν στο σχολείο. Εκείνη την μέρα, σύμφωνα με τον εναγόμενο και ενώ αυτός ήταν δουλειά, του τηλεφώνησε ανάστατη η σύζυγος του ότι είχε ειδοποιηθεί να μεταβεί στο σχολείο διότι και πάλι είχε λάβει χώρα περιστατικό bullying του ενάγοντα 1 προς τον υιό του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ο εναγόμενος, η σύζυγος του τον ενημέρωσε ότι κατά το διάλειμμα, ο ενάγοντας 1, αφού άρχισε να κοροϊδεύει, να κτυπά με τα χέρια του και να κλωτσά στα πόδια και στα γεννητικά όργανα τον υιό του, τον κτύπησε με μια σκούπα την οποία στη συνέχεια του την έβαλε στο στόμα, με αποτέλεσμα ο υιός του να τρομοκρατηθεί και να κλειστεί στο αποχωρητήριο του σχολείου. Αφού επενέβηκε η διεύθυνση του σχολείου, το περιστατικό έληξε και αργότερα οι δύο αναχώρησαν με το λεωφορείο για να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Στη συνέχεια, ανέφερε ο εναγόμενος, αυτός αποφάσισε να μεταβεί στη στάση του λεωφορείου για να παραλάβει το γιο του οπόταν και έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, όχι όμως ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας 1 στην παρούσα αγωγή. Παραθέτω αυτούσια αποσπάσματα από την εκδοχή του εναγόμενου ως προς το επίδικο περιστατικό: «Αφού ειδοποιήθηκα ανωτέρω για τα ανωτέρω συμβάντα, επερίμενα στη στάση. όταν το λεωφορείο έφτασε στη στάση. και ο οδηγός του λεωφορείου άνοιξε την πόρτα για να κατεβούν οι μαθητές εγώ ανέβηκα στο πρώτο σκαλί του λεωφορείου και ρώτησα με ευγενικό τρόπο ποιος είναι ο Γ.Χ. ο οποίος μου είπε εγώ. Εγώ του είπα έρχεσαι μισό λεπτό να σου πω κάτι. Δεν θέλω να δικαιολογήσω το ότι κτύπησε (ο ενάγοντας 1) ούτε είχα πρόθεση να του κάνω οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Ήταν ένα ατυχές γεγονός στη ζωή μου που οφείλεται στη λάθος στιγμή και στην ένταση που με διακατείχε. Εγώ ήθελα να τον πάρω από το χέρι (τον ενάγοντα 1) να του κάμω μια παρατήρηση, να τον κατεβάσω κάτω να του κάμω μια παρατήρηση και μου είπε ο οδηγός (του λεωφορείου) απαγορεύεται. τον κρατούσα από το χέρι . εγώ ήμουν κάτω εκείνος ήταν πάνω στο πρώτο το σκαλί και ο οδηγός έκλεισε την πόρτα για να τον προστατεύσει και εκτύπησε με τα μούτρα πάνω στην πόρτα. Το λάθος μου είναι ότι δεν πήρα την άδεια από τον οδηγό να μπω στο λεωφορείο. το λάθος μου ήταν ότι αποφάσισα να του κάμω παρατήρηση. Το παραδέχομαι. ο λόγος που ήθελα να του κάμω παρατήρηση ήταν για το bullying. Επειδή μου είπε ο οδηγός απαγορεύεται να μπω στο λεωφορείο είπα του έλα XXXXX και ήρτε. Όταν μου είπε ο οδηγός «που πάεις κύριε απαγορεύεται» τον έπιασα από το χέρι να τον κατεβάσω κάτω και έκλεισε η πόρτα και κτύπησε πάνω. ήταν μόνο παρατήρηση που ήθελα να κάμω. Δεν είχα καμία πρόθεση να κτυπήσω κανένα μαθητή 12 χρονών. Θέλω να με καταλάβετε. Τη στιγμή εκείνη που ήθελα να κάμω μια παρατήρηση και αυτό ήταν το λάθος μου, έκλεισε η πόρτα. Πάνω από όλα είμαι πατέρας. Το αίσθημα του πατέρα για προστασία του υιού του ήταν πάνω από όλα. Δεν είμαι ούτε νταής ούτε είχα ξανά ποινικά. Είμαι νομοταγής. είμαι ο μόνος που δουλεύει στο σπίτι. μακάρι να ήταν τα τραύματα του υιού μου σπάσιμο της μύτης και εκδορές. κουβαλώ τα από τότες τα τραύματα του υιού μου. μακάρι να είχα μόνο σπασμένη μύτη και εκδορές στον XXXXX μου.». Απέρριψε ο μάρτυρας τη θέση ότι οι οποιεσδήποτε παρεξηγήσεις μεταξύ των ανηλίκων, ήταν οι συνηθισμένες μικροπαρεξηγήσεις που έχουν παιδιά της ηλικίας των 12 ετών και ισχυρίστηκε ότι τα όσα έκαμνε ο ενάγοντας 1 στον υιό του δεν ήταν μικροπαρεξηγήσεις αλλά κάτι παραπάνω, ιδιαίτερα ενόψει των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο υιός του και τα οποία γνώριζε ο ενάγοντας
  7. Δέχθηκε επίσης ο εναγόμενος ότι ναι μεν παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία που του προσάφθηκε για το επίδικο περιστατικό, ισχυρίστηκε όμως ότι ο μόνος λόγος που τον κατηγόρησε η αστυνομία ήταν διότι υπήρξε τραυματισμός και όχι επειδή έλαβαν χώρα τα όσα ισχυρίζονται στην παρούσα αγωγή οι ενάγοντες. Αντιθέτως, ανέφερε ο εναγόμενος, τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στην ποινική υπόθεση και επί των οποίων του επιβλήθηκε ποινή, ήταν ακριβώς τα γεγονότα που ισχυρίζεται αυτός ότι έλαβαν χώρα στις 30/09/09, εξ' ου και το Δικαστήριο του επέβαλε ως ποινή μόνο εγγύηση. Αναγνώρισε τέλος ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του ότι δεν έπρεπε ούτε να εισέλθει στο σχολικό λεωφορείο αλλά ούτε και να επιχειρήσει να πιάσει τον ενάγοντα 1 από το χέρι για να τον κατεβάσει κάτω, επανέλαβε όμως ότι μόνο αυτό ήταν το λάθος του και ότι ο τραυματισμός του ενάγοντα οφείλετο σε ένα καθαρά ατυχές περιστατικό. Όπως ανέφερα πιο πάνω, πέραν των ιδίων, οι ενάγοντες κάλεσαν ακόμη τρεις μάρτυρες προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι Δρ. Ιωάννου και κα. Στυλιανού, ΜΕ3 και ΜΕ5 αντίστοιχα, ήταν τυπικοί μάρτυρες αφού ο μεν πρώτος υιοθέτησε το πιστοποιητικό που εξέδωσε όταν εξέτασε τον ενάγοντα 1 στο Γ.Ν Λεμεσού ως ο επί καθήκοντι ιατρός τις 30/092009, με την εκεί καταγραφείσα διάγνωση του να μην αμφισβητείται από πλευράς εναγόμενου, η δε δεύτερη περιορίστηκε στο να παρουσιάσει το κείμενο της ποινής που επιβλήθηκε στον εναγόμενο στην ποινική υπόθεση 20097/10, η οποία επίσης δεν αμφισβητείται. Όσον αφορά τον ωτορινολαρυγγολόγο ΜΕ4, υιοθετώντας σχετικό πιστοποιητικό που συνέταξε στις 18/10/11, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εξέτασε τον ενάγοντα 1 στις 02/10/2009 και διαπίστωσε, όπως και το Γ. Ν. Λεμεσού, ότι ο τελευταίος είχε υποστεί κάταγμα ρινικού οστού με παρεκτόπιση, δηλαδή, όπως εξήγησε ο μάρτυρας, απλά ένα τάραγμα του διαφράγματος της μύτης. Διαπίστωσε επίσης ο μάρτυρας, ως ισχυρίστηκε, και την ύπαρξη σκολίωσης ρινικού διαφράγματος («στράβωμα»), την οποία σκολίωση, εν τη απουσία άλλης ιατρικής εξήγησης, την απέδωσε στον τραυματισμό της μύτης κατά το επίδικο περιστατικό. Τα τραύματα αυτά του ενάγοντα 1, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, αντιμετωπίστηκαν με επιτόπου ανάταξη του διαφράγματος με τοπική αναισθησία, δηλαδή σπρώχτηκε το διάφραγμα από την αντίθετη πλευρά μέχρι που ευθειάστηκε η μύτη και «ίσιωσε». Οι συνέπειες από τα τραύματα, ανέφερε ο μάρτυρας, ήταν μόνο πόνος, για την αντιμετώπιση του οποίου χορήγησε στον ενάγοντα 1 παυσίπονα και του σύστησε να προσέχει να μην χτυπήσει κατά τις επόμενες μέρες. Όσον αφορά την αναγκαιότητα μελλοντικής χειρουργικής διόρθωσης της σκολίωσης του διαφράγματος, τέτοια επέμβαση, σύμφωνα με το μάρτυρα, συστήθηκε στον ενάγοντα 1 αποκλειστικά διότι ο τελευταίος παραπονείτο για δυσκολία στην αναπνοή, παράπονο όμως το οποίο, ανέφερε ο μάρτυρας, εφόσον είναι καθαρά υποκειμενικό, δεν μπορεί να ελεγχτεί με οποιοδήποτε ιατρικό τεστ. Πρόσθετα των πιο πάνω τραυμάτων στην μύτη του ενάγοντα 1, ο τελευταίος, όπως και ο πατέρας του (ΜΕ2), προώθησαν και τον ισχυρισμό ότι συνεπεία του επίδικου περιστατικού, ο πρώτος υπέστη τραυματισμούς και στα χείλη, πιγούνι και δόντια και ότι λόγω των τραυματισμών αυτών, τα σιδεράκια που είχε τότε τοποθετημένα στα πλαίσια ορθοδοντικής θεραπείας η οποία κόστισε €3000, έπρεπε να αντικατασταθούν. Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους αυτών, οι ενάγοντες κατέθεσαν πιστοποιητικά από τον Ορθοδοντικό Δρ. Κόκκινο (Τεκ.3). Ο εν λόγω γιατρός, αν και κλήθηκε από τους ενάγοντες να καταθέσει ως μάρτυρας εφόσον τα πιστοποιητικά του αμφισβητήθηκαν στο σύνολο τους από την υπεράσπιση, εντούτοις δεν προσήλθε στο Δικαστήριο οπόταν και η πλευρά των εναγόντων δήλωσε ότι τελικά δεν θα τον παρουσίαζε ως μάρτυρα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες τελικές γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ασχολήθηκαν τόσο με την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όσο και με τη νομική πτυχή των όσων διέπουν τα υπό κρίση επίδικα θέματα. Ο μεν κ. Βασιλείου υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο εναγόμενος διέπραξε το αστικό αδίκημα της επίθεσης εναντίον του ενάγοντα 1 και ότι τον τραυμάτισε ως ο τελευταίος ισχυρίζεται ενώ οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επίδικη επίθεση, σύμφωνα με το συνήγορο, δικαιολογούν, πέραν των γενικών, την επιδίκαση και τιμωρητικών αποζημιώσεων. Υποστήριξε συναφώς ο συνήγορος ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης θα πρέπει να επιδικασθούν προς όφελος του ενάγοντα 1 το ποσό των €17.000 ως γενικές αποζημιώσεις και το ποσό των €20.000 ως τιμωρητικές αποζημιώσεις ενώ προς όφελος του ενάγοντα 2 θα πρέπει να επιδικαστούν όλες οι αξιούμενες ειδικές αποζημιώσεις. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Χατζηλοΐζου, υπενθυμίζοντας την αρχή ότι οι διάδικοι δεσμεύονται από τις «ράγες» που έθεσαν τα δικόγραφα τους, υποστήριξε ότι η πληθώρα των διαφορετικών, αλληλοσυγκρουόμενων και αντικρουόμενων εκδοχών που προέβαλαν οι ενάγοντες και ιδιαίτερα ο ενάγοντας 1 ως προς το επίδικο περιστατικό, θα πρέπει να οδηγήσουν τόσο στην παντελή απόρριψη της μαρτυρίας τους όσο και της όλης αγωγής τους. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Υπενθυμίζω ότι αν και ενάγοντας 1 και εναγόμενος, οι οποίοι ήταν και οι μόνοι που ήταν παρόντες και άμεσα εμπλεκόμενοι στο επίδικο περιστατικό, προέβαλαν εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές ως προς το τι ακριβώς έλαβε χώρα στις 30/09/09, αμφότεροι δέχονται ότι το επίδικο περιστατικό έγινε μετά που ο εναγόμενος αποφάσισε να εισέλθει και εισήλθε στο σχολικό λεωφορείο που επέβαινε ο ενάγοντας 1 και ότι στα πλαίσια του εν λόγω περιστατικού, ο τελευταίος τραυματίστηκε κυρίως στην περιοχή του προσώπου. Σημειώνω εδώ ότι τα όσα σχετικά με το περιστατικό ανέφεραν κατά τη μαρτυρία τους ο ενάγοντας 2 και οι Δρ. Ιωάννου και Κουνούνης (ΜΕ3 και ΜΕ4), αυτά βασίζονταν αποκλειστικά στα όσα τους ανέφερε ο ενάγοντας 1 αφού οι ίδιοι καμία προσωπική γνώση περί αυτών είχαν. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 συνεπώς, καθίσταται καθοριστικής σημασίας για την τύχη της εκδοχής των εναγόντων. Επί της εν λόγω εκδοχής παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, οι θέσεις του ενάγοντα 1 ως προς το τι έγινε στις 30/09/09 δεν είχαν καμία συνοχή αφού η εκδοχή που προώθησε με το δικόγραφο και τη μαρτυρία του, πόρρω απείχε από την εκδοχή που πρόβαλε στην κατάθεση που έδωσε την ίδια ημέρα του περιστατικού στην αστυνομία, στην παρουσία μάλιστα και της μητέρας του. Εξηγώ. Ενώ με την αγωγή και τη μαρτυρία του ο ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι στα χέρια του εναγόμενου υπέστη ανελέητο γρονθοκόπημα και κλοτσοκόπημα για δύο περίπου λεπτά, τόσο εντός όσο και εκτός του λεωφορείου και μάλιστα χωρίς να γνωρίζει για ποιο λόγο ο εναγόμενος ήταν τόσο οργισμένος μαζί του, στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία όχι μόνο δεν έκανε αναφορά σε οποιοδήποτε τέτοιο ξυλοδαρμό αλλά μάλιστα, το μόνο που ανέφερε εκεί ότι του έκαμε ο εναγόμενος, ήταν έντονες παρατηρήσεις «για να μεν περιπαίζω τον γιό του», ότι τον έπιασε από το χέρι ώστε να προσπαθήσει να τον κατεβάσει κάτω από το λεωφορείο και ότι του έδωσε στο τέλος μια κλωτσιά στον πισινό - «.ο κ. XXXXX άρχισε να μου φωνάζει δυνατά τζαι να μου ζητά να κατεβώ που το λεωφορείο. Εφώναζε μου να μεν περιπαίζω τον γιο του. Τότε ο κ. XXXXX άρπαξε με που το χέρι τζαι ετράβισε με να με φκάλει έξω που το λεωφορείο όπου εστέκετουν και τζίνος.Εγώ με τη δύναμη που με τράβησε έπεσα έξω που το λεωφορείο και ο κ. XXXXX έδωσε μου μια κλωτσιά πάνω στον πισινό.. Ο κ. XXXXX μόλις μου έδωσε την κλωτσιά έφυε». Στην ίδια κατάθεση δε, ο ενάγοντας 1, και πάλι αντίθετα με τα όσα ισχυρίστηκε στην παρούσα αγωγή, απέδωσε τον τραυματισμό του στο πρόσωπο αποκλειστικά σε κτύπημα του στην πόρτα του λεωφορείου την ώρα που προσπάθησε ο εναγόμενος να τον κατεβάσει κάτω από το λεωφορείο, όπως δηλαδή ισχυρίζεται ο τελευταίος ότι έγινε - «Την ίδια ώρα ο οδηγός του λεωφορείου επήε να κλείσει την πόρτα του λεωφορείου και όπως με τράβησε ο κ. XXXXX εκτύπησε το πρόσωπο μου με δύναμη πάνω στην πόρτα που ήταν μισόκλειστη». Προσπάθησε επίσης ο ενάγοντας 1 να παρουσιάσει μία εξαιρετικά βίαιη εικόνα της όλης συμπεριφοράς του εναγόμενου ώστε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του εναντίον του τελευταίου. Ισχυρίστηκε δε κατά τη μαρτυρία του ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου είχε δημιουργήσει τέτοιο γενικό κλίμα φόβου που «.δεν κατέβηκε κάποιος από το λεωφορείο στην εν λόγω στάση διότι φαίνεται ότι φοβήθηκαν με αυτά που είδαν και είδα συμμαθητές μου που θα έπρεπε να κατέβαιναν στην εν λόγω στάση λεωφορείου να μένουν εντός του λεωφορείου και κατέβηκαν στην επόμενη στάση που κατέβηκα και εγώ.». Και αυτή η εικόνα όμως που επεχείρησε ο ενάγοντας 1 να παρουσιάσει κατά την ακρόαση αποδείχτηκε να είναι παντελώς αβάσιμη και καθαρά εκ των υστέρων επινόηση του αφού στην κατάθεση του στην αστυνομία, ο ίδιος ο ενάγοντας 1 παρουσίασε τα πράγματα πολύ διαφορετικά - «Μετά εκατεβήκαν ούλλοι κάτω που το λεωφορείο και το επεισόδιο ετέλειωσε. Ύστερα εμπήκαμε ξανά στο λεωφορείο και έφερε με στο σπίτι μου.». Κατά δεύτερο, καθ' όλη τη μαρτυρία του ενάγοντα 1 ήταν έκδηλη η προσπάθεια του τελευταίου να αποσυνδέσει τον εαυτό του, για ευνόητους προφανώς λόγους, από οποιαδήποτε προηγούμενη σχέση ή επαφή είχε με τον υιό του εναγόμενου, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να προσπαθήσει να περάσει και την εντύπωση ότι οι δύο τους μόνο τυπική σχέση είχαν ως δύο συμμαθητές. Όπως όμως ξεκάθαρα προκύπτει και από τις δύο καταθέσεις που ο ίδιος ο ενάγοντας 1 έδωσε στην αστυνομία, οι σχέσεις των δύο τους κάθε άλλο παρά τυπικές ήταν τότε, ενώ ο ίδιος παρουσίασε τότε τον εαυτό του ως «φίλο(ς) με τον XXXXX». Όταν υποδείχθηκαν στον ενάγοντα 1 κατά την αντεξέταση του οι δύο αυτές καταθέσεις του και του υπεβλήθη ότι δεν έλεγε την αλήθεια ούτε για τη σχέση που είχε με τον υιό του εναγόμενου αλλά ούτε και για το τι είχε προηγηθεί του επίδικου περιστατικού, οπόταν και αυτός άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η όλη εκδοχή του κατέρρεε, μάταια προσπάθησε να στρέψει αλλού την προσοχή, προφασιζόμενος άλλοτε ότι δεν θυμόταν αν τελικά οι εν λόγω καταθέσεις αφορούσαν τα γεγονότα της ίδια μέρας και άλλοτε ότι δεν θυμόταν αν όντως γίνει τα όσα αναφέρονταν εκεί. Η σύγχυση και ο εκνευρισμός που του προκλήθηκε ήταν πέραν από φανερός. Κατά τρίτο, ενώ ο ενάγοντας 1 ισχυρίστηκε ότι πέραν της μύτης τραυματίστηκε σοβαρά και στα χείλη αλλά και στα δόντια, τέτοιοι τραυματισμοί δεν εντοπίστηκαν ούτε από το Δρ. Ιωάννου του Γ.Ν. Λ/σου (ΜΕ3) που τον εξέτασε αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό αλλά ούτε και από τον ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο Δρ. Κουνούνη (ΜΕ4) ο οποίος τον εξέτασε δύο μέρες αργότερα και ο οποίος μάλιστα τον υπέβαλε σε «ωτορινολαρυγγολογικό έλεγχο» (Τεκ.2). Ο μόνος που φέρεται να εντόπισε αυτά τα κατ' ισχυρισμό τραύματα του ενάγοντα 1 ήταν ο ορθοδοντικός Δρ. Κόκκινος, ο οποίος όμως, όπως ανέφερα ανωτέρω, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει αναφορικά με τα όσα κατέγραψε στα πιστοποιητικά του (Τεκ.3) και να τα εξηγήσει. Υπενθυμίζω εδώ ότι τα πιστοποιητικά του Δρ. Κόκκινου αμφισβητήθηκαν έντονα από την υπεράσπιση. Την ίδια στιγμή όμως, ακόμη και αυτά τα πιστοποιητικά του Δρ. Κόκκινου που παρουσίασαν οι ενάγοντες δεν επιβεβαιώνουν τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς τους, αφού το μόνο που αναφέρεται στα εν λόγω πιστοποιητικά είναι ότι στις 02/10/09 διαπιστώθηκαν κάποιοι τραυματισμοί στα χείλη και στα δόντια του ενάγοντα 1 και ότι αυτός παραπέμφθηκε σε ακτινογραφικό έλεγχο για να εξακριβωθεί η φύση και έκταση των εν λόγω τραυμάτων, χωρίς όμως να παρουσιάζεται ή να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο αποτέλεσμα της εν λόγω εξέτασης. Όσον αφορά την κατάσταση των δοντιών του ενάγοντα 1 δε, το μόνο που αναφέρεται στα πιστοποιητικά του Δρ. Κόκκινου είναι κάποια βεβαίωση του τελευταίου ότι εφτά μήνες πριν το επίδικο περιστατικό, ο πρώτος υποβάλλετο σε ορθοδοντική θεραπεία που κόστισε €2900 και ότι τρία χρόνια μετά το περιστατικό, κάποια ορθοδοντική θεραπεία «ορθοδοντικής ανωμαλίας Τάξης ΙΙΙ» στοίχισε στον ενάγοντα 1, €
  1. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι ο Δρ. Κόκκινος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να εξηγήσει κατά πόσο ο ενάγοντας 1 υπεβλήθη σε δύο ξεχωριστές θεραπείες για το ίδιο ποσό μάλιστα, ως ισχυρίστηκε ο τελευταίος και αν ναι, ποιος ο σκοπός, η φύση και η αναγκαιότητα της κάθε θεραπείας ώστε να διαφανεί αν συνδέεται με το επίδικο περιστατικό, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του ενάγοντα 1 και του πατέρα του (ΜΕ2) περί αναγκαιότητας αντικατάστασης των σιδερακίων του συνεπεία του επίδικου περιστατικού με κόστος €2900, παρέμειναν ουσιαστικά μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Κοντολογίς, όπως προκύπτει απ' όλα τα πιο πάνω, το μεγαλύτερο μέρος της εκδοχής που προώθησε ο ενάγοντας 1 δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα ενώ ακόμη και εκεί που κάποια αλήθεια υπήρχε στους ισχυρισμούς του, αυτή υπερκαλύφθηκε σε τέτοιο βαθμό με υπερβολές και ανυπόστατους ισχυρισμούς ώστε να «φουσκώσει» τις αξιώσεις του, που δεν μπορεί σε κανένα αμφισβητούμενο σημείο της να γίνει πιστευτή. Ακόμη όμως και σε σχέση με τον κοινώς αποδεκτό τραυματισμό του ενάγοντα 1 στο πρόσωπο, οι θέσεις του τελευταίου ως προς τη φύση, έκταση και συνέπειες του εν λόγω τραυματισμού, δεν μπορούν να γίνουν εξ' ολοκλήρου αποδεκτές. Εξηγώ. Ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ότι ο ενάγοντας τραυματίστηκε στο πρόσωπο κατά το επίδικο περιστατικό και συγκεκριμένα στη μύτη, ως αμφότεροι οι ΜΕ3 και ΜΕ4 διέγνωσαν. Αμφισβήτησε όμως ότι ο εν λόγω τραυματισμός προκάλεσε στον ενάγοντα 1 τις δυσκολίες αναπνοής που ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε και κατ' επέκταση αμφισβήτησε και τον ισχυρισμό ότι κατέστη αναγκαίο όπως στο μέλλον υποβληθεί σε σχετική διορθωτική επέμβαση. Για να υποστηρίξουν τις επί του προκειμένου θέσεις τους, οι ενάγοντες βασίστηκαν στη μαρτυρία του ΜΕ
  2. Σύμφωνα όμως με το ΜΕ4, τη μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι ως αξιόπιστη εφόσον επί της ουσίας της δεν αμφισβητήθηκε, τα όποια προβλήματα ισχυρίστηκε ο ενάγοντας 1 ότι αντιμετώπιζε με την αναπνοή του δεν συνιστούσαν αντικειμενικά ιατρικά ευρήματα μετατραυματικής αιτιολογίας, αφού μετά την επιτόπου ανάταξη του διαφράγματος της μύτης, αυτό είχε πλέον «ισιώσει». Αντιθέτως, εξήγησε ο μάρτυρας, αυτά τα κατ' ισχυρισμό προβλήματα στην αναπνοή του ενάγοντα 1 και τα οποία συνιστούσαν και τον αποκλειστικό λόγο για τον οποίο σύστησε τη διορθωτική επέμβαση, ήταν καθαρά υποκειμενικά παράπονα του ενάγοντα 1 και τα οποία, επειδή δεν μπορούσαν να ελεγχτούν με οποιοδήποτε τεστ, ήταν υποχρεωμένος να τα δεχτεί ως προκληθέντα από τον επίδικο τραυματισμό. Όπως όμως έχω εξηγήσει ανωτέρω, η εκδοχή του ενάγοντα 1 περιέχει σε τέτοιο βαθμό υπερβολές και ανυπόστατους ισχυρισμούς με σκοπό να «φουσκώσει» τις αξιώσεις του, που τα υπό κρίση παράπονα του, ως καθαρά υποκειμενικά και συνεπώς άρρηκτα συνδεδεμένα με το αξιόπιστο της εκδοχής του, δεν μπορούν να γίνουν πιστευτά. Σημειώνω εδώ ότι όσον αφορά τον ενάγοντα 2, ήτοι τον πατέρα του ενάγοντα 1, αυτός, πέραν από του να επαναλάβει το τι του ανέφερε ο ενάγοντας 1 ότι έγινε στις 30/09/09 και να υποστηρίξει την εκδοχή του τελευταίου ως προς τις συνέπειες των τραυματισμών που υπέστη κατά το επίδικο περιστατικό, δεν προσέθεσε οτιδήποτε το ουσιαστικό στην υπόθεση. Όσον αφορά δε τους ισχυρισμούς του ενάγοντα 2 ως προς τη ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας 1 στα δόντια καθώς επίσης και ως προς το κόστος των κατ' ισχυρισμό θεραπειών που ο τελευταίος υπεβλήθη συνεπεία του επίδικου περιστατικού, οι εν λόγω ισχυρισμοί, όπως ανέφερα πιο πάνω, ούτε επιβεβαιώνονται από τα πιστοποιητικά του Δρ. Κόκκινου αλλά ούτε και ο τελευταίος προσήλθε στο Δικαστήριο για τους υποστηρίξει. Για τους ίδιους λόγους συνεπώς που η μαρτυρία του ενάγοντα 1 δεν μπορεί να γίνει πιστευτή έτσι και η μαρτυρία του ενάγοντα 2 απορρίπτεται ως στερούμενη πειστικού ερείσματος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι με την αγωγή και τη μαρτυρία τους οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι πέραν των εξόδων για ορθοδοντική θεραπεία για αφαίρεση των «σιδερακίων» και των εξόδων για μελλοντική χειρουργική επέμβαση διόρθωσης σκολίωσης του διαφράγματος της μύτης του ενάγοντα 1, ισχυρισμούς με τους οποίους ήδη ασχολήθηκα πιο πάνω, υπέστηκαν και περαιτέρω ειδικές ζημιές υπό τη μορφή εξόδων που κατέβαλε ο ενάγοντας 2 για να εξασφαλίσει την ιατρική έκθεση του νοσοκομείου (€47,84) και για να πληρώσει την αμοιβή του Δρ. Κουνούνη (€1000). Σε σχέση όμως με αυτά τα κατ' ισχυρισμό έξοδα, οι ενάγοντες παρουσίασαν μόνο την σχετική απόδειξη του Νοσοκομείου και καμία μαρτυρία προσκόμισαν προς απόδειξη του ότι κατέβαλαν το ποσό των €1000 στο Δρ. Κουκούνη. Η αξίωση αυτή των €1000 συνεπώς, ως ειδική ζημιά που είναι, παρέμεινε ατεκμηρίωτη και ως τέτοια απορρίπτεται. Η απόρριψη της εκδοχής του ενάγοντα 1 ως προς το επίδικο περιστατικό δεν συνεπάγεται αυτόματα και αποδοχή της εκδοχής του εναγόμενου, τη μαρτυρία του οποίου προχωρώ να εξετάσω. Διεξήλθα της μαρτυρίας του εναγόμενου με την ίδια προσοχή και χωρίς να παραγνωρίζω ότι ήταν και αυτός άμεσα εμπλεκόμενος στο επίδικο περιστατικό. Ως μάρτυρας, ο εναγόμενος μου έκαμε καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής και γνήσια αυθόρμητος ενώ δεν δίστασε να αναγνωρίσει από την αρχή της μαρτυρίας του το εσφαλμένο της ενέργειας του να επιβιβαστεί χωρίς άδεια στο σχολικό λεωφορείο και να επιχειρήσει να κατεβάσει κάτω ένα μαθητή, άλλο από το γιο του, ήτοι τον ενάγοντα 1 όπως επίσης και να δεχτεί ότι ο τραυματισμός του ενάγοντα επήλθε τη στιγμή που αυτός επιχειρούσε, εσφαλμένα μεν, να τον κατεβάσει κάτω τραβώντας τον από το χέρι. Το ίδιο όμως πειστική κρίνεται και η συναισθηματική φόρτιση που έδωσε ως εξήγηση ο εναγόμενος για τις εν λόγω ενέργειες του - «Θέλω να με καταλάβετε.Πάνω από όλα είμαι πατέρας. Το αίσθημα του πατέρα για προστασία του υιού του ήταν πάνω από όλα..».. Σε κάθε περίπτωση, η εκδοχή του εναγόμενου ως προς το τι συνέβη κατά το περιστατικό της 30/09/09 συνάδει πλήρως και με τα όσα ο ίδιος ο ενάγοντας 1 ανέφερε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία την ίδια μέρα, ακόμη και ως προς το ότι όταν ο εναγόμενος αναζήτησε τον ενάγοντα 1 στο λεωφορείο, το έκαμε με ευγενικό τρόπο. Βεβαίως, το ότι ο εναγόμενος 1 ήταν ειλικρινής ως προς τις επίδικες πράξεις του και το γεγονός ότι έδωσε κάποια πειστική εξήγηση γι' αυτές, δεν σημαίνει και ότι αυτός ενήργησε νόμιμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, θέμα το οποίο, ως νομικό που είναι, θα το εξετάσω πιο κάτω. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία του εναγόμενου στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω προβεί ανωτέρω, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το επίδικο περιστατικό είναι ως τα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος. Ειδικότερα, βρίσκω ότι ο τελευταίος, αφού αναστατώθηκε από την ενημέρωση που είχε λάβει για περιστατικό bullying που δέχτηκε ο γιος του στο σχολείο από τον ενάγοντα 1 και την παρέα του, αποφάσισε να αναζητήσει τον ενάγοντα 1 εκεί όπου θα σταματούσε το λεωφορείο για να αποβιβαστούν οι μαθητές που επέστρεφαν σπίτι τους. Δεν είχε πρόθεση να χτυπήσει τον ενάγοντα 1, αφού άλλωστε επρόκειτο για ανήλικο παιδί στην ηλικία του γιου του, ήταν όμως τόσο συναισθηματικά φορτισμένος που ήταν αποφασισμένος να κάνει με κάθε τρόπο τον ενάγοντα 1 να συνειδητοποιήσει ότι το bullying έπρεπε να σταματήσει. Ανέβηκε στο σκαλί του λεωφορείου χωρίς την άδεια του οδηγού και αναζήτησε με ευγενικό τρόπο τον ενάγοντα
  3. Όταν ο τελευταίος του παρουσιάστηκε, ο εναγόμενος άρχισε να του θυμώνει με έντονο ύφος και να του ζητά να κατέβει από το λεωφορείο οπόταν και ο οδηγός, ο οποίος αντιλήφθηκε τότε τι γινόταν, υπέδειξε στον εναγόμενο ότι αυτό που έκανε απαγορεύετο και του ζήτησε να κατέβει από το σκαλί του λεωφορείου. Ο εναγόμενος δεν υπάκουσε στην υπόδειξη του οδηγού και επέμενε να θυμώνει του ενάγοντα 1 και να τον καλεί να κατεβεί κάτω, οπόταν ο οδηγός του λεωφορείου, ορθά και φυσιολογικά σκεπτόμενος, ενεργοποίησε το μηχανισμό κλεισίματος της πόρτας του λεωφορείου ώστε να κλείσει η πόρτα και να προστατέψει έτσι τον ενάγοντα 1 ο οποίος βρισκόταν ακόμη μέσα στο λεωφορείο και μπροστά από την πόρτα. Αντιλαμβανόμενος ο εναγόμενος ότι ο ενάγοντας 1 θα του «ξέφευγε ατιμώρητος», άπλωσε το χέρι του, άρπαξε τον τελευταίο από το χέρι και τον τράβηξε για να τον κατεβάσει από το λεωφορείο. Τη στιγμή όμως που ο εναγόμενος τράβηξε τον ενάγοντα 1, η πόρτα του λεωφορείου είχε ήδη προλάβει να κλείσει μέχρι τη μέση με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χτυπήσει πάνω της με το πρόσωπο και να τραυματιστεί. Ο ενάγοντας 1 τότε έπεσε έξω από το λεωφορείο και στη θέα του τραυματισμού του ο εναγόμενος αποχώρησε. Ακολούθως, τόσο ο ενάγοντας 1 όσο και οι υπόλοιποι μαθητές που είχαν κατεβεί από το λεωφορείο, επιβιβάστηκαν αυτού και αναχώρησαν. Από το κτύπημα στο πρόσωπο ο ενάγοντας 1 υπέστη κάταγμα ρινός με παρεκτόπιση καθώς και διάφορες μικροεκδορές στο πρόσωπο και στον αριστερό αγκώνα. Το κάταγμα αντιμετωπίστηκε με επιτόπου ανάταξη με τοπική αναισθησία και αφού χορηγήθηκαν παυσίπονα στον ενάγοντα 1, του συστήθηκε ξεκούραση και προσοχή για τις επόμενες μέρες οπόταν και αποθεραπεύτηκε πλήρως. Τα μόνα έξοδα που απόδειξαν οι ενάγοντες ότι δαπάνησε ο ενάγοντας 2 συνεπεία του επίδικου περιστατικού, αφορούν στα τέλη εξασφάλισης της ιατρικής έκθεσης του ΜΕ3 και ανέρχονται στο ποσό των €47,
  4. Το ότι έχω καταλήξει να απορρίψω την εκδοχή των εναγόντων και να δεχτώ την εκδοχή του εναγόμενου ως προς το τι έγινε στις 30/09/09 δεν σημαίνει αυτόματα και ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως υποστήριξε ο κ. Χατζηλοΐζου. Αντιθέτως, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί και το οποίο θα προχωρήσω να εξετάσω, είναι κατά πόσο στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, οι ενέργειες του εναγόμενου συνιστούν το αστικό αδίκημα της επίθεσης, το οποίο είναι και ο κεντρικός άξονας της αγωγής. Σχετικές με το υπό εξέταση αστικό αδίκημα είναι οι πρόνοιες του αρ. 26
(1)του Κεφ.148: «Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.» Το αστικό αδίκημα της επίθεσης έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης πληθώρας κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και για μια εύστοχη σύνοψη των νομικών αρχών που το περιβάλλουν παραπέμπω μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις
(2003)σελ. 93 και στο σύγραμμα Clerk & Lindsell On Torts 22st ed
(2018). Όπως αναφέρεται στα εν λόγω συγγράμματα και προκύπτει και από το λεκτικό του αρ. 26
(1), για στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της επίθεσης είναι αρκετό να αποδειχθεί η με πρόθεση απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας από πλευράς του αδικοπραγούντα και η έλλειψη συναίνεσης από πλευράς θύματος, ενώ γενικά δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se. Πρόσθετα των πιο πάνω γενικών αρχών, σημειώνω ότι o βαθμός ή η φύση της βίας που ασκείται ή που απειλείται να ασκηθεί είναι άνευ σημασίας και ακόμη και ένα απλό αλλά ηθελημένο άγγιγμα, χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει το υπό κρίση αστικό αδίκημα (βλ. μεταξύ άλλων Letang v. Cooper
(1964)2 All E R 929 και σχετικές αναφορές που γίνονται στην ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 120/2013, 30/3/2015). Δεν έχει επίσης σημασία ούτε ότι ο αδικοπραγούντας δεν επιθυμούσε τον τραυματισμό του θύματος ή ότι δεν είχε αναλογιστεί ότι η ενέργεια του ενδεχομένως να προκαλούσε τέτοιο τραυματισμό και αυτός, ο αδικοπραγούντας δηλαδή, θα είναι υπόλογος απέναντι στο θύμα για οποιοδήποτε τραύμα ήθελε προκληθεί είτε άμεσα είτε έμμεσα από την επίθεση (βλ. μεταξύ άλλων R v Roberts
(1971)56 Cr App R 95, R v Constanza [1997] Crim LR 576, R v Martin
(1881)8 QBD 54 και R v Wilson [1984] AC 242). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα των Winfield on Torts, 7η έκδοση, σελ.17, «.although intention always implies desire for the consequences of an act or omission, many a wrongdoer has found himself responsible in law for consequences which he not only did not desire in the layman's sense of the term but to which he did not even advert» - «.παρόλο που η πρόθεση προϋποθέτει πάντοτε επιθυμία για τις συνέπειες μιας πράξης ή παράλειψης, πολλοί παραβάτες έχουν βρεθεί νομικά υπόλογοι για συνέπειες τις οποίες όχι μόνο δεν επιθυμούσαν με την κοινή έννοια του όρου αλλά και που δεν είχαν καν αναλογιστεί». Εφαρμόζοντας λοιπόν τις πιο πάνω αρχές στα ευρήματα στα οποία έχω προβεί ανωτέρω, προκύπτει ότι η απόφαση και ηθελημένη ενέργεια του εναγόμενου να απλώσει το χέρι του και χωρίς τη συγκατάθεση του ενάγοντα 1, να τον αρπάξει από το χέρι και να τον τραβήξει ώστε να τον κατεβάσει από το λεωφορείο, συνιστά επίθεση εν τι εννοία του αρ.26
(1). Άλλωστε, το ότι επρόκειτο για αδικαιολόγητη ενέργεια, ακόμη και στα μάτια του μέσου λογικού ανθρώπου, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι και ο ίδιος ο εναγόμενος αναγνώρισε ως «λάθος» την ενέργεια του αυτή. Εφόσον δε ο τραυματισμός του ενάγοντα 1 στο πρόσωπο προέκυψε στα πλαίσια αυτής της επίθεσης του εναγόμενου, ο τελευταίος, σύμφωνα με τις αρχές που παρέθεσα πιο πάνω, είναι υπόλογος και για τον εν λόγω τραυματισμό. Το ότι ο εναγόμενος δεν επιθυμούσε ή δεν ανέμενε ότι θα μπορούσε να προκληθεί τέτοιος τραυματισμός, είναι, όπως εξήγησα ανωτέρω, άνευ σημασίας και ούτε και η ενέργεια του οδηγού του λεωφορείου να κλείσει την πόρτα την ώρα που ο εναγόμενος τραβούσε τον ενάγοντα 1 είναι αρκετή για να αποσυνδέσει τον τραυματισμό από την επίθεση, έστω και αν στην τελική επρόκειτο για μια άτυχη στιγμή. Σημειώνω εδώ βεβαίως ότι αυτή η «ατυχία» του να κλείσει ο οδηγός την πόρτα του λεωφορείου την ώρα που ο εναγόμενος τραβούσε τον ενάγοντα 1 για να τον κατεβάσει κάτω, στην ουσία ήταν αποκλειστικά φυσικό επακόλουθο της επίθεσης του πρώτου, αφού όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερε, ο λόγος που έκλεισε την πόρτα ο οδηγός ήταν για να τον εμποδίσει από του να εισέλθει στο λεωφορείο και να προστατεύσει τον ενάγοντα
  1. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, έστω και αν μπορεί να γίνει αντιληπτό το γιατί ο εναγόμενος ενήργησε με τον τρόπο που ενήργησε, ήτοι ως πατέρας που δεν άντεξε και αντέδρασε στο καταδικαστέο bullying που δεχόταν ο γιος του από τον ενάγοντα 1 και έστω και αν για το λόγο αυτό έχει όλη τη συμπάθεια του Δικαστηρίου, αυτός, εν τη εννοία του νόμου επιτέθηκε στον ενάγοντα 1 και τον τραυμάτισε. Το ότι δεν έπρεπε να ενεργήσει με το συγκεκριμένο τρόπο ο εναγόμενος φαίνεται να το αντιλήφθηκε και ο ίδιος, αφού λίγες μέρες μετά το περιστατικό ήρεμα και λογικά πλέον σκεπτόμενος και όχι κυριευμένος από συναισθήματα ως ήταν στις 30/09/09, αποτάθηκε στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές ως όφειλε εξ' υπαρχής, και κατήγγειλε τον ενάγοντα 1 για το περιστατικό του bullying. Όσο γνήσιες λοιπόν και αν ήταν οι προθέσεις του εναγόμενου, κανένα νομικό δικαίωμα είχε να πάρει το νόμο στα χέρια του και να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε και συνεπώς θα πρέπει να υποστεί και τις ανάλογες συνέπειες των πράξεων του, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται και όλες οι άλλες περιβάλλουσες συνθήκες της υπόθεσης. Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω τις αποζημιώσεις που δικαιούνται οι ενάγοντες από τον εναγόμενο για την επίθεση και τραυματισμό του ενάγοντα
  2. Όπως ανέφερα πιο πάνω, από το σύνολο των ειδικών ζημιών που αξιωνουν οι ενάγοντες, μόνο το ποσό των €47,84 κατάφεραν να αποδείξουν και συνεπώς μόνο αυτό το ποσό αυτό δικαιούνται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων (βλ. μεταξύ άλλων ΜΑΡΙΟΣ ΗΛΙΑΔΗΣ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΑΓΩΓΗ αρ. 1/2014, 31/5/2016, Χρυσοστόμου Ανδρέας ν. Cyprialife Limited,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1490, Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153, Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Φούτρη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 921, Μεταξάκης v. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, Σπύρου ν. Χατζαχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Παναγή κ.ά. ν. Κακόψιτου κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 839, R.K.B. Leathergoods Ltd ν. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071 και Galatariotis Telecommunications Ltd v. 1. Δ.ΣΙΟΥΚIΟΥΡΟΓΛΟΥ Λτδ κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 29). Όσον αφορά τις γενικές αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγοντας 1 λόγω της επίθεσης του εναγόμενου, χωρίς να αγνοώ την αρχή ότι η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση του θύματος, τονίζω ότι η ιδιομορφία της παρούσας υπόθεσης έγκειται στο ότι κατά τον υπολογισμό του ύψους του ποσού των γενικών αποζημιώσεων δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ότι αυτές αφορούν σε παραβίαση του δικαιώματος για προστασία της σωματικής ακεραιότητας και ότι είναι υπό αυτή την έννοια που θα πρέπει να προσεγγίζονται οι γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με το αστικό αδίκημα της επίθεσης και επομένως θα πρέπει να διαφοροποιούνται από τις συνήθεις αποζημιώσεις που επιδικάζονται σε περιπτώσεις αμέλειας (βλ. Τσιβίκου ν Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Π.Ε.350/11, 29/05/18). Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται υπόψη και η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, αν έτσι κρίνεται ότι επιτυγχάνεται καλύτερα ο στόχος της αποκατάστασης του θύματος στην θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αδικήματος. Σημειώνω τέλος ότι «το Δικαστήριο δεν θα πρέπει απαραιτήτως και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε προηγούμενες αυθεντίες, πριν καθορίσει το ποσό των γενικών αποζημιώσεων. Μόνο όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για άντληση καθοδήγησης.» (βλ. Nικολάου Aντώνης ν. Eπίσημου Παραλήπτη, ως διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντος Λούη Aιμίλιου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339). Στη βάση των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη φύση και τη σοβαρότητα των τραυμάτων του ενάγοντα 1 στην παρούσα περίπτωση, όπως η εν λόγω σοβαρότητα και φύση αντικατοπτρίζονται από τη σχετικά εύκολη και σύντομη θεραπεία στην οποία αυτός υπεβλήθη καθώς και τις ιδιόμορφες συνθήκες κάτω από τις οποίες τα εν λόγω τραύματα προκλήθηκαν, κρίνω ότι το ποσό των €1.000,00 αποτελεί εύλογη αποζημίωση υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Στρέφομαι τώρα στις παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις που αξιώνονται εναντίον του εναγόμενου. Έχοντας κατά νου τις σχετικές αρχές που διατυπώθηκαν σε σωρεία νομολογίας όπως η υπόθεση Αιμιλίου ανωτέρω που επίσης αφορούσε στο αστικό αδίκημα της επίθεσης, στην οποία υπόθεση έγινε αναφορά μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 Α.Α.Δ. 65, δεν θεωρώ ότι οι συγκεκριμένες περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο εναγόμενος κρίθηκε ότι επιτέθηκε στον ενάγοντα 1, είναι τέτοιες που δικαιολογούν την επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση όχι μόνο δεν έχει καταδειχθεί τέτοια συμπεριφορά από τον εναγόμενο ώστε να επιβάλλεται η παραδειγματική τιμωρία του, αλλά, λαμβανομένων υπόψη όλων των ιδιόμορφων συνθηκών της υπόθεσης, αν δεν ήταν για τον τραυματισμό στη μύτη, θα επιδίκαζα στον ενάγοντα 1 μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Αυτή η πτυχή της αξίωσης των εναγόντων συνεπώς απορρίπτεται. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα 1 και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €1000 ως γενικές αποζημιώσεις και υπέρ του ενάγοντα 2 και εναντίον του εναγόμενου το ποσό των €47,84 ως ειδικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούνται οι ενάγοντες σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 58Α του Κεφ. 148 και οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκδοχή που προέβαλαν και προώθησαν οι ενάγοντες με την αγωγή τους απορρίφθηκε εξ' ολοκλήρου και ότι είναι στη βάση της εκδοχής του εναγόμενου που οι πρώτοι βρέθηκαν σήμερα, με την παρούσα απόφαση, να δικαιούται σε κάποιο ποσό ως αποζημιώσεις, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστεί νόμιμος τόκος επί των ποσών που επιδικάσθηκαν προς όφελος τους από σήμερα που εκδίδεται η απόφαση και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Σε σχέση με τα έξοδα της υπόθεσης, θεωρώ ότι οι ενάγοντες, ως επιτυχόντες διάδικοι, δικαιούται μεν στα έξοδα τους, όχι όμως σε πλήρες ποσό, εφόσον με την προβολή και προώθηση μιας εξ' υπαρχής αναξιόπιστης εκδοχής για την απόδειξη της οποίας αναλώθηκαν μάλιστα αρκετές δικάσιμοι, αυτοί συνέβαλαν αδικαιολόγητα στην αύξηση των εξόδων της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του συνολικού ποσού των αποζημιώσεων που επιδικάσθηκαν (€1047,84), μειωμένα όμως κατά ½, πλέον ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.