Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Yiannis Real Estates Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3871/15, 10/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A398 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3871/15 ΜΕΤΑΞΥ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και 1.Yiannis Real Estates Limited 2.ΧΧΧ Σακατή 3.ΧΧΧ Σακατή Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Ιουλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την εναγομένη 1/αιτήτρια: Ο κ. Στ. K. Στυλιανού Για την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: Η κα Μ. Καραπατάκη για Karapatakis Pavlides LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι/ αιτητές, όπως παρουσιάζονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, με την παρούσα αίτηση τους αιτούνται διάφορα διατάγματα με τα οποία επιδιώκουν από τη μια την αναστολή της διαδικασίας πώλησης διά πλειστηριασμού (αιτητικό Α της αίτησης) τεσσάρων ενυπόθηκων κτημάτων με την ΥΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, των οποίων ιδιοκτήτρια είναι η εναγόμενη1/αιτήτρια (η οποία ουσιαστικά όπως θα καταδειχθεί πιο κάτω είναι και η μοναδική αιτήτρια όπως και θα αναφέρεται στη συνέχεια ως τέτοια) και από την άλλη την απαγόρευση πώλησης, υποθήκευσης, μεταβίβασης, επιβάρυνσης, διάθεσης ή αποξένωσης των ίδιων ενυπόθηκων ακινήτων της όπως αυτά επίσης περιγράφονται πιο κάτω (αιτητικό Β της αίτησης) όπου στο αιτητικό Β το υπό στοιχείο (δ) ενυπόθηκο κτήμα περιγράφεται ως τεμάχιο 1ΧΧ0 αντί 2Χ1 όπως περιγράφεται στο αιτητικό Α: (α) Το ακίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ.54/32, τεμάχιο 1ΧΧ0, τμήμα 0, στο χωριό Μονή, Λεμεσού. (β) Το ακίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54/32, τεμάχιο 9Χ8, τμήμα 0, στο χωριό Μονή, Λεμεσού. (γ) Το ακίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54/32, τεμάχιο 9Χ9, τμήμα 0, στο χωριό Μονή, Λεμεσού. (δ) Το ακίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, Φ/Σχ. 54/42 τεμάχιο 2Χ1, τμήμα 0, στον Άγιο Αθανάσιο , Λεμεσού Η νομική βάση της αίτησης βασίζεται στα άρθρα 2, 37 μέχρι 441ΑΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965όπως έχει τροποποιηθεί, στον περί Δικαστηρίου Νόμο Ν.14/60άρθρα 29, 31 και 32, όπως έχει τροποποιηθεί, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4,5,7 και 9, στο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμο, Κεφ. 224 άρθρα 80 και 81, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.48 Κ1,2 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο κ. ΧΧΧ Σακατή ο οποίος ως εκ της ιδιότητας του ως διευθυντής της αιτήτριας δηλώνει γνώστης των γεγονότων και έχει εξουσιοδοτηθεί και από την αιτήτρια και την εναγομένη 3 να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Δηλώνει μεταξύ άλλων - αποφεύγοντας κατά το δυνατό επαναλήψεις -, ότι η αιτήτρια συνήψε δάνειο (Τεκμ.1) από την καθ' ης η αίτηση τράπεζα ύψους €535.000,00 την 5.06.2012 με υποθήκευση πέντε κτημάτων της (το ένα σε κάποιο στάδιο μεταγενέστερα απαλλάχθηκε της υποθήκης) προς όφελος της καθ' ης η αίτηση και για το ποσό των €470.000,00 ως το Τεκμ.
- Τα πιστοποιητικά εγγραφής των ως άνω κτημάτων κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμ.
- Ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στους όρους της συμφωνίας δανείου και ότι η αιτήτρια κατέβαλλε έναντι του σχετικού λογαριασμού ο οποίος πιστωνόταν με τα ανάλογα ποσά. Αναφέρει ότι ο εν λόγω λογαριασμός τερματίστηκε στις 4.03.2014 και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή στις 29.09.
- Ισχυρίζεται ότι τόσο πριν όσο και μετά την έγερση της αγωγής οι εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν ή και αμφισβήτησαν το ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο και διαμαρτυρήθηκαν προς την καθ' ης η αίτηση για επιβολή αυθαίρετων και παράνομων χρεώσεων, επιβαρύνσεων και τόκων. Δηλώνει ότι δεν αποδέχτηκαν το πιο πάνω ισχυριζόμενο ποσό ως χρεωστικό υπόλοιπο επειδή αυτό ήταν και είναι λανθασμένο, υπερβολικό, αυθαίρετο, αβάσιμο και αδικαιολόγητο και κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου, του νόμου και της καλής τραπεζικής πίστης και ότι κάλεσαν την καθ' ης η αίτηση όπως επανεξετάσουν και αναθεωρήσουν τις καταστάσεις τους. Δηλώνει περαιτέρω ότι η καθ' ης η αίτηση δεν είχε το δικαίωμα να τερματίσει την επίδικη συμφωνία δανείου και την λειτουργία του λογαριασμού της εναγομένης
- Ακόμα και αν είχε αυτό το δικαίωμα με βάση την συμπεριφορά, τακτική, πράξεις και παραλείψεις της παραιτήθηκε και εγκατέλειψε το δικαίωμα της αυτό. Ότι η καθ' ης η αίτηση κατά την διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού και καθ' όλους τους ουσιώδης για την παρούσα αγωγή χρόνους, επέτρεπε και συγκατατίθετο και αποδεχόταν τις καταβολές δόσεων εκτός των συμφωνηθέντων χρόνων. Και αυτά έγιναν με τις οδηγίες και την ανοχή και τις παροτρύνσεις της και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων της. Δηλώνει ότι ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου αυτό δεν κατέστη υπερήμερο ή απαιτητό ή πληρωτέο, λόγω της αναφερόμενης συμπεριφοράς της καθ' ης η αίτηση η οποία εγκατέλειψε το δικαίωμα της να τερματίσει την επίδικη συμφωνία δανείου. Δηλώνει ακόμα ότι η καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να τους ενημερώσει για το ύψος του τόκου που θα χρέωνε κάθε φορά αναφορικά με το επίδικο δάνειο και τραπεζική διευκόλυνση και τον τρόπο με τον οποίο αυτός θα υπολογιζόταν καθώς και τον χρόνο κατά τον οποίο θα εισπραττόταν και/ή θα χρεωνόταν στον λογαριασμό των εναγομένων. Ότι περαιτέρω παρέλειψε να τους παρέχει λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις και ανάκτηση εξόδων που τυχόν σχετίζονταν με το δάνειο και τραπεζική διευκόλυνση. Προέβη σε αλλαγές στο επιτόκιο και στον τρόπο υπολογισμού του και στον χρόνο καταβολής του και σε άλλες αλλαγές σχετικές με το επίδικο δάνειο και τραπεζική διευκόλυνση χωρίς να τους ενημερώσει και χωρίς την αποδοχή και συγκατάθεση τους. Παρέλειψε να τους ενημερώσει και να τους δώσει αντίγραφο των τροποποιημένων όρων και αλλαγών της αρχικής συμφωνίας. Προέβη σε μονομερείς και αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις και επιβολές εξόδων και τόκων και άλλων επιβαρύνσεων. Παρέλειψε να τους παρέχει τακτικά καταστάσεις λογαριασμού. Παρέλειψε να τους παρέχει πληροφορίες και λεπτομέρειες των χρεώσεων και επιβαρύνσεων που τους επέβαλλε. Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του καταλογίζει διάφορες άλλες μεμπτές, κατά την αντίληψη του, πράξεις και παραλείψεις εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση τόσο πριν όσο και κατά τη σύναψη της συμφωνίας δανείου αλλά και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού του δανείου. Ως τέτοιες είναι η μη τήρηση των προϋποθέσεων που επιβάλλει ο σχετικός νόμος αναφορικά με την επίδικη συμφωνία δανείου, τη συμφωνία εγγύησης, καθώς και τις συμφωνίες εκχώρησης ασφαλιστικής σύμβασης και εγγράφου υποθήκης οι οποίες έχουν συναφθεί κατά παράβαση του νόμου, παράνομα και αδικαιολόγητα και είναι άκυρες και χωρίς καμιά νομική ισχύ. Ότι περαιτέρω προτού προβεί ο ίδιος στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας υποθήκευσης, σε σχέση με την παραχώρηση του δανείου και χρηματοδότησης της αιτήτριας, η καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να παραδώσει τόσο στον ίδιο όσο και στην εναγόμενη 3 επιστολή ή και να διευθετήσει την παράδοση της σε αυτούς στην οποία, όπως ο νόμος ορίζει, να αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα εξής: «α) Το ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάμει της συμφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο και ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από την εναγόμενη 1/ αιτήτρια. β) Το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής σε περίπτωση αποπληρωμής του δανείου τμηματικώς και την ημερομηνία ή την προθεσμία στην οποία αυτή καθίστατο πληρωτέα δυνάμει της συμφωνίας του δανείου. γ) Το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας της εναγομένης 1/ αιτήτριας στην αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου ή των δόσεων αποπληρωμής ή αθέτησης της υπόσχεσης ή υποχρέωσης της να το αποπληρώσει κατά τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω συμφωνία. δ) Την ύπαρξη συνεγγυητών, τα ονόματα τους και κατά πόσο θα παρείχαν την εγγύηση τους στην εναγομένη 1 για ολόκληρο ή μέρος του ποσού του επίδικου δανείου. ε) Να παραδώσουν στον ίδιο και στην εναγομένη 3 ή να διευθετήσουν την παράδοση σε αυτούς γραπτής δήλωσης τους σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 1/ αιτήτριας, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών των τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας της που θα ισχύουν με την σύναψη της προαναφερόμενης συμφωνίας». Ο ενόρκως δηλών διατείνεται ακόμα ότι η καθ' ης η αίτηση, κατά παράβαση του σχετικού νόμου παράνομα και αδικαιολόγητα, παρέλειψε να τους ενημερώσει έγκαιρα και χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς, για κάθε καθυστέρηση από την αιτήτρια στην καταβολή των δόσεων της ή για την αθέτηση από αυτή οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης της δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας ή για την άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβαρύνσεως που είχε τεθεί, δυνάμει της συμφωνίας αυτής, στην περιουσία της αιτήτριας προς όφελος της καθ' ης η αίτηση. Αυτά αποτελούσαν ουσιώδεις όροι της αναφερόμενης συμφωνίας δανείου και σύμβασης υποθήκης και η καθ' ης η αίτηση τους παραβίασε όπως και τη σύμβαση υποθήκης και ότι η σύμβαση υποθήκης είναι άκυρη και ανίσχυρη και μη δεσμευτική και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω ότι οι διατάξεις και οι όροι της επίδικης συμφωνίας δανείου και υποθήκης, οι οποίες αφορούσαν την αύξηση του τόκου και επιβολή επιβαρύνσεων και υποχρεώσεων της αιτήτριας, και οι οποίοι επέτρεπαν στην καθ' ης η αίτηση να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου και της λειτουργίας του λογαριασμού της αιτήτριας και της σύμβασης υποθήκης συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες και όρους παράνομους, ανίσχυρους, χωρίς καμιά νομική ισχύ και έννομο αποτέλεσμα. Δηλώνει ότι οι όροι και ρήτρες των πιο πάνω συμφωνιών δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και αυτοί είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων και ότι ο ίδιος και η εναγομένη 3 εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσουν το περιεχόμενο τους και ότι η εκτέλεση των υποχρεώσεων της αιτήτριας δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, εξαρτήθηκε από τη βούληση της καθ' ης η αίτηση και μόνο και ως εκ τούτου η επίδικη συμφωνία δανείου και υποθήκης είναι καταχρηστική και συνάφθηκε κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και πρακτικής και δημιούργησαν σε βάρος τους σημαντική ανισότητα, ανάμεσα δηλαδή στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των διαδίκων που απορρέουν από την αναφερόμενη συμφωνία και ως εκ τούτου, οι αναφερόμενοι όροι και ρήτρες δεν δεσμεύουν τους εναγομένους. Περαιτέρω ότι με βάση την φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου και της υποθήκης καθώς και όλων των κατά τον χρόνο της σύναψης των συμβάσεων περιστάσεων που τις περιβάλλουν αλλά και της φανερής δυσαναλογίας και ανισότητας ως προς τη διαπραγματευτική δύναμη των μερών, οι πιο πάνω συμφωνίες δεν ικανοποιούν την απαίτηση καλής πίστης που επιβάλει ο Νόμος και έχουν συναφθεί κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο και είναι άδικες (unfair) και άκυρες και παράνομες και αδικαιολόγητες και μη δεσμευτικές αφού παραβιάζουν ουσιωδώς τα δικαιώματα τους και ως εκ τούτου είναι καταχρηστικές. Οι όροι και ρήτρες των πιο πάνω συμφωνιών δεν διατυπώθηκαν με σαφή και κατανοητό τρόπο και επέτρεπαν στην καθ' ης η αίτηση να καταγγείλει τις πιο πάνω συμφωνίες χωρίς εύλογη προειδοποίηση και να τροποποιεί μονομερώς τους όρους τους χωρίς να συντρέχει βασικός ή σοβαρός λόγος και απέκλειαν το δικαίωμα τους να υπαναχωρήσουν από τις πιο πάνω συμφωνίες και ως εκ τούτου είναι καταχρηστικοί και άκυροι. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι πάντοτε επεδίωκαν διευθέτηση της υπόθεσης και προς τούτο υπήρξαν αρκετές παραστάσεις και συναντήσεις χωρίς να ευοδωθούν μέχρι σήμερα. Κάνει δε λεπτομερή αναφορά σε αυτές τις προσπάθειες. Επισυνάπτει δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων που είχαν ανταλλάξει με την καθ' ης η αίτηση ως Τεκμ.
- Ισχυρίζεται δε ότι ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι συζητήσεις αυτές, στις 12.11.2018 του απέστειλαν μέσω του DHL Courier ειδοποίηση ημερομηνίας 13.09.2018 σύμφωνα με τον Τύπο «Θ» σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(2)1 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο Ν.9/65(στη συνέχεια «ο Νόμος») όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη Τύπο «Ι» σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(1)του πιο πάνω Νόμου. Κατάθεσε τις ως άνω Ειδοποιήσεις ως Τεκμ. 5. Δηλώνει ότι ήταν άμεση η αντίδραση του και επικοινώνησε με υπαλλήλους και εκπροσώπους της καθ' ης η αίτηση και εξέφρασε τα παράπονα του σχετικά με τις ενέργειες τις οποίες είχαν προβεί, τις οποίες χαρακτηρίζει ως αυθαίρετες και καταπιεστικές καθότι τον είχαν διαβεβαιώσει επανειλημμένα ότι δεν θα προχωρούσαν στην εκποίηση και στον πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων της αιτήτριας καθότι ήταν πολύ κοντά στην υπογραφή της συμφωνίας διακανονισμού. Η καθ' ης η αίτηση για ακόμα μια φορά τον καθησύχασε διά της υπαλλήλου της την οποία κατονομάζει, ότι πρόκειται για τυπικές διαδικασίες οι οποίες γίνονται εναντίον όλων των οφειλετών της Τράπεζας και ότι οι ίδιοι είναι σε διαδικασία για ετοιμασία της τελικής συμφωνίας διακανονισμού τους, με την ετοιμασία της οποίας όλες οι ενέργειες για πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων θα σταματούσαν αμέσως. Κατά ή περί την 10.01.2019 και μετά από την αποστολή όλων των αιτούμενων εγγράφων από την καθ' ης η αίτηση, η τελευταία απέστειλε σε μορφή επιστολής ημερομηνίας 09.01.2019 την τελική συμφωνία διευθέτησης των πιστωτικών διευκολύνσεων της αιτήτριας, ούτως ώστε να τη μελετήσει και να προβούν και οι δύο πλευρές στην υπογραφή της. Η συμφωνία προνοούσε μεταξύ άλλων: «(α) Ότι η Τράπεζα αναλαμβάνει να απαλλάξει τα υποθηκευμένα ακίνητα νοουμένου ότι η Εναγόμενη 1/ Αιτητρια θα καταβάλει το ποσό των €550.000.- έναντι των υποχρεώσεων της το οποίο προκύπτει από την επίδικη συμφωνία δανείου. (β) Το ποσό της διευθέτησης ύψους €550.000.- θα κατατεθεί έναντι των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1/ Αιτήτριας ως εξής : i)ποσό €150.000.- να κατατεθεί άμεσα με την υπογραφή της συμφωνίας. ii)ποσό €400.000.- το οποίο θα φέρει σταθερό επιτόκιο 4,8791% θα αποπληρωθεί σε τρία χρόνια με τρείς ετήσιες δόσεις εκ €147.000.- εκάστη, η πρώτη δόση καταβλητέα την 2 Ιανουαρίου 2020 και στη συνέχεια κάθε 2 εκάστου επομένως μηνός με χάρη 5 ημερών έως την πλήρη εξόφληση. (γ) Περαιτέρω όσον αφορά την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή συμφωνείται ότι μετά την κατάθεση του ποσού των €150.000.- θα αποδεχθούμε την έκδοση δικαστικής απόφασης για το ποσό των €400.000.- πλέον τόκο 4,8791% από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο την 1/1 και 1/7 μέχρι εξοφλήσεως και διάταγμα για εκποίηση των ενυπόθηκων κτημάτων που βαρύνονται με υποθήκη ΥΧΧΧ, η οποία θα αναστέλλεται εφόσον πληρώνεται η ετήσια δόση εκ €147.000.-, εμπρόθεσμα και ανελλιπώς. Επισυνάπτεται ως Τεκμ. 6 η τελική μορφή της συμφωνίας διευθέτησης των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1, η οποία αποστάληκε υπό μορφή επιστολής ημερ. 09/01/2019 από τους Ενάγοντες προς τον εμένα». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι μετά την αποστολή της ως άνω συμφωνίας για διευθέτηση, ζήτησε τον απαραίτητο και εύλογο χρόνο από την καθ' ης η αίτηση για να μελετήσει τη συμφωνία και για να κλείσει τα εισιτήρια του για να έρθει στην Κύπρο για την υπογραφή της συμφωνίας, καθότι είναι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας. Παρόλα αυτά, κατά ή περί την 28.02.2019 προς μεγάλη του έκπληξη, όπως δηλώνει, παρέλαβε νέα ειδοποίηση ημερομηνίας 13.02.2019 σύμφωνα με τον Τύπο «ΙΑ» από το Πιστωτικό Ίδρυμα που είναι Ενυπόθηκος Δανειστής προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου καθώς και Ειδοποίηση με ημερομηνία 13.02.2019 σύμφωνα με τον Τύπο «ΙΒ» σύμφωνα με το άρθρο 44Δ
(2)του Νόμου. Καταθέτω τις ειδοποιήσεις αυτές ως Τεκμ. 7. Με βάση την πιο πάνω ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», ο πλειστηριασμός της υποθήκης με αριθμό ΥΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, έχει προγραμματιστεί στις 11.07.2019 μεταξύ των ορών 9:00 π.μ. και 5:00 μ.μ. στην Λεμεσό. Το ποσό το οποίο σύμφωνα με την Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €712.611,60 πλέον τόκοι πλέον έξοδα. Ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι η συνημμένη κατάσταση λογαριασμού η οποία συνοδευόταν με την ειδοποίηση Τύπου Ι, ΙΑ και ΙΒ δεν είναι η εκ του νόμου προβλεπόμενη και κατά τύπο ορθή καθώς δεν γνωστοποιείται η κατάσταση της πραγματικής οφειλής, πως προκύπτει το καθ' ισχυρισμό οφειλόμενο χρέος, ήτοι το ποσό του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των επιτοκίων, των τόκων και όλων των εξόδων που προέκυψαν και τις χρεώσεις που υπόκειτο ο λογαριασμός μέχρι την είσπραξη της οφειλής αλλά και της κατ' ισχυρισμό υπερημερίας αυτής των 120 ημερών, προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται και εκτενώς τίθενται στα άρθρα 44Β και 44Γ
(1)και στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου η οποία φέρει ακυρότητα και τείνει να παραπλανήσει τον Κτηματολογικό Λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού να προβεί σε πώληση του ακινήτου με σκοπό την εξασφάλιση οφειλόμενου ποσού μεγαλύτερου από την πραγματική οφειλή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Επομένως, η καθ' η αίτηση, κατά τον ενόρκως δηλούντα, επιδίωξε την πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού των ακινήτων της αιτήτριας χωρίς να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη της πραγματικής οφειλής, εσκεμμένα με σκοπό να καρπωθεί χρήματα ή ποσό το οποίο δεν νομιμοποιείται και ήταν πλασματικό και διογκωμένο με τόκους και υπερημερίες τις οποίες δεν νομιμοποιείτο να αιτηθεί και μάλιστα όταν βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις και για τούτο δεν θεώρησε ορθό ή απαραίτητο να καταχωρήσει αίτηση για αναστολή της αναφερόμενης διαδικασίας πώλησης. Ο ενόρκως δηλών επικαλείται στη συνέχεια προβλήματα υγείας που τον απέτρεπαν από του να έρθει στην Κύπρο παρουσιάζοντας ως Τεκμ. 8 σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Εν τέλει κατάφερε να έρθει στην Κύπρο την 22.05.2019 και αντί να συναντήσει την υπάλληλο της καθ' ης η αίτηση με την οποία διαπραγματευόταν και την οποία κατονομάζει με την οποία είχε μέχρι τότε επαφή και καταλήξει σε συμφωνία, συνάντησε άλλους υπαλλήλους οι οποίοι του ανέφεραν ότι δεν ήταν σε θέση να λάβουν απόφαση για το πιο πάνω εναπομείναν θέμα παρόλο ότι τους ανέφερε ότι εκκρεμεί η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων οπόταν αυτοί του είπαν ότι δεν μπορούσαν να δεσμευτούν ή να αναστείλουν την διαδικασία πώλησης. Επισύναψε ως Τεκμ. 9 σχετική αλληλογραφία και ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία απέστειλε στην ίδια ως άνω υπάλληλο μέσω των οποίων ήθελε να εκφράσει την απογοήτευση του σχετικά με την συνάντηση που είχε στα γραφεία της καθ' ης η αίτηση. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης και της άρνησης της καθ' ης η αίτηση να αναστείλει την διαδικασία πώλησης των πιο πάνω ακινήτων εισηγείται ότι είναι επείγον και άμεσα αναγκαίο όπως εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα αναστολής. Ο ενόρκως δηλών προχωρεί και δηλώνει ακόμα ότι η καθ' ης η αίτηση οφείλει να αποκαλύψει πλήρως την οφειλή τους για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να καρπωθούν χρηματικό ποσό το οποίο δεν δικαιούται και μάλιστα εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η πλευρά της ως ενυπόθηκου οφειλέτη, δεν θα μπορέσει να ακουστεί και κατά προέκταση θα αποστερηθεί των συνταγματικών της δικαιωμάτων για δίκαιη δίκη και ακρόαση των αιτημάτων τους με αποτέλεσμα σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων για παραμερισμό των επιστολών Τύπου Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ η καθ' ης η αίτηση θα προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης των επίδικων ακινήτων και θα αποστερηθούν του δικαιώματος προώθησης των δικών τους θέσεων και ισχυρισμών στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Καταλογίζει στην καθ' ης η αίτηση ότι ενήργησε κακόπιστα, καταχρηστικά, ανέντιμα, αντισυμβατικά και παράνομα καθώς παρόλο ότι έχουν καταλήξει σε συμφωνία για διακανονισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων της αιτήτριας και την έχει ενημερώσει ότι βρίσκεται στην Κύπρο για την υπογραφή της, αυτή συνεχίζει να ασκεί πίεση και να λαμβάνει δραστικά και καταπιεστικά μέτρα εναντίον τους ούτως ώστε να εκποιήσει τα υποθηκευμένα ακίνητα της αιτήτριας, παραβιάζοντας τα δικαιώματα τους. Η συμπεριφορά δε της καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της προσπάθειας αναδιάρθρωσης του δανείου τους αποτελεί, κατά τον ενόρκως δηλούντα, και έκδηλη παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Συμπεριφοράς των Τραπεζών. Περαιτέρω και ως ενημερώνεται από τον δικηγόρο τους οι Τράπεζες δεν νομιμοποιούνται να προχωρούν σε εκποιήσεις περιουσιών για θέματα δανείων, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε μετά τα τραγικά γεγονότα του 2013 λάβει δάνεια από την Τρόικα με τα οποία παρείχε βοήθεια στις Τράπεζες, έχοντας ως σκοπό να αναδιαρθρωθούν λόγω των ατασθαλιών και παράτυπων και παράνομων επιχειρηματικών χειρισμών των δραστηριοτήτων τους με αποτέλεσμα να έχουν ανάγκη για επιπλέον κεφάλαια. Αυτό δε που όφειλε να κάνει ήταν να συμμορφωθεί με την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και να προσπαθήσει να εξεύρει βιώσιμη λύση και όχι να επιδεικνύει άκαμπτη στάση προσπαθώντας να αποσπάσει τεράστια ποσά σαν υπερχρεώσεις και να ξεπουλά περιουσίες. Συνεπώς η έναρξη διαδικασιών εκποίησης είναι πρόωρη, καθώς δεν ακολουθήθηκαν όλα τα μέτρα που όφειλε να λάβει η καθ' ης η αίτηση πριν την εφαρμογή της διαδικασίας. Από την άλλη, ο ενόρκως δηλών, τονίζει ότι δεν πρόκειται να παραβλαφτούν τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση ούτε θα προκληθεί ζημιά ή ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτή με την παραχώρηση των αιτούμενων θεραπειών καθώς δεν υπάρχει η δυνατότητα αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της αιτήτριας ούτε δυνατότητα πώλησης ή αποξένωσης τους λόγω της ύπαρξης της επίδικης υποθήκης. Ισχυρίζεται ακόμα ότι με την ανταπαίτηση καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και υπάρχει η πιθανότητα να δικαιούνται οι εναγόμενοι σε θεραπεία και αν δεν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εισηγείται από όσα καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και απ' όσα τον συμβουλεύει ο δικηγόρος τους ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την ακρόαση της ανταπαίτησης στην πάνω αγωγή και ότι έχουν καλή υπόθεση εναντίον της καθ' ης η αίτηση και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να δικαιούνται στις ζητούμενες θεραπείες. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.69, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1-9, Δ.39 Θ.Θ.1-2, στα άρθρα 2, 37 (Μέρος VI) και στα άρθρα 37-44 και 44 Α- 44ΙΑ (Μέρος VIA) στο άρθρο 51 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, 9/65 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στα άρθρα 80 και 81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224 και στη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση: « 1. Η Αίτηση των Αιτητών είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. 2. Η Αίτηση των Αιτητών/Εναγομένων είναι καταχρηστική και κακόπιστη. 3. Οι Αιτητές/Εναγόμενοι 2 και 3 στερούνται έννομου συμφέροντος να αιτούνται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4. Η Αιτηση των Αιτητών/Εναγομένων δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα και/ή αντίκειται στις ρητές νομοθετικές διατάξεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 (Μέρος VIA) ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. 5. Δεν δύναται να ανασταλεί η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών/Εναγομένων σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν. 9/65 δια της έκδοσης συντηρητικού διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. 6. Οι Αιτητές/Εναγόμενοι εμποδίζονται να αιτούνται τα αιτούμενα διατάγματα καθότι όφειλαν να καταχωρήσουν Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ» της σκοπούμενης πώλησης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της σύμφωνα με το άρθρο 44 Γ
(3)του Ν. 9/
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι δεν δύνανται να αιτούνται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι έχουν επιδείξει πλήρη αδιαφορία και καταφρόνηση προς τις Νομοθετικές διατάξεις και προθεσμίες του Μέρους VIA του Ν.9/
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι δια της Αιτήσεως των επιδιώκουν καταχρηστικά να αναβιώσουν το δικαίωμα των να προσβάλουν την σκοπούμενη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων των ως αυτό περιγράφεται στο άρθρο 44 Γ
(3)του Ν.9/
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι δια του αιτούμενου διατάγματος Β επιδιώκουν καταχρηστικά, κακόπιστα και στη βάση λανθασμένης δικαστικής διαδικασίας να εμποδίσουν τους Ενάγοντες/Αιτητές από του να προωθήσουν τις εκ των άρθρων 44 Α- 44ΙΑ του Ν.9/65 διαδικασίες διάθεσης και/ή πώλησης και/ή αποξένωσης των ενυπόθηκων ακινήτων, οι οποίες ενεργοποιούνται στην περίπτωση μη πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων κατά την διεξαγωγή του πρώτου πλειστηριασμού.
- Άνευ βλάβης και συμπληρωματικά με τα ανωτέρω οι Καθ΄ων η Αίτηση/Ενάγοντες ισχυρίζονται πως τα αιτούμενα υπό τους Αιτητές/Εναγομένους διατάγματα δεν δύνανται να εκδοθούν καθότι δεν πληρούνται οι εκ του Νόμου και της Νομολογίας προϋποθέσεις έκδοσης των.
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει πως υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση.
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει πως έχουν πιθανότητες επιτυχίας της Ανταπαίτησης των.
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σε αυτούς και/η στους Αιτητές/Εναγόμενους 1 ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει ότι είναι δίκαιο και/ή πρόσφορο και/ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών προβαίνει σε ανυπόστατους και ψευδείς ισχυρισμούς στη προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο δια την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι παρέλειψαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο ουσιώδη και σημαντικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση.
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι κωλύονται από του να αμφισβητούν τη νομιμότητα και/ή εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας διευκολύνσεων και υποθήκης, καθότι με τις πράξεις και/ή ενέργειες τους αποδέχονται την εγκυρότητα τους.
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι εις την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των παραδέχονται την οφειλή των προς τους Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση και/ή παραδέχονται την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού προς τους Καθ΄ων η Αίτηση την 09/01/2019 ύψους €953.002,00 πλέον τόκοι, χωρίς να το έχουν προσφέρει προς τους Καθ΄ων η Αίτηση και ως εκ τούτου έχουν ουσιαστικά αποσύρει/αναιρέσει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των και κωλύονται από του να αμφισβητούν την διαδικασία ιδιωτικού πλειστηριασμού.
- Οι Αιτητές/Εναγόμενοι εις την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των παραδέχονται την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού προς τους Καθ΄ων η Αίτηση την 09/01/2019 ύψους €953.002,00 πλέον τόκοι και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί των περί παράνομων χρεώσεων και/ή ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών δανείου, υποθήκης και εγγύησης έχουν επί της ουσίας αποσυρθεί.
- Οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι το απαιτούμενο υπ΄αυτούς ποσό, είτε δια μέσω της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, είτε δια μέσω της διαδικασίας ιδιωτικού πλειστηριασμού δεν είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο εξογκωμένο. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι όλες οι χρεώσεις που έγιναν στον λογαριασμό δανείου είναι νόμιμες και σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας και/ή της καλής τραπεζικής πρακτικής.
- Οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται πως πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου και των συμφωνιών εγγύησης και υποθήκης έχουν παραδώσει με επιστολή των στους Αιτητές την απόφαση των δια παραχώρηση δανείου στην οποία επιστολή αναφέρονται όλες οι λεπτομέρειες για τις οποίες κάνουν αναφορά οι Εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Περαιτέρω οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται πως παράδωσαν στους Εναγομένους αντίγραφο του καταλόγου χρεώσεων και εξόδων των Εναγόντων αναφορικά με το επίδικο δάνειο και επί μηνιαίας βάσης απέστειλαν στους Εναγομένους/Αιτητές αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου.
- Οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι οι όροι της Συμφωνίας δανείου δεν είναι καταχρηστικοί και/ή δεν αποτελούν καταχρηστικές και/ή παράνομες ρήτρες. Επιπλέον είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας αποτελούν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και/ή οι Εναγόμενοι/Αιτητές είχαν την ευκαιρία να ζητήσουν από τους Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση να τους αλλάξουν και/ή τροποποιήσουν. Πράγμα το οποίο οι Εναγόμενοι δεν έπραξαν. Είναι ο ισχυρισμός των Καθ΄ων η Αίτηση πως επίδικη συμφωνία ικανοποιεί τις απαιτήσεις καλής πίστης που επιβάλλει ο Νόμος και ως εκ τούτου είναι καθ' όλα έγκυρη και δεσμευτική.
- Ανεξάρτητα και συμπληρωματικά με τα ανωτέρω είναι η θέση των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι κάποιοι από τους όρους της επίδικης συμφωνίας συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες και/ή είναι παράνομοι, αυτό δεν παρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη την επίδικη συμφωνία και τις επίδικες συμφωνίες υποθήκης και εγγύησης, αλλά μόνο τους όρους αυτής οι οποίοι ήθελαν κριθεί καταχρηστικοί και/η παράνομοι.
- Οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί παράνομων χρεώσεων και/ή επιβολής εξόδων και/ή τόκων και/ή άλλων επιβαρύνσεων και/ή περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι.
- Άνευ βλάβης των ανωτέρω είναι η θέση των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόντων πως επί της ουσίας οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία πως σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης των οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση δεν είναι φερέγγυοι και δεν είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν.
- Οι Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται πως είναι φερέγγυοι και σε θέση να αποζημιώσουν τους Αιτητές/ Εναγομένους σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης των.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία στους Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι θα αποστερηθούν νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των, αποστέρηση η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. ΧΧΧ Κουντούρης που εργάζεται στην καθ' ης η αίτηση και δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή να προβεί σε ένορκη δήλωση. Δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και για όσα δεν γνωρίζει προσωπικά αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε αυτό το σημείο της απόφασης μου όσα ο ενόρκως δηλών καταγράφει στην ένορκη δήλωση του εφόσον όσα από αυτά απαντούν στους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για την αιτήτρια ή θέτουν τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση επί των γεγονότων θα τύχουν σχολιασμού στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει και έτσι θεωρώ ότι θα ήταν αχρείαστος πλεονασμός η επανάληψη τους σε αυτό το μέρος της απόφασης μου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί σε αυτής της φύσης τα αιτήματα και τις λαμβάνω υπόψη, όπου δε κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Σύμφωνα με την νομολογία και τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι γνωστό πως πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, Β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται o ενάγων ή η εδώ αιτήτρια σε θεραπείες στην αγωγή (ανταπαίτηση της), και Γ) θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων υιοθετήθηκαν μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Οδυσσέως v. Pieris Estates and Others,
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσολάκκη και άλλοι v. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α. Δ. 782, Πουργουρίδη v. Μέζου,
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου,
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Σάββα v. Τηλεμάχου,
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 2081, Reckendorfer v. Reckendorfer,
(2004)1 ΑΑΔ 1132. Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v Χατζηβασίλη,
(1989)1 Α.Α.Δ. 152). Στην απόφαση Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου (ανωτέρω) τονίστηκε πως το ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αυτόματα αλλά η έκδοση του υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό μόνο να αποφασίσει κατά πόσον συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σταθμίζοντας κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση ή η αγωγή εν προκειμένω (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 C.L.R. 263, Odysseos v. Pieris Estates and Others (πιο πάνω) Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 AAΔ 2029, Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1 ΑΑΔ 1980). Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση και την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει λεχθεί πως είναι αρκετό εάν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις. Περαιτέρω και σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων πως ο αιτητής είναι αρκετό να δείξει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (Odysseos v. Pieris Estates and Others (πιο πάνω). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση τη προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου, (πιο πάνω). Η τρίτη προϋπόθεση αφορά τα κατά πόσο θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Διαπιστώνω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε και από τους τρεις εναγόμενους, ήτοι την εναγομένη 1 εταιρεία Yiannis Real Estates Ltd, τον εναγόμενο 2 ΧΧΧ Σακάτη και την εναγομένη 3 ΧΧΧ. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης η έλλειψη έννομου συμφέροντος από αιτητές/εναγομένους 2 και 3 και για τούτο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί σε σχέση με αυτούς. Θα με απασχολήσει αμέσως αυτός ο λόγος ένστασης. Κρίνω ότι η καθ' ης η αίτηση έχει δίκαιο να προβάλλει αυτόν τον λόγο ένστασης, ότι δηλαδή οι αιτητές/εναγόμενοι 2 και 3 ουδεμία σχέση έχουν και δεν συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα επίδικα ακίνητα δια τα οποία προωθείται η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης. Ως είναι παραδεκτό και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών, τα επίδικα ακίνητα είναι ιδιοκτησίας της αιτήτριας /εναγομένης 1 και ως εκ τούτου οι αιτητές/εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν οιοδήποτε έννομο συμφέρον να αιτούνται την έκδοση των ως άνω αναφερόμενων διαταγμάτων, τα οποία έχουν ως αντικείμενο ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία της αιτήτριας /εναγομένης 1. Για τούτο και αποφαίνομαι ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται σε σχέση με τους αιτητές 2 και 3. Βασικός λόγος ένστασης είναι το λανθασμένο δικονομικό μέσο που ακολούθησε η αιτήτρια για αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων της. Σχετικό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι και το άρθρο 44 Γ
(3), του Νόμου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του ως άνω άρθρου παρέχεται η δυνατότητα στον εκάστοτε ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προσβάλει τη σκοπούμενη πώληση για την οποία λαμβάνει ενημέρωση δια μέσω της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Η προσβολή της σκοπούμενης πώλησης δύναται να γίνει δια μέσω της καταχώρησης Έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», δια τους λόγους που αναφέρονται ρητά στις υποπαραγράφους του άρθρου 44 Γ
(3). Φρονώ ότι με την πάροδο της ανατρεπτικής προθεσμίας των 30 ημερών η διαδικασία πώλησης δεν μπορεί πλέον να ακυρωθεί και η έφεση που προβλέπει το άρθρο 44 Γ
(3)του Νόμου δεν είναι πλέον διαθέσιμη στην αιτήτρια. Εξηγούμαι, η αιτήτρια ουσιαστικά επιδιώκει τώρα να αναβιώσει το δικαίωμα της να προσβάλει την σκοπούμενη πώληση προσπαθώντας στην ουσία να υποκαταστήσει το ένδικο μέσο της Έφεσης που ο νομοθέτης έχει καθορίσει ως μοναδικό μέσο με την θέσπιση ενός ειδικού νομοθετήματος, με την γενική εξουσία του Δικαστηρίου να παρέχει προσωρινές θεραπείες βάσει του άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Αποτελεί καθιερωμένη ερμηνευτική αρχή η οποία έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από τα Δικαστήρια μας, ότι ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου, σύμφωνα και με το αξίωμα «lex specialis derogate legi generali». Όταν δηλαδή δύο νόμοι διέπουν την ίδια πραγματική περίσταση, ο νόμος που ρυθμίζει ειδικά το αντικείμενο υπερισχύει του νόμου που το ρυθμίζει γενικά. Στην προκειμένη περίπτωση, η ύπαρξη του ειδικού νόμου του Ν.9/1965 που παρέχει και ρυθμίζει τη δυνατότητα παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου νόμου με αποτέλεσμα το ένδικο μέσο της Έφεσης να μην μπορεί να υποκατασταθεί από το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/
- Είναι ξεκάθαρο πως ο σκοπός καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι η αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικού πλειστηριασμού η οποία προωθήθηκε από την καθ' ης η αίτηση δια μέσω των Τεκμ. 5 και 7 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο πλειστηριασμός έχει κοινοποιηθεί - αναγγελθεί στην αιτήτρια δια μέσω της ειδοποίησης «ΙΑ», η οποία επιδόθηκε στις 28.02.2019 (μέρος του Τεκμ. 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) στη βάση της οποίας θα διεξαχθεί διαδικασία αναγκαστικού πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων στις 11.07.
- Όμως η αιτήτρια κωλύεται από του να αιτείται την ανατολή της διαδικασίας αναγκαστικού πλειστηριασμού δια μέσω της παρούσας διαδικασίας. Η αιτήτρια όφειλε εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» να καταχωρήσει Έφεση στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 44 Γ
(3)του Ν.9/1965 εναντίον της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», η οποία της επιδόθηκε στις 28.02.2019. Η αιτήτρια όμως δεν προέβη σε καμιά ενέργεια για παραμερισμό της ως άνω ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» και κατ' επέκταση αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικού πλειστηριασμού. Έχει αποφασιστεί επανειλημμένα σε πρωτόδικες αποφάσεις που καταπιάστηκαν με το ίδιο ζήτημα όπως και το παρόν δικαστήριο ότι: «Ο μοναδικός τρόπος παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης είναι δια μέσω του άρθρου 44 Γ
(3)του Ν.9/65, ο οποίος (τρόπος) δεν είναι δυνατό να υποκατασταθεί δια μέσω της έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/1960, ως επιδιώκει εδώ η αιτήτρια δια μέσω της παρούσας αίτησης της και έτσι η διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού δεν μπορεί πλέον να ακυρωθεί και/ή να ανασταλεί.» Στη βάση επομένως των πιο πάνω και έχοντας υπόψη τα γεγονότα που εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις και που αφορούν το ζήτημα αυτό, η αιτήτρια ως ενυπόθηκος οφειλέτρια επέδειξε πλήρη αδιαφορία και καταφρόνηση των ως άνω αναφερόμενων νομοθετικών διατάξεων δια μέσω των οποίων μπορεί να παραμεριστεί και/ή να ανασταλεί η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης. Αδιαφορία και καταφρόνηση η οποία δεν παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να παρεκκλίνει από την ανωτέρω θέση, σε σχέση με την δικονομική διαδικασία η οποία πρέπει να ακολουθηθεί για να ανασταλεί και/ή για να παραμεριστεί η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης των επίδικων ακινήτων. Τα όσα δε αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, πως ο λόγος μη προώθησης της διαδικασίας για αναστολή της διαδικασίας είναι η διαβεβαίωση από της καθ' ης η αίτηση πως δεν θα προχωρούσε στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, έχει διαφανεί από τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, όπως θα καταδειχθεί και στη συνέχεια, πρόκειται για ανυπόστατες αναφορές οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα και προβλήθηκαν από την αιτήτρια για σκοπούς αν μη τι άλλο εντυπωσιασμού και παραπλάνησης. Προς επιβεβαίωση περαιτέρω αυτής της πεποίθησης μου παραπέμπω στα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος αναφέρει πως η καθ' ης η αίτηση και/ή οι εκπρόσωποι της είχαν αναφέρει επανειλημμένα στην αιτήτρια μέσω του διευθυντή της και ενόρκως δηλούντος εκ μέρους της, πως η διαδικασία ιδιωτικού πλειστηριασμού δεν μπορεί να σταματήσει και/ή να ανασταλεί παρά μόνο εάν υπογραφόταν και υλοποιούνταν οι όροι της συμφωνίας διευθέτησης (Τεκμ. 6 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Θέση που επιβεβαιώνεται και από τα Τεκμ. 1, 2 και 3 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Από τα Τεκμ. 1, 2 και 3 διαφαίνεται ξεκάθαρα πως η καθ' ης η αίτηση είχε ξεκαθαρίσει τόσο μετά την αποστολή των Ειδοποιήσεων Τύπος «Θ» και «Ι» όσο και μετά την αποστολή της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» πως η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης δεν μπορεί να σταματήσει και πως θα σταματούσε μόνο εάν αυτή υπογραφόταν και υλοποιούνταν οι όροι της συμφωνίας διευθέτησης. Στη βάση των ως άνω είναι φανερό ότι η αιτήτρια επέδειξε πλήρη αδιαφορία αναφορικά με την έγερση διαδικασιών παραμερισμού της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης και προσπαθεί δια μέσω της παρούσας αίτησης της να αναβιώσει το δικαίωμα της να προσβάλει την σκοπούμενη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Ως εκ τούτου η θέση που προωθεί η αιτήτρια ως προς το γιατί δεν πρόσβαλε με τη διαδικασία Αίτησης/Έφεσης την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και τη διαδικασία εκποίησης, ότι δηλαδή δήθεν ελάμβαναν διαβεβαιώσεις από τους αντιπροσώπους της καθ' ης η αίτηση ότι δεν θα προχωρούσε η διαδικασία εκποίησης δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Εξετάζοντας τώρα τον λόγο ένστασης της καθ' ης η αίτηση ότι η αιτήτρια δια μέσω του αιτούμενου διατάγματος Β, επιδιώκει καταχρηστικά και κατά παράβασης του Μέρους VIA του 9/1965, να παρεμποδίσει την καθ' ης η αίτηση να προωθήσει μελλοντικά, τις διαδικασίες διάθεσης και/ή πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου, οι οποίες ενεργοποιούνται σε περίπτωση μη πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων ήτοι δια του αιτούμενου διατάγματος Β της αιτήτριας, κρίνω ότι επιδιώκει με πλάγιο, καταχρηστικό λέγω και δικονομικά αβάσιμο τρόπο να εμποδιστεί η καθ' ης η αίτηση από του να αποξενώσει και/ή διαθέσει και/ή πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα με τους προβλεπόμενους εις τα άρθρα 44Ζ και 44ΙΑ του Μέρους VIA του Νόμου τρόπους διάθεσης και/ή πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, οι οποίοι ενεργοποιούνται σε περίπτωση μη πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων κατά τη διεξαγωγή του πρώτου πλειστηριασμού. Το ως άνω αίτημα της αιτήτριας κρίνω στη βάση των πιο πάνω ότι είναι νομικά αβάσιμο και γίνεται κατά καταφρόνηση και αδιαφορία που επέδειξε και επιδεικνύει η αιτήτρια στις νομοθετικές ρυθμίσεις που καθορίζουν την διαδικασία ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή πώλησης και/ή διάθεσης ενυπόθηκων ακινήτων, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και στην απόρριψη του. Παρόλα τα όσα πιο πάνω αποφάνθηκα τα οποία από μόνα τους και δίχως άλλο οδηγούν στην απόρριψη της αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου προχωρώ στη συνέχεια και στην εξέταση των προϋποθέσεων για έκδοση προσωρινού διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960): Η ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση: Η αιτήτρια κρίνω πως δεν έχει αποδείξει στο μέτρο που είναι απαραίτητο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σε σχέση με την Ανταπαίτηση τους και πως οι εναγόμενοι έχουν πιθανότητες επιτυχίας της Ανταπαίτησης των. Και αυτό καθώς η αιτήτρια μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση της και τα τεκμήρια που επισυνάπτει σε αυτή προβαίνει σε αναφορές και παραδοχές οι οποίες ακυρώνουν και/ή καθιστούν άνευ αντικειμένου τους προβαλλόμενους στην Ανταπαίτηση ισχυρισμούς περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών δανείου, εγγύησης και υποθήκης. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ειδικότερα του Τεκμ. 6 που παρουσιάζει, παραδέχεται επί της ουσίας την ύπαρξη οφειλής προς την καθ' ης η αίτηση ύψους €953.002 πλέον τόκους από 09.01.2019. Το εν λόγω ποσό είναι το ποσό που αναγράφεται στο Τεκμ. 6 που παρουσιάζει ο ενόρκως δηλών για την αιτήτρια (συμφωνία διευθέτησης), δια την οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρει ρητά πως οφείλεται από την αιτήτρια στην καθ' ης η αίτηση δια μέσω της αναφοράς του στην παράγραφο 30 της ένορκης του δήλωσης του ότι: «..επειδή προκαταρτικά είχαμε καταλήξει στην πιο πάνω συμφωνία διακανονισμού αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό και τον τρόπο πληρωμής αυτού και το τι είχε απομείνει είναι ο καθορισμός των χρόνων πληρωμής των δόσεων...». Η ως άνω τοποθέτηση και/ή παραδοχή του ενόρκως δηλούντος ουσιαστικά αναιρεί τους λοιπούς ισχυρισμούς του που εγείρονται στο πλαίσια της παρούσας αίτησης αλλά και στην Ανταπαίτηση των εναγομένων περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών και κατ' επέκταση συνηγορούν υπέρ της θέσης πως η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει στο Δικαστήριο πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πως έχει πιθανότητες επιτυχίας η Ανταπαίτηση των εναγομένων. Περαιτέρω θα έλεγα ότι η αμφισβήτηση των ποσών που καταγράφονται στην Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» είναι ζήτημα που δεν εμπίπτει εντός των λόγων του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/18, για τους οποίους δύναται να καταχωριστεί Έφεση για τον παραμερισμό της Ειδοποίησης. Το θέμα του ύψους του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης υποθήκης δεν αφορά στην Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), βασικά αποσκοπεί στην ενημέρωση περί της πρόθεσης της Τράπεζας να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης από 30 ημέρες από την καθορισμένη μέρα και ώρα πώλησης. Με βάση δε το άρθρο 44Γ
(1), κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους πρέπει να συνοδεύει την Ειδοποίηση Ι και όχι την Ειδοποίηση ΙΑ και θα πρέπει να ειπωθεί ότι η αιτήτρια δεν καταχώρισε αγωγή αναφορικά με την Ειδοποίηση Ι. Η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της Ανταπαίτησης των εναγομένων: Περαιτέρω κρίνω ότι η πλευρά της αιτήτριας δεν έχει αποδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και δεν έχει αποδείξει πιθανότητα επιτυχίας της Ανταπαίτησης των εναγομένων. Αυτό διαφαίνεται και από το γεγονός πως η αιτήτρια ουδέν στοιχείο και/ή λεπτομέρειες παρουσιάζει σε σχέση με τους κατ' ισχυρισμό καταχρηστικούς όρους των επίδικων συμφωνιών και/ή σε σχέση με την ύπαρξη/απαίτηση εξογκωμένου ποσού. Οι αναφορές της αιτήτριας κρίνω πως είναι γενικές και αόριστες και ότι δεν είναι δυνατό να συνθέσουν το αναγκαίο υπόβαθρο για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της Ανταπαίτησης των εναγομένων. Η αιτήτρια, ως είχε υποχρέωση, δεν συγκεκριμενοποιεί ούτε υποδεικνύει με την ένορκη δήλωση της, τους όρους της συμφωνίας που βάση των ισχυρισμών της είναι καταχρηστικοί και κατ' επέκταση άκυροι. Περαιτέρω δεν κάνει οποιανδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένη χρέωση ή σε συγκεκριμένες χρεώσεις στον λογαριασμό που διατηρεί με την καθ' ης η αίτηση, η οποία κατά την άποψη της είναι υπερβολική και/ή αδικαιολόγητη και/ή με αυξημένο και/ή παράνομο και/ή αντισυμβατικό επιτόκιο. Απλά αρκείται να ισχυρίζεται ότι η συμφωνία περιέχει καταχρηστικούς και άκυρους όρους και ότι το ποσό που απαιτείται από την ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση είναι εξογκωμένο. Αυτά όμως κατά την κρίση μου δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν τον ισχυρισμό της καθώς κρίνονται ως μη στοιχειωδώς ικανοποιητικά για να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που απαιτείται στο παρόν στάδιο για να δείξουν ότι έστω έχουν κάτι περισσότερο από μια απλή πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης τους. Η μη ύπαρξη της οποιασδήποτε πιθανότητας επιτυχίας της Ανταπαίτησης των εναγομένων, επιβεβαιώνεται και από τα όσα ο ίδιος ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της αιτήτριας ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση και για τα οποία έγινε εκτενής αναφορά πιο πάνω. Αυτό δε δεν είναι άλλο από τις παραδοχές του ενόρκως δηλούντος ότι όντως οφείλεται το ποσό των €953.002,00 πλέον τόκοι από 09.01.2019 στην καθ' ης η αίτηση και ότι η αιτήτρια είναι πρόθυμη στα πλαίσια διευθέτησης να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των €550.000,
- Από τα πιο πάνω ακριβώς διερωτώμαι πως είναι δυνατό η αιτήτρια να ισχυρίζεται ότι η Ανταπαίτηση των εναγομένων έχει πιθανότητες επιτυχίας προβάλλοντας ισχυρισμούς για υπερχρεώσεις και/ή ακυρότητα της συμφωνίας δανείου λόγω ύπαρξης καταχρηστικών όρων, ενώ από την άλλη να αναγνωρίζει και να αποδέχεται την οφειλή των εναγομένων και να δηλώνει ότι είναι πρόθυμοι να την πληρώσουν ζητώντας παράταση του χρόνου στο πότε θα αρχίσουν να πληρώνουν την εν λόγω οφειλή τους. Αυτά φανερώνουν ότι η ποιότητα της ανταξίωσης των εναγομένων, όπως αυτή συγκεκριμενοποιείται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και την προσκομισθείσα από αυτούς μαρτυρία διά των τεκμηρίων που παρουσίασαν, δεν είναι τέτοια η οποία να τους επιτρέπει να ξεπεράσουν έστω το περιορισμένο αποδεικτικό βάρος που τίθεται στους ώμους τους για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, έτσι ώστε να δείξουν ότι έχουν κάτι περισσότερο από μία απλή πιθανότητα επιτυχίας στην Ανταπαίτηση τους, η οποία θα δικαιολογούσε την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Για σκοπούς συζήτησης και μόνον, έστω και αν η αιτήτρια είχε καταδείξει ότι υπάρχει πιθανότητα οι όροι της επίδικης συμφωνίας να είναι καταχρηστικοί και παράνομοι κάτι τέτοιο δεν παρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρες τις επίδικες συμφωνίες, αλλά μόνο τους όρους οι οποίοι ήθελαν κριθεί καταχρηστικοί και/ή παράνομοι. Δηλαδή ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει οιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας η αξίωση των εναγομένων μέσω της Ανταπαίτησης των για την ακύρωση ολόκληρων των επίδικων συμφωνιών και ότι η καθ' ης η αίτηση δεν θα εμποδίζεται από του να αξιώνει το οφειλόμενο ποσό από την αιτήτρια. Το μόνο που ενδεχόμενα θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να πετύχουν εάν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι υπάρχουν καταχρηστικοί και παράνομοι όροι εις τις επίδικες συμφωνίες, είναι να μειωθεί το ποσό που η καθ' ης η αίτηση έχει να λαμβάνει από τους εναγόμενους. Περαιτέρω, είναι λογικό, και αυτό εξάλλου διαλαμβάνεται στις επίδικες συμφωνίες, σε περίπτωση που τα ποσά που θα εισπραχθούν από την πώληση των υποθηκευμένων ακινήτων είναι μεγαλύτερα από τα ποσά που θα επιδικαστούν εν τέλει προς όφελος της καθ' ης η αίτηση, η οποιαδήποτε τυχόν αξίωση της αιτήτριας εναντίον της καθ' ης η αίτηση θα είναι αξίωση καθαρά χρηματικής φύσεως. Όπως δε η καθ' ης η αίτηση δηλώνει ξεκάθαρα στην ένσταση της, είναι φερέγγυα και σε θέση να αποζημιώσει τους εναγόμενους. Η θέση δε αυτή που προβάλλεται ως λόγος ένστασης παρέμεινε αναντίλεκτη και δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από την αιτήτρια. Το κατά πόσο είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο: Κρίνω ότι η αιτήτρια μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση της δεν έχει αποδείξει ότι συντρέχει η προϋπόθεση αυτή. Η αιτήτρια στην αίτηση της και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Πέραν μιας γενικής αναφοράς από τον ενόρκως δηλούντα εκ μέρους της αιτήτριας ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, η αιτήτρια δεν συγκεκριμενοποιεί ούτε κάνει οποιανδήποτε αναφορά ως προς το γιατί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, κάτι που δεν είναι ικανοποιητικό για σκοπούς εξέτασης της προϋπόθεσης αυτής. Επομένως η προς τούτο μαρτυρία κρίνεται ότι δεν είναι ικανοποιητική για να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους της αιτήτριας για να αποδείξει ότι συντρέχει η προϋπόθεση αυτή. Αντίθετα η πλευρά της καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της κάνει λόγο περί της οικονομικής ευρωστίας της και της ικανότητας της για αποπληρωμή οποιασδήποτε οικονομικής αξίωσης της πετύχει η αιτήτρια. Αυτοί δε οι ισχυρισμοί της παρέμειναν αναντίλεκτοι. Επομένως τα δεδομένα αυτά κρίνω ότι οδηγούν σε αντίθετο συμπέρασμα ότι δηλαδή δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ισοζύγιο της ευχέρειας Τα όσα αποφάσισα πιο πάνω και η κρίση μου περί της μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/1960 καθιστούν, κατά τη νομολογία μας αχρείαστη την ενασχόληση μου με το ισοζύγιο της ευχέρειας, εντούτοις θα έλεγα ότι ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Εξηγούμαι, είναι παράδοξο και εκτός των νομικών πλαισίων που διέπουν τη παρούσα διαδικασία, η αιτήτρια από την μια να παραδέχεται την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού ύψους €953.002,00 πλέον τόκους από την 09.01.2019, το οποίο είναι διατεθειμένοι οι εναγόμενοι να εξοφλήσουν στα πλαίσια διευθέτησης με το ποσό των €550.000,00, το οποίο αμελούν και/ή κωλυσιεργούν να καταβάλουν και/ή να συμμορφωθούν με τα συμφωνηθέντα χρονοδιαγράμματα καταβολής του ως άνω ποσού και από την άλλη, να προσπαθεί η αιτήτρια δια μέσω της παρούσας διαδικασίας να ανακόψουν την διαδικασία ιδιωτικού πλειστηριασμού και όχι μέσω του κτηματολογίου όπως λανθασμένα κάνει αναφορά ο ενόρκως δηλών για την αιτήτρια στην ένορκη δήλωση του. Είναι πρόδηλο ότι ο μοναδικός σκοπός καταχώρησης της παρούσας αίτησης εκ μέρους της αιτήτριας είναι η πρόκληση καθυστέρησης στην καθ' ης η αίτηση κατά την ενάσκηση των νομοθετικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της για την είσπραξη του λαβείν της. Πέραν δε αυτού είναι γεγονός ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκληθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη στην καθ' ης η αίτηση αφού μέχρι την ημερομηνία που θα είναι δυνατό να προχωρήσει στην εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων, η οφειλή των εναγομένων και κατ' επέκταση της αιτήτριας προς αυτήν θα είναι τόσο μεγάλη που η αξία των εν λόγω ακινήτων και τα ποσά που θα εισπραχθούν από τον πλειστηριασμό τους δεν θα είναι ικανοποιητικά για να εξοφλήσουν το χρέος των εναγομένων. Ως εκ τούτου θα είναι αδύνατο για την καθ' ης η αίτηση να εισπράξει ολόκληρο το λαβείν της. Περαιτέρω, κρίνω ότι, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί αδικαιολόγητα νομικά και νομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της και θα αποστερηθεί το δικαίωμα της να εισπράξει το λαβείν της, αποστέρηση η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρηματικό αντίτιμο. Και όλα αυτά με δεδομένο ότι η αξίωση της καθ' ης η αίτηση είναι παραδεκτή από την ίδια την αιτήτρια. Για όλους αυτούς τους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Απόκρυψη Ουσιωδών Γεγονότων/Παραπλάνηση Δικαστηρίου Στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον προκύπτει και ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της αιτήτριας, αν και το ζήτημα θα ενείχε μεγαλύτερη σημασία αν εκδίδονταν τα αιτούμενα διατάγματα κατά την εξέταση της αίτησης που τέθηκε μονομερώς ενώπιον του Δικαστηρίου. Και αυτό καθώς διαφάνηκε από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο ουσιώδη και σημαντικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα, η αιτήτρια κρίνω ότι παρουσιάζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παραποιημένα και μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Ενδεικτικό των ανωτέρω, είναι τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους της μη υπογραφής της συμφωνίας διευθέτησης (Τεκμ. 6) στην ένορκη του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών προσπαθεί δια μέσω των αναφορών του και μη παρουσιάζοντας όλη την αλληλογραφία που είχε με την καθ' ης η αίτηση (Τεκμ. 4 και 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), να πείσει το Δικαστήριο πως ο λόγος μη υπογραφής της συμφωνίας είναι η στάση της καθ΄ ης η αίτηση έναντι του και ή από μέρους των εκπροσώπων της, κατά την συνάντηση τους στις 22.05.2019 και/ή ανεπάρκεια και/ή αδυναμία στη λήψη αποφάσεων εκ μέρους των αντιπροσώπων της καθ' ης η αίτηση στην εν λόγω συνάντηση. Προκύπτει ξεκάθαρα από την ανταλλαχθείσα μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία και από τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών για την καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, πως ο λόγος μη υπογραφής της συμφωνίας διευθέτησης ήταν διπλός και οφειλόταν αποκλειστικά στους εναγόμενους και στην αιτήτρια. Από την μια για λόγους κωλυσιεργίας που επέδειξε η αιτήτρια και πιο συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της αιτήτριας στο να υπογράψει την εν λόγω συμφωνία και/ή να στείλει τα τυχόν σχόλια του επί αυτής, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η υπογραφή της μέχρι τις 31.01.2019 ως αρχικά ήταν η έγκριση που δόθηκε από την καθ' ης η αίτηση ή και μεταγενέστερα, και από την άλλη το νέο αίτημα της αιτήτριας στις 22.05.2019 για πληρωμή της πρώτης δόσης στα πλαίσια της διευθέτησης την 31.10.
- Τα ως άνω καθιστούν φανερή προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων της υπόθεσης η οποία επιχειρήθηκε εκ μέρους της αιτήτριας. Σύμφωνα δε με τη νομολογία μας ο διάδικος δεν δύναται να επικαλείται την επιείκεια και την άσκηση προς όφελος του της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου από τη στιγμή που δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Συνοψίζοντας από τα πιο πάνω εξάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα: (α) Οι αιτητές 2 και 3 δεν έχουν έννομο συμφέρον να αιτούνται ως η αίτηση τους, (β) η αίτηση δεν είναι το ορθό δικονομικό μέσο προσβολής των Ειδοποιήσεων στη βάση του Μέρους VIA του Νόμου, (γ) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση δεν πετυχαίνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και αυτά θα είναι υπέρ της ενάγουσας / καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών/ εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο να ανασταλεί η διαδικασία προγραμματισμένου πλειστηριασμού ενυπόθηκων ακινήτων όπως και της επακόλουθης αυτού διαδικασίας βάσει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο