← Κύπρος

Automind Enterprises Limited κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Αγωγή αρ.: 4636/2013, 1/7/2019

Automind Enterprises Limited κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Αγωγή αρ.: 4636/2013, 1/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4636/2013 Μεταξύ:

  1. Automind Enterprises Limited, εκ Λεμεσού
  2. XXXX Γεωργίου, εκ Λεμεσού
  3. XXXX Αργυρού, εκ Λεμεσού Ενάγοντες Και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενη -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 6.6.2019 Ημερομηνία: 1.7.2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Μενελάου για κ. Γ. Τσίκκο Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: κ. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex Tempore) Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες - αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη αρ. ΥXXX4/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων πολλών νομοθετημάτων και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXX Γεωργίου, ο οποίος αναφέρεται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι υφίσταται καθυστέρηση, δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXX Γρηγορίου, υπαλλήλου της τράπεζας, ο οποίος παραθέτει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Στις 24.10.2013 καταχωρήθηκε κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο. Οι ενάγοντες - αιτητές καταχώρησαν την έκθεση απαίτησης τους χρόνια μετά και ειδικότερα στις 7.9.2016 με την οποία επιζητούν, μεταξύ άλλων, ακύρωση των επίδικων συμφωνιών δανείου, των υποθηκών αλλά και αποζημιώσεις. Στη συνέχεια στις 27.5.2019 καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην πώληση του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με άλλη σύνθεση, απέρριψε την αίτηση καθότι δεν στοιχειοθετείτο ο δικαιοδοτικός όρος του κατ' επείγοντος και στη συνέχεια οι αιτητές καταχώρησαν στις 6.6.2019 την παρούσα αίτηση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, έχουν ως ακολούθως: Η καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η τράπεζα), μεταξύ Μαΐου του 2008 και Απριλίου του 2009 κατόπιν σχετικών συμφωνιών παραχώρησε στην ενάγουσα 1 πιστωτικές διευκολύνσεις. Ειδικότερα, στις 5.5.2008 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην αιτήτρια 1 (από τώρα θα καλείται η εταιρεία), δάνειο ύψους €855.
  4. Οι δε αιτητές 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εταιρείας και για περαιτέρω εξασφάλιση η εταιρεία παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την επίδικη υποθήκη με αρ. ΥXXX4/2008 και η αιτήτρια 3 την υποθήκη με αρ. ΥXXX8/
  5. Περαιτέρω, κατόπιν σχετικών συμφωνιών, στις 5.5.2008 και 29.4.2009 συνομολογήθηκαν συμφωνίες δανείων με τις οποίες η τράπεζα χορήγησε στην ενάγουσα 1 δάνεια ύψους €65.000 και €210.000 αντίστοιχα και μεταξύ άλλων, ο αιτητής 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Για περαιτέρω εξασφάλιση παραχωρήθηκε η επίδικη υποθήκη αλλά και η υποθήκη αρ. ΥXXX9/
  6. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται από μέρους του κ. XXX Γεωργίου ότι υιοθετεί πλήρως τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ως αυτοί περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης, την οποία μάλιστα επισύναψε και ως τεκμήριο. Διαπιστώνεται ότι στην έκθεση απαίτησης υφίστανται και διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Όπως έχει νομολογηθεί στο δικόγραφο, δυνατόν να υφίστανται τέτοιοι ισχυρισμοί, κάτι το οποίο όμως είναι ανεπίτρεπτο στην ένορκη δήλωση αφού το περιεχόμενο αυτής αποτελεί μαρτυρία. Αποδίδεται στην τράπεζα αμέλεια ως επίσης δόλος, απάτη και ψευδείς παραστάσεις προς την ενάγουσα 3 η οποία εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εταιρείας και παραχώρησε άλλη από την επίδικη υποθήκη. Η τράπεζα, ως αναφέρεται στην αίτηση, στις 19.11.2015 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή XXX9/15 με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, τα ποσά των €800.875,97 πλέον €59.502,89 πλέον τόκους και έξοδα ως επίσης και διάταγμα εκποίησης των υποθηκών με αρ. ΥXXX4/2008 και ΥXXX8/
  7. Οι ενάγοντες στην παρούσα καταχώρησαν ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν την ακύρωση των συμφωνιών δανείου και των υποθηκών. Περαιτέρω, η τράπεζα καταχώρησε στις 17.11.2015 την αγωγή XXX8/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία αξιώνει από τους ενάγοντες 1 και 2 στην παρούσα και άλλου προσώπου το ποσό των €71.325,64 ως επίσης και διάταγμα για εκποίηση των υποθηκών με αρ. ΥXXX4/2008, ΥXXX9/2009 και ΥXXX0/
  8. Η τράπεζα ενώ εκκρεμούσαν οι πιο πάνω αγωγές τροχοδρόμησε την πώληση της επίδικης υποθήκης με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν. 9/65), αφού επέδωσε τις ειδοποιήσεις Τύπος Ι και Θ αλλά και τις ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ. Με την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ ενημερωνόταν ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι το ενυπόθηκο χρέος που είναι εξασφαλισμένο με την υποθήκη με αρ. ΥXXX3/2008 έχει καταστεί ήδη πληρωτέο και ότι την 29.7.2019 θα προχωρήσει στην πώληση του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου. Οι αιτητές προβάλλουν ότι στην περίπτωση που η τράπεζα εκποιήσει το ενυπόθηκο ακίνητο οι αγωγές τους καθίστανται άνευ αντικειμένου και θα παραβιαστεί το δικαίωμα τους για πρόσβαση στο Δικαστήριο και αποτελεσματική θεραπεία. Αναφέρουν, σε σχέση με το επίδικο δάνειο, ότι υφίστανται παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμοί. Παρουσίασαν στο Δικαστήριο έκθεση εμπειρογνώμονα (βλ. Τεκ. 6) στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας κατά την 31.12.2008 το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου των €800.875 ανερχόταν στο ποσό των €986.987,82 ενώ, σύμφωνα με ανακατασκευασμένη κατάσταση, το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν €673.216,44 και έτσι υφίσταται διαφορά ύψους €313.771,
  9. Σε σχέση δε με το δάνειο των €65.000 το υπόλοιπο του, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας κατά την 31.12.2018, ήταν €74.543,62 ενώ, σύμφωνα με την ανακατασκευασμένη κατάσταση, το οφειλόμενο ποσό κατά την πιο πάνω ημερομηνία ήταν €49.936,42 και έτσι υφίσταται διαφορά ύψους €24.607,
  10. Προβάλλεται ότι η συνολική διαφορά σε σχέση με τα δύο πιο πάνω δάνεια ανέρχεται στις €338.378,
  11. Περαιτέρω οι αιτητές προβάλλουν ότι η τιμή της καταναγκαστικής πώλησης θα είναι τουλάχιστον 30%, αν όχι περισσότερο, λιγότερη από την πραγματική αξία του ενυπόθηκου ακινήτου. Περαιτέρω οι αιτητές 1 και 2, ως αναφέρουν, θα απωλέσουν την εργασία τους, την πελατεία τους και την πηγή των εισοδημάτων τους, αφού δεν θα μπορούν να αξιοποιήσουν το υποστατικό που ανεγέρθηκε στο ενυπόθηκο ακίνητο. Επισημαίνουν δε ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων ανέρχεται στα €2.000.
  12. Περαιτέρω αναφέρουν ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε εξασφάλιση ότι σε μερικά χρόνια που θα ολοκληρωθεί η αγωγή θα υφίσταται το ίδιο τραπεζικό ίδρυμα και ότι θα έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Αγορεύοντας η ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της τράπεζας ο οποίος επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρείται οποιαδήποτε προϋπόθεση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others

(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας με βάση τα ζητήματα που έχουν τεθεί από μέρους των αιτητών. Οι αιτητές προβάλλουν ότι η τράπεζα επιχείρησε να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο ενώ ακόμα δεν έχουν διαγνωστεί τα δικαιώματα τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η αγωγή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου και δεν θα έχουν ουσιαστική πρόσβαση στο Δικαστήριο. Στις 13.07.18 το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65)τροποποιήθηκε με το Ν.87
(1)/18. Μία από τις βασικές αλλαγές που επέφερε ο τροποποιητικός Νόμος αφορά και τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ. Η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση τύπος Ι δεν αποτελεί πλέον λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ, αφού καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. To πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου καθορίζεται και στο άρθρο 44Α. Καμία διάταξη του μέρους VIΑ δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους VIA [βλ. άρθρο 44 Α
(2)] και αντίστροφα [βλ. άρθρο 44 Α
(3)]. Περαιτέρω καμία διάταξη του μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου [βλ. άρθρο 44 Α
(4)]. Ο Νομοθέτης δεν αποστέρησε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Ο αιτητής αφού ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δύναται να εκδώσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Συνεπώς, ακόμη και στο στάδιο αυτό δεν καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Οι αιτητές προβάλλουν, μεταξύ άλλων ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι καταχρηστικές. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν.93
(1)/96) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο συγκεκριμένος Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης η οποία συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Ο Νόμος καθορίζει την έννοια του καταναλωτή και δεν περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο αλλά αντιθέτως κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναγνωρίστηκε και στο στάδιο των αγορεύσεων από μέρους της ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών, οι συμβάσεις δανείων συνομολογήθηκαν μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας. Έτσι δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση ο συγκεκριμένος Νόμος και κατ' επέκταση δεν καταδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, καταχρηστική ρήτρα δεν δεσμεύει τον καταναλωτή και η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Στην προκείμενη περίπτωση, ακόμη και να θεωρηθεί ότι υφίστανται καταχρηστικές ρήτρες, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο πλέγμα γεγονότων που να καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ότι η σύμβαση δεν δύναται να συνεχίσει. Ήταν η θέση των αιτητών ότι υφίστανται παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμοί. Παρουσίασαν στο Δικαστήριο σχετική έκθεση εμπειρογνώμονα, όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης. Δεν έχει επεξηγηθεί με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται ο τρόπος με τον οποίο κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα το συγκεκριμένο πρόσωπο. Απλώς παρατίθενται αριθμοί. Τίποτε άλλο. Πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Περαιτέρω οι αιτητές προβάλλουν ότι η τιμή της καταναγκαστικής πώλησης θα είναι τουλάχιστον 30%, αν όχι περισσότερο, λιγότερη από την πραγματική αξία του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο χρησιμοποιούν ως επαγγελματική στέγη. Θα απωλέσουν την εργασία, την πελατεία τους και δεν θα έχουν εισοδήματα. Σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό, ότι η τιμή της καταναγκαστικής πώλησης θα είναι τουλάχιστον 30% λιγότερη από την πραγματική αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, πρόκειται για εικασία και δεν εδράζεται σε οποιοδήποτε στέρεο υπόβαθρο γεγονότων. Εξάλλου, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44 Δ του Νόμου 9/65, αναφέρεται ότι οι εκτιμητές με βάση τις διατάξεις του εδαφίου 1 συντάσσουν εκθέσεις και σε περίπτωση που η ψηλότερη εκτίμηση, με βάση τις εκθέσεις εκτίμησης, είναι μικρότερη από την χαμηλότερη εκτίμηση συν το 25% αυτής, τότε ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των δύο εκτιμήσεων και η αγοραία αυτή αξία είναι τελική. Σε περίπτωση που η υψηλότερη εκτίμηση, με βάση τις εκθέσεις εκτίμησης, είναι ίση ή μεγαλύτερη από την χαμηλότερη εκτίμηση συν το 25% αυτής, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ζητά από το ΕΤΕΚ τον διορισμό τρίτου ανεξάρτητου εκτιμητή ο οποίος ετοιμάζει ανεξάρτητη εκτίμηση του ενυπόθηκου ακινήτου και στην περίπτωση αυτή ως αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου θεωρείται ο μέσος όρος των δύο πλησιέστερων εκτιμήσεων και σε περίπτωση που αυτές οι τρεις εκτιμήσεις διαφέρουν μεταξύ τους ισομερώς τότε ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των τριών εκτιμήσεων. Η δε αρχική προσπάθεια για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου διενεργείται από τον ενυπόθηκο δανειστή μόνο με πλειστηριασμό με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης όχι μικρότερη του 80% της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Συνεπώς, τα όσα προβάλλουν οι αιτητές, ότι η τιμή της καταναγκαστικής πώλησης θα είναι τουλάχιστον 30% μικρότερη από την πραγματική αξία του ακινήτου, πρόκειται για εικασίες. Περαιτέρω προβάλλουν ότι το ενυπόθηκο ακίνητο χρησιμοποιείται ως επαγγελματική στέγη της εταιρείας. Καμιά πρόνοια δεν υφίσταται στη νομοθεσία που να εξαιρεί την πώληση της επαγγελματικής στέγης. Ακόμη το Μέρος VIA του Νόμου εφαρμόζεται και σε περίπτωση πώλησης κύριας κατοικίας με τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη που περιγράφονται στο άρθρο 44IAA
(1). Εν κατακλείδι, το γεγονός ότι πρόκειται για την επαγγελματική στέγη, δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με βάση όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας και οι αιτητές παρέλειψαν να παρουσιάσουν μαρτυρία που να ικανοποιεί το πιο πάνω κριτήριο. Στη συνέχεια, για σκοπούς πληρότητας, θα εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Οι αιτητές προβάλλουν ότι στην περίπτωση που πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο θα απωλέσουν την εργασία τους και περαιτέρω αναφέρουν ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε εξασφάλιση ότι σε μερικά χρόνια που θα ολοκληρωθεί η αγωγή θα υφίσταται το ίδιο τραπεζικό ίδρυμα και ότι θα έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Αναφέρθηκε, στο στάδιο των αγορεύσεων από μέρους της συνηγόρου των αιτητών, ότι μετά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών χρησιμοποιήθηκε το ακίνητο ως επαγγελματική στέγη. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι με βάση τον όρο 4 του εγγράφου υποθήκης η τράπεζα δικαιούται από συγκεκριμένη ημερομηνία να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω του κτηματολογίου, είτε απευθείας, είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής μπορεί να χρησιμοποιήσει το προϊόν από τις πωλήσεις για μερική ή πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της εταιρείας. Ήταν ήδη γνωστό στους αιτητές ότι υπήρχε αυτή η δυνατότητα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Τα όσα προβάλλουν ότι δεν υπάρχει εξασφάλιση ότι σε μερικά χρόνια που θα ολοκληρωθεί η αγωγή θα υφίσταται το ίδιο τραπεζικό ίδρυμα και ότι η τράπεζα θα έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις και πάλι πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Πρόκειται για εικασίες. Αντιθέτως, από την άλλη προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η τράπεζα είναι φερέγγυα και ότι δύναται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην περίπτωση που επιτύχει η όποια απαίτηση των εναγόντων, κάτι το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση, όπως καθορίζεται πιο πάνω. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αναστολή πλειστηριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.