← Κύπρος

Θεοφάνου ν. Λογγίνου, Αίτηση/Έφεση: 2/2016, 2/7/2019

Θεοφάνου ν. Λογγίνου, Αίτηση/Έφεση: 2/2016, 2/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A380 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση: 2/2016 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224 όπως αυτός τροποποιήθηκε Μεταξύ: Θεοφάνου ΧΧΧ ΧΧΧ Αιτήτρια/Εφεσείουσα και Λογγίνου ΧΧΧ ΧΧΧ Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος ------------------ Ημερομηνία: 02 Ιουλίου, 2019 Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κ. Λαζάρου Για τον Καθ' ου η αίτηση - Εφεσίβλητο: κα Τόκα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής «Διευθυντής») με την οποία αποφάσισε την παραχώρηση δικαιώματος διόδου στο ακίνητο του Εφεσίβλητου αποτέλεσε την αιτία για την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης - Έφεσης. Συγκεκριμένα μετά από αίτηση του Εφεσίβλητου για παραχώρηση δικαιώματος διόδου προς όφελος του ακινήτου του με αρ. τεμαχίου 1109, Φ/Σχ.ΧΧ/ΧΧΧ (στο εξής «τεμάχιο Α»), ο Διευθυντής με απόφαση του ημερ.10.12.15 (στο εξής «απόφαση») παραχώρησε δίοδο πλάτους 3,66μ. από τα ακίνητα με αρ. τεμαχίων 304 και 337 Φ/Σχ.ΧΧΧ/ΧΧΧ. Η Εφεσείουσα, ιδιοκτήτρια του τεμαχίου με αρ.337 (στο εξής «τεμάχιο Β») αιτείται τον παραμερισμό και/ή αντικατάσταση της απόφασης του Διευθυντή, επικαλούμενη 19 λόγους ακύρωσης. Οι λόγοι ακύρωσης μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως: Η απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών του 1967 και κατά παράβαση των αρχών του διοικητικού δικαίου (λόγοι αρ.1 - 3, 13 και 14). Η απόφαση είναι λανθασμένη επί της ουσίας της διότι δεν λήφθηκε υπόψη προηγούμενη αίτηση του Εφεσίβλητου για παροχή διόδου, ούτε και το γεγονός ότι το τεμάχιο Α διέθετε δίοδο δια μέσω άλλων τεμαχίων για περίοδο πέραν των 75 ετών. Περαιτέρω, υπήρχαν άλλα καταλληλότερα ακίνητα για την παροχή διόδου και σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δεν λήφθηκε στη βάση της προκλήσεως της μικρότερης δυνατής ζημιάς και/ή οχληρίας (λόγοι με αρ.4 - 9, 11, 12, 15, 16 και 19). Η απόφαση δεν είναι καθόλου και/ή καλά δικαιολογημένη (λόγος αρ.10). Το ποσό της αποζημίωσης υπολογίσθηκε λανθασμένα (λόγοι αρ.17 και 18). Η έφεση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας και με αυτήν επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ακύρωσης. Κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία η Εφεσείουσα κατέθεσε ως Τεκμήριο την έκθεση του εμπειρογνώμονα επί θεμάτων Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ΧΧΧ Μιχαήλ. Στην εν λόγω έκθεση ο ΧΧΧ Μιχαήλ, αφού αναφέρεται στην επαγγελματική του πείρα και στις σπουδές του, υποστηρίζει ότι η απόφαση είναι απόφασης ρουτίνας και στερείται κρίσης και αντικειμενικής αιτιολογίας. Στηρίζει την εν λόγω άποψη του στη βάση του ιστορικού του διαχωρισμού του τεμαχίου με αρ.

  1. Συγκεκριμένα το τεμάχιο Α προέκυψε από το διαχωρισμό του τεμαχίου
  2. Το πρώην τεμάχιο με αρ.305 διατηρούσε δικαίωμα διάβασης από το τεμάχιο με αρ.304, το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι των τέκνων της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου με αρ.
  3. Συνεπώς και η δίοδος του τεμαχίου Α θα έπρεπε να είναι δια μέσω των τεμαχίων 304 και
  4. Ο λειτουργός του Κτηματολογίου δεν διερεύνησε το εν λόγω θέμα προτού εξετάσει την παραχώρηση νέου δικαιώματος. Περαιτέρω, δεν χρειάζονταν οι απόψεις του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως οι οποίες προφανώς επηρέασαν την κρίση του λειτουργού του Κτηματολογίου σε σχέση με την αναγκαιότητα η δίοδος να διαθέτει πλάτος τουλάχιστον 3,65μ. Τα επηρεαζόμενα ακίνητα βρίσκονται στον πυρήνα του χωριού, είναι μικρού εμβαδού και ως εκ των ανωτέρω δεν είναι απαραίτητο το δικαίωμα διόδου να έχει πλάτος 3,65μ. Το λανθασμένο της όλης αντιμετώπισης από πλευράς Κτηματολογίου προκύπτει και από το ότι η παραχώρηση του δικαιώματος διόδου πλάτους 3,65μ. καταλήγει σε δρόμο πλάτους 3μ. Επιπρόσθετα, το δικαίωμα διόδου, όπως αυτό έχει καθορισθεί, επηρεάζει τις ανέσεις της Εφεσείουσας η οποία στερείται τη μισή αυλή του τεμαχίου Β με αποτέλεσμα την πρόκληση οχληρίας και τη δημιουργία ενός ψυχοφθόρου περιβάλλοντος. Ένεκα των προαναφερόμενων η αποζημίωση που καθόρισε το Κτηματολόγιο είναι μηδαμινή σε σύγκριση με τη ζημιά που προκαλείται στην Εφεσείουσα. Τέλος, ο ΧΧΧ Μιχαήλ σημειώνει ότι τα άρθρα 11 και 11Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 δεν καθορίζουν το πλάτος του δικαιώματος διόδου, καθώς αυτό εξαρτάται από την ανάπτυξη ενός ακινήτου και την πολεοδομική ζώνη. Ο Διευθυντής καταχώρισε την αιτιολογημένη απόφαση του στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σε αυτήν, αφού αναφέρεται στις επιτόπιες έρευνες που διενεργήθηκαν στην παρουσία των ενδιαφερόμενων μερών από τον κτηματολόγο ΧΧΧ Παναγή στις 17.11.14 και στις 25.08.15, εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η επίδικη δίοδος θεωρήθηκε ως η καταλληλότερη. Πιο συγκεκριμένα κατά την επιτόπια έρευνα της 17.11.14 διαπιστώθηκε ότι το τεμάχιο Α είναι περίκλειστο και ότι υπήρχαν δύο θέσεις κατάλληλες για καθορισμό της διόδου οι οποίες όμως είχαν πλάτος μικρότερο των 3,66μ. Ζητήθηκαν οι απόψεις του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ενόψει του ότι στο τεμάχιο Α υφίσταται ισόγειος κατοικία. Το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως απάντησε ότι δεν έφερε ένσταση στην απόκτηση διόδου νοουμένου ότι αυτή θα είχε πλάτος 3,66μ. Η επίδικη δίοδος πλάτους 3,66μ. παραχωρήθηκε διά μέσου του τεμαχίου Β και του τεμαχίου 304 καθώς ήταν η μοναδική που ικανοποιούσε τον προαναφερόμενο όρο του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως αναφορικά με το πλάτος της διόδου. Περαιτέρω, η εναλλακτική προσφερόμενη δίοδος διά μέσου του τεμαχίου 1110 θεωρήθηκε ακατάλληλη διότι δεν πληρούσε τον εν λόγω όρο του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, αλλά και διότι θα προκαλείτο μεγάλη ζημιά στο τεμάχιο 1110 λόγω του μικρού εμβαδού του και λόγω του ότι ο ιδιοκτήτης του υπό αναφορά τεμαχίου είναι κατά ½ μερίδιο ιδιοκτήτης του τεμαχίου με αρ. 304 και η δίοδος θα του στερούσε το δικαίωμα να αναπτύξει ενιαία τα δύο ακίνητα. Από την άλλη, δεν παραγνωρίστηκε το γεγονός ότι με την επίδικη δίοδο θα πρέπει να γίνει κατεδάφιση μέρους τοίχου και μετακίνηση ξύλινης περίφραξης. Για τις προαναφερόμενες ωστόσο εργασίες ο Εφεσίβλητος με γραπτή δήλωση του ανέλαβε τα έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση τους. Ως καταβλητέα αποζημίωση καθορίστηκε το ποσό των €5.700 το οποίο υπολογίστηκε στη βάση συγκριτικών πωλήσεων ακινήτων στη γειτνιάζουσα περιοχή. Στο εν λόγω ποσό λήφθηκε υπόψη και η επιζήμια επίδραση που θα προκληθεί στην αυλή του τεμαχίου Β. Ο Εφεσίβλητος καταχώρισε στις 26.10.16 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία βασίζεται σε 15 λόγους. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει ο Εφεσίβλητος μπορούν να καταταγούν σε δύο κατηγορίες. Με την πρώτη υποστηρίζεται ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή, νόμιμη και δεόντως αιτιολογημένη και με τη δεύτερη ότι η καταβλητέα αποζημίωση είναι η υψηλότερη που θα μπορούσε να υπολογιστεί στη βάση των συγκριτικών πωλήσεων που διενεργήθηκαν στην ίδια περιοχή. Η ένσταση του Εφεσίβλητου συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις του ιδίου και του κτηματολόγου ΧΧΧ Παναγή. Ο Εφεσίβλητος στην ένορκη δήλωση του επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ότι ο χώρος στον οποίο καθορίστηκε η επίδικη δίοδος αποτελεί τα 10 πόδια της κατοικίας της Εφεσείουσας, σκοπός των οποίων είναι η χρήση τους για τη διέλευση πεζών και οχημάτων και για αυτόν τον σκοπό χρησιμοποιεί τον εν λόγω χώρο και η ίδια η Εφεσείουσα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Εφεσείουσας ότι το τεμάχιο Α εξυπηρετείτο με δίοδο διά μέσω του τεμαχίου 304, ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι αναληθής. Αυτό διότι τα τεμάχια Α και Β, ως επίσης και τα τεμάχια 1110 και 304, αποτελούσαν προηγουμένως ενιαίο τεμάχιο και προέκυψαν από το διαχωρισμό του εν λόγω ενιαίου τεμαχίου στον οποίο προέβησαν οι τότε ιδιοκτήτες τους. Τέλος, αναφορικά με την υπολογισθείσα αποζημίωση ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι είναι η υψηλότερη που θα μπορούσε να καθοριστεί στη βάση των συγκριτικών πωλήσεων ακινήτων στην ίδια περιοχή. Ο κτηματολόγος ΧΧΧ Παναγή στη δική του ένορκη δήλωση υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της απόφασης του Διευθυντή. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι για την επιλογή της διόδου έλαβε υπόψη του τη μορφολογία του εδάφους, ως επίσης τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά των ακινήτων της περιοχής. Για τον καθορισμό τώρα της αποζημίωσης χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης και παραθέτει 6 συγκριτικές πωλήσεις τις οποίες έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο ποσό των €90 ανά τ.μ. στη βάση του οποίου υπολογίστηκε η αποζημίωση αφαιρουμένου όμως ποσοστού 30% ενόψει του ότι ο υπολογισμός αφορούσε καθορισμό διόδου, ήτοι περιορισμό ακίνητης ιδιοκτησίας και όχι στέρηση. Διευκρίνισε επίσης ότι στο ποσό των €5.700 υπολογίστηκε και η επιζήμια επίδραση στο υπόλοιπο της αυλής του ακινήτου της Εφεσείουσας έκτασης 55 τ.μ. που δεν επηρεάζεται από την επίδικη δίοδο. Ο κτηματολόγος ΧΧΧ Παναγή, μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου, κατέθεσε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία απάντησε στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση του ΧΧΧ Μιχαήλ η οποία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας. Ο ΧΧΧ Παναγή διαφωνεί με το συμπέρασμα που διατυπώνεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης του ΧΧΧ Μιχαήλ και συγκεκριμένα με το συμπέρασμα του ότι το δικαίωμα διόδου του τεμαχίου Α είναι διά μέσω του τεμαχίου
  5. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι τα δεδομένα που είχε ενώπιον του ο Διευθυντής κατά την εξέταση της αίτησης του Εφεσίβλητου για παραχώρηση διόδου συνίσταντο στο ότι το τεμάχιο Α ήταν περίκλειστο και για τον καθορισμό διόδου προσφέρονταν δύο θέσεις. Αναφορικά με τη θέση του ΧΧΧ Μιχαήλ ότι λανθασμένα ζητήθηκαν οι απόψεις του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι ορθά ζητήθηκαν οι απόψεις του εν λόγω Τμήματος αφού η δίοδος ζητείτο για να εξυπηρετηθεί η κατοικία που βρίσκεται στο τεμάχιο Α. Όσον αφορά τώρα τη θέση του ΧΧΧ Μιχαήλ ότι δεν ήταν αναγκαία η παραχώρηση διόδου με πλάτος 3,66 μ., ο ΧΧΧ Παναγή αντιτείνει ότι η σχετική προϋπόθεση καθορίστηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως που αποτελεί τη μόνη αρμόδια αρχή στον καθορισμό όρων τέτοιας φύσης. Η ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, ως προβλέπεται από τον Κ.10

(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν μέσω των αγορεύσεων τους προς υποστήριξη των θέσεων τους. Δεν θεωρώ χρήσιμη την επανάληψη του περιεχομένου των αγορεύσεων και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου κρίνεται σκόπιμο. Νομική πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση/Έφεση εδράζεται επί των άρθρων 11Α και 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής «Κεφ.224»). Η παραχώρηση δικαιώματος διόδου διέπεται από το άρθρο 11Α του Κεφ.224 το οποίο προνοεί για την παραχώρηση του μετά από απόφαση του Διευθυντή και επί τη πληρωμή εύλογης αποζημίωσης. Ο Διευθυντής αποφασίζει την παραχώρηση διόδου στις περιπτώσεις που ακίνητη ιδιοκτησία είναι περίκλειστη, καθώς και στις περιπτώσεις που υφιστάμενη δίοδος είναι ανεπαρκής για την κατάλληλη χρήση, ανάπτυξη ή εκμετάλλευση ακίνητης ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τη νομολογία ο καθορισμός της διόδου ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή, η εξουσία του οποίου επί του προκειμένου ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (Peyiotis a.a v. Polemidis
(1982)1 CLR 442 και Αντωνίου και Αριστοκλή κ.α Πολ. Έφεση 213/2011 ημερ.29.06.16). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης απόφασης του Διευθυντή έχει την εξουσία να ελέγξει όχι μόνο τη νομιμότητα της απόφασης αλλά και την ουσία της. Οι αρχές επί των οποίων ενεργεί το Δικαστήριο τέθηκαν ως ακολούθως στην Παύλου κ.α ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ 973: «Οι αρχές που πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο όταν εξετάζει αίτηση-έφεση από απόφαση του Διευθυντή κάτω από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, διατυπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 C.L.R. 619 και ορθά αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο Διευθυντής μετά τη διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας καθορίζει την κατεύθυνση και την έκταση της διόδου αφού λάβει υπ' όψιν όλους τους σχετικούς παράγοντες. Στην περίπτωση δε που υπάρχουν περισσότερα από ένα κτήματα που δυνατόν να θεωρηθούν κατάλληλα, ο Διευθυντής έχει την εξουσία να κάμει εκλογή και ν' αποφασίσει το κτήμα πάνω στο οποίο θα δοθεί το δικαίωμα διόδου λαμβάνοντας υπ' όψιν τη δημιουργία της ελάχιστης δυνατής ζημιάς, οχληρίας και ταλαιπωρίας. Ο Διευθυντής αποφασίζοντας ένα δικαίωμα διόδου έχει διακριτική εξουσία να αποφασίσει πάνω σε ιδιωτικά δικαιώματα. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο αναθεωρώντας την απόφαση του Διευθυντή ακολουθεί τις αρχές πάνω στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο εις τη διοικητική του δικαιοδοσία κάνει δικαστικό έλεγχο πάνω σε διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις εις τον τομέα του δημοσίου δικαίου. Η μόνη διαφορά είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφασίζοντας μιαν έφεση κάτω από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 έχει την εξουσία να υποκαταστήσει τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή σε αντίθεση με την εξουσία που έχει το Δικαστήριο σε περίπτωση προσφυγής κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, όπου το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο. Όμως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα υποκαταστήσει εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός εάν υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι να αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η εξουσία του Διευθυντή είναι πράγματι ευρεία εξουσία σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς ιδιαίτερα γιατί είναι πρόσωπο περισσότερο ικανό σαν ειδικός να αποφασίσει την κατεύθυνση και την έκταση του δικαιώματος διόδου και το Δικαστήριο στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματά του.» Οι προαναφερόμενες αρχές υιοθετήθηκαν και στην πιο πρόσφατη Αντωνίου και Αριστοκλή (ανωτέρω). Περαιτέρω, στη Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R 58 επισημάνθηκε ότι ο Διευθυντής ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα και επομένως οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες, όπως και οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Τέλος, σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή, εκτός αν αποδειχθούν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου. Το βάρος δε απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο Εφεσείων (Αριστοτέλους ν. Χ¨Κυριάκου κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ 100 και Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.α
(2005)1 Α.Α.Δ 541). Συμπεράσματα Οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή έχουν ήδη κατηγοριοποιηθεί πιο πάνω. Μέσα από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εφεσείουσα, έχοντας ταυτόχρονα υπόψη μου και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, προκύπτει ότι η τελευταία δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα παράβασης κανόνων διαδικαστικής φύσεως εκ μέρους του Διευθυντή κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας εκ μέρους του Διευθυντή. Επιπρόσθετα είναι ουσιαστικά παραδεκτό γεγονός ότι το τεμάχιο Α είναι περίκλειστο. Συνεπώς, οι λόγοι ακύρωσης επικεντρώνονται στις θέσεις της Εφεσείουσας ότι η απόφαση αφενός δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και αφετέρου είναι λανθασμένη. Θα ξεκινήσω από τη θέση ότι η απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη. Όπως αναφέρθηκε κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής ο Διευθυντής ενασκώντας την εξουσία του για καθορισμό διόδου επιτελεί οιονεί δικαστική λειτουργία, με αποτέλεσμα να είναι επιβεβλημένη η αιτιολόγηση των αποφάσεων του (Georghiou v. Hjiphesa ανωτέρω). Πότε μία απόφαση θεωρείται αιτιολογημένη περιγράφεται με σαφήνεια στη Φράγκου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ 270: «Αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της καθώς και παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Η ανάγκη της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου. Εκ της φύσεως τους αιτιολογητέες είναι όλες οι πράξεις των οποίων ο έλεγχος είναι αδύνατος ή ατελής χωρίς την αναφορά των λόγων που τις στηρίζουν. Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης (Βλ. Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 298,Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου
(1994)3 Α.Α.Δ. 574 και Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η έκδοση, 1992, παρα. 636, 646 και 647). Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότης να αντιληφθή επί τη βάσει ποιών στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό (Βλ. Ιωάννη Σαρμά, Η Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 130). Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της (Βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας
(1974)3 Α.Α.Δ. 476). Η αιτιολογία δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση και δεν πρέπει να επαναλαμβάνει τις διατάξεις του Νόμου. Η επανάληψη των γενικών όρων του Νόμου ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία. "Καθιστά αναιτιολόγητον την πράξιν αιτιολογία αόριστος καθιστώσα αδύνατον τον δικαστικόν αυτής έλεγχον, μή εκθέτουσα τα γεγονότα, εξ ών εμορφώθη, η κρίσις της Διοικήσεως, ή δυναμένη να εφαρμοσθή εις πάσαν περίπτωσιν" (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας (πιο πάνω), σελ. 186-87, Πιπερίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 134, 141 και Κυριακίδης (πιο πάνω))». Έχω διέλθει της απόφασης του Διευθυντή και θεωρώ ότι αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ο Διευθυντής δεν περιορίζεται στη διατύπωση γενικών και αόριστων αναφορών που απλά αναπαράγουν τις πρόνοιες του Νόμου (Αλέξη ν. Aristo Developers Ltd
(2009)1B A.A.Δ 834), αλλά αντιθέτως εκθέτει τις ενέργειες του και τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση επιλέγοντας την επίδικη δίοδο. Τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του ο Διευθυντής για την άσκηση της ευχέρειας του είναι ευδιάκριτα στην προσβαλλόμενη απόφαση καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο δυνατό τον δικαστικό έλεγχο της κρίσης του. Η προαναφερόμενη διαπίστωση οδηγεί στον έλεγχο της ορθότητας και νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης. Το παράπονο της Εφεσείουσας έγκειται στο ότι ο Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη του την προϋπάρχουσα κατάσταση και κυρίως το γεγονός ότι το τεμάχιο Α εξυπηρετείτο με δίοδο που διερχόταν μέσω των τεμαχίων 304 και
  1. Η εν λόγω δίοδος χρησιμοποιείτο μάλιστα, κατά την Εφεσείουσα, για περίοδο πέραν των 75 ετών. Καταρχάς δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της Εφεσείουσας περί ύπαρξης διόδου που εξυπηρετούσε το τεμάχιο Α για περίοδο πέραν των 75 ετών. Όσα αναφέρονται στην έκθεση του ΧΧΧ Μιχαήλ και συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 αυτής αποτελούν υποθετικό συμπέρασμα το οποίο δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Δεν παραβλέπω το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της έκθεσης του, πλην όμως οι αναφορές που περιλαμβάνονται στην εν λόγω παράγραφο δεν οδηγούν δίχως άλλο στο συμπέρασμα που διατυπώνει στην παράγραφο
  2. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας απορρίπτονται από τον Εφεσίβλητο ο οποίος ισχυρίζεται ότι τα τεμάχια Α και Β, καθώς και τα τεμάχια 304 και 1110 προέκυψαν από διαχωρισμό προηγούμενου ενιαίου τεμαχίου (τεμάχιο 305) και στα πλαίσια διακανονισμού αναγκάστηκε ο ίδιος να παραχωρήσει το μερίδιο του επί του τεμαχίου 1110, με αποτέλεσμα να παραμείνει περίκλειστο το τεμάχιο Α. Η πιο πάνω δήλωση του Εφεσίβλητου δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Εφεσείουσα. Πέραν τούτου όμως, αυτή καθαυτή η θέση της Εφεσείουσας δεν είναι ξεκάθαρη. Τούτο διότι και η ίδια η Εφεσείουσα, μέσω της έκθεσης του ΧΧ Μιχαήλ, υποστηρίζει ότι το τεμάχιο Α προέκυψε από τον διαχωρισμό του τεμαχίου
  3. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πως μπορεί να γίνεται λόγος για ύπαρξη διόδου μέσω των τεμαχίων 304 και 1110, εφόσον όλα αυτά τα τεμάχια αποτελούσαν κατά το παρελθόν ένα ενιαίο τεμάχιο, ήτοι το τεμάχιο
  4. Η προαναφερόμενη επισήμανση οδηγεί και στην εξής διαπίστωση. Οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας περί ύπαρξης διόδου που εξυπηρετούσε το τεμάχιο Α αφορούν το παρελθόν και συγκεκριμένα περίοδο κατά την οποία τόσο τα επίδικα τεμάχια όσο και τα τεμάχια 304 και 1110 αποτελούσαν ένα ενιαίο τεμάχιο. Τα δεδομένα όμως επί των οποίων κλήθηκε να αποφασίσει ο Διευθυντής ήταν εντελώς διαφορετικά, αφού το ενιαίο τεμάχιο διασπάστηκε, από αυτό προέκυψαν τα πιο πάνω αναφερόμενα τεμάχια και με την υφιστάμενη κατάσταση το τεμάχιο Α είναι περίκλειστο. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να προσβάλλεται η απόφαση του Διευθυντή στη βάση δεδομένων που ίσχυαν κατά το παρελθόν και δεν υφίσταντο κατά το χρόνο της αίτησης του Εφεσίβλητου για παραχώρηση δικαιώματος διόδου. Στην Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ 1312 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα τα οποία, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση: «Αντικείμενο της δίκης είναι η απόφαση του Διευθυντή και κατ' επέκταση του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε σχέση με την ίδια την παραχώρηση του δικαιώματος διόδου. Το αν θα μπορούσε ή όχι να παραχωρηθεί η συζητούμενη δίοδος δεν είναι δυνατό να αποφασιστεί πάνω στη βάση γεγονότων μεταγενέστερων της παραχώρησης. Τίποτε από όσα ακούσαμε δικαιολογεί τη θέση του εφεσείοντα ότι ο Διευθυντής δεν είχε την εξουσία ή δεν έπρεπε να καθορίσει τη δίοδο με τον τρόπο που την καθόρισε». Επιπρόσθετα, σημειώνω και την εξής παράμετρο. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι η δίοδος που επικαλείται η Εφεσείουσα ήταν εγγεγραμμένη, έτσι ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι το τεμάχιο Α διέθετε πρόσβαση στον δημόσιο δρόμο. Στην Κουμής ν. Κούντουρου (ανωτέρω), κρίθηκε ότι το κτήμα της Εφεσίβλητης ήταν περίκλειστο εφόσον ο χωματόδρομος που επικαλέστηκε ο Εφεσείων δεν ήταν εγγεγραμμένος ούτε σαν δημόσιος δρόμος, ούτε σαν δικαίωμα διαβάσεως ή άλλως πως. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο Διευθυντής εξέτασε τη δυνατότητα παραχώρησης διόδου μέσω του τεμαχίου 1110 (βλ. Παράρτημα «Α» της απόφασης) και προς τον σκοπό αυτό ζήτησε και τις απόψεις του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ενόψει του ότι στο τεμάχιο Α υπάρχει ισόγειος κατοικία. Η απάντηση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως έγειρε την πλάστιγγα προς την επιλογή της επίδικης διόδου, καθώς το προαναφερόμενο Τμήμα έθεσε ως προϋπόθεση ότι η δίοδος θα έπρεπε να έχει πλάτος τουλάχιστον 3,65μ. Η προσφερόμενη δίοδος μέσω του τεμαχίου 1110 δεν πληρούσε τον εν λόγω όρο και επιπρόσθετα θα προκαλούσε μεγαλύτερη ζημιά σε σύγκριση με τη ζημιά που θα προκαλείτο στο ακίνητο της Εφεσείουσας. Τούτο διότι αφενός το τεμάχιο 1110 είναι μικρού εμβαδού και αφετέρου ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 1110 είναι κατά ½ μερίδιο ιδιοκτήτης και του τεμαχίου 304 με αποτέλεσμα η παροχή διόδου από το τεμάχιο 1110 να του στερεί το δικαίωμα να αναπτύξει ενιαία τα δύο τεμάχια. Συνεπώς, ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του την εναλλακτική λύση του τεμαχίου 1110 και επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους πρόκρινε την επιλεγείσα δίοδο. Επισημαίνω ότι οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις του Διευθυντή δεν αμφισβητούνται από την Εφεσείουσα. Στην έκθεση του ΧΧΧ Μιχαήλ έγινε αρκετός λόγος και για τα ακόλουθα δύο ζητήματα. Πρώτον ότι δεν έπρεπε να ζητηθούν οι απόψεις του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και δεύτερον, το πλάτος της διόδου δεν χρειάζεται να είναι 3,66μ. επειδή βρίσκεται μέσα στον πυρήνα του χωριού. Οι εν λόγω αναφορές του ΧΧΧ Μιχαήλ παρέμειναν μετέωρες, καθώς ο τελευταίος δεν αιτιολογεί την άποψη του για το ότι εκ του περισσού αποτάθηκε ο Διευθυντής στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, ούτε και προβάλλει αντίλογο στη θέση του κτηματολόγου ΧΧΧ Παναγή ότι ζητήθηκαν οι απόψεις του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ενόψει του ότι η δίοδος θα εξυπηρετούσε κατοικία εντός του τεμαχίου Α. Ομοίως αναιτιολόγητη παρέμεινε και η θέση του ότι το πλάτος του δικαιώματος διάβασης θα έπρεπε να είναι μικρότερο των 3,66μ. Δεν παρέπεμψε σε οποιοδήποτε πολεοδομικό κανόνα ή πρακτική που να καθορίζει ότι στον πυρήνα ενός χωριού μία δίοδος μπορεί να έχει πλάτος μικρότερο των 3,66μ. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επιστολή του Διευθυντή ημερ.27.05.15 (Παράρτημα III της έκθεσης Χ. Μιχαήλ) ζητήθηκε συγκεκριμένα από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως να τοποθετηθεί για το κατά πόσο το τεμάχιο Α θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και με δίοδο μικρότερη των 3,66μ. Παρά ταύτα, η Πολεοδομία έθεσε ως προϋπόθεση το πλάτος της διόδου να είναι τουλάχιστον 3,65μ. Όσον αφορά τη μορφολογία της αυλής του τεμαχίου Β, ο Διευθυντής έλαβε το εν λόγω στοιχείο υπόψη του στην απόφαση. Συγκεκριμένα επέλεξε την επίδικη δίοδο, παρά το γεγονός ότι θα απαιτηθεί κατεδάφιση μέρους του τοίχου και μετακίνηση της ξύλινης περίφραξης. Για τις εν λόγω εργασίες μάλιστα ο Διευθυντής εξασφάλισε γραπτή δήλωση του Εφεσίβλητου ότι θα επωμισθεί ο ίδιος τα υπό αναφορά έξοδα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας στην αγόρευση του υποστηρίζει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να κατεδαφιστεί παλιός φούρνος ο οποίος βρίσκεται στην αυλή της Εφεσείουσας και ο οποίος λόγω της ηλικίας και του τρόπου κατασκευής του αποτελεί ιστορικό μνημείο που με βάση τα σχέδια της Πολεοδομίας θα έπρεπε να αναπαλαιωθεί. Οι εν λόγω αναφορές του κ. Λαζάρου δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εφεσείουσα. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο φούρνος είναι ιστορικό μνημείο ή ότι υπάρχουν σχέδια για αναπαλαίωση του. Αναφορικά τώρα με τη θέση ότι θα προκληθεί οχληρία και θα επηρεαστεί δυσμενώς η απόλαυση της κατοικίας και της αυλής της Εφεσείουσας λόγω της υψομετρικής διαφοράς, αλλά και διότι η δίοδος θα διέρχεται σε απόσταση 80εκ. από τις μπαλκονόπορτες και την είσοδο της οικίας της, σημειώνω τα ακόλουθα. Είναι αναμενόμενο ότι η παραχώρηση δικαιώματος διαβάσεως θα προκαλέσει κάποια διαφοροποίηση στη μέχρι σήμερα απόλαυση της ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας. Το δεδομένο αυτό το αναγνώρισε και ο Διευθυντής και το προσμέτρησε στην απόφαση του (βλ. Παράρτημα III της έκθεσης ΧΧΧ Μιχαήλ). Επαναλαμβάνω ότι οι επιλογές που είχε ο Διευθυντής ενώπιον του για τον καθορισμό της διόδου ήταν μόνο δύο. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι οποίοι υπενθυμίζω ότι δεν αντικρούστηκαν επί της ουσίας από την Εφεσείουσα, ο Διευθυντής επέλεξε την επίδικη δίοδο ως εκείνη που προκαλεί τη λιγότερη υπό τις περιστάσεις βλάβη. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης επί του ότι με την παραχώρηση της διόδου προκαλείται μεγαλύτερη βλάβη στην Εφεσείουσα σε σχέση με το όφελος που προκύπτει για τον Εφεσίβλητο. Η βλάβη που θα προκληθεί στον Εφεσίβλητο σε περίπτωση που το τεμάχιο Α παραμείνει περίκλειστο είναι αυτονόητο ότι είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από το όφελος που θα έχει η Εφεσείουσα. Επομένως, μέσα στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, ο Διευθυντής ενήργησε ορθά παραχωρώντας δίοδο στο τεμάχιο Α έναντι πληρωμής αποζημίωσης. Τέλος, η Εφεσείουσα προέβαλε τη θέση ότι η αποζημίωση υπολογίσθηκε λανθασμένα. Η συγκεκριμένη θέση της Εφεσείουσας δεν προωθήθηκε αφού, πέραν της γενικής αναφοράς που συναντάται στην ένορκη δήλωση της και την έκθεση του ΧΧΧ Μιχαήλ, δεν τίθεται οτιδήποτε χειροπιαστό που να καταδεικνύει ότι υπήρξε λανθασμένος υπολογισμός της αποζημίωσης που θα κληθεί να καταβάλει ο Εφεσίβλητος. Μάλιστα, οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση του ΧΧΧ Παναγή ημερ. 26.10.16, σε σχέση με συγκριτικές πωλήσεις που έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό της αποζημίωσης και της επιζήμιας επίδρασης που θα υποστεί το τεμάχιο Β, παρέμειναν αναντίλεκτοι. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, κρίνω ότι η Εφεσείουσα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι ο Διευθυντής άσκησε λανθασμένα τη διακριτική ευχέρεια η οποία του παρέχεται από το άρθρο 11Α του Κεφ. 224. Δεν έχει αποδείξει η Εφεσείουσα συγκεκριμένους και ισχυρούς λόγους ικανούς να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα του Διευθυντή (Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου ανωτέρω). Κατά συνέπεια η παρούσα Αίτηση/Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συνοριακή Διαφορά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.