Hareto Trading Ltd ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2166/2013, 17/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A409 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2166/2013 Μεταξύ: Hareto Trading Ltd Ενάγουσας v. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 2. . Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 3. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ 4. . Χριστοφίδη, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ 5. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Εναγομένων Αίτηση Eναγομένων 1 και 2 ημ. 31.8.18 για Προδικαστική Εκδίκαση Ημερομηνία: 17 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τις Εναγόμενες 1 και 2 - Αιτήτριες: Δρ. Π. Ν. Κούρτελλος για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ν. Μουκταρούδης για Ν. Μουκταρούδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Σάββα για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 5 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Σάββα για Αλέκος Ευαγγέλου & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενες 1 και 2 - Αιτήτριες αιτούνται: (
- i)Την προδικαστική εξέταση των νομικών σημείων τα οποία εγείρονται στις παρ. 1-5 της Υπεράσπισης τους. (
- ii)Διάταγμα και ή απόφαση με την οποία να απορρίπτεται και ή διαγράφεται και ή παραμερίζεται η Αγωγή εναντίον τους καθότι δεν αποκαλύπτει καλή και ή υπαρκτή και ή αυτοτελή βάση αγωγής και ή αγώγιμο δικαίωμα και ή η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει και ή αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες και ή η Αγωγή είναι δικονομικό διάβημα το οποίο πάσχει εξ υπαρχής και ή δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας. (iii) Διαζευκτικά και ή συμπληρωματικά διάταγμα και ή απόφαση με την οποία να απορρίπτεται και ή διαγράφεται καθολικά και ή παραμερίζεται η Αγωγή εναντίον τους ως νομικά αβάσιμη και ή επιπόλαια και ή καταπιεστική και ή στερούμενη νομικού ερείσματος και ή πιθανότητας επιτυχίας και ή λόγω του ότι η συνέχιση της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ή τείνει να προκαλέσει στις Εναγόμενες 1 και 2 ταλαιπωρία και ή ενόχληση και ή έξοδα. (
- iv)Διαζευκτικά και ή συμπληρωματικά διάταγμα και ή απόφαση με την οποία να απορρίπτεται και ή διαγράφεται και ή παραμερίζεται η Αγωγή εναντίον τους καθότι είναι πρόωρη και ή άνευ αντικειμένου και ή στερείται αιτίας και ή βάσης αγωγής και ή δεν έχει δημιουργηθεί κατά νόμο αγώγιμο δικαίωμα και ή είναι προδήλως νομικά αβάσιμη και ή αντινομική και ή καταχρηστική. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΣΧ (εφεξής «η ΣΧ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τις Εναγόμενες 1 και 2. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στις προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εγείρονται στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίες, ως ισχυρίζεται, είναι αμιγώς νομικής φύσης, ενώ στην έκταση που αυτό δεν ισχύει, εδράζονται σε περιστατικά τα οποία εμπίπτουν εντός της δικαστικής γνώσης και σε αμοιβαία παραδεκτά γεγονότα όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις των μερών. Η ΣΧ αναλύει το πραγματικό υπόβαθρο και τα ζητήματα που αναφύονται προς εξέταση, ισχυριζόμενη ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης και επιτυχία των ισχυρισμών των Εναγομένων 1 και 2, θα οδηγήσει σε απόρριψη της Αγωγής ή μεγάλου μέρους των αξιώσεων της Ενάγουσας. Τόσο η Ενάγουσα όσο και η Εναγομένη 5 καταχώρισαν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, ενώ η Εναγομένη 3 δήλωσε ότι δεν θα καταχωρίσει ένσταση και θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της Αίτησης. Οι λόγοι ένστασης της Ενάγουσας είναι οι ακόλουθοι: 1) Τα διατάγματα είναι αντιφατικά μεταξύ τους εφόσον από τη μια αιτούνται προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων και από την άλλη ζητούν διαγραφή και ή απόρριψη της Αγωγής. 2) Οι Αιτήτριες επιδιώκουν να υπεισέλθουν στην ουσία της Αγωγής σε πολύ πρώιμο στάδιο αφού ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ουσίας της Αγωγής χωρίς να έχει προσκομιστεί μαρτυρία από την Ενάγουσα. 3) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. 4) Η Αίτηση καταχωρίστηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο και ή με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και δη μετά το κλείσιμο των δικογράφων. 5) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΘΠ (εφεξής «ο ΘΠ») δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Ο ΘΠ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Βασική του θέση είναι πως οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της Αγωγής, αφού προσκομιστεί σχετική μαρτυρία και πως αυτοί οι ισχυρισμοί τίθενται διαζευκτικά και με άλλους ισχυρισμούς περί δόλου, αμέλειας, ψευδών παραστάσεων και παράνομης επέμβασης σε κινητή περιουσία, και επομένως η τύχη της Αγωγής δεν εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας. Οι βασικοί λόγοι ένστασης της Εναγομένης 5 είναι οι εξής: 1) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης και ειδικότερα δεν αποκαλύπτεται καθαρά νομικό ζήτημα προς εκδίκαση. 2) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. 3) Το πραγματικό υπόβαθρο τελεί υπό αμφισβήτηση και απαιτείται η προσαγωγή και αξιολόγηση μαρτυρίας εφόσον δεν υπάρχουν παραδεκτά γεγονότα. 4) Τα εγειρόμενα νομικά σημεία είναι πολύπλοκα και δεν δύνανται να αποφασιστούν προκαταρκτικά χωρίς την προσαγωγή μαρτυρίας. 5) Στην παρούσα Αγωγή εμπλέκονται και άλλοι Εναγόμενοι πέραν των Αιτητριών και τυχόν έγκριση της Αίτησης θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο τα επίδικα ζητήματα. 6) Δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. 7) Τυχόν έγκριση της Αίτησης δεν είναι καθοριστική για την επίλυση της υπόθεσης σε σχέση με όλους τους Εναγόμενους και όλα τα επίδικα ζητήματα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΝΘ (εφεξής «η ΝΘ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγομένη 5. Σε αυτή η ΝΘ αναλύει τους λόγους ένστασης και αναφέρεται εκτεταμένα στη δικογραφία για να καταδείξει ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν είναι αδιαμφισβήτητα ούτε παραδεκτά και επομένως θα πρέπει να προσαχθεί μαρτυρία πριν εξεταστούν τα εγειρόμενα πρωτόγνωρα και πολύπλοκα νομικά σημεία. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι η δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα της προδικαστικής εκδίκασης νομικού σημείου εγειρόμενου στα δικόγραφα, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση, όσον αφορά την εφαρμογή της Δ.27, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Επίσης στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ 225 τονίστηκε πως «. η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης . αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά». Στα πλαίσια της Αίτησης, το πρώτο ζήτημα το οποίο πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι ο χρόνος υποβολής της Αίτησης, εφόσον αυτό αποτελεί και κοινό λόγο ένστασης. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει πως μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και κατά την ημερομηνία ορισμού της Κλήσης για Οδηγίες, ήτοι στις 7.12.17, όλες οι πλευρές ζήτησαν την έκδοση διαταγμάτων ένορκης αποκάλυψης και το Δικαστήριο εξέδωσε σχετικά διατάγματα. Η Αγωγή αναβλήθηκε έκτοτε ακόμα τρεις φορές μέχρι τη συμμόρφωση όλων των πλευρών, πλην των Εναγομένων 1 και 2. Στις 21.6.18 η Αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του Εναγομένου 4 ενώ η δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 δήλωσε πως δεν καταχώρισαν ένορκη αποκάλυψη (σε αντίθεση με τη θέση στην αγόρευση περί καταχώρισης της) καθότι πρόθεση της ήταν η καταχώριση αίτησης για προδικαστική εκδίκαση και ζήτησε όπως η Αγωγή οριστεί εκ νέου για οδηγίες. Οι υπόλοιποι δικηγόροι δεν έφεραν ένσταση στο αίτημα και έτσι η Αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 26.9.18, ημερομηνία κατά την οποία η υπό κρίση Αίτηση είχε οριστεί καθότι είχε εν τω μεταξύ καταχωριστεί (31.8.18). Έτσι διαφαίνεται πως η Αίτηση καταχωρίστηκε πριν τον ορισμό της Αγωγής για ακρόαση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν παρατηρείται τέτοια καθυστέρηση η οποία να θεωρείται υπέρμετρη. Άλλωστε όπως επισημαίνεται και στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), τέτοιας φύσης αιτήσεις πρέπει κανονικά να υποβάλλονται στο στάδιο των οδηγιών, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί απόλυτο κανόνα που να απαγορεύει την υποβολή σε μεταγενέστερο στάδιο, ειδικά όπως στην προκειμένη περίπτωση που η Αίτηση έγινε πριν τον ορισμό της Αγωγής για ακρόαση. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370: «It should be observed, however, and this view is supported by the dicta in the above cases, that the advantage under Order 27 should be taken either on the summons for directions or at the close of the pleadings or very shortly thereafter. (See, also, in this respect, Everett v. Ribbands [1952] 2 Q.B. 198 at p. 206). Counsel should not wait till the case is fixed for trial and shortly before the date of hearing avail themselves of the procedure under Order 27 and thus secure an adjournment of the hearing of the case which otherwise might not have been granted. If this right is left to be exercised without any judicial control then there may be an abuse of it and parties who wish to have the proceedings protracted, may wait till the eve of the hearing to file an application and thus secure an adjournment of the case. It is for this reason that the matter is left within the discretion of the Judge to decide whether in the circumstances of a particular case it is in the interest of justice to grant such application and have the points of law set down for hearing prior to the hearing of the action.» Για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ κατ΄ αρχάς στη φύση της απαίτησης της Ενάγουσας. Σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα αξιώνει: (α) Δήλωση ότι η δέσμευση πιστωτικού υπολοίπου και ή καταθέσεων και ή η οποιαδήποτε επέμβαση και ή μείωση των πιστωτικών υπολοίπων της Ενάγουσας είναι αντισυνταγματική καθότι αντίκειται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. (β) Δήλωση ότι ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 είναι αντισυνταγματικός καθότι παραβιάζει τα άρθρα 1Α, 23-25, 28, 30, 33 και 35 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα άρθρα 6, 13, 14 και 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 15-17, 20, 21, 45 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (γ) Δήλωση ότι το άρθρο 32 των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων 1997-2013 και τα άρθρα 29 και 30 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 είναι αντισυνταγματικά καθότι παραβιάζουν το άρθρο 33 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. (δ) Ποσό 797.220,02 ως ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια υπολοίπου λογαριασμού και ή λόγω παράβασης σύμβασης και ή ως προϊόν αδικαιολόγητου πλουτισμού και ή λόγω παράνομης ιδιοποίησης. (ε) Ποσό 797.220,02 ως ειδικές αποζημιώσεις για δόλο και ή απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις και ή αμέλεια και ή παράβαση των εκ του Συντάγματος και ή του Νόμου και ή των Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων και ή για βαριά αμέλεια και ή κακή πίστη κατά την εκτέλεση καθηκόντων και ή για παράβαση του άρθρου 172 του Συντάγματος του καθενός των Εναγομένων λόγω της ιδιότητας τους. (στ) Γενικές Αποζημιώσεις. (ζ) Τιμωρητικές και ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η Ενάγουσα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: 1. Η Ενάγουσα, κατόπιν αίτησης τον Ιανουάριο του 2013, άνοιξε λογαριασμό με την Εναγομένη 1, στον οποίο κατά τον Μάρτιο του 2013 είχε κατατεθειμένο το ποσό των €887.161,22. 2. Για την υποβολή της αίτησης η Ενάγουσα έλαβε υπόψιν τις διαβεβαιώσεις της Εναγομένης 5 προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ότι η Εναγομένη 1 είναι φερέγγυα και των Εναγομένων 1 και 5 περί διασφάλισης των καταθέσεων της, χωρίς κίνδυνο κουρέματος και ή αρνητικής επέμβασης. 3. Η Ενάγουσα παραθέτει λεπτομέρειες παράβασης καθήκοντος επιμέλειας των Εναγομένων 1 και 5 ξεχωριστά. 4. Η Ενάγουσα αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων που οδήγησε στην επέμβαση επί των καταθέσεων της Ενάγουσας, και ειδικότερα · στην Ανακοίνωση του Eurogroup ημ. 16.3.13, για οικονομική ενίσχυση μέχρι και €10δις. για κάλυψη των δημοσιονομικών αναγκών της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε απόφαση του Eurogroup παρόμοιου περιεχομένου ημ. 25.3.13 · στην υπογραφή του Μνημονίου τον Απρίλιο του 2013 το οποίο εγκρίθηκε από τη Βουλή στις 30.4.13 · στην απόφαση ημ. 21.3.13 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τερματισμό της παροχής έκτακτης ρευστότητας μετά τις 25.3.13, εκτός αν υπήρχε πρόγραμμα που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των Τραπεζών · στην εισήγηση ημ. 21.3.13 του Διοικητή της Εναγομένης 5 για τη θέσπιση νομοσχεδίων · στη ψήφιση του Ν.17(Ι)/13 · στην έκδοση των ΚΔΠ 94/13, 96/13, 97/13, 133/13 και 156/13 · στις ψευδείς διαβεβαιώσεις των Εναγομένων 1 και 5 πως οι καταθέσεις τους δεν διέτρεχαν κίνδυνο. 5. Με βάση την ΚΔΠ96/13 η Εναγομένη 1 διατάσσετο να πωλήσει τις εργασίες της στην Ελλάδα στην Τράπεζα Πειραιώς, πώληση η οποία ήταν ζημιογόνα για την Εναγομένη 1 και δεν προστάτευε τους καταθέτες της στην Κύπρο, και έγινε και με τη σύμφωνη γνώμη της Εναγομένης 5. 6. Το κούρεμα των καταθέσεων είναι αντισυνταγματικό καθότι παραβιάζει τα άρθρα 6, 23, 24
(1), 25, 26, 28, 33
(1)και 35 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
- Η Ενάγουσα παραθέτει λεπτομέρειες δόλου και ή αμέλειας και ή κακής πίστης και ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων των Εναγομένων 1 και 5 ξεχωριστά.
- Η Ενάγουσα αναφέρεται στις ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία των ως άνω ενεργειών και ή παραλείψεων και ή παραστάσεων όλων των Εναγομένων. Οι Εναγόμενες 1 και 2 στην Υπεράσπιση τους, εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές αντίστοιχες ενστάσεις στις παρ. 1-5:
(1)Η αγωγή δέον να απορριφθεί καθότι § τα νομικά και ή πραγματικά γεγονότα απορρέουν από ένα σύνθετο πλέγμα δράσης και πράξεων πολιτειακών και ή υπερεθνικών οργάνων και ή αφορούν σε σκοπούς δημόσιας ωφελείας και δεν εμπίπτουν στα πλαίσια δικαστικού ελέγχου § αφορά σε πράξεις νομοθετικού και ή μακρο-πολιτικού περιεχομένου συνυφασμένες με την πολιτειακή πολιτική χρηματοοικονομικής σταθερότητας οι οποίες δεν είναι δυνατό να αχθούν σε δικαστική κρίση § δικαστικός έλεγχος δεν νοείται σε πράξεις κυβερνήσεων επί ευαίσθητων τομέων για τη λειτουργία και ή επιβίωση του κράτους § οι ΚΔΠ 94/13 και 104/13 αποτελούν πράξεις που απορρέουν από τη σύναψη διεθνούς και ή πολιτικής συμφωνίας που τέθηκαν εξωγενώς και ή εκτός του ελέγχου των Εναγομένων 1 και 2 και επομένως εκπίπτουν του δικαστικού ελέγχου.
(2)Η απομείωση καταθέσεων της Ενάγουσας προκύπτει από πράξεις αναγκαίες συνεπεία υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για την επιβίωση του Κράτους και δεν δύνανται να αχθούν σε δικαστική κρίση.
(3)Η Αγωγή είναι πρόωρη καθότι δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η εξυγίανση της Εναγομένης 1 και δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί τα επίδικα θέματα.
(4)Η Αγωγή δέον να απορριφθεί καθότι o δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και ή λόγω κατάχρησης της διαδικασίας o δεν αποκαλύπτεται νόμιμη βάση αγωγής και ή οι αιτούμενες θεραπείες είναι αντίθετες με τον Ν.22(Ι)/16 o αφορά σε νόμιμες πράξεις δημόσιας αρχής γενόμενες κατ΄ εξουσιοδότηση Νόμου προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος.
(5)Οι Εναγόμενες 1 και 2 επιφυλάσσουν το δικαίωμα να εγείρουν ζήτημα κρίσης περί αντισυνταγματικότητας Νόμου και ή παραπομπής νομικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Ακολούθως οι Εναγόμενες 1 και 2:
(6)Αναφέρονται στα γεγονότα, και πλην της γνώσης τους για λήψη Έκτακτης Βοήθειας Ρευστότητας, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς περί παραστάσεων προς την Ενάγουσα και περί αμέλειας και ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων.
(7)Παραδέχονται τα γεγονότα, προσθέτουν το όλο ιστορικό των γεγονότων που κατέληξαν στη ψήφιση του Ν.17(Ι)/13 και αναφέρονται στις ΚΔΠ 93/13, 94/13, 96/13, 97/13, 103/13, 104/13, 105/13 και ΑΔΠ 197/13, και ειδικότερα στο ιστορικό που οδήγησε σε κάποιες εξ αυτών.
(8)Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με την ΚΔΠ97/13 και την καλούν σε αυστηρή απόδειξη αυτών και επιπλέον προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς ως προς τις συνθήκες και τους λόγους πώλησης των εργασιών στην Ελλάδα.
(9)Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζονται πως η Εναγομένη 1 ενήργησε νόμιμα και νομότυπα και πως η Ενάγουσα ελεύθερα και εθελούσια συμβλήθηκε με την Εναγομένη 1 και κατέθεσε τα χρήματα της σε λογαριασμό. Στην Υπεράσπιση της η Εναγομένη 3 εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι ουδεμία σχέση έχει με την Αγωγή εφόσον η απαίτηση της Ενάγουσας δεν εμπίπτει εντός των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 οι οποίες μεταφέρθηκαν στην ίδια δυνάμει της ΚΔΠ104/13 και επομένως η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ανυπόστατη. Ακολούθως, βασικά ισχυρίζεται πως ουδεμία ευθύνη φέρει καθότι η ίδια όφειλε να συμμορφωθεί με την ΚΔΠ 104/13, επομένως η οποιαδήποτε ιδιωτική σύμβαση έχει ματαιωθεί, οι νομοθετικές πρόνοιες δεν είναι παράνομες και αντισυνταγματικές λόγω του δικαίου της ανάγκης και η Ενάγουσα κωλύεται να εγείρει την Αγωγή εναντίον της. Στην Υπεράσπιση της η Εναγομένη 5 επίσης εγείρει προδικαστικές ενστάσεις ότι η ίδια, ως Αρχή Εξυγίανσης, δεν υπέχει ευθύνη εκτός αν καταδειχθεί κακή πίστη, δόλος ή αμέλεια εκ μέρους της, ότι ενάγεται ως εποπτική αρχή ενώ μέρος των αξιώσεων τής αποδίδονται υπό την ιδιότητα της ως Αρχής Εξυγίανσης, και ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ασχοληθεί με θέματα αντισυνταγματικότητας των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του Ν.17(Ι)/
- Επίσης η Εναγομένη 5 αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για αμέλεια, βαριά αμέλεια και δόλια συμπεριφορά και αναφέρεται αναλυτικά στα γεγονότα που αφορούν την πώληση των εργασιών στην Ελλάδα και τα μέτρα εξυγίανσης των Εναγομένων 1 και 3, και στις δικές της ενέργειες. Στην Απάντηση στην Υπέρασπιση όσον αφορά τις Εναγόμενες 1 και 2, η Ενάγουσα απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζεται ότι η σχέση των διαδίκων είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά Δικαστήρια, παραδέχεται κάποια γεγονότα προσθέτοντας ισχυρισμούς για γνώση της Εναγομένης 1 για την κακή οικονομική της κατάσταση, και για ευθύνες, πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων οι οποίες οδήγησαν στην κατάρρευση της Εναγομένης 1 και στη λήψη μέτρων από τη Βουλή. Όσον αφορά την Εναγομένη 3, βασικά αρνείται τις προδικαστικές ενστάσεις και όλους τους ισχυρισμούς της. Αναφορικά με την Εναγομένη 5, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αποδίδοντας σε αυτή βαριά αμέλεια, μη καλόπιστες πράξεις και ή παραλείψεις, καθώς επίσης και γνώση για την κακή οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1 και την υποχρέωση αφενός να αποτρέψει καταθέτες από του να προβούν σε καταθέσεις στις τράπεζες και αφετέρου να διαφυλάξει το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου. Το Δικαστήριο θεωρεί πως οι ενστάσεις οι οποίες προβάλλονται στις παρ. 1-5 της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και των οποίων επιζητείται η προδικαστική εκδίκαση απολήγουν σε δικαστική κρίση επί νομικών ζητημάτων, τα οποία απαιτείται να αποφασιστούν επί συγκεκριμένου πραγματικού υπόβαθρου. Ειδικότερα, οι προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εγείρονται στην παρ. 1 της Υπεράσπισης αφορούν στο νομικό ζήτημα πως η Αγωγή αφορά θέματα και πράξεις για τις οποίες το αστικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίσει και είναι αναρμόδιο να ασκήσει έλεγχο, πλην όμως αυτό το ζήτημα στηρίζεται στο ότι οι πράξεις αυτές απορρέουν από ένα σύνθετο πλέγμα δράσης και πράξεων πολιτειακών και ή υπερεθνικών οργάνων που αφορούν σε σκοπούς δημοσίας ωφελείας, αφορούν σε αποφάσεις μακρο-πολιτικού περιεχομένου και στενά συνυφασμένες με την πολιτειακή πολιτική χρηματοοικονομικής σταθερότητας και προκύπτουν από διεθνή και ή πολιτική συμφωνία που τέθηκε εξωγενώς και ή εκτός ελέγχου των Εναγομένων 1 και 2 ως όρος λήψης βοήθειας από τους διεθνείς δανειστές της Κυπριακής Δημοκρατίας, θέματα για τα οποία σαφώς πρέπει να υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων πριν την εξέταση του βάσιμου ή μη αυτών των ενστάσεων. Κατ΄ αρχάς όπως διαφαίνεται μέσα από τη δικογραφία των Εναγομένων 1 και 2 από τη μια και της Ενάγουσας από την άλλη, μέρος του πραγματικού υποβάθρου είναι κοινώς παραδεκτό, πλην όμως υπάρχει και μεγάλο μέρος των γεγονότων τα οποία είτε δεν είναι παραδεκτά είτε ρητώς αμφισβητούνται από την άλλη πλευρά. Για παράδειγμα, όντως οι Εναγόμενες 1 και 2 παραδέχονται τις παρ. 13-20 της έκθεσης απαίτησης, στις οποίες γίνεται αναφορά στο ιστορικό των γεγονότων που έλαβαν χώρα από τον Μάρτιο του 2013 αναφορικά με τη λήψη αποφάσεων, την υπογραφή του Μνημονίου, τη ψήφιση του Ν.71(Ι)/13 και των ΚΔΠ94/13 και 97/13, πλην όμως οι Εναγόμενες 1 και 2 προσθέτουν συμπληρωματικούς ισχυρισμούς ως προς το ιστορικό των γεγονότων από τον Ιούνιο του 2012 μέχρι και την ΑΔΠ197/
- Η δε Ενάγουσα στην Απάντηση στην Υπεράσπιση απορρίπτει αυτούς τους επιπρόσθετους ισχυρισμούς, πλην της υπογραφής του προκαταρκτικού Μνημονίου Συναντίληψης τον Νοέμβριο του
- Επίσης, οι Εναγόμενες 1 και 2 παραδέχονται τις παρ. 23 και 24 της έκθεσης απαίτησης, οι οποίες αναφέρονται στην ΚΔΠ104/13, τον σκοπό και τη φύση αυτής. Όμως αρνούνται κατηγορηματικά τις παρ. 30-37 της έκθεσης απαίτησης, στις οποίες γίνεται αναφορά στην ΚΔΠ96/13 και προβάλλεται ισχυρισμός πως αυτή η πώληση ήταν ζημιογόνα για την Εναγομένη 1 και με κανένα τρόπο δεν προστάτευε τους μετόχους και ή καταθέτες στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Επιπλέον, οι Εναγόμενες 1 και 2 ισχυρίζονται πως η έκδοση της ΚΔΠ 97/13 ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής συμφωνίας της Κυπριακής Κυβέρνησης με το Eurogroup η οποία συνομολογήθηκε στις 26.3.13, πως σκοπός της πώλησης ήταν η επίτευξη σημαντικής απομόχλευσης του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου και η εξάλειψη των κινδύνων που προέρχονταν από τα δανειακά χαρτοφυλάκια των Κυπριακών Τραπεζών στην Ελλάδα, πως ουδεμία ζημιά προέκυψε και πως οι ΚΔΠ94/13, 97/13 και 104/13 αποτελούν πράξεις οι οποίες απορρέουν από τη σύναψη πολιτικής και ή διεθνούς συμφωνίας βάσει του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που τέθηκαν εξωγενώς στις 25.3.13 και εκτός ελέγχου των Εναγομένων 1 και
- Οι πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις των εν λόγω διαδίκων καταδεικνύουν χωρίς δυσκολία πως δεν υπάρχει παραδεκτό ή έστω κοινό υπόβαθρο γεγονότων στην έκταση η οποία απαιτείται για να αποφασιστούν οι προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εγείρονται στην παρ. 1 της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και
- Σαφώς ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει και καταλήξει ως προς το όλο ιστορικό των γεγονότων, τη φύση και τους λόγους που οδήγησαν στην υπογραφή του Μνημονίου, τη θέσπιση του Ν.71(Ι)/13 και διαφόρων ΚΔΠ και τις συνέπειες αυτών, καθώς επίσης και τον ρόλο των Εναγομένων 1 και 2 σε όλο αυτό το πλαίσιο. Είναι ξεκάθαρο πως για όλα αυτά τα ζητήματα το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί και από τις δύο πλευρές εφόσον η καθεμιά προβάλλει διαφορετικές και αντικρουόμενες για κάποια εξ αυτών θέσεις. Ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 εισηγείται πως εξέταση συνταγματικότητας χωρεί μόνο για νόμους και όχι για κανονιστικές διοικητικές πράξεις και πως είναι δυνατή η εξέταση της συνταγματικότητας του Ν.22(Ι)/16 (ο οποίος κατάργησε τον Ν.71(Ι)/13) και όχι των ΚΔΠ, καθότι υπάρχει το αναγκαίο παραδεκτό υπόβαθρο είτε με βάση τη δικογραφία είτε λόγω του ότι αποτελεί δικαστική γνώση. Και πάλι όμως ο ίδιος εισαγάγει και σε αυτό το πλαίσιο τις προδικαστικές ενστάσεις της παρ. 1 της Υπεράσπισης, οι οποίες σαφώς δεν δύναται να αποφασιστούν στη βάση ενός αδιαμφισβήτητου πραγματικού υπόβαθρου. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις αφορούν γεγονότα στα οποία έχει άμεση κα σημαντική συμμετοχή και η Εναγομένη 5 ως εκ της ιδιότητας της. Αυτή με τη σειρά της επίσης παραδέχεται τις παρ. 13-20 και 24 της έκθεσης απαίτησης, πλην όμως αρνείται τις παρ. 23 και 31-17 αυτής. Υπενθυμίζεται πως οι Εναγόμενες 1 και 2 παραδέχονται την παρ.
- Η Εναγομένη 5 προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς για την πώληση των εργασιών στην Ελλάδα, με αναφορά σε γεγονότα στις 4 και 11 Μαρτίου του 2013, στις διαφωνίες ως προς την αποτίμηση των δανειακών χαρτοφυλακίων και στις συζητήσεις του Eurogroup στις Βρυξέλλες στις 15.3.13, στην εκδήλωση ενδιαφέροντος από την Τράπεζα Πειραιώς στις 23.3.13 και στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στις 26.3.13 και πως αυτή η απόφαση ήταν απόφαση σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο και επιβεβλημένη για τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος και γενικότερα της Κυπριακής οικονομίας. Παραθέτει επίσης ένα λεπτομερές ιστορικό για τα γεγονότα που οδήγησαν την Εναγομένη 5 στη λήψη μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου καθώς επίσης και στις δικές της ενέργειες ξεκινώντας από το 2010 μέχρι και το
- Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγομένης 5, η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς αυτής. Μέσα από το σύνολο της δικογραφίας αυτών των διαδίκων, δεν χωρεί αμφιβολίας πως οι προδικαστικές ενστάσεις αφορούν σοβαρά, πολύπλοκα και πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα τα οποία όμως βασίζονται σε ένα μεγάλο σύμπλεγμα γεγονότων, στο οποίο εμπλέκονται διάφορα όργανα και θεσμοί, εσωτερικά και εξωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας, για τα οποία όμως δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση θέσεων και ισχυρισμών από τους διαδίκους. Με βάση όσα παρατίθενται ανωτέρω, προκύπτει πως υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς ένα μέρος των γεγονότων, πλην όμως οι Εναγόμενες 1 και 2 από τη μια και η Εναγομένη 5 από την άλλη παρουσιάζουν και άλλα (διαφορετικά μεταξύ τους) γεγονότα και εκδοχές ως προς το ιστορικό, τις συνθήκες, τη φύση, τον σκοπό και τις συνέπειες αυτών, τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν για τον σκοπό επίλυσης των προδικαστικών ενστάσεων. Αυτά τα γεγονότα είναι καταλυτικής σημασίας για την απόφανση επί των προδικαστικών ενστάσεων, ειδικότερα εφόσον οι Εναγόμενες 1 και 2 επικαλούνται πολιτικές και υπερεθνικές πράξεις, αποφάσεις πολιτικής, υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και επιβολή εξωγενών όρων για λήψη βοήθειας. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, τα ζητήματα που εγείρονται στις προδικαστικές ενστάσεις δεν περιορίζονται σε καθαρά νομικό θέμα αλλά απαιτούν τη διακρίβωση γεγονότων μετά την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας από όλες τις πλευρές. Σαφώς τέτοια κοινώς αποδεκτή μαρτυρία επί των συγκεκριμένων προδικαστικών ενστάσεων ελλείπει παντελώς στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος ούτε για αμιγώς νομικό ζήτημα ούτε και για παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων υπό αυτές τις περιστάσεις. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Πιερίδης V. Keshishian κ.ά.
(1996)1(Α) A.A.Δ. 224: «Τίθεται ζήτημα νομικού σημείου το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προκαταρκτικά μόνο πάνω στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Κάθε δε τέτοιο σημείο υποχρεωτικά κρίνεται με γνώμονα τη δοσμένη πραγματική θεμελίωση του.» Η ίδια αρχή διατυπώθηκε και στην υπόθεση Karik Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης Σια Λτδ
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 530, ως εξής: «Συμφωνούμε με την πρωτόδικη άποψη ότι, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα σε σχέση με αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο κατόπιν πλήρους διακρίβωσης του συνόλου των δεδομένων τα οποία συνέθεταν την περίπτωση και τα οποία δεν υπήρχαν στην ολότητά τους ως σταθερό σημείο αναφοράς σε εκείνο το στάδιο.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. v. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Lτd
(2003)1(B) Α.Α.Δ.
- Υπό το φως όσων αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω πως οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να εκδικαστούν προδικαστικά ελλείψει του αναγκαίου κοινού πραγματικού υπόβαθρου που θα καθιστούσε δυνατή την εξέταση αυτών. Παρόλο που στην αγόρευση ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 επιφυλάχθηκε να τοποθετηθούν επί των αιτητικών (ii)-(iv) ανωτέρω νοουμένου ότι το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει το αιτητικό (i), εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να τα εξετάσω ξεχωριστά. Αντίστοιχες είναι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στις παρ. 2 και 4 στον βαθμό που αυτές στηρίζονται και πάλι στα ως άνω γεγονότα, τα οποία δεν αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών, όπως επεξηγείται ανωτέρω. Αναφορικά με τα ζητήματα του πρόωρου της καταχώρισης της Αγωγής και ή ότι αυτή στερείται αιτίας, βάσης αγωγής και ή είναι καταχρηστική, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η ΣΧ στην ένορκη της δήλωση, αυτό αποτελεί ένα σκέλος των ισχυρισμών των Εναγομένων 1 και 2, το οποίο όμως δεν είναι καθοριστικό για την όλη πορεία της υπόθεσης. Αυτά βασίζονται στο ότι η Εναγομένη 1 δεν έχει ακόμα εισέλθει σε διαδικασία εκκαθάρισης, πλην όμως η απαίτηση της Ενάγουσας στηρίζεται και σε άλλες βάσεις αγωγής, όπως δόλο, παράβαση νομίμου καθήκοντος, αμέλειας, βαριάς αμέλειας και κακοπιστίας και περιλαμβάνει αξιώσεις για παράβαση σύμβασης, αδικαιολόγητο πλουτισμό, παράνομη ιδιοποίηση και παράνομη επέμβαση, θέματα τα οποία παραμένουν προς εξέταση. Αναφορικά με το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του Νόμου, ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί τούτου αποτελεί αντικείμενο άρνησης τόσο από τις Εναγόμενες 1 και 2, όσο και την Εναγομένη
- Οι Εναγόμενες 1 και 2 επικαλούνται όσα αναφέρονται ανωτέρω, ενώ η Εναγομένη 5 επικαλείται λόγους προαγωγής δημοσίας ωφελείας, εξυπηρέτησης δημοσίου συμφέροντος και θεωρεί πως πρόκειται για προπαρασκευαστικές πράξεις δυνάμει του δικαίου της ανάγκης, ζητήματα τα οποία και πάλι απαιτούν την αξιολόγηση μαρτυρίας αναφορικά με όσα οδήγησαν στη θέσπιση του Νόμου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως ούτε και οι υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις δύνανται να ακουστούν εφόσον δεν υπάρχει το απαραίτητο παραδεκτό ή κοινό υπόβαθρο γεγονότων και δεν προδιαγράφουν την όλη πορεία της Αγωγής. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι καθοριστικές ως προς την πορεία της Αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει, καθιστώντας την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης και θεμάτων που εγείρονται σε αυτή αχρείαστη. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 5 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητριών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. Αναφορικά με την Εναγομένη 3, η οποία ουσιαστικά δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία της Αίτησης, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως μη εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο