Πιέρουα ν. Κωνσταντίνου, Αρ.Αγωγής: 1118/19, 5/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A393 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1118/19 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Πιέρουα Ενάγοντα και ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου Εναγομένου -------------------------------- Αίτηση ημερ. 3.6.19 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Ημερομηνία: 5 Ιουλίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα-αιτητή: κα Α. Χατζημιλτή για Α. Χατζημιλτή ΔΕΠΕ. Για τον εναγόμενο-καθ΄ου η αίτηση: κος Λ. Λαζάρου για Σ.Α. Θωμά ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση της αγωγής την 3.6.19 ο ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο απαγορεύει στον εναγόμενο να μεταβιβάσει ή να αποξενώσει τις μετοχές της εταιρείας «Η Ζωή Γυρίζει Λτδ» καθώς επίσης να απαγορεύει τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας που θα έχει ως αποτέλεσμα να τεθεί η ως άνω εταιρεία σε εκούσια ή καταναγκαστική εκκαθάριση. Το Δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν είχε ικανοποιηθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος όρισε την αίτηση για επίδοση, εφόσον η πλευρά του ενάγοντα δεν προώθησε την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ως προς τα γεγονότα υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή. Όπως συνοπτικά μπορώ να καταγράψω ο ενάγοντας υποστηρίζει ότι ήταν ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας «Η Ζωή Γυρίζει Λτδ» η οποία ασκούσε την επιχείρηση ψητοπωλείου και καφετέριας στη Λεμεσό. Αναφέρεται στις σχέσεις που είχε με τον εναγόμενο υποστηρίζοντας ότι κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2017 λόγω της φιλικής σχέσης και εμπιστοσύνης που είχε στον εναγόμενο συμφώνησαν προφορικά να πουλήσει στον τελευταίο την εταιρεία του και κατά συνέπεια το ψητοπωλείο και καφετέρια με όλο τον εξοπλισμό για το ποσό των €100.967,50 το οποίο αφορούσε €60.0000 το ποσό πώλησης του εξοπλισμού μετοχών και αέρα της επιχείρησης, €11.702,67 ποσό που θα πληρωνόταν στον ενάγοντα αφού γινόταν επιστροφή από το ΦΠΑ και €29.264,83 αναφορικά με οφειλές πιστωτών της εταιρείας που θα εξοφλούσε ο ενάγοντας και θα πληρωνόταν από τον εναγόμενο. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι για τη λειτουργία του ψητοπωλείου και της καφετέριας ανακαίνισε το χώρο και αγόρασε επαγγελματικό εξοπλισμό η αξία των οποίων ανέρχεται σε €77.
- Λόγω του ότι ο ίδιος ήθελε να βοηθήσει τον εναγόμενο παρέδωσε από την αρχή της προφορικής τους συμφωνίας δηλαδή τον Οκτώβριο του 2017 στον εναγόμενο τη διαχείριση του ψητοπωλείου χωρίς να έχει παραλάβει κανένα ποσό έναντι του τιμήματος πώλησης και υπέγραψε κατά τον ίδιο χρόνο έντυπα μεταβίβασης των μετοχών και έντυπα αλλαγής αξιωματούχων πριν την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ή/και την αποπληρωμή ολόκληρου του τιμήματος πώλησης. Αναφέρει επίσης ότι έναντι του τιμήματος αγοράς είσπραξε από τον εναγόμενο στις ημερομηνίες που αναφέρει στην παράγραφο 11 το συνολικό ποσό των €50.967,50 σύμφωνα με τις αποδείξεις τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο Β. Την 24.12.17 και πριν ο εναγόμενος εξοφλήσει πλήρως το τίμημα πώλησης προέβη σε μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα του ή/και σε άλλο πρόσωπο καθώς και σε αλλαγή αξιωματούχων της εταιρείας. Υποστηρίζει τέλος ότι παρά τις προσπάθειες του για επικοινωνία με τον εναγόμενο αλλά και τις οχλήσεις του για την εξόφληση του υπολοίπου των €50.967,50 ο εναγόμενος παραλείπει να του καταβάλει το υπόλοιπο. Κατέθεσε προς τούτου τις επιστολές Τεκμήρια Γ, Δ, Ε, Στ, Η και Θ. Σύμφωνα με τον ίδιο πληροφορήθηκε πρόσφατα ότι ο εναγόμενος προσπαθεί να πουλήσει το εν λόγω ψητοπωλείο και καφετέρια στην τιμή των €120.
- Για το λόγο αυτό υποστηρίζει ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και σε διαφορετική περίπτωση θα προκληθεί στον ίδιο ανεπανόρθωτη ζημιά. Από πλευράς εναγομένου καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων, δεν έχει καταδειχθεί κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου και η ένορκη δήλωση του ενάγοντα δεν περιλαμβάνει επαρκές νομικό και πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση των διαταγμάτων. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου με την οποία ουσιαστικά αμφισβητεί το σύνολο των γεγονότων τα οποία αναφέρει ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση. Παραδέχεται ότι έγινε μεταξύ τους συμφωνία ως αυτή περιγράφεται από τον ενάγοντα υποστηρίζοντας ότι η προφορική συμφωνία για το τίμημα αγοράς της εταιρείας του ενάγοντα συμφωνήθηκε στο ποσό των €50.000 το οποίο περιλάμβανε ποσό €44.000 αναφορικά με τον εξοπλισμό και εμπορεύματα αξίας €1.000 σύμφωνα και με το Τεκμήριο Α το οποίο επισυνάπτει. Συμφωνήθηκε επίσης το ποσό των €1.000 για την αγορά των μετοχών πλέον €4.000 για τον αέρα της επιχείρησης. Επισυνάπτει επίσης ως Τεκμήριο Γ επιστολή που υπέγραψε ο ενάγοντας με την οποία δηλώνει ότι δεν έχει εναντίον της εταιρείας ή οποιουδήποτε αξιωματούχου αυτής οποιαδήποτε απαίτηση για υπηρεσίες που έχει προσφέρει. Αρνείται ότι ήταν όρος της συμφωνίας ότι θα έπρεπε ο ίδιος του να πληρώσει τους πιστωτές της εταιρείας εφόσον η συμφωνία τους προέβλεπε ότι η εταιρεία θα του παραδίδετο χωρίς οφειλές. Αρνείται επίσης ότι ανέλαβε την επιστροφή προς τον ενάγοντα του ποσού που αφορά ΦΠΑ εφόσον κάτι τέτοιο προϋποθέτει την έγκριση της υπηρεσίας ΦΠΑ και αυτό επιστρέφεται στην εταιρεία και όχι σε οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο. Υποστηρίζει επίσης ότι η μεταβίβαση των μετοχών έγινε την 21.11.17 και όχι τον Οκτώβριο του 17 όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο Β και Τεκμήριο Δ, τα οποία, σύμφωνα με τον εναγόμενο, υποστηρίζουν ότι η μεταβίβαση των μετοχών έγινε την 21.11.17 με την παραλαβή του ποσού των €15.
- Σχολιάζει επίσης ότι όπως φαίνεται από τις επιστολές τις οποίες έστειλε ο ενάγοντας στον εναγόμενο μέσω των δικηγόρων του ισχυριζόταν αρχικά ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν €10.000 και ακολούθως €50.000, γεγονός που δείχνει κατά τον ίδιο ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι γνήσια. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων, με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστηρίζει τις εκατέρωθεν θέσεις της. Όσον αφορά τη γραπτή αγόρευση του ενάγοντα, θα πρέπει να αναφέρω ότι στις παρ. 6, 8, 9,10 και 11 προβάλλονται γεγονότα από πλευράς ενάγοντα σε μια προσπάθεια αντίκρουσης των ισχυρισμών του εναγομένου, χωρίς όμως τα γεγονότα αυτά να έχουν τεθεί ενώπιον μου με μαρτυρία. Αποτελεί αρχή της νομολογίας ότι με την αγόρευση δεν μπορούν να τεθούν γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία δεν παρουσιαστήκαν με μαρτυρία. Ως εκ τούτου, τα όσα περιλαμβάνονται στις ως άνω παραγράφους της αγόρευσης του ενάγοντα και αφορούν γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ένορκο δήλωση του, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Εάν ο ενάγοντας επιθυμούσε ν' απαντήσει στα όσα προέβαλε ο εναγόμενος με την ένορκο του δήλωση, θα μπορούσε να ζητήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, η οποία θα εξεταζόταν από το Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων προβλέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι αρχές που διέπουν την εξέταση του ως άνω άρθρου έχουν καθοριστεί από τη νομολογία. Εξετάζοντας, τώρα, τις προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προϋποθέτει, και η νομολογία έχει καθιερώσει (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 CLR 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453), αναφέρω τα εξής: (α) Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα εάν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία και
(3)το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (β) Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευτεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχτεί με βάση τα δικόγραφα μια συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχτεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως κυρίως κατά πόσο η απόδοση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί εις βάθος τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του ούτε καταλήγει σε τελικά ευρήματα, παρά μόνο περιορίζεται στην εκ πρώτης όψεως θεώρηση της για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας. Εξέτασα τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου με τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα όσα προώθησαν με τις αγορεύσεις τους. Από απλή ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης αλλά και την αποδοχή του εναγομένου ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μια προφορική συμφωνία για την αγορά μετοχών εταιρείας και της επιχείρησης την οποία λειτουργούσε η εταιρεία και οι διαφορές τις οποίες ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας έχουν προκύψει μεταξύ τους, καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Εις ότι αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, ο ενάγοντας θα πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας που στο στάδιο αυτό είναι αρκετό να διαφανεί ότι υφίσταται κάτι περισσότερο από μια απλή πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να αναμένεται η απόδειξη της απαίτησης του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities). Χωρίς να προβαίνω σε τελική κρίση ως προς τα γεγονότα τα οποία προβάλλει ο ενάγοντας και χωρίς να αξιολογώ εις βάθος τα όσα παρέθεσε ενώπιον μου, διαπιστώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας στον ελάχιστο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, χωρίς να αποκλείεται βέβαια η επιτυχία του ενάγοντα στην Αγωγή του. Κατ΄ αρχάς ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το συμφωνηθέν ποσό για την πώληση της επιχείρησης ανερχόταν στο ποσό των €100.967,50σ εκ του οποίου το ποσό των €60.000.- αφορούσε μεταξύ άλλων και τον εξοπλισμό. Σύμφωνα όμως με το τεκμήριο Α το οποίο κατέθεσε ο εναγόμενος, φαίνεται ότι παραδόθηκαν στον εναγόμενο έπιπλα, μηχανήματα και εξοπλισμός ύψους €44.000.- και εμπορεύματα ύψους €1.000. Κατά δεύτερο, ο ενάγοντας δεν παρουσίασε με την ένορκο δήλωση του σαφείς θέσεις ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα επί των οποίων στηρίζει την Αίτηση του. Για παράδειγμα, ισχυρίζεται στην παρ. 10 της ενόρκου δηλώσεως του ότι υπέγραψε κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2017 έντυπα μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας στο όνομα του εναγόμενου καθώς και έντυπα αλλαγής αξιωματούχων «πριν την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ή και την αποπληρωμή ολόκληρου του τιμήματος πώλησης της εταιρείας και του ψητοπωλείου και καφετέριας.» Εφόσον ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ξεγελάστηκε ουσιαστικά από τον εναγόμενο για τη μεταβίβαση των μετοχών πριν την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού, η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών δεν μπορεί να καταστήσει τη μαρτυρία του ενάγοντα ξεκάθαρη ακόμα και στον ελάχιστο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Όπως επίσης έχει λεχθεί στην υπόθεση Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Του Πλοίου "Arabella"
(2002)1 ΑΑΔ 1033, ένορκη δήλωση για χορήγηση διατάγματος δεν πρέπει να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται από το τεκμήριο Β το οποίο κατέθεσε ο εναγόμενος ότι η μεταβίβαση των μετοχών έγινε την 21.11.17 και την ίδια ημέρα πληρώθηκε το ποσό των €15.000.- από τον εναγόμενο. Συνεπώς και χωρίς να αξιολογώ εις βάθος τη μαρτυρία του ενάγοντα, εγείρονται ερωτηματικά ως προς τον ισχυρισμό του ότι υπέγραψε έντυπα μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας τον Οκτώβριο του 2017 χωρίς να λάβει οποιοδήποτε ποσό. Με το τεκμήριο Γ το οποίο κατέθεσε ο εναγόμενος, φαίνεται ότι την 21.11.17, ημερομηνία η οποία φαίνεται και στο έντυπο μεταβίβασης, υπογράφηκε από τον ενάγοντα έγγραφο το οποίο αναφέρει τα εξής: «Παρακαλώ όπως διαγραφώ από Διευθυντής - Γραμματέας της εταιρείας Η ΖΩΗ ΓΥΡΙΖΕΙ ΛΤΔ και δηλώνω ότι δεν έχω και δεν διατηρώ εναντίον της εταιρείας ή οποιουδήποτε αξιωματούχου της οποιαδήποτε απαίτηση για υπηρεσίες που έχω προσφέρει, είτε ως Διευθυντής, σύμβουλος ή υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα.» Τα πιο πάνω, τα οποία επαναλαμβάνω και τονίζω δεν αξιολογώ εις βάθος, θέτουν υπό αμφιβολία τη μαρτυρία του ενάγοντα την οποία παρουσίασε προς υποστήριξη της αίτησης του, ως προς τις απαιτήσεις του. Τέλος, οι επιστολές τις οποίες κατέθεσε ο ενάγοντας ως τεκμήρια Γ, Ε και Στ, παρουσιάζουν, τουλάχιστον για το στάδιο αυτό μια συγκεγχυμένη εικόνα ως προς το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας περί λανθασμένων αναφορών στις εν λόγω επιστολές δεν μπορούν στο στάδιο αυτό να εξεταστούν εις βάθος. Από την άλλη όμως, έχοντας υπόψη και τις ως άνω διαπιστώσεις μου ως προς τη συνολική εικόνα της μαρτυρίας του ενάγοντα, οι διαφορετικές απαιτήσεις του ενάγοντα ως προς τα ποσά που διεκδικεί από τον εναγόμενο, στερούν από τη μαρτυρία του τα όσα απαιτούνται στο στάδιο αυτό για να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Συνεπώς δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο ενάγοντας υποστηρίζει ότι πληροφορήθηκε για την πρόθεση του εναγόμενου να πωλήσει την εταιρεία και την επιχείρηση του ψητοπωλείου και καφετέριας. Σε περίπτωση δε όπου αποξενωθεί η περιουσία αυτή, θα είναι αδύνατο ως υποστηρίζει να αποδοθεί δικαιοσύνη στο τέλος. Από την άλλη ο εναγόμενος απορρίπτει τον ισχυρισμό του ενάγοντα για την ύπαρξη προτιθέμενου αγοραστή. Ουσιαστική θεραπεία την οποία αξιώνει ο ενάγοντας είναι η καταβολή του ισχυριζόμενου υπολοίπου της συμφωνίας. Δηλαδή η απόδοση αποζημιώσεων για τον ίδιο συνιστούν ικανοποιητική θεραπεία. Δεν παρουσίασε όμως καμία μαρτυρία ούτε καν ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος είναι αφερέγγυος κατά τρόπο που θα ήταν αδύνατο να ικανοποιήσει μια ενδεχόμενη απόφαση εναντίον του για την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ούτε και έχει καταδειχθεί η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση μιας ενδεχόμενης απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (βλ. Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Συνεπώς δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60. Ενόψει των ανωτέρω δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. ......................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο