← Κύπρος

Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Σωκράτους κ.α., Αγωγή αρ. 3580/2016, 4/7/2019

Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Σωκράτους κ.α., Αγωγή αρ. 3580/2016, 4/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A383 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3580/2016 Μεταξύ: XXXX Ερωτοκρίτου (Α.Δ.Τ. XXXXX9820) και XXXX Δημητρίου (Α.Δ.Τ. XXXXX6759) υπό την ιδιότητα τους ως οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXX Σωκράτους Ενάγοντες Και

  1. XXXX Σωκράτους (Α.Δ.Τ. XXXXX4388), εκ Λεμεσού
  2. KAMA (PUBLISHING AND ADVERTISING) CO. LTD (HE20283) Εναγόμενοι ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 20/2/2019 Ημερομηνία: 4/7/2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Εναγόμενους: κ. Λ. Κοϊνάς για κ.κ. Ι. ΜΟΔΙΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Μ. Βαρνάβα) Για Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κα Ε. Γαντζίδου για κ.κ. Ν. ΧΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Κ. Παπή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, στις 21/1/2019 εξασφάλισαν διάταγμα, στη βάση μονομερούς αίτησης τους, με το οποίο παρατάθηκε για περίοδο 5 ημερών ο χρόνος για την καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως το επίδικο διάταγμα). Το συγκεκριμένο δικόγραφο καταχωρίστηκε από τους ενάγοντες αυθημερόν. Οι εναγόμενοι/αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους επιδιώκουν την ακύρωση του επίδικου διατάγματος το οποίο, κατά τη θέση τους, εκδόθηκε κατά παράβαση των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Αξιώνουν επίσης τη διαφοροποίηση ή και τροποποίηση του επίδικου διατάγματος ώστε να παραμερίζεται το μέρος εκείνο από το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση που αφορά μόνο την Απάντηση στην Υπεράσπιση, ειδικότερα οι παράγραφοι 1-
  3. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Μ. Βαρνάβα, εργοδοτούμενης στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Μόλις στις 15/2/2019 ο δικηγόρος του γραφείου τους που χειρίζεται την υπόθεση έλαβε γνώση του επίδικου διατάγματος, αντίγραφο του οποίου τοποθετήθηκε στη δικαστική τους θυρίδα από τους δικηγόρους των εναγόντων. Όταν δηλαδή οι δικηγόροι των εναγόντων καταχώρησαν το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση κακόπιστα δεν επισύναψαν σ' αυτό το επίδικο διάταγμα μαζί με την αίτηση στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε, κατά παράβαση της σχετικής διαταγής των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι ενάγοντες κακόπιστα και λανθασμένα αντί να καταχωρήσουν αίτηση διά κλήσεως καταχώρησαν μονομερή αίτηση αιτούμενοι την παράταση χρόνου για την καταχώρηση του δικογράφου τους. Το Δικαστήριο καλόπιστα, παρασυρόμενο και συνάμα παραπλανόμενο εκ της συμπεριφοράς των εναγόντων λανθασμένα εξέδωσε το επίδικο διάταγμα το οποίο ως εκ τούτου, θα πρέπει να ακυρωθεί. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ/ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι ενάγοντες με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  4. Η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη.
  5. Η Αίτηση είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής και δεν στηρίζει τις αιτούμενες θεραπείες.
  6. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται και εκτίθενται στη συνημμένη Ένορκη Δήλωση δεν υποστηρίζουν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή την Αίτηση.
  7. Η διαγραφή δικογράφου και/ή μέρους αυτού συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο, γεγονός που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση.
  8. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν αναφέρεται οποιοδήποτε γεγονός που να συνιστά δυσμενή επηρεασμό οποιουδήποτε ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος των Αιτητών.
  9. Η μονομερής αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης στην υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ημερομηνίας 18/01/2019 και το εκδοθέν επίδικο διάταγμα ήταν νόμιμα και/ή προβλεπόμενα από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  10. Η Δ.48

(8)(qq) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι η αίτηση για παράταση χρόνου μπορεί να καταχωρηθεί μονομερώς και ως εκ τούτου το Δικαστήριο ορθά και νομότυπα προχώρησε στην εξέταση της μονομερούς αίτησης και στην έκδοση του επίδικου Διατάγματος.
  1. Το Δικαστήριο ενήργησε νόμιμα και/ή εντός της δικαιοδοσίας και/ή διακριτικής του ευχέρειας και εξέδωσε το επίδικο διάταγμα παρατείνοντας το χρόνο καταχώρησης της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση.
  2. Η έκδοση του επίδικου Διατάγματος με το οποίο δόθηκε η άδεια για παράταση χρόνου καταχώρησης του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση είναι καθ' όλα έγκυρη και δεσμευτική.
  3. Το επίδικο Διάταγμα δεν επισυνάφθηκε στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση διότι δεν είχε δακτυλογραφηθεί ακόμη κατά το χρόνο της καταχώρησης του δικογράφου.
  4. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθώς εκκρεμεί άλλη Αίτηση από πλευράς των Εναγομένων - Αιτητών, ημερομηνίας 25/01/2019, με την οποία επιδιώκεται όμοιος σκοπός. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Π. Κυριακίδου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Αμέσως μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος ζήτησαν όπως αυτό δακτυλογραφηθεί προκειμένου να το αποστείλουν στους δικηγόρους των εναγομένων/αιτητών. Αυτό συντάχθηκε στις 8/2/2019 και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν επισυνάφθηκε στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτησης κατά το χρόνο της καταχώρησης του, αφού δεν είχε ακόμα δακτυλογραφηθεί. Η μη επισύναψη του επίδικου διατάγματος δεν έγινε σε καμιά περίπτωση κακόπιστα και/ή κακόβουλα εκ μέρους των εναγόντων. Όπως ενημερώνεται από τους δικηγόρους των Εναγόντων, η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας για το λόγο ότι ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμεί και η αίτηση ημερομηνίας 25/1/2019, η οποία καταχωρίστηκε από τους εναγόμενους, με την οποία επιδιώκεται ο ίδιος κατ' ουσία σκοπός, παρά το ότι το αιτητικό της είναι διατυπωμένο με διαφορετικό τρόπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.2, Δ.21 θ.14
(1)και
(2), θ.15, Δ.26 θ.θ.11 και 14, Δ.27, Δ.48 θ.θ.8
(1)(χ),
(2)
(4)και 9, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.θ.1-4, 8(qq) και 11, Δ.57, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Αρ. 3 Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους κανόνες επιείκειας, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι καθ' ων η αίτηση με τον πρώτο κατά σειρά λόγο ένστασης τους διατείνονται ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι νόμω αβάσιμη. Στην ένορκη δήλωση της κας Κυριακίδου που υποστηρίζει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης προβάλλεται, ειδικότερα, ότι απουσιάζει από τη νομική της βάση η Δ.48 θ.11 η οποία αποτελεί θεμέλιο της δυνατότητας παραμερισμού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Η Δ.48 θ.11 την οποία επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «11. Every order, if and when drawn up, shall be drawn up in the same manner as judgments are by these Rules directed to be drawn up, and when drawn up, shall show on the face of it by whom, or on whose behalf, the application was made, and the nature of the order made. Every such order may be set aside or varied in the same way as a judgment, and may be enforced in any manner in which the judgment of a Court may be enforced.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Είναι γεγονός ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης. Από τη στιγμή δε που οι αιτητές επιδιώκουν την ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς θα έπρεπε, κατά την άποψη μου, να αποτελεί τη νομική βάση της αίτησης τους. Όπως υποδεικνύει η νομολογία μας μια ενδιάμεση αίτηση θα πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες στηρίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και ή νομική βάση. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη (Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ.1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ.743 και Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ.393). Απόλυτα συναφής είναι και η Δ.48 θ.2
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ρητά προνοεί ότι κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο πρέπει να αναφέρει το ειδικό άρθρο του νόμου ή τους ειδικούς κανόνες του Δικαστηρίου στους οποίους στηρίζεται. Φυσικά, όπως υποδεικνύει η πρόσφατη νομολογία μας, η λανθασμένη νομική βάση δεν καθιστά απαρέγκλιτα την αίτηση θνησιγενή. Η αίτηση μπορεί να διασωθεί, κάτω από προϋποθέσεις, ειδικά εάν θεωρηθεί ότι πρόκειται για παρατυπία (David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολ. Έφεση αρ.208/2012, ημερομηνίας 24/11/2017). Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να προβεί το ίδιο, αυτεπάγγελτα, στη θεραπεία της παρατυπίας (Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) ΑΑΔ 366 και Metroinvest Ansalt et al v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513). Όμως, πέραν από τη λανθασμένη νομική βάση, η αίτηση είναι θνησιγενής για τους λόγους που θα επεξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο λόγος τον οποίο προβάλλουν οι αιτητές για ακύρωση του επίδικου διατάγματος είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτό εκδόθηκε μονομερώς. Επικαλούμενοι δε τη Δ.21 θ.14
(1), η οποία καθορίζει το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρείται και παραδίδεται το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, υποστηρίζουν ότι στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 θ.9(Ι) με βάση την οποία η αίτηση για παράδοση Απάντησης ή οποιουδήποτε επακόλουθου δικογράφου γίνεται διά κλήσεως. Η ως άνω εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, με το επίδικο διάταγμα δόθηκε παράταση χρόνου στους ενάγοντες για καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση των εναγομένων. Το συγκεκριμένο δικόγραφο καταχωρίστηκε από τους ενάγοντες κατά την ιδία ημερομηνία που εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Είμαι της άποψης ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογής τυγχάνει η Δ.26 θ.11, ειδικότερα η δεύτερη παράγραφος, που προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: «11. Where a pleading subsequent to reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of the defence or reply (if any); or, where a pleading subsequent to reply is ordered, and the party who has been ordered or given leave to deliver the same fails to do so within the period limited for that purpose, then, at the expiration of the period so limited, the pleadings shall be deemed to be closed and material statements of fact in the pleading last delivered shall be deemed to have been denied and put in issue: Provided that this Rule shall not apply to a defence to a counter-claim and that unless the plaintiff delivers a defence to a counter-claim, the statements of fact contained in such counter-claim shall at the expiration of fourteen days from the delivery thereof or of such time (if any) as may by order be allowed for delivery of a defence thereto be deemed to be admitted, but the Court or Judge may at any subsequent time give leave to the plaintiff to deliver such a defence.» Βάσει δε της Δ.48
(8)
(1)(χ) η αίτηση για άδεια καταχώρησης και παράδοσης Υπεράσπισης σε Ανταπαίτηση μετά τη λήξη του χρόνου που περιγράφεται στο σχετικό κανονισμό μπορεί να γίνει μονομερώς. Συνεπώς κάτω από τα δεδομένα τα οποία έχω παραθέσει πιο πάνω θεωρώ ότι το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα μονομερώς. Η άποψη των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων/αιτητών ότι η αίτηση θα έπρεπε να γίνει διά κλήσεως θα είχε ενδεχομένως έρεισμα σε περίπτωση που με το επίδικο διάταγμα παραχωρείτο άδεια για καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση μόνο. Από τη στιγμή όμως που ζητείτο παράταση χρόνου για καταχώρηση Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση των εναγομένων δεν τίθεται, κατά την άποψη μου, ζήτημα εφαρμογής της Δ.21 θ.14 που επικαλούνται οι αιτητές. Πέραν των πιο πάνω θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι ακόμα και στην περίπτωση που η ως άνω άποψη των αιτητών είχε έρεισμα και πάλι δεν θα ήμουν διατεθειμένος να προχωρήσω στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος για το λόγο ότι οι αιτητές δεν επικαλούνται οποιονδήποτε επηρεασμό των δικαιωμάτων τους από τη μονομερή έκδοση του επίδικου Διατάγματος. Κανένα άλλο λόγο επικαλούνται για ακύρωση του, πέραν φυσικά από το ότι εξεδόθη κατά παράβαση των Θεσμών. Η παράβαση όμως μιας δικονομικής διάταξης δεν οδηγεί απαρέγκλιτα και στην ακύρωση του δικονομικού μέτρου. Παραπονούνται επίσης οι αιτητές ότι, κατά παράβαση της Δ.48 θ.13, δεν τους επιδόθηκε αντίγραφο της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Όπως υποστηρίζεται στην ένορκη δήλωση της κας Βαρνάβα, αυτό περιήλθε σε γνώση των δικηγόρων των εναγομένων αργότερα όταν τοποθετήθηκε στη δικαστική τους θυρίδα από τους δικηγόρους των εναγόντων, χωρίς να συνοδεύει το καταχωρισθέν δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους επικαλούνται την υπόθεση EARLSFIELD STEEL LTD ν. JOINT STOCK COMPANY ELECGROMETALLURGICAL STEEL WORKS DNEPROSPETSSTAL FOR A.N. KYJMIN
(2009)1B AAΔ 1350. Η Δ.48 θ.13 επιτάσσει ότι όποτε επιδίδεται διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε. Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση από πλευράς τους δεν αμφισβητούν ότι δεν επέδωσαν στους αιτητές ούτε το επίδικο διάταγμα, αλλά ούτε και τη μονομερή αίτηση στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε. Δέχονται επίσης ότι δεν επισυνάφθηκε στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση καθότι δεν είχε δακτυλογραφηθεί κατά το χρόνο της καταχώρησης του. Εν πρώτοις έχω να αναφέρω ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν ομιλούν για επίδοση του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση αλλά για καταχώρηση και παράδοση του στην άλλη πλευρά. Συνεπώς δεν υπήρχε ούτε και υποχρέωση των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση να επιδώσουν το επίδικο διάταγμα μαζί με τη μονομερή αίτηση στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε. Είμαι της άποψης ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 θ.13 η οποία αφορά τις περιπτώσεις επίδοσης διατάγματος. Όμως ακόμη και στην περίπτωση που τύγχανε εφαρμογής, η παράλειψη των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση να επιδώσουν στους αιτητές το επίδικο διάταγμα με τη μονομερή αίτηση δεν θα μπορούσε και πάλι να οδηγήσει στην ακύρωση του. Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση ALPHA BANK CYPRUS LTD v. SI SENH DAU κ.ά.
(2013)1Γ ΑΑΔ 1935 δεν είναι σε κάθε περίπτωση που η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης, όπως επιτάσσει η Δ.48 θ.13, καθιστά το δικονομικό μέτρο, στην περίπτωση εκείνη την επίδοση της αίτησης, άκυρο. Αφού διαχώρισε δε την υπόθεση Earlsfield Steel (ανωτέρω), η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, περίπτωση παράβασης της Δ.48 θ.13, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα θέματα στην υπόθεση εκείνη κρίθηκαν αυστηρά με βάση τη διακρατική συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας η οποία επικυρώθηκε με το Νόμο 8(ΙΙ)/
  1. Σε κάθε περίπτωση δε θα πρέπει να αναζητούνται οι τυχόν συνέπειες της παράβασης της Δ.48 θ.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαφάνηκε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των αιτητών από τη μη επίδοση ή έστω τη μη παράδοση σ' αυτούς της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Οι αιτητές με την παράγραφο 2 της υπό εξέταση αίτησης αξιώνουν επίσης την έκδοση διατάγματος το οποίο να διαφοροποιεί και/ή τροποποιεί το επίδικο διάταγμα κατά τρόπο ώστε να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το μέρος εκείνο του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση που αφορά μόνο την Απάντηση στην Υπεράσπιση και ειδικότερα οι παράγραφοι 1-13 (συμπεριλαμβανομένων). Αυτό το οποίο ζητείται κατ' ουσία, εξ' όσων έχω αντιληφθεί, είναι η διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων από το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Νομικό έρεισμα του ως άνω αιτήματος αποτελεί η Δ.27 η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης. Ο θ.3 αυτής προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Η συγκεκριμένη δικονομική διάταξη έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ειδικότερα στην υπόθεση In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 AAΔ 246 αναφέρθηκε ότι η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Στην προκείμενη περίπτωση το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση δεν θα μπορούσε να κριθεί ως ανυπόστατο, ούτε προβάλλεται τέτοια εισήγηση από πλευράς αιτητών, ώστε να διαγραφεί είτε ολόκληρο είτε οποιοδήποτε μέρος του. Από τους λοιπούς λόγους ένστασης αυτός ο οποίος χρήζει σχολιασμού είναι ο τελευταίος κατά σειρά λόγος με τον οποίο οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η υπό εξέταση αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για το λόγο ότι εκκρεμεί άλλη αίτηση από πλευράς αιτητών ημερομηνίας 25/1/2019 με την οποία επιδιώκεται όμοιος σκοπός με αυτόν της υπό εξέταση αίτησης. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1ΑΑΔ 217 το ζήτημα της κατάχρησης τέθηκε ως ακολούθως: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. .......................... Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. ..."» Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο οι αιτητές, πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, καταχώρησαν την αίτηση ημερ. 25/1/2019 με την οποία αξιώνουν την έκδοση διατάγματος για διαγραφή και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση που οι ενάγοντες καταχώρησαν εκπρόθεσμα και/ή κατά παράβαση των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Παρόμοια θεραπεία επιζητείται και με την υπό εξέταση αίτηση, ειδικά δε με το αιτητικό της παραγράφου 2 αυτής. Παρά το ότι φαινομενικά πρόκειται για την ίδια σχεδόν θεραπεία, εντούτοις ο λόγος για τον οποίο ζητείται η διαγραφή διαφέρει στην κάθε αίτηση. Στην αίτηση ημερομηνίας 25/1/2019 επιδιώκεται η διαγραφή του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση ως καταχωρηθείσα εκπρόθεσμα και/ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως δε διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση της κας Μ. Βαρνάβα που τη συνοδεύει, η αίτηση ημερομηνίας 25/1/2019 καταχωρίστηκε πριν οι αιτητές ενημερωθούν για την έκδοση του επίδικου διατάγματος, με αποτέλεσμα να εκλάβουν ότι καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Αντίθετα στην υπό εξέταση αίτηση η διαγραφή της Απάντησης στην Υπεράσπιση επιζητείται για το λόγο ότι, κατά τους αιτητές, η αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα θα έπρεπε να καταχωρείτο διά κλήσεως και όχι μονομερώς. Κάτω από τα δεδομένα που έχω παραθέσει πιο πάνω θεωρώ ότι δεν υπάρχει πολλαπλότητα διαδικασιών. Συνεπώς ο υπό εξέταση λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας, γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος των καθ' ων η αίτηση/εναγόντων. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγόντων και εναντίον των αιτητών/εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΧ Subject: Civil/other actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό διατάγματος για παράταση χρόνου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.