← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερ

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αίτηση - Έφεση Αρ. : 206/2017, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A406 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 206/2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και τον τροποποιητικό Ν.10/15(Ν.139(Ι)/15), Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, Άρθρο 80 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτριας - Εφεσείουσας v.

  1. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών
  2. CH. & A. Ioannou Developers Ltd
  3. Charis K. Ioannou & Son Construction Ltd Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Ε. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητο: κα Δ. Κουρουσίδου για Γενικό Εισαγγελέα Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητη: ουδεμία εμφάνιση Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 3 - Εφεσίβλητη: κ. Σ. Ζαχαρίου για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά όπως κηρυχθεί άκυρη και ή παράνομη και ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται η διαταγή και ή η γνωστοποίηση και ή η απόφαση του Διευθυντή ημ. 23.5.17 στην αίτηση υπ΄ αρ. ΑΕΑ./17 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με την οποία ειδοποιεί για τη μεταβίβαση ακινήτων επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης 3 δυνάμει σύμβασης, ενώ τα ακίνητα βαρύνονται από υποθήκη-εμπράγματο βάρος προς όφελος και ή προς εξασφάλιση της Αιτήτριας. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση αφορούν στην αντισυνταγματικότητα του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.10(Ι)/15 (Ν.139(Ι)/15), και ειδικότερα ότι ο Νόμος παραβιάζει τα άρθρα 23

(1),
(2)και
(4), 25
(1), 26 και 28 του Συντάγματος και το Πρώτο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κυρώθηκε από τον Ν.39/62. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΔΤ (εφεξής «ο ΔΤ»), υπάλληλου της Αιτήτριας. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών βασικά παραθέτει το όλο ιστορικό των γεγονότων. Οι Καθ΄ ων 1 και 3 καταχώρισαν ενστάσεις, οι λόγοι των οποίων εστιάζονται στο ότι η Αιτήτρια προβάλλει γενικούς και ασαφείς ισχυρισμούς ως προς την αντισυνταγματικότητα και ότι τα σχετικά άρθρα του Νόμου είναι καθόλα συνταγματικά. Η ένσταση του Καθ΄ ου 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΣ (εφεξής «ο ΧΣ»), Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στην οποία επίσης αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας καθότι δεν υπέβαλε ένσταση δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου. Η ένσταση της Καθ΄ ης 3 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της, κ. ΑΙ (εφεξής «ο ΑΙ»), στην οποία δέχεται τα γεγονότα και επαναλαμβάνει πως τα υπό κρίση άρθρα του Νόμου είναι συνταγματικά. Κατόπιν προφορικού αιτήματος της Αιτήτριας και με τη σύμφωνη γνώμη των Καθ΄ ων 1 και 3, η Αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΔΤ, στην οποία παρουσιάζει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού συνοδευόμενη από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.32(Ι)/04, για το οφειλόμενο υπόλοιπο της Καθ΄ ης 2 προς την Αιτήτρια. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και με την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων. Οι δικηγόροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αρχικά τα παραδεκτά γεγονότα και το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο. Επομένως, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, τα ακόλουθα αποτελούν παραδεκτά γεγονότα: (
  1. i)Η εταιρεία Χάρης & Γιαννάκης Ιωάννου Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λτδ, η οποία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των οικοπέδων με αρ. εγγραφής .817 και .818 στην . του Δήμου ., πώλησε αυτά δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημ. 26.11.07 στην Καθ΄ ης 3. (
  2. ii)Στις 3.3.08 η Καθ΄ ης 3 συνήψε συμφωνία αντιπαροχής με την Καθ΄ ης 2 για μεταβίβαση των εν λόγω οικοπέδων στο όνομα της με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση στο όνομα της Καθ΄ ης 3 των διαμερισμάτων υπ΄ αρ. 103, 105, 106 και 107 στο ισόγειο και 205, 206 και 207 στον πρώτο όροφο, μαζί με τους χώρους στάθμευσης και τις αποθήκες τους που θα κτίζονταν επί των τεμαχίων 348 και 349 των ως άνω αναφερομένων οικοπέδων. (iii) Η συμφωνία αντιπαροχής ημ. 3.3.08 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού στις 3.5.17 δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου και έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ./17. (
  3. iv)Τα ως άνω οικόπεδα μεταβιβάστηκαν στις 21.3.08 από την εταιρεία Χάρης & Γιαννάκης Ιωάννου Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λτδ στην Καθ΄ ης 2 με την Π./08. (
  4. v)Τα πιο πάνω διαμερίσματα είναι σήμερα εγγεγραμμένα με αρ. εγγραφής .258, .260, .261, .262, .267, .268 και .269 ημ. 19.6.12 επί του τεμαχίου 739, το όλο μερίδιο στο όνομα της Καθ΄ ης 2, όπως αυτά γράφησαν με τον φάκελο διαχωρισμού ΑΧ./11 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. (
  5. vi)Στις 10.5.17 οι διευθυντές της Καθ΄ ης 3 κατέθεσαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, σύμφωνα με τον Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.139(Ι)/15, την αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή με αρ. ΑΕΑ./17, προσκομίζοντας βεβαίωση διευθέτησης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τις δύο ένορκες δηλώσεις του ΔΤ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως κοινώς αποδεκτά ή αναντίλεκτα γεγονότα: (α) Στις 2.6.17 η Αιτήτρια παρέλαβε ειδοποίηση-απόφαση του Καθ΄ ου 1 ημ. 23.5.17 με αναφορά φακέλου ΑΕΑ./17, με την οποία της γνωστοποιήθηκε η πρόθεση του να προχωρήσει στη μεταβίβαση των ακινήτων .258, .260, .261, .262, .267, .268 και .269, τεμάχιο 739, στην ., Δήμος ., στο όνομα της Καθ΄ ης 3 δυνάμει σύμβασης αντιπαροχής ημ. 3.3.08 μεταξύ των Καθ΄ ων 3 και 2 η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ./17 ημ. 3.5.17, Τεκμήρια 2-4. (β) Ο αρχικός αριθμός εγγραφής του ακινήτου στο οποίο κτίστηκε η πολυκατοικία έφερε προηγουμένως τον αριθμό .818, τεμάχιο 349, Τεκμήριο 6. (γ) Μετά την οικοδόμηση της πολυκατοικίας, εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι για το κάθε διαμέρισμα και για τα επίδικα ακίνητα (διαμερίσματα με αρ. 3, 5, 6 και 7 στο ισόγειο και 5, 6 και 7 στον πρώτο όροφο) και φέρουν τους αριθμούς όπως αναγράφονται στην παρ. (
  6. v)ανωτέρω, Τεκμήριο 7. (δ) Το ακίνητο βαρύνεται με την Υ./08 ημ. 14.5.08, Τεκμήριο 5, ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν από την Αιτήτρια προς την Καθ΄ ης 2 κατά τον Μάιο του 2008, και ειδικότερα ενός λογαριασμού δανείου υπ΄ αρ. .188 (προηγουμένως .001), μέχρι ποσού €1.220.000 πλέον τόκους, έξοδα και άλλα δικαιώματα. (ε) Το οφειλόμενο υπόλοιπο της Καθ΄ ης 2 προς την Αιτήτρια όπως παρουσιάζεται στις 31.12.18, ανέρχεται σε €1.557.790,12 πλέον τόκους, Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΔΤ. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του ΧΣ και παρέμεινε αναντίλεκτο, προκύπτει επίσης πως με την ειδοποίηση ημ. 23.5.17, η Αιτήτρια ενημερωνόταν για το δικαίωμα υποβολής ένστασης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 45 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης, και πως η Αιτήτρια δεν υπέβαλε τέτοια ένσταση παρά μόνο καταχώρισε την παρούσα Αίτηση στις 27.6.17. ΙΙ. Νομότυπο Καταχώρισης Αίτησης Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η Αιτήτρια δύναται να προωθεί την παρούσα χωρίς πρώτα να είχε καταχωρίσει ένσταση δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ του Ν.9/65 και κατά πόσο εν πάση περιπτώσει αυτή είναι εφέσιμη ή είναι απλά πληροφοριακού και προπαρασκευαστικού χαρακτήρα. Είναι κοινώς παραδεκτό πως η υπό κρίση γνωστοποίηση-ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, στάληκε στην Αιτήτρια με βάση το άρθρο 44ΚΒ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.139(Ι)/15, κατά τον Τύπο «ΙΕ», δηλώνοντας την πρόθεση του για μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση 45 ημερών από την ημερομηνία της ειδοποίησης και ενημερώνοντας για το δικαίωμα υποβολής ένστασης εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ
(1)-
(3)του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.139(Ι)/15: «44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).» Είναι σαφές από το λεκτικό του άρθρου 44ΚΒ
(3)πως παρέχεται δικαίωμα στην Αιτήτρια ως ενυπόθηκο δανειστή να υποβάλει ένσταση στην ειδοποίηση, εντός της καθορισμένης προθεσμίας των 45 ημερών. Όπως αναγνωρίζει και η ίδια η Αιτήτρια, τέτοια ένσταση δύναται να υποβληθεί για συγκεκριμένους και περιορισμένους λόγους οι οποίοι καθορίζονται στο εδάφιο
(3)ανωτέρω, ούτως ώστε σε περίπτωση που αυτοί δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση, τότε η Αιτήτρια να δύναται να προχωρήσει απ΄ ευθείας με καταχώριση αίτησης-έφεσης εναντίον της εν λόγω ειδοποίησης βάσει του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ως ακολούθως: «51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου.» Και τούτο, καθότι με την εν λόγω ειδοποίηση ο Διευθυντής ενημερώνει και τον ενυπόθηκο δανειστή πως με την παρέλευση της προθεσμίας των 45 ημερών χωρίς υποβολή ένστασης, και σε περίπτωση μη αίτησης για μεταφορά της υποθήκης, τότε αυτός θα προβεί σε εξάλειψη της υποθήκης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή και βασικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44ΚΓ, προχωρεί τη διαδικασία με την επίδοση ειδοποίησης για μεταβίβαση στον αγοραστή και πωλητή, χωρίς πλέον την ενημέρωση και εμπλοκή του ενυπόθηκου δανειστή. Επομένως, θεωρώ πως πέραν του δικαιώματος καταχώρισης ένστασης βάσει των συγκεκριμένων λόγων, ο ενυπόθηκος δανειστής διατηρεί κάθε δικαίωμα υποβολής αίτησης-έφεσης κατά της συγκεκριμένης ειδοποίησης του Διευθυντή στηριζόμενη σε άλλους λόγους, και δη την ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα των άρθρων στα οποία στηρίζεται η όλη διαδικασία, εφόσον η εμπλοκή του ενυπόθηκου δανειστή βασικά τελειώνει στο στάδιο αποστολής της ειδοποίησης βάσει του άρθρου 44ΚΓ και δεν δύναται αυτός να αποστερείται του όποιου δικαιώματος προσβολής της ειδοποίησης και της διαδικασίας για λόγους άλλους από αυτούς που καταγράφονται στο άρθρο 44ΚΒ
(3). Άλλωστε, όπως προβλέπεται και στον Τύπο «ΙΕ», στην υπό κρίση ειδοποίηση ο Διευθυντής δηλώνει πως μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας χωρίς ένσταση, «το Τμήμα θα προχωρήσει στην απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης ή του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και στη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του πιο πάνω αναφερόμενου αγοραστή». Επομένως σαφώς πρόκειται για ειδοποίηση που ενέχει άμεσες και δραστικές συνέπειες, ήτοι την εξάλειψη της υποθήκης και τη μεταβίβαση του ακινήτου, ενέργειες οι οποίες επηρεάζουν δυσμενώς και παραβλάπτουν τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή του οποίου η όποια ενημέρωση και συμμετοχή στη διαδικασία τερματίζεται σε εκείνο το στάδιο, ούτως ώστε η εν λόγω ειδοποίηση να είναι καθοριστική ως προς τα όποια δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η Αιτήτρια νομιμοποιείται στην καταχώριση και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης, ανεξαρτήτως του ότι δεν υπέβαλε ένσταση. ΙΙΙ. Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιούμαι πως όλες οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με επαρκή ακρίβεια και λεπτομέρεια στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Ο ΔΤ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρεται απλώς στην παραβίαση των συγκεκριμένων άρθρων και υιοθετεί τους λόγους επί της αντισυνταγματικότητας. Από τη στιγμή όμως που αυτοί οι λόγοι καταγράφονται με λεπτομέρεια στην Αίτηση και αφορούν καθαρά σε νομικά ζητήματα τα οποία αναπτύσσονται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας, θεωρώ πως οι σχετικές εισηγήσεις της Αιτήτριας δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125. (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙΙ.Α Παραβίαση Άρθρου 23 Συντάγματος - Στέρηση και Περιορισμός του Δικαιώματος Ιδιοκτησίας Αποτελεί λόγο στην Αίτηση πως η προσβαλλόμενη απόφαση βασιζόμενη στα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.139(Ι)/15, παραβιάζει τα άρθρα 23
(1),
(2)και
(4)του Συντάγματος, καθότι · επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και ή περιορισμούς στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και ή περιουσίας της Αιτήτριας, χωρίς να αποδίδεται δίκαιη αποζημίωση · περιορίζει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι του εγγυητή και ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτή χρέος και ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το άρθρο 23 του Συντάγματος · περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος χωρίς οποιονδήποτε λόγο το οποίο με βάση το εν λόγω άρθρο θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό · δεν υπάρχει αιτιολόγηση του δημοσίου συμφέροντος που δημιούργησε την ανάγκη για περιορισμό αυτού του συνταγματικού δικαιώματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης. Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 12
(5)(α) του Ν.9/65 καθορίζει πως «"εμπράγματο βάρος" σημαίνει άμεση επί ακινήτου απαίτηση, δικαίωμα επιβάρυνσης ή υποχρέωση, υφιστάμενη δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου» το οποίο σαφώς περιλαμβάνει υποθήκη. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χαραλάμπους κ.ά. v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 A.A.Δ. 175, στην οποία υιοθετήθηκε η απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας της Ελλάδος στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά., Υπ. Αρ. 1283/12, ημ. 2.2.12, η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει τα εξής: «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, σελ. 139, περιουσιακά δικαιώματα περιλαμβάνουν και συμβατικά δικαιώματα. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως η υποθήκη καθώς και τα όποια δικαιώματα ή απαιτήσεις απορρέουν από αυτή συνιστούν περιουσία η οποία εμπίπτει εντός της συνταγματικής προστασίας του άρθρου 23, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η πλευρά του Καθ΄ ου 1. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ο Ν.139(Ι)/15, και ειδικότερα το άρθρο 44Κ
(1), θέτει δύο προϋποθέσεις προς ικανοποίηση του Διευθυντή στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή, ήτοι ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και ότι υπάρχει εγγεγραμμένος ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Με την ικανοποίηση των δύο αυτών προϋποθέσεων, ο Διευθυντής προχωρεί στην αποστολή ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΕ», σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να καταχωρίσει ένσταση για τους εκεί προβλεπόμενους λόγους ή να ζητήσει μεταφορά της υποθήκης, διαφορετικά ο Διευθυντής προχωρεί με νέα ειδοποίηση Τύπου «ΙΣΤ» και «Ζ» στον αγοραστή και στον πωλητή με την οποία τους καλεί να προχωρήσουν στη μεταβίβαση (άρθρο 44ΚΓ). Αυτές οι πρόνοιες καταδεικνύουν πως σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ή αιτήματος για μεταφορά της υποθήκης, τότε η όλη διαδικασία οδηγείται στη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή, διαγράφοντας πλέον την υποθήκη επί του υπό κρίση ακινήτου. Με αυτόν τον τρόπο, αυτές οι πρόνοιες και η προβλεπόμενη σε αυτές διαδικασία μεταβίβασης σαφώς παραγνωρίζουν και απολήγουν στη διαγραφή της υποθήκης επί του υπό κρίση ακινήτου, αποστερώντας την Αιτήτρια από την εξασφάλιση που είχε επί του ακινήτου και αφήνοντας την πλέον χωρίς αυτή την εξασφάλιση προς είσπραξη του λαβείν της. Όπως φαίνεται και στην υπό εξέταση περίπτωση, η Καθ΄ ης 2 εξακολουθεί να οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €1.557.790,12 πλέον τόκους, και η υπό κρίση υποθήκη αφορούσε ποσό μέχρι και €1.220.000 πλέον τόκους, έξοδα και άλλα δικαιώματα. Η εγγραφή της υποθήκης προηγήθηκε χρονικά της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου και επομένως η Αιτήτρια έχει προτεραιότητα ως προς την ικανοποίηση της οφειλής της έναντι άλλης οφειλής ή υποχρέωσης του ενυποθήκου οφειλέτη. Σχετικά είναι τα άρθρα 21 και 23
(1)του Ν.9/65 καθώς επίσης και το άρθρο 44Β
(1)το οποίο δίδει προτεραιότητα στον ενυπόθηκο δανειστή σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου. Αυτή η εξασφάλιση, και μάλιστα κατά προτεραιότητα, βασικά εξαφανίζεται με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να χάνει το όποιο δικαίωμα της απορρέει από τη σύμβαση υποθήκης, ήτοι τη δυνατότητα έγερσης Αγωγής και αξίωσης διατάγματος εκποίησης της υποθήκης, καθώς επίσης και άσκησης του δικαιώματος πώλησης δυνάμει του Ν.9/65 με προτεραιότητα αναφορικά με το προϊόν πώλησης. Σαφώς με τη διαδικασία μεταβίβασης στον αγοραστή, η Αιτήτρια χάνει, δίχως άλλο, όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης. Η θέση της δικηγόρου του Καθ΄ ου 1 πως από τη στιγμή που η υποθήκη δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση της κυριότητας στον ενυπόθηκο δανειστή, η προστασία του άρθρου 23 δεν δύναται να είναι ευρύτερη για υποθήκη από τον σκοπό της υποθήκης, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως αναγνωρίζει και η δικηγόρος, η ύπαρξη υποθήκης συνιστά περιουσιακό στοιχείο το οποίο χρήζει συνταγματικής προστασίας και σαφώς αυτό το δικαίωμα της Αιτήτριας δεν δύναται να εξαφανιστεί απλά και μόνο επειδή υπάρχει και μια σύμβαση πώλησης (η οποία δεν προέχει της υποθήκης) η οποία να δύναται να εκτελεστεί με τη μεταβίβαση στον αγοραστή, παραγνωρίζοντας και διαγράφοντας πλήρως τα όποια δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή δυνάμει της υποθήκης. Με άλλα λόγια, η θέση της δικηγόρου απολήγει στην ικανοποίηση του σκοπού μιας σύμβασης πώλησης έναντι μιας κατά προτεραιότητα σύμβασης υποθήκης, και μάλιστα αφήνοντας τον ενυπόθηκο δανειστή χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση εις αντικατάσταση της υποθήκης. Αυτή η κατάσταση σαφώς δεν εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά δικαιώματα, ως η εισήγηση της δικηγόρου του Καθ΄ ου 1, εφόσον διασφαλίζεται και αναγνωρίζεται το δικαίωμα του αγοραστή και διαγράφεται πλήρως και δίχως άλλο το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή. Ούτε και η εισήγηση της δικηγόρου του Καθ΄ ου 1 πως η υποθήκη δεν διαγράφεται πλήρως αλλά αυτή παραμένει για τα υπόλοιπα διαμερίσματα δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Κατ΄ αρχάς η θέση της στην αγόρευση πως τα υπόλοιπα διαμερίσματα είναι μεγάλης κεφαλαιουχικής αξίας δεν αποτελεί μαρτυρία και έτσι δεν λαμβάνεται υπόψιν. Επιπλέον, μέσα από το Τεκμήριο 8 διαφαίνεται πως εκτός από τα επτά διαμερίσματα των οποίων σκοπείται η μεταβίβαση παραμένουν μόνο τέσσερα στο όνομα της Αιτήτριας 3, για τα οποία δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία, ήτοι κατά πόσον αυτά έχουν πωληθεί ή αν και γι΄ αυτά έχουν επίσης υποβληθεί αιτήσεις για μεταβίβαση. Επομένως αυτή η εισήγηση είναι εντελώς μετέωρη, αόριστη και αβέβαιη και λόγω αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί πως, ακόμα και σε περίπτωση μεταβίβασης των υπό κρίση διαμερισμάτων και εξάλειψης της υποθήκης αναφορικά με αυτά, η Αιτήτρια παραμένει εξασφαλισμένη και δεν χάνει τα δικαιώματα της δυνάμει της υποθήκης. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με ενδεχόμενες επιπτώσεις όσον αφορά την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, ήτοι κατά πόσο αυτή αυξάνεται ή επηρεάζεται δυσμενώς. Άλλωστε, σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΔΤ και με βάση την έρευνα στο Κτηματολόγιο, Τεκμήριο 8, η Καθ΄ ης 2 δεν φαίνεται να κατέχει άλλη περιουσία, ελεύθερη εμπράγματων βαρών, ούτως ώστε ενδεχομένως η Αιτήτρια να μπορούσε να λάβει άλλη εξασφάλιση ως προς το λαβείν της, είτε με μεταφορά υποθήκης είτε με καταχώριση εμπράγματου βάρους (memo) κ.λπ. Η υπόθεση Κυπριανού κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος του Καθ΄ ου 1, διαφοροποιείται από την υπό κρίση περίπτωση καθότι σε εκείνη την υπόθεση αποφασίστηκε ότι η επιβολή περαιτέρω όρων στη λήψη άδειας λειτουργίας και στη συμμόρφωση με κανονισμούς, βάσει των οποίων είχε ανασταλεί η λειτουργία πισίνας σε αυλή πολυκατοικίας, κρίθηκε ότι επέβαλλε «ανεκτούς περιορισμούς στο δικαίωμα ιδιοκτησίας» για λόγους δημόσιας υγείας και ασφαλείας και δεν απέληγε σε στέρηση της ιδιοκτησίας «ούτε αδρανοποιήθηκε σε σχέση με τον προορισμό της». Εδώ πρόκειται για διαγραφή της υποθήκης επί των συγκεκριμένων ακινήτων και εξάλειψη αυτής της εξασφάλισης την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής είχε επί αυτών, και όχι για οποιονδήποτε περιορισμό, εφόσον αυτός (ο δανειστής) πλέον χάνει την όποια δυνατότητα άσκησης δικαιώματος έγερσης Αγωγής ή ακόμα πώλησης αυτών. Συνάγεται χωρίς δυσκολία πως στην προκειμένη περίπτωση αδρανοποιείται ακριβώς ο σκοπός και προορισμός της υποθήκης που δεν είναι άλλος από την εξασφάλιση του ενυπόθηκου δανειστή στην είσπραξη του λαβείν του. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως τα άρθρα του Ν.139(Ι)/15 απολήγουν σε στέρηση του περιουσιακού δικαιώματος της Αιτήτριας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως τα άρθρα συνιστούν μόνο περιορισμό του δικαιώματος της Αιτήτριας, τότε επισημαίνεται πως το δικαίωμα της περιουσίας όντως δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως όμως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 23 και ειδικότερα στο άρθρο 23.3 ως εξής: «3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, σελ. 140, σε τέτοιες περιπτώσεις τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπάρχει μια ακριβοδίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος της κοινωνίας και των αναγκών της προστασίας των ατομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Η ισορροπία αυτή καθίσταται σχετική μόνο όταν έχει αποδειχθεί ότι η επέμβαση ικανοποιεί τις ανάγκες της νομιμότητας και δεν είναι αυθαίρετη. Αναφέρεται επίσης πως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23.3, για κάθε όρο, δέσμευση ή περιορισμό πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, άνευ της οποίας η στέρηση περιουσίας συνιστά υπό κανονικές συνθήκες μια δυσανάλογη επέμβαση η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.ά. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, στην οποία γίνεται παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δημοκρατία v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2003)3 Α.Α.Δ. 238: «Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξης του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως η επίκληση λόγου δημοσίου συμφέροντος δεν δύναται να αποτελεί βάση εξέτασης για τον περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, εφόσον τέτοιος λόγος δεν καλύπτεται από το άρθρο 23.3. Λόγος δημοσίου συμφέροντος ή δημοσίας ωφελείας όντως περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κυρώθηκε ως μέρος του ημεδαπού Νόμου με τον κυρωτικό Ν.39/62, πλην όμως δεν γίνεται επίκληση τέτοιου λόγου στην Αιτιολογική Έκθεση του τροποποιητικού Ν.139(Ι)/15. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Κουτσελίνη-Ιωαννίδου v. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 361, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ως προς την εφαρμογή του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η Αιτιολογική Έκθεση, στη βάση της οποίας θεσπίστηκε ο επίδικος Νόμος, δεν αναφέρεται καθόλου στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου ούτε και γίνεται επίκληση λόγων δημόσιας ωφέλειας ή δημόσιου συμφέροντος που να δικαιολογεί την παρέμβαση του κράτους, δυνάμει του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, στο περιουσιακό δικαίωμα των αιτητών. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική έκθεση προβάλλεται μόνο η ανάγκη εκσυγχρονισμού των συστημάτων συνταξιοδότησης των κρατικών αξιωματούχων και η εξάλειψη του φαινομένου των πολλαπλών συντάξεων. Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 Α.Α.Δ. 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, επομένως, θα πρέπει να αντιπαραβληθεί και να συγκριθεί η προαναφερόμενη πρόνοια του Άρθρου 3(β) του Νόμου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει μεγαλύτερη προστασία από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ενώ το Άρθρο 1 επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους λόγους περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που επιτρέπονται. Το Άρθρο 23.3 προνοεί ρητά ότι τέτοιοι περιορισμοί μπορούν να τεθούν μόνο για σκοπούς της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας υγείας, των δημοσίων ηθών, της πολεοδομίας, της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημοσίας ωφελείας και την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 175).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέως ημ. 22.6.15, Τεκμήριο Ι στην ένορκη δήλωση του ΧΣ, σκοπός του νομοσχεδίου είναι να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στον Διευθυντή του Κτηματολογίου, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή και ή εξάλειψη και ή μεταφορά και ή ακύρωση υποθήκης και ή εμπράγματου βάρους και ή απαγόρευσης που βαρύνουν το ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό τη μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Προσθέτει δε πως «με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». Επομένως, ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15αποσκοπεί στην προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών οι οποίοι εκπληρώνουν μεν τις υποχρεώσεις τους πλην όμως αδυνατούν να εγγράψουν το ακίνητο στο όνομα τους, λόγω ακριβώς της ύπαρξης υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας, στην οποία βεβαίως ο αγοραστής δεν είναι μέρος. Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application Nο. 8793/1979, ημ. 21.2.86, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα η δικηγόρος του Καθ΄ ου 1 και πάλι δεν προσφέρει καθοδήγηση στην παρούσα περίπτωση. Αφενός αυτή αφορά στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου σημειώνει πως μηχανισμός για την αναγκαστική μεταβίβαση, με εύλογη αποζημίωση, συνιστά κατάλληλη και ανάλογη μέθοδο αναπροσαρμογής του νόμου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση στον ενυπόθηκο δανειστή στα πλαίσια του μηχανισμού μεταβίβασης στον αγοραστή. Επανερχόμενη στην Αιτιολογική Έκθεση, ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων του μεγάλου αριθμού εγκλωβισμένων αγοραστών, οι οποίοι έχουν εκπληρώσει όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, χωρίς όμως να γίνεται λόγος για τα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών. Βασικά ο Νομοθέτης προνόησε για την προστασία των αγοραστών, αγνοώντας πλήρως και μη εξισορροπώντας με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή. Σαφώς για την ύπαρξη περιορισμού στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή, θα πρέπει να υπάρχει μια αναλογικότητα στη μεταχείριση των δύο και εξισορρόπηση των δικαιωμάτων τους, κάτι το οποίο ελλείπει παντελώς στην υπό κρίση περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως υπάρχει μια αυθαίρετη, αδικαιολόγητη και δυσμενής διάκριση υπέρ του αγοραστή και εις βάρος του ενυπόθηκου δανειστή, η οποία δεν δύναται να αποτελέσει νόμιμη βάση για περιορισμό του δικαιώματος του τελευταίου. Ούτε και το επιχείρημα της δικηγόρου του Καθ΄ ου 1 πως πρόκειται για γύρω στους 70.000 αγοραστές και πως ο Νομοθέτης βρίσκεται σε καλύτερη θέση να γνωρίζει τις κοινωνικές, οικονομικές ή άλλες ανάγκες που χρήζουν νομοθετικής ρύθμισης, κρίνεται βάσιμο. Πρόκειται για μια μερίδα ατόμων και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση αναφορικά με τους λόγους που κατέστησαν αναγκαία την προστασία των αγοραστών έναντι των ενυπόθηκων δανειστών, ούτως ώστε το Δικαστήριο να ήταν σε θέση να εξετάσει κατά πόσο ο όποιος περιορισμός εμπίπτει εντός των συνταγματικών πλαισίων. Η θέση της δικηγόρου παραμένει ως μια αυθαίρετη και αστήρικτη εικασία. Πέραν του ότι το Δικαστήριο θεωρεί πως ο όποιος περιορισμός του δικαιώματος της περιουσίας της Αιτήτριας δεν κρίνεται εντός των συνταγματικών πλαισίων, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια για καταβολή αποζημίωσης σε αυτή. Όπως ορθώς επισημαίνει η δικηγόρος του Καθ΄ ου 1, η αποζημίωση κρίνεται αναγκαία μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει οικονομική ζημιά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus (ανωτέρω) και Lanitis Estates Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)3(Ε) Α.Α.Δ. 3252. Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία είναι διαφωτιστικό: «Σε μερικές προσφυγές αναφέρεται πως τέτοια αποζημίωση δεν έχει πληρωθεί στους αιτητές. Η νομολογία μας πάνω στο ζήτημα αυτό είναι ασφαλής. Η πληρωμή αποζημιώσεων, βάσει του Άρθρου 23.3, οφείλεται τότε μόνο, αφού καθοριστεί από Πολιτικό Δικαστήριο και εφόσο αποδειχθεί ενώπιόν του ότι η οικονομική αξία της ιδιοκτησίας του αιτητή έχει μειωθεί ουσιωδώς. (Νίκος Κύρζης κ.α. ν. Της Δημοκρατίας
(1965)3 Α.Α.Δ. σελ. 46).» Από τη στιγμή που η Αιτήτρια θα έχανε την εξασφάλιση της, την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα, επί περιουσίας η οποία θα μεταβιβαζόταν σε τρίτο πρόσωπο, και χωρίς αυτή να αντικατασταθεί παρά μόνο να μειώνεται (με περιορισμό της υποθήκης επί των υπόλοιπων διαμερισμάτων) και με αβέβαιη την αξία και την τύχη αυτής της υπόλοιπης εξασφάλισης, τότε θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα οικονομικής ζημιάς και ενδεχομένως αποζημίωσης. Σαφώς τέτοια πρόνοια δεν προβλέπεται στον υπό κρίση Ν.139(Ι)/15. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως πρόκειται για μια αυθαίρετη και συνταγματικά ανεπίτρεπτη επέμβαση ως προς τον περιορισμό της Αιτήτριας από περιουσιακό της δικαίωμα. ΙΙΙ.B Παραβίαση Άρθρου 26 Συντάγματος - Παραβίαση του Συμβάλλεσθαι Ελεύθερα Αποτελεί λόγο στην Αίτηση πως η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι · παρεμβαίνει στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με τον ενυπόθηκο οφειλέτη-Καθ΄ ης 2 · παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης 2 να επιλέξουν και ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης · εκ των υστέρων τροποποιεί και η καταργεί συμβάσεις κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων και ή εξαλείφοντας και ή ακυρώνοντας δικαιώματα που πηγάζουν από αυτές · κατεδαφίζει τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών · οι πιο πάνω παραβάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» επίσης δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ.
  1. Η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου ζητήματος. Αφού γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
  2. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τη συνταγματικότητα πρόνοιας για τη συμπερίληψη των Πιστωτικών Ιδρυμάτων στη διάταξη του άρθρου 314Β του Ποινικού Κώδικα, και κυρίως για υφιστάμενα οικιστικά και φοιτητικά δάνεια. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται. Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ΄ ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Λαμβανομένου υπόψιν ότι ο υπό Αναφορά Νόμος σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας και δεν έχει ως στόχο την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ και λαμβανομένου υπόψιν ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται εξαίρεση (για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια συγκεκριμένου ύψους) στην εξαίρεση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων από την πρόνοια που ποινικοποιεί την τοκογλυφία, κρίνομε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση όφειλε να είχε αιτιολογήσει δεόντως την παρέμβαση της στο, συνταγματικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», πράγμα που δεν έπραξε. . Στην υπόθεση Lloyds Bank v. Bundy
(1974)3 All E.R. 757 το Αγγλικό Εφετείο εξέτασε τη συγκεκριμένη περίπτωση της συγκεκριμένης τράπεζας έναντι του συγκεκριμένου δανειολήπτη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εκεί μεγάλη ανισότητα στη διαπραγματευτική ισχύ των δύο συμβαλλομένων. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, δεν θα μπορούσε να υποτεθεί (στη γενικότητα που τέθηκε ενώπιον μας) ότι όλα τα Πιστωτικά Ιδρύματα, ανεξαιρέτως, βρίσκονται σε ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύ έναντι όλων των δανειοληπτών, ανεξαιρέτως, για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται τον κοινωνικοοικονομικό στόχο του υπό Αναφορά Νόμου, αλλά θεωρεί ότι ο στόχος αυτός θα πρέπει να επιτευχθεί με τον, συνταγματικά, ορθό τρόπο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν χωρεί αμφιβολίας, σε αντίθεση με την εισήγηση του δικηγόρου της Καθ΄ ης 3, πως ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στη βούληση και στο περιεχόμενο των όρων της σύμβασης υποθήκης η οποία συνήφθη μεταξύ του ενυπόθηκου δανειστή και του οφειλέτη. Κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, τα δύο μέρη γνώριζαν επακριβώς τη φύση και τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και τα όποια δικαιώματα και υποχρεώσεις απορρέουν από αυτή. Αυτό άλλωστε συμβάλλει στη βεβαιότητα και εμπιστοσύνη ως προς τα εκάστοτε δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όπως εκφράζονται στη σύμβαση και αποτυπώνουν την πρόθεση τους ως προς τον τρόπο ρύθμισης της μεταξύ τους σχέσης. Αξίζει να αναφερθεί πως στο έγγραφο της σύμβασης υποθήκης περιλαμβάνονται όροι, όπως o η αναγνώριση πως η υποθήκη αποτελεί εξασφάλιση του οφειλόμενου στην Τράπεζα ποσού o σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής σε πρώτη απαίτηση, η Τράπεζα δύναται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω Κτηματολογίου, είτε με Αγωγή, και ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης με προσφορές και ή ιδιωτικής πώλησης, χωρίς καν ειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη o ενόσω ισχύει η εξασφάλιση ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν δικαιούται να μεταβιβάσει και ή επιβαρύνει τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Τράπεζας o ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθιστά την Τράπεζα ανέκκλητο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβεί σε όλες τις ενέργειες αναφορικά με τα ενυπόθηκα ακίνητα και ακόμα να προβεί σε πώληση αυτών. Με τον Ν.139(Ι)/15, η ρύθμιση αυτής της συμβατικής σχέσης, όπως αποτυπώνεται μέσα από το ίδιο το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, εκβαραθρώνεται και εξαλείφεται, αφαιρώντας πλέον από την Αιτήτρια τα όποια δικαιώματα απορρέουν από τη σύμβαση. Θεωρώ πως αυτή η μεταγενέστερη παρέμβαση της Νομοθετικής Εξουσίας στρεβλώνει την πρόθεση των μερών όπως διατυπώνεται στη σύμβαση υποθήκης. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στις υποθέσεις Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthern Co v. Kanavaugh 295 U.S. 56
(1935), οι οποίες αναφέρονται ακριβώς στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή και στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Εκεί λέχθηκε πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Ακριβώς και εδώ, με τον Ν.139(Ι)15, παρατηρείται μια στρέβλωση στο περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης και συνακόλουθα παραβίαση του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή ως προς το συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Υπενθυμίζεται πως στην Αιτιολογική Έκθεση γίνεται αναφορά μόνο στον μεγάλο αριθμό εγκλωβισμένων αγοραστών και όχι σε δημόσιο συμφέρον ή ακόμα σε προστασία πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Αυτά τα δεδομένα διαφοροποιούν την πιο πάνω περίπτωση από τις υποθέσεις Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1683 και Πανεπιστήμιο Frederick κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1226/10 ημ. 20.12.12, στις οποίες παρέπεμψε η δικηγόρος του Καθ΄ ου 1. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του Ν.139(Ι)/15, στα οποία βασίζεται η ειδοποίηση του Διευθυντή ημ. 23.5.17, παραβιάζουν και το άρθρο 26 του Συντάγματος. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθορίζουν και την Αίτηση, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. ΙV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του Ν.139(Ι)/15, στα οποία βασίζεται η ειδοποίηση του Διευθυντή ημ. 23.5.17 και τα οποία επιτρέπουν τη διαγραφή της υποθήκης επί των υπό κρίση ακινήτων, παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και ως εκ τούτου η σχετική απόφαση του Καθ΄ ου 1 θα πρέπει να ακυρωθεί γι΄ αυτόν τον λόγο. Επομένως, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ειδοποίηση και ή η απόφαση του Καθ΄ ου 1 ημ. 23.5.17 με αρ. ΑΕΑ./17 ακυρώνεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας - Εφεσείουσας και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 3 - Εφεσίβλητων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. Αναφορικά με την Καθ΄ ης 2 η οποία δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.