MKΚ Fashion Showroom Ltd κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 575/2019, 4/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A384 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 575/2019 Μεταξύ: 1. MKΚ Fashion Showroom Ltd 2. . Καμπουρίδου 3. . Καμπουρίδη 4. . Καραμιχάλη Εναγόντων v. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 22.3.19 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 4 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Σ. Καρακατσάνη για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Ιωάννου για Α.Ι. Κίτσιος ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία: (
- i)να αναστέλλεται και ή απαγορεύεται η διαδικασία πώλησης του οικοπέδου με αρ. εγγραφής .532, Φ./Σχ. .48, τεμάχιο 211, δυνάμει της ειδοποίησης ΙΑ η οποία επιδόθηκε στους Αιτητές την 1.3.19, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (
- ii)να αναστέλλεται και ή σταματήσει οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία πώλησης του ως άνω ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό ο οποίος ορίστηκε για τις 18.7.19, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (iii) να αναστέλλονται οι νομικές συνέπειες των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ οι οποίες επιδόθηκαν στους Αιτητές, μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (
- iv)να απαγορεύεται η πώληση και ή η εκποίηση του ως άνω ακινήτου, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (
- v)να αναστέλλεται και ή απαγορεύεται η διαδικασία πώλησης των ακινήτων · ισόγειας διατηρητέας κατοικίας με αρ. εγγραφής .085, Φ./Σχ. .504, τεμάχιο 737 · οικοπέδου με αρ. εγγραφής .044, Φ./Σχ. .401, τεμάχιο 290 · χωραφιού με αρ. εγγραφής .510, Φ/Σχ. ...63, τεμάχιο 356 μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (
- vi)να απαγορεύεται στους Καθ΄ ων να προχωρήσουν με πώληση και ή εκποίηση και ή διαδικασία πλειστηριασμού των ως άνω ακινήτων, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, η οποία είναι μέτοχος και διευθύντρια της Ενάγουσας 1, θυγατέρα του Εναγομένου 3 και σύζυγος του Εναγομένου 4. Στην ένορκη της δήλωση η Ενάγουσα 2 αναφέρεται στο όλο ιστορικό των γεγονότων μέχρι και την επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ αναφορικά με την επικείμενη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής .532 στις 18.7.19. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό της Ενάγουσας 2 πως λόγω της οικονομικής κρίσης του 2011, η Ενάγουσα 1 υπέστη τεράστια οικονομική καταστροφή με αποτέλεσμα την αδυναμία των Εναγόντων να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους Εναγόμενους. Η Ενάγουσα 2 ισχυρίζεται πως έκτοτε οι Ενάγοντες είχαν κάθε πρόθεση και συνομιλούσαν με τους Εναγόμενους για εξεύρεση λύσης, πλην όμως οι τελευταίοι, ενεργώντας δόλια και κακόπιστα, κατάφεραν να εξασφαλίσουν διαιτητικές αποφάσεις αναφορικά και με τις πέντε υπό κρίση τραπεζικές διευκολύνσεις και την εγγραφή τεσσάρων εξ αυτών ως δικαστικών αποφάσεων για σκοπούς εκτέλεσης τους. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της Ενάγουσας 2 πως οι Ενάγοντες συνέχισαν να συνομιλούν με τους Εναγόμενους προτείνοντας μάλιστα την παροχή ακινήτων τους (άλλων από τα ενυπόθηκα) προς αποπληρωμή των υποχρεώσεων τους, ενώ τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά παρουσιάζουν παράνομες χρεώσεις. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η Ενάγουσα 2 επισυνάπτει εκτιμήσεις ακινήτων, εκθέσεις ανάλυσης και προτάσεις των χρηματοπιστωτικών συμβούλων ΜΚ και ΝΠ και αποδίδει στους Εναγόμενους αδράνεια στην έγκαιρη απάντηση στις προτάσεις των Εναγόντων με σκοπό να εμποδίσουν κάθε προσπάθεια εξεύρεσης λύσης και να προχωρήσουν με την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Προς υποστήριξη της Αίτησης η Ενάγουσα 2 καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία αναφέρθηκε στα γεγονότα που ακολούθησαν της παραλαβής της ειδοποίησης ΙΑ, εισηγούμενη πως οι Εναγόμενοι παραδέχονται τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, οι οποίες κατέληξαν σε συμφωνία για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας και εμμέσως αποκαλύπτουν την εκβιαστική τους στάση και την κακοπιστία τους ως προς τη μη υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου αναφορικά με τους υπό κρίση λογαριασμούς. 3) Η Αγωγή και ή η Αίτηση αποτελούν κατάχρηση διαδικασίας λόγω δεδικασμένου. 4) Δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα στην περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 5) Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός και ή ικανοποιητική μαρτυρία περί αδυναμίας των Καθ΄ ων να αποζημιώσουν τους Αιτητές σε περίπτωση που αυτοί υποστούν ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 6) Η Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι αποσκοπεί σε αλλότριο σκοπό, ήτοι στην αποστέρηση του δικαιώματος των Καθ΄ ων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα σύμφωνα με τον Νόμο. 7) Οι Αιτητές ζητούν την έκδοση των διαταγμάτων με αποκλειστικό σκοπό να αποκτήσουν λόγο έφεσης δυνάμει του Ν.9/65. 8) Η προθεσμία για καταχώριση έφεσης έχει παρέλθει και επομένως η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος είναι άνευ ουσίας και άσκοπη. 9) Η ύπαρξη κατοικίας δεν αποτελεί λόγο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 10) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πλήρης αντιφάσεων. Η ένσταση συνοδεύεται από τρεις ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη προέρχεται από την κα ΧΑ (εφεξής «η ΧΑ»), υπάλληλο στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία ενεργεί για λογαριασμό των Εναγομένων και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων και συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων, συμπεριλαμβανομένων των υπό κρίση πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων τους. Και η ΧΑ με τη σειρά της αναφέρεται λεπτομερώς στο ιστορικό των γεγονότων, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας 2 και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Βασικός ισχυρισμός της είναι πως η Ενάγουσα 2 είχε ενεργό συμμετοχή σε όλες τις επίδικες συμφωνίες, εκπροσωπώντας και τους υπόλοιπους Ενάγοντες, πως αυτή γνώριζε πολύ καλά τι υπέγραφε και πως η ίδια εμφανίστηκε στις διαιτητικές διαδικασίες και παραδέχθηκε τα χρέη τόσο εναντίον της Ενάγουσας 1 όσο και της ίδιας, ενώ όλοι οι Ενάγοντες δεν παρουσιάστηκαν στις διαδικασίες εγγραφής των διαιτητικών αποφάσεων, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για τα χρέη τους. Η ΧΑ αρνείται την ύπαρξη οποιωνδήποτε παράνομων χρεώσεων και ισχυρίζεται πως οι οικονομικές αναλύσεις των συμβούλων βασίζονται σε λανθασμένα και ελλιπή δεδομένα. Η ΧΑ ισχυρίζεται πως, εν πάση περιπτώσει, οι Ενάγοντες θα έπρεπε να είχαν προβάλει τους ισχυρισμούς για τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών και την ύπαρξη παράνομων χρεώσεων στα πλαίσια των διαδικασιών διαιτησίας και πως από τη στιγμή που εκδόθηκαν διαιτητικές αποφάσεις, αυτοί κωλύονται να προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς. Η ΧΑ επισυνάπτει σχετική Ανακοίνωση η οποίο καταδεικνύει τη φερεγγυότητα των Εναγομένων. Η δεύτερη ένορκη δήλωση προέρχεται από την κα ΑΑ (εφεξής «η ΑΑ»), προϊσταμένη στο Τμήμα Αναδιαρθρώσεων Μεγάλων Ανοιγμάτων των Εναγομένων και υπάλληλο στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Η ΑΑ, η οποία κατονομάζεται από την Ενάγουσα 2 ως το πρόσωπο εκ μέρους των Εναγομένων με το οποίο οι Ενάγοντες είχαν τις επαφές για εξεύρεση λύσης, αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας 2 αναφορικά με τη στάση των Εναγομένων και τη φύση των επαφών των Εναγόντων με τους Εναγόμενους και παρουσιάζει επιπρόσθετη αλληλογραφία μεταξύ των μερών προς υποστήριξη της θέσης πως δεν είναι οι Εναγόμενοι αλλά οι ίδιοι οι Ενάγοντες που επέδειξαν αδιαφορία και κωλυσιεργία ενώ οι Εναγόμενοι επέδειξαν κάθε διάθεση συζήτησης προς εξεύρεση λύσης. Και αυτή με τη σειρά της αμφισβητεί την ορθότητα των καταστάσεων των συμβούλων και προβάλλει τη θέση ότι η αξία των ακινήτων, ενυπόθηκων και άλλων, των Εναγόντων δεν είναι ικανή να καλύψει το σύνολο των οφειλόμενων ποσών. Και ο κ. ΧΧ (εφεξής «ο ΧΧ»), ιδιώτης δικαστικός επιδότης, προέβη σε ένορκη δήλωση στην οποία επιβεβαιώνει πως στις 20.7.13 επέδωσε στην Ενάγουσα 2 προσωπικά τη διαιτητική απόφαση ημ. 3.6.13 αναφορικά με τον λογαριασμό .040-0, και επισυνάπτει σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης ημ. 22.7.13. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι τo οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι΄ αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
- Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες βασικά αξιώνουν § Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και ή λόγω άσκησης ψυχικής πίεσης. § Απόφαση ότι οι επίδικοι λογαριασμοί δανείων και ή οι εγγυήσεις και ή οι υποθήκες είναι εξ υπαρχής άκυροι διότι συνήφθηκαν παράνομα και ή περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. § Απόφαση ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείων και ή εγγυήσεων και ή υποθηκών είναι εξ υπαρχής άκυρες λόγω δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή ψυχικής πίεσης. § Άνευ βλάβης των ανωτέρω, γενικές αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό και ή για παράβαση σύμβασης και ή για προσπορισμό παράνομου οφέλους. § Απόφαση για διαγραφή από τους επίδικους λογαριασμούς δανείων και ή για επιστροφή των ποσών που ήθελε αποδειχθεί ότι εισπράχθηκαν παράνομα από τους Εναγόμενους. § Απόφαση ότι οι ως άνω συμφωνίες ουδέποτε τερματίστηκαν νόμιμα. § Απόφαση ότι οι ρήτρες επιτοκίου στις ως άνω συμφωνίες συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες. § Απόφαση για διαγραφή οποιουδήποτε ποσού αποτελεί παράνομη και ή αντισυμβατική χρέωση στους ως άνω λογαριασμούς. Με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου των Εναγόντων, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτό αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον περιέχει αξιώσεις για την ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών δανείων και συνακόλουθα όλων των εξασφαλίσεων, εγγυήσεων και υποθηκών, λόγω των συνθηκών σύναψης αυτών, ήτοι ισχυριζόμενης αμέλειας, δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και ψυχικής πίεσης, και λόγω της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών σε αυτές, καθώς επίσης και για απόφαση για διαγραφή παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων τόκου και άλλων ποσών, ενώ επίσης περιέχει και αξιώσεις για αποζημιώσεις. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως, με βάση τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, δεν αμφισβητείται η σύναψη πέντε συνολικά συμφωνιών κατά τα έτη 2009 και 2010 δυνάμει των οποίων οι Εναγόμενοι παραχώρησαν τέσσερεις λογαριασμούς δανείων και ένα λογαριασμό παρατραβήγματος σε διάφορους των Εναγόντων με εξασφάλιση προσωπικές εγγυήσεις και ή την παραχώρηση υποθηκών για ξεχωριστά ακίνητα (τα οποία αφορούν στα αιτητικά ως ανωτέρω), πλην της κατοικίας της Ενάγουσας 2 η οποία παραχωρήθηκε με πρώτη υποθήκη Υ./09 για το ένα δάνειο του 2009 με αρ. λογαριασμού 186-0 και με δεύτερη υποθήκη Υ./10 για το παρατράβηγμα του 2010 με αρ. λογαριασμού 040-
- Σημειώνεται πως πρόκειται για το ως άνω αναφερόμενο οικόπεδο με αρ. εγγραφής .532, Φ./Σχ. .48, τεμάχιο
- Διαφαίνεται δηλαδή πως για καθένα των υπόλοιπων τριών επίδικων λογαριασμών παραχωρήθηκε υποθήκη για καθένα των ακινήτων που περιγράφονται στην παρ. (v) ανωτέρω, ιδιοκτησίας των Εναγόντων 3 και 4, ενώ για τους υπόλοιπους δύο λογαριασμούς παραχωρήθηκαν δύο ξεχωριστές υποθήκες για το ίδιο όμως ακίνητο, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας
- Οι τέσσερις συμφωνίες δανείων, εγγύησης και υποθήκης επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1-4 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας
- Αποτελεί κοινό έδαφος πως αναφορικά και με τους πέντε επίδικους λογαριασμούς, εκδόθηκαν διαιτητικές αποφάσεις στις 15, 16 και 17.1.13 και στις 3.6.13 (και όχι 3.6.15 ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα 2) για το συνολικό ποσό περίπου των €2.300.000 και τις αντίστοιχες υποθήκες. Αντίγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α και Β στην ένορκη δήλωση της ΧΑ. Στις εν λόγω διαιτητικές αποφάσεις καταγράφεται πως παρόλο που οι εκεί Καθ΄ ων (Ενάγοντες στην παρούσα) ειδοποιήθηκαν κατάλληλα, ο Ενάγων 3 δεν εμφανίστηκε, ο Ενάγων 4 εμφανίστηκε μόνο σε μια διαδικασία, ενώ στις υπόλοιπες εμφανίστηκαν η Ενάγουσα 2, προσωπικά και ως διευθύντρια της Ενάγουσας 1, και ο Ενάγων 4 και παραδέχθηκαν το χρέος τους. Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό πως για τις πρώτες τέσσερις των διαιτητικών αποφάσεων, στα πλαίσια Γενικών Αιτήσεων ΕΔ Λεμεσού και ενώ οι εκεί Καθ΄ ων (Ενάγοντες στην παρούσα) δεν εμφανίστηκαν στις διαδικασίες, στις 17 και 20.1.14, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα εγγραφής και εκτέλεσης τους. Για την εναπομείνασα διαιτητική απόφαση ημ. 3.6.13 (η οποία αφορά τον λογαριασμό 040-0 και την Υ./10), στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 520/15 για εγγραφή αυτής, οι εκεί Καθ΄ ων (Ενάγουσες 1 και 2) εμφανίστηκαν μέσω δικηγόρου. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 ότι η εγγραφή δεν έγινε κατορθωτή λόγω μη επίδοσης σε αυτή της αίτησης, αντικρούεται επαρκώς από τη ΧΑ η οποία αναφέρει ότι στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης, και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας 2, διαπιστώθηκε ότι στον φάκελο υπήρχε η ένορκη δήλωση επίδοσης της διαιτητικής απόφασης στην πρωτοφειλέτιδα Ενάγουσα 1 αλλά απουσίαζε η αντίστοιχη ένορκη δήλωση επίδοσης στην Ενάγουσα 2 και η αίτηση των εκεί Αιτητών να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση γι΄ αυτό το ζήτημα απερρίφθη με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 21.5.18, Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της ΧΑ, λόγω του ότι οι Αιτητές δεν επισύναψαν προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να αποσύρουν την Αίτηση άνευ βλάβης. Για τους σκοπούς της παρούσας, ο ισχυρισμός του ΧΧ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πως αυτός επέδωσε τη διαιτητική απόφαση ημ. 3.6.13 στην Ενάγουσα 2 προσωπικά έναντι της υπογραφής της, επισυνάπτοντας αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης ημ. 22.7.13 (Τεκμήριο Α) παρέμεινε αναντίλεκτος από την πλευρά των Εναγόντων. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό της Ενάγουσας 2 πως ενώ από το 2012 βρισκόταν σε συνεχή διαπραγμάτευση με τους Εναγόμενους για εξεύρεση λύσης για τα επίδικα δάνεια, επιδόθηκαν στους Ενάγοντες διαιτητικές αποφάσεις για τις οποίες η υπεύθυνη των λογαριασμών των Εναγόντων και των δανείων των Εναγομένων την καθησύχασε λέγοντας της ότι δεν ήταν κάτι σημαντικό και να μην το λάβει υπόψιν. Η Ενάγουσα 2 ισχυρίζεται ότι με τον ίδιο τρόπο και ενεργώντας δόλια και κακόπιστα, οι Εναγόμενοι την ξεγέλασαν και αναφορικά με την εγγραφή των διαιτητικών αποφάσεων, και ενώ η ίδια αφελώς δεν γνώριζε τη διαδικασία και δεν υποψιαζόταν ότι οι Εναγόμενοι λειτουργούσαν δόλια, επιδεικνύοντας τους εμπιστοσύνη, αυτή δεν εμφανίστηκε στις διαδικασίες για την εγγραφή των διαιτητικών αποφάσεων. Ισχυρίζεται η Ενάγουσα 2 ότι κατά τις τακτικές επισκέψεις της με τον πατέρα της στα γραφεία των Εναγομένων, η ίδια ουδέποτε θεώρησε, όπως τελικώς διεφάνη, ότι επρόκειτο για διαιτητικές διαδικασίες. Όταν δε έλαβε γνώση των δικαστικών αποφάσεων, απευθύνθηκε στους δικηγόρους της και αφού ενημερώθηκε για τη φύση και τις συνέπειες της διαδικασίας διαιτησίας, εμφανίστηκε στη Γενική Αίτηση 520/
- Η Ενάγουσα 2 ισχυρίζεται περαιτέρω πως οι διαιτητικές αποφάσεις εκδόθηκαν βασιζόμενες σε ψευδή στοιχεία και κατόπιν παραπλάνησης των Εναγόντων, ενώ στις μετέπειτα διαπραγματεύσεις με τους Εναγόμενους αυτοί δήλωναν έτοιμοι να αφαιρέσουν ποσά υπερχρεώσεων, εξ ου και οι Ενάγοντες διόρισαν χρηματοπιστωτικούς συμβούλους. Η ΧΑ με τη σειρά της ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα 2 είχε ενεργό συμμετοχή σε όλες τις συμφωνίες και γνώριζε πολύ καλά τι έπραττε και τι υπέγραφε, επισημαίνοντας πως αυτή παρουσιάστηκε στις διαιτητικές διαδικασίες και παραδέχθηκε τα χρέη της και της Ενάγουσας
- Επίσης αρνείται πως υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και επεξηγεί γιατί οι οικονομικές αναλύσεις των συμβούλων των Εναγόντων βασίζονται σε λανθασμένα και ελλιπή δεδομένα. Πέραν του ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Ενάγουσας 2 αναφορικά με τη συμπεριφορά των Εναγομένων και τις συνθήκες έκδοσης των διαιτητικών αποφάσεων και των δικαστικών διαταγμάτων εγγραφής και εκτέλεσης, αντικρούονται από τη ΧΑ, θεωρώ βάσιμη τη θέση της ΧΑ πως η Ενάγουσα 2 κωλύεται να τους εγείρει εφόσον έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα στις προηγούμενες διαδικασίες. Ειδικότερα, από τη στιγμή που διεξήχθησαν διαιτητικές διαδικασίες και για τους πέντε επίδικους λογαριασμούς και συνακόλουθα για τις πέντε επίδικες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθήκης, συνάγεται ότι οι όποιοι ισχυρισμοί περί δόλου, κακοπιστίας, παραπλανητικής συμπεριφοράς εκ μέρους των Εναγομένων ως προς τη φύση της διαδικασίας καθώς επίσης και περί λανθασμένων ποσών λόγω υπερχρεώσεων, έπρεπε να είχαν εγερθεί και αποτελέσει αντικείμενο στα πλαίσια εκείνων των διαιτητικών διαδικασιών μέσω της άσκησης έφεσης εναντίον των εν λόγω διαιτητικών αποφάσεων εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 21 ημερών από τη γνωστοποίηση αυτών στους Ενάγοντες, δικαίωμα το οποίο και δεν άσκησαν, καθιστώντας έτσι τις διαιτητικές αποφάσεις τελεσίδικες (βλ. άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85). Αντί τούτου μάλιστα, στις τέσσερις διαιτητικές διαδικασίες, οι εκεί Καθ΄ ων φέρονται να εμφανίστηκαν και παραδέχθηκαν το χρέος τους. Επιπλέον, οι τέσσερις διαιτητικές αποφάσεις έχουν εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης, στα πλαίσια διαδικασιών στις οποίες οι εκεί Καθ΄ ων δεν εμφανίστηκαν. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, στη διαδικασία για καταχώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφασης διαιτητή εγείρονται περιορισμένοι λόγοι, η οποία (διαδικασία) εν πάση περιπτώσει είναι ασύνδετη με το θέμα υπερχρεώσεων τόκου σε χρηματική οφειλή. Το γεγονός της μη εγγραφής της μιας διαιτητικής απόφασης δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς το ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Εδώ σημειώνω πως η θέση της δικηγόρου των Εναγόντων πως οι δικαστικές αποφάσεις δεν αφορούν στις υποθήκες δεν βρίσκει έρεισμα στις ίδιες τις αποφάσεις καθότι οι διαιτητικές αποφάσεις αναφέρονται ρητώς και στις υποθήκες, επομένως η εγγραφή αυτών σαφώς αφορά και στις υποθήκες. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας 2, η ίδια προφανώς φέρεται να αντιλήφθηκε την ισχυριζόμενη δόλια, κακόπιστη και παραπλανητική συμπεριφορά των Εναγομένων έναντι των Εναγόντων μετά την έκδοση των διαιτητικών αποφάσεων και την εγγραφή των τεσσάρων εξ αυτών κατά τα έτη 2013 και 2014, από τη στιγμή που αποτάθηκε σε δικηγόρο και εμφανίστηκε στη Γενική Αίτηση 520/
- Επομένως, ακόμα και στη βάση των δικών της ισχυρισμών φαίνεται πως τουλάχιστον από το 2015 η Ενάγουσα 2 αντιλήφθηκε πως δεν μπορούσε πλέον να στηρίζεται και εμπιστεύεται τους Εναγόμενους, εξ ου και αποτάθηκε σε δικηγόρο και μετέπειτα αποτάθηκε σε οικονομικούς συμβούλους. Παρά ταύτα όμως, ταυτόχρονα συνέχισε τις διαβουλεύσεις με τους Εναγόμενους, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα αναφορικά με τις διαιτητικές και ή δικαστικές αποφάσεις, π.χ. ζητώντας τον παραμερισμό και την ακύρωση τους στη βάση εξασφάλισης τους λόγω δόλου, όπως προβάλλεται σήμερα. Μόνο τέσσερα έτη αργότερα, και συγκεκριμένα στις 21.3.19, καταχωρίστηκε η παρούσα Αγωγή, και μόνο μετά που οι Ενάγοντες έλαβαν ειδοποιήσεις Θ και Ι από τις 10.8.18 αναφορικά με τις υποθήκες για τις οποίες έχουν εγγραφεί οι δικαστικές αποφάσεις, Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, και ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ την 1.3.19 αναφορικά με την Υ./09 για την σκοπούμενη πώληση με πλειστηριασμό της κατοικίας με αρ. εγγραφής .532, ιδιοκτησία της Ενάγουσας 2, Τεκμήριο 14 στην ένορκη της δήλωση. Όπως έχει ήδη διαφανεί, με την παρούσα Αγωγή ζητούνται αξιώσεις αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγύησης και υποθήκης, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά είτε στις διαιτητικές διαδικασίες είτε στις δικαστικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, οι Ενάγοντες περιορίζουν τις αξιώσεις τους στις συμφωνίες και δεν προβάλλουν τον ισχυριζόμενο δόλο ούτε επιδιώκουν την ακυρότητα των διαιτητικών διαδικασιών και ή των δικαστικών αποφάσεων συνεπεία δόλου. Ακόμα και σε περίπτωση που ενδεχομένως υπήρχε δυνατότητα επίκλησης δόλου ως προς την έκδοση των διαιτητικών και ή δικαστικών αποφάσεων, εντούτοις δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση αναφορικά με αυτές. Βασικά ακόμα και σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων, αυτές ουδόλως επηρεάζουν την έκδοση των διαιτητικών και ή δικαστικών αποφάσεων οι οποίες παραμένουν εν ισχύι και για τα συγκεκριμένα ποσά. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, είναι σαφές πως οι Ενάγοντες δεν δύνανται να προβάλλουν ισχυρισμούς αναφορικά με τις συνθήκες που οδήγησαν στην έκδοση των διαιτητικών και δικαστικών αποφάσεων ούτε και να αμφισβητούν την ορθότητα των ποσών αυτών, και πως εν πάση περιπτώσει αυτοί οι ισχυρισμοί δεν υποστηρίζουν τις αξιώσεις στην παρούσα Αγωγή οι οποίες περιορίζονται στις συμφωνίες και όχι στις διαιτητικές διαδικασίες και δικαστικές αποφάσεις. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν ικανοποιούμαι πως οι Ενάγοντες παρουσίασαν τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής και των αξιώσεων τους κατά την ακρόαση της ουσίας. Δεν μου διαφεύγει πως η Ενάγουσα 2 επικαλείται τις συνεχείς διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών και την καθυστέρηση των Εναγομένων να τοποθετούνται επί των προτάσεων των Εναγόντων, αποδίδοντας τους αρνητική στάση και παρακώληση της όποιας προσπάθειας εξεύρεσης λύσης. Ειδικότερα, η Ενάγουσα 2 αναφέρει πως οι Εναγόμενοι έχουν εγγράψει επιβάρυνση (memo) επί ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων ούτως ώστε να εξουδετερώνεται η όποια δυνατότητα πώλησης αυτής προς ικανοποίηση των υποχρεώσεων τους προς τους Εναγόμενους. Επί τούτου, και σύμφωνα με το αντίγραφο έρευνας του Κτηματολογίου, Τεκμήριο 9 στην ένορκη της δήλωση, διαφαίνεται πως κάποια εκ των ακινήτων τους είναι ήδη υποθηκευμένα και βαρύνονται με πρώτη επιβάρυνση από άλλη Τράπεζα. Επίσης ο ισχυρισμός της Ενάγουσας 2 περί κωλυσιεργίας εκ μέρους των Εναγομένων, υποβολής αιτήματος τους για τη διενέργεια δύο εκτιμήσεων ως προς την αξία των προσφερόμενων ακινήτων και άρνησης άμεσης ανταπόκρισης στις προτάσεις των Εναγόντων, προς υποστήριξη του οποίου παρουσίασε την ανταλλαγή σχετικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, Τεκμήριο 12, αντικρούεται από τους Εναγόμενους. Και τούτο καθότι η ΑΑ ισχυρίζεται πως είναι η πολιτική των Εναγομένων να ζητούν τη διενέργεια δύο εκτιμήσεων για το τρέχον έτος και παρουσιάζει επιπρόσθετη ηλεκτρονική αλληλογραφία, Τεκμήρια Β1, Β2 και Γ, μεταξύ των μερών με την οποία οι Εναγόμενοι ζητούν στοιχεία υποστηρίζοντας το αίτημα τους και από την οποία φαίνεται ότι ακόμα και με κάποια καθυστέρηση, οι Εναγόμενοι απάντησαν και μάλιστα θετικά στις προτάσεις για πώληση ακινήτων υπό την αίρεση της έγκρισης από τα αρμόδια κλιμάκια. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως μέρος της ακίνητης περιουσίας η οποία προσφέρθηκε στους Εναγόμενους, με την απαλλαγή της κατοικίας, αφορά και περιουσία η οποία είναι ήδη υποθηκευμένη και με πρώτη επιβάρυνση υπέρ άλλης Τράπεζας. Επίσης, σύμφωνα με την ΑΑ, η όλη στάση των Εναγομένων καταρρίπτει τις θέσεις των Εναγόντων και αντιθέτως καταδεικνύει διάθεση συζήτησης για πιθανή εξεύρεση λύσης παρά και την έκδοση διαιτητικών και δικαστικών αποφάσεων υπέρ τους, χωρίς όμως ποτέ να τέθηκε θέμα διαγραφής του προβλεπόμενου στις αποφάσεις τόκου, παρά μόνο υπολογισμού οφειλόμενου ποσού με βάση χαμηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο, στα πλαίσια πάντοτε των διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών. Με βάση το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, διαφαίνεται η συνεχής επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων με σκοπό την εξεύρεση λύσης στα πλαίσια διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών, χωρίς επηρεασμό των διαιτητικών και δικαστικών αποφάσεων και χωρίς την κατάληξη σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους. Περαιτέρω, με βάση τις εκθέσεις των οικονομικών συμβούλων των Εναγόντων, Τεκμήρια 12 και 13 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, οι Ενάγοντες αναγνωρίζουν ότι το συνολικό ύψος της οφειλής τους ανέρχεται στα €2.348.197,34, με διαφορά €834.330,87 από το ισχυριζόμενο κατά τους Εναγόμενους ποσό. Σημειώνεται βεβαίως πως οι Εναγόμενοι αντικρούουν τους όποιους ισχυρισμούς περί χρέωσης τόκου ανά 365 μέρες και χρέωσης λανθασμένου επιτοκίου, αναφέροντας ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν είναι καταλανωτικές αλλά εμπορικές, ότι η χρέωση τόκου γίνεται νόμιμα ανά 360 μέρες και ότι στις περιπτώσεις παράνομης χρέωσης τόκων έχει γίνει αναδρομική επιστροφή τόκων, παρουσιάζοντας σχετικό Δελτίο Τύπου, Τεκμήριο Ζ. Πέραν του ότι η εικόνα αναφορικά με τη στάση των Εναγομένων παρουσιάζεται κάπως αποσπασματικά από την Ενάγουσα 2 ενώ η όλη της διάσταση συμπληρώνεται από τα όσα αναφέρουν και παρουσιάζουν οι Εναγόμενοι, σαφώς οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών ως προς τυχόν διευθέτηση των οφειλών των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους, δεν είναι ικανές να διαφοροποιήσουν τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου πως οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής τους. Δεν μου διαφεύγει επίσης πως η ενυπόθηκη περιουσία δυνάμει της Υ./09, για την οποία έχουν σταλεί οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ για την σκοπούμενη πώληση με πλειστηριασμό στις 18.7.19, είναι η κατοικία της οικογένειας της Ενάγουσας
- Επί τούτου, είναι γεγονός πως το άρθρο 44ΙΑΑ του Ν.9/65 παρέχει προνομιακό καθεστώς στον ενυπόθηκο οφειλέτη σε περίπτωση πώλησης με πλειστηριασμό της κύριας κατοικίας. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης όμως πως ο ορισμός της κύριας κατοικίας δυνάμει του άρθρου 44ΙΕ του Ν.9/65 περιλαμβάνει κατοικία στην οποία διαμένει ο ιδιοκτήτης αυτής, η εκτιμημένη αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις €350.000, οπότε η υπό κρίση κατοικία δεν εμπίπτει εντός της συγκεκριμένης πρόνοιας του Νόμου. Επιπλέον, διαφαίνεται πως αυτή η κατοικία αποτελεί αντικείμενο δύο συμφωνιών υποθήκης και οι ειδοποιήσεις αφορούν στην πρώτη του 2009, για την οποία έχει εκδοθεί διαιτητική και δικαστική απόφαση, ενώ έχει εκδοθεί και διαιτητική απόφαση για τη δεύτερη του
- Σημειώνεται επίσης πως οι δύο πλευρές εκφράζουν διαφορετικές απόψεις ως προς την αξία της προτεινόμενης προς πώληση περιουσίας και γενικότερα ολόκληρης της περιουσίας των Εναγόντων, με παραπομπή στις δικές της η καθεμιά εκτιμήσεις, διαφωνώντας στο κατά πόσο η αξία της περιουσίας καλύπτει τη συνολική οφειλή. Εκείνο το οποίο δύναται να λεχθεί είναι πως οι εκτιμήσεις αναφέρονται μεν στην αγοραία αξία αλλά και στην αξία καταναγκαστικής πώλησης η οποία είναι σαφώς χαμηλότερη. Επομένως, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων περί επικείμενης πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας σε πολύ χαμηλότερη τιμή της αξίας της θα πρέπει να συνεκτιμηθούν σε αυτό το πλαίσιο. Επιπλέον, το Μέρος VIA του Ν.9/65 περιέχει συγκεκριμένες πρόνοιες και παρέχει ασφαλιστικές δικλίδες ως προς την τιμή πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας σε περίπτωση που οι εκτιμήσεις της αξίας αυτής εκ μέρους των δύο πλευρών διαφέρουν ως προς τα ποσά - βλ. άρθρα 44Δ και 44Ε. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, κρίνεται επίσης σκόπιμο να λεχθεί πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες, υπό την έννοια πως σε περίπτωση που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα οι Εναγόμενοι θα καταβάλουν το υπόλοιπο στους Ενάγοντες, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι χαμηλότερο της αξίας των ενυπόθηκων και ή οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε οι Εναγόμενοι δύνανται να τους αποζημιώσουν. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός από τους Ενάγοντες πως οι Εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι, αλλά αντιθέτως οι τελευταίοι προέβαλαν ισχυρισμό, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος, πως είναι φερέγγυοι, διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία πέραν των €7δις. και έχουν κάθε δυνατότητα αποζημίωσης, παρουσιάζοντας σχετική Ανακοίνωση της Κεντρικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, θυγατρικής κατά 100% των Εναγομένων, για τα οικονομικά αποτελέσματα για το έτος 2016, Τεκμήριο Η στην ένορκη δήλωση της ΑΑ. Ως εκ τούτου η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα και επομένως θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει καθότι οι Ενάγοντες δεν καταφέραν να καταδείξουν ότι συντρέχουν οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
- Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο