Vianova Holdings Ltd ν. Brassolis Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3568/2010, 25/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A418 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3568/2010 Μεταξύ: Vianova Holdings Ltd Εναγόντων v.
- Brassolis Holdings Ltd
- Bloczek Ltd
- Immoeast Projekt Despina Holding GMBH
- Polus Investments Ltd
- Mogul Consulting Co. Ltd
- . Γεωργιάδη
- . Χαραλάμπους Εναγομένων Αίτηση Εναγoμένων 1, 4 και 7 ημ. 21.5.19 για παραμερισμό και ή διαγραφή ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης των Εναγόντων Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1, 4 και 7 - Αιτητές: κα Δ. Παπαθωμά για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ε. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και κ. X. Πογιατζής για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1, 4 και 7 - Αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται η ένορκη δήλωση περαιτέρω αποκάλυψης του ΣΓ εκ μέρους των Εναγόντων ημ. 20.5.
- Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΣΧ (εφεξής «η ΣΧ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1, 4 και 7 - Αιτητές. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας και κυρίως στο τι προηγήθηκε μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων πριν την καταχώριση της υπό κρίση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Η ΣΧ επισημαίνει πως η υπό κρίση αποκάλυψη καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και επιδρά αρνητικά στα εχέγγυα της δίκαιης δίκης όπως διασφαλίζονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για την οποία όλες οι πλευρές θα πρέπει με βάση την ισότητα των όπλων να έχουν ίσες ευκαιρίες να προετοιμαστούν καταλλήλως για την ακρόαση. Η ΣΧ αναφέρεται ειδικά σε Έκθεση Εκτίμησης, η οποία περιλαμβάνεται στα έγγραφα προς αποκάλυψη, η οποία όμως ακόμα δεν έχει ετοιμαστεί. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση είναι αντικανονική και ή παράτυπη και ή βασίζεται σε λανθασμένη και ή ελλιπή νομική βάση.
- Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για την έγκριση της Αίτησης η οποία έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.
- Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης δεν θα προκαλέσει τεράστια αδικία και ή ανεπανόρθωτη βλάβη στους Εναγόμενους 1, 4 και
- Οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν με τη συνεχή υποχρέωση για αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων.
- Η Αίτηση χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης και ή σκοπεί στην προώθηση αλλότριων και ή αθέμιτων σκοπών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΣΓ (εφεξής «ο ΣΓ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Ν. Αναστασιάδη που εκπροσωπεί τους Καθ΄ ων. Και ο ΣΓ με τη σειρά του αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας και στη συνεννόηση μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, καθώς επίσης και στις συνθήκες καταχώρισης της υπό κρίση αποκάλυψης, προβάλλοντας τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην καταχώριση της σε εκείνο το χρονικό σημείο και εξηγώντας τη φύση των προτεινόμενων εγγράφων. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Ι. Νομική Πτυχή Η Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει τη διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για τον σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση ούτως ώστε η αντίδικη πλευρά να μην καταλαμβάνεται εξ απροόπτου στο τι έχει να αντιμετωπίσει στη δίκη. Για σκοπούς της παρούσας Αίτησης η οποία αφορά σε περαιτέρω αποκάλυψη, θεωρώ άκρως διαφωτιστική την απόφαση στην Αγωγή Ναυτοδικείου 31/13, Marcegaglia SpA κ.ά. v. Του Πλοίου «VYSOKOGORSK», ημ. 31.5.16. Στην εν λόγω υπόθεση ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Οικονόμου ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not το exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά με παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλιν στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από την πιο πάνω υπόθεση προκύπτει σαφώς πως η Δ.28 θ.1 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος της μιας πλευράς, να διατάξει την άλλη πλευρά όπως προβεί σε αποκάλυψη καθορίζοντας τον χρόνο συμμόρφωσης με την εν λόγω διαταγή. Από τη στιγμή όμως που εκδίδεται τέτοια διαταγή τότε η πλευρά στην οποία αφορά η διαταγή έχει συνεχή υποχρέωση αποκάλυψης είτε αναφορικά με έγγραφα τα οποία περιήλθαν μετέπειτα στην κατοχή της είτε ακόμα και αναφορικά με έγγραφα τα οποία, ενώ βρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατοχή της, παρέλειψε να αποκαλύψει λόγω αβλεψίας. Αυτή η υποχρέωση εκπληρώνεται χωρίς άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου, ήτοι με καταχώριση είτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης είτε ειδοποίησης περαιτέρω αποκάλυψης. Βεβαίως η άλλη πλευρά διατηρεί το δικαίωμα να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω ένορκης δήλωσης ή ειδοποίησης εάν θεωρεί πως συντρέχουν λόγοι προς τούτο. ΙΙ. Νομική Βάση Αίτησης Αποτελεί λόγο ένστασης ότι η Αίτηση δεν βασίζεται στην ορθή νομική βάση. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων στη Δ.28, η οποία όπως έχει ήδη λεχθεί είναι η κατ΄ εξοχήν δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα της αποκάλυψης. Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται επίσης και η Δ.64 θ.2, η οποία παρέχει τη δυνατότητα καταχώρισης αίτησης «. για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας .». Θεωρώ πως αυτή η διάταξη καλύπτει και την παρούσα Αίτηση η οποία ακριβώς αποσκοπεί και αποβλέπει στον παραμερισμό εγγράφου το οποίο καταχωρίστηκε κατ΄ ισχυρισμό αντικανονικά και παράτυπα από τους Ενάγοντες, ήτοι της ένορκης δήλωσης συμπληρωματικής αποκάλυψης στην οποία αυτοί προέβησαν στις 20.5.19. Όπως αναφέρεται στη Δ.64 θ.2, τέτοια αίτηση επιτρέπεται νοουμένου ότι υποβάλλεται σε εύλογο χρόνο και πριν ο αιτών προβεί σε οποιοδήποτε νέο διάβημα στη διαδικασία αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση ένορκη δήλωση αποκάλυψης καταχωρίστηκε στις 20.5.19 και η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε αμέσως την επομένη, ήτοι στις 21.5.19, ημερομηνία κατά την οποία η Αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Επομένως, η Αίτηση καταχωρίστηκε χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση και πριν οι Εναγόμενοι 1, 4 και 7 προβούν σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη διαδικασία. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η Αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και δύναται να τύχει εξέτασης. ΙΙΙ. Ιστορικό Διαδικασίας Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να τεθεί εξαρχής το ιστορικό της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα: (
- i)Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 16.7.10. (
- ii)Στις 16.7.10, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης των Εναγόντων, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους 2 να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν τις μετοχές, τα περιουσιακά στοιχεία και το ενεργητικό της εταιρείας Tripont. Κατόπιν ακρόασης της αίτησης, με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 5.11.10, το Δικαστήριο οριστικοποίησε το εν λόγω διάταγμα. (iii) Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 15.4.11. (
- iv)Οι Εναγόμενοι 1, 4 και 7 εμφανίζονται με τους ίδιους δικηγόρους και καταχώρισαν κοινή υπεράσπιση. Το ίδιο έγινε και με τους Εναγόμενους 2 και 3. (
- v)Η δικογραφία έκλεισε μετά και την καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 2 και 3 στις 24.5.13. (
- vi)Κατόπιν κοινού αιτήματος όλων των πλευρών, στις 10.12.13 το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα εκατέρωθεν ένορκης αποκάλυψης. Οι Εναγόμενοι 1, 4 και 7 καταχώρισαν τρεις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης, στις 3.1.14, 27.6.14 και 13.7.18. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν τη δική τους στις 7.2.14. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν δύο ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης στις 9.1.14 και 1.6.17. (vii) Η ακρόαση της Αγωγής ξεκίνησε στις 7.6.17 με τη μαρτυρία του κ. AZP, διευθυντή των Εναγομένων 1, η οποία διήρκησε συνολικά επτά δικασίμους, ήτοι στις 7.6.17, 9.6.17, 23.6.17, 26.6.17, 25.9.17, 2.11.17 και 3.11.17. Σημειώνεται πως η αντεξέταση του μάρτυρος ξεκίνησε στις 9.6.17. Κατά την τελευταία ημερομηνία, 3.11.17, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του μάρτυρος, η πλευρά των Εναγόντων ζήτησε χρόνο για να μελετήσει το ενδεχόμενο κατά πόσο θα έφερνε και δεύτερο μάρτυρα. (viii) Η υπόθεση είχε οριστεί για συνέχιση της ακρόασης, ενώ εν τω μεταξύ στις 11.1.18 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για επιθεώρηση και παράδοση εγγράφων από τους Εναγόμενους 1 και 4-7, η οποία ορίστηκε στις 16.1.18. Εκείνη την ημερομηνία, το Δικαστήριο έθεσε ζήτημα εξαίρεσης του και αφού άκουσε όλες τις πλευρές επί τούτου, με απόφαση του ημ. 2.2.18 αποφάσισε την αυτοεξαίρεση του. Έτσι η υπόθεση τέθηκε ενώπιον άλλου αρμόδιου Δικαστή για επανεκδίκαση. (
- ix)Στις 7.5.18 έγινε αλλαγή δικηγόρου των Εναγόντων με την εμφάνιση του γραφείου Ν. Αναστασιάδη και στις 13.6.18 διορίστηκε και το γραφείο Π. Παύλου για τους Ενάγοντες. (
- x)Στις 13.7.18 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Το παρόν Δικαστήριο θεώρησε ορθό όπως εκδικαστεί εκείνη η αίτηση πριν τον ορισμό της Αγωγής για ακρόαση, και έτσι, κατόπιν ακρόασης της αίτησης και έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης του ημ. 27.3.19, όρισε την Αγωγή για ακρόαση στις 21-24.5.19, καθότι είχε δηλωθεί ότι οι Ενάγοντες θα καλούσαν εκ νέου τον ίδιο μάρτυρα ο οποίος θα ερχόταν από το εξωτερικό. (
- xi)Στις 20.5.19 οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένορκη δήλωση περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων. Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι Ενάγοντες απέστειλαν την εν λόγω ένορκη δήλωση μαζί με αντίγραφα των εγγράφων, πλην των υπ΄ αρ. 7 και 11, στους Εναγόμενους. Αυτά επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της ΣΧ και πρόκειται για πολυσέλιδα στο σύνολο τους έγγραφα. (xii) Στις 21.5.19 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν αίτηση με τα ίδια αιτητικά ως η παρούσα, η οποία είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο στις 28.5.19. (xiii) Στις 21.5.19, το Δικαστήριο άκουσε τις θέσεις όλων των πλευρών και έκρινε ότι από τη στιγμή που υπήρχε στον φάκελο η εν λόγω αίτηση αυτή θα έπρεπε να ακουστεί πρώτα πριν την έναρξη της ακρόασης της Αγωγής, ειδικότερα εφόσον και η πλευρά των Εναγομένων 1, 4 και 7 δήλωσε την πρόθεση της να καταχωρίσει παρόμοια αίτηση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση της Αγωγής και έδωσε οδηγίες για καταχώριση ένστασης στην αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 και για καταχώριση παρόμοιας αίτησης από τους Εναγόμενους 1, 4 και 7, η οποία καταχωρίστηκε αργότερα στις 21.5.19. (xiv) Αφού οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση (η οποία είναι πανομοιότυπη) και στις δύο αιτήσεις, το Δικαστήριο όρισε αυτές για ακρόαση. Παρόλο που εκδικάστηκαν την ίδια μέρα, το Δικαστήριο προχωρά με την έκδοση ξεχωριστής απόφασης για κάθε αίτηση. IV. Νομική Ανάλυση Ηγέρθη ως λόγος ένστασης πως από τη στιγμή που η ακρόαση της Αγωγής δεν ξεκίνησε, τότε η Αίτηση έχει καταστεί αβάσιμη και άνευ αντικειμένου και το αιτητικό Β της Αίτησης έχει ικανοποιηθεί. Είναι γεγονός πως στην υπό κρίση Αίτηση, πέραν του ως άνω αιτητικού για παραμερισμό της ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης, υπάρχει και δεύτερο διαζευκτικό αιτητικό με το οποίο ζητείτο η αναβολή της ακρόασης υπό τέτοιους όρους ούτως ώστε να παρείχετο εύλογος χρόνος στους Εναγόμενους 1, 4 και 7 να επιθεωρήσουν τα έγγραφα και να προετοιμαστούν καταλλήλως για την ακρόαση της υπόθεσης. Εκ των πραγμάτων, στις 21.5.19, το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση της Αγωγής για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, πλην όμως αργότερα την ίδια μέρα οι Εναγόμενοι 1, 4 και 7 καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση προωθώντας αιτητικό για παραμερισμό, εξ ου και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ένσταση ούτως ώστε η Αίτηση να προχωρήσει σε εκδίκαση. Όπως άλλωστε φαίνεται από τα αιτητικά, το δεύτερο αιτητικό τίθετο διαζευκτικά, ήτοι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ήθελε εγκρίνει το πρώτο αιτητικό, τότε να προχωρήσει στην εξέταση και ενδεχομένως στην έγκριση του δεύτερου, λαμβανομένου υπόψιν πως η Αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση εκείνη τη μέρα και θα ερχόταν ο ίδιος μάρτυρας από το εξωτερικό, χωρίς όμως οποτεδήποτε να τίθετο ζήτημα πως τυχόν αναβολή της ακρόασης της Αγωγής εξουδετέρωνε το πρώτο και κύριο αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης. Το γεγονός πως ενόψει της αναβολής της ακρόασης της Αγωγής, εκ των πραγμάτων παρέχεται χρόνος για μελέτη των προτεινόμενων αποκαλυφθέντων εγγράφων και για κατάλληλη προετοιμασία των Εναγομένων 1, 4 και 7 για την ακρόαση, δεν είναι ικανό από μόνο του να καταστήσει την Αίτηση άνευ αντικειμένου καθότι το βασικό και κυρίαρχο αιτητικό αφορά στον παραμερισμό της υπό κρίση αποκάλυψης για λόγους άλλους εκτός της αναγκαιότητας παροχής χρόνου για προετοιμασία, και επομένως αυτό παραμένει προς εξέταση. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. Καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της περαιτέρω αποκάλυψης και με βάση το ιστορικό της διαδικασίας, το Δικαστήριο επισημαίνει αρχικά πως από τη στιγμή που είχε εκδοθεί διάταγμα ένορκης αποκάλυψης, αυτή η υποχρέωση ήταν συνεχής μέχρι και το τέλος της διαδικασίας, όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2)
(1997)1 All E.R. 614. Βεβαίως, τέτοια υποχρέωση δεν συνεπάγεται πως δύναται να ασκείται ως εκ δικαιώματος, δίχως να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Marcegaglia SpA κ.ά. v. Του Πλοίου «VYSOKOGORSK» (ανωτέρω), κατ΄ αρχάς σημαντικό στοιχείο είναι όπως οποιαδήποτε περαιτέρω αποκάλυψη γίνεται χωρίς καθυστέρηση, πράγμα το οποίο σημαίνει το συντομότερο δυνατό, και επιπλέον το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να καταστέλλει οποιασδήποτε μορφής κατάχρηση διαδικασίας, όπως συνέβη στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798 η οποία αφορούσε σε αίτηση για αποκάλυψη. Αυτή η εξουσία και ευχέρεια του Δικαστηρίου να ρυθμίζει και ελέγχει κάθε μορφής διάβημα στη διαδικασία συνάδει πλήρως και με τον σκοπό της αποκάλυψης που δεν είναι άλλος από του να παρέχει στην αντίδικη πλευρά τις πληροφορίες εκείνες ούτως ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τη δίκη. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω): «Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire [1920] A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financierev. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ., σελ. 600, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and Another
(1962)C.L.R. 40).» Με άλλα λόγια, αυτή η συνεχής υποχρέωση θα πρέπει να ασκείται χωρίς καθυστέρηση και με επιμέλεια, υπό την έννοια πως η πλευρά που προβαίνει στην αποκάλυψη θα πρέπει, ιδιαίτερα όταν παρατηρείται αργοπορία, να παρέχει κάποια βάσιμη και επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη συμπερίληψης του νέου εγγράφου στην αρχική ένορκη δήλωση του και να δείχνει τη σχετικότητα του, έχοντας υπόψιν της τον σκοπό της αποκάλυψης και τον σεβασμό των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε η απεριόριστη δυνατότητα αποκάλυψης κατά το δοκούν, και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798, «ασφαλώς η πορεία της τμηματικής αποκάλυψης δεν είναι ενδεδειγμένη ή πρόσφορος για σκοπούς εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας», στην οποία κρίθηκε πως η νέα αίτηση για αποκάλυψη συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας και δεν έγινε δεκτή. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Oscar Shipping PTE Ltd v. Tου Φορτίου επί του Πλοίου Asphodel (Αρ. 2) (ανωτέρω) στην οποία η προβαλλόμενη δικαιολογία δεν κρίθηκε ικανή να προσμετρήσει υπέρ του αιτήματος για περαιτέρω αποκάλυψη. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι τον Ιούνιο 2012 που καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν κατείχαν τα έγγραφα τα οποία ζητούν τώρα να αποκαλύψουν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε λέγουν ότι τελούσαν υπό πλάνη ή παρανόηση για την υπόθεση ούτε ότι είχαν λανθασμένη αντίληψη ότι τα έγγραφα δεν ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα. Αυτό που οι ενάγοντες ισχυρίζονται είναι ότι εκ λάθους δεν γίνεται αναφορά στην αγωγή για την εργοδότηση του πλοίου μετά την 20.11.2011, στοιχείο που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετικό και να προσμετρήσει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος όταν μάλιστα η αίτηση για τροποποίηση της αγωγής έχει απορριφθεί.» Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση ένορκη δήλωση περαιτέρω αποκάλυψης καταχωρίστηκε μόλις μια μέρα πριν την ακρόαση της Αγωγής. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών, ΣΓ, αναφέρει τα εξής: «
- Στα πλαίσια της προετοιμασίας για ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 22/05/19, η πλευρά της Ενάγουσας αντιλήφθηκε ότι εκ παραδρομής, αλλά καλόπιστα, κάποια έγγραφα δεν είχαν περιληφθεί στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων. Ενόψει του ότι η Ενάγουσα προτίθεται να χρησιμοποιήσει αυτά τα έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και ενόψει του ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης και τα έγγραφα αυτά είναι αναγκαία στην παρουσίαση και απόδειξη της υπόθεσης της, καθώς επίσης άπτεται των δικαιωμάτων της Ενάγουσας για δίκαιη δίκη, αλλά και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, είναι καθήκον της Ενάγουσας να αποκαλύψει τα έγγραφα τα οποία εκ παραδρομής δεν είχαν περιληφθεί στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και τα οποία έχει σκοπό να χρησιμοποιήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε άμεσα η παρούσα Ένορκη Δήλωση.
- Μέσω των προηγούμενων ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 09/01/2014 και 01/06/2017, η Ενάγουσα επιφύλαξε ρητά το δικαίωμά της να αποκαλύψει περαιτέρω έγγραφα, τα οποία δεν είχε στην κατοχή ή έλεγχό της ή δεν είχαν ανευρεθεί. Η παρούσα ένορκη δήλωση καταχωρείται και σε συνέχεια των εν λόγω επιφυλάξεων.
- Τα περαιτέρω έγγραφα που σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, και τα οποία αποκαλύπτονται με την παρούσα, είναι αυτά που αναφέρονται στο επισυνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α.» Με αυτή επιχειρείται η αποκάλυψη έντεκα συνολικά εγγράφων, τα οποία καταγράφονται σε συνημμένο Κατάλογο Εγγράφων ως εξής: «ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ
- Ηλεκτρονική έρευνα στον Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη για την Ενάγουσα εταιρεία ημερομηνίας 25/09/
- Επιστολή ημερομηνίας 06/05/2019 με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού από Bank Gutmann AG για έμβασμα ημερομηνίας 06/05/
- Έρευνα για την εταιρεία S.C. TRIPONT S.R.L. και μετάφρασή της στα Αγγλικά.
- Δέσμη εγγράφων που αποτελείται από δημοσιευμένα άρθρα στον τύπο και/ή σε ιστοσελίδες και μετάφραση τους.
- Αντίγραφο Επιστολής Πρόθεσης ("Letter of Intent") ημερομηνίας 05/04/
- Αντίγραφο Έκθεσης Εκτίμησης ("Valuation Report") της εταιρείας Colliers International ημερομηνίας 15/06/
- Αντίγραφο ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 18/11/2011 και της συνοδεύουσας ένορκης δήλωσης του κ. AS ημερομηνίας 14/11/2011 και τα επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο της Αίτησης Εκκαθάρισης Αρ. 19/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 16/09/2008 από την Ενάγουσα Εταιρεία προς την Εναγόμενη
- Αντίγραφο Έκθεσης της εταιρείας Cushman & Wakefield Echinox για τις παραδόσεις κατασκευαστικών έργων στη Ρουμανία για την περίοδο 2007 -
- Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 13/05/2010 από τον SD προς την Εναγόμενη
- Έκθεση Εκτίμησης της Baker Tilly Klitou & Partners Ltd ημερομηνίας 16/04/2019.» Σημειώνεται εξαρχής πως ενώ στην πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης, οι Ενάγοντες επιφύλαξαν το δικαίωμα να παρουσιάσουν οποιοδήποτε άλλο έγγραφο περιερχόταν σε γνώση ή στην κατοχή τους, στη δεύτερη δεν περιλαμβάνεται τέτοια επιφύλαξη, παρόλο που αυτή η παράλειψη τελικώς δεν ενέχει σημασία για την έκβαση της Αίτησης. Σαφώς τα έγγραφα υπ΄ αρ. 5-8 και 10 αφορούν σε ημερομηνίες μεταξύ των ετών 2007 και 2011, τα οποία προφανώς βρίσκονταν εξαρχής στην κατοχή των Εναγόντων. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης, στην οποία ο ΣΓ προβάλλει ως μοναδικό λόγο για την αποκάλυψη αυτών σε εκείνο το χρονικό στάδιο την εκ παραδρομής μη συμπερίληψη τους στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης. Είναι όμως αξιοσημείωτο το ότι προηγήθηκαν δύο ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης, ήτοι η πρώτη στις 9.1.14 και η δεύτερη τρία έτη αργότερα την 1.6.17, ακολούθησε η μαρτυρία του πρώτου και βασικού, και πιθανότατα και μοναδικού, μάρτυρος των Εναγόντων (ενώπιον Δικαστηρίου υπό άλλη σύνθεση), κατά τα έτη 2017 και 2018, η οποία διήρκησε επτά δικασίμους, και μέχρι τότε αυτά τα έγγραφα δεν είχαν περιέλθει στην αντίληψη των Εναγόντων. Υπό αυτές τις περιστάσεις, παρατηρείται υπέρμετρη καθυστέρηση στην αποκάλυψη των συγκεκριμένων εγγράφων, χωρίς να δίδεται ικανοποιητική εξήγηση ως προς τούτο. Θεωρώ πως η απλή προβολή της εκ παραδρομής μη συμπερίληψης τους, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, ήτοι δύο προγενέστερες αποκαλύψεις και την προσκόμιση μαρτυρίας, δεν αποτελεί ικανοποιητική δικαιολογία. Οι Ενάγοντες όφειλαν να παρέχουν περισσότερες εξηγήσεις προς ικανοποίηση της παράλειψης παρουσίασης αυτών των εγγράφων για τόσα έτη. Δεν μου διαφεύγει ότι η αβλεψία και ή παραδρομή θα μπορούσε δυνητικά να αποτελεί βάσιμο λόγο για την παράλειψη αποκάλυψης εγγράφων, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για έγγραφα που χρονολογούνται πολύ πριν ακόμα και την πρώτη αποκάλυψη, για σχετικά μεγάλο αριθμό εγγράφων και για μια διαδικασία κατά την οποία οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να ασχοληθούν με το θέμα της αποκάλυψης εγγράφων σε διάφορα στάδια, ήτοι στις δύο ένορκες αποκαλύψεις, αλλά ειδικότερα κατά την προετοιμασία της ακρόασης και της μακράς διάρκειας κατάθεσης του μάρτυρος των Εναγόντων, ούτως ώστε οι Ενάγοντες όφειλαν να αιτιολογήσουν επαρκώς και ειδικότερα να δικαιολογήσουν την τόσο μεγάλη καθυστέρηση και παράλειψη παρουσίασης σε τόσες παλαιότερες ευκαιρίες τα εν λόγω έγγραφα. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, προκύπτει ταυτόχρονα πως τα έγγραφα υπ΄ αρ. 5 και 6 περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Εναγομένων 2 και
- Συγκεκριμένα, τα έγγραφα υπ΄ αρ. 5 και 6 περιλαμβάνονται με τους ίδιους αριθμούς στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Εναγομένων 2 και
- Αναφορικά με το έγγραφο υπ΄ αρ. 8, σημειώνεται πως το αναφερόμενο υπ΄ αρ. έγγραφο 8 στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Εναγομένων 2 και 3 αναφέρεται σε «Ειδοποίηση (Notice) της Brassolis Holdings Limited ημερομηνίας 16/09/08», περιγραφή η οποία προκαλεί ασάφεια ως προς το κατά πόσο πρόκειται επίσης για το ίδιο έγγραφο. Η ίδια αβεβαιότητα ισχύει και το έγγραφο υπ΄ αρ. 10 σε συνάρτηση με το έγγραφο με αρ. 62 στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Εναγομένων 2 και 3 το οποίο αναφέρεται σε «Τελική Κλήση/Πληρωμής προς τη Tripont Invest Srl ημερομηνίας 13/5/10», το οποίο ακολουθείται από το επόμενο έγγραφο 11 ως «Συμπληρωματική Ειδοποίηση στην Τελική Κλήση/Ειδοποίηση Πληρωμής ημερομηνίας 13/5/10». Παρόλο που ο ισχυρισμός του ΣΓ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πως τα έγγραφα υπ΄ αρ. 5, 6 και 8-10 περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης των Εναγομένων, δεν έχει αντικρουστεί, εντούτοις το Δικαστήριο είναι σε θέση να ελέγξει από μόνο του ως προς το βάσιμο αυτού του ισχυρισμού με την αντιπαραβολή και σύγκριση των εκατέρωθεν αποκαλύψεων. Μάλιστα, διαφαίνεται πως αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι απολύτως ακριβής, καθότι το έγγραφο υπ΄ αρ. 9 δεν εντοπίζεται στις ένορκες δηλώσεις αποκαλύψεων των Εναγομένων. Μόνο στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημ. 13.7.18 των Εναγομένων 1, 4 και 7 γίνεται αναφορά σε έγγραφο με αρ. 10 ως «Ηλεκτρονική αλληλογραφία (47 ηλεκτρονικά μηνύματα) στην Αγγλική γλώσσα μεταξύ των εταιρειών IMMOFINANZ AG, CUSHMAN & WAKEFIELD, ERNEST & YOUNG S.R.L., MARITIMO SHOPPING CENTER, TRIGRANIT DEVELOPMENT CORPORATION και του δικηγόρου των Εναγόμενων 1, 4, 5, 6 και 7 Δημήτρη Αραούζου για την περίοδο 20/06/2011 - 10/08/2011 με θέμα "Business Valuation Tripont"», περιγραφή η οποία δεν απολήγει στο ότι πρόκειται για το ίδιο έγγραφο, ήτοι έκθεση για την περίοδο 2007-
- Θεωρώ πως από τη στιγμή που τα έγγραφα υπ΄ αρ. 5 και 6 περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση των Εναγομένων 2 και 3, τότε αυτά αφενός βρίσκονται σε γνώση των Αιτητών και αφετέρου δύνανται να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια της μαρτυρίας των Εναγόντων. Επομένως θεωρώ πως η αποκάλυψη τους από πλευράς Εναγόντων, έστω και σε αυτό το στάδιο και χωρίς την αναγκαία αιτιολόγηση ως προς την καθυστέρηση αποκάλυψης, δεν προκαλεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στους Αιτητές και η αποκάλυψη αυτών μέσω της καταχώρισης της υπό κρίση ένορκης δήλωσης είναι επιτρεπτή. Το Δικαστήριο όμως αδυνατεί να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα και αναφορικά με τα έγγραφα υπ΄ αρ. 8, 9 και 10, εφόσον αυτά δεν εντοπίζονται στις ένορκες δηλώσεις των Εναγομένων. Αναφορικά με το έγγραφο υπ΄ αρ. 7, ο ΣΓ προβάλλει ισχυρισμό ότι αυτό δεν δόθηκε στους Εναγόμενους καθότι αφορά αίτηση μεταξύ των ίδιων διαδίκων και επομένως βρίσκεται ήδη στην κατοχή τους, ισχυρισμός ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος από πλευράς Εναγομένων 1, 4 και
- Δεν μου διαφεύγει ταυτόχρονα πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης τους, αναφέρονται σε διάφορα έγγραφα (με αρ. 57-59) στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας, και συγκεκριμένα σε ένορκες δηλώσεις των KS, ΑΚ και AS, με τα συνημμένα σε αυτές τεκμήρια στα πλαίσια της ίδιας Αίτησης Εκκαθάρισης. Οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις του κ. S φέρουν διαφορετικές ημερομηνίες 18.5.10 και 22.2.
- Από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι 1, 4 και 7 ήταν διάδικοι σε εκείνη τη διαδικασία και συνακόλουθα έχουν γνώση της διαδικασίας και του περιεχομένου του φακέλου αυτής, θεωρώ ότι η αποκάλυψη του συγκεκριμένου εγγράφου από τους Ενάγοντες, έστω και σε αυτό το στάδιο, δεν δημιουργεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό ούτε και προσλαμβάνει τους Εναγόμενους 1, 4 και 7 εξ απροόπτου με την παρουσίαση αυτού κατά τη μαρτυρία των Εναγόντων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις απολήγουν βασικά στο ότι εκτός των εγγράφων υπ΄ αρ. 5-7, λόγω της τόσο μεγάλης καθυστέρησης στην αποκάλυψη των εγγράφων υπ΄ αρ. 8-10 και με βάση το ιστορικό της παρούσας Αγωγής, οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να δώσουν βάσιμες και ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την παράλειψη αποκάλυψης αυτών σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Θεωρώ πως η προβολή λόγων στην ένορκη δήλωση του ΣΓ που συνοδεύει την ένσταση δεν δύναται να συμπληρώσει εκ των υστέρων τις θέσεις των Εναγόντων ως προς την αναγκαιότητα αποκάλυψης σε εκείνο το χρονικό σημείο. Άλλωστε, γι΄ αυτό ακριβώς παρέχεται η δυνατότητα υποβολής αίτησης για άδεια για καταχώριση ένορκης δήλωσης περαιτέρω και συμπληρωματικής αποκάλυψης, ούτως ώστε να δίδεται η δυνατότητα στον διάδικο που επιθυμεί να προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη να ενημερώσει έγκαιρα γι΄ αυτή την πρόθεση του το Δικαστήριο και τους αντιδίκους του, και να έχει την ευκαιρία να προβάλει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί πως δικαιολογείται η αποκάλυψη. Αυτό θεωρώ είναι και το στοιχείο το οποίο διαφοροποιεί την παρούσα από τις πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε η δικηγόρος των Εναγόντων, στις σελ. 25 και 26, καθότι εκεί ο διάδικος που επιθυμούσε την αποκάλυψη υπέβαλε σχετικό αίτημα, ενώ στη μια εξ αυτών το Δικαστήριο επέτρεψε την αποκάλυψη εγγράφου υπό τον όρο ότι θα καταχωρείτο σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Σημειώνεται ακόμα πως η αλλαγή δικηγόρου των Εναγόντων δεν ενέχει σημασία και πως η αποκάλυψη έγινε μόνο μια μέρα πριν την ημερομηνία της ακρόασης της Αγωγής, θέμα με το οποίο το Δικαστήριο θα ασχοληθεί εκτενέστερα κατωτέρω. Αναφορικά με τα έγγραφα υπ΄ αρ. 3 και 4, ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση περαιτέρω αποκάλυψης για την ημερομηνία αυτών ούτως ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε η ανάγκη αποκάλυψη τους. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο ΣΓ αναφέρει ότι τα έγγραφα υπ΄ αρ. 1 και 3 αποτελούν έρευνες οι οποίες υπήρχαν πλην όμως πρόσφατα διεφάνη η ανάγκη αποκάλυψης τους. Για το έγγραφο υπ΄ αρ. 3, επαναλαμβάνω πως οι Ενάγοντες όφειλαν είτε να προβάλουν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης επαρκείς και ικανοποιητικούς λόγους για τη μη προγενέστερη αποκάλυψη του, είτε να καταχωρούσαν αίτηση προβάλλοντας αυτούς τους λόγους. Αντί τούτου, η προτεινόμενη αποκάλυψη παραμένει παντελώς αόριστη και ως εκ τούτου ατεκμηρίωτη και αδικαιολόγητη. Αναφορικά με το έγγραφο 1, το οποίο αναφέρεται σε ημερομηνία μεταγενέστερη των δύο προηγούμενων ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης, είναι γεγονός πως αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 κατά τη μαρτυρία του κ. P, όπως ισχυρίζεται ο ΣΓ. Όπως έχει ήδη επισημάνει το Δικαστήριο στην προγενέστερη απόφαση του ημ. 27.3.19, η επανεκδίκαση της Αγωγής συνεπάγεται την εκ νέου προσκόμιση μαρτυρίας, επομένως, και εδώ το γεγονός της κατάθεσης αυτού του τεκμηρίου και συνακόλουθα της γνώσης περί τούτου από τους Εναγόμενους 1, 4 και 7, δεν σημαίνει αυτομάτως πως αυτό θα χρησιμοποιηθεί και στη νέα δίκη ούτως ώστε οι τελευταίοι να είναι προετοιμασμένοι και για την παρουσίαση και χρήση αυτού του εγγράφου στα πλαίσια προετοιμασίας αντεξέτασης του μάρτυρος, της γραμμής υπεράσπισης και της δικής τους μαρτυρίας. Σημειώνεται επίσης πως για το έγγραφο υπ΄ αρ. 4, ο ΣΓ ισχυρίζεται πως μόλις στις 7.5.19 περιήλθαν σε γνώση των Εναγόντων οι πιστοποιημένες μεταφράσεις των δημοσιευμάτων στα Αγγλικά, πλην όμως δεν αναφέρεται στο πότε αυτά περιήλθαν σε γνώση τους και πότε δόθηκαν οδηγίες για μετάφραση τους, ούτως ώστε να διαφανεί κατά πόσο είναι δικαιολογημένη η αποκάλυψη τους σε αυτό το στάδιο. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, παραμένει πλήρως αναιτιολόγητη η αποκάλυψη αυτού με την υπό κρίση ένορκη δήλωση. Ούτε και για τα έγγραφα υπ΄ αρ. 2 και 11 προβάλλεται οποιαδήποτε εξήγηση στην υπό κρίση ένορκη δήλωση για τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε η ανάγκη εξασφάλισης σε αυτό το στάδιο. Υπενθυμίζεται πως η μόνη αναφορά στην ένορκη δήλωση είναι η παράλειψη συμπερίληψης των εγγράφων στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης, λόγος ο οποίος σαφώς δεν καλύπτει ούτε και αφορά σε όλα τα έγγραφα εφόσον κάποια εξ αυτών φέρουν μεταγενέστερη ημερομηνία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρόλο που έχει προσφερθεί μαρτυρία σε προηγούμενο στάδιο, η ακρόαση της Αγωγής ξεκινά εκ νέου υπό την έννοια πως εκείνη η μαρτυρία δεν αποτελεί μέρος της ακρόασης που θα ξεκινήσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πλην όμως το ιστορικό της διαδικασίας παραμένει ως οδηγός για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης και κυρίως για τη συμπεριφορά των Εναγόντων σε αυτή. Με άλλα λόγια, παρόλο που η Αγωγή θα ξεκινήσει εκ νέου για ακρόαση, το ιστορικό δεν διαγράφεται και σαφώς διαφαίνεται πως οι Εναγόντες επέλεξαν, με την υπό κρίση αποκάλυψη, να παρουσιάσουν και χρησιμοποιήσουν μαρτυρία, χωρίς να παρέχουν οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το γιατί δεν το έπραξαν σε προγενέστερο χρόνο, και δη πριν την ακρόαση της παρούσας κατά το
- Άλλωστε, όπως διαφαίνεται τουλάχιστον από δύο εκ των εγγράφων, ήτοι τα υπ΄ αρ. 2 και 11, το μεν πρώτο αφορά σε γεγονός του 2008, επομένως αυτό θα μπορούσε να εξασφαλιστεί σε προγενέστερο στάδιο και το δεύτερο αφορά σε εκτίμηση η οποία επίσης θα μπορούσε να είχε ζητηθεί ενωρίτερα. Πριν ασχοληθώ ειδικά με το έγγραφο υπ΄ αρ. 11, το οποίο παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω επίσης πως στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, ο ΣΓ ισχυρίζεται ότι περί τα τέλη Απριλίου του 2019 ο κ. P συναντήθηκε στην Κύπρο με τους δικηγόρους του για την προετοιμασία της μαρτυρίας του και εκεί τους έδωσε «κάποια έγγραφα, τα οποία θεώρησε ως σχετικά με την υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη και την πορεία της αντεξέτασης του στην ακροαματική διαδικασία που είχε διεξαχθεί το 2017», χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιεί αυτά τα έγγραφα και να δίνει εξήγηση γιατί αυτά δεν παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του μάρτυρος, εφόσον αυτή διήρκησε αρκετές δικασίμους και μάλιστα όχι συνεχόμενες. Όσον δε αφορά το έγγραφο υπ΄ αρ. 2, μόνο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο ΣΓ ισχυρίζεται πως πρόσφατα έχει περιέλθει στην κατοχή των Εναγόντων. Για το έγγραφο υπ΄ αρ. 11, είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο ΣΓ ισχυρίζεται ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης διαπιστώθηκε η ανάγκη ετοιμασίας της έκθεσης εκτίμησης. Με δεδομένη τη φύση της απαίτησης των Εναγόντων και όπως αναγνωρίζουν και οι Εναγόμενοι 1, 4 και 7, σαφώς πρόκειται για ουσιώδη μαρτυρία προς υποστήριξη της απαίτησης των Εναγόντων. Μάλιστα, όπως έχει λεχθεί στο The Annual Practice 1958, σελ. 718, είναι καθόλα επιτρεπτή η αποκάλυψη για να παρουσιαστεί μαρτυρία η οποία είχε αποκλειστεί λόγω λανθασμένης αντίληψης της υπόθεσης («. if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case»). Όμως, ενώ στην υπό κρίση αποκάλυψη γίνεται αναφορά σε έκθεση ημ. 16.4.19, οι Ενάγοντες παραδέχονται ότι τέτοια έκθεση δεν υπάρχει, η ημερομηνία καταγράφηκε εκ παραδρομής και πως δεν υπάρχει ακόμα τελική έκθεση, η οποία μόλις ετοιμαστεί θα αποκαλυφθεί. Σύμφωνα με την υπόθεση Kipagortiki Ltd v. Σάββα
(2002)1 A.A.Δ. 1610, δεν χωρεί αποκάλυψη εγγράφων τα οποία δεν συγκεκριμενοποιούνται και ή δεν βρίσκονται στην κατοχή του διαδίκου, επομένως, πέραν του ότι δεν τίθεται θέμα αποκάλυψης του συγκεκριμένου ανύπαρκτου σήμερα εγγράφου, σαφώς οι Ενάγοντες προτίθενται να προχωρήσουν και σε νέα αποκάλυψη μόλις είναι έτοιμη η έκθεση (χωρίς ακριβή χρονικό προσδιορισμό), κάτι το οποίο οδηγεί την αποκάλυψη σε μια αβέβαιη και ατέρμονη διαδικασία. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, συνεκτιμάται πως η αποκάλυψη έγινε μια μόνο μέρα πριν την ακρόαση της Αγωγής. Είναι εύλογα αντιληπτό πως η παρουσίαση τέτοιων νέων εγγράφων (και η επικείμενη μελλοντική επιπλέον εγγράφου) σαφώς έθεσε και εξακολουθεί να θέτει τους Εναγόμενους 1, 4 και 7 εξ απροόπτου σε δυσμενή θέση, εφόσον αυτοί λογικά είχαν υπόψιν τη μέχρι πρότινος αποκάλυψη και προετοιμάστηκαν για την παρουσίαση και ολοκλήρωση της μαρτυρίας του μάρτυρος από το εξωτερικό κατά τις ημερομηνίες που είχαν δοθεί, καθώς επίσης και οδήγησε και οδηγεί την εκδίκαση της Αγωγής σε περαιτέρω καθυστέρηση, κάτι το οποίο και πάλι ήταν και είναι εις βάρος των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1, 4 και 7 όσον αφορά την εκδίκαση της Αγωγής σε εύλογο χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του Συντάγματος. Πρόκειται για Αγωγή η οποία καταχωρίστηκε το 2010 και μάλιστα με την έκδοση και ισχύ προσωρινού διατάγματος, μέχρι την εκδίκαση της. Το γεγονός πως και η πλευρά των Εναγομένων 1, 4 και 7 προέβη σε τρεις ένορκες αποκαλύψεις δεν βοηθά τους Ενάγοντες καθότι εκείνες οι αποκαλύψεις έγιναν πολύ πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η τελευταία στις 13.7.18, παρέχοντας έτσι κάθε δυνατότητα στους υπόλοιπους διάδικους να προετοιμαστούν κατάλληλα για τη δίκη στις 21.5.
- Θεωρώ πως υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, οι όποιες συνεννοήσεις μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με την πορεία της υπόθεσης, και ειδικότερα για την παραλαβή της γραπτής δήλωσης του μάρτυρος, για τις οποίες εν πάση περιπτώσει προβάλλουν διαφορετικές εκδοχές, δεν ενέχουν σημασία και δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναπόφευκτα οδηγούν την Αίτηση σε επιτυχία αναφορικά με τα πλείστα έγγραφα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης ή τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν την παρούσα. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού και ή διαγραφής τμήματος της ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων, η οποία καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες στις 20.5.19, ήτοι αναφορικά με τα έγγραφα υπ΄ αρ. 1-4 και 8-11, ενώ αυτή παραμένει αναφορικά με τα υπόλοιπα έγγραφα υπ΄ αρ. 5-
- Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 4 και 7 - Αιτητών και εναντίον των Εναγόντων - Καθ΄ ων στα 2/3 του συνολικού ποσού των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο