Πάτροκλος Χατζηκλεάνθους & Υιοί (Μεταφοραί) Λτδ ν. Νικολαϊδη, Αρ. Αγωγής: 6109/2011, 31/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A458 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6109/2011 Πάτροκλος Χατζηκλεάνθους & Υιοί (Μεταφοραί) Λτδ, από τη Λεμεσό Ενάγοντες -ν- XXXXX Νικολαϊδη, από τον Αγρό Εναγόμενου -------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Σ. Φασουλιώτης για Χρίστο Πουργουρίδη & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Μ. Μούρος ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο επιστροφή ποσού €28.650, το οποίο ισχυρίζονται ότι του κατέβαλαν στα πλαίσια προφορικής συμφωνίας για την αγορά ενός λεωφορείου, την οποία όμως συμφωνία ο εναγόμενος, σύμφωνα με τους ενάγοντες, την παρέβηκε όταν δεν τους παρέδωσε/μεταβίβασε το λεωφορείο και το κατακράτησε μαζί με το αξιούμενο ποσό. Είναι η ειδικότερα η θέση των εναγόντων ότι είχαν συμφωνήσει με τον εναγόμενο προφορικά περί τα μέσα Νοεμβρίου 2011, όπως αγοράσουν από αυτόν το επίμαχο λεωφορείο για το ποσό των €75.000 και όπως του καταβάλουν ως προκαταβολή το επίδικο ποσό των €28.
- Το εν λόγω λεωφορείο, σύμφωνα με τους ενάγοντες, είχε αγοραστεί από τον εναγόμενο σε δημόσιο πλειστηριασμό που έλαβε χώρα περί τις αρχές Νοεμβρίου 2011 στο χωρίο Μοσφιλωτή και το επίδικο ποσό, ήταν το ποσό με το οποίο το λεωφορείο ήταν χρεωμένο στην πιστώτρια Τράπεζα εξ' ου και ο εναγόμενος τους ζήτησε να το καταβάλουν προκαταβολικά ούτως ώστε το λεωφορείο να απελευθερωθεί από το χρέος του και να μπορεί να μεταβιβαστεί επ' ονόματι τους. Παρά όμως το ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν, ως ισχυρίζονται, το συγκεκριμένο ποσό στον λογαριασμό του εναγόμενου και παρά το ότι συμφώνησαν μαζί του όπως συναντηθούν σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο για να του καταβάλουν το υπόλοιπο τίμημα αγοράς και αυτός να τους παραδώσει/μεταβιβάσει το λεωφορείο, εντούτοις ο τελευταίος, παραβιάζοντας τη συμφωνία, παρέλειψε να εμφανιστεί και κατακράτησε και το λεωφορείο και την προκαταβολή. Όταν δε στη συνέχεια ο εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις τους για να συναντηθούν ώστε να τον εξοφλήσουν και να τους παραδώσει/μεταβιβάσει το λεωφορείο ή να τους επιστρέψει τα χρήματα τους, οι ενάγοντες αναγκάστηκαν, ως ισχυρίζονται, να τερματίσουν την συμφωνία και να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Στην αντιπέρα όχθη, με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος δέχεται ότι είχε συμφωνήσει με τους ενάγοντες να τους πωλήσει το λεωφορείο που είχε αγοράσει από τον πλειστηριασμό και ότι οι τελευταίοι στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας του κατέβαλαν το ποσό των €28.650 ως προκαταβολή. Ισχυρίζεται όμως ότι το πραγματικά συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του λεωφορείου ήταν €76.000 και όχι €75.000 που ισχυρίζονται οι ενάγοντες και ότι είναι οι τελευταίοι που υπαναχώρησαν από τη συμφωνία όταν κατά τη συνάντηση που είχαν στις 22/11/11 για να εξοφληθεί το τίμημα αγοράς και να παραδοθεί/μεταβιβαστεί το λεωφορείο, αυτοί αρνήθηκαν να καταβάλουν το συνολικό ποσό των €76.000 και επέμεναν να καταβάλουν μόνο €75.
- Λόγω της παράβασης της συμφωνίας από μέρους των εναγόντων, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αυτός κράτησε το λεωφορείο και το ποσό των €28.650, μέχρις ότου οι ενάγοντες του καταβάλουν και το υπόλοιπο ποσό των €47.
- Συνεπεία τούτου, ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος, αναγκάστηκε να υποστεί έξοδα για να επιδιορθώσει και να συντηρήσει το λεωφορείο, ως τέτοια έξοδα παρατίθενται στην παρ. 4 της Υπεράσπισης του, συνολικού ύψους €2.
- Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο εναγόμενος αρνείται ότι οφείλει να επιστρέψει στους ενάγοντες το επίδικο ποσό και ανταπαιτεί από αυτούς το κατ' εκείνον οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό των €47.350 και το ποσό των €2.150 που αναγκάστηκε να καταβάλει για να επιδιορθώσει και να συντηρήσει το επίμαχο λεωφορείο. Μαρτυρία κατά την ακρόαση έδωσαν εκ μέρους των εναγόντων ο διευθυντής τους, Χ. Χ''Κλεάνθους ως ΜΕ1 και ο Χ. Τριμπάκκιρος ως ΜΕ
- Για την υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος ως ΜΥ
- Προτού αναφερθώ στις συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα γεγονότα που προκύπτουν από τα δικόγραφα αλλά και την προσκομισθείσα μαρτυρία να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Περί τις 02/11/11, ο εναγόμενος βρισκόταν σε δημόσιο πλειστηριασμό που λάμβανε χώρα στο χωριό Μοσφιλωτή. Κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού, τέθηκε προς πώληση ένα λεωφορείο μάρκας DAF για το οποίο ο εναγόμενος υπέβαλε προσφορά ύψους €71.
- Ενόψει του ότι η προσφορά του εναγόμενου ήταν η καλύτερη, το λεωφορείο κατακυρώθηκε υπέρ του. Με το που πέτυχε η προσφορά του, ο εναγόμενος διέδωσε στο χώρο ότι ήταν διατεθειμένος όπως πωλήσει το λεωφορείο σε όποιον του έδινε €5.000 επιπρόσθετα της προσφοράς του ήτοι το ποσό των €71.000 πλέον €5.000 κέρδος, σύνολο €76.
- Στην πρόταση αυτή του εναγόμενου ανταποκρίθηκε θετικά κάποιος Σ. Μαλλούρης, ο οποίος την ίδια στιγμή εξέδωσε προς όφελος του εναγόμενου μια επιταγή για το ποσό των €5.000 ώστε να «κρατήσει» το λεωφορείο. Στη συνέχεια όμως ο Μαλλούρης μετάνιωσε και ακύρωσε τη συμφωνία, αφήνοντας έτσι ελεύθερο τον εναγόμενο να πωλήσει το λεωφορείο σε όποιον ήθελε. Μέχρι και τα μέσα του Νοεμβρίου 2011, το λεωφορείο βρισκόταν ακόμη στο χώρο της δημοπρασίας στην Μοσφιλωτή με το χρέος με το οποίο ήταν δεσμευμένο στην πιστώτρια τράπεζα, να μην είχε ακόμη εξοφληθεί. Περί τις 15/11/11, ο ΜΕ1, διευθυντής των εναγόντων, ο οποίος είχε πληροφορηθεί από το φίλο και συνεργάτη του, ΜΕ2, ο οποίος βρισκόταν στη δημοπρασία της 02/11/11, ότι ο εναγόμενος προτίθετο να πουλήσει το επίμαχο λεωφορείο και ότι η «πράξη» με τον Μαλλούρη δεν είχε τελεσφορήσει, επικοινώνησε με τον εναγόμενο και του ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει το λεωφορείο. Αφού συζήτησαν και συμφώνησαν την τιμή πώλησης, το ύψος της οποίας τελεί υπό αμφισβήτηση στην παρούσα υπόθεση, ο εναγόμενος ζήτησε από το ΜΕ1 όπως του καταβάλει ως προκαταβολή, το ποσό των €28.650 που ήταν και το ποσό με το οποίο ήταν χρεωμένο το λεωφορείο έτσι ώστε αυτό να αποδεσμευτεί από την πιστώτρια τράπεζα και να μπορεί να φύγει από τη Μοσφιλωτή και να εγγραφεί επ' ονόματι τους. Ενεργώντας στη βάση των συμφωνηθέντων, ο ΜΕ1 έμβασε εκ μέρους των εναγόντων το ποσό των €28.650 στο λογαριασμό του εναγόμενου στις 16/11/11, αποδεσμεύοντας το έτσι από το χρέος προς την τράπεζα. Για λόγους όμως που επίσης τελούν υπό αμφισβήτηση, παρά τη συνεννόηση των μερών, ο εναγόμενος δεν παράδωσε το λεωφορείο στο ΜΕ1 εκείνη την ημέρα και αφού το έβγαλε ελεύθερο από το χώρο της δημοπρασίας, το μετέφερε στην οικία του στον Αγρό όπου διατηρεί μηχανουργείο. Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2011, εναγόμενος και ΜΕ1 συναντήθηκαν στη Λεμεσό με σκοπό την εξόφληση και παράδοση του λεωφορείου. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης τους όμως, διαφάνηκε ότι η συμφωνία τους δεν θα ολοκληρώνετο, οπόταν επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του εναγόμενου και μετέβηκαν στην τράπεζα όπου ο εναγόμενος διατηρούσε το λογαριασμό στον οποίο είχε γίνει το έμβασμα των €28.
- Εκεί ο εναγόμενος είπε στον ΜΕ1 να κατεβεί από το αυτοκίνητο και να μπει στην τράπεζα και να τον περιμένει μέχρι να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του, όταν όμως ο πρώτος μπήκε στην τράπεζα, ο εναγόμενος έφυγε χωρίς να πει τίποτε στον ΜΕ
- Μέχρι και τις 08/12/11, το λεωφορείο και το επίδικο ποσό εξακολουθούσαν να είναι στην κατοχή του εναγόμενου. Στις 8 Δεκεμβρίου 2011, οι δικηγόροι των εναγόντων έστειλαν επιστολή στον εναγόμενο ενημερώνοντας τον ότι είχε συμπεριφερθεί αντισυμβατικά και τον κάλεσαν όπως εντός πέντε ημερών συναντηθεί μαζί τους για να λάβει τα χρήματα του και να τους παραδώσει/μεταβιβάσει το λεωφορείο. Σε αντίθετη περίπτωση, προειδοποίησαν οι δικηγόροι, θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Μετά που παρήλθε η προθεσμία των πέντε ημερών, οι δικηγόροι των εναγόντων έστειλαν νέα επιστολή στον εναγόμενο ημερομηνίας 14/12/11 ενημερώνοντας τον ότι οι πελάτες τους τερμάτιζαν τη συμφωνία των διαδίκων συνεπεία της παράλειψης του να ανταποκριθεί θετικά στην προηγούμενη επιστολή τους και απαίτησαν από αυτόν την καταβολή αποζημιώσεων. Στην επιστολή αυτή απάντησε ο δικηγόρος του εναγόμενου στις 15/12/11, ο οποίος, ενεργώντας κατ' εντολή του πελάτη του, απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παράβασης της συμφωνίας από μέρους του τελευταίου και ισχυριζόμενος ότι είναι οι ενάγοντες που παρέβηκαν πρώτοι τη συμφωνία επιμένοντας να καταβάλουν μικρότερο ποσό από αυτό που συμφωνήθηκε, κάλεσε τους τελευταίους όπως εντός εφτά ημερών, καταβάλουν στον εναγόμενο το υπόλοιπο του κατ' εκείνον συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του λεωφορείου έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η παράδοση/μεταβίβαση. Τους ισχυρισμούς του εναγόμενου οι ενάγοντες τους απέρριψαν με νέα επιστολή των δικηγόρων τους της ίδιας ημερομηνίας, με την οποία επιστολή, επέμειναν στον τερματισμό της συμφωνίας λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου και αξίωσαν την επιστροφή του επίδικου ποσού (Η αλληλογραφία των μερών κατατέθηκε ως Τεκ.1). Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων αλλά και την προσκομισθείσα μαρτυρία, προκύπτουν να συνιστούν κύρια επίδικα θέματα το ακριβές ποσό που οι διάδικοι συμφώνησαν σε σχέση με το τίμημα αγοράς του λεωφορείου και οι λόγοι για τους οποίους η συμφωνία τελικά δεν ολοκληρώθηκε. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, οι μεν ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος αποφάσισε την τελευταία στιγμή ότι ήθελε να πληρωθεί €76.000 αντί €75.000 που συμφώνησε και ότι επειδή δεν είχε πρόθεση να επιστρέψει το ποσό των €28.650 που έλαβε ως προκαταβολή, προσπάθησε με διάφορα τεχνάσματα να αποφύγει των συμβατικών του υποχρεώσεων και να εξασφαλίσει περισσότερα χρήματα, ενώ ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι οι ενάγοντες που άλλαξαν γνώμη την τελευταία στιγμή και δεν ήθελαν να πληρώσουν το συνολικό ποσό των €76.000 που συμφώνησαν, με αποτέλεσμα να του «μείνει» το λεωφορείο και να υποστεί έτσι περαιτέρω ζημιές. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιες τις αντίστοιχες εκδοχές. Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1, έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α). Παραθέτω αυτούσια την σχετική εκδοχή του: «.Μαζί με τον XXXXX Τριμπάκκιρο πήγαμε και είδαμε το λεωφορείο στη Μοσφιλωτή στις 14/ 11/
- Το επόμενο πρωί πήγα στον XXXXX Τριμπάκκιρο και μίλησα με τον Εναγόμενο στο τηλέφωνο με ανοικτή ακρόαση. Του πρότεινα όπως αντί €76,000 που ήταν να το πάρει ο κος XXXXX Μαλλούρης και ο οποίος μετάνιωσε, να μας το πουλήσει εμάς για €75,
- Ο Εναγόμενος αποδέκτηκε λέγοντας μου «ΟΚ, έννα παίζουμε για €1.000;». Τότε του είπα ότι την επόμενη θα έκαμνα έμβασμα στην Τράπεζα το ποσό που συμφωνήσαμε. .... Πήγα στην Λαϊκή Τράπεζα στην Λεωφόρο Μακαρίου και . έκαμα τότε το έμβασμα για τις €28.650 στο λογαριασμό του XXXXX Νικολαϊδη. Έπιασα την απόδειξη της τράπεζας και μόλις βγαίνω έξω από την τράπεζα με παίρνει τηλέφωνο ο XXXXX Νικολαΐδης και μου λέει εξόφλησες το λεωφορείο; Του λέω ναι, η ώρα 3:00 να είσαι στη Μοσφιλωτή να πάρεις τα υπόλοιπα σου λεφτά να βγάλουμε τιμολόγια και να υπογράψεις τη μεταβίβαση. Μου λέει οκ. Η ώρα 2:30 τον πήρα τηλέφωνο από το κινητό μου και δεν μου απάντησε είπα τότε στο γιό μου XXXXX, δώσε μου το κινητό σου να τον πάρω από το δικό σου. Μου απάντησε αμέσως! Τον ρώτησα γιατί δεν απαντάς το τηλέφωνο σου, και μου είπε ότι το είχε αφήσει στο αυτοκίνητο του. Του λέω μη με περιπαίζεις, Του είπα ότι ξεκινώ για την Μοσφιλωτή τωρά. Μου λέει να εξηγηθώ με τον άνθρωπο που βαστά το κλειδί και να σε πάρω πίσω. Αφού δεν με έπαιρνε μετά τηλέφωνο του τηλεφώνησα εγώ ξανά αλλά και πάλι αυτός δεν μου απαντούσε. Το ίδιο και την επόμενη. Επικοινώνησα με τον XXXXX Τριμπάκκιρο το Σάββατο και μου είπε αυτός ότι το λεωφορείο ο Εναγόμενος το πήρε στον Αγρό δηλ. εκεί που μένει. Το βράδυ πήγαμε με το XXXXX Τριμπάκκιρο και τον γιό του τον XXXXX . Πράγματι το λεωφορείο βρισκόταν έξω από το σπίτι του XXXXX Νικολαΐδη. Τον παίρνω στο τηλέφωνο και δεν μου το απάντησε. Τον παίρνει τότε από το κινητό του ο XXXXX και αμέσως το απαντά! «Κύριε XXXXX, του λέει ο XXXXX, ενδιαφέρομαι για το λεωφορείο το πουλάς;» Του λέει ο Εναγόμενος: «Έκαμα μια πράξη με τον XXXXX Χ "Κλεάνθους, αν αυτός δεν ενδιαφέρεται τότε να έρθεις να κάμουμε μαζί.» Κτυπούμε το κουδούνι του σπιτιού του XXXXX αλλά η σύζυγος του μας είπε ότι ο XXXXX είναι Λευκωσία. Μετά πηγαίνουμε στην Αστυνομία του Αγρού και λέμε τα καθέκαστα. Τότε καθήσαμε εκεί στο τζάκι γιατί έξω έκανε πολύ κρύο. Κάθε τόσο τον παίρναμε στο τηλέφωνο αλλά αυτός δεν απαντούσε. Μετά φύγαμε για τα σπίτια μας. Από την ερχόμενη Δευτέρα και μετά τον έπαιρνα συνεχώς στο τηλέφωνο και πάλι αυτός δεν απαντούσε. Στις 28/ 11/2011 μετά από τις πολλές φορές που τον πήρα τηλέφωνο, μου απάντησε και εξηγηθήκαμε να έρθει κάτω στην Λεμεσό να πάρει το υπόλοιπο των €75.000 συν Φ.Π.Α. Πράγματι ήρθε, αλλά έβγαλε το τιμολόγιο για €76.000 αντί €75,000 που είχαμε συμφωνήσει. Του λέω τότε ότι η συμφωνία μας ήταν για €75.
- Α, μου λέει τότε να βγάλουμε άλλο τιμολόγιο. Ξαφνικά, όμως, μου είπε ότι μετάνιωσε και να πάμε να μου δώσει πίσω τα λεφτά που είχα πληρώσει. Τότε πήγαμε με το αυτοκίνητο του XXXXX στη Λεωφόρο εκεί που ήταν η Λαϊκή τότε η Τράπεζα. Τότε μπαίνω μέσα στην Τράπεζα και τον περιμένω να έρθει να μου δώσει πίσω τα χρήματα μου δηλαδή τις €28.650.
- Τον παίρνω στο τηλέφωνο γιατί νόμιζα πήγε πίσω από το κτίριο της Τράπεζας να σταθμεύσει, αλλά δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Τον παίρναμε μετά με τον ταμία από την τράπεζα αλλά αυτός πάλι δεν απαντούσε. Τότε ήρθα στο Parking περπατητός εκεί που είχαμε βρεθεί προηγουμένως. Εκεί βρήκα τυχαίως τον XXXXX από το Καλό Χωριό Λεμεσού. Του λέω πάρε μου τον XXXXX στο τηλέφωνο, τότε τον πήρε ο XXXXX και όταν απάντησε το τηλέφωνο του λέω γιατί με άφησες στην Τράπεζα και περίμενα, αφού εσύ μου έχεις πει να μου δώσεις τα λεφτά μου; Του λέω τότε θα πάμε δικαστήριο.». Πρόσθετα των πιο πάνω, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι μετά που έμβασε το ποσό των €28.650 στο λογαριασμό του εναγόμενου στις 16/11/11 και συνεννοήθηκε μαζί του να βρεθούν στη Μοσφιλωτή την ίδια μέρα για να καταβληθεί και το υπόλοιπο ποσό, εξέδωσε δύο επιταγές, η μία ημερ. 16/11/11 για ποσό €46.350, ήτοι το ποσό που υπολείπετο για να συμπληρωθεί το ποσό των €75.000 και η άλλη για το ποσό των €11.250, μεταχρονολογημένη όμως για τις 09/12/11, η οποία αφορούσε το ΦΠΑ που θα καταβάλλετο στον εναγόμενο. Ενόψει όμως του ότι ο εναγόμενος δεν απαντούσε τα τηλέφωνα και δεν κατέστη δυνατό να βρεθούν για να ολοκληρώσουν τη συμφωνία, ο μάρτυρας κράτησε τις εν λόγω επιταγές μέχρι και σήμερα και κατέθεσε κατά τη μαρτυρία του αντίγραφα τους ως Τεκ.2 Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε εφ' όλης της μαρτυρίας του και απέρριψε κάθε υποβολή που του τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ως προς τη θέση του τελευταίου ότι το λεωφορείο είχε συμφωνηθεί να πωληθεί για €76.000 και όχι €75.000 καθώς και ως προς τη θέση ότι είναι ο μάρτυρας που μετάνιωσε και υπαναχώρησε από τη συμφωνία. Διερωτήθηκε ο ΜΕ1 για ποιο λόγο ο εναγόμενος, αν ήταν όντως πάντοτε η πρόθεση του να προχωρήσει κανονικά με τη συμφωνία, να σταματήσει να απαντά στα τηλέφωνα του μάρτυρα μόλις έμαθε ότι έγινε το έμβασμα στο λογαριασμό του και αποδεσμεύτηκε το λεωφορείο και να το μεταφέρει απροειδοποίητα και χωρίς ουσιαστικό λόγο στο μηχανουργείο του στον Αγρό. Ήταν δε η θέση του ΜΕ1 ότι προφανώς, ο εναγόμενος ήθελε να εκμεταλλευτεί την εμπιστοσύνη που του έδειξαν οι ενάγοντες, κατακρατώντας το λεωφορείο στο δικό του χώρο, έτσι ώστε να προσπαθήσει να εξασφαλίσει περισσότερα χρήματα από αυτά που συμφώνησε να λάβει. O ME2, η κυρίως εξέταση του οποίου επίσης έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), ισχυρίστηκε τα εξής: «Στις 14/11/2011 πήγαμε στην Μοσφιλωτή με τον XXXXX Χ'Κλεάνθους Διευθυντή της εταιρείας Πάτροκλος Χ 'Κλεάνθους & Υιοί Λτδ. Πήγαμε κατόπιν συνεννόησης με τον XXXXX Νικολαΐδη από τον Αγρό για να μας ανοίξουν να μπούμε μέσα, για να δούμε το λεωφορείο το υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX53 μάρκας DAF το οποίο λεωφορείο ήταν μέσα σε μάντρα αυτοκινήτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Μοσφιλωτή. Το εν λόγω λεωφορείο βγήκε σε δημοπρασία αρχές του μηνός Νοεμβρίου του 2011... Το εν λόγω λεωφορείο το αρτήρησε ο XXXXX Νικολαΐδης για το ποσό των €71.000 . Τον πήρα (τον εναγόμενο) από το τηλέφωνο του φίλου μου του XXXXX σε ανοικτή ακρόαση και του είπε ο XXXXX αντί €76.000 να μου το αφήσεις €75.
- Είπε ο XXXXX εν να παίζουμε για €1.000 και δέχτηκε να πάρει €75.
- Εμείς εκμεταλλευτήκαμε την πράξη αυτή διότι ακύρωσε την πράξη ο XXXXX Μαλλούρης που του έδινε €76.000 και αφού είχαν περάσει κοντά 15 μέρες από την μέρα που έγινε η δημοπρασία. Είμαι αμαξοποιός στο επάγγελμα και το εν λόγω λεωφορείο το είχα κατασκευάσει εγώ. Το λεωφορείο ήθελε 8 με 10 χιλιάδες ευρώ για να φτιαχτεί δηλαδή είχε σπασμένο μπροστινό ανεμωθόρακα και 2 πλαϊνά γυαλιά και μπογιά και διάφορα ισιώματα. Όπως αναφέρω και πιο πάνω, συμφώνησε ο XXXXX το λεωφορείο αυτό στην τιμή των €75.000 + ΦΠΑ στην κατάσταση που βρίσκεται όπως το πήρε και ο XXXXX Νικολαΐδης και το απόγευμα της ίδιας μέρας δηλαδή στις 16/11/2011 να πάμε να το φέρουμε από την Μοσφιλωτή και να το ξοφλήσει εκεί με τα τιμολόγια και την μεταβίβαση. Αντί αυτού δεν απαντούσε τα τηλεφωνήματα ο XXXXX για να συνεννοηθούμε. Όπως μου ανάφερε και ο XXXXX Χ 'Κλεάνθους στις 16/11/11, μετά που εξόφλησε προς την Τράπεζα το χρέος για το εν λόγω λεωφορείο, τον έπαιρνε τηλέφωνο και δεν απαντούσε. Το Σάββατο δηλαδή στις 17/11/2011 την επομένη ημέρα μαθαίνω ότι το λεωφορείο αυτό το έπιασε ο XXXXX και το πήρε στον Αγρό. Τηλεφώνησα στον XXXXX το Σάββατο το πρωί και του είπα ότι έφυγε το λεωφορείο από τη Μοσφιλωτή. Συνεννοηθήκαμε για να πάμε στον Αγρό να συναντήσουμε τον XXXXX για να πάρουμε το λεωφορείο. Πήγαμε με το αυτοκίνητο το δικό μου εγώ ο XXXXX Ι Κλεάνθους και ο γιός μου ο XXXXX τον οποίο ήταν να τον βάλουμε οδηγό πάνω στο λεωφορείο αυτό γιατί δεν είχε δουλειά. Πράγματι πήγαμε στον Αγρό. Το λεωφορείο ήταν κάτω από το σπίτι του XXXXX που εκεί κάτω είχε και άλλα λεωφορεία και σαλούν αυτοκίνητα. Τον πήρε τηλέφωνο ο XXXXX ο Χ Ι Κλεάνθους αλλά δεν απαντούσε πάλι το τηλέφωνο του. Τότε κτυπήσαμε ο κουδούνι της οικίας του XXXXX αλλά μας απάντησε μια κυρία ότι έλειπε. Ξανακτυπήσαμε το τηλέφωνο του αλλά δεν απάντησε πάλι, τότε πήγαμε στην αστυνομία και μας είπαν εκεί ότι δώσαμε πας στην περίπτωση. Καθίσαμε γύρω στις 2 ώρες εκεί κάθε τόσο τον έπαιρνε τηλέφωνο ο υπεύθυνος του σταθμού αλλά δεν απαντούσε. Θυμούμαι άναβε και το τζάκι εκεί και έπαιζε και ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Τότε φύγαμε για τα σπίτια μας.». Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ2 αρνήθηκε υποβολές του συνηγόρου του εναγόμενου ότι η συμφωνία των εναγόντων με τον τελευταίο ήταν για €76.000, τονίζοντας ότι η συμφωνία, η οποία προνοούσε για €75.000, έγινε σε ανοικτή ακρόαση μέσω του τηλεφώνου του και στην παρουσία του. Απέρριψε επίσης υποβολές που του τέθηκαν ότι ο εναγόμενος αναγκάστηκε να πάρει το λεωφορείο στον Αγρό για να το επιδιορθώσει και ισχυρίστηκε ότι καμία ανάγκη υπήρχε για να προχωρήσει ο ίδιος ο εναγόμενος με οποιαδήποτε επιδιόρθωση εφόσον το λεωφορείο είχε συμφωνηθεί να αγοραστεί ως ήταν και ουδέποτε ζητήθηκε από τον εναγόμενο να προβεί σε οποιαδήποτε επιδιόρθωση. Άλλωστε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, η οποιαδήποτε επιδιόρθωση χρειαζόταν να γίνει στο λεωφορείο, θα την έκανε ο ίδιος ως αμαξοποιός αλλά και ως ο κατασκευαστής του συγκεκριμένου λεωφορείου εφόσον ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ήταν πελάτης του και το συγκεκριμένο λεωφορείο το γνώριζε πολύ καλά. Η κυρίως εξέταση του εναγόμενου (ΜΥ1) έλαβε και αυτή τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Γ). Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα της μαρτυρίας του: «.Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχα με τον XXXXX Χατζηκλεάνθους περί τα μέσα Νοεμβρίου του 2011 ο XXXXX με παρακάλεσε να του δώσω εκείνου το λεωφορείο για €76.000.- πλέον Φ.Π.Α και συμφωνήσαμε . Την επόμενη ημέρα κατέθεσε σε λογαριασμό της τράπεζας το ποσό των €28.650 ευρώ για εξόφληση του υπόλοιπου ποσού που οφειλόταν για το λεωφορείο για να ελευθερωθεί από την Τράπεζα. Μετά την καταβολή του πιο πάνω ποσού στην τράπεζα το λεωφορείο ήταν ελεύθερο για να βγει έξω από τον χώρο που το είχε φυλαγμένο η τράπεζα. Επειδή το λεωφορείο είχε κάποιο πρόβλημα με τις πόρτες των αποσκευών από το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ προσπαθούσα για να λύσω το πρόβλημα και βρήκα την λύση αργά το βράδυ, θεώρησα σωστό να μη πάω σπίτι του Χατζηκλεάνθους νυχτιάτικα και πήρα το λεωφορείο στον Αγρό. Ο XXXXX Χατζηκλεάνθους με έπαιρνε συχνά τηλέφωνο για να βρεθούμε να ολοκληρώσομε την μεταβίβαση, αλλά εγώ ήθελα να βεβαιωθώ πρώτα ότι είχε τα λεφτά για να προχωρήσομε στην ολοκλήρωση της πράξης αγοράς του λεωφορείου. Μετά την 21 Νοεμβρίου που είναι ο πανηγύρι στο Αγρό τηλεφωνήθηκα με τον XXXXX Χατζηκλεάνθους και βρεθήκαμε στην Λεμεσό για να μου φέρει τα υπόλοιπα λεφτά που συμφωνήσαμε από τις €76.000.- πλέον το Φ.Π.Α . Όταν βρεθήκαμε στην Λεμεσό έβγαλα το τιμολόγιο όπως είχαμε συμφωνήσει για €76.000.- πλέον Φ.Π.Α., αλλά ο Χατζηκλεάνθους ξαφνικά άλλαξε στάση και ήθελε να βγάλω το τιμολόγιο για €75.000 - πλέον Φ.Π.Α.- γιατί ήθελε πρόφαση για να ακυρώσει την πράξη . Εγώ δεν δέκτηκα και είχε απαίτηση να πάμε στην Τράπεζα για να του επιστρέψω τα λεφτά που είχε καταβάλει στην Τράπεζα. Εκείνη την ημέρα είχε μαζί του και ένα τρίτο πρόσωπο για να με εκφοβίσει. Εγώ για να τον αποφύγω του είπα να κατεβεί από το αυτοκίνητο μου και έφυγα. Όταν υπήρξε η διαφορά με τον XXXXX Χατζηκλεάνθους εγώ προέβηκα σε αναγκαίες επιδιορθώσεις στο λεωφορείο τις οποίες ανταπαιτώ . (παρατίθενται λεπτομέρειες εξόδων) Σύνολο €2.130.- Πέραν των ως άνω ποσών ανταπαιτώ το υπόλοιπο ποσόν από τις €76.000.Δηλαδή €47.350.- πλέον το ανάλογο Φ.Π.Α. €14.440.- πλέον τόκους από 16.11.2011». Πρόσθετα των πιο πάνω, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι όταν επικοινώνησε την πρώτη φορά μαζί του ο ΜΕ1 για να του πει ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει το λεωφορείο, αφού επιβεβαίωσε ότι ο ΜΕ1 είχε επιθεωρήσει το λεωφορείο και ότι το βρήκε να ήταν της αρεσκείας του, του είπε ότι «.για να τελειώσει η δουλειά σου πιο γρήγορα και να πιάσεις το λεωφορείο, πρέπει να εξοφληθεί (το χρέος).», και τον έστειλε στην Τράπεζα για να καταβάλει το ποσό των €28.
- Ισχυρίστηκε επίσης ο εναγόμενος ότι σε καμία περίπτωση δεν θα συμφωνούσε να πωλήσει το λεωφορείο για €75.000, εφόσον αφ' ενός το λεωφορείο άξιζε πέραν των €100.000 και αφ' ετέρου διότι το κέρδος του θα ήταν πολύ μικρό αν το πουλούσε για €75.000, αφού από τις επιπρόσθετες €4.000 που θα έπαιρνε, το 40% θα έπρεπε να το καταβάλει ως φόρο στο κράτος. Ανέφερε τέλος ο εναγόμενος ότι δεν γνωρίζει ποιο ήταν το τρίτο πρόσωπο που έφερε μαζί του ο ΜΕ1 όταν συναντήθηκαν στη Λεμεσό, θυμάται όμως ότι επρόκειτο για σωματώδη τύπο ο οποίος μαζί ότι με τον ΜΕ1, είχαν, με άγριες διαθέσεις, απαιτήσει όπως επιστρέψει τα χρήματα. Αυτός τότε, επειδή ένιωσε στριμωγμένος ως ισχυρίστηκε, για να τους αποφύγει τους είπε να πάνε μαζί στην Τράπεζα για να δώσει δήθεν τα χρήματα πίσω, όταν όμως έφτασαν εκεί, προφασιζόμενος ότι θα πήγαινε να βρει χώρο στάθμευσης, βρήκε την ευκαιρία και ξέφυγε. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του σε σχέση με τα έξοδα που ανέφερε ότι υπέστη για να επιδιορθώσει και συντηρήσει το λεωφορείο, ο εναγόμενος κατέθεσε ως Τεκ.3 δέσμη αποδείξεων που εκδόθηκαν κατά το Μάρτιο 2012 για το συνολικό ποσό των €
- Αντεξεταζόμενος ως προς το λόγο που το λεωφορείο δεν παραδόθηκε/μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες την ημέρα που ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε την κατάθεση του ποσού των €28.650 και την αποδέσμευση του λεωφορείου, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ΜΕ1 του είχε ζητήσει όπως του φέρει το λεωφορείο στην οικία του στην Κάτω Μονή. Επειδή όμως, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, το λεωφορείο παρουσίασε κάποιο πρόβλημα με τις πόρτες των αποσκευών και δεν μπορούσε να βγει από το χώρο της δημοπρασίας, αυτός αναγκάστηκε να «δουλέψει πάνω του» μέχρι τις 2200-2230 τη νύχτα προκειμένου να λύσει το πρόβλημα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο εναγόμενος ότι όταν τελικά κατάφερε να βγάλει το λεωφορείο έξω από το χώρο της δημοπρασίας, ήταν σχεδόν μεσάνυχτα, οπόταν και προτίμησε παρά να «νυχτοπαππαρεύκει» και να «κάμει πράξη τα μεσάνυχτα», να μην πάρει το λεωφορείο στο ΜΕ1 στην Κάτω Μονή αλλά να το πάρει στο σπίτι του στον Αγρό. Αν και είχε ενημερώσει από το μεσημέρι το ΜΕ1, ως ισχυρίστηκε, για το πρόβλημα που αντιμετώπισε το λεωφορείο, εντούτοις επειδή ήταν πολύ κουρασμένος όταν τελείωσε, δεν ξαναεπικοινώνησε μαζί του για να του πει ότι είχε λύσει το πρόβλημα και ότι θα έπαιρνε το λεωφορείο στον Αγρό αντί στην Κάτω Μονή. Ισχυρίστηκε δε ότι αυτός ήταν και ο πραγματικός λόγος που ο ΜΕ1 υπαναχώρησε από τη συμφωνία εφόσον προφανώς είχε θυμώσει μαζί του που δεν του πήρε το λεωφορείο τα μεσάνυχτα στην Κάτω Μονή και «έδισε το ψηλό μαντήλι». Του υπεδείχθη από το συνήγορο των εναγόντων ότι αυτός ο ισχυρισμός του περί «αγκρίσματος» του ΜΕ1 λόγω του ότι δεν πήρε το λεωφορείο στην Κάτω Μονή, πρώτη φορά προβάλλετο από πλευράς υπεράσπισης οπόταν και ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι το είχε αναφέρει στον δικηγόρο του εφόσον «.είναι η όλη υπόθεση . γιατί εθυμώθηκε (ο ΜΕ1) που εν επήα.». Αντεξετάσθηκε επίσης ο εναγόμενος και ως προς το λόγο που αποφάσισε από μόνος του να επιδιορθώσει το κατ' ισχυρισμό πρόβλημα που παρουσιάστηκε με το χώρο αποσκευών του λεωφορείου και δεν κάλεσε απλά το ΜΕ1 να έρθει να το παραλάβει, εφόσον, ως και ο ίδιος είχε δεχθεί, ο ΜΕ1 είχε επιθεωρήσει από προηγουμένως το λεωφορείο και συμφώνησε να το αγοράσει ως είχε και επομένως το οποιοδήποτε πρόβλημα στο λεωφορείο θα ήταν πρόβλημα του τελευταίου. Ισχυρίστηκε δε ο εναγόμενος ότι έπρεπε να επιδιορθώσει το λεωφορείο εκείνη την ώρα επειδή δεν είχε άλλο μέσο για να πάει σπίτι του και ότι όταν τελείωσε, το πήρε στον Αγρό επειδή δεν ήθελε να «κάμει πράξη» τα μεσάνυχτα. Ανέφερε περαιτέρω ο εναγόμενος ότι δεν επικοινώνησε με το ΜΕ1 ούτε μετά που έφτασε στον Αγρό για να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις και ότι δεν θυμάται πότε οι δύο τους ξαναμίλησαν εφόσον παίρνει πολλές κλήσεις στο τηλέφωνο του. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που μπορεί να μην απαντούσε στις κλήσεις του ΜΕ1 εκείνη την ημέρα ή τις υπόλοιπες φορές που ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι του τηλεφώνησε, ίσως να ήταν επειδή δεν αντιλήφθηκε ότι ο ΜΕ1 του τηλεφωνούσε ή διότι κοιμόταν ή διότι τελείωσε η μπαταρία του κινητού του. Θυμάται όμως, ως ανέφερε, ότι τελικά οι δύο τους μίλησαν και συνεννοήθηκαν να συναντηθούν στη Λεμεσό για να ολοκληρώσουν την πράξη Ο εναγόμενος αντεξετάστηκε και ως προς το τι έλαβε χώρα κατά τη συνάντηση του με το ΜΕ1 στη Λεμεσό. Ισχυρίστηκε δε ο εναγόμενος ότι όταν συναντήθηκαν με το ΜΕ1 και ο τελευταίος υπαναχώρησε από τη συμφωνία, ο ΜΕ1 άρχισε να φωνάζει ότι θέλει τα λεφτά του πίσω και επειδή μαζί του είχε και ένα σωματώδη τύπο, αυτός αναγκάστηκε να προσποιηθεί ότι θα δεχόταν να πάνε μαζί στην τράπεζα για να του επιστρέψει τις €28.
- Στο αυτοκίνητο του, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, επιβιβάστηκαν μόνο αυτός και ο ΜΕ1 ενώ ο άγνωστος σωματώδης τρίτος, δεν τους ακολούθησε. Δέχτηκε ο εναγόμενος ότι όταν έφτασαν με το ΜΕ1 στην τράπεζα, προφασιζόμενος ότι θα έβρισκε parking, ξεγέλασε το ΜΕ1 και έφυγε ενώ δέχτηκε επίσης ότι δεν έδωσε σημασία στα τηλεφωνήματα που στη συνέχεια, ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, του έκανε η ταμίας της Τράπεζας. Δέχτηκε επίσης ότι ο εναγόμενος ότι ακολούθως του τηλεφώνησε και ο Αντρέας Χρίστου από το Καλό Χωρίο (ο Αντρίκκος), ο οποίος, σύμφωνα με τον εναγόμενο, κατά την προσπάθεια του να μεσολαβήσει ώστε να κλείσει η συμφωνία, του είπε ότι είχε συμπεριφερθεί λανθασμένα. Ρωτήθηκε τέλος ο εναγόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων για ποιο λόγο δεν επέστρεψε το ποσό των €28.650 αφού η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε και ο εναγόμενος απάντησε ότι ήταν πάντα πρόθυμος να μεταβιβάσει το λεωφορείο αν του καταβαλλόταν και το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα των €76.
- Απέρριψε ο εναγόμενος υποβολή ότι εκμεταλλεύτηκε την εξόφληση του λεωφορείου από τους ενάγοντες και το κράτησε για δικό του όφελος και ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να προβεί στις επιδιορθώσεις που ισχυρίστηκε ότι προέβη, έτσι ώστε να μπορέσει να αξιοποιήσει το λεωφορείο για να αποσβέσει τα χρήματα που κατέβαλε για να το αγοράσει. Ισχυρίστηκε δε ότι σήμερα χρησιμοποιεί το λεωφορείο για σκοπούς μεταφοράς γκρουπ τουριστών, μια περίπου φορά το μήνα, έτσι ώστε αυτό να μην μείνει στάσιμο και να αλλοιωθεί. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με εμπεριστατωμένες προφορικές αγορεύσεις. Και οι δύο τους υποστήριξαν το αξιόπιστο των μαρτύρων τους έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς και κάλεσαν το Δικαστήριο, ο μεν κ. Φασουλιώτης όπως επιδικάσει πλήρως τις αξιώσεις των εναγόντων και απορρίψει με έξοδα την ανταπαίτηση του εναγόμενου, ο δε κ. Μούρος το αντίθετο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Προχωρώ με την αξιολόγηση της εκατέρωθεν προσκομισθείσας μαρτυρίας, έχοντας κατά νου τα επίδικα θέματα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν ως αναφέρω ανωτέρω. Σημειώνω τα εξής. Ξεκινώντας από τους μάρτυρες των εναγόντων, ήτοι τους ΜΕ1 και ΜΕ2, σημειώνω κατά πρώτο ότι αυτοί μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Απαντούσαν με ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό ενώ η μαρτυρία τους είχε συνοχή, ήταν ξεκάθαρη και σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους δεν κλονίστηκε. Σημειώνω ενδεικτικά την πειστική και αληθοφανή τοποθέτηση του ΜΕ1 ότι θα ήταν παράλογο να συμφωνήσει με τον εναγόμενο να πληρώσει €76.000 για να αγοράσει το επίμαχο λεωφορείο, στη συνέχεια να προχωρήσει να εμβάσει €28.650 ώστε να το αποδεσμεύσει από το χρέος του και μάλιστα προς αποκλειστικό όφελος του εναγόμενου ο οποίος και το είχε στην κατοχή του και μετά να πάει από μόνος του να «χαλάσει» τη συμφωνία για μόλις €1000, ρισκάροντας έτσι να χάσει και το λεωφορείο και τα λεφτά που έδωσε. Το ίδιο όμως γνήσια και αληθοφανής, ήταν και η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ2 όταν του υπεβλήθη ότι ο εναγόμενος δεν παράδωσε το λεωφορείο την ημέρα που έλαβε τα χρήματα γιατί προσπαθούσε να επιλύσει το πρόβλημα που είχε παρουσιαστεί και ότι δεν απαντούσε τα τηλέφωνα στο ΜΕ1 γιατί «έκαστε» το τηλέφωνο του - «.Λεωφορείο που κατασκεύασα εγώ ήθελα τον Πέτρο να κατασκευάσει τις πόρτες ή να κάμει οτιδήποτε. Ήταν να το πιάσουμε να το σάσουμε εμείς. Λεωφορείο που έκαμα εγώ εν θα το άγγιζε ο Πέτρος..Το τηλέφωνο του (εναγόμενου) ήταν καθούμενο που το πρωί; Ποιο ήταν το πρόβλημα να το απαντήσει; Εγώ ξέρω ότι εν απάνταν το τηλέφωνο του που το πρωί ως τη νύχτα. Έπρεπε να γίνει η πράξη μονομιάς. Εν έπρεπε να πάει καν το λεωφορείο στον Αγρό.». Σημειώνω εδώ ότι η ειδικότητα του ΜΕ2 ως αμαξοποιός και η εμπλοκή του στην κατασκευή του επίμαχου λεωφορείου δεν αμφισβητήθηκε. Κατά δεύτερο, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2, ιδιαίτερα ως προς το τι προηγήθηκε αλλά και τι επακολούθησε της πληρωμής των €28.650, δεν αντικρούσθηκε από πλευράς εναγόμενου. Μάλιστα δε επιβεβαιώθηκε. Και το ότι ο ΜΕ1 κατέβαλε άμεσα την προκαταβολή των €28.650 ως του ζητήθηκε επιβεβαιώθηκε και το ότι η συμφωνία των διαδίκων ήταν όπως το λεωφορείο θα εξοφλείτο και θα παραδίδετο την ίδια μέρα επιβεβαιώθηκε, όπως άλλωστε επιβεβαιώθηκαν και το ότι εναγόμενος δεν ανταποκρίνετο στα τηλεφωνήματα του ΜΕ1 και το ότι ο ΜΕ1 πήγε με τον εναγόμενο στην τράπεζα κατόπιν υπόσχεσης του τελευταίου ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα. Ακόμη δε επιβεβαιώθηκε και ότι όταν έφτασαν στην τράπεζα, ο εναγόμενος ξεγέλασε το ΜΕ1 και αγνοώντας τα τηλεφωνήματα του ταμία της τράπεζας, άφησε τον τελευταίο να περιμένει εκεί όπως το «γαϊδούρι», ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΕ
- Μάλιστα δε, ακόμη και αυτή την κατ' ισχυρισμό του ΜΕ1 εμφάνιση και εμπλοκή του Αντρίκκου από το Καλό Χωριό προς υποβοήθηση του ΜΕ1, ο εναγόμενος την έκαμε δεχτή. Η όλη εκδοχή του εναγόμενου από την άλλη, ούτε πείθει αλλά ούτε και στέκει στη βάσανο της λογικής. Η προσπάθεια του δε να προσαρμόσει την εκδοχή του κατά τη μαρτυρία του αναλόγως του τι τον σύμφερε, απαντώντας άλλοτε με υπεκφυγές, άλλοτε γενικά και αόριστα και άλλοτε παρεκκλίνοντας από το ίδιο το δικόγραφο του, ήταν έκδηλη. Επισημαίνω τον ισχυρισμό που για πρώτη φορά ο εναγόμενος προέβαλε κατά την αντεξέταση του περί δήθεν «αγκρίσματος» (θυμού) του ΜΕ1 επειδή δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του για να μεταφερθεί το λεωφορείο στην Κάτω Μονή, ως την κύρια αιτία για την οποία «χάλασε» η συμφωνία. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ούτε στο δικόγραφο της υπεράσπισης περιέχεται, ούτε τέθηκε στους μάρτυρες των εναγόντων κατά την αντεξέταση τους και αυτό παρά το ότι, ως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, «.είναι η όλη υπόθεση.». Αν όντως ευσταθούσε ένας τέτοιος σημαντικός ισχυρισμός, σίγουρα θα αναμένετο ότι ο εναγόμενος θα τον προέβαλλε από την αρχή της υπόθεσης και δη από το στάδιο της δικογραφίας, ιδιαίτερα όταν ο λόγος για τον οποίο δεν ολοκληρώθηκε η συμφωνία των διαδίκων είναι όντως «η όλη υπόθεση». Αντί τούτου όμως, ο εναγόμενος προέβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό για πρώτη φορά όταν πιέστηκε κατά την αντεξέταση του να εξηγήσει για ποιο λόγο αποφάσισε από μόνος του να μην τηρήσει τη συνεννόηση που και ο ίδιος δέχτηκε ότι είχε με το ΜΕ1, ήτοι απλά να συναντηθούν για να πληρωθεί και να παραδώσει το λεωφορείο, το οποίο μάλιστα ο ΜΕ1 είχε προηγουμένως επιθεωρήσει και το βρήκε να είναι της αρεσκείας του ως είχε, και αποφάσισε, χωρίς να ενημερώσει το ΜΕ1, ότι το λεωφορείο έπρεπε να φύγει από τη Μοσφιλωτή και να πάει στο μηχανουργείο του στον Αγρό. Ακόμη όμως και αυτές οι ενέργειες που ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι έκαμε παρέμειναν χωρίς οποιαδήποτε αληθοφανή ή πειστική εξήγηση. Υπενθυμίζω ότι ως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, αφού επιβεβαίωσε ότι ο ΜΕ1 είχε επιθεωρήσει το λεωφορείο και ότι επιθυμούσε να το αγοράσει ως είχε, τον έβαλε να εξοφλήσει το χρέος με το οποίο ήταν δεσμευμένο το λεωφορείο λέγοντας του μάλιστα ότι «.για να τελειώσει η δουλειά σου πιο γρήγορα και να πιάσεις το λεωφορείο, πρέπει να εξοφληθεί (το χρέος).». Όταν όμως ο ΜΕ1 του επιβεβαίωσε την πληρωμή και την αποδέσμευση του χρέους και χωρίς να μεσολαβήσει οτιδήποτε άλλο, αυτός πήγε στη Μοσφιλωτή περί τις 1400-1430 που ισχυρίστηκε ότι ήταν η τελευταία φορά που μίλησε με το ΜΕ1 και έκτοτε σταμάτησε να απαντά τα τηλέφωνα του. Διαπίστωσε, ως ισχυρίστηκε, πρόβλημα στο λεωφορείο και αντί να ειδοποιήσει το ΜΕ1 να έρθει να του φέρει εκεί τα χρήματα του και να του παραδώσει το λεωφορείο, αφού άλλωστε ο ΜΕ1 ήταν διατεθειμένος να αγοράσει το λεωφορείο ως είχε, αποφάσισε από μόνος του ότι θα πρέπει να επιδιορθώσει το λεωφορείο, αναλώνοντας μάλιστα και έξι ώρες από το χρόνο του, ήτοι μέχρι τις
- Ακολούθως, χωρίς να ενημερώσει το ΜΕ1 που περίμενε να εξοφλήσει και να παραλάβει το λεωφορείο, το μεταφέρει από τη Μοσφιλωτή στο μηχανουργείο του στον Αγρό και παρά το ότι ο ΜΕ1 εξακολουθούσε να προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί του, αυτός συνεχίζει να μην απαντά τα τηλέφωνα και να μην ενημερώνει κανένα ότι το λεωφορείο είναι στον Αγρό. Σημειώνω ότι για την μεταφορά του λεωφορείου στον Αγρό, ο ΜΕ1 το πληροφορήθηκε από το ΜΕ2 ο οποίος από μόνος του έψαξε να μάθει τι είχε γίνει και δεν παραδόθηκε το λεωφορείο στις 16/11/
- Αν ως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, ήταν όντως πάντοτε η πρόθεση του να μεταβιβάσει/παραδώσει το λεωφορείο στις 16/11/11 που έλαβε το ποσό των €28.650, ως ήταν και η συνεννόηση του με το ΜΕ1, και το μόνο που απαίτησε ο τελευταίος, ήταν να του πάρει το λεωφορείο στην Κάτω Μονή, ποιος λόγος υπήρχε να αναλώσει ο ίδιος ο εναγόμενος κόπο και έξοδα για έξι ώρες ώστε να το επιδιορθώσει. Αν το λεωφορείο είχε πρόβλημα να μετακινηθεί, αυτό σίγουρα δεν ήταν πρόβλημα του εναγόμενου αλλά του ΜΕ1 ο οποίος και είχε επιθεωρήσει το λεωφορείο από πριν και ήταν διατεθειμένος να το αγοράσει στην κατάσταση που ήταν. Έστω όμως και αν ήθελε κάποιος θεωρήσει ότι ο εναγόμενος ήθελε απλά να είναι «σωστός» επιχειρηματίας και δεν ήθελε να παραδώσει ένα «χαλασμένο» λεωφορείο, για ποιο λόγο τότε να μην τηλεφωνήσει στο ΜΕ1 όταν έλυσε το πρόβλημα για να του πει τουλάχιστο, ότι έλυσε το πρόβλημα αλλά επειδή ήταν αργά, δεν θα πήγαινε στην Κάτω Μονή και θα πήγαινε σπίτι του στον Αγρό; Άλλωστε, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, είναι από το μεσημέρι που είχε ενημερώσει το ΜΕ1 για το πρόβλημα που παρουσιάστηκε και ο τελευταίος του είπε ότι θα τον περίμενε να του φέρει το λεωφορείο στην Κάτω Μονή όταν θα τελείωνε. Εφόσον επομένως, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, ο ΜΕ1 ήταν ενήμερος για το πρόβλημα και παρά ταύτα τον περίμενε στην Κάτω Μονή μαζί με τα υπόλοιπα χρήματα, το εύλογα αναμενόμενο από τον εναγόμενο θα ήταν, αν όχι να σπεύσει να πληρωθεί, τουλάχιστο να τηλεφωνήσει εκ νέου στο ΜΕ1 ώστε να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις. Τίποτα όμως τέτοιο έπραξε ο εναγόμενος. Προκύπτει περαιτέρω όμως και το εξής εύλογο ερώτημα, ερώτημα το οποίο τέθηκε στον εναγόμενο κατά την αντεξέταση του και το οποίο ο τελευταίος δεν κατάφερε να το απαντήσει πειστικά. Αφ' ης στιγμής, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου που συναντήθηκε με το ΜΕ1 στη Λεμεσό, η συμφωνία των μερών προνοούσε για την καταβολή του ποσού των €76.000 και ο ΜΕ1, όχι μόνο δεν είχε εκφράσει οτιδήποτε το αντίθετο αλλά μάλιστα, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, δήλωνε έτοιμος και ικανός να εξοφλήσει το συμφωνηθέν ποσό από την ίδια μέρα, ήτοι στις 16/11/11, για ποιο λόγο ο εναγόμενος να μην επιδιώξει να συναντηθεί με το ΜΕ1 το συντομότερο μετά που πήρε το λεωφορείο τον Αγρό και να λάβει έτσι τα χρήματα που συμφώνησε; Αν μη τι άλλο, μετά από τόσο κόπο που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι έκανε για να βγάλει το λεωφορείο από τη Μοσφιλωτή έτσι ώστε να μπορέσει να το παραδώσει στο ΜΕ1 και να πληρωθεί, θα ανέμενε κανείς ότι αυτό θα ήταν και το μόνο πράγμα που θα τον ενδιέφερε. Παρά ταύτα όμως, ακόμη και όταν ο ΜΕ1 πήγε στον Αγρό, έτοιμος να πληρώσει και το υπόλοιπο ποσό που συμφωνήθηκε, ο εναγόμενος, ως και ο ίδιος δέχεται, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα του. Ισχυρίστηκε βέβαια ο εναγόμενος ότι ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί ότι ο ΜΕ1 είχε τα χρήματα που συμφώνησαν ενώ κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων, τους τέθηκε η θέση ότι δεν θα ήταν αποδεχτός ως τρόπος πληρωμής, οι επιταγές που προτίθεντο να δώσουν στον εναγόμενο. Πέραν του ότι ο ΜΕ1 είχε δείξει εμπράκτως την φερεγγυότητα του με την άμεση καταβολή του ποσού των €28.650 στις 16/11/11 και δήλωνε έτοιμος και ικανός από την ίδια μέρα να πληρώσει τα υπόλοιπα χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη περί του αντιθέτου, ουδέποτε ο εναγόμενος ανέφερε ότι είχε συμφωνηθεί οποιοσδήποτε συγκεκριμένος τρόπος πληρωμής ή ότι ενημέρωσε το ΜΕ1 ότι η πληρωμή με επιταγές θα συνιστούσε πρόβλημα στην συμφωνία. Άλλωστε, για να συμφωνήσει αρχικά την πώληση του λεωφορείου με το Μαλλούρη, είναι προσωπική επιταγή του τελευταίου που δέχτηκε, εκδοθείσα μάλιστα, εκεί στο χώρο της δημοπρασίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο εναγόμενος είχε ήδη λάβει το ποσό των €28.650, είχε στην κατοχή του το λεωφορείο και γνώριζε πώς ο ΜΕ1 ήταν έτοιμος να τον πληρώσει το υπόλοιπο που κατ' εκείνον είχε συμφωνηθεί. Κανένα επομένως βάσιμο λόγο είχε ο εναγόμενος για να αμφισβητεί ότι ο ΜΕ1 θα πλήρωνε πλήρως το κατά τον εναγόμενο τουλάχιστο, συμφωνηθέν τίμημα και κανένα κίνδυνο διέτρεχε να ζημιώσει, αφού θα μπορούσε κάλλιστα να ενημερώσει το ΜΕ1 όταν θα συναντιόταν και θα του παρουσιάζονταν οι επιταγές ότι για να ολοκληρωθεί η συμφωνία θα έπρεπε να πληρωθεί σε μετρητά ή με άλλο τρόπο. Ούτε καν συνάντηση όμως με το ΜΕ1 επεδίωξε ο εναγόμενος αλλά αντίθετα, προτίμησε να κρατήσει τον πρώτο στο σκοτάδι και σε μάταιη αναμονή. Ούτε όμως οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί «εκφοβισμού» του από το ΜΕ1 βρίσκουν οποιοδήποτε έρεισμα. Κατ' αρχή και αυτοί ισχυρισμοί προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του εναγόμενου και ουδέποτε προηγουμένως αποτέλεσαν οποιαδήποτε γραμμή της υπεράσπισης, δικογραφημένη ή άλλως πώς. Κατά δεύτερο, σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο, αυτό που τον έκανε να φοβηθεί τον ΜΕ1 ήταν το ότι κατά τη συνάντηση τους στη Λεμεσό, ο τελευταίος είχε μαζί του ένα σωματώδη τύπο. Ο εν λόγω τύπος όμως, σύμφωνα και πάλι με τον ίδιο τον εναγόμενο, όχι μόνο στη συνέχεια έφυγε από τη συνάντηση αλλά ούτε και τους ακολούθησε στην τράπεζα. Μάλιστα δε, ως ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερε, είναι με το δικό του όχημα που πήγαν στην τράπεζα και σε αυτό επέβαιναν μόνο ο ίδιος και ο ΜΕ
- Το «αντικείμενο» δηλαδή του φόβου του εναγόμενου, δεν υπήρχε πλέον αλλά παρά ταύτα, αυτός ισχυρίστηκε ότι εξακολουθούσε να νιώθει τόσο «στριμωγμένος» που αναγκάστηκε να καταφύγει στο ψέμα για να ξεφύγει. Με κάθε σεβασμό, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του εναγόμενου ούτε πειστικοί, ούτε λογικοί είναι. Αναφορικά τώρα με τη θέση του εναγόμενου ότι λόγω της υπαναχώρησης των εναγόντων από τη συμφωνία, αυτός αναγκάστηκε να κρατήσει το λεωφορείο καθώς επίσης και να υποστεί έξοδα για να το επιδιορθώσει και να το συντηρήσει, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι και αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του εναγόμενου στερείται ερείσματος. Εξηγώ. . Η συμφωνία με τους ενάγοντες έγινε περί τα μέσα Νοεμβρίου 2011 και συγκεκριμένα, στις 16/11/11 ο εναγόμενος έλαβε από αυτούς το επίδικο ποσό των €28.650 ως προκαταβολή. Πριν το τέλος του Νιόβρη 2011 όμως - σύμφωνα με τον εναγόμενο περί τις 22 - 24 Νοεμβρίου 2011, ήτοι μια εβδομάδα αργότερα - η συμφωνία ναυάγησε. Στις 08/12/11, ήτοι μόλις 15 μέρες περίπου μετά, οι ενάγοντες, δια του δικηγόρου τους, έδωσαν πενθήμερη προειδοποίηση στον εναγόμενο να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και όταν αυτός παρέλειψε να ανταποκριθεί, τερμάτισαν τη συμφωνία στις 14/12/11 και αξίωσαν την επιστροφή της προκαταβολής τους. Στην εν λόγω επιστολή, απάντησε ο δικηγόρος του εναγόμενου με δική του επιστολή ημερ. 15/12/12 ισχυριζόμενος ότι ο πελάτης του εξακολουθούσε να επιθυμεί να ολοκληρώσει τη συμφωνία νοουμένου όμως ότι θα του καταβάλλετο το ποσό των €47.
- Καμία περαιτέρω απαίτηση προβλήθηκε από πλευράς εναγομένου. Η αγωγή καταχωρήθηκε μια εβδομάδα αργότερα, ήτοι στις 23/12/
- Σύμφωνα με τις αποδείξεις που κατέθεσε ο εναγόμενος ως Τεκ. 3 όμως, μέχρι και τον Μάρτιο 2012, ήτοι τεσσερισήμισι μήνες μετά που ναυάγησε η συμφωνία, καμία επιδιόρθωση ή συντήρηση έγινε στο επίμαχο λεωφορείο και αυτό παρά το ότι η συμφωνία είχε τερματιστεί από τις 14/12/
- Τέτοια ανάγκη για επιδιόρθωση φαίνεται να προέκυψε μόνο όταν ο εναγόμενος «αναγκάστηκε» στα πλαίσια αίτησης για απόφαση να καταχωρήσει υπεράσπιση στις 02/05/12, οπόταν και τέθηκε για πρώτη φορά, θέμα ανταπαίτησης. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ενάγοντες ουδέποτε παρότρυναν τον εναγόμενο να αγοράσει το επίμαχο λεωφορείο ή να το επιδιορθώσει, αποφάσεις τις οποίες έλαβε αποκλειστικά ο ίδιος ο εναγόμενος για τους δικούς του εμπορικούς σκοπούς, καθώς επίσης και ότι όπως διαφάνηκε στην πορεία, μέχρι και σήμερα ο εναγόμενος όντως χρησιμοποιεί το λεωφορείο για τέτοιους κερδοσκοπικούς εμπορικούς σκοπούς, ουδόλως συνάδουν με την εκφρασθείσα δήθεν παντοτινή πρόθεση του εναγόμενου να ολοκληρώσει τη συμφωνία και να παραδώσει το λεωφορείο. Αντίθετα, αυτό που δεικνύει η όλη συμπεριφορά του εναγόμενου είναι ότι μετά που συμφώνησε με τους ενάγοντες την πώληση του λεωφορείου, προφανώς μετάνιωσε με αυτά που συμφώνησε και εκμεταλλευόμενος την αποδέσμευση του λεωφορείου με την εξόφληση του χρέους από τους ενάγοντες, προσπαθεί, μέχρι και την υστάτη, να αποκομίσει με κάθε τρόπο όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος μπορεί από την όλη αντισυμβατική του συμπεριφορά. Σίγουρα πρόθεση του δεν είναι και δεν ήταν να ολοκληρώσει την επίδικη συμφωνία αλλά αντίθετα να την αποφύγει και μάλιστα με κέρδος εις βάρος των εναγόντων. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ξεκάθαρα κατά τη κρίση μου, ότι η όλη εκδοχή του εναγόμενου, συνιστά μια καθαρά εκ των υστέρων σκέψη του για να δικαιολογήσει την αδικαιολόγητα αντισυμβατική συμπεριφορά που επέδειξε απέναντι στο ΜΕ1 και τους ενάγοντες, έτσι ώστε να επωφεληθεί τα μέγιστα από τις αθώες και καλόπιστες πράξεις των τελευταίων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, σε αντίθεση με τον εναγόμενο, τη μαρτυρία του οποίου κρίνω παντελώς αναξιόπιστη σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 στο σύνολο της ως καθόλα αξιόπιστη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως τα ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 και ειδικότερα, καθίστανται περαιτέρω ευρήματα μου ότι οι ενάγοντες και ο εναγόμενος συμφώνησαν για την αγορά του επίμαχου λεωφορείου για το ποσό των €75.000 και ότι ο εναγόμενος, μετά που έλαβε το επίδικο ποσό των €28.650 από τους ενάγοντες ως προκαταβολή και κατάφερε έτσι να αποδεσμεύσει το λεωφορείο από το χρέος του προς την τράπεζα, απέφυγε εσκεμμένα να συναντηθεί με τους ενάγοντες για να τους μεταβιβάσει/παραδώσει το λεωφορείο ως είχε συμφωνηθεί. Βρίσκω περαιτέρω ότι μετά που συμφώνησε με τους ενάγοντες, ο εναγόμενος ουδέποτε είχε πρόθεση να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και υπαναχώρησε από την επίδικη συμφωνία καθαρά για δικούς του λόγους και ότι αν και στη συνάντηση του με το ΜΕ1, ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι η επίδικη συμφωνία δεν θα ολοκληρώνετο εξ' υπαιτιότητας του και υποσχέθηκε στους ενάγοντες ότι θα τους επέστρεφε το επίδικο ποσό της προκαταβολής, εντούτοις τους ξεγέλασε και κράτησε και το λεωφορείο και τα χρήματα που είχε λάβει. Βρίσκω επίσης ότι αποκλειστικά εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου, οι ενάγοντες τερμάτισαν γραπτώς την επίδικη τη συμφωνία στις 14/12/11 και αξίωσαν την επιστροφή του επίδικου ποσού. Όσον αφορά τέλος την ανταπαίτηση που προβάλλει ο εναγόμενος, βρίσκω ότι αυτή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος και ότι όποια εργασία και να έκανε ο εναγόμενος στο λεωφορείο μετά που παρέβηκε την επίδικη συμφωνία, την έκανε για καθαρά προσωπικούς κερδοσκοπικούς λόγους, που καμία σχέση έχουν με τους ενάγοντες, έτσι ώστε να αποκομίσει όσο το δυνατό μεγαλύτερο κέρδος από την αντισυμβατική του συμπεριφορά. Στη βάση όλων των πιο πάνω ευρημάτων μου και με γνώμονα τις πάγιες νομολογιακές αρχές που αφορούν στις συμβατικές σχέσεις και στην παράβαση αυτών, κρίνω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση τους και ότι ο εναγόμενος οφείλει να τους επιστρέψει το αξιούμενο ποσό των €28.650, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Γεωργίου ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 1794, Αγαπίου κ.α ν Λεωνίδου
(2007)1 ΑΑΔ 50 και Οδυσσέως ν Χαρίτου
(2004)1 ΑΑΔ 1061). Για τους ίδιους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, κρίνω ότι ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση του η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €28.650 πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον νόμιμο τόκο και ΦΠΑ. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον όμως απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, στο βαθμό που τα έξοδα της ανταπαίτησης είναι κοινά με την αγωγή, αυτά περιορίζονται σε ένα σετ. Υπ. ............... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Παράβαση Σύμβασης - Επιστροφή Προκαταβολής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο