Κιτιρή ν. Αριστείδου, Αρ. Αγωγής: 4876/2014, 31/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A459 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4876/2014 Μεταξύ: XXXXX Κιτιρή, από τα Κάτω Πολεμίδια Ενάγουσας -ν- XXXXX Αριστείδου, από τις Κιβίδες Εναγόμενος -------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κ. Χ''Κωστής Για Εναγόμενο: κ. Χ. Αδάμου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 19/11/14, αξιώνοντας από τον εναγόμενο ποσό €2600, ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για «.ποσό οφειλόμενο δυνάμει προφορικής συμφωνίας δανείου.». Είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο και ειδικότερα κατά τον Σεπτέμβριο 2013, όταν εκείνη και ο εναγόμενος διατηρούσαν «στενή φιλική σχέση», ο τελευταίος «.την παρακάλεσε όπως του δανείσει το ποσό των €2600, το οποίο θα χρησιμοποιούσε όπως της ανέφερε για την αγορά αυτοκινήτου». Ένεκα της εμπιστοσύνης που υπήρχε συνεπεία της μεταξύ τους σχέσης, η ενάγουσα, ως είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός της, αποδέχτηκε να χορηγήσει το αιτούμενο δάνειο στον εναγόμενο και μάλιστα χωρίς τόκο, λαμβάνοντας τη ρητή υπόσχεση του ότι θα της επέστρεφε τα χρήματα μέχρι το τέλος του
- Όταν παρήλθε η συμφωνηθείσα προθεσμία και ο εναγόμενος παρέλειψε να εκπληρώσει την υπόσχεση του μετά και από επανειλημμένες προσπάθειες της ενάγουσας, αυτή, σύμφωνα με την Ε/Α, αναγκάστηκε να ζητήσει τις υπηρεσίες δικηγόρου ο οποίος απέστειλε σχετική γραπτή απαίτηση στον εναγόμενο χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από μέρους του τελευταίου. Μη έχοντας άλλη επιλογή πλέον, ισχυρίζεται η ενάγουσα, αναγκάστηκε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή αξιώνοντας από τον εναγόμενο το ποσό των €2600 που τον δάνεισε. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με την ενάγουσα διατηρούσαν ερωτικό δεσμό, στα πλαίσια του οποίου διέμεναν κάτω από την ίδια στέγη και ότι όλα τα έξοδα διατροφής και συντήρησης του ζεύγους, περιλαμβανομένων και των εξόδων συντήρησης του οχήματος της ενάγουσας τα κάλυπτε ο ίδιος. Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης των διαδίκων, το ζευγάρι διενήργησε διάφορα ταξίδια αναψυχής στο εξωτερικό με έξοδα του ιδίου ενώ αυτός είχε αγοράσει αρκετά δώρα και κοσμήματα στην ενάγουσα. Καμία επομένως ανάγκη είχε, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, να ζητήσει οποιοδήποτε δάνειο από την ενάγουσα εξ' ου και αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της τελευταίας περί χορήγησης του επίδικου ή οποιουδήποτε άλλου δανείου. Ισχυρίζεται δε ότι «.η απαίτηση της ενάγουσας δεν είναι γνήσια αλλά τουναντίον είναι προϊόν που η ίδια έχει εφεύρει δια να σύρει τον εναγόμενο στο Δικαστήριο, αφού ο εναγόμενος, δια λόγους που αφορούν το πρόσωπο της ενάγουσας, διέκοψε το δεσμό και/ή σχέση. μετά της ενάγουσας». Μαρτυρία κατά την ακρόαση έδωσαν προς υποστήριξη της αγωγής, η ενάγουσα ως ΜΕ1 Και ο Μ. Γεωργίου ως ΜΕ2, ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος ως ΜΥ
- Συνοψίζω την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία. Η ενάγουσα (ΜΕ1), η κυρίως εξέταση της οποίας έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης, Έγγραφο Α, ισχυρίστηκε ότι τον εναγόμενο τον γνώρισε περί το 2012 όταν και σύναψε μαζί του στενή φιλική σχέση, την οποία η ίδια χαρακτήρισε ως «διερευνητική», υπό την έννοια ότι «διερευνούσε», ως ισχυρίστηκε, «κατά πόσο θα σύναπτε μαζί του σοβαρό ερωτικό δεσμό». Κατά τον εν λόγω χρόνο, σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα, σε αντίθεση με τον εναγόμενο ο οποίος της είχε παρουσιαστεί να αντιμετωπίζει αρκετά οικονομικά προβλήματα, η ίδια ήταν οικονομικά ανεξάρτητη, με ετήσιες απολαβές πέραν των €20.000, είχε το δικό της πολυτελές αυτοκίνητο και τη δική της πολυτελή κατοικία. Αναφορικά με το επίδικο δάνειο, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι: «Κατά τον Σεπτέμβριο του 2013, και ενώ υπήρχε ακόμα η φιλική σχέση που ανέφερα με τον εναγόμενο αυτός με παρακάλεσε να του δανείσω €2.600= τα οποία όπως μου είπε θα τα χρησιμοποιούσε για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο. Εγώ τον ρώτησα αρχικά τι αυτοκίνητο και από πού θα το αγόραζε και μου απάντησε από κάποιον ιδιώτη στην Λευκωσία, ο οποίος είχε βάλει διαφημιστική αγγελία για την πώληση του αυτοκινήτου του. Μου είπε επίσης ότι επρόκειτο για ένα εμπορικό αυτοκίνητο μάρκας πεζώ
- Συμφώνησα να τον βοηθήσω για να αγοράσει το αυτοκίνητο και μου πρότεινε ο ίδιος να πάω μαζί του στη Λευκωσία για να ολοκληρώσει την αγορά Πήγαμε πράγματι μαζί και βρήκαμε τον Πωλητή στο σπίτι του στο Στρόβολο, δεν θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία, θυμάμαι όμως ότι ήταν μήνας Σεπτέμβρης του
- . Όταν κατάληξαν τελικά πωλητής και αγοραστής να ολοκληρώσουν την αγοραπωλησία η τιμή πώλησης που συμφώνησαν ήταν €2.600= και επειδή είχα κρατήσει το αντίστοιχο ποσό στην τσάντα μου, το κατέβαλα εγώ στον Πωλητή απ' ευθείας. Όταν συμφώνησα να δώσω το αναφερόμενο δάνειο στον εναγόμενο και του ζήτησα να συμφωνήσουμε και το χρόνο που θα μου το επέστρεφε, μου υποσχέθηκε ότι θα με εξοφλούσε μέχρι το τέλος του
- Λόγω της φιλικής μας σχέσης δεν του ζήτησα να πληρώσει κανένα τόκο και επίσης δεν συμφωνήσαμε να μου καταβάλει το χρέος του με οποιεσδήποτε τμηματικές πληρωμές και με βάση τη συμφωνία μας είχε το δικαίωμα να επιλέξει ο ίδιος τον τρόπο που θα με εξοφλούσε μέσα στην προθεσμία που συμφωνήσαμε.» Ήταν τέλος η θέση της ενάγουσας ότι περί το Μάρτιο 2014 και ενόσω ο εναγόμενος δεν της είχε ακόμη επιστρέψει τα χρήματα που τον δάνεισε, αυτή αποφάσισε όπως διακόψει τη σχέση της μαζί του, απόφαση όμως στην οποία ο εναγόμενος δεν αντέδρασε καλά. Παρά ταύτα, αυτή εξακολούθησε να ζητά τα χρήματα της και όταν οι εκκλήσεις της προς τον εναγόμενο απέβησαν άκαρπες, αναγκάστηκε να ζητήσει τις υπηρεσίες δικηγόρου. Ο τελευταίος, ισχυρίστηκε η ενάγουσα, έστειλε, κατόπιν οδηγιών της, σχετική επιστολή απαίτησης στον εναγόμενο στις 09/10/14 και όταν ο τελευταίος παρέλειψε και πάλι να ανταποκριθεί θετικά, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της, η ενάγουσα κατέθεσε κατά τη μαρτυρία της κατάσταση αποδοχών της από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως Τεκ.1, αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας ακίνητης περιουσίας και μηχανοκινήτου οχήματος ως Τεκ.2 και αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων της ημερ. 09/10/14 ως Τεκ.
- Η ενάγουσα αντεξετάστηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, ιδιαίτερα ως προς τον ισχυρισμό της περί «διερευνητικής σχέσης» με τον τελευταίο καθώς επίσης και ως προς τις συνθήκες της εν λόγω σχέσης. Της υπεβλήθη δε ότι με τον εναγόμενο ουσιαστικά είχαν κανονικό ερωτικό δεσμό και όχι μόνο ταξίδεψαν πολλές φορές στο εξωτερικό για σκοπούς αναψυχής με έξοδα του τελευταίου αλλά μάλιστα συγκατοικούσαν στο σπίτι του στις Κιβίδες. Η ενάγουσα δέχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης της με τον εναγόμενο είχαν ερωτική επαφή και ότι τύγχανε να διανυκτερεύσει στην οικία του στις Κυβίδες, αρνήθηκε όμως ότι επρόκειτο για σοβαρό ερωτικό δεσμό ή ότι οι δύο τους συγκατοικούσαν. Όσον αφορά τα ταξίδια στο εξωτερικό, αν και η ενάγουσα δέχτηκε ότι όντως ταξίδεψε με τον εναγόμενο στο εξωτερικό για σκοπούς αναψυχής εντούτοις ισχυρίστηκε ότι ο καθένας πλήρωνε το δικό του μερίδιο στα σχετικά έξοδα. Της υπεβλήθη επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, αντίθετα με εκείνη που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να χορηγήσει οποιοδήποτε δάνειο ως ισχυρίζεται, ο εναγόμενος ήταν σε τέτοιο βαθμό ευκατάστατος, που όχι μόνο δεν είχε ανάγκη να ζητήσει οποιοδήποτε δάνειο αλλά μάλιστα συντηρούσε και την ίδια. Τις εν λόγω υποβολές η ενάγουσα τις απέρριψε κατηγορηματικά, ισχυριζόμενη ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ίδια είχε καταφέρει να αποκομίσει αρκετά χρήματα από υπερωρίες που εργάστηκε όταν ο εργοδότης της την απέσπασε για τρεις μήνες στη Γερμανία και είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο που μπόρεσε να βοηθήσει τον εναγόμενο ο οποίος της είχε παρουσιαστεί να αντιμετωπίζει διάφορα οικονομικά προβλήματα. Αντεξετάστηκε τέλος η ενάγουσα και ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το κατ' ισχυρισμό δάνειο. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά υποβολή ότι ουδέποτε δάνεισε τον εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό, ισχυρίστηκε ότι όταν μετέβη με τον τελευταίο στην οικία του πωλητή του οχήματος (ΜΕ2), όπου εκεί ήταν και ο πατέρας και η αδελφή του τελευταίου, η ίδια έβγαλε από τη τσάντα της το ποσό των €2600 που της είχε ζητήσει ο εναγόμενος να τον δανείσει και που είχε συμφωνηθεί ως το τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου μεταξύ εναγόμενου και πωλητή και το κατέβαλε απ' ευθείας στον τελευταίο. Ο ΜΕ2 ήταν ο πωλητής του οχήματος για το οποίο έγινε το κατ' ισχυρισμό δάνειο στον εναγόμενο. Σύμφωνα με το μάρτυρα, περί το Σεπτέμβριο 2013 επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του ο εναγόμενος για να τον ενημερώσει ότι ενδιαφέρετο να αγοράσει το όχημα του μάρκας Peugeot 307, για το οποίο ο μάρτυρας είχε αναρτήσει σχετική αγγελία στο διαδίκτυο. Αφού συζήτησαν μέσω τηλεφώνου για τα διάφορα στοιχεία του αυτοκινήτου καθώς και για την τιμή πώλησης του, κατέληξαν, ισχυρίστηκε ο ΜΕ2, στο ποσό των €2600 και διευθέτησαν όπως ο εναγόμενος μεταβεί στη Λευκωσία για να δει το αυτοκίνητο και να «κλείσουν» τη συμφωνία. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ο εναγόμενος μετέβηκε μαζί με την ενάγουσα στην οικία του στο Στρόβολο στη Λευκωσία όπου ήταν και η πρώτη φορά που τους γνώρισε. Αφού πήγαν όλοι μαζί μια βόλτα με το αυτοκίνητο, στη συνέχεια έκατσαν στη βεράντα της οικίας της αδελφής του όπου και συμφώνησαν στη τελική τιμή των €
- Ακολούθως, ανέφερε ο ΜΕ2, αφού η ενάγουσα έβγαλε στην παρουσία του από τη τσάντα της το ποσό των €2600 σε μετρητά και του τα έδωσε να τα μετρήσει, ο ίδιος συμπλήρωσε τα στοιχεία του στο σχετικό έντυπο μεταβίβασης του οχήματος και το παρέδωσε στον εναγόμενο ολοκληρώνοντας έτσι τη συμφωνία αγοράς με τον τελευταίο. Έκτοτε και μέχρι που του ζητήθηκε να καταθέσει στην παρούσα υπόθεση, δεν ξαναείδε είτε την ενάγουσα είτε τον εναγόμενο και αν και πληροφορήθηκε μέσω του Τ.Ο.Μ. ότι το αυτοκίνητο έπαυσε από τότε να είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του, δεν γνωρίζει σε ποιον τελικά μεταβιβάστηκε το όχημα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε ούτε και μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο τα χρήματα που του έδωσε η ενάγουσα ήταν δικά της ή του εναγόμενου, ούτε και γνωρίζει αν επρόκειτο για δάνειο της πρώτης προς τον τελευταίο. Το μόνο που γνωρίζει είναι αυτό που είδε, ήτοι την ενάγουσα να βγάζει από τη τσάντα της το συμφωνηθέν ποσό των €2600 σε μετρητά και να του το δίνει. Ο εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Σύμφωνα με τη δήλωση του εναγόμενου, την ενάγουσα τη γνώρισε περί το 2010 όταν αυτή τον προσέγγισε μέσω του κοινωνικού δικτύου Facebook. Από τότε και σε διάστημα έξι μηνών, η σχέση του με την ενάγουσα εξελίχθηκε σε κανονικό ερωτικό δεσμό, στα πλαίσια του οποίου μάλιστα, οι δύο τους έφτασαν να συγκατοικήσουν. Η εν λόγω σχέση, ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος, διήρκησε μέχρι και τις αρχές του 2014 όταν «.κατόπιν απόφασης της ενάγουσας μου εζήτησεν να διακόψουμε λόγω του ότι υπήρχαν μεταξύ μας διαφορές αντιλήψεων.». Αναφορικά με το αυτοκίνητο που αγόρασε από το ΜΕ2, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι όντως περί το Σεπτέμβριο 2013 είχε μεταβεί με την ενάγουσα στην οικία του ΜΕ2 στο Στρόβολο με σκοπό να αγοράσει το εν λόγω αυτοκίνητο και ότι όντως η ενάγουσα έβγαλε από τη τσάντα της το ποσό των €2.600 σε μετρητά και το έδωσε στο ΜΕ
- Ισχυρίστηκε όμως ότι το εν λόγω ποσό ήταν εξ' υπαρχής δικό του και όχι προϊόν δανείου από την ενάγουσα ως ισχυρίστηκε η τελευταία. Ήταν η θέση του εναγόμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, αντίθετα με το τι ισχυρίστηκε η ενάγουσα, αυτός ήταν αρκετά ευκατάστατος και καμία ανάγκη είχε να ζητήσει οποιοδήποτε δάνειο από την τελευταία. Μάλιστα δε, ως ισχυρίστηκε, κατά τη διάρκεια της σχέσης των διαδίκων αγόρασε στην ενάγουσα διάφορα δώρα και κοσμήματα αρκετών χιλιάδων ευρώ, την έπαιρνε με δικά του έξοδα σε διάφορα ταξίδια αναψυχής στο εξωτερικό όπου έμεναν μαζί σε ξενοδοχεία ενώ ακόμη και κατά τη συγκατοίκηση τους, αυτός είναι που κατέβαλλε όλα τα καθημερινά τους έξοδα. Τέλος, ο εναγόμενος απέρριψε και τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ουδέποτε απάντησε στην επιστολή που του έστειλαν οι δικηγόροι της τελευταίας στις 09/10/14 και ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω επιστολή, κατόπιν οδηγιών του, απάντησαν οι δικοί του δικηγόροι με επιστολή ημερ. 04/11/
- Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο εναγόμενος κατέθεσε ως Τεκμήρια αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού του για την περίοδο Ιουνίου-Ιουλίου 2011(Τεκ.4), πρωτότυπο εισιτήριο τρένου από το σιδηροδρομικό σταθμό της Αμβέρσας (Τεκ.5), συμφωνία αγοραπωλησίας ενός BMW X6 (Τεκ.6), επιστολή των δικηγόρων του προς τους δικηγόρους της ενάγουσας ημερ. 04/11/14 (Τεκ.7) και αριθμό φωτογραφιών του με την ενάγουσα (Τεκ.8). Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας ως προς την σοβαρότητα της σχέσης των διαδίκων, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω σχέση ήταν αρκετά σοβαρή, εφόσον «κρατούσαν σιερκές», πήγαιναν μαζί ως ζευγάρι σε γάμους, την είχε γνωρίσει στους γονείς του και γενικά ότι είχαν δημιουργήσει τέτοια σοβαρή ερωτική σχέση που ο ίδιος έλπιζε ότι κάποια μέρα θα έκαναν μαζί οικογένεια. Τους τελευταίους μήνες όμως, ως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, η ενάγουσα άρχισε να μην θέλει να συνεχίσει τη σχέση τους και του ανέφερε ότι ήθελε να διακόψουν, κάτι το οποίο αν και τον απογοήτευσε εντούτοις το σεβάστηκε πλήρως. Του υπεδείχθη κατά την αντεξέταση ότι αντίθετα με τη μαρτυρία του, στο δικόγραφο του προβάλλετο ρητά ο ισχυρισμός ότι είναι εκείνος και όχι η ενάγουσα που αποφάσισε να διακόψει τη σχέση εξ' ου και στο εν λόγω δικόγραφο αποδίδονται αλλότρια κίνητρα στην τελευταία. Εμμένοντας όμως κατηγορηματικά στη θέση του ότι είναι η εναγόμενη που διέκοψε τη σχέση, ο εναγόμενος απέδωσε τη διαφορά με το δικόγραφο του, σε καθαρά συντακτικό λάθος. Αντεξεταζόμενος ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγοράστηκε το αυτοκίνητο από το ΜΕ2 και ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό του ότι το ποσό των €2600 που έδωσε στον τελευταίο η ενάγουσα ήταν δικό του, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω ποσό το είχε δώσει από πριν στην ενάγουσα να το φυλάξει στη τσάντα της γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να το κρατά. Του υπεβλήθη ότι αυτός ο ισχυρισμός συνιστούσε εκ των υστέρων σκέψεις του εφόσον ουδέποτε προηγουμένως, ούτε καν στο δικόγραφο του, είχε ισχυριστεί οτιδήποτε παρόμοιο, κάτι που ο εναγόμενος απέρριψε υποστηρίζοντας ότι αυτή ήταν η θέση του από την αρχή. Του υπεβλήθη τέλος ότι ούτε και για την απάντηση των δικηγόρων του λέει την αλήθεια, υποβολή την οποία ο εναγόμενος επίσης απέρριψε. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν την τελική τους επιχειρηματολογία μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων στο περιεχόμενο των οποίων κάνω αναφορά πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι εδώ να αναφέρω ότι αμφότεροι υποστήριξαν το αξιόπιστο των μαρτύρων της πλευράς τους σε αντίθεση με τους μάρτυρες της άλλης πλευράς και κάλεσαν το Δικαστήριο, ο μεν κ. Χ''Κωστής όπως επιδικάσει πλήρως τις αξιώσεις της ενάγουσας, ο δε κ. Αδάμου όπως απορρίψει την αγωγή με έξοδα υπέρ του εναγόμενου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πρώτα τα γεγονότα που προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και τουλάχιστο κατά το Σεπτέμβρη του 2013, η ενάγουσα και ο εναγόμενος διατηρούσαν στενή σχέση στα πλαίσια της οποίας είχαν και ερωτικές επαφές. Η εν λόγω σχέση τους όμως διήρκησε μέχρι και το Μάρτιο 2014 όταν και διεκόπη οριστικά. Σε κάποια ημερομηνία εντός του Σεπτέμβρη 2013, ο εναγόμενος αποφάσισε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο μάρκας Peugeot 307, ιδιοκτησίας του ΜΕ2, για το οποίο είχε δει σχετική αγγελία στο διαδίκτυο. Επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ΜΕ2, τον πωλητή δηλαδή του οχήματος και διευθέτησαν να συναντηθούν στο σπίτι του τελευταίου στη Λευκωσία για να δει ο εναγόμενος το αυτοκίνητο και αν ήταν δυνατό να συμφωνήσουν για την αγορά του. Αναφορικά με το τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου, ο εναγόμενος και ο ΜΕ2 συζήτησαν για καταβολή του ποσού των €
- Στην συνάντηση με το ΜΕ2, η οποία έγινε στο σπίτι της αδερφής του τελευταίου, ο εναγόμενος πήγε μαζί με την ενάγουσα και αφού ο εναγόμενος και ο ΜΕ2 συμφώνησαν για την αγορά του αυτοκινήτου έναντι του ποσού των €2600, η ενάγουσα, έβγαλε από τη τσάντα της στην παρουσία όλων το εν λόγω ποσό σε μετρητά και το έδωσε στον ΜΕ2 να το μετρήσει. Αφού ο τελευταίος ικανοποιήθηκε, συμπλήρωσε τα στοιχεία του στο σχετικό έντυπο μεταβίβασης και το παρέδωσε στον εναγόμενο, ολοκληρώνοντας έτσι τη συμφωνία τους. Έκτοτε το όχημα έπαυσε να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του ΜΕ
- Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Υπό το φως των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών γεγονότων, αυτό που συνιστά το επίδικο θέμα της υπόθεσης είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €2600 στο ΜΕ
- Η μεν ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το κατέβαλε για λογαριασμό του εναγόμενου μετά που ο τελευταίος της είχε ζητήσει να τον δανείσει το εν λόγω ποσό ώστε να μπορέσει να αγοράσει το αυτοκίνητο από τον ΜΕ
- Ο δε εναγόμενος ισχυρίζεται ότι καμία οικονομική ανάγκη είχε για να ζητήσει οποιοδήποτε δάνειο από την ενάγουσα και ότι το επίδικο ποσό που η ενάγουσα είχε στη τσάντα της και που έδωσε στο ΜΕ2, ήταν εξ' υπαρχής δικό του, εφόσον το είχε δώσει στην ενάγουσα πριν τη συνάντηση με το ΜΕ2 για να το κρατά. Κανένα επομένως δάνειο, σύμφωνα με τον εναγόμενο, είχε δοθεί από την ενάγουσα προς αυτόν. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση των εκδοχών της ενάγουσας και του εναγόμενου, ήτοι των άμεσα εμπλεκομένων, επισημαίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Αντίθετα, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα προκύπτει να συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών αφού αμφότεροι δέχονται ότι ο εναγόμενος αγόρασε το όχημα του ΜΕ2 για το ποσό των €2600 και ότι το εν λόγω ποσό, στην παρουσία όλων, η ενάγουσα το έβγαλε από τη τσάντα της σε μετρητά και το έδωσε στο ΜΕ
- Τη μαρτυρία του ΜΕ2 συνεπώς, ο οποίος να σημειωθεί μου έκανε και καλή εντύπωση ως μάρτυρας, την αποδέχομαι ως αξιόπιστη στο σύνολο της και προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Στρέφομαι τώρα στις αντίθετες εκδοχές της ενάγουσας και του εναγόμενου και παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο η ενάγουσα μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι απαντήσεις της ήταν ξεκάθαρες, είχαν συνοχή και χαρακτηρίζονταν από ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της δεν κλονίστηκε η μαρτυρία της, η οποία σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιώθηκε και από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ2 αλλά και από τον ίδιο τον εναγόμενο. Μπορεί όντως να ξενίζει ο χαρακτηρισμός της σχέσης της με τον εναγόμενο ως «διερευνητική», είναι όμως προφανές ότι αυτό είναι καθαρά το πώς η ίδια η ενάγουσα θεωρούσε τη σχέση της να ήταν. Δεν αρνήθηκε ότι είχε ερωτική σχέση με τον εναγόμενο ή ότι διανυκτέρευε κάποτε στο σπίτι του, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι επειδή, αντίθετα με την ενάγουσα, κάποιος θα χαρακτήριζε μια τέτοια σχέση ως σοβαρό ερωτικό δεσμό, συνεπάγεται ότι η ενάγουσα δε λέει την αλήθεια. Εν πάσει περιπτώσει, το ότι η σχέση της με τον εναγόμενο ήταν κάτι περισσότερο από απλά φιλική, η ενάγουσα όχι μόνο δεν το αρνήθηκε αλλά αντίθετα είναι η ίδια που επικαλέστηκε τη σοβαρότητα της σχέσης της με τον εναγόμενο για να εξηγήσει πώς είναι και που δέχτηκε να χορηγήσει το κατ' ισχυρισμό δάνειο, που είναι και το επίδικο θέμα της υπόθεσης. Κατά δεύτερο, καμία διάσταση παρατηρείται μεταξύ του δικογράφου της ενάγουσας και της μαρτυρίας της σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό δάνειο ως εισηγήθηκε ο συνήγορος του εναγόμενου. Το ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της το επίδικο ποσό καταβλήθηκε στον πωλητή του αυτοκινήτου απ' ευθείας και όχι προσωπικά στο εναγόμενο, ουδόλως συνιστά τέτοια απόκλιση από το δικόγραφο της ενάγουσας που να οδηγεί σε συμπέρασμα αναξιοπιστίας της. Από αμφότερα τα δικόγραφα άλλωστε, προκύπτει ξεκάθαρα ότι το ουσιαστικό επίδικο θέμα είναι η κατ' ισχυρισμό χορήγηση δανείου για την αγορά αυτοκινήτου από τον εναγόμενο και ούτε στην Ε/Α αλλά και ούτε στην υπεράσπιση, παρουσιάζονται να μέρη να περιορίζονται αυστηρά σε ισχυρισμούς περί καταβολής του επίδικου ποσού «προσωπικά» στον εναγόμενο. Κατά τρίτο, το αλλότριο κίνητρο που αποδόθηκε στην ενάγουσα μέσω του δικόγραφου της υπεράσπισης σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ήτοι η εκδίκηση, καταρρίφθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο, ο οποίος, αντίθετα με το δικόγραφο του, ήταν κατηγορηματικός στο ότι είναι η ενάγουσα και όχι εκείνος που αποφάσισε να διακόψει τη σχέση τους. Αυτή όμως ήταν και η όλη βάση επί της οποίας «στήθηκε» δικογραφικά το εγχείρημα να καταρριφθεί η εκδοχή της ενάγουσας, ήτοι ότι «.η απαίτηση της . δεν είναι γνήσια αλλά τουναντίον είναι προϊόν που η ίδια έχει εφεύρει δια να σύρει τον εναγόμενο στο Δικαστήριο, αφού ο εναγόμενος, δια λόγους που αφορούν το πρόσωπο της ενάγουσας, διέκοψε το δεσμό και/ή σχέση. μετά της ενάγουσας». Όσον αφορά τώρα τον εναγόμενο, σημειώνω ότι αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η προσπάθεια του να προσαρμόσει τη μαρτυρία του αναλόγως του τι θεωρούσε ότι σύμφερε την εκδοχή του, μη διστάζοντας να παρεκκλίνει και του δικογράφου του, ήταν έκδηλη όπως έκδηλη ήταν και η προσπάθεια του να απομακρύνει την ουσία της υπόθεσης μακριά από το επίδικο δάνειο και να την στρέψει γύρω από τη σχέση του με την ενάγουσα. Χαρακτηριστικό τούτου ήταν ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αναλώθηκε στην τότε οικονομική του κατάσταση και στο «είδος» της σχέσης του με την ενάγουσα παρά στο επίδικο δάνειο, για το οποίο οι σχετικοί ισχυρισμοί του περιέχονται σε μόλις τέσσερις παραγράφους από τις εικοσιτέσσερις της γραπτής του δήλωσης (βλ. παρ. 15, 16, 17 και 23). Ακόμη όμως και σε αυτές τις παραγράφους, η θέση του εναγόμενου περιορίστηκε σε μια απλή άρνηση και σε μια αόριστη τοποθέτηση ότι «το ποσό αυτό των €2600 όμως ήταν δικό μου και σε καμία περίπτωση δεν ήταν χρήματα της ενάγουσας», αοριστία την οποία έσπευσε να συγκεκριμενοποιήσει κατά την αντεξέταση του, όταν του υποδείχθηκε ότι ουσιαστικά αποδέχετο την εκδοχή της ενάγουσας ως προς το τι πραγματικά έλαβε χώρα κατά την καταβολή του επίδικου ποσού στο ΜΕ2, εκδοχή η οποία σύνηδε απόλυτα και με τη μαρτυρία του ανεξάρτητου ΜΕ
- Τότε όμως είναι και που ο εναγόμενος, προσπαθώντας να ξεφύγει της επιβεβαίωσης της εκδοχής της ενάγουσας, προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ποσό των €2600 το είχε δώσει από πριν στην ενάγουσα να το βάλει στη τσάντα της γιατί δεν μπορούσε να το κρατά αυτός, θέση η οποία ούτε περιέχεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης, ούτε τέθηκε ποτέ στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της και σε κάθε περίπτωση, ουδόλως πείθει. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, ακόμη και αυτή η εκ διαμέτρου αντίθετη θέση που προέβαλε κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος ως προς το ποιος εκ των δύο διαδίκων είναι που διέκοψε τη σχέση τους, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Προσπαθώντας προφανώς να πείσει ως προς τον ισχυρισμό του ότι η ενάγουσα ουσιαστικά του συμπεριφέρθηκε αχάριστα και αυτό για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι είναι εκείνη που εκμεταλλεύτηκε τη σχέση τους και όχι εκείνος, ισχυρίστηκε ότι παρά την αγάπη και τη γενναιοδωρία που επέδειξε στην τελευταία, αυτή αποφάσισε να διακόψει τη σχέση τους. Του διέφυγε όμως ότι συνιστούσε ένα εκ των βασικών και ρητών δικογραφημένων ισχυρισμών του ότι, η όλη αγωγή της ενάγουσας ήταν καθαρά ένα εφεύρημα της τελευταίας δήθεν για να τον εκδικηθεί λόγω του ότι είναι αυτός που αποφάσισε να τερματίσει τη σχέση τους. Όταν όμως του υπεδείχθη το σφάλμα του κατά την αντεξέταση και δη ότι επρόκειτο για ουσιώδες σφάλμα που και πάλι επιβεβαίωνε την ενάγουσα, μη έχοντας άλλη επιλογή, προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, αποδίδοντας το όλο θέμα σε συντακτικό σφάλμα του δικηγόρου του, δικαιολογία όμως που υπό τις περιστάσεις, και πάλι δεν πείθει. Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα στοιχεία που καταδεικνύουν το αναξιόπιστο των θέσεων του εναγόμενου. Στην προσπάθεια του να απαντήσει στον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ουδόλως ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις της ακόμη και όταν οι δικηγόροι της πρώτης του έστειλαν, πριν την καταχώρηση της αγωγής, σχετική γραπτή απαίτηση στις 09/10/14, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω απαίτηση απάντησαν οι δικηγόροι του στις 04/11/
- Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, κατέθεσε ως Τεκ. 7 αυτήν την κατ' ισχυρισμό επιστολή των δικηγόρων του. Από προσεκτική όμως ανάγνωση του εν λόγω Τεκμηρίου, διαπιστώνονται τα εξής. Ενώ φέρεται να πρόκειται για επιστολή που συνέταξε ο δικηγόρος του εναγόμενου στις 04/11/14 σε απάντηση της επιστολής των δικηγόρων της ενάγουσας ημερ. 09/10/14, στον τίτλο της επιστολής γίνεται ρητή αναφορά σε «Αρ.Αγωγής 4876/14 Ε.Δ. Λεμεσού Κατερίνα Κιτιρή Vs Άγγελος Αριστείδου», ήτοι στην παρούσα αγωγή. Είναι άξιο απορίας όμως πώς γίνεται να συντάχθηκε επιστολή στις 04/11/14 και η οποία να κάμνει ρητή αναφορά στην παρούσα αγωγή, όταν κατά την φερόμενη ημερομηνία σύνταξης της εν λόγω επιστολής, η παρούσα αγωγή δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί. Υπενθυμίζω ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19/11/14, ήτοι δεκαπέντε
(15)μέρες μετά που η εν λόγω επιστολή φέρεται να είχε συνταχθεί, ενώ σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη που επέδωσε την αγωγή στον εναγόμενο και η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή του επιδόθηκε μόλις την 01/12/14, ήτοι ένα σχεδόν μήνα αργότερα. Ήταν επομένως αδύνατο στις 04/11/14 ο εναγόμενος να γνώριζε και να ενημέρωσε μάλιστα και το δικηγόρο του, για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής έτσι ώστε ο τελευταίος να την αναφέρει ρητά σε επιστολή που συνέταξε εκείνη την μέρα. Παρά όμως το ότι η εν λόγω επιστολή αποτέλεσε ειδικά αντικείμενο αντεξέτασης του εναγόμενου, καμία εξήγηση δόθηκε από πλευράς υπεράσπισης για το θέμα αυτό. Αν και ο δικηγόρος του εναγόμενου, ο οποίος παρουσιάζεται στην εν λόγω επιστολή να είναι και ο συντάκτης της, δεν επεδίωξε να καταθέσει στη διαδικασία και ούτε το θέμα αυτό φαίνεται να απασχόλησε τους συνηγόρους κατά τις αγορεύσεις τους, το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου, ως μέρος της μαρτυρίας του εναγόμενου, δεν παύει από του να δεσμεύει τον τελευταίο τουλάχιστο σε σχέση με την αξιοπιστία του και να συνιστά περαιτέρω ένδειξη για το παντελώς ανυπόστατο των θέσεων του. Συνεπώς, σε αντίθεση με τον εναγόμενο τη μαρτυρία του οποίου απορρίπτω ως αναξιόπιστη, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ενάγουσας ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, συνιστά περαιτέρω εύρημα μου ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ως τα ισχυρίστηκε η ενάγουσα και ειδικότερα ότι κατά το Σεπτέμβριο 2013, ο εναγόμενος ζήτησε από την ενάγουσα να τον δανείσει το ποσό των €2600 για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο από το ΜΕ2, υπόσχοντας της ότι θα της το επέστρεφε πριν το τέλος του 2013. Η ενάγουσα αποδέχτηκε και αφού ο εναγόμενος συμφώνησε με το ΜΕ2 την αγορά του αυτοκινήτου του τελευταίου για το ποσό των €2600, η ενάγουσα κατέβαλε το εν λόγω ποσό απευθείας στον ΜΕ2, εκπληρώνοντας έτσι το δικό της μέρος της συμφωνίας δανεισμού. Παρά την πάροδο της συμφωνηθείσας προθεσμίας όμως, ο εναγόμενος, μέχρι και σήμερα, δεν έχει εξοφλήσει το επίδικο δάνειο και εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €2600. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου, κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση της και συνεπώς η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €2600 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα και ΦΠΑ, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ............... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Προσωπικό Δάνειο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο