ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3535/16, 9/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A446 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3535/16 XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας -ν- XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, εκ Λάρνακας Εναγόμενη -------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Αυγούστου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Αντρέου για Χ. Π. Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Χ'' Κύρου για Γ. Θ. Κούμα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε την 01/12/16, ο ενάγοντας, ιατρός τραυματολόγος στο επάγγελμα με ειδίκευση στη χειρουργική, αξιώνει από την εναγόμενη ποσό €2.485,94 συνεπεία ιατρικών υπηρεσιών που της παρείχε περί τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο 2009 στο ιδιωτικό Νοσοκομείο «Αχίλλειον» στη Λεμεσό και συγκεκριμένα για χειρουργική επέμβαση που διενήργησε σε αυτή στις 01/12/
- Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, το αξιούμενο ποσό αφορά στη δική του αμοιβή και στα πραγματικά έξοδα που αυτός υπέστη για την αγορά ιατρικών υλικών, τα οποία ήταν αναγκαία να χρησιμοποιηθούν για την παροχή των υπηρεσιών του προς την εναγόμενη. Με την υπεράσπιση της, η εναγόμενη δέχεται ότι περί τον Νοέμβριο 2009 επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο Αχίλλειο για να τύχει των υπηρεσιών του σε σχέση με θέματα υγείας που αντιμετώπιζε και ότι την 01/12/09, ο τελευταίος την υπέβαλε σε χειρουργική επέμβαση. Ισχυρίζεται όμως ότι ουδέποτε ζήτησε από τον ενάγοντα να της παράσχει την εν λόγω θεραπεία και ότι είναι αυτός που της το εισηγήθηκε, επικαλούμενος τις εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία του, στοιχεία που την οδήγησαν στο να αποδεχτεί τη συμβουλή του. Είναι η θέση της εναγόμενης ότι ο ενάγοντας της είχε αναφέρει ότι το συνολικό κόστος της θεραπείας της θα ανέρχετο στις €2.124.88 και ότι το εν λόγω ποσό θα αφορούσε σε όλα τα σχετικά με την θεραπεία της έξοδα. Όταν αυτή εξόφλησε το εν λόγω ποσό στις 02/12/09, ως ισχυρίζεται, και καμία ενόχληση είχε έκτοτε, είτε από τον ενάγοντα είτε από οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο αναφορικά με οποιοδήποτε κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο, εύλογα θεώρησε και θεωρεί ακόμη, ότι ουδέν ποσό οφείλει σε σχέση με τη θεραπεία που έλαβε από τον ενάγοντα. Πρόσθετα των ισχυρισμών της επί της ουσίας, η εναγόμενη προβάλλει στο δικόγραφο της και αριθμό προδικαστικών ενστάσεων οι οποίες αφορούν σε κατ' ισχυρισμό ανυπαρξία καλού και νόμιμου αγώγιμου δικαιώματος, ελαττωματικότητα της αγωγής, μη νομιμοποίηση του ενάγοντα στην καταχώρηση αγωγής λόγω παράλειψης προηγούμενου τερματισμού «της κατ' ισχυρισμό επίδικης συμφωνίας» και αποστολής επιστολής που να καθορίζει το χρόνο αποπληρωμής του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού και τέλος σε παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα δυνάμει των προνοιών του Ν. 66(Ι)/
- Εφόσον το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η υπόθεση εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» υπόθεση, δυνάμει της «νέας Δ.30», ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση μαρτυρίας υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Από πλευράς ενάγοντα κατατέθηκαν κατατέθηκαν ένορκες δηλώσεις του ιδίου (ΜΕ1) και της ιδιαιτέρας του, Κ. Σταυρινού (ΜΕ2) ενώ από πλευράς εναγομένης, κατατέθηκε ένορκη δήλωση της ιδίας (ΜΥ1). Αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες της άλλης πλευράς επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών τους, εντούτοις δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούσαν να προβούν σε οποιαδήποτε αντεξέταση. Η εκδίκαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Ενόψει του ότι αμφότεροι οι συνήγοροι επέλεξαν να μην προβούν σε αντεξέταση των μαρτύρων της άλλης πλευράς, υπενθυμίζω ότι ως είναι πάγια νομολογημένο, «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Στρέφομαι τώρα στις εκατέρωθεν προβληθείσες εκδοχές. Οι μάρτυρες του ενάγοντα, ήτοι οι ΜΕ1 και ΜΕ2, επανέλαβαν ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ε/Α. Η μαρτυρία τους κύλησε πάνω στις ίδιες γραμμές και δύναται θεωρώ να συνοψισθεί στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ε/Δ του ενάγοντα (ΜΕ1), ήτοι του άμεσα εμπλεκόμενου στην υπόθεση: «Τον Νοέμβριο του 2009 η Εναγόμενη με επισκέφθηκε στις εγκαταστάσεις του Ιδιωτικού Νοσοκομείου Αχίλλειον. Με το νοσοκομείο διατηρούσα συνεργασία. Παρείχα τις υπηρεσίες μου στις εγκαταστάσεις του. Ζήτησε τις υπηρεσίες μου ως προς ζήτημα υγείας που αντιμετώπιζε. Με διαβεβαίωσε ότι θα κάλυπτε το κόστος των υπηρεσιών μου καθώς και το κόστος των υλικών που θα χρησιμοποιούσα ως προς την παροχή των υπηρεσιών μου. Περαιτέρω την ενημέρωσα ότι το Νοσοκομείο θα εξέδιδε ξεχωριστό τιμολόγιο ως προς τις παροχές των υπηρεσιών του προς την ίδια πράγμα το οποίο αντιλήφθηκε και αποδέχθηκε. Την 1/12/2009 χειρούργησα την Εναγόμενη στις εγκαταστάσεις του Ιδιωτικού Νοσοκομείου Αχίλλειον. Η αμοιβή μου ανήλθε στις €2.000,
- Τα υλικά σταθεροποίησης που χρησιμοποίησα ήτοι οστικά μοσχεύματα και βίδα τιτανίου στοίχισαν €485,94 ως το τιμολόγιο που παρέλαβα την 1/12/2009 και το οποίο εξεδόθη από την UNIMED (CYPRUS) LIMITED. Σχετικό τιμολόγιο επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 . στο (οποίο) . φαίνεται και το όνομα της Εναγομένης. Την ίδια μέρα μετά το χειρουργείο έθεσα υπ' όψιν της Εναγόμενης το συνολικό ποσό που έπρεπε να μου καταβάλει ήτοι €2.485,94 το οποίο και η Εναγόμενη συμφώνησε να καταβάλει. Η Εναγόμενη στην υπεράσπιση της κάνει λόγο για δήθεν εξόφληση των υπηρεσιών μου. Αναφέρει ότι κατέβαλε το ποσό των €2.124,88 ως προς τούτο. Το ποσό αυτό ωστόσο αφορούσε τα έξοδα του Νοσοκομείου που στις εγκαταστάσεις του προσέφερα τις υπηρεσίες μου προς την Εναγόμενη όπως και τα έξοδα άλλων ιατρών αλλά σαφώς όχι τα δικά μου. Ως προς τούτο η Εναγόμενη έλαβε σχετικό τιμολόγιο από το Νοσοκομείο. Το επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Το τιμολόγιο είναι ξεκάθαρο ως προς τις χρεώσεις που περιλαμβάνει. Από τότε ο ίδιος προσωπικά όσο και η ιδιαιτέρα μου επικοινωνήσαμε πολλές φορές με την Εναγόμενη στο τηλέφωνο με αριθμό XXXXX83 και διαβεβαίωνε ότι θα με εξοφλήσει. Ουδέποτε όμως το έχει πράξει και εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το ποσό. Σχετική Ιατρική γνωμάτευση ως προς το οφειλόμενο ποσό της Εναγόμενης είχα εκδώσει και την 1 Νοεμβρίου 2016 ως το Τεκμήριο 6 που επισυνάπτω. Την 4/2/2016 της επιδόθηκε σχετική επιστολή, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 7, από τους δικηγόρους μου. Επισυνάπτω σχετική Ένορκη Δήλωση του Επιδότη ως Τεκμήριο
- Παρά ταύτα η Εναγόμενη ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του οφειλόμενου με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα €2.485,94 το οποίο και απαιτώ πλέον τόκους και τα δικηγορικά έξοδα.» Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία της ΜΕ2 προσφέρθηκε καθαρά προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του ενάγοντα εφόσον η εν λόγω μάρτυς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ήταν παρούσα όταν η εναγόμενη επισκέφθηκε τον ενάγοντα το 2009 και συμφώνησε μαζί του την παροχή των επίδικων υπηρεσιών οπόταν και αυτός την ενημέρωσε για τα ακριβή ποσά που αυτή έπρεπε να καταβάλει. Προς επίρρρωση των ισχυρισμών του, ο έναγοντας κατέθεσε το τιμολόγιο της εταιρείας UNIMED ημερ. 01/12/09 που αφορά στην χρέωση που έγινε στον ίδιο με ποσό €485.94 για την αγορά ιατρικών υλικών σε σχέση με την ασθενή «Panagiotou XXXXX» (Τεκ.4), το τιμολόγιο του Αχίλλειον με αρ. 90114720, ημερ. 02/12/09 για το συνολικό ποσό των €2.124,88 (Τεκ. 5), την «Ιατρική Γνωμάτευση» που ο ίδιος συνέταξε στις 01/11/16 με την οποία «βεβαιώνει» ότι διενήργησε χειρουργική επέμβαση στην εναγόμενη την 01/12/09 και ότι αυτή του οφείλει το ποσό των €2.485,94 (Τεκ.6) και την επιστολή απαίτησης ημερ. 09/11/15 που οι δικηγόροι του επέδωσαν στην εναγόμενη στις 04/02/16, η οποία συνοδεύτεαι από τη σχετική Ε/Δ του ιδιώτη επιδότη Π. Μαλέκκου (Τεκ.7). Στην αντίπερα όχθη, η εναγόμενη, η οποία αρνείται ότι είδε ή μίλησε ποτέ με την ΜΕ2, για την οποία ισχυρίζεται ότι υποκινείται καθαρά από την επαγγελματική της σχέση με τον ενάγοντα και ότι ψεύδεται όταν αναφέρει ότι ήταν παρούσα κατά τις συναντήσεις που αυτή είχε με τον Ενάγοντα, ισχυρίζεται τα εξής: «.παραδέχομαι ότι κατά το Νοέμβριο του 2009 επισκέφθηκα τον Ενάγοντα στη Λεμεσό στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Αχίλλειον της εταιρίας Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού «ACHILLION» LTD. Αφού ανέφερα το πρόβλημα υγείας που είχα στον Ενάγοντα, ο ίδιος μου συνέστησε ότι θα έπρεπε να υποβληθώ σε ιατρική θεραπεία και εγώ συμφώνησα. Ουδέποτε ζήτησα από τον Ενάγοντα να υποβληθώ σε ιατρική θεραπεία αλλά ο Ενάγοντας συνέστησε τούτο σε εμένα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα για κάλυψη του κόστους των υπηρεσιών καθώς και του κόστους των υλικών αναφέρω ότι απορρίπτω τους εν λόγω ισχυρισμούς και λέγω ότι ο Ενάγοντας μου ανέφερε ότι το συνολικό κόστος της θεραπείας θα ανέρχετο σε €2.124,88.- και ουδέποτε μου ανέφερε ότι η πληρωμή αφορούσε δύο πληρωμές, δηλαδή το κόστος των υπηρεσιών και το κόστος των υλικών ως αναληθώς αναφέρει. Περαιτέρω δε λέγω ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε με ενημέρωσε για έκδοση ξεχωριστού τιμολογίου ως προς τις παροχές των υπηρεσιών του. Απορρίπτω δε, του ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι δήθεν με ενημέρωσε ότι το Νοσοκομείο θα εξέδιδε ξεχωριστό τιμολόγιο ως προς τις παροχές των υπηρεσιών του προς εμένα και ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί εκ των υστέρων επινόημα του Ενάγοντα. Διερωτάται κανείς γιατί δεν μου επέδωσε τιμολόγιο δικό του αμέσως . Περαιτέρω δε λέγω ότι στηριζόμενη στην επαγγελματική κατάρτιση του Ενάγοντα, αποδέχθηκα και υποβλήθηκα κατόπιν εισήγησης του Ενάγοντα σε ιατρική θεραπεία και συμφώνησα μαζί του ότι το κόστος αυτής θα ανείρχετο στις €2.124,88.- Απορρίπτω και θέτω τον Ενάγοντα σε αυστηράν απόδειξη του ισχυρισμών του ότι το κόστος της χειρουργικής επέμβασης ανήλθε στο ποσό των €2.485,94.- Το συνολικό συμφωνηθέν κόστος της συγκεκριμένης θεραπείας ήταν για το ποσό των €2.124,88.- ποσό το οποίο έχω εξοφλήσει πλήρως την 02/12/
- Επισυνάπτεται σχετικό τιμολόγιο . και σχετική απόδειξη πληρωμής . ουδέποτε μετά το χειρουργείο ο Ενάγοντας έθεσε στα υπόψιν μου ότι θα έπρεπε να του καταβάλω το ποσό των €2.485,94.- και ουδέποτε συμφώνησα να καταβάλω τέτοιο ποσό και πέραν τούτου ουδέποτε μου παρουσιάστηκε οποιοδήποτε τιμολόγιο. Το μόνο ποσό το οποίο συμφώνησα να καταβάλω εξ αρχής ήταν το ποσό των €2.124,88.ποσό το οποίο και κατέβαλα την 02/12/2009 κατόπιν έκδοσης σχετικού τιμολογίου . ο Ενάγοντας ουδέποτε επικοινώνησε μαζί μου είτε ο ίδιος είτε η ιδιαιτέρα του ενώ επαναλαμβάνω ότι ουδέν ποσό οφείλω στον Ενάγοντα καθότι το ποσό το οποίο είχα συμφωνήσει μαζί του να πληρώσω το έχω εξοφλήσει, ως ανωτέρω αναφέρεται. Περαιτέρω δε, λέγω ότι η διεύθυνση μου είναι καλά γνωστή στον Ενάγοντα αφού εν πάση περιπτώσει αναγράφεται και στο τιμολόγιο του νοσοκομείου το οποίο επαναλαμβάνω ότι έχω εξοφλήσει πλην όμως ουδέποτε μου έχει αποστείλει οποιαδήποτε επιστολή απαίτησης . εκτός από το γεγονός ότι παρέλαβα την εν λόγω επιστολή προς έκπληξη μου μετά από εφτά ολόκληρα χρόνια, απορρίπτω τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα.». Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών της, η εναγόμενη παρουσιάζει και αυτή το τιμολόγιο του Αχίλλειον με αρ. 90114720, ημερ. 02/12/09 για το συνολικό ποσό των €2.124,88 (Τεκ. 1) καθώς και την σχετική απόδειξη εξόφλησης που εξέδωσε το Αχίλλειον στις 02/12/09 (Τεκ.2). Διεξήλθα με προσοχή την προσκομισθείσα μαρτυρία, μη παραβλέποντας ότι παρά την προβολή αντίθετων ισχυρισμών από τις δύο πλευρές, ουδείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν, αντεξετάστηκε. Σημειώνω πρώτα τα εξής γεγονότα, τα οποία προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία να συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών. Περί τον Νοέμβριο του 2009, η εναγόμενη επισκέφθηκε τον ενάγοντα στις εγκαταστάσεις του Ιδιωτικού Νοσοκομείου Αχίλλειον ώστε να τον συμβουλευθεί για κάποιο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε. Κατόπιν ιατρικής συμβουλής του ενάγοντα, την οποία η εναγόμενη αποδέχτηκε, ο πρώτος διενήργησε στην τελευταία χειρουργική επέμβαση την 01/12/2009 προς αντιμετώπιση του προβλήματος της, στις εγκαταστάσεις του Ιδιωτικού Νοσοκομείου Αχίλλειον. Την 02/12/09, το Αχίλλειον εξέδωσε τιμολόγιο επ' ονόματι της εναγόμενης για το ποσό των €2.124,88, ποσό το οποίο η εναγόμενη εξόφλησε την ίδια μέρα, καταβάλλοντας στο Αχίλλειο το εν λόγω ποσό σε μετρητά και λαμβάνοντας σχετική απόδειξη εξόφλησης από το Αχίλλειον. Την 04/02/16, οι δικηγόροι του ενάγοντα επέδωσαν στην εναγόμενη επιστολή με την οποία απαιτούσαν όπως η τελευταία καταβάλει το ποσό των €2.485,94 ως ποσό που οφείλετο στον ενάγοντα προσωπικά για τις υπηρεσίες που αυτός της παρείχε την 01/12/
- Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Το επίδικο ερώτημα που προκύπτει, το οποίο συνιστά και το ουσιώδες επίδικο θέμα της υπόθεσης, είναι το κατά πόσο η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, για τις υπηρεσίες που αυτός της παρείχε την 01/12/09 ή αν με την πληρωμή του τιμολογίου του Αχίλλειον, η εναγόμενη έχει εξοφλήσει πλήρως όλες της τις υποχρεώσεις. Επιβάλλεται όμως όπως, προτού προχωρήσω με το πιο πάνω θέμα που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, εξεταστεί η ένσταση της εναγομένης περί παραγραφής και αυτό διότι το συγκεκριμένο ζήτημα είναι δικαιοδοτικό. Όπως λέχθηκε και στην Xατζηστυλλής Αλέκος ν. Μaude C Papadema και Άλλου
(2000)1 ΑΑΔ 551: «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης. . Η πολιτική δικαιοδοσία διέπεται από τους δικούς της κανόνες. Σε σχέση δε με το ζήτημα που μας απασχολεί αυτό εξετάζεται εφόσον εγερθεί στα δικόγραφα (Βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, 347, στην οποία υποδεικνύεται πως "αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση". Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται, επίσης, πως επιτυχία της ένστασης οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας. Παρόλο που στην πολιτική διαδικασία η πρόνοια για παραγραφή δεν έχει εξ αρχής την ίδια καταλυτική ενέργεια όπως συμβαίνει στο θέμα της προθεσμίας στην Αναθεωρητική δικαιοδοσία, εν τούτοις από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται ο,τιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον όμως το δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας. .Εδώ, αφού ηγέρθη το θέμα της παραγραφής ήταν το πρώτο που θα έπρεπε να είχε εξεταστεί γιατί απολήγει σε δικαιοδοτικό. Ήταν επομένως άτοπη η εξέταση άλλου θέματος από το πρωτόδικο δικαστήριο..Εσφαλμένα λοιπόν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε πρώτα το ζήτημα της παραγραφής και εσφαλμένα έκρινε ότι η επίλυση του ζητήματος της συνταγματικότητας των σχετικών άρθρων δεν ήταν αναγκαία για την διάγνωση της ενώπιον του υπόθεσης. Πολύ πρόσφατα, στην υπόθεση ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v ANDREAS MALAK κα, ECLI:CY:AD:2018:A297, Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερ. 21 Ιουνίου 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει την προδικαστική εκδίκαση του θέματος της παραγραφής με βάση το νομικό καθεστώς ως ίσχυε πριν την θέσπιση του Ν. 66(I)/2012, όταν και το θέμα μπορούσε να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, μη παραλείποντας όμως να σχολιάσει και τις ενδεχόμενες συνέπειες που ο προαναφερόμενος Νόμος του 2012 συνεπάγεται. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «.δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. . Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. . Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία.» Τα πιο πάνω ευρήματα μου, παρέχουν θεωρώ, το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο επί των οποίων δύναται να εξεταστεί το θέμα της παραγραφής, εφόσον για σκοπούς εξέτασης του συγκεκριμένου θέματος, εκείνο που λαμβάνεται υπόψη είναι η φύση του αγώγιμου δικαιώματος, που στην παρούσα υπόθεση είναι η κατ' ισχυρισμό συμφωνηθείσα αμοιβή για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και ο χρόνος που παρήλθε από την παροχή τους μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής - στην παρούσα υπόθεση από την 01/12/09 μέχρι την 01/12/16 (εφτά χρόνια). Σημειώνω εδώ ότι η επί του προκειμένου ένταση της εναγόμενης, εδράζεται στις πρόνοιες του Ν.66(Ι) 2012, ο οποίος και ίσχυε κατά τον χρόνο της καταχώρησης της αγωγής και αυτό ορθά κατά τη γνώμη μου εφόσον ως έχει νομολογηθεί, για σκοπούς εξέτασης του θέματος παραγραφής, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Βεβαίως, «.η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Ακόμη δηλαδή και αν προηγούμενο νομοθέτημα έχει καταστήσει παραγραμμένο το αγώγιμο δικαίωμα, εντούτοις, αν μεταγενέστερο νομοθέτημα που ισχύει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, έχει ρυθμίσει διαφορετικά το θέμα, τότε το αγώγιμο δικαίωμα δύναται να θεωρηθεί ότι βρίσκεται ακόμη «εν ζωή». Το κρίσιμο χρονικό σημείο επομένως, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, είναι η ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί ποιο είναι το νομοθέτημα που θα εφαρμοστεί για να αποφασιστεί το κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 01/12/2016. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, οι σχετικές με την παρούσα υπόθεση πρόνοιες του Ν.66(Ι)/12 που ήταν σε ισχύ, ήταν οι πρόνοιες του αρ. 7
(2)οι οποίες αφορούν ειδικά σε αγωγές που σχετίζονται με «.σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία.». Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ο χρόνος παραγραφής του σχετικού αγώγιμου δικαιώματος καθορίζεται στα τρία
(3)έτη «.από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.». Κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής όμως, όπως επισημαίνει και ο κ. Ανδρέου, σε ισχύ δεν ήταν μόνο οι πρόνοιες του αρ. 7
(2)αλλά και οι πρόνοιες του αρ. 3 του Νόμου οι οποίες αφορούν στην «έναρξη του χρόνου παραγραφής». Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, αν και ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, εντούτοις για σκοπούς εφαρμογής της παραγραφής που προνοεί ο Νόμος, ο χρόνος παραγραφής για όλα τα αδικήματα, εκτός των εξαιρέσεων που προνοούνται στα αρ. 24 και 29 και οι οποίες δεν αφορούν στην παρούσα, ρητά καθορίζεται ότι αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016. Αυτή είναι και η ρύθμιση στην οποία εν τη σοφία του ο Νομοθέτης επέλεξε να προβεί αναφορικά με συγκεκριμένα αγώγιμα δικαιώματα που δημιουργήθηκαν πριν το Ν. 66(Ι)/12και αυτό σφραγίζει κατά την κρίση μου και την τύχη της επί του προκειμένου ένστασης της εναγόμενης εφόσον κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, ο χρόνος των τριών χρόνων δεν είχε ακόμη παρέλθει. Η εν λόγω ένσταση συνεπώς απορρίπτεται. Όσον αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρει η εναγόμενη αναφορικά με το κατ' εκείνην πρόωρο της αγωγής συνεπεία παράλειψης τερματισμού της «επίδικης συμφωνίας των μερών» ή αποστολής επιστολής που να καθορίζει προθεσμία πληρωμής, ενόψει της παραδοχής της ότι στις 04/02/16, έλαβε μέσω ιδιώτη επιδότη, επιστολή απαίτησης από τον ενάγοντα με την οποία της δίνετο προθεσμία πληρωμής εφτά
(7)ημερών, οι ενστάσεις της έχουν απολέσει το οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο επί των οποίων εδράζονταν. Το αναφέρω τούτο χωρίς βέβαια να υπονοώ ότι οι εν λόγω ενστάσεις βρίσκουν νομικό έρεισμα, εφόσον άλλωστε η εναγόμενη, ουδέποτε ισχυρίστηκε ή προσκόμισε σχετική μαρτυρία προς απόδειξη ότι η συμφωνία των μερών προνοούσε για προηγούμενο τερματισμό ή αποστολή επιστολής απαίτησης, αν και τέτοια επιστολή της επιδόθηκε στις 04/02/16 (βλ. μεταξύ άλλων Καλλικάς Γιαννάκης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238). Επομένως και αυτές οι ενστάσεις απορρίπτονται. Όσον αφορά τέλος την προδικαστική ένταση της εναγόμενης αναφορικά με την ύπαρξη καλού και νόμιμου αγώγιμου δικαιώματος σημειώνω ότι η αγωγή αφορά σε κατ' ισχυρισμό συμφωνηθείσα αμοιβή για παροχή υπηρεσιών, υπηρεσίες τις οποίες η εναγόμενη δέχεται ότι έλαβε από τον ενάγοντα. Δικογραφικά επομένως, διαπιστώνεται ότι η αγωγή αποκαλύπτει καλό και νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα. Άλλο βέβαια είναι το ερώτημα αν ο ενάγοντας έχει πετύχει να αποδείξει την αξίωση του, ερώτημα το οποίο προχωρώ να εξετάσω αφού πρώτα αξιολογήσω την ενώπιον μου μαρτυρία. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο. (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Εκεί βέβαια που το δίκαιο της απόδειξης επιβάλλει όπως το βάρος απόδειξης συγκεκριμένων ισχυρισμών και υπερασπίσεων, είναι στους ώμους του εναγόμενου να το αποσείσει, οι ρόλοι αντιστρέφονται, νοουμένου βέβαια ότι ο ενάγοντας έχει πρωτίστως αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της δικής του υπόθεσης. Το ερώτημα επομένως στην παρούσα υπόθεση, το οποίο συνιστά και τη βάση για την υπόθεση του ενάγοντα είναι αν προσκομίστηκε από πλευράς του, τέτοια αποδεκτή μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι η εναγόμενη οφείλει το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Η εκδοχή του ενάγοντα, φέρει τον ίδιο να παρείχε υπηρεσίες στην εναγόμενη για τις οποίες όμως ουδέποτε πληρώθηκε. Ισχυρίζεται δε ότι είχε καταστήσει σαφές στην εναγόμενη ότι η δική του αμοιβή ήταν ανεξάρτητη από τις χρεώσεις του Αχίλλειον και ότι τα οποιαδήποτε έξοδα αυτός θα κατέβαλλε για την αγορά ιατρικών υλικών που ήταν αναγκαία για την επέμβαση της, αυτή όφειλε να του τα καταβάλει. Την εκδοχή του αυτή ο ενάγοντας τη βασίζει, μεταξύ άλλων, στο τιμολόγιο του Αχίλλειον, το οποίο κατ' εκείνον καμία αναφορά κάμνει στις δικές του υπηρεσίες ή τα έξοδα που αυτός επωμίστηκε σε σχέση με το τιμολόγιο της UNIMED. Θεωρώ σκόπιμο εδώ να επισημάνω ότι ο ενάγοντας επιχείρησε να βασιστεί και στο Τεκ.7, ήτοι «ιατρική γνωμάτευση» που ο ίδιος ετοίμασε την 01/11/16, για να «βεβαιώσει», ως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω Τεκμήριο, τους ισχυρισμούς του. Προφανώς και πρόκειται για μαρτυρία που προσκρούει στον κανόνα της μη αυτοεπιβεβαίωσης (rule against self-corroboration) και επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του Τεκ.7 θα αγνοηθεί (βλ. MAVROU ν. THEODOROU
(1984)1 CLR 635). Η εναγόμενη από την άλλη, αν και δέχεται ότι έλαβε τις επίδικες υπηρεσίες από τον ενάγοντα, αρνείται ότι ο αυτός την ενημέρωσε ποτέ για τις «δικές του χωριστές χρεώσεις» και ισχυρίζεται ότι με την πληρωμή του τιμολογίου του Αχίλλειον, η ίδια έχει εξοφλήσει πλήρως τις οφειλές της σε σχέση με τις υπηρεσίες που τις παρείχε ο ενάγοντας. Την εκδοχή της αυτή η εναγόμενη τη βασίζει στο τιμολόγιο του Αχίλλειον και στην καθυστέρηση που επέδειξε ο ενάγοντας να αξιώσει τα όσα αξιώνει τώρα. Εφόσον αμφότεροι οι διαδικοι επικαλούνται το τιμολόγιο του Αχίλλειον προς επίρρωση των αντίστοιχων εκδοχών τους, προέχει η εξέταση και αξιολόγηση του εν λόγω τεκμηρίου. Σημειώνω εδώ ότι το εν λόγω τιμολόγιο παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο και από τις δύο πλευρές και αν και ο κάθε διάδικος φαίνεται να έχει διαφορετική «εκδοχή» (version) του εν λόγω τιμολογίου, εντούτοις αμφότεροι φαίνεται να συμφωνούν ότι το περιεχόμενο είναι το ίδιο. Από μια προσεκτική ανάγνωση του τιμολογίου του Αχίλλειον, προκύπτει ότι κάτω από τον τίτλο «Hospital Fees» (Τεκμήριο εναγόμενης) ή Billable Items (Τεκμήριο ενάγοντα) καταγράφεται αριθμός χρεώσεων που συμποσούνται στο συνολικό ποσό των €2.124,88, που είναι και το ποσό που κατέβαλε η εναγόμενη στο Αχίλλειον την 02/12/
- Αν και ο ενάγοντας καταγράφεται στο τιμολόγιο ως ο «θεράπων ιατρός» της εναγόμενης και μεταξύ των χρεώσεων που καταγράφονται στο τιμολόγιο, είναι και δύο χρεώσεις που αφορούν τους γιατρούς Α. Φιλίππου (€350) και Α. Ιωάννου (€50), πουθενά στις εν λόγω χρεώσεις, οι οποίες και στα δύο Τεκμήρια περιγράφονται ως «Hospital Fees» (έξοδα Νοσοκομείου) (βλ. συνοπτική κατάσταση στο Τεκμήριο του Ενάγοντα), δεν καταγράφεται οποιαδήποτε χρέωση σε σχέση με το όνομα του ενάγοντα ή το τιμολόγιο της Unimed ή έστω σε σχέση με τα υλικά ή τα ποσά στα οποία αφορά το εν λόγω τιμολόγιο. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενης ότι το τιμολόγιο της Unimed που εκδόθηκε την 01/12/09 επ' ονόματι του ενάγοντα για το ποσό των €485,84, κάνει ρητή αναφορά στην ίδια. Υπενθυμίζω ότι η εκδοχή της εναγόμενης είναι ότι το τιμολόγιο του Αχίλλειον κάλυπτε και τις υπηρεσίες και έξοδα του ενάγοντα. Αυτή όμως η εκδοχή της εναγόμενης δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από το εν λόγω τεκμήριο, το οποίο, αν όντως περιλάμβανε και την αμοιβή και έξοδα του ενάγοντα ως ισχυρίστηκε η εναγόμενη, τότε θα έπρεπε να τα καταγράφει ρητά, όπως καταγράφει όλες τις άλλες χρεώσεις και υπηρεσίες που τις παρασχέθηκαν, περιλαμβανομένων μάλιστα και των υπηρεσιών που αυτή έλαβε από άλλους γιατρούς κατά την εκεί παραμονή της. Σημειώνω εδώ ότι, εφόσον η εναγόμενη επικαλείται το περιεχόμενο του τιμολογίου που της παρέδωσε το Αχίλλειον προς υποστήριξη της εκδοχής της ότι εξόφλησε και τις υπηρεσίες του ενάγοντα και ήταν σε γνώση της η επί του προκειμένου αντίθετη εκδοχή του τελευταίου, αυτή είχε το δικαίωμα όπως κλητεύσει ως μάρτυρα της στην διαδικασία αρμόδιο πρόσωπο από το Αχίλλειον, ώστε να προσφερθεί άμεση μαρτυρία από το συντάκτη του εν λόγω τιμολογίου ως προς το συγκεκριμένο επίδικο θέμα. Δεν το έπραξε όμως και άφησε έτσι το θέμα να κριθεί στη βάση των όσων στοιχείων το εν λόγω τιμολόγιο παρουσιάζει και τα οποία στοιχεία, ελλείψει άλλης μαρτυρίας, δεν υποστηρίζουν την εκδοχή της αλλά επιβεβαιώνουν την εκδοχή του ενάγοντα. Από το εν λόγω τιμολόγιο όμως προκύπτει και ακόμη ένα θέμα, ήτοι αυτό του δικαιώματος του ενάγοντα να χρεώνει ανεξάρτητα από το Αχίλλειον για τις υπηρεσίες του. Η εκδοχή του ενάγοντα επί αυτού, η οποία υποστηρίχτηκε από την εκδοχή της ΜΕ2, είναι ότι αυτός είχε συνεργασία με το Αχίλλειον, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στις εγκαταστάσεις του και όχι ως μέρος του έμμισθου προσωπικού του. Αυτός ο ισχυρισμός των ΜΕ1 και ΜΕ2, ως προς το καθεστώς δηλαδή που είχε ο ενάγοντας στο Αχίλλειον, αν και δεν τεκμηριώθηκε άμεσα από οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς του, φαίνεται να επιβεβαιώνεται έμμεσα από το τιμολόγιο του Αχίλλειον, στο οποίο τιμολόγιο, αν και αναγνωρίζεται ο ενάγοντας ως ο «θεράπων ιατρός» της εναγόμενης, εντούτοις δεν γίνεται οποιαδήποτε χρέωση από το Αχίλλειον για τη δική του αμοιβή, όπως τέτοια χρέωση γίνεται με τους γιατρούς Φιλίππου και Ιωάννου. Σε κάθε περίπτωση όμως, η πλευρά της εναγόμενης όπως είχε το δικαίωμα να επιδιώξει να παρουσιάσει σχετική πρωτογενή μαρτυρία απ' ευθείας από το Αχίλλειον, είχε και το δικαίωμα να αντεξετάσει τον ενάγοντα και τη ΜΕ2 επί αυτού του ισχυρισμού τους και επέλεξε να μην το πράξει. Η παράλειψη της ενάγουσας να αντεξετάσει είτε το ΜΕ1 είτε τη ΜΕ2 ως προς το σύνολο των ισχυρισμών τους καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική αν ληφθεί υπόψη τόσο η θέση της ότι η επιδειχθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής καταδεικνύει το αναξιόπιστο της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων, όσο και η θέση της ότι η ΜΕ2,υποκινείται από αλλότρια κίνητρα λόγω της επαγγελματικής της σχέσης με τον ενάγοντα. Στην απουσία αντεξέτασης των ΜΕ1 και ΜΕ2, όπου κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους, θα τίθεντο αντιμέτωποι με τους προαναφερόμενους «προβληματισμούς» της εναγόμενης και θα αναγκάζονταν να δώσουν τη δική τους θέση και να αξιολογηθούν επί αυτής, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της εναγόμενης παρέμειναν καθαρά στη σφαίρα του υποθετικού. Σίγουρα η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας αγωγής και η επαγγελματική σχέση που ένας μάρτυρας τυχόν έχει με κάποιο από τους διαδίκους, είναι παράγοντες που συνεκτιμούνται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Δεν οδηγούν όμως από μόνοι τους και αυτόματα σε συμπεράσματα αναξιοπιστίας αφού η μαρτυρία τους θα πρέπει να εξετασθεί σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και υπό το φως του συνόλου των όσων θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Άλλωστε, είναι «.μέσα από την εξέταση και αντεξέταση όπου οι μάρτυρες δοκιμάζονται ως προς την αλήθεια των λόγων τους...» (βλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. XIAODAN LIU, Έφεση Αρ. 13/2015, 5/10/2016). Ας μη μας διαφεύγει επίσης ότι ως προς το θέμα του χρόνου καταχώρησης της αγωγής, ο Νομοθέτης έκρινε εν τη σοφία του, ότι ανεξαρτήτως του πότε δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα, ο χρόνος θα αρχίσει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου
- Το ότι ο ενάγοντας αποφάσισε να επωφεληθεί αυτού του δικαιώματος που του έδωσε ο Νομοθέτης, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και ότι ενεργεί κακόπιστα. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ούτε η εναγόμενη αντεξετάσθηκε επί των ισχυρισμών της. Αυτό όμως δεν μεταβάλει το γεγονός ότι με την παραδοχή της εναγομένης αφ' ενός ότι όντως έλαβε τις επίδικες υπηρεσίες από τον ενάγοντα και με τον ισχυρισμό της αφ' ετέρου ότι με την πληρωμή του τιμολογίου του Αχίλλειον, ουσιαστικά εξόφλησε και τον ενάγοντα για τις υπηρεσίες του, ο τελευταίος μπορούσε πλέον να περιοριστεί στην υπόδειξη των αδυναμιών της εκδοχής της εναγόμενης και να στηριχθεί στην μαρτυρία που αυτή παρουσίασε, ως επιβεβαιωτική των δικών του θέσεων. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι, σε αντίθεση με την εκδοχή της εναγόμενης, η εκδοχή του ενάγοντα, ως αυτή προωθήθηκε από τον ίδιο και τη ΜΥ2 και η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης ως προς τις ουσιώδης πτυχές της ώστε να διαφανεί κατά πόσο «.τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, . (και) μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες», επιβεβαιώνεται από τα όσα τεκμήρια έχουν κατατεθεί και τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως αξιόπιστη και προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι παρείχε τις επίδικες υπηρεσίες στην εναγόμενη έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής και ότι δεν έχει ακόμη πληρωθεί για τις εν λόγω υπηρεσίες και έξοδα του, κρίνω, στη βάση όλων των πιο πάνω ευρημάτων μου, ότι ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι η εναγόμενη οφείλει να του πληρώσει το συμφωνηθέν ποσό των €2,485,
- Αυτό όμως που κρίνω ότι δεν έχει πετύχει να αποδείξει ο ενάγοντας, είναι την αξίωση του για τόκο 9% επί ποσού €485,94 από 01/12/09, ήτοι από την ημέρα έκδοσης του τιμολογίου της Unimed. Ο εν λόγω αξιούμενος τόκος, δεν προκύπτει από καμία ρητή συμφωνία των μερών ούτε αναφέρεται στο τιμολόγιο της Unimed που εν πάσει περιπτώσει δεν συνιστά τιμολόγιο του ενάγοντα προς την εναγόμενη και ούτε αξιώθηκε με την επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα στις 04/02/
- Δεν παραγνωρίζω βέβαια τις πρόνοιες του τότε εν ισχύ περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμου Ν. 73(I)/
- Οι εν λόγω πρόνοιες όμως, συνεπεία της απουσίας ρητής συμφωνίας των διαδίκων ως προς την ακριβή ημερομηνία πληρωμής, δεν μπορούν να εφαρμοστούν προς όφελος του ενάγοντα με τον τρόπο που αυτός αξιώνει. Κρίνω συνεπώς ότι ο ενάγοντας δικαιούται μόνο σε νόμιμο τόκο επί των ποσών που του οφείλονται. Η αγωγή συνεπώς επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €2,485,84 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Ιατρικές Υπηρεσίες - Συμφωνηθείσα Αμοιβή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο