ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΤΤΟΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3546/16, 9/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A447 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3546/16 XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας -ν- XXXXX ΤΤΟΟΥΛΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγόμενος -------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Αυγούστου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Χ. Ιωάννου για κ. Χ. Π. Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Α. Παπαδόπουλος για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε την 01/12/16, ο ενάγοντας, ιατρός τραυματολόγος στο επάγγελμα με ειδίκευση στη χειρουργική, αξιώνει από τον εναγόμενο ποσό €2.473,45, συνεπεία ιατρικών υπηρεσιών που του παρείχε περί τον τις Ιανουάριο 2011 στη Λεμεσό και συγκεκριμένα για χειρουργική επέμβαση που διενήργησε στον τελευταίο στις 20/01/
- Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, το αξιούμενο ποσό αφορά στη δική του αμοιβή (€2.500) και στα πραγματικά έξοδα που αυτός υπέστη για την αγορά ιατρικών υλικών, τα οποία ήταν αναγκαία να χρησιμοποιηθούν για την παροχή των υπηρεσιών του προς τον εναγόμενο (€2.073,75), αφαιρουμένης όμως μιας πληρωμής ύψους €2100, στην οποία προέβη ο εναγόμενος στις 16/2/
- Είναι περαιτέρω ο δικογραφημένος ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ενημέρωσε τον εναγόμενο τόσο για την αμοιβή του όσο και για το ποσό που είχε καταβληθεί για την αγορά των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν κατά την επέμβαση και ο τελευταίος συμφώνησε και αποδέχτηκε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των €4.573,
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγοντας ότι, την 16/2/2011, ο εναγόμενος του κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των €2.100,00 έναντι της οφειλής του και ζήτησε όπως του δοθεί απόδειξη εξόφλησης για ποσό €4.600,00 ώστε να μπορέσει να εισπράξει το εν λόγω ποσό από την ασφαλιστική του εταιρεία στην οποία είχε ήδη υποβάλει σχετική απαίτηση και έτσι να μπορέσει να τον εξοφλήσει. Ισχυρίζεται επίσης ότι αφού ο εναγόμενος δεσμεύτηκε ότι θα του κατέβαλε και το υπόλοιπο της οφειλής μετά που εισέπραττε χρήματα από την ασφάλεια, αποδέχτηκε όπως του εκδώσει και του εξέδωσε, απόδειξη εξόφλησης για το ποσό των €4600, έστω και αν το μόνο ποσό που του είχε καταβάλει ο εναγόμενος ήταν το ποσό των €
- Έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ενάγοντα προς τον εναγόμενο για εξόφληση του υπολοίπου της αμοιβής του, εκκλήσεις που έγιναν τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, ο τελευταίος παραλείπει να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των €2.473,75 στο οποίο και αφορά η παρούσα αγωγή. Με την υπεράσπιση του, ο εναγόμενος δέχεται ότι περί τις 20/01/11 επισκέφθηκε τον ενάγοντα για να τύχει των υπηρεσιών του σε σχέση με θέματα υγείας που αντιμετώπιζε και ότι ο τελευταίος τον υπέβαλε σε χειρουργική επέμβαση. Ισχυρίζεται όμως ότι ως αμοιβή του, ο ενάγοντας ζήτησε να πληρωθεί το ποσό των €4.600, ποσό το οποίο αυτός του κατέβαλε πλήρως σε μετρητά οπόταν και ο ενάγοντας εξέδωσε και του παρέδωσε σχετική απόδειξη εξόφλησης. Είναι δε η θέση του εναγόμενου ότι ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα εφόσον τον έχει εξοφλήσει πλήρως σε σχέση με ότι ποσό αυτός ζήτησε να πληρωθεί. Εφόσον το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η υπόθεση εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» υπόθεση, δυνάμει της «νέας Δ.30», ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση μαρτυρίας υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Από πλευράς ενάγοντα κατατέθηκαν ένορκες δηλώσεις του ιδίου (ΜΕ1) και της ιδιαιτέρας του, Κ. Σταυρινού (ΜΕ2) ενώ με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 12/06/18, το Δικαστήριο έδωσε άδεια όπως κλητευθεί ως επιπρόσθετος μάρτυρας του ενάγοντα και ο Π. Ερωτοκρίτου, λειτουργός της ασφαλιστικής εταιρείας Altius Insurance Ltd (ΜΕ3). Από πλευράς εναγόμενου, κατατέθηκε ένορκη δήλωση του ιδίου (ΜΥ1). Αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες της άλλης πλευράς, επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών τους, εντούτοις, πλην του ΜΕ3 του οποίου η μαρτυρία ήταν δια ζώσης και ο οποίος αντεξετάστηκε, αμφότεροι δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούσαν να προβούν σε οποιαδήποτε αντεξέταση των άλλων μαρτύρων. Η εκδίκαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Στο βαθμό που αμφότεροι οι διάδικοι επέλεξαν να μην προβούν σε αντεξέταση των μαρτύρων της άλλης πλευράς, υπενθυμίζω ότι ως είναι πάγια νομολογημένο, «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Συνοψίζω κατ' αρχή την προσκομισθείσα μαρτυρία. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2, επανέλαβαν ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ε/Α. Η μαρτυρία τους κύλησε πάνω στις ίδιες γραμμές και δύναται θεωρώ να συνοψισθεί στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ε/Δ του ενάγοντα (ΜΕ1), ήτοι του άμεσα εμπλεκόμενου στην υπόθεση: «Τον Ιανουάριο του 2011 ο Εναγόμενος με επισκέφθηκε και ζήτησε τις υπηρεσίες μου ως προς ζήτημα υγείας που αντιμετώπιζε. Με διαβεβαίωσε ότι θα κάλυπτε το κόστος των υπηρεσιών μου καθώς και το κόστος των υλικών που θα χρησιμοποιούσα ως προς την παροχή των υπηρεσιών μου. Την 20/1/2011 χειρούργησα τον Εναγόμενο. Η αμοιβή μου ανήλθε στις €2.500,
- Τα υλικά που χρησιμοποίησα στοίχισαν €2.073,75 ως το τιμολόγιο που παρέλαβα την 24/1/
- Την ίδια μέρα μετά το χειρουργείο έθεσα υπ' όψιν του Εναγόμενου το ποσό της ιατρικής μου αμοιβής που έπρεπε να μου καταβάλει ήτοι €2.500,00 . (και) . το κόστος των υλικών που είχα χρησιμοποιήσει (το) έθεσα υπ' όψιν του Εναγομένου την 24/1/2011 όταν και μου αποστάληκε (το τιμολόγιο) . Ο Εναγόμενος αποδέχτηκε το. συνολικό οφειλόμενο ποσό δηλαδή . €4.573,
- Την 16/2/2011 ο Εναγόμενος με επισκέφθηκε και μου ανέφερε ότι δυσκολευόταν να πληρώσει άμεσα όλα το οφειλόμενο ποσό των €4.573,
- Μου ανέφερε ότι υπήρχε Ασφαλιστική Εταιρεία που θα τον αποζημίωνε ως προς την κάλυψη των υπηρεσιών και εξόδων μου έχοντας ωστόσο ως προϋπόθεση την παρουσίαση απόδειξης εξόφλησης. Μόνο έτσι θα μπορούσε να το απαιτήσει και να εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρεία ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Ζήτησε να του παραδώσω απόδειξη εξόφλησης για το ποσό των € 4.600,00 ως η διευθέτηση που είχε κάνει με την ασφαλιστική εταιρεία. Όταν του καταβάλλετο θα μου εξοφλούσε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Του ανέφερα ότι για να αποδεχτώ κάτι τέτοιο θα έπρεπε τουλάχιστον να καλύψει το κόστος των ιατρικών υλικών και να παραμείνει οφειλόμενη η ιατρική μου αμοιβή. Ότε και έγινε. Ο Εναγόμενος την ίδια μέρα μου κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των €2.100,
- Το κόστος των ιατρικών υλικών ήταν €2.073,
- Παρέμεινε οφειλόμενο δηλαδή το ποσό των €2.473,
- Την ίδια μέρα παρέδωσα στον Εναγόμενο απόδειξη εξόφλησης για το ποσό των €4.600,00 ως η παράκληση του και βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις του ως προς την διευθέτηση του με την ασφαλιστική και την εξόφληση των ιατρικών μου εξόδων. Δεσμεύτηκε ως προς τούτο. Έλαβε δηλαδή ο Εναγόμενος απόδειξη για το ποσό των €4.600,00 ως μου ζήτησε παρά το ότι το ποσό που κατέβαλε ως ανωτέρω ήταν μόνο μέρος του οφειλόμενου, αυτό της κάλυψης του κόστους των ιατρικών υλικών, ήτοι € 2.100,
- .Ο Εναγόμενος αρνείται ότι υπήρχε εμπλοκή της όποιας ασφαλιστικής εταιρείας και ισχυρίζεται ότι έχει απόδειξη εξόφλησης. Πάρα ταύτα αυτό που έχει στην κατοχή του είναι αντίγραφο απόδειξης εξόφλησης και ως φαίνεται στο Τεκμήριο 2 που επισυνάπτω αυτό που παρέδωσαν οι δικηγόροι του Εναγομένου φαίνεται να το προμηθεύτηκαν από την Altius lnsurance Ltd την 7/12/2015 η οποία και λογικά έχει στην κατοχή της το πρωτότυπο.. Από την 16/2/2011 ο ίδιος προσωπικά όσο και η ιδιαιτέρα μου επικοινωνήσαμε πολλές φορές με τον Εναγόμενο και στο τηλέφωνο με αριθμό 25 587600 και διαβεβαίωνε ότι θα με εξοφλήσει. Ουδέποτε όμως το έχει πράξει και εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το ποσό.» Η μαρτυρία της ΜΕ2 προσφέρθηκε καθαρά προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του ενάγοντα εφόσον η εν λόγω μάρτυς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ήταν παρούσα όταν ο εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα το 2011 και συμφώνησε μαζί του την παροχή των επίδικων υπηρεσιών οπόταν και ο ενάγοντας τον ενημέρωσε για τα ακριβή ποσά που αυτός έπρεπε να καταβάλει. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο ενάγοντας κατέθεσε τιμολόγιο της εταιρείας Raumatonic Ltd ημερ. 24/01/11 που αφορά στην χρέωση που έγινε στον ίδιο για ποσό €2.073,75 για την αγορά ιατρικών υλικών σε σχέση με τον ασθενή «Poulloy XXXXX» (Τεκ.1), αντίγραφο της απόδειξης που έκδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο στις 16/02/11 για το ποσό των €4.600 (Τεκ. 2), «Ιατρική Γνωμάτευση» που ο ίδιος συνέταξε στις 17/11/16 με την οποία «βεβαιώνει» ότι διενήργησε χειρουργική επέμβαση στον εναγόμενο στις 20/01/11, το κατ' ισχυρισμό κόστος της επέμβασης και το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο μετά την πληρωμή του ποσού των €2100 στις 16/02/11 και ότι δόθηκε απόδειξη εξόφλησης στον εναγόμενο για το ποσό των €4600 (Τεκ.4) καθώς και επιστολές που στάληκαν στον εναγόμενο μέσω ιδιώτη επιδότη στις 28/11/15 και στους δικηγόρους του τελευταίου στις 08/12/15 (Τεκ.3, 5 και 6). Ο ΜΕ3 κλήθηκε να καταθέσει αναφορικά με την εμπλοκή της ασφαλιστικής εταιρείας Altius στην καταβολή αποζημίωσης στον εναγόμενο κατόπιν υποβολής σχετικής απαίτησης του τελευταίου καθώς και ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή της εν λόγω ασφαλιστικής, το πρωτότυπο της επίδικης απόδειξης εξόφλησης που εξέδωσε ο ενάγοντας στις 16/2/
- Σύμφωνα με το ΜΕ3, η ουσία της μαρτυρίας του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α) και ο οποίος κατέθεσε το πρωτότυπο της επίδικης εξοφλητικής απόδειξης ημερ. 16/2/11 ως Τεκ. Α: «Το πρωτότυπο της εν λόγω απόδειξης ευρισκόταν σε φάκελο της Ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία εργάζομαι, . ευρίσκεται στην κατοχή της ασφαλιστικής εταιρείας για τους ακόλουθους λόγους. Ο Εναγόμενος ως ισχυρίστηκε, τραυματίστηκε στο χώρο εργασίας του ως εργοδοτούμενος της ασφαλισμένης μας εταιρείας ΙΧΘΥΟΠΩΛΕΙΟΝ Ή ΜΟΡΦΟΥ' ΛΙΜΙΤΕΔ ΗΕ
- Υπέβαλε στην ασφαλιστική εταιρεία απαίτηση για πληρωμή στη βάση του ασφαλιστηρίου που είχε εκδοθεί για κάλυψη ευθύνης εργοδότη. Η ασφαλιστική εταιρεία ακολουθώντας την διαδικασία που ακολουθεί σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται κάλυψη ιατρικών και άλλων εξόδων, προτού προβεί σε πληρωμή του Εναγόμενου ζήτησε από αυτόν να προσκομίσει πρωτότυπο απόδειξης στην οποία να φαίνεται το ποσό που κατέβαλε για κάλυψη της θεραπείας του. Παρουσίασε την εν λόγω απόδειξη 21/2/2011 (όπως φάνηκε από τον σχετικό φάκελο) και την 25/5/11 η ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στον Εναγόμενο το ποσό για το οποίο είχε συμφωνήσει μαζί του για την διευθέτηση ολόκληρης της απαίτησης του. Σε ότι αφορά την ασφαλιστική εταιρεία αυτό που την ενδιαφέρει προτού προβεί σε πληρωμη, είναι η προσκόμιση απόδειξης εξόφλησης των εξόδων των οποίων η πληρωμή γίνεται. Δεν αφορά την ασφαλιστική εταιρεία εάν ο εναγόμενος όντως είχε εξοφλήσει το εν λόγω ποσό ή εάν είχε γίνει συμφωνία μεταξύ του και του Εναγομένου αυτό να πληρωθεί μετά την είσπραξη του ποσού από την ασφαλιστική εταιρεία. Αυτό είναι ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο και έχει να κάνει με το τί είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί χωρίς η ασφαλιστική εταιρεία να είναι σε θέση να γνωρίζει. Όσον αφορά αντίγραφο απόδειξης στο πάνω μέρος του οποίου αναγράφεται «07-Dec-2105 06:56 ΑΜ ALTIUS INSURANCE LTD XXXXX9137) και το οποίο φαίνεται να έχει αποσταλεί από την ασφαλιστική εταιρεία Altius, θέλω να αναφέρω ότι ο συγκεκριμένος αριθμός φαξ όντως ανήκει και χρησιμοποιείται από την ασφαλιστική εταιρεία για την οποία εργάζομαι. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, του υπεβλήθη ότι η απαίτηση του εναγόμενου για αποζημιώσεις αφορούσε και σε άλλα ποσά, επιπρόσθετα του ποσού που αναφέρεται στην επίδικη απόδειξη και συγκεκριμένα αφορούσε στο συνολικό ποσό των €7.000 από το οποίο τελικά καταβλήθηκε, κατόπιν διευθέτησης, το ποσό των €5.
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η απαίτηση που υπέβαλε ο εναγόμενος αφορούσε σε μεγαλύτερο ποσό ή ποιο ήταν το συνολικό ποσό που τελικά καταβλήθηκε στον εναγόμενο προς διευθέτηση της απαίτησης του, εφόσον η έρευνα του περιορίστηκε μόνο στον εντοπισμό της επίδικης απόδειξης. Αυτό που γνωρίζει όμως, ανέφερε ο μάρτυρας, είναι ότι το ποσό που συμφωνήθηκε μεταξύ εναγόμενου και ασφαλιστικής ως διευθέτηση της απαίτησης του πρώτου, μετά και την παρουσίαση της επίδικης απόδειξης, όντως του καταβλήθηκε. Στην αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το ποσό που του ζήτησε ο ενάγοντας ως αμοιβή του ήταν το ποσό των €4.600, το οποίο στη συνέχεια το εξόφλησε πλήρως καταβάλλοντας στον ενάγοντα μετρητά και λαμβάνοντας από αυτόν την επίδικη απόδειξη εξόφλησης, ανέφερε συγκεκριμένα τα εξής: «Τον Ιανουάριο του 2011 επισκέφθηκα τον Ενάγοντα, γιατί αντιμετώπιζα ένα πρόβλημα με την υγεία μου. Ο Ενάγοντας με εξέτασε και μου είπε πως έπρεπε να υποβληθώ σε χειρουργική επέμβαση για την θεραπεία του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζα. Εγώ συμφώνησα και υποβλήθηκα σε χειρουργική επέμβαση από τον Ενάγοντα στις 20/01/
- Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την χειρουργική επέμβαση μου, ο Ενάγοντας μου ζήτησε να του καταβάλω το ποσό των €4.600 για την πλήρη εξόφληση της χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκα. Ο Ενάγοντας με ενημέρωσε πως το εν λόγω ποσό αντιπροσώπευε την ιατρική αμοιβή του και το κόστος των υλικών που χρησιμοποίησε κατά την χειρουργική επέμβαση. Να σημειωθεί ότι δεν γνωρίζω ποιο μέρος από το ποσό των €4.600 αναλογούσε στην αμοιβή του Ενάγοντα και ποιο αναλογούσε στο κόστος των υλικών. Ως εκ τούτου στις 16/02/2011 κατέβαλα στον Ενάγοντα το ποσό των €4.600 σε μετρητά και έλαβα από αυτόν την απόδειξη είσπραξης με αριθμό Ν.
- Επισυνάπτω αντίγραφο της πιο πάνω απόδειξης ως Τεκμήριο 1 καθώς έχω απολέσει την πρωτότυπη απόδειξη. Με την καταβολή του πιο πάνω ποσού εξόφλησα πλήρως τον Ενάγοντα για τις προσφερθείσες ιατρικές υπηρεσίες του. Παρά το γεγονός ότι εξόφλησα πλήρως τον Ενάγοντα, . προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δυσκολευόμουν οικονομικά να καταβάλω στον Ενάγοντα ολόκληρο το οφειλόμενο σε αυτόν ποσό για τις ιατρικές του υπηρεσίες και ότι ζήτησα από τον Ενάγοντα να μου εκδώσει απόδειξη για το ποσό των €4.600 ώστε να αποζημιωθώ από την ασφαλιστική εταιρεία που μου παρείχε ασφαλιστική κάλυψη και στη συνέχεια να εξοφλήσω τον Ενάγοντα για τις ιατρικές υπηρεσίες του. Επιπρόσθετα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας αποδέχθηκε την κατ' ισχυρισμό πρόταση μου για την έκδοση απόδειξης για το ποσό των €4.600, με την προϋπόθεση ότι θα κατέβαλα σε αυτόν το ποσό των €2.100 που αφορούσε το κόστος των ιατρικών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ενάγοντα και στη συνέχεια, αφού αποζημιωνόμουν από την ασφαλιστική εταιρεία, θα εξοφλούσα πλήρως τον Ενάγοντα. Η πλευρά του Ενάγοντα ισχυρίζεται ότι παρά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας μου εξέδωσε την απόδειξη για το ποσό των €4.600, εγώ κατέβαλα στον Ενάγοντα μόνο το ποσό των €2.100 με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο €2.073,75 το οποίο ουδέποτε εξόφλησα. Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα και της κας. Σταυρινού δεν ευσταθούν και δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Η προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών από την πλευρά του Ενάγοντα γίνεται σε μία προσπάθεια να παραπλανηθεί το Δικαστήριο ως προς την αλήθεια και ως προς τα πραγματικά γεγονότα και αποτελούν προσπάθεια επανείσπραξης του ποσού που έχω καταβάλει στον Ενάγοντα και με το οποίο τον έχω εξοφλήσει για τις προσφερθείσες ιατρικές του υπηρεσίες. Οπως προανέφερα, εξόφλησα τον Ενάγοντα με την καταβολή του ποσού των €4.600 σε μετρητά στις 16/02/2011, και για αυτό το λόγο ο Ενάγοντας μου εξέδωσε την απόδειξη-Τεκμήριο
- . Επιπλέον, ειλικρινά πιστεύω πως το . Τεκμήριο 4, δηλαδή η κατ' αυτόν (τον ενάγοντα) ιατρική γνωμάτευση, . φέρει ημερομηνία 17/11/2016, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν από την καταχώρηση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. . Ευσεβάστως υποβάλλω στο σεβαστό Δικαστήριο ότι το εν λόγω έγγραφο είναι κατασκευασμένο και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο . Πρέπει να αναφέρω επίσης ότι . μετά το Φεβρουάριο 2011 δεν είχα καμία επικοινωνία είτε με τον Ενάγοντα είτε με την κα. Σταυρινού και ουδέποτε μου ζητήθηκε ή μου κοινοποιήθηκε από τον Ενάγοντα η απαίτηση του για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού πέραν των €4.600 που του είχα καταβάλει. Έλαβα αρχικά γνώση της απαίτησης του Ενάγοντα με την επιστολή των Δικηγόρων του ημερ. 11/11/2015, στην οποία απάντησα μέσω των Δικηγόρων μου με την επιστολή τους ημερ. 08/12/2015 ότι έχω εξοφλήσει πλήρως τον Ενάγοντα για το ποσό των €4.600 και για το οποίο ποσό έχει εκδοθεί απόδειξη πληρωμής..». Διεξήλθα με προσοχή την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή το ΜΕ3 ενώ κατέθετε και έχοντας κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σημειώνω πρώτα τα εξής γεγονότα, τα οποία προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία να συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών. Περί τον Ιανουάριο του 2011, ο εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα ώστε να τον συμβουλευθεί για κάποιο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε. Κατόπιν ιατρικής συμβουλής του ενάγοντα, την οποία ο εναγόμενος αποδέχτηκε, ο πρώτος διενήργησε στον δεύτερο έναντι αμοιβής, το ύψος της οποίας αμφισβητείται, χειρουργική επέμβαση στις 20/01/2011 προς αντιμετώπιση του προβλήματος του. Την 16/02/11, κατόπιν κάποιας πληρωμής που έκανε ο εναγόμενος προς τον ενάγοντα σε μετρητά, σε σχέση με την αμοιβή και έξοδα του τελευταίου, το ύψος της οποίας πληρωμής επίσης αμφισβητείται, ο ενάγοντας εξέδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο απόδειξη είσπραξης του ποσού των €4600, καταγράφοντας ως αιτιολογία επί αυτής, «χειρουργική επέμβαση 20.01.11 - Αμοιβή γιατρού και Υλικά». Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Το ερώτημα που προκύπτει, το οποίο πρώτος ο ίδιος ο ενάγοντας κατέστησε επίδικο με την Ε/Α του (βλ. παρ. 6), το οποίο συνιστά και το ουσιώδες επίδικο θέμα της υπόθεσης, είναι το κατά πόσο η επίδικη απόδειξη που ο ενάγοντας εξέδωσε στις 16/02/11, συνιστά πλήρη εξόφληση της αμοιβής και των εξόδων του από τον εναγόμενο. Ο μεν ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόδειξη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον αφ' ενός δεν ανταποκρίνεται στο ακριβές ύψος της αμοιβής και των εξόδων του, το οποίο ισχυρίζεται είναι χαμηλότερο (€4.573,75) και αφ' ετέρου ότι εκδόθηκε κατόπιν παράκλησης του εναγόμενου ώστε αυτός να μπορέσει να εισπράξει αποζημίωση από την ασφάλεια και στη συνέχεια να μπορέσει να εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής του. Ο δε εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, η εν λόγω απόδειξη αποδεικνύει αυτό ακριβώς που εκεί αναφέρεται, ήτοι ότι ο ενάγοντας έλαβε από αυτόν το ποσό των €4.600 στις 16/02/11 για τη «χειρουργική επέμβαση 20.01.11 - Αμοιβή γιατρού και Υλικά» και ότι το εν λόγω ποσό ήταν ακριβώς αυτό που συμφωνήθηκε με τον ενάγοντα να του καταβληθεί σε σχέση με τις επίδικες υπηρεσίες. Κρίνω σκόπιμο κατ' αρχή να ασχοληθώ με τη μαρτυρία του ΜΕ3, εφόσον ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν εμπλεκόμενος στα επίδικα γεγονότα και η μαρτυρία του ουσιαστικά περιορίστηκε στον εντοπισμό και παρουσίαση του πρωτότυπου της επίδικης απόδειξης ημερ. 16/02/11, η έκδοση της οποίας είναι παραδεκτή, και στο πώς αυτή βρέθηκε στην κατοχή της Altius,. Οι επί του προκειμένου θέσεις του μάρτυρα, ήτοι ότι ο εναγόμενος είχε υποβάλει απαίτηση στην Altius για να αποζημιωθεί σε σχέση με τραυματισμό που υπέστη, ότι κατά τη διευθέτηση της απαίτησης τού, του ζητήθηκε όπως προσκομίσει σχετικές αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν τα αξιούμενα ιατρικά του έξοδα και ότι στη συνέχεια, αυτός προσκόμισε το πρωτότυπο της επίδικης απόδειξης οπόταν και διευθετήθηκε η απαίτηση του, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης. Δεν παραγνωρίζω ότι σε κάποιο σημείο ο μάρτυρας δεν ήταν ξεκάθαρος ως προς το πώς ή γιατί η Altius ήθελε την επίδικη απόδειξη, εφόσον κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε από τη μια ότι «Η ασφαλιστική εταιρεία . προτού προβεί σε πληρωμή του Εναγόμενου ζήτησε από αυτόν να προσκομίσει πρωτότυπο απόδειξης στην οποία να φαίνεται το ποσό που κατέβαλε για κάλυψη της θεραπείας του.» και ότι «.αυτό που την ενδιαφέρει (την ασφαλιστική) προτού προβεί σε πληρωμη, είναι η προσκόμιση απόδειξης εξόφλησης των εξόδων των οποίων η πληρωμή γίνεται.», και από την άλλη ότι «.Δεν αφορά την ασφαλιστική εταιρεία εάν ο εναγόμενος όντως είχε εξοφλήσει το εν λόγω ποσό ή εάν είχε γίνει συμφωνία μεταξύ του και του Εναγομένου αυτό να πληρωθεί μετά την είσπραξη του ποσού από την ασφαλιστική εταιρεία.». Αυτή όμως η πτυχή της μαρτυρίας του μάρτυρα, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αμφισβητείται ότι η Altius ζήτησε την εν λόγω απόδειξη προτού προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή και ότι ο εναγόμενος της την παρουσίασε, καθίσταται, για σκοπούς των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης, δευτερεύουσας αν όχι μηδαμινής σημασίας. Στη βάση των πιο πάνω και ενόψει της καλής εντύπωσης που μου έκαμε ο ΜΕ3 ως μάρτυρας, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία των άμεσα εμπλεκομένων, ήτοι του ενάγοντα, της ΜΕ2 και του εναγόμενου. Υπενθυμίζω ότι συνιστά κοινό έδαφος ότι ο ενάγοντας παρείχε τις επίδικες υπηρεσίες στον εναγόμενο έναντι αμοιβής και ότι μετά από κάποια πληρωμή που ο τελευταίος έκαμε στον πρώτο σε σχέση με την εν λόγω αμοιβή, ο ενάγοντας εξέδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο την επίδικη απόδειξη στις 16/02/
- Παραδεκτό είναι επίσης το ότι με την εν λόγω απόδειξη, ο ενάγοντας παρουσιάζεται να δηλώνει εγγράφως ότι έλαβε από τον εναγόμενο ποσό €4.600, ουσιαστικά προς εξόφληση της αμοιβής του και των υλικών που αγόρασε για την επέμβαση. Αυτό το περιεχόμενο της απόδειξης όμως είναι και που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το βάσιμο της εκδοχής του ενάγοντα και της ΜΕ
- Εξηγώ. Τόσο ο ενάγοντας όσο και η ΜΕ2 ισχυρίστηκαν ότι, το ποσό που συμφωνήθηκε με τον εναγόμενο ως συνολική αμοιβή του πρώτου, ήταν το ποσό των €4.573,
- Υπό το φως όμως αυτού του ισχυρισμού τους, δημιουργείται κατά πρώτο, το εύλογο ερώτημα το οποίο έθεσε και η πλευρά του εναγόμενου τόσο στην υπεράσπιση όσο και στη μαρτυρία του τελευταίου και το οποίο ερώτημα, ουδόλως απαντήθηκε επαρκώς είτε από τον ενάγοντα είτε από τη ΜΕ2, γιατί ο ενάγοντας να δεχτεί να εκδώσει στη συνέχεια απόδειξη είσπραξης για ποσό μεγαλύτερο αυτού που ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε με τον εναγόμενο, ήτοι για το ποσό των €4.600 αντί για το ποσό των €4.573,75; Για ποιο λόγο δηλαδή ο ενάγοντας να μην εκδώσει απόδειξη για το ακριβές ποσό που ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο, ήτοι για το ποσό των €4.573,75 και αποφάσισε να δηλώσει εγγράφως ότι εισέπραξε από αυτόν €26,25 περισσότερα; Κατά δεύτερο, αφ' ης στιγμής είναι η θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι η εν λόγω απόδειξη ζητήθηκε από τον εναγόμενο ώστε αυτός να μπορέσει να εισπράξει από την ασφάλεια του το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει στον ενάγοντα και σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ3, «.δεν αφορά την ασφαλιστική εταιρεία εάν ο εναγόμενος όντως είχε εξοφλήσει το εν λόγω ποσό.», δημιουργείται το ερώτημα, γιατί να εκδοθεί απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού και δη απόδειξη ότι εισπράχθηκε το ποσό των €4.600; Σίγουρα, μια απλή βεβαίωση που θα ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα που ισχυρίζεται ο ενάγοντας, θα ήταν αρκετή. Αναφορικά με την προσπάθεια του ενάγοντα να υποστηρίξει την εκδοχή του με το Τεκ.4, ήτοι την «ιατρική γνωμάτευση» που ο ίδιος ετοίμασε την 17/11/16, για να «βεβαιώσει» ως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω Τεκμήριο, τους ισχυρισμούς του, η εν λόγω βεβαίωση προσκρούει ρητά στον κανόνα της μη αυτοεπιβεβαίωσης (rule against self-corroboration). Το Τεκμήριο 4 επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία και ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του θα αγνοηθεί (βλ. MAVROU ν. THEODOROU
(1984)1 CLR 635). Παρά ταύτα, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που προκύπτει από τη μαρτυρία του ενάγοντα και της ΜΕ2 ως προς το γιατί ο ενάγοντας να μην εφοδιάσει τον εναγόμενο με μια βεβαίωση παρόμοιου περιεχομένου με το Τεκ. 4, ώστε να ικανοποιηθεί έτσι το αίτημα για προσκόμιση «γραπτής απόδειξης» σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα που ο τελευταίος υπέστη. Ένα τέτοιο έγγραφο άλλωστε, το οποίο και θα ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα που ισχυρίζεται ο ενάγοντας, όχι μόνο θα ήταν επαρκές για να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αποζημίωσης από την ασφάλεια αλλά θα ήταν και πιο κατάλληλο παρά μια απόδειξη είσπραξης και δη απόδειξη για ανεξήγητα μεγαλύτερο ποσό από αυτό που είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί, η οποία όχι μόνο δεν θα ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα αλλά και θα επενεργούσε εις βάρος των συμφερόντων του ίδιου του ενάγοντα, αφού με αυτή ουσιαστικά δήλωνε ότι η αμοιβή του είχε εξοφληθεί. Η εκδοχή του ενάγοντα και της ΜΕ2 ότι, ο λόγος που εκδόθηκε η επίδικη απόδειξη και που καταγράφηκε σε αυτή το ποσό των €4.600 αντί των €4.573,75, ήταν απλά επειδή «το ζήτησε ο εναγόμενος», δεν πείθει ούτε και στέκει στη βάσανο της λογικής. Ούτε όμως δόθηκε οποιαδήποτε εύλογη ή αληθοφανής εξήγηση από τον ενάγοντα ή τη ΜΕ2 ως προς το γιατί ξαφνικά ο εναγόμενος να ζητήσει, ένα μήνα μετά την εγχείριση, όπως του εκδοθεί απόδειξη είσπραξης για μεγαλύτερο ποσό από αυτό που είχε συμφωνηθεί. Σημειώνω ότι ουδέποτε αποτέλεσε ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος είχε πρόθεση να «ξεγελάσει» την Altius με την επίδικη απόδειξη, ώστε να αποσπάσει από αυτή, μεγαλύτερο ποσό χρημάτων απ' ότι δικαιούτο. Ο λόγος για τον οποίο ο ενάγοντας δεν αποδίδει αλλότρια κίνητρα στον εναγόμενο, είναι κατά την άποψη μου ευνόητος, εφόσον αν τέτοιος ισχυρισμός ευσταθούσε, τότε ενόψει της αποδοχής του ενάγοντα να βοηθήσει τον εναγόμενο, γνωρίζοντας το σκοπό για τον οποίο ο τελευταίος ήθελε την επίδικη απόδειξη να παρουσιάζει αναληθώς, πληρωμή μεγαλύτερου ποσού, θα δημιουργούνταν άλλου είδους ερωτηματικά, τα οποία θα αφορούσαν πλέον το νόμιμο των ενεργειών και του ίδιου του ενάγοντα. Εφόσον όμως τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει προβληθεί, το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Δεν μπορεί όμως να αγνοηθεί ότι το αίτημα του εναγόμενου, ως αυτό παρουσιάζεται από τον ενάγοντα και επιβεβαιώνεται από τη ΜΕ2, συνιστούσε ουσιαστικά αίτημα για «πιστοποίηση» ενός έκδηλου ψέματος που σκοπό είχε να χρησιμοποιηθεί ώστε να εξασφαλιστούν χρήματα από μια ανυποψίαστη ασφαλιστική εταιρεία και δη περισσότερα χρήματα από αυτά που πραγματικά ο εναγόμενος δικαιούτο. Ενώ όμως τόσο ο ενάγοντας όσο και η ΜΕ2 δέχονται ότι γνώριζαν ότι ο εναγόμενος θα χρησιμοποιούσε την επίδικη απόδειξη για να εισπράξει χρήματα από την ασφαλιστική εταιρεία και ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο ενάγοντας ενεργούσε αθώα και καλόπιστα, το τελευταίο που θα αναμένετο από κάποιον στη θέση που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι βρέθηκε, θα ήταν να αποδεχτεί, άνευ αντίδρασης και προβληματισμού, να ικανοποιήσει πλήρως το αίτημα του εναγόμενου, θέτοντας ως μόνο όρο την καταβολή κάποιου ποσού μπροστά. Το εύλογα αναμενόμενο υπό τις περιστάσεις, ως αυτές παρουσιάστηκαν από τον ενάγοντα και τη ΜΕ2, θα ήταν όπως ο ενάγοντας αντιδράσει έντονα και αρνηθεί να συνδράμει στα όσα ψέματα ο εναγόμενος επιχειρούσε να προβάλει και να τον εμπλέξει. Η στάση όμως που επέδειξε ο ενάγοντας στην παρούσα περίπτωση, ήταν ακριβώς το αντίθετο. Ούτε όμως το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν επεδίωξε να καταχωρήσει οποιαδήποτε αγωγή ή να απαιτήσει μέσω δικηγόρου οποιαδήποτε πληρωμή για πέντε περίπου χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα, βοηθά την εκδοχή του. Αυτή η μακρά και ανεξήγητη περίοδος αδράνειας του ενάγοντα, ουδόλως δικαιολογείται με την προβολή ενός γενικού και αόριστου ισχυρισμού του είδους που αμφότεροι ενάγοντας και ΜΕ2 ισχυρίστηκαν, ήτοι ότι «από την 16/2/11 . επικοινωνήσαμε πολλές φορές με τον Εναγόμενο και στο τηλέφωνο με αριθμό .. και διαβεβαίωνε ότι θα με εξοφλήσει.». Αντιθέτως, το ότι ο ενάγοντας για πέντε περίπου χρόνια, καμία αγωγή καταχώρησε και καμία επιστολή απαίτησης έστειλε, μάλλον είναι την εκδοχή του εναγόμενου που επιβεβαιώνει, ήτοι ότι το όλο θέμα είχε λήξει στις 16/02/11 όταν και εκδόθηκε η επίδικη απόδειξη εξόφλησης. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι ο ενάγοντας παρουσιάζεται στην επιστολή των δικηγόρων του, η οποία στάληκε λίγο πριν την παρούσα αγωγή, να έχει «.εκχωρήσει την είσπραξη όλων των οφειλόμενων προς αυτόν ποσών..», στοιχείο που ενδέχεται να δημιουργεί άλλου είδους νομικά προβλήματα στην υπόθεση του (βλ. Τεκ. 5 Ε/Δ ενάγοντα) ενάγοντα. Εφόσον όμως το θέμα δεν έτυχε περαιτέρω διευκρίνησης, ούτε και απασχόλησε την πλευρά του εναγόμενου, δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. Παραμένει όμως ως γεγονός ότι, για μία μεγάλη περίοδο χρόνου μετά τα επίδικα γεγονότα, ο ενάγοντας, για ανεξήγητο λόγο, καμία ουσιαστική ενέργεια έκαμε και καμία ουσιαστική πρόθεση εκδήλωσε για να πληρωθεί από τον εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό. Υπό το φως των πιο πάνω, όσο πιο θολή έχει καταστεί η εικόνα της μαρτυρίας του ενάγοντα και της ΜΕ2 ενόψει των ερωτηματικών που προκύπτουν από τη μαρτυρία τους, τόσο πιο ξεκάθαρη έχει καταστεί η εικόνα που παρουσιάζει η μαρτυρία του εναγόμενου, η οποία, αντιπαραβαλλόμενη με την πραγματική μαρτυρία που έχει κατατεθεί καθώς και τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, και πραγματικό αλλά και λογικό έρεισμα βρίσκει. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα ότι η παρουσίαση του πρωτοτύπου της επίδικης απόδειξης από το ΜΕ3, καταδεικνύει το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εναγόμενου εφόσον ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι είχε απολέσει το πρωτότυπο της εν λόγω απόδειξης ενώ προφανώς το είχε αποστείλει στην Altius. Διαφωνώ. Η εν λόγω «αποκάλυψη» που έγινε κατά την ακρόαση δεν θεωρώ ότι κατέδειξε οτιδήποτε το αναξιόπιστο σε σχέση με τη μαρτυρία του εναγόμενου. Πέραν του ότι τελευταίος ουδέποτε αρνήθηκε κατά τη μαρτυρία του ότι είχε υποβάλει απαίτηση σε ασφαλιστική εταιρεία, το ότι η πρωτότυπη απόδειξη βρισκόταν στην κατοχή της τελευταίας, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι αυτός δεν την είχε πλέον στην κατοχή του. Πέραν τούτου, η γνησιότητα του αντιγράφου της απόδειξης που προσκόμισε ο εναγόμενος, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς ενάγοντα αλλά μάλιστα έγινε αποδεκτή και είναι επί αυτού του αντιγράφου που και ο ίδιος ο ενάγοντας προέβαλε τους δικούς του ισχυρισμούς επί της ουσίας της υπόθεσης. Το ότι επρόκειτο για ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου της επίδικης απόδειξης, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια κατά τη μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος και παρουσίασε το πρωτότυπο. Τίποτα επομένως δεν έχει καταδειχθεί που να μεταβάλλει την αξιόπιστη εικόνα της μαρτυρίας του εναγόμενου. Δεν διαφεύγει τέλος της προσοχής μου ότι ούτε ο ενάγοντας, ούτε η ΜΕ2 αλλά ούτε και ο εναγόμενος έτυχαν αντεξέτασης σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν. Ο βασικός κανόνας απόδειξης που αναφέρω πιο πάνω ως προς την αναγκαιότητα αντεξέτασης, ώστε να διαφανεί «.ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν.», δεν ατονεί επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, αφού το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης. Ούτε βέβαια πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο («on the face of it»), η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Εδώ πρόκειται για την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά. Ενόψει του ότι το επίδικο θέμα της υπόθεσης ήταν ουσιαστικά το κατά πόσο ο εναγόμενος είχε εξοφλήσει τον ενάγοντα για τις επίδικες υπηρεσίες και συνιστούσε παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας, αφού έλαβε κάποια πληρωμή από τον εναγόμενο, του παρέδωσε απόδειξη με την οποία παρουσιάζεται να δηλώνει ρητά ότι εισέπραξε από αυτόν το ποσό των €4.600, προς εξόφληση ουσιαστικά, των επίδικων υπηρεσιών, καμία περαιτέρω ανάγκη είχε ο εναγόμενος να υποβάλει τους μάρτυρες του ενάγοντα σε αντεξέταση. Αντιθέτως, η πλευρά του ενάγοντα, η οποία ήταν ουσιαστικά και η πλευρά που ισχυρίζετο «.ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν.», ήταν και η πλευρά που είχε την ανάγκη να καταρρίψει τις θέσεις του εναγόμενου μέσω αντεξέτασης και επέλεξε να μην το πράξει. Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι τώρα στο περιεχόμενο της επίδικης απόδειξης ημερ. 16/02/11 και στις νομικές συνέπειες που αυτή έχει. Όπως αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών επεσήμαναν, «.η απόδειξη είσπραξης χρημάτων δεν συνιστά αμάχητη αλλά μόνο εκ πρώτης όψεως απόδειξη πως τα χρήματα πράγματι πληρώθηκαν και πως είναι επιτρεπτή η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας για θεμελίωση ισχυρισμού πως το ποσό που αναφέρεται στην απόδειξη ή μέρος του, δεν πληρώθηκε.» (βλ. Κωνσταντίδης ν. Κατζιή
(1993)1 ΑΑΔ 492). Όπως και σε εκείνη την υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, εφόσον με βάση τα δικόγραφα αλλά και τη μαρτυρία των διαδίκων, η έκδοση της επίδικης απόδειξης είναι παραδεκτή, «.η ορθότητα ή μη της γραπτής απόδειξης είσπραξης χρημάτων ήταν ουσιαστικά το μόνο επίδικο θέμα.». Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην υπόθεση Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 C.L.R. 182, στην οποία κάμνει αναφορά με επιδοκιμασία η Κατζιής ανωτέρω, «.ορθά κρίθηκε η υπόθεση πάνω στη βάση της προφορικής μαρτυρίας που προσάχθηκε εφόσον ο ίδιος ο εφεσείων είχε, με δική του πρωτοβουλία, προσάξει τέτοια μαρτυρία καθιστώντας έτσι το θέμα της ορθότητας του περιεχομένου της σύμβασης ως προς το πληρωθέν ποσό, επίδικο.». Η ορθότητα επομένως της επίδικης απόδειξης στην παρούσα υπόθεση, θα κριθεί στη βάση της αξιολόγησης της εξωγενούς μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς αντίκρουση του περιεχομένου της, μαρτυρία η οποία «.είχε προσαχθεί. χωρίς ένσταση από οποιαδήποτε πλευρά.». Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, και ενόψει του ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον ενάγοντα και τη ΜΕ2 «για θεμελίωση ισχυρισμού πως το ποσό που αναφέρεται στην απόδειξη ή μέρος του, δεν πληρώθηκε» έχει απορριφθεί, η εκ πρώτης όψεως απόδειξη που δημιουργεί η επίδικη απόδειξη ημερ. 16/02/11, ότι δηλαδή κατ' εκείνη την ημερομηνία ο εναγόμενος κατέβαλε και ο ενάγοντας εισέπραξε το ποσό των €4.600 σε μετρητά για «χειρουργική επέμβαση 20.01.11 - Αμοιβή γιατρού και Υλικά», δεν έχει επαρκώς αντικρουσθεί. Το μαχητό τεκμήριο συνεπώς, που το περιεχόμενο της δημιουργεί, έχει παραμείνει αλώβητο και δεσμευτικό για τα μέρη στα οποία αφορά. Στη βάση όλων των πιο πάνω, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εναγόμενου η οποία κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη, έχουν δημιουργηθεί τέτοια ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ενάγοντα και της ΜΕ2, που το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια σε αυτή και συνεπώς απορρίπτεται. Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημα μου ότι τα επίδικα γεγονότα έγιναν με τον τρόπο που τα περιέγραψε ο εναγόμενος και όπως αυτά καταγράφονται στην επίδικη απόδειξη ημερ. 16/02/11. Βρίσκω συγκεκριμένα ότι, στις 16/02/11, ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €4.600 προς πλήρη εξόφληση των υπηρεσιών που αυτός του προσέφερε ήτοι «χειρουργική επέμβαση 20.01.11 - Αμοιβή γιατρού και Υλικά». Κρίνω συνεπώς ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο εναγόμενος του οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι ο εναγόμενος πέτυχε να αποδείξει, στον ανάλογα απαιτούμενο βαθμό, ότι έχει εξοφλήσει πλήρως τον ενάγοντα. Η αγωγή συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Ιατρικές Υπηρεσίες - Εξόφληση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο