← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ Γ. ΣΥΚΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 113/2018, 27/9/2019

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ Γ. ΣΥΚΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 113/2018, 27/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A476 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 113/2018 ΜΕΤΑΞΥ: ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ Γ. ΣΥΚΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/αιτήτρια: Η κα Λιασίδου για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΝΝΑΡΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Π. Κωνσταντινίδης για Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση για συνοπτική απόφαση) Η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της αιτείται όπως της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ΣΕΔ) στην αίτηση της για συνοπτική απόφαση εντός 5 ημερών ή οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας ήθελε διατάξει το Δικαστήριο από την έκδοση του διατάγματος αν ήθελε εγκριθεί η αίτησή της. Στην αίτηση επισυνάπτεται το κείμενο της ΣΕΔ που επιθυμεί να καταχωρήσει ως Τεκμ. Α. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ. 1, 2, 4

(2), 7, 9 και στη Δ.64 καθώς επίσης στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση τoυ ο γενικός διευθυντής της ενάγουσας/ αιτήτριας κ. XXXXX Παρτασίδης ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό της. Όσα δε αναφέρει τα οποία είναι νομικού περιεχομένου δηλώνει ότι έχει λάβει νομική συμβουλή από τον δικηγόρο της αιτήτριας. Αναφέρεται στο ιστορικό της αίτησης και στην ανάγκη που επέβαλε την καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία θα απαντηθούν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί των Εναγομένων που περιέχονται στην ΕΔ Χόππα, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα σημαντικά στοιχεία και έγγραφα. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα, δια της καταχωρήσεως συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, επιθυμεί να καταχωρήσει τα έγγραφα που αναφέρονται πιο κάτω και να απαντήσει στα ακόλουθα θέματα τα οποία παραθέτω αυτολεξεί καθώς συνιστούν και επί της ουσίας τους όσα γεγονότα επιθυμεί η πλευρά της αιτήτριας επιπρόσθετα και σε απάντηση αντίστοιχων ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση να θέσει υπόψιν του Δικαστηρίου : «(α) Η Ενάγουσα επιθυμεί να καταθέσει ως τεκμήρια δυο επιστολές από την Αστυνομία με ημερομηνίες 10.6.2016 και 4.7.2016 στις οποίες αναφέρεται ότι δεν θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της Ενάγουσας και προσώπων που συνδέονται με την Ενάγουσα. Η παρουσίαση των εν λόγω δύο επιστολών είναι απαραίτητη προς αντίκρουση των ισχυρισμών που περιέχονται στις παραγράφους 11 και 20 της Ε/Δ Χόππα περί άσκησης ποινικών διώξεων εναντίον της Ενάγουσας ή εναντίον προσώπων που σχετίζονται με την Ενάγουσα καθώς και του ισχυρισμού των εναγομένων περί δήθεν στοιχείων τα οποία ελέγχονται από τις διωκτικές αρχές για τυχόν διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Επίσης, οι εν λόγω δύο επιστολές της Αστυνομίας καταδεικνύουν την κακοπιστία των εναγομένων οι οποίοι δια της Ε/Δ Χόππα ισχυρίζονται ή αφήνουν ευθέως να νοηθεί ότι έχουν διαπραχθεί ποινικά αδικήματα από την Ενάγουσα ή ότι θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της Ενάγουσας, ενώ γνωρίζουν το περιεχόμενο των εν λόγω δύο επιστολών της Αστυνομίας καθότι γίνεται αναφορά στις επιστολές στις παραγράφους 27 και 51(β) της Απάντησης στην Υπεράσπιση του τριτοδιαδίκου που καταχωρίστηκε στις 20.4.2018 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4318/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Για την αγωγή αρ. 4318/2015, η οποία εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού μεταξύ της εταιρείας Lois Builders Ltd, ως ενάγουσας, της ως άνω Ενάγουσας, ως εναγομένης και των εδώ εναγομένων, ήτοι του ΤΕΠΑΚ, ως τριτοδιαδίκου γίνεται αναφορά στην παράγραφο 45 της Ε/Δ ημερομηνίας 14.11.2018 (στο εξής θα αναφέρεται ως «η αγωγή αρ. 4318/2015»). (β) Η ενάγουσα επιθυμεί να καταθέσει ως τεκμήριο την Απάντηση στην Υπεράσπιση του τριτοδιαδίκου που καταχωρίστηκε στις 20.4.2018 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4318/2015, ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα δικόγραφα που έχουν ανταλλαγεί μεταξύ Ενάγουσας και εναγομένων στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4318/2015 (Έκθεση Απαίτησης εναγομένης εναντίον τριτοδιαδίκου που είναι το τεκμήριο 19 της Ε/Δ ημερομηνίας 14.11.2018, Υπεράσπιση τριτοδιαδίκου που είναι το τεκμήριο 4 της Ε/Δ Χόππα και Απάντηση στην Υπεράσπιση του τριτοδιαδίκου που θα καταχωριστεί δια της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως μου). Είναι πολύ σημαντικό να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου τα δικόγραφα που έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4318/2015, ώστε το Δικαστήριο να έχει γνώση των επιδίκων θεμάτων της αγωγής αρ. 4318/2015, διότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 23 της Ε/Δ Χόππα και στις υποπαραγράφους αυτής καθώς και σε άλλες παραγράφους της Ε/Δ Χόππα, τα οποία κατ' ισχυρισμό των Εναγομένων αποτελούν καλόπιστη υπεράσπιση και ανταπαίτηση, είναι όλα θέματα που αποτελούν επίδικα θέματα της αγωγής αρ. 4318/
  1. Είναι προφανές ότι οι Εναγόμενοι επιχειρούν να συνδέσουν την παρούσα αγωγή με την αγωγή αρ. 4318/2015 ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή συνδέεται με την αγωγή αρ. 4318/2015 ή ότι η αξίωση της Ενάγουσας δεν είναι συγκεκριμένη και εκκαθαρισμένη. Επαναλαμβάνω ότι η απαίτηση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή πηγάζει από την παράλειψη των εναγομένων να πληρώνουν το συμφωνηθέν ενοίκιο κατά παράβαση της Συμφωνίας ημερομηνίας 29.1.2009 και της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 11.4.2012 που είναι τα τεκμήρια 2 και 3 της Ε/Δ ημερομηνίας 14.11.
  2. (γ) Να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 23.6.2009 δια της οποίας οι Εναγόμενοι αναγνώρισαν την υποχρέωση τους να καταβάλουν ενοίκιο από την 1.8.2009 ως προνοείται στη Συμφωνία ημερομηνίας 29.1.2009 και ότι ο ιδιοκτήτης, δηλαδή η Ενάγουσα, δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση, προς απάντηση των ισχυρισμών των εναγομένων περί καθυστέρησης παράδοσης του επίδικου ακινήτου που περιέχονται στις παραγράφους 14, 15 και 17 της Ε/Δ Χόππα. (δ) Να κατατεθεί στο Δικαστήριο ενημερωμένη Κατάσταση Λογαριασμού Ενοικίων μέχρι και την 1.3.
  3. Η Κατάσταση Λογαριασμού Ενοικίων που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 15 στην Ε/Δ ημερομηνίας 14.11.2018 αφορά τα ποσά μέχρι και την 1.11.
  4. Προς πλήρη ενημέρωση του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα επιθυμεί να παρουσιάσει την Κατάσταση Λογαριασμού Ενοικίων ως είναι σήμερα.» Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα εκφράζει την άποψη περί της ανάγκης να της επιτραπεί να καταχωρήσει ΣΕΔ για να έχει ενώπιον του το Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα και/ή διευκρινήσεις και/ή στοιχεία που συνιστούν την υπόθεση και να είναι σε θέση να αποφασίσει για το καλύτερο δυνατόν συμφέρον της δικαιοσύνης. Εκφράζει την άποψη ότι οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την καταχώρηση της αιτούμενης ΣΕΔ. Αντιθέτως, σε περίπτωση που δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου τα έγγραφα και τα στοιχεία τα οποία η Ενάγουσα αιτείται να παρουσιάσει δια της ΣΕΔ, η Ενάγουσα θα υποστεί ζημιά διότι δεν θα ληφθούν υπόψη σημαντικά έγγραφα για την έκβαση της Αίτησης για συνοπτική απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, εισηγείται ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και αιτούμαι την έκδοσή τους ως η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομία Δ.39, Δ.48, Θ1 έως 7 και 9 έως 13, Δ.18, Δ.64, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση: «
  5. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή στερείται της απαιτούμενης νομικής βάσης.
  6. Η αίτηση δεν στηρίζεται σε γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης άδειας.
  9. Η παρούσα αίτηση αντιστρατεύεται τους σκοπούς και/ή τη φύση της διαδικασίας για έκδοση «συνοπτικής απόφασης» αφού με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες προσπαθούν να μετατρέψουν την διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης σε ακρόαση της ουσίας της αγωγής.
  10. Τα γεγονότα και/ή η μαρτυρία που θέλει να προσθέσει η ενάγουσα με την παρούσα αίτηση αφορά την ουσία της αγωγής και/ή έμμεσα καλεί το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας και/ή να προβεί σε ευρήματα κάτι που δεν επιτρέπεται στο παρόν στάδιο.
  11. Η ενάγουσα με την επιδιωκόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της επιχειρεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου άσχετα με την παρούσα διαδικασία μαρτυρία και/ή γεγονότα και με την επιδιωκόμενη μαρτυρία ουσιαστικά δεν αποκαλύπτει την συνολική εικόνα της υπόθεσης αλλά απλώς και μόνο σκοπό έχει να απαντήσει στους ισχυρισμούς των εναγόμενων.
  12. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό ένσταση αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή δεν αναφέρεται σε θετική και/ή κατάλληλη μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  13. Η επιδιωκόμενη μαρτυρία που αιτείται η ενάγουσα αναφέρεται σε γεγονότα προγενέστερα και καλά γνωστά σε αυτήν και/ή τα γεγονότα αυτά μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην αρχική ένορκη δήλωση και/ή δεν πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με θέματα τα οποία η αιτήτρια μπορούσε να θέσει εξ αρχής. Ως εκ τούτου η ενάγουσα κωλύεται λόγω συμπεριφοράς (estoppel) να προβεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
  14. Η αιτήτρια δεν έχουν αποσείσει το βάρος για να αποδείξει ότι έχει καλό λόγο ή/και ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να δοθεί η αιτούμενη άδεια.
  15. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή γίνεται κακόπιστα.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. ΧΧΧ Χόππας διευθυντής Διοίκησης Οικονομικών των εναγομένων και εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Εκφράζει την πλήρη διαφωνία του με το περιεχόμενο τόσο της ΕΔ Παρτασίδη όσο και με την προστιθέμενη ένορκη δήλωση και δηλώνει ότι αυτές εμπεριέχουν λάθη, ανακρίβειες και διαστρεβλώσεις της αλήθειας. Εκτός όπου ρητά παραδέχεται, απορρίπτει τα όσα αναφέρει ο κ. Παρτασίδης στην ένορκη δήλωση του και δηλώνει συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «
  16. Με την σκοπούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η ενάγουσα κατ' αρχήν προσπαθεί να παραθέσει μαρτυρία, η οποία ήταν καλά γνωστή στην ενάγουσα σε προγενέστερο χρόνο όχι μόνο πριν την καταχώρηση της αίτησης για συνοπτική απόφαση αλλά ακόμη και σε χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 1, 2 και 4 που αναφέρεται ο κ. Παρτασίδης στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση, ήτοι στο Τεκμήριο Α ήταν έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή της ενάγουσας πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής και θα μπορούσαν να κατατεθούν μέσα στα πλαίσια της αρχικής ένορκης του δήλωσης. Ως εκ τούτου και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόμενων δεν δικαιολογείται η μεταγενέστερη προσπάθεια για καταχώρηση τους με συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
  17. Όσο αφορά τα τεκμήρια 1 και 2 που αφορούν επιστολές της αστυνομίας σχετικά με διερευνώμενες ποινικές υποθέσεις και ότι δεν θα ασκηθεί καμία ποινική δίωξη επιθυμώ να αναφέρω τα εξής: Οι εν λόγω επιστολές φέρουν ημερομηνία 10/06/2016 και 04/07/2016 και συντάχθηκαν από Αρμόδιο Αστυνομικό της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από το επιστολόχαρτο των εν λόγω επιστολών. Προφανώς οι πιο πάνω επιστολές συντάχθηκαν μέσα στα πλαίσια των ερευνών που διεξήγαγε εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού από το ΤΑΕ Λεμεσού. Παρ' όλα αυτά και στη βάση της έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας (βλ. Τεκμήριο 1 της προγενέστερης μου ένορκης δήλωσης) σήμερα διεξάγονται νέες έρευνες από το Τμήμα Ανίχνευσης Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας στη Λευκωσία που αφορά το ζήτημα των ενοικιάσεων υποστατικών από τους εναγόμενους συμπεριλαμβανομένου και της ενοικιάσεως του επίδικου υποστατικού. Παραπέμπω στην παράγραφο 11 της αρχικής μου Ένορκης Δήλωσης, όπου ξεκαθαρίζω ότι αρχικά διενεργήθηκαν έρευνες από το ΤΑΕ Λεμεσού, αλλά αργότερα ο χειρισμός της υπόθεσης ανατέθηκε στο ΤΑΕ Αρχηγείου. Ως εκ τούτου δεν αποκλείεται η πιθανότητα άσκησης ποινικών διώξεων. Από την άλλη με την σκοπούμενη ένορκη δήλωση της η ενάγουσα καλεί έμμεσα το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα και να αξιολογήσει μαρτυρία σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα κάτι που σε αυτό το στάδιο, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόμενων, δεν επιτρέπεται.
  18. Σε αυτό το σημείο να διευκρινίσω ότι εγώ πουθενά στην αρχική μου ένορκη δήλωση κάνω αναφορά περί έγερσης ποινικών υποθέσεων εναντίον της ενάγουσας ή προσώπων που συνδέονται με αυτήν, όπως αναληθώς και παραπλανητικά αναφέρεται στην παράγραφο 4 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παράγραφο 11 της αρχικής μου ένορκης δήλωσης κάνω αναφορά σε διερεύνηση και εξέταση του ενδεχόμενου έγερσης ποινικών υποθέσεων εναντίον των εμπλεκομένων.
  19. Σχετικά με το Τεκμήριο 3 της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης, ήτοι το δικόγραφο της απάντησης των εναγόμενων στην υπεράσπισης του τριτοδιαδίκου στην αγωγή 4318/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λ/σού αναφέρω ότι αυτό είναι άσχετο με τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δηλαδή της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Πέραν τούτου σχετικά με τα ζητήματα της αγωγής 4318/15 πρώτη η ενάγουσα τα έγειρε στην παρούσα αίτηση και συγκεκριμένα στην διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Οι εναγόμενοι με τη σειρά τους και προς παρουσίαση προς το Δικαστήριο όλων των γεγονότων παρουσίασαν το δικόγραφο της υπεράσπισης τους στην αγωγή 4318/
  20. Περαιτέρω θέλω να αναφέρω για μια ακόμη φορά ότι το εν λόγω δικόγραφο που επιθυμεί να καταχωρήσει η ενάγουσα με την σκοπούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήταν έγγραφο που ήδη βρισκόταν στην κατοχή της και μπορούσε να καταχωρηθεί μέσα στα πλαίσια της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Παρτασίδη, ο οποίος μερίμνησε να καταχωρήσει μόνο το δικό του δικόγραφο στην αγωγή 4318/2015 (τεκμήριο 19 της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Παρτασίδη).
  21. Η θέση του κου Παρτασίδη ως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 4(β) της ένορκης δήλωσης του με βρίσκει κάθετα αντίθετο. Ο λόγος που κάνω αναφορά στην αρχική μου ένορκη δήλωση στην αγωγή 4318/2015 και επισυνάπτω το σχετικό δικόγραφο των εναγομένων στην παρούσα και τριτοδιάδικων στην αγωγή 4318/2015, είναι για να καταδείξω στο δικαστήριο ότι η αγωγή 4318/2015 στην οποία το ΤΕΠΑΚ είναι τριτοδιάδικος, έχει διαφορετική βάση από την παρούσα - ήτοι τη συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και εναγομένων στην εν λόγω αγωγή - και ως εκ τούτου την ανταπαίτηση που προτίθεμαι να εγείρω στα πλαίσια της παρούσας αγωγής - η οποία έχει ως βάση τη συμφωνία μεταξύ του ΤΕΠΑΚ και των Εναγόντων στην παρούσα - δεν θα μπορούσε να είχε εγερθεί και δεν έχει εγερθεί στα πλαίσια της αγωγής 4318/
  22. Αυτός είναι και ο λόγος που παρουσίασα και την Υπεράσπιση του τριτοδιάδικου ως Τεκμήριο 4 στην αρχική μου ένορκη δήλωση. Η δε καταχώρηση του Τεκμηρίου 4 της αρχικής μου ένορκης δήλωσης για τους σκοπούς που έχω εκθέσει πιο πάνω, δεν συνεπάγεται την ανάγκη και δεν δικαιολογεί την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση στα πλαίσια της αγωγής 4318/
  23. Διαφωνώ ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 23 της αρχικής μου ένορκης δήλωσης αποτελούν επίδικα θέματα στην αγωγή 4318/
  24. Τα όσα αναφέρω στην εν λόγω παράγραφο, αποτελούν ισχυρισμούς και θέσεις για τα οποία θα ανταπαιτήσει το Πανεπιστήμιο στην παρούσα αγωγή. Εξάλλου, στην αγωγή 4318/2015 δεν υπάρχει οποιασδήποτε μορφής ανταπαίτησης από το Πανεπιστήμιο.
  25. Επίσης όσο αφορά το Τεκμήριο 5 της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης, ήτοι της ενημερωμένης κατάστασης λογαριασμού, θεωρώ ότι αυτό καταδεικνύει ότι η απαίτηση της ενάγουσας δεν είναι εκκαθαρισμένη, ξεκάθαρη και άμεσα απαιτητή. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόμενων, με αυτό το Τεκμήριο η ενάγουσα ουσιαστικά επιδιώκει έμμεσα να επιτύχει ειδική εκτέλεση για τυχόν μελλοντικά αξιούμενα ποσά τα οποία μάλιστα δεν είναι εκκαθαρισμένα. Περαιτέρω, στη βάση της λογικής της καταχώρησης του Τεκμηρίου 5 μπορούμε να οδηγηθούμε στο παράδοξο, η ενάγουσα μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση να προβαίνει συνεχώς σε αιτήσεις για συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να συμπεριλαμβάνει και τυχόν κατ' ισχυρισμό της νέα οφειλόμενα ποσά.
  26. Σχετικά με το Τεκμήριο 4 της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης, ήτοι η επιστολή του ΧΧΧ Αχιλλίδη εκ μέρους των εναγομένων σχετικά με την καταβολή του ενοικίου, κατ' αρχήν θα πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτό το έγγραφο βρισκόταν στην κατοχή της ενάγουσας από το 2009 αλλά η ενάγουσα προτίμησε να μην το καταθέσει στην αρχική της ένορκη δήλωση. Πέραν τούτου το εν λόγω έγγραφο συντάχθηκε πολύ πριν από τη διεξαγωγή ερευνών και ελέγχου από την Ελεγκτική Υπηρεσία. Το δε Τεκμήριο 4 και η ενέργεια του ΧΧΧ Αχιλλίδη να το υπογράψει, αποτελεί μέρος των δόλιων και/ή απατηλών ενεργειών, οι οποίες συντελέστηκαν από το εν λόγω πρόσωπο και σε συνεργασία με τους Ενάγοντες, ζητήματα τα οποία θα εγείρουν οι Εναγόμενοι, εφ' όσων τους επιτραπεί να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους στην αγωγή και να ανταπαιτήσουν στα πλαίσια αυτής. Ο εντοπισμός των παράνομων ενεργειών και των δόλιων και απατηλών πράξεων έγινε μεταγενέστερα και για αυτό στην αρχική μου ένορκη δήλωση κάνω αναφορά για πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι το εν λόγω έγγραφο το υπέγραψε το πρόσωπο εναντίων του οποίου οι εναγόμενοι κινήθηκαν νομικά σε άλλες υποθέσεις και προτίθενται και στην παρούσα αγωγή όπως τον εμπλέξουν ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο, όπως αναφέρω και στην ένορκη δήλωση μου που συνοδεύει την ένσταση των εναγόμενων στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης (σχετική η παράγραφος 5.
  27. της αρχικής μου ένορκης δήλωσης). Τέλος και όπως με συμβουλεύον οι δικηγόροι των εναγόμενων με το εν λόγω έγγραφο και πάλι η ενάγουσα προσπαθεί έμμεσα να παρασύρει το Δικαστήριο σε αξιολόγηση μαρτυρίας και να προβεί σε ευρήματα κάτι που εκφεύγει της δικαιοδοσίας του στην παρούσα διαδικασία, δηλαδή της έκδοσης συνοπτικής απόφασης». Υποστηρίζει σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε ότι σκοπός της παρούσας αίτησης για καταχώρηση ΣΕΔ γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά. Η ενάγουσα με την υπό ένσταση αίτηση, σκοπό έχει μόνο να απαντήσει σε ισχυρισμούς κάτι που σύμφωνα με τη νομολογία δεν επιτρέπεται και μάλιστα μέσα στα πλαίσια της διαδικασίες έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Υποστηρίζει όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόμενων ότι αυτά που επιχειρείται να εισαχθούν με τη ΣΕΔ αφορούν την ουσία της αγωγής και δεν εξετάζονται στο στάδιο της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Επίσης η ενάγουσα θέλει να παραθέσει μαρτυρία όσο αφορά την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών και να αποδείξει τα αξιούμενα ποσά, ζητήματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και ως εκ τούτου το κατάλληλο δικονομικό στάδιο είναι αυτό της ακροαματικής διαδικασίας και όχι το παρών στάδιο. Οι πιο πάνω θέσεις της ενάγουσας, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόμενων, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η παρούσα δεν αποτελεί ξεκάθαρη απαίτηση κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στο δείγμα της ΣΕΔ προβάλλονται ισχυρισμοί οι οποίοι συνιστούν επαναλήψεις ισχυρισμών που έχουν ήδη αναφερθεί στην αρχική ένορκη δήλωση του. Τα γεγονότα που αναφέρονται στη ΣΕΔ είναι άσχετα με την παρούσα διαδικασία και δεν εξετάζονται από το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο. Ως εκ τούτου δεν θα βοηθήσει καθόλου στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω δεν παρέχεται εξήγηση η οποία να δικαιολογεί για ποιο λόγο τα έγγραφα που επιθυμεί να καταθέσει δεν είχαν κατατεθεί νωρίτερα και συγκεκριμένα στην αρχική ένορκη δήλωση του. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις μπορούν να καταχωρηθούν μετά από τη λήψη σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, ως προβλέπεται στη Δ.48 Θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ως τροποποιήθηκε, η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Από τη νομολογία προκύπτει ξεκάθαρα ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και ότι το θέμα άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ του αιτήματος παραχώρησης άδειας για καταχώρηση ΣΕΔ όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι οι αιτητές έχουν καλό λόγο για την εν λόγω καταχώρηση. Αναφορικά με τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως είναι η υπό εξέταση αίτηση, σχετική είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο που θέτει η Δ.48 Θ.4
(2)για έγκριση στου αιτήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, για να καταδειχθεί «καλός λόγος» ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, όχι όμως για να προβούν σε επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών ή για να περιλάβουν άσχετους με τα επίδικα ζητήματα ισχυρισμούς. Σχετική είναι η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd. κ.α. v. Λεωνίδα
(2010)1Α ΑΑΔ 195, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο διαχωρίζει την επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του αιτητή (η οποία είναι ανεπίτρεπτη) από τις διευκρινίσεις επί των ισχυρισμών της ένστασης και καταλήγει ότι είναι επιθυμητό να επιτρέπονται ισχυρισμοί οι οποίοι θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα. Στη σελ. 199 της υπόθεσης υπόθεση Messios ανωτέρω αναφέρονται τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιόν μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Σύμφωνα με την ως άνω Νομολογία, για να επιτραπεί η καταχώρηση ΣΕΔ πρέπει να καταδειχθεί «καλός λόγος» προς τούτο. Το τι συνιστά «καλό λόγο» εν τη εννοία της Δ.48 Θ.4
(2), συναρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης σε συνδυασμό με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το κατά την άποψη του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Σχετική αναφορά γίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ημερ. 5.11.2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή υπ' αριθμό 2596/02 μεταξύ Σωτήρη Πίττα ν. Ανδρέα Νεοκλέους κ.α. στην οποία η Πρόεδρος του Ε.Δ. Λεμεσού (ως ήταν τότε) κα Έφη Παπαδοπούλου ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «Εκείνο που εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται η τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση των ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48 Θ.4
(2)υπάρχει». Το γεγονός ότι η ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της οποίας ζητείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αφορά αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν μεταβάλλει τις γενικότερες αρχές που αφορούν την καταχώρηση ΣΕΔ. Υπάρχει επομένως δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επί τούτου, σημαντικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Λαζάρου Ευάγγελος κ.α. v. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση πολυάριθμων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence». Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Park [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 ο Bingham L.J. ανέφερε: «But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their inconsistency with the contemporary documents or other compelling evidence». Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: «It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant's own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible». Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given». Παρόμοια στην υπόθεση Δημητρίου ν. Tράπεζας Kύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, η οποία αφορούσε αίτηση για συνοπτική απόφαση όπου το Εφετείο, αφού προέβη σε εκτενή αναφορά σε σχέση με τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, επεσήμανε τα ακόλουθα σε σχέση με τη δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης: «Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed». Σε ελληνική μετάφραση: «Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί». Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της αίτησης η αιτήτρια επιθυμεί να απαντήσει και να παραθέσει έγγραφα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των παραγράφων 11, 14, 15, 17, 20 και 23 της ΕΔ της ένστασης οι οποίοι ισχυρισμοί αφορούν τα ακόλουθα: (α) Ισχυρισμοί περί άσκησης ποινικών διώξεων εναντίον της Ενάγουσας ή εναντίον προσώπων που σχετίζονται με την Ενάγουσα καθώς και ισχυρισμοί περί στοιχείων που ελέγχονται από τις διωκτικές αρχές για τυχόν διάπραξη ποινικών αδικημάτων από μέρους της Ενάγουσας (παράγραφοι 11 και 20 της Ε/Δ της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική). Προς απάντηση των εν λόγω ισχυρισμών και προς αποκατάσταση της εικόνας της αιτήτριας και των πραγματικών γεγονότων, η αιτήτρια επιθυμεί να καταθέσει ως τεκμήρια δυο επιστολές από την Αστυνομία με ημερομηνίες 10.6.2016 και 4.7.2016 στις οποίες αναφέρεται ότι δεν θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της Ενάγουσας και προσώπων που συνδέονται με την Ενάγουσα και οι οποίες επιστολές επισυνάπτονται ως τεκμήρια 1 και 2 στο προσχέδιο της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως που είναι το τεκμήριο Α στην Ε/Δ Παρτασίδη. (β) Οι εναγόμενοι επιχειρούν με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 23 της Ε/Δ της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική να συνδέσουν τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής με την αγωγή αρ. 4318/2015 ώστε να δημιουργείται η εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή δεν είναι συγκεκριμένη και εκκαθαρισμένη και ότι συνδέεται με την αγωγή αρ. 4318/2015, η οποία εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού μεταξύ της εταιρείας Lois Builders Ltd, ως ενάγουσας, της ως άνω Ενάγουσας, ως εναγομένης και των εδώ εναγομένων, ήτοι του ΤΕΠΑΚ, ως τριτοδιαδίκου. Η αιτήτρια επιθυμεί να καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο την Απάντηση στην Υπεράσπιση του τριτοδιαδίκου που καταχωρίστηκε στις 20.4.2018 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4318/2015 (επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στο προσχέδιο της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως που είναι το τεκμήριο Α στην ΕΔ Παρτασίδη), ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα δικόγραφα που έχουν ανταλλαχθεί μεταξύ Ενάγουσας και εναγομένων στα πλαίσια της αγωγής αρ. 4318/2015 (Έκθεση Απαίτησης εναγομένης εναντίον τριτοδιαδίκου που είναι το τεκμήριο 19 της ΕΔ ημερομηνίας 14.11.2018, Υπεράσπιση τριτοδιαδίκου που είναι το τεκμήριο 4 της ΕΔ Χόππα και Απάντηση στην Υπεράσπιση του τριτοδιαδίκου που θα καταχωριστεί δια της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως μου), ώστε το Δικαστήριο να έχει γνώση των επιδίκων θεμάτων της αγωγής αρ. 4318/2015 και να είναι σε θέση να διαπιστώσει ότι δεν συνδέονται με τα θέματα της παρούσας αγωγής που αφορούν ξεκάθαρα οφειλόμενα ενοίκια με βάση τη συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των διαδίκων. (γ) Ισχυρισμός περί δήθεν καθυστέρησης παράδοσης του επίδικου ακινήτου και κατ' επέκταση αξίωσης για δήθεν επιστροφή και/ή αφαίρεση και/ή συμψηφισμό ποσών που κατέβαλαν οι Καθ' ων η αίτηση ως ενοίκια για την περίοδο της δήθεν καθυστέρησης, ο οποίος ισχυρισμός περιέχεται στις παραγράφους 14, 15 και 17 της Ε/Δ της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική. Η αιτήτρια, εις απάντηση των εν λόγω ισχυρισμών, επιθυμεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 23.6.2009 δια της οποίας οι Εναγόμενοι αναγνώρισαν την υποχρέωση τους να καταβάλουν ενοίκιο από την 1.8.2009 ως προνοείται στη Συμφωνία ημερομηνίας 29.1.2009 και ότι ο ιδιοκτήτης, δηλαδή η Ενάγουσα, δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση. Σε συμφωνία με όσα η πλευρά της αιτήτριας εισηγείται κρίνω ότι είναι εμφανής η ανάγκη για καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης για άδεια καταχώρησης ΣΕΔ και ότι αυτή προέκυψε μετά την καταχώρηση της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική, στην οποία προβάλλονται ισχυρισμοί και γεγονότα τα οποία κατά την αιτήτρια είναι παραπλανητικά και σκοπό έχουν να δημιουργήσουν εσφαλμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο και να επηρεάσουν αρνητικά την κρίση του ως προς την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η αιτήτρια, με την αιτούμενη ΣΕΔ της, επιδιώκει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και έγγραφα προς απάντηση των συγκεκριμένων αυτών ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση, ως ανωτέρω αναφέρεται, ώστε να τεθεί ολοκληρωμένη και ορθά η εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, είναι πολύ σημαντικό για την αιτήτρια να απαντήσει στους ανυπόστατους και συκοφαντικούς ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση εναντίον της περί διάπραξης και/ή πιθανής διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Είναι δε γεγονός, και συμφωνώ με την αιτήτρια ως προς τούτο, ότι δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει εκ των προτέρων ότι οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους στην αίτηση για συνοπτική απόφαση θα έθεταν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι κατά την δική της θέση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν αποδίδουν την ακριβή εικόνα των γεγονότων, τα οποία αν και δεν σχετίζονται άμεσα με την αίτηση για συνοπτική απόφαση εφόσον κάνουν αναφορά σε αυτά οι καθ' ων η αίτηση χρήζουν απάντησης, και είναι αυτός ο λόγος που δεν προβλήθηκαν από την αρχή στην ΕΔ της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται στην ένστασή τους ότι τα στοιχεία και τα έγγραφα που η αιτήτρια αιτείται όπως αποτελέσουν μέρος της ΣΕΔ βρίσκονταν στην κατοχή της αιτήτριας η οποία και όφειλε να τα επισυνάψει στην Ε/Δ της αίτησης για συνοπτική. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί και δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία νομολογιακή ή δικονομική αρχή. Η αιτήτρια ασφαλώς και δεν μπορούσε να προβλέψει εξ αρχής και πριν την καταχώρηση της ένστασης στην αίτηση της για συνοπτική απόφαση ότι οι καθ' ων η αίτηση θα ήγειραν ισχυρισμούς περί διάπραξης και/ή πιθανής διάπραξης ποινικών αδικημάτων από μέρους της ενάγουσας, ενώ γνωρίζουν για το περιεχόμενο των επιστολών της Αστυνομίας με ημερομηνίες 10.6.2016 και 4.7.2016 (Τεκμ. 1 και 2 στο προσχέδιο της ΣΕΔ που είναι το τεκμήριο Α στην Ε/Δ Παρτασίδη). Ούτε και θα μπορούσε η αιτήτρια να προβλέψει ότι οι καθ' ων η αίτηση θα πρόβαλλαν ισχυρισμούς περί δήθεν καθυστέρησης παράδοσης του επίδικου ακινήτου και κατ' επέκταση αξίωσης για δήθεν επιστροφή και/ή αφαίρεση και/ή συμψηφισμό ποσών που κατέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση ως ενοίκια για την περίοδο της δήθεν καθυστέρησης ενόψει του ότι παρά την εκτενή ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων, οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε πριν την καταχώρηση της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ήγειραν τέτοιο ισχυρισμό. Η πρώτη φορά που ο ισχυρισμός αυτός τέθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ήταν μέσω της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική και της ενόρκου δηλώσεως που την συνοδεύει. Μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο η θέση των καθ' ων η αίτηση ήταν ότι δεν θα καταβάλουν οποιοιδήποτε αύξηση στο ποσό του ενοικίου (σχετικές είναι οι επιστολές του ΤΕΠΑΚ με ημερομηνίες 1.7.2014 και 4.2.2015 που είναι τα Τεκμ. 9 και 11 αντίστοιχα της ΕΔ της αίτησης για συνοπτική απόφαση), θέση με την οποίαν η αιτήτρια ανέκαθεν διαφωνούσε και ουδέποτε αποδέχτηκε. Ως εκ τούτου, όπως κρίνω, δεν υπήρχε τρόπος η αιτήτρια να προβλέψει την εκ των υστέρων θέση των καθ' ων η αίτηση και να συμπεριλάβει την επιστολή ημερομηνίας 23.6.2019 (Τεκμ. 4 του προσχεδίου της ΣΕΔ) κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης για συνοπτική. Τα στοιχεία που επιδιώκει η πλευρά της αιτήτριας να θέσει υπόψιν του Δικαστηρίου κρίνονται ως σημαντικά έτσι ώστε η παρουσίαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Ως αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα, τα στοιχεία τα οποία η αιτήτρια επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου συμπληρωματικά είναι συγκεκριμένα και εξειδικεύονται στο προσχέδιο της ΣΕΔ που είναι το τεκμήριο Α της Ε/Δ Παρατσίδη. Τα εν λόγω στοιχεία κρίνω ότι καταδεικνύουν την ύπαρξη καλού λόγου προς ικανοποίηση της προϋπόθεσης της Δ.48 Θ4
(2)ώστε κατά την άποψη μου μου παρέχεται η ευχέρεια να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της υπό εξέταση αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία όπως παρατέθηκε πιο πάνω, η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση ΣΕΔ σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση δεν μεταβάλλει τις αρχές για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπου, εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωση του θα πρέπει να αποκαλύψει μια υπεράσπιση. Η άδεια για καταχώρηση ΣΕΔ δίδεται όχι για να απαντηθούν αμφισβητούμενα γεγονότα καθότι κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο, αλλά στις περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας με την απαντητική του ένορκη δήλωση μπορεί να δείξει ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν είναι εύλογα ικανή για να γίνει πιστευτή και κατ' επέκταση δεν θα πρέπει να του δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Με δεδομένη την ιδιάζουσα φύση της διαδικασίας δυνάμει της Δ.18 είναι σημαντικό επαναλαμβάνω να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια διότι η απόφαση εάν θα επιτραπεί στους εναγόμενους να υπερασπιστούν, θα εξαρτηθεί από τα όσα αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις που ήδη συνοδεύουν την αίτηση για συνοπτική απόφαση και την ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και κατ' ακολουθία στη ζητούμενη προς καταχώρηση ΣΕΔ. Σε κάθε περίπτωση τόσο οι ισχυρισμοί της ενάγουσας όσο και οι ισχυρισμοί των εναγομένων και ειδικότερα εάν οι εναγόμενοι έχουν πετύχει να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση, θα κριθούν ανάλογα από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση και όχι στην υπό κρίση αίτηση. Παρόλη την πιο πάνω αντίληψη που αποκόμισα θα προχωρήσω και κατά συνοπτικό τρόπο θα σχολιάσω ένα έκαστο τους λόγους ένστασης: Ο λόγος ένστασης 1, ο οποίος αφορά ισχυρισμό περί αντικανονικής και/ή παράτυπης αίτησης, δεν τεκμηριώνεται από το περιεχόμενο της Ε/Δ Χόππα και για το λόγο αυτό τον απορρίπτω. Με τους λόγους ένστασης 2, 3, 4, 8 και 10 οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ισχυρισμούς ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ούτε έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Έκρινα πιο πάνω ότι τόσο η νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης όσο και η Ε/Δ Παρτασίδη πληρούν τις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος καταχώρησης ΣΕΔ. Οι καθ' ων η αίτηση δια των λόγων ένστασης 5 και 6 προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η υπό εξέταση αίτηση αντιστρατεύεται τους σκοπούς της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης διότι, κατ' ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση, η αιτήτρια δια της ΣΕΔ που επιθυμεί να καταχωρήσει καλεί το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας μετατρέποντας την διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης σε δίκη επί της ουσίας της αγωγής. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η πιο πάνω θέση και τούτο γιατί η ΣΕΔ δεν συνεπάγεται αυτομάτως παράθεση αντικρουόμενων ισχυρισμών σε σχέση με αυτούς που περιέχονται στην ΕΔ της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ούτε βεβαίως εκλαμβάνεται ως πρόθεση της ενάγουσας να μετατρέψει την διαδικασία της αίτησης για συνοπτική σε δίκη επί της ουσίας της αγωγής ως ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση. Όπως αντιλήφθηκα την προσπάθεια της ενάγουσας για την εισαγωγή της ΣΕΔ και από το περιεχόμενο της αυτή δεν ζητά από το Δικαστήριο να αξιολογήσει αντικρουόμενη μαρτυρία ούτε να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα. Αυτό που επιδιώκει η ενάγουσα, επαναλαμβάνω, είναι να παραθέσει στο Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα, την οποία εν πάση περιπτώσει όφειλαν να παρουσιάσουν οι καθ' ων η αίτηση από την στιγμή που επέλεξαν να προβάλουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Με τον λόγο ένστασης 7, οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αιτήτρια δια της ΣΕΔ επιχειρεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που είναι άσχετη με την διαδικασία. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει εφόσον η μαρτυρία που ζητείται να εισαχθεί δια της ΣΕΔ αφορά απάντηση σε συγκριμένους ισχυρισμούς που οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση έχουν εγείρει, ως ανωτέρω με λεπτομέρεια αναλύεται. Με τον λόγο ένστασης 9 οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αιτήτρια δια της ΣΕΔ προσπαθεί να θέσει γεγονότα τα οποία γνώριζε κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης για συνοπτική απόφαση και θα μπορούσαν να τεθούν εξ αρχής στην ΕΔ της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Όμως όπως έκρινα και πιο πάνω ούτε και αυτός ο λόγος ευσταθεί. Ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, δεν μπορούσε να προβλέψει η αιτήτρια ότι οι καθ' ων η αίτηση θα πρόβαλλαν τους συγκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 11, 14, 15, 17, 20 και 23 της ΕΔ της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση και οι οποίοι κρίθηκε από την αιτήτρια ως αναγκαίο να απαντηθούν. Με τον λόγο ένστασης 11, οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι κακόπιστη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Κρίνω ότι η αιτήτρια προώθησε την υπό εκδίκαση αίτηση γνήσια και με πρόθεση να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη και αληθή με την υπόθεση γεγονότα. Ούτε και μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια της για επανόρθωση οποιασδήποτε παράλειψης και ούτε μεταβάλλει αλλά ούτε και αλλοιώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο. Είναι καλά καθιερωμένη η γενική αρχή υποχρέωσης των διαδίκων παρουσίασης στο Δικαστήριο αληθούς και πραγματικής εικόνας και η αποφυγή παραπλάνησης και/ή απόκρυψης μαρτυρίας ή στοιχείων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή διαδίκου, απλά και μόνο γιατί το περιεχόμενο τους είναι ενάντια στην πλευρά του διαδίκου που επιλέγει να μην τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Το καθήκον αυτό δεν υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων αλλά εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου καθήκοντος διαδίκου να είναι ειλικρινής προς το Δικαστήριο ώστε να δίδεται πάντοτε η αληθινή και πραγματική διάσταση των γεγονότων τα οποία το Δικαστήριο θα δύναται να αξιολογήσει ανάλογα. Στην προκείμενη περίπτωση πράγματι δημιουργείται το παράδοξο ότι οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν διάφορους ισχυρισμούς εναντίον της αιτήτριας οι οποίοι από μόνοι τους δημιουργούν μία κακή εικόνα για το πρόσωπο της, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο ένα έγγραφο της Ελεγκτικής υπηρεσίας αλλά παραλείπουν εις γνώση τους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την απόφαση της Αστυνομίας η οποία λήφθηκε μεταγενέστερα της έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και με την οποία ξεκάθαρα η Αστυνομία αποφάσισε ότι ΚΑΜΙΑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ δεν θα ασκηθεί εναντίον της αιτήτριας και συνδεδεμένων με αυτήν προσώπων. Κρίνω, έχοντας υπόψιν το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου ότι είναι οι καθ' ων η αίτηση που όφειλαν να θέσουν τις επιστολές αυτές ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένστασης τους εάν ήθελαν να είναι ορθοί προς το Δικαστήριο και προς το καθήκον τους για ορθή και ειλικρινή αποκάλυψη. Εδώ όχι μόνο δεν το έχουν πράξει, αλλά ενίστανται στο να τεθεί το μαρτυρικό αυτό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο ξεκαθαρίζει το τοπίο. Παρόμοια και η προσπάθεια των καθ' ων η αίτηση στο να μη περιληφθεί στο μαρτυρικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου η επιστολή των ίδιων των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 23.06.2009 με την οποία οι ίδιοι παραδέχονται ότι ευθύνονται για την καθυστέρηση. Η παράλειψη τους να την θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου μαζί με την εκ των υστέρων θέση τους περί συμψηφισμού και/ή αφαίρεσης ποσών από τα ενοίκια αφήνει θολό το τοπίο. Δεν βρίσκω δε οτιδήποτε το μεμπτό στην προσπάθεια της αιτήτριας να θέσει υπόψιν του Δικαστηρίου πως διαμορφώθηκε η εικόνα των οφειλόμενων ενοικίων με την επισύναψη ως Τεκμ. 5 στη ΣΕΔ ενημερωμένης κατάσταση λογαριασμού ενοικίων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω βρίσκω ότι όλοι οι προβληθέντες λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι και συνεπώς απορριπτέοι. Η αιτήτρια πέτυχε να καταδείξει «καλό λόγο» εν τη εννοία της Δ.48 Θ.4
(2)και να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τέθηκαν με τη νομολογία προς έγκριση του αιτήματος της για παραχώρηση άδειας του Δικαστηρίου για την καταχώρηση ΣΕΔ εις απάντηση σε συγκεκριμένες παραγράφους της ΕΔ της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η αιτήτρια από την άλλη δεν ζητά να επαναλάβει οποιονδήποτε ισχυρισμό της που περιέχεται στην ΕΔ της αίτησης για συνοπτική απόφαση αλλά ούτε και να προσθέσει οποιονδήποτε νέο ισχυρισμό τον οποίον μπορούσε να προβλέψει πριν από την καταχώρηση της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Οι καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιανδήποτε ζημιά εάν επιτραπεί η καταχώρηση της ΣΕΔ, ενώ σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει πιθανότητα η αιτήτρια να υποστεί ζημιά καθότι το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιον την ορθή και ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς των διαδίκων ώστε να αποφασίσει για την τύχη της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της υπό εξέταση αίτησης και να επιτρέψω την καταχώρηση της προτεινόμενης ΣΕΔ. Δίδεται άδεια όπως καταχωριστεί η ΣΕΔ δείγμα της οποίας επισυνάφθηκε στην παρούσα αίτηση ως Τεκμ. Α εντός 5 ημερών από σήμερα. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής, οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.