← Κύπρος

Mινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. Ανδρέας Παπαδόπουλος και Σία κ.α., Αρ. Αγωγής: 827/12, 25/9/2019

Mινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. Ανδρέας Παπαδόπουλος και Σία κ.α., Αρ. Αγωγής: 827/12, 25/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A473 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 827/12 Μεταξύ: Mινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ Ενάγοντα και

  1. Ανδρέας Παπαδόπουλος και Σία
  2. χχχχχ Παπαδόπουλος
  3. χχχχχ Παπαδόπουλος
  4. χχχχχ Παπαδοπούλου Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου, 2019 Για την Ενάγουσα: κ. Α. Γιωρκάτζης Για τους Εναγόμενους 1 - 4: κ. Αλ. Τσιρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν στην αγωγή με αρ.6894/00 Ε.Δ Λεμεσού αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της παρούσας διαφοράς. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η προαναφερόμενη αγωγή καταχωρήθηκε από τους χχχχχ Σολωμόντος και χχχχχ Σολωμόντος μέσω των Εναγομένων 1, οι οποίοι αποτελούν συνεταιρισμό δικηγόρων με ομόρρυθμους συνεταίρους τους Εναγόμενους 2 -
  5. Η αγωγή αφορούσε τροχαίο δυστύχημα και στρεφόταν εναντίον της χχχχχ Ματθαίου, για την οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη οι Ενάγοντες. Το Δικαστήριο επιδίκασε αποζημιώσεις προς όφελος των χχχχχ Σολωμόντος και χχχχχ Σολωμόντος και εναντίον της χχχχχ Ματθαίου καταδικάζοντας την τελευταία και στην πληρωμή των δικηγορικών εξόδων. Καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης και αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1, μέσω του Εναγόμενου 2, συμφώνησαν όπως τους καταβληθούν τα δικηγορικά έξοδα με ταυτόχρονη ανάληψη δέσμευσης των Εναγομένων 1 όπως επιστρέψουν αυτά σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε την έφεση και καταδίκασε τους χχχχχ Σολωμόντος και χχχχχ Σολωμόντος στα έξοδα τόσο της πρωτόδικης διαδικασίας, όσο και της έφεσης. Οι Ενάγοντες αξίωσαν από τους Εναγόμενους την επιστροφή των δικηγορικών εξόδων που τους κατέβαλαν δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή δέσμευσης και/ή δυνάμει εθιμικής πρακτικής και/ή των κανόνων της ετικέτας του δικηγορικού επαγγέλματος. Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να επιστρέψουν το ποσό των δικηγορικών εξόδων κατά παράβαση της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας και/ή δέσμευσης και/ή των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι Εναγόμενοι, από την άλλη, με το δικόγραφο της Υπεράσπισης αρνούνται ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με τους Ενάγοντες για επιστροφή από τους ιδίους του ποσού των δικηγορικών εξόδων. Το ποσό που πλήρωσαν οι Ενάγοντες καταβλήθηκε εκ μέρους της χχχχχ Ματθαίου και προς όφελος των χχχχχ Σολωμόντος και χχχχχ Σολωμόντος και οι Εναγόμενοι 1 εισέπραξαν το εν λόγω ποσό για λογαριασμό των εν λόγω πελατών τους. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων έγινε σε συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή με αρ. 6894/00 και στη βάση των εξόδων όπως αυτά υπολογίσθηκαν από το Πρωτοκολλητείο και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν διέταξε τους ιδίους να επιστρέψουν τα δικηγορικά έξοδα και επομένως αυτά θα πρέπει να διεκδικηθούν από τους χχχχχ Σολωμόντος και χχχχχ Σολωμόντος. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν 6 μάρτυρες και συγκεκριμένα η χχχχχ Λάρκου (Μ.Ε.1), ο χχχχχ Ευσταθίου (Μ.Ε.2), ο χχχχχ Αντωνίου (Μ.Ε.3), ο χχχχχ Βαφέας (Μ.Ε.4), ο χχχχχ Θρασυβούλου (Μ.Ε.5) και ο χχχχχ Σολωμόντος (Μ.Ε.6). Στην αντίπερα όχθη εκ μέρους των Εναγομένων προσέφερε μαρτυρία ο Εναγόμενος
  6. Σημειώνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως κοινά παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα, συμβάλλοντας έτσι στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων: · Η παράγραφος 1 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται παραδεκτό γεγονός. · Οι Εναγόμενοι 1 ήταν συνεταιρισμός και κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι 2,3 και 4 ήταν ομόρρυθμοι συνέταιροι στους Εναγόμενους
  7. χχχχχ Παντελίτσα Σολωμόντος και ο χχχχχ Σολωμόντος και είχαν σαν δικηγόρους τους, τους Εναγόμενους 1 μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην έφεση της αγωγής με αρ. 6894/00 με αριθμό 302/
  8. · Το αποτέλεσμα της έφεσης με αρ. 302/06 ήταν το ακόλουθο: «Η έφεση επιτρέπεται με έξοδα πρωτοδίκως και κατ' έφεση υπέρ της εφεσείουσας. Διατάσσεται επανεκδίκαση. Διατάσσεται όπως τα έξοδα της επανεκδίκασης είναι επίδικα στη νέα εκδίκαση της υπόθεσης». · Τα έξοδα της αγωγής με αρ. 6894/00 υπολογίστηκαν σε Λ.Κ.15.370,50 πλέον Φ.Π.Α, πλέον τόκο προς 8%. Τα έξοδα της αίτησης αναστολής υπολογίστηκαν σε €936,31 πλέον Φ.Π.Α. · Το συνολικό ποσό των Λ.Κ.25.408,52, ήτοι €43.413,03, καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους
  9. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας τους με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Η Μ.Ε.1 ασκεί τα καθήκοντα του Πρωτοκολλητή στο Πολιτικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και κλήθηκε για να καταθέσει ως Τεκμήριο τον φάκελο της Αγωγής με αρ. 6894/00 Ε.Δ. Λεμεσού. Η μάρτυρας ανέφερε ότι παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από το προσωπικό του Πρωτοκολλητείου του Ε.Δ. Λεμεσού δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί το σύνολο του φακέλου της αγωγής με αρ. 6894/
  1. Εντοπίστηκε μέρος μόνο του φακέλου και η Μ.Ε.1 κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ως Τεκμήρια τη διά κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 25.10.06 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 26.07.06 (Τεκμήριο 2), την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην προαναφερόμενη αίτηση (Τεκμήριο 1) και το εκ συμφώνου διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης (Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέταση της η Μ.Ε.1 διευκρίνισε ότι με βάση τα στοιχεία που διατηρούνται στον φάκελο που εντοπίστηκε η τελευταία ημερολογιακή εγγραφή κατά την οποία πραγματοποιήθηκε εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η 06.07.07, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 υπήρξε τυπική, αφού αυτή περιορίστηκε στην κατάθεση εγγράφων από το μέρος του φακέλου της υπόθεσης με αρ.6894/00 Ε.Δ. Λεμεσού που κατέστη δυνατό να ανευρεθεί. Κατά την αντεξέταση της υποβλήθηκαν διευκρινιστικές μόνο ερωτήσεις και δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Συνεπώς, η μαρτυρία της Μ.Ε.1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Ε.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι εργοδοτήθηκε στους Ενάγοντες το 1978 και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ασκούσε τα καθήκοντα του υπεύθυνου ατυχημάτων στη Λεμεσό. Στα πλαίσια των καθηκόντων του χειρίστηκε την αξίωση της χχχχχ Σολωμόντος και του τότε συζύγου της χχχχχ Σολωμόντος εναντίον της χχχχχ Ματθαίου η οποία καλύπτετο ασφαλιστικά από τους Ενάγοντες και εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε η αγωγή με αρ. 6894/
  2. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής και μετά από ακροαματική διαδικασία εκδόθηκε απόφαση εναντίον της χχχχχ Ματθαίου ως ακολούθως: «Α. Απόφαση προς όφελος της χχχχχ Σολωμόντος για το ποσό των Λ.Κ.44.251,23 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοση της απόφασης, και Β. Απόφαση προς όφελος του χχχχχ Σολωμόντος για το ποσό των Λ.Κ.1.300 πλέον τόκο προς 8% μειωμένο κατά το ήμισυ από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι την έκδοση απόφασης και από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης, και Γ. Απόφαση για τα έξοδα της αγωγής προς όφελος των Εναγόντων και εις βάρος της Εναγομένης όπως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή πάνω στην σχετική κλίμακα και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο». Οι Ενάγοντες καταχώρισαν στις 06.09.06 την έφεση με αρ. 302/06 εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης. Οι Εναγόμενοι 1 καταχώρισαν κατάλογο για υπολογισμό των δικηγορικών τους εξόδων τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των Λ.Κ.15.370,50 πλέον Φ.Π.Α. προς 15% επί του ποσού των Λ.Κ.15.079 πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.15.370,50 από 13.10.00 μέχρι εξοφλήσεως. Οι Εναγόμενοι 1 με επιστολή τους προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 28.09.06 (Τεκμήριο 11) αξίωσαν την πληρωμή της απόφασης και των υπολογισθέντων εξόδων προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προχωρούσαν στην καταχώριση ενταλμάτων εκποίησης κινητής και ακίνητης περιουσίας εναντίον της χχχχχ Ματθαίου. Δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους των Εναγόντων για να καταχωρίσουν αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Στις 25.10.06 καταχωρήθηκε αίτηση αναστολής τόσο διά κλήσεως όσο και μονομερώς. Το Δικαστήριο ενέκρινε τη μονομερή αίτηση και έκδωσε στις 25.10.06 διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης διά κλήσεως (Τεκμήριο 2), υπό την προϋπόθεση της κατάθεσης τραπεζικής εγγύησης από τους Ενάγοντες για το ποσό των Λ.Κ.25.
  3. Οι χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος καταχώρισαν μέσω των δικηγόρων τους, Εναγομένων 1, στις 23.11.06 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (Τεκμήριο 1) η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της χχχχχ Σολωμόντος. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση η χχχχχ Σολωμόντος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι αρνείται όπως ο δικηγόρος της δεσμευθεί εγγράφως στην επιστροφή του ποσού των εξόδων καθότι είναι άτομο φερέγγυο και έντιμο. Παράλληλα με τις δικαστικές διαδικασίες που αφορούσαν την αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ξεκίνησαν, με πρωτοβουλία του Εναγόμενου 2, διαβουλεύσεις με σκοπό την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων ανεξαρτήτως της έκβασης της αίτησης αναστολής. Συγκεκριμένα ο Μ.Ε.2 συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 2 προς συζήτηση του πιο πάνω αναφερόμενου θέματος. Ο Μ.Ε.2 ενημέρωσε σχετικά με τις διαβουλεύσεις που είχε με τον Εναγόμενο 2 τη νομική σύμβουλο των Εναγόντων στη Λεμεσό, καθώς και τον Μ.Ε.
  4. Η καθοδήγηση που έλαβε από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ήταν ότι η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων θα μπορούσε να γίνει μόνο σταδιακά και υπό την προϋπόθεση ότι οι Εναγόμενοι 1 θα αναλάμβαναν την υποχρέωση όπως τα έξοδα που θα πληρωθούν επιστραφούν στους Ενάγοντες σε περίπτωση που η έφεση επιτύγχανε. Προτού καταλήξει σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Εναγόμενο 2 διαβουλεύθηκε και με τον δικηγόρο Α. Γιωρκάτζη ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ήταν περισσότερο από καλές. Με αυτά τα δεδομένα και με τη σύμφωνη γνώμη της νομικής συμβούλου των Εναγόντων στη Λεμεσό και του Μ.Ε.3 προχώρησε στη διαπραγμάτευση της πληρωμής των δικηγορικών εξόδων και μετά από ανταλλαγή απόψεων συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες καταβάλουν στους Εναγόμενους 1 τα δικηγορικά έξοδα ως ακολούθως: Το ποσό των Λ.Κ.15.372,50 θα καταβαλλόταν σε δύο δόσεις των Λ.Κ.5.000, με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα τον Δεκέμβριο του 2006 και τη δεύτερη τον Ιανουάριο του
  5. Το υπόλοιπο εκ ποσού Λ.Κ.5.350 θα καταβαλλόταν τον Φεβρουάριο του
  6. Το αναλογούν Φ.Π.Α., το ποσό των Λ.Κ.84 που αφορούσε τα έξοδα έκδοσης της απόφασης και το ποσό των τόκων θα πληρώνονταν εντός του Μαΐου του
  7. Αναφορικά με την απαίτηση των Εναγόντων για γραπτή δέσμευση επιστροφής των δικηγορικών εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ο Εναγόμενος 2 επαναλάμβανε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι Εναγόμενοι 1 είναι έντιμοι και φερέγγυοι και ότι οι Ενάγοντες δεν θα έπρεπε να ανησυχούν για την επιστροφή των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Υποστήριξε μάλιστα ότι η απαίτηση για γραπτή δέσμευση ήταν προσβλητική. Οι Ενάγοντες κατέβαλαν εντέλει στους Εναγόμενους 1 με τραπεζικές επιταγές κατά την περίοδο 04.12.06 - 17.05.07 το σύνολο των δικηγορικών εξόδων τους εκ ποσού Λ.Κ.25.408,
  8. Η δε αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης διευθετήθηκε με την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος στις 06.07.07 με το οποίο αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης με την παράδοση εγγυητικής επιστολής για το ποσό των Λ.Κ.46.
  9. Στις 28.07.10 οι δικηγόροι των Εναγόντων με επιστολή τους (Τεκμήριο 15) προς τους Εναγόμενους 1 κάλεσαν τους τελευταίους όπως επιστρέψουν το ποσό των Λ.Κ.25.408,52 ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.07.10 στην έφεση 302/06 με την οποία ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή με αρ.6894/
  10. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 02.09.10 (Τεκμήριο 16) κάλεσαν τους Εναγόμενους 1 όπως παραδώσουν το πρωτότυπο της εγγυητικής επιστολής για το ποσό των Λ.Κ.46.
  11. Οι Εναγόμενοι 1 με επιστολή τους ημερομηνίας 02.09.10 (Τεκμήριο 17) απάντησαν σε σχέση μόνο με την τραπεζική εγγύηση χωρίς καμία αναφορά στην αξίωση για επιστροφή του ποσού των δικηγορικών εξόδων. Ο Μ.Ε.2 υποστήριξε ότι οι Εναγόμενοι 1 ουδέποτε κάλεσαν τους Ενάγοντες να διεκδικήσουν τα δικηγορικά έξοδα τους από τους χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος. Στη διά ζώσης μαρτυρία του ο Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε και με τον Εναγόμενο 3 για το ζήτημα της επιστροφής των δικηγορικών εξόδων. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.2 διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 18 συντάχθηκε μετά από την επικοινωνία που είχε η εσωτερική σύμβουλος των Εναγόντων στη Λεμεσό με τον Εναγόμενο 3, κατά την οποία ο τελευταίος κάλεσε τους Ενάγοντες όπως διεκδικήσουν τα δικηγορικά τους έξοδα από τους χχχχχ Σολωμόντος και χχχχχ Σολωμόντος. Ο λόγος για τον οποίο οι Ενάγοντες ζήτησαν αρχικά γραπτή δέσμευση για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων ήταν διότι θεωρούσαν ότι με τον τρόπο αυτό θα κατοχύρωναν τα δικαιώματα τους. Ωστόσο, ο Εναγόμενος 2 θεώρησε προσβλητική την εν λόγω θέση επαναλαμβάνοντας ότι είναι άτομο έντιμο και φερέγγυο. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων αναφορικά με την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η ισχυριζόμενη συμφωνία, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι η συμφωνία με τον Εναγόμενο 2 και κατ' επέκταση τους Εναγόμενους 1 έγινε κατά τον Ιούλιο του
  12. Ανέφερε περαιτέρω ότι οι οδηγίες που του είχαν δοθεί ήταν να μην προχωρήσει σε οποιαδήποτε πληρωμή πριν την εξασφάλιση γραπτής δέσμευσης. Ο κ. Τσιρίδης υπέδειξε στον μάρτυρα τις ημερομηνίες των επιταγών με τις οποίες καταβλήθηκαν τα δικηγορικά έξοδα και ο τελευταίος συμφώνησε ότι αυτές κάλυπταν την περίοδο Δεκεμβρίου του 2006 - Μαΐου
  13. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι στις 22.05.2007 είχε καταβληθεί το σύνολο των δικηγορικών εξόδων, ο Μ.Ε.2 συμφώνησε λέγοντας ότι λανθασμένα ανέφερε προηγουμένως ότι η συμφωνία έγινε τον Ιούλιο του
  14. Τέλος, ο Μ.Ε.2 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων. Ο Μ.Ε.2 υπήρξε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το πρόσωπο που συνήψε εκ μέρους των Εναγόντων την επίδικη συμφωνία στην οποία περιλαμβανόταν όρος επιστροφής των δικηγορικών εξόδων. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ο οποίος αποτελεί τον πυρήνα της αξίωσης των Εναγόντων, έτυχε έντονης αμφισβήτησης από τους Εναγόμενους. Θεωρώ ότι ο Μ.Ε.2 υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας και μετέφερε στο Δικαστήριο την πραγματικότητα σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Απάντησε με ευθύτητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του και κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ικανές να προκαλέσουν ρήγμα στη μαρτυρία του. Καταρχάς η θέση του Μ.Ε.2 ότι υπήρξε συμφωνία με τους Εναγόμενους 1 σε ό,τι αφορά τα δικηγορικά έξοδα προκύπτει ως θέμα κοινής λογικής και επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα γεγονότα. Συγκεκριμένα αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι τα δικηγορικά έξοδα, σε αντίθεση με τις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν με την απόφαση στην αγωγή με αρ.6894/00, καταβλήθηκαν στους Εναγόμενους
  15. Επίσης, κοινό έδαφος αποτελεί και το γεγονός ότι τα δικηγορικά έξοδα καταβλήθηκαν σταδιακά κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 2006 - Μαΐου
  16. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι πληρωμές προς εξόφληση των δικηγορικών εξόδων διενεργήθηκαν ενόσω ήταν σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Τα προαναφερόμενα σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι εντέλει εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης (Τεκμήριο 3) στο οποίο γίνεται αναφορά μόνο στην παράδοση εγγυητικής επιστολής για το ποσό των Λ.Κ.46.000, χωρίς να γίνεται ειδική μνεία στο ζήτημα των εξόδων, δεικνύουν ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε συνεννόηση και συμφωνία όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα και ευρύτερα την έκβαση της αίτησης αναστολής. Η ύπαρξη επομένως συμφωνίας για την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων καταμαρτυρείται από τα ίδια τα γεγονότα. Η ουσιαστική αμφισβήτηση εκ μέρους των Εναγομένων έγκειται στο κατά πόσο στην εν λόγω συμφωνία συμπεριλήφθηκε και πρόνοια για επιστροφή των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η θέση του Μ.Ε.2 ότι περιλήφθηκε τέτοια πρόνοια ήταν πειστική και συμβαδίζει με τη διακηρυγμένη θέση των Εναγόντων ότι ήταν πρόθυμοι μεν να καταβάλουν τα δικηγορικά έξοδα, πλην όμως υπό την προϋπόθεση της παροχής έγγραφης δέσμευσης (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 οι Εναγόμενοι 1 διαφώνησαν στην παραχώρηση έγγραφης δέσμευσης, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η απαίτηση τους για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων έναντι προφορικής δέσμευσης των Εναγομένων 1, δια του Εναγόμενου 2, για επιστροφή των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Το ότι η διαφωνία των Εναγομένων 1 συνίστατο στην παροχή έγγραφης δέσμευσης προκύπτει και από το Τεκμήριο 1 (βλ. παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης). Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η εκδοχή του Μ.Ε.2 παρουσιάζει συνέπεια η οποία αναδύεται μέσα από τα Τεκμήρια 20, 15 και
  17. Το Τεκμήριο 20 κατατέθηκε από τον Μ.Ε.5 και είναι επιστολή η οποία στάλθηκε από τους δικηγόρους των Εναγόντων προς τους τελευταίους για σκοπούς ενημέρωσης τους σε σχέση με την αίτηση αναστολής. Συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο (25.01.07), ήτοι πριν την πλήρη καταβολή των εξόδων και την έκδοση του εκ συμφώνου διατάγματος αναστολής (Τεκμήριο 3) και ασφαλώς πριν την έκδοση της απόφασης του Εφετείου οπότε και προέκυψε το ζήτημα επιστροφής των εξόδων. Στην προαναφερόμενη επιστολή γίνεται λόγος για προφορική δέσμευση του Εναγόμενου 2 για επιστροφή των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Επισημαίνω ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε το οποίο να δεικνύει ότι υπήρχε σκοπιμότητα στο να δοθεί κατά τον δεδομένο χρόνο λανθασμένη ή ψευδής πληροφόρηση από τον Μ.Ε.2 στους δικηγόρους των Εναγόντων. Το Τεκμήριο 15 είναι επιστολή που στάλθηκε από τους δικηγόρους των Εναγόντων στους Εναγόμενους 1, 15 μέρες μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου και σε αυτό επαναλαμβάνεται η θέση ότι υπήρξε συμφωνία για επιστροφή των εξόδων από τους Εναγόμενους 1 σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η ίδια θέση εκφράζεται και στην επιστολή των Εναγόντων προς τους δικηγόρους τους - Τεκμήριο
  18. Υπάρχει επομένως συνέπεια στη θέση του Μ.Ε.2 και κατ' επέκταση των Εναγόντων η οποία εκφράστηκε τόσο μετά την επίτευξη της επίδικης συμφωνίας και πριν ολοκληρωθεί η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων και εκδοθεί το εκ συμφώνου διάταγμα αναστολής, όσο και μετά την απόφαση του Εφετείου. Ανοίγω σε αυτό το σημείο μία παρένθεση και επανέρχομαι στο Τεκμήριο
  19. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων στην τελική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι το Τεκμήριο 20 δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, καθώς αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Ανέφερε ο κ. Τσιρίδης ότι ο συντάξας την επιστολή (Μ.Ε.5) δεν γνώριζε οτιδήποτε για την επίδικη συμφωνία και όσα κατέγραψε στην εν λόγω επιστολή αποτελούσαν πληροφορίες που έλαβε από τον Α. Γιωρκάτζη, ο οποίος όμως δεν προσέφερε μαρτυρία. Καταρχάς σημειώνω ότι εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλά και μόνο διότι είναι εξ ακοής (άρθρο 24
(1)Κεφ.9). Η βαρύτητα όμως που θα αποδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων, λαμβάνοντας ωστόσο ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο μπορούσε να προσκομιστεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία (άρθρο 27
(2)(α) και
(3)Κεφ.9). Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι μπορεί να δοθεί βαρύτητα στο Τεκμήριο 20, εφόσον οι Ενάγοντες προσήγαγαν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία καλώντας ως μάρτυρα το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, ήτοι τον Μ.Ε.
  1. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το πρόσωπο το οποίο μετέφερε στον Α. Γιωρκάτζη τις πληροφορίες τις οποίες ο τελευταίος μετέδωσε στη συνέχεια στον Μ.Ε.5 για να τις καταγράψει στο Τεκμήριο 20 ήταν ο Μ.Ε.2 στον οποίο και απευθύνεται το εν λόγω Τεκμήριο. Κλείνω την προαναφερόμενη παρένθεση και επανέρχομαι στον σχολιασμό της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 για να επισημάνω ότι δεν παραβλέπω ότι μετέβαλε τη θέση του όσον αφορά την ημερομηνία κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας. Είναι ορθή η επισήμανση του κ. Τσιρίδη ότι ο μάρτυρας δήλωσε ότι η συμφωνία έγινε περί τον Ιούλιο του 2007, θέση που επανέλαβε και κατά την αντεξέταση του, δηλώνοντας τελικά ότι ήταν λανθασμένη η εν λόγω ημερομηνία μόνο όταν παραπέμφθηκε στις ημερομηνίες πληρωμής των δικηγορικών εξόδων. Τα προαναφερόμενα δεν μπορούν, κατά την κρίση μου, να πλήξουν την αξιοπιστία του Μ.Ε.
  2. Η δήλωση του μάρτυρα ότι η επίδικη συμφωνία έγινε περί τον Ιούλιο του 2007 οφείλεται προφανώς σε λάθος και όχι σε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τούτο καθίσταται σαφές από τη ρητή θέση του μάρτυρα ότι οι πληρωμές των δικηγορικών εξόδων ξεκίνησαν μετά την επίτευξη της συμφωνίας. Την εν λόγω θέση την προέβαλε τόσο κατά την κυρίως εξέταση (βλ. παράγραφος 34 Έγγραφο Α), όσο και κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς, εφόσον οι πληρωμές ξεκίνησαν μετά την επίτευξη της συμφωνίας είναι φανερό ότι η αναφορά του στον Ιούλιο του 2007 οφειλόταν σε λάθος. Όσον αφορά τα υπόλοιπα σημεία της μαρτυρίας του στα οποία παρουσιάζονται διαφοροποιήσεις και συγκεκριμένα το κατά πόσο συνομίλησε ή όχι με τον Εναγόμενο 3 και το κατά πόσο οι Εναγόμενοι κάλεσαν τους Ενάγοντες να διεκδικήσουν τα δικηγορικά έξοδα από τους χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος, θεωρώ ότι πρόκειται για επουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες δεν μπορούν να δημιουργήσουν ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 (Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη , ως προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας Hob Entertainment Ltd κ.α
(2014)1Β Α.Α.Δ 1061). Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Ε.2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Ε.3 υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9 γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι δικηγόρος και γραμματέας των Εναγόντων από το
  1. Για την παρούσα υπόθεση τηρείται εμπιστευτικός φάκελος στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων στη Λευκωσία και από το περιεχόμενο του εν λόγω φακέλου προκύπτει ότι στις 26.07.06 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Ε. Ματθαίου η οποία ήταν ασφαλισμένη στους Ενάγοντες. Ο δικηγόρος των Εναγόντων εισηγήθηκε την καταχώριση έφεσης και σχετικές οδηγίες του δόθηκαν με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η έφεση με αρ. 302/
  2. Ο Μ.Ε.2 ενημέρωσε τη διεύθυνση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι 1 απαίτησαν την καταβολή των υπολογισθέντων δικηγορικών εξόδων. Στις 25.10.06 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και ταυτόχρονα αίτηση διά κλήσεως. Σύμφωνα με ενημέρωση που έλαβε από την εσωτερική νομική σύμβουλο των Εναγόντων στη Λεμεσό, ο Εναγόμενος 2 ζήτησε να συναντηθεί με τον Μ.Ε.2 για να συζητήσει το ζήτημα των δικηγορικών του εξόδων. Από εμπιστευτικό σημείωμα του Μ.Ε.2 προκύπτει ότι στις 05.10.06 υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου 2 κατά την οποία ο τελευταίος απείλησε ότι θα καταγγείλει τους Ενάγοντες στην Έφορο Ασφαλίσεων εάν δεν του καταβάλλονταν άμεσα τα δικηγορικά του έξοδα. Ενόψει των πιο πάνω και σύμφωνα με οδηγίες του τότε διευθύνοντα συμβούλου των Εναγόντων δόθηκε εντολή στον Μ.Ε.2 όπως συναντήσει τον Εναγόμενο 2 και να καταλήξει σε διευθέτηση για σταδιακή πληρωμή των δικηγορικών του εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι θα αναλαμβανόταν γραπτή δέσμευση για επιστροφή τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Στις 23.11.06 έλαβε τηλεφώνημα από τον Μ.Ε.2 ο οποίος τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν στο γραφείο του ο Εναγόμενος
  3. Ο τελευταίος αρνείτο να υπογράψει έγγραφη δέσμευση για επιστροφή των εξόδων προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι είναι συνεργάτης των Εναγόντων και ότι είναι γνωστό πως είναι αξιόχρεος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης οι Εναγόμενοι 1 δεσμεύονταν ότι θα επιστρέψουν τα ποσά που θα εισπράξουν. Στη βάση των πιο πάνω και με τη σύμφωνη γνώμη του Μ.Ε.2 έδωσε οδηγίες για να διευθετηθούν τα δικηγορικά έξοδα αποδεχόμενος τη δέσμευση του Εναγόμενου
  4. Ακολούθως, έδωσε οδηγίες στον Μ.Ε.2 και την εσωτερική νομική σύμβουλο των Εναγόντων όπως ενημερώσουν τους δικηγόρους τους για τη διευθέτηση ως προς τα έξοδα και να δηλώσουν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης αναστολής που εκκρεμούσε ότι θα υπάρξει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης χωρίς να γίνεται αναφορά στα δικηγορικά έξοδα. Μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην έφεση με αρ. 302/06 οι δικηγόροι των Εναγόντων στις 28.07.10 απέστειλαν σχετική επιστολή (Τεκμήριο 15) για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων. Επίσης η εσωτερική νομική σύμβουλος των Εναγόντων στη Λεμεσό με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα ημερομηνίας 02.09.10 (Τεκμήριο 16) απαίτησε από τους Εναγόμενους την παράδοση της πρωτότυπης εγγυητικής επιστολής. Κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του ο Μ.Ε.3 υποστήριξε ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε κάλεσαν τους Ενάγοντες όπως διεκδικήσουν την επιστροφή των δικηγορικών εξόδων από τους χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος. Αντιθέτως κατ' επανάληψη δέχθηκαν ότι οι ίδιοι, δηλαδή οι Εναγόμενοι, θα επέστρεφαν τα πληρωθέντα δικηγορικά έξοδα. Σε κάποιο μάλιστα στάδιο έλαβαν χώρα συζητήσεις για τον τρόπο επιστροφής των εξόδων και τέθηκε ζήτημα ότι θα ήταν δύσκολο για τους Εναγόμενους να καταβάλουν άμεσα ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό. Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.3 υποδείχθηκε στον τελευταίο ότι η απαντητική επιστολή των Εναγομένων (Τεκμήριο 17) στάλθηκε προς απάντηση του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος των Εναγόντων (Τεκμήριο 16) στο οποίο δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα δικηγορικά έξοδα. Ο Μ.Ε.3 απάντησε ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν και εξακολουθούν να γνωρίζουν ότι ήταν υπόχρεοι να επιστρέψουν τα δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Στο Τεκμήριο 16 δεν προβάλλεται οποιαδήποτε σχετική αξίωση διότι αυτό το ζήτημα ήταν δεδομένο. Σε σχέση με την αναφορά του Μ.Ε.3 ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε κάλεσαν τους Ενάγοντες να διεκδικήσουν τα έξοδα από τους χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος, ο κ. Τσιρίδης υπέδειξε το Τεκμήριο 18 στο οποίο περιλαμβάνεται ρητή αναφορά. Ο Μ.Ε.3 απάντησε ότι αυτό που εννοούσε ήταν ότι οι Εναγόμενοι δεν έθεσαν στον ίδιο τέτοιο ζήτημα. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι είχε προσωπική επαφή με τον Εναγόμενο 2 για διευθέτηση του τρόπου επιστροφής των δικηγορικών εξόδων διότι, όπως του ανέφερε ο Εναγόμενος 2, θα δημιουργείτο πρόβλημα στο γραφείο εάν έπρεπε να καταβληθεί άμεσα το σύνολο του ποσού. Στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων ότι ουδέποτε έγινε τέτοια συζήτηση, ο Μ.Ε.3 απάντησε ότι υπήρξε η προαναφερόμενη συζήτηση και μάλιστα ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι ήταν μέλος της Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, ότι ήταν μεγάλος σε ηλικία, θα αποχωρούσε από το γραφείο και θα δημιουργείτο πρόβλημα στη συνέχεια του γραφείου. Επιπλέον τον κάλεσε να χρησιμοποιήσει όση επιρροή είχε προς τους Ενάγοντες για να διευθετηθεί το ζήτημα. Ο Μ.Ε.3 δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία έγινε η εν λόγω συζήτηση. Τόνισε ωστόσο ότι δεν έγινε με δική του πρωτοβουλία, αλλά με πρωτοβουλία του Εναγόμενου 2 τον οποίο δεν γνώριζε. Αναφορικά με την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων ανέφερε ότι χρειαζόταν η έγκριση του διευθύνοντα συμβούλου των Εναγόντων καθώς αφορούσε μεγάλο ποσό και είχε την χροιά της χαριστικής πληρωμής. Ο ίδιος δεν είχε αρμοδιότητα να δώσει από μόνος του τέτοιες οδηγίες και οι σχετικές οδηγίες δόθηκαν στον Μ.Ε.2 και την εσωτερική νομική σύμβουλο των Εναγόντων στη Λεμεσό, αφού προηγήθηκαν οι διαπραγματεύσεις εντός της εταιρείας και έλαβε την έγκριση του τότε διευθύνοντα συμβούλου. Καταληκτικά ο Μ.Ε.3 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι τα δικηγορικά έξοδα καταβλήθηκαν χωρίς υποχρέωση επιστροφής, καθώς και ότι προβάλλεται ο ισχυρισμός περί συμφωνίας προκειμένου να καλύψει το λάθος που ο ίδιος έκαμε στη διαχείριση του ζητήματος. Η μαρτυρία του Μ.Ε.3 επί των ουσιωδών ζητημάτων της συμβαδίζει με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, από τον οποίο και πληροφορήθηκε τα καθέκαστα σε σχέση με την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων. Ο μάρτυρας δεν είχε άμεση επαφή με τον Εναγόμενο 2 κατά τη διαπραγμάτευση της πληρωμής των δικηγορικών εξόδων και την κατάληξη στη συμφωνία ανάληψης προφορικής δέσμευσης για επιστροφή τους. Η θέση του ότι ενημερώθηκε για την απαίτηση των Εναγομένων για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων και ότι αρχικά δόθηκαν οδηγίες στον Μ.Ε.2 για διαπραγμάτευση της πληρωμής τους σταδιακά με την προϋπόθεση υπογραφής γραπτής δέσμευσης και ακολούθως με την αποδοχή προφορικής δέσμευσης βρίσκεται σε αρμονία με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  5. Δεν παραβλέπω ότι μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 και του Μ.Ε.2 παρατηρούνται κάποιες διαφοροποιήσεις ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την κατάληξη στην επίδικη συμφωνία. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.2 δεν ενέπλεξε στην όλη διαδικασία τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο των Εναγόντων σε αντίθεση με τον Μ.Ε.
  6. Θεωρώ ότι η εν λόγω διαφοροποίηση δεν αποτελεί στοιχείο αναξιοπιστίας, αλλά οφείλεται προφανώς στον διαφορετικό ρόλο που επιτέλεσε ο κάθε μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πιο συγκεκριμένα ο Μ.Ε.2 ενημέρωνε για τις ενέργειες του και τις διαπραγματεύσεις που είχε με τον Εναγόμενο 2 τον Μ.Ε.3 ο οποίος εργαζόταν στα γραφεία των Εναγόντων στη Λευκωσία. Όπως εξήγησε δε ο Μ.Ε.3 (και η εν λόγω εξήγηση του δεν αμφισβητήθηκε) για να προχωρήσει το γραφείο της Λεμεσού σε διευθετήσεις, όπως η επίδικη, χρειαζόταν η έγκριση της Λευκωσίας και συγκεκριμένα του τότε διευθύνοντα συμβούλου των Εναγόντων. Όπως περαιτέρω εξήγησε ο Μ.Ε.3 έδωσε οδηγίες στον Μ.Ε.2 για να προχωρήσει στη διαπραγμάτευση πληρωμής των δικηγορικών εξόδων και να καταλήξει τελικά στην αποδοχή της προφορικής δέσμευσης του Εναγόμενου 2, αφού προηγουμένως έλαβε την έγκριση του τότε διευθύνοντα συμβούλου των Εναγόντων. Από την άλλη, δεν θεωρώ ότι προκαλείται ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Ε.3 λόγω του ότι ο τελευταίος δεν ανέφερε στην παράγραφο 5ιιδ του Εγγράφου Β ότι για την αποδοχή της προφορικής δέσμευσης του Εναγόμενου 2 έλαβε την έγκριση του τότε διευθύνοντα συμβούλου των Εναγόντων. Καταρχάς είναι σωστή η παρατήρηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων ότι στην προαναφερόμενη παράγραφο δεν περιλαμβάνεται τέτοια δήλωση. Ωστόσο, όπως επεξήγησε στη δια ζώσης μαρτυρία του ο Μ.Ε.3, δεν θα μπορούσε από μόνος του να δώσει τέτοια έγκριση. Αυτή η θέση του ενισχύεται από το περιεχόμενο της προηγηθείσας παραγράφου 5ιιγ του Εγγράφου Β στην οποία ρητά αναφέρει ότι έλαβε την έγκριση του τότε διευθύνοντα συμβούλου για τη σταδιακή πληρωμή των δικηγορικών εξόδων υπό την προϋπόθεση της υπογραφής έγγραφης δέσμευσης. Είναι συνεπώς απόλυτα λογική η θέση του Μ.Ε.3 ότι απαιτείτο η έγκριση του τότε διευθύνοντα συμβούλου των Εναγόντων για την αποδοχή της προφορικής δέσμευσης του Εναγόμενου 2, εφόσον τέτοια έγκριση ήταν απαραίτητη για τη σταδιακή πληρωμή με την υπογραφή έγγραφης δέσμευσης. Από τα προαναφερόμενα καθίσταται φανερό ότι η μη συμπερίληψη της εν λόγω αναφοράς στη συγκεκριμένη παράγραφο οφείλεται απλά σε παράλειψη. Τέλος, το γεγονός της μη παρουσίασης του εμπιστευτικού φακέλου που επικαλέστηκε ο Μ.Ε.3 δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να επηρεάσει την ποιότητα της μαρτυρίας του. Τούτο διότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο μάρτυρας από τον εμπιστευτικό φάκελο είναι ως επί το πλείστο παραδεκτά, ενώ για τις πληροφορίες που έλαβε από τον Μ.Ε.2 και είναι καταγεγραμμένες σε αυτόν προσέφερε μαρτυρία ο Μ.Ε.
  7. Περαιτέρω, σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη του υπό αναφορά φακέλου και σε κάθε περίπτωση δεν ζητήθηκε η κατάθεση του. Στη βάση επομένως των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Ε.3 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Ε.4 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι δικηγόρος και ότι ανέλαβε την εκπροσώπηση της χχχχχ Σολωμόντος στα πλαίσια της επανεκδίκασης της αγωγής με αρ. 6894/
  8. Η Σολωμόντος δεν του παρέδωσε τον φάκελο της προαναφερόμενης αγωγής διότι ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε να της τον δώσει. Η πληροφόρηση που έλαβε από τη Σολωμόντος ήταν ότι ο Εναγόμενος 2, σε κάποια στιγμή της έδωσε να υπογράψει ένα έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου δεν γνώριζε. Μετέπειτα η Σολωμόντος του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε εισπράξει κάποια χρήματα τα οποία σε περίπτωση που οι Ενάγοντες κέρδιζαν την έφεση όφειλε να τους τα επιστρέψει. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τον Εναγόμενο
  9. Δεν θυμάται κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του για να τον ρωτήσει, για ποιο λόγο δεν έδιδε τον φάκελο της υπόθεσης στην πελάτισσα του. Στην ερώτηση του κ. Τσιρίδη κατά πόσο ζήτησε να μάθει από τη Σολωμόντος κατά πόσο η τελευταία είχε οποιαδήποτε οφειλή προς τον Εναγόμενο 2, ο Μ.Ε.4 απάντησε ότι η ενημέρωση που έλαβε ήταν ότι ο Εναγόμενος 2 απαιτούσε να του πληρώσει η ίδια τα δικηγορικά έξοδα, διότι οι Ενάγοντες ζητούσαν από αυτόν να καταβάλει τα έξοδα της υπόθεσης. Η μαρτυρία του Μ.Ε.4 περιστράφηκε κυρίως γύρω από την πληροφόρηση που έλαβε από την χχχχχ Σολωμόντος, την εκπροσώπηση της οποίας ανέλαβε στα πλαίσια επανεκδίκασης της αγωγής με αρ. 6894/
  10. Το ουσιαστικό μέρος επομένως της μαρτυρίας του Μ.Ε.4 είναι εξ ακοής. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μία μαρτυρία δεν αποκλείεται με μόνο λόγο ότι αυτή είναι εξ ακοής αλλά η αξιολόγηση της εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης (άρθρα 24 και 27 του Κεφ.9). Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.4 εφόσον το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση δεν κατέθεσε ως μάρτυρας (άρθρο 27
(2)(α) και
(3)του Κεφ.9). Συνεπώς οι πληροφορίες που έλαβε ο Μ.Ε.4 από την χχχχχ Σολωμόντος σε σχέση με ισχυριζόμενες ενέργειες στις οποίες προέβη καθ' υπόδειξη του Εναγόμενου 2 ή δηλώσεις που έγιναν από τον τελευταίο προς το πρόσωπο της δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το εναπομείναν μέρος της μαρτυρίας του ήταν τυπικής μορφής και ουδέτερο ως προς τα επίδικα θέματα της αγωγής. Για τους προαναφερόμενους λόγους η μαρτυρία του Μ.Ε.4 δεν γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Ε.5 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι δικηγόρος και την επίδικη περίοδο συνεργαζόταν με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Στα πλαίσια της εργασίας του είχε εμπλοκή στην αγωγή με αρ. 6894/00 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 το εξώφυλλο του φακέλου της εν λόγω αγωγής που διατηρούσε το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες σε σχέση με την αίτηση αναστολής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του εν λόγω φακέλου η αίτηση αναστολής κατά την πρώτη εμφάνιση της στις 13.11.06 ορίστηκε στις 27.11.06 για οδηγίες προκειμένου οι Καθ' ων η αίτηση (δηλαδή οι χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος) να καταχωρίσουν ένσταση 4 μέρες προηγουμένως. Ακολούθως, κατά την εμφάνιση που πραγματοποιήθηκε στις 27.11.06 η αίτηση προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 26.01.07 οπότε και απωλέστηκε ο φάκελος του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.5 κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 επιστολή ημερομηνίας 25.01.07 η οποία υπογράφεται από τον ίδιο και απευθύνεται προς τους Ενάγοντες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τους Εναγόμενους και η αναφορά που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 20 σε σχέση με συμφωνία για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων προέρχεται από πληροφόρηση που έλαβε από τον Α. Γιωρκάτζη. Στην υποβληθείσα θέση ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία και για αυτό το λόγο η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση, ο Μ.Ε.5 ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να θυμάται το τι συνέβη. Θυμάται όμως ότι ο Α. Γιωρκάτζης τον πληροφόρησε ότι υπήρξε συμφωνία. Αντικείμενο της μαρτυρίας του Μ.Ε.5 υπήρξαν οι εμφανίσεις που πραγματοποιήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή με αρ. 6894/
  1. Οι ημερομηνίες πραγματοποίησης των εμφανίσεων και οι αναγραφές επί του Τεκμηρίου 19 δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η αντεξέταση επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  2. Ο Μ.Ε.5 δήλωσε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τους Εναγόμενους και όσα κατέγραψε στο εν λόγω Τεκμήριο τα πληροφορήθηκε από τον Α. Γιωρκάτζη. Για τους λόγους που έχω ήδη αναπτύξει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 αναφορικά με το Τεκμήριο 20, θεωρώ ότι μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.
  3. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του Μ.Ε.5 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Τελευταίος μάρτυρας για λογαριασμό των Εναγόντων ήταν ο χχχχχ Σολωμόντος ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής ήταν νυμφευμένος με την χχχχχ Σολωμόντος. Αποτάθηκαν στον Εναγόμενο 2 για την καταχώριση της αγωγής με αρ. 6894/00 διότι τους τον σύστησε ο θεράπων ιατρός της χχχχχ Σολωμόντος. Όταν αποτάθηκαν στον Εναγόμενο 2 και ρώτησαν κατά πόσο θα έπρεπε να πληρώσουν για την αμοιβή του, ο τελευταίος τους ανέφερε ότι δεν θα του κατέβαλλαν οτιδήποτε διότι θα εισέπραττε την αμοιβή του από την ασφαλιστική εταιρεία της Ε. Ματθαίου, ήτοι τους Ενάγοντες. Μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από την χχχχχ Σολωμόντος να υπογράψει ένα έγγραφο για να μπορέσει να εισπράξει τα χρήματα της απόφασης από τους Ενάγοντες. Το εν λόγω έγγραφο ετοιμάστηκε από τον Εναγόμενο 2 και υπογράφηκε από την χχχχχ Σολωμόντος, χωρίς όμως η τελευταία προηγουμένως να το διαβάσει. Μετά την υπογραφή του πιο πάνω εγγράφου ζήτησαν να πληρωθούν τις αποζημιώσεις που επιδίκασε το Δικαστήριο και τότε πληροφορήθηκαν από τον Εναγόμενο 2 ότι θα παραιτείτο από δικηγόρος τους διότι θα άλλαζε εργασία. Ζήτησαν να τους παραδώσει τον φάκελο και η απάντηση που έλαβαν ήταν ότι έπρεπε να διορίσουν άλλο δικηγόρο για να παραδοθεί σε αυτόν ο φάκελος. Αργότερα πληροφορήθηκαν ότι ο Εναγόμενος 2 είχε πληρωθεί από τους Ενάγοντες. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.6 συμφώνησε ότι όταν αποτάθηκαν στον Εναγόμενο 2 υπέγραψαν έντυπο διορισμού δικηγόρου. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε ότι με την υπογραφή του εν λόγω εντύπου αναλάμβαναν και την υποχρέωση πληρωμής δικηγορικών εξόδων, απάντησε ότι ο Εναγόμενος 2 τους είπε ότι δεν θα εισέπραττε ούτε ένα σεντ από αυτούς καθώς η αμοιβή του θα πληρωνόταν από τους Ενάγοντες. Δεν γνωρίζει τι συνέβηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι κέρδισαν την αγωγή στο Ε.Δ. Λεμεσού και αργότερα πληροφορήθηκαν ότι ο Εναγόμενος 2 έλαβε την αμοιβή του, χωρίς οι ίδιοι να λάβουν οποιοδήποτε ποσό για τις αποζημιώσεις που τους επιδικάστηκαν. Στην απορία του κ. Τσιρίδη για ποιο λόγο διόρισε στη συνέχεια άλλο δικηγόρο, ο Μ.Ε.6 απάντησε ότι μετά έμαθε ότι η υπόθεση οδηγήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο ανέτρεψε την απόφαση που έκδωσε το Ε.Δ. Λεμεσού. Στην υποβληθείσα θέση ότι τα χρήματα που εισέπραξε ο Εναγόμενος 2 αφορούν την αμοιβή που είχαν υποχρέωση ο ίδιος και η χχχχχ Σολωμόντος να καταβάλουν στους Εναγόμενους, απάντησε ότι δεν είχαν υποχρέωση να πληρώσουν οποιαδήποτε αμοιβή στον δικηγόρο τους, αφού ο τελευταίος τους είπε ότι την αμοιβή του θα του την καταβάλουν οι Ενάγοντες. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.6, καθώς εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων της αγωγής. Ο λόγος για τον οποίο αποτάθηκε μαζί με την χχχχχ Σολωμόντος στους Εναγόμενους για την καταχώρηση της αγωγής με αρ. 6894/00, καθώς και το περιεχόμενο της συμφωνίας που έγινε μεταξύ τους κατά τον χρόνο διορισμού των Εναγομένων 1 ως προς τη δικηγορική αμοιβή τους είναι ζητήματα που δεν μπορούν να διαδραματίσουν οποιοδήποτε ρόλο στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Τα υπόλοιπα τώρα μέρη της μαρτυρίας του τα οποία σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, δεν χρήζουν αξιολόγησης, εφόσον δεν προβάλλονται σε σχέση με αυτά διιστάμενες εκδοχές. Συγκεκριμένα αποτελεί κοινό έδαφος ότι τα δικηγορικά έξοδα της απόφασης στην αγωγή με αρ. 6894/00 καταβλήθηκαν από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους 1, καθώς και ότι για τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις δόθηκε εγγυητική επιστολή. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Μ.Ε.6 δεν χρήζει αξιολόγησης αφού αφενός εκφεύγει των επίδικων θεμάτων και αφετέρου αναφέρεται σε παραδεκτά γεγονότα (Παπαλλής κ.α. ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83). Μοναδικός μάρτυρας εκ μέρους των Εναγομένων ήταν ο Εναγόμενος 2 ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κεφ.
  1. Σε αυτήν ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι πριν την καταχώριση της αγωγής με αριθμό 6894/00 οι χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος υπέγραψαν το σύνηθες έντυπο διορισμού δικηγόρου για σκοπούς καταχώρισης της αγωγής. Τους εξήγησε ότι με την υπογραφή του εν λόγω εντύπου εξουσιοδοτούσαν τους Εναγόμενους 1 να ενεργούν ως δικηγόροι τους και ότι ταυτόχρονα το συγκεκριμένο έντυπο προνοούσε και για τη δικηγορική αμοιβή. Στη βάση της εξιστόρησης των γεγονότων που αφορούν την προαναφερόμενη αγωγή, διαμόρφωσε την άποψη ότι είχαν πολύ καλή υπόθεση. Ως εκ τούτου δεν τους ζήτησε να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό έναντι της δικηγορικής αμοιβής, καθώς σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και με δεδομένο ότι η χχχχχ Ματθαίου διέθετε ασφαλιστική κάλυψη η πληρωμή των αποζημιώσεων και των εξόδων θα γινόταν από την ασφαλιστική εταιρεία της τελευταίας, ήτοι τους Ενάγοντες. Μετά την επιτυχή έκβαση της αγωγής με αρ. 6894/00 προχώρησε στον υπολογισμό των δικηγορικών εξόδων. Ο σχετικός κατάλογος με τα έξοδα, όπως αυτά εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, είναι το Τεκμήριο
  2. Αφότου υπολογίσθηκαν και εγκρίθηκαν τα έξοδα ζητήθηκε η πληρωμή της απόφασης στην ολότητα της με την επιστολή ημερομηνίας 28.09.06 (Τεκμήριο 11). Έλαβε γνώση της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης όταν αυτή του επιδόθηκε. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης καταχωρήθηκε στις 23.11.06 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (Τεκμήριο 1). Ουδέποτε συναντήθηκε είτε με τον Μ.Ε.2, είτε με τον Μ.Ε.3 και ουδέποτε συμφώνησε με οποιοδήποτε εκπρόσωπο των Εναγόντων ότι η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ των χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος θα γινόταν υπό την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης θα επέστρεφε ο ίδιος προσωπικά ή οι Εναγόμενοι 1 το ποσό που θα πληρωνόταν. Η μοναδική συμφωνία που έλαβε χώρα με τους Ενάγοντες αφορούσε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση μόνο με το ποσό των αποζημιώσεων. Αυτή η συμφωνία μάλιστα έγινε με τη μεσολάβηση του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η αίτηση αναστολής. Η πληρωμή ωστόσο των εξόδων έγινε χωρίς την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης εκ μέρους του. Οι Ενάγοντες, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με επιστολή τους προς τους Εναγόμενους 1 ζήτησαν για πρώτη φορά την επιστροφή των ποσών που πλήρωσαν σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής με αρ. 6894/
  3. Οι Εναγόμενοι 1 με την απαντητική τους επιστολή (Τεκμήριο 17) πληροφόρησαν τους Ενάγοντες ότι όσον αφορά το ζήτημα της επιστροφής των εξόδων ενημέρωσαν σχετικά τους πελάτες τους, δηλαδή τους χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος. Οι τελευταίοι, μετά την ενημέρωση που έλαβαν ότι θα έπρεπε να πληρώσουν τα δικηγορικά έξοδα της άλλης πλευράς, διέκοψαν οποιαδήποτε επαφή με τους Εναγόμενους 1 και τον ίδιο προσωπικά. Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 12 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (Τεκμήριο 1), ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι γίνεται εκ μέρους των Εναγόντων παρερμηνεία του περιεχομένου της. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι η αναφορά περί φερεγγυότητας που περιλαμβάνεται στην εν λόγω παράγραφο έγινε για την περίπτωση που το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναστολής έθετε όρους ως προς την πληρωμή των εξόδων και συγκεκριμένα όρο υποχρέωσης για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων. Αυτός ήταν ο λόγος συμπερίληψης της επίμαχης αναφοράς στην εν λόγω παράγραφο, έτσι ώστε να ξεκαθαριστεί ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο έθετε όρους και διέτασσε την επιστροφή των εξόδων, η απόφαση αυτή θα ήταν σεβαστή. Κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στην αγωγή με αρ. 6894/00, καθώς χειρίστηκε ο ίδιος προσωπικά την υπόθεση. Κατά την περίοδο εκδίκασης της αίτησης αναστολής ουδεμία συμφωνία έγινε μεταξύ των Εναγομένων 1 ή του ιδίου και των Εναγόντων. Δεν θα ήταν άλλωστε λογικό να γίνει οποιαδήποτε συμφωνία, αφ' ης στιγμής στις 23.11.06 καταχωρήθηκε η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (Τεκμήριο 1). Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι υπήρξε τουλάχιστον συμφωνία όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής των δικηγορικών εξόδων, εφόσον η πληρωμή τους έγινε σταδιακά από τον Δεκέμβριο του 2006 μέχρι τον Μάϊο του 2007, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι αυτό το οποίο αποδέχθηκε όταν κλήθηκε από τους Ενάγοντες για την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων ήταν ότι αυτά θα καταβάλλονταν με δόσεις και τούτο διότι οι Ενάγοντες βρίσκονταν τότε σε οικονομική δυσκολία ρευστότητας. Πέραν τούτου τίποτε άλλο δεν συμφωνήθηκε με τους Ενάγοντες, ούτε φυσικά υπήρξε οποιαδήποτε δέσμευση για επιστροφή των ποσών που θα πληρώνονταν. Το τι συμφωνήθηκε είναι καταγραμμένο στο διάταγμα ημερομηνίας 06.07.07 (Τεκμήριο 3) στο οποίο ουδεμία αναφορά γίνεται στα δικηγορικά έξοδα. Ο Εναγόμενος 2 διευκρίνισε περαιτέρω ότι δεν ήταν ο Μ.Ε.2 που τον κάλεσε για να του παραδοθούν οι επιταγές που αφορούσαν τα δικηγορικά έξοδα, αλλά κάποιος υπάλληλος του λογιστηρίου των Εναγόντων με το όνομα XXXXX. Πέραν του εν λόγω υπαλλήλου συναντήθηκε και με τη νομική σύμβουλο των Εναγόντων στη Λεμεσό. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες κατέβαλαν τελικά τα δικηγορικά έξοδα χωρίς την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης επιστροφής τους εκ μέρους των Εναγομένων προκειμένου να αποκτήσουν την εύνοια του έτσι ώστε να δώσει τη συγκατάθεση του για την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης με την παράδοση εγγυητικής επιστολής για το ποσό των Λ.Κ.46.
  4. Ο κ. Γιωρκάτζης αντέτεινε ότι στο διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3) δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής διότι αυτά είχαν ήδη καταβληθεί κατά την έκδοση του διατάγματος στη βάση της συμφωνίας που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων. Ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι ουδεμία συμφωνία υπήρξε με τους Ενάγοντες. Τόνισε επίσης ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε επιστολή των Εναγόντων ή οποιαδήποτε σημείωση στα αντίγραφα των επιταγών (Τεκμήρια 12 (α) έως 12 (στ)) περί δέσμευσης για επιστροφή του ποσού των δικηγορικών εξόδων. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι ούτε και στην απόδειξη εισπράξεως (Τεκμήριο 13) υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι τα δικηγορικά έξοδα θα επιστρέφονταν από τους Εναγόμενους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση της χχχχχ Σολωμόντος που υποστηρίζει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης (Τεκμήριο 1), ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι η ένορκη δήλωση συντάχθηκε σε συνεργασία με την Σολωμόντος και δεν ετοιμάστηκε αποκλειστικά από τον ίδιο καλώντας την Σολωμόντος απλώς να την υπογράψει χωρίς να έχει γνώση του περιεχομένου της. Για την επίμαχη παράγραφο 12 ισχυρίστηκε ότι με αυτήν αφενός γίνεται γενική άρνηση της αντίστοιχης παραγράφου 12 της αίτησης αναστολής (Τεκμήριο 2) και αφετέρου ειδική άρνηση της αξίωσης για έγγραφη δέσμευση των Εναγομένων. Με το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου τέθηκε στη γνώση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αίτηση, η πληροφορία ότι ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση είναι άτομο φερέγγυο και έντιμο και επομένως θα μπορούσε να συμμορφωθεί με τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων. Τέλος, ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι συναντήθηκε με τον Μ.Ε.2 στα γραφεία των Εναγόντων τον Νοέμβριο του 2006, καθώς και ότι συνομίλησε στη συνέχεια με τον Μ.Ε.
  5. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η οποία ήδη κρίθηκε ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Συνεπώς, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 ότι δεν συμφώνησε με τους Ενάγοντες ότι θα επιστρέφονταν από τους Εναγόμενους τα δικηγορικά έξοδα που οι τελευταίοι εισέπραξαν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης με αρ.302/
  6. Δεν παραβλέπω όσα ο Εναγόμενος 2 παρέθεσε κατά τη μαρτυρία του προς υποστήριξη της προαναφερόμενης θέσης του. Ωστόσο οι θέσεις και τα επιχειρήματα του Εναγόμενου 2, στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, δεν ενισχύουν την εκδοχή των Εναγομένων. Ξεκινώ από τη θέση του Εναγομένου 2 ότι δεν υπήρχε λόγος καταχώρησης της ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης στις 23.11.06 (Τεκμήριο 1), εφόσον την ίδια ημερομηνία οι διάδικοι κατέληξαν στην επίδικη συμφωνία. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε λόγος στις 27.11.06 η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης να οριστεί για ακρόαση για τις 26.01.
  7. Το γεγονός της καταχώρησης ένστασης στις 23.11.06 (Τεκμήριο 1) δεν οδηγεί, κατά την άποψη μου, σε συμπέρασμα ότι δεν καταρτίστηκε και η επίδικη συμφωνία. Σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία η συμφωνία αφορούσε τη σταδιακή πληρωμή των δικηγορικών εξόδων με ανάληψη προφορικής δέσμευσης για επιστροφή τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η αίτηση αναστολής ωστόσο (Τεκμήριο 2) αφορούσε την απόφαση στην αγωγή με αρ. 6894/00 στο σύνολο της και όχι μόνο τα δικηγορικά έξοδα. Επομένως, η επίτευξη συμφωνίας για τα δικηγορικά έξοδα δεν καθιστούσε άνευ αντικειμένου την αίτηση αναστολής, ενόψει της εκκρεμότητας του ζητήματος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν υπέρ των χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος. Το ότι παρέμενε σε εκκρεμότητα το ζήτημα της εγγυητικής σε σχέση με τις αποζημιώσεις είναι αδιαμφισβήτητο και προκύπτει και από τα Τεκμήρια 19 και
  8. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 19 οι εμφανίσεις που έγιναν στο Δικαστήριο μετά την 26.01.07 στα πλαίσια της αίτησης αναστολής αφορούσαν το θέμα της εγγυητικής, ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 20 μετά την επίτευξη συμφωνίας για τα δικηγορικά έξοδα θα γινόταν προσπάθεια διευθέτησης της αίτησης αναστολής με την παραχώρηση τραπεζικής εγγύησης. Επιπρόσθετα, τα Τεκμήρια 5 και 6 καθιστούν σαφές ότι η εκ συμφώνου έκδοση του διατάγματος αναστολής (Τεκμήριο 3) κατέστη δυνατή όταν πλέον οι διάδικοι συμφώνησαν στο περιεχόμενο της τραπεζικής εγγύησης η οποία μάλιστα παραδόθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος. Τα πιο πάνω συνιστούν απάντηση και στο επιχείρημα ότι δεν υπήρχε λόγος να βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση αναστολής μέχρι τις 06.07.07, εφόσον η συμφωνία έγινε τον Νοέμβριο του
  9. Επαναλαμβάνω ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Νοέμβριο του 2006 αφορούσε τα δικηγορικά έξοδα και όχι το σύνολο των επίδικων θεμάτων της αίτησης αναστολής. Προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης των Εναγομένων ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία, ο Εναγόμενος 2 επικαλέστηκε το εκ συμφώνου διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης (Τεκμήριο 3) σημειώνοντας ότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτό οποιαδήποτε αναφορά στα δικηγορικά έξοδα της αγωγής με αρ. 6894/
  10. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 θεωρώ ότι δεν βοηθά την υπόθεση των Εναγομένων. Από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονταν την ανάληψη έγγραφης δέσμευσης, δεν αναμενόταν να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στο κείμενο του διατάγματος σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να κλονιστεί η υπόθεση των Εναγόντων διότι στις επιταγές (Τεκμήρια 12(α) - 12(στ)) ή στην απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 13) δεν γίνεται μνεία για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων, αφού κάτι τέτοιο θα αναιρούσε τη διακηρυγμένη θέση των Εναγομένων ότι δεν αποδέχονται την παραχώρηση έγγραφης δέσμευσης. Ούτε και το γεγονός ότι τα έξοδα της αίτησης αναστολής επιδικάστηκαν υπερ των Καθ' ων η αίτηση χωρίς να γίνεται πρόνοια για επιστροφή τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης πλήττει την υπόθεση των Εναγόντων ή ενισχύει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής είναι η συμφωνία για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων της αγωγής. Τα έξοδα που πληρώθηκαν σε σχέση με τη διαδικασία της αίτησης αναστολής δεν διεκδικούνται και επομένως δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα. Επίσης, ο Εναγόμενος 2 επικαλέστηκε το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκμήριο 17) προς επιβεβαίωση της θέσης των Εναγομένων ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν οι Εναγόμενοι 1 ή οιοσδήποτε εκ των Εναγομένων 2 - 4 όπως επιστρέψουν τα δικηγορικά έξοδα. Με το Τεκμήριο 17 οι Εναγόμενοι 1 πληροφόρησαν τους Ενάγοντες ότι η επιστολή του δικηγόρου τους κοινοποιήθηκε στους πελάτες τους, ήτοι τους χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος. Η επιστολή στην οποία αναφέρεται το Τεκμήριο 17 είναι προφανώς το Τεκμήριο 15, το οποίο στάλθηκε στις 28.07.
  11. Το Τεκμήριο 15 ομιλεί ξεκάθαρα για δέσμευση των Εναγομένων 1 για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων. Η αντίδραση των Εναγομένων 1 στην ξεκάθαρη θέση των Εναγόντων ήλθε μετά από ένα και πλέον μήνα, αφού το Τεκμήριο 17 στάλθηκε στις 02.09.10, χωρίς μάλιστα να γίνεται σε αυτό ρητή άρνηση της προαναφερόμενης θέσης. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων θεωρώ ότι το Τεκμήριο 17 ουδόλως ενισχύει τη θέση των Εναγομένων. Αρκετός λόγος έγινε και για το περιεχόμενο της παραγράφου 12 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το Τεκμήριο
  12. Είναι επιβεβλημένη η παράθεση τόσο της παραγράφου 12 της ένορκης δήλωσης του Τεκμηρίου 2, όσο και της παραγράφου 12 της ένορκης δήλωσης του Τεκμηρίου 1, έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα των επίμαχων δηλώσεων. Παρατίθενται αυτούσιες η παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης του Τεκμηρίου 2 και ακολούθως η παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης του Τεκμηρίου 1: «
  13. Η Εναγόμενη / Εφεσίουσα δεσμεύεται όπως καταβάλει στον δικηγόρο των Εναγόντων αμέσως μετά την ψήφιση των εξόδων των το ποσό που θα υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθεί από το Δικαστήριο νοουμένου ότι ο Δικηγόρος των Εναγόντων θα δεσμευτεί εγγράφως όπως επιστρέψει το ποσό που θα του καταβληθεί στην περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης της Ενάγουσας / Εφεσίουσας.» «
  14. Αρνούμαι το περιεχόμενο της παράγραφος 12 της Ενόρκου Δηλώσεως της Αίτησης. Αρνούμαι ο Δικηγόρος μου να δεσμευτεί εγγράφως στην επιστροφή του ποσού των εξόδων καθ΄ ότι είναι άτομο φερέγγυο, έντιμο και οι Αιτητές δεν θα έχουν κανένα κίνδυνο να εισπράξουν το ποσό των εξόδων εις οίαν περίπτωση το Δικαστήριο διατάξει την επιστροφή του ποσού.» Προτού αναφερθώ στην ερμηνεία που επιχείρησε ο Εναγόμενος 2 να αποδώσει στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του Τεκμηρίου 1, σημειώνω ότι δεν γίνεται δεκτή η προσπάθεια αποστασιοποίησης των Εναγομένων από το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου. Είναι μεν απόλυτα ορθό ότι η συγκεκριμένη δήλωση έγινε από την χχχχχ Σολωμόντος, πλην όμως, όπως και ο Εναγόμενος 2 παραδέχθηκε, οι Εναγόμενοι βοήθησαν στην ετοιμασία της ένορκης δήλωσης. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι η ένορκη δήλωση συνόδευε την ένσταση η οποία συντάχθηκε και υπογράφηκε από τους Εναγόμενους 1 και η επίμαχη παράγραφος 12 αναφέρεται αποκλειστικά σε αυτούς. Πρόκειται επομένως για δήλωση η οποία ήταν σε γνώση τους, έγινε με τη συγκατάθεση τους και σε αυτήν, όπως και στο σύνολο της ένορκης δήλωσης της χχχχχ Σολωμόντος, στήριξαν την ένσταση την οποία οι ίδιοι συνέταξαν. Επί της ουσίας τώρα, η ερμηνεία που έδωσε ο Εναγόμενος 2 δεν βρίσκει, κατά την άποψη μου, έρεισμα στο περιεχόμενο της υπό αναφορά παραγράφου. Από τη διατύπωση της παραγράφου καθίσταται ξεκάθαρο ότι η αναφορά στη φερεγγυότητα έγινε για να αιτιολογηθεί η άρνηση παροχής έγγραφης δέσμευσης και όχι για να πληροφορηθεί το Δικαστήριο ότι η απόφαση του θα ήταν σεβαστή σε περίπτωση που επέβαλλε όρο για την επιστροφή των δικηγορικών εξόδων. Πέραν του ότι η εξήγηση που έδωσε ο Εναγόμενος 2 δεν συμβαδίζει με το περιεχόμενο της παραγράφου 12, θεωρώ ότι δεν συνάδει και με τη λογική των πραγμάτων. Τούτο διότι εάν η επίμαχη αναφορά αποσκοπούσε πράγματι στην πληροφόρηση του Δικαστηρίου για την περίπτωση που αποφάσιζε να διατάξει την επιστροφή του ποσού, τότε δεν έχει νόημα η άρνηση παροχής έγγραφης δέσμευσης. Σε κάθε όμως περίπτωση αυτό το οποίο αναδεικνύεται από την εν λόγω παράγραφο είναι η αντίληψη των Εναγομένων ότι η υποχρέωση επιστροφής των εξόδων, είτε με έγγραφη δέσμευση είτε όχι, αφορούσε τους ίδιους και όχι τους πελάτες τους. Όπως αναφέρθηκε η επίμαχος παράγραφος συνιστά απάντηση στην αντίστοιχη παράγραφο 12 της αίτησης αναστολής (Τεκμήριο 2). Δεν χωρεί αμφιβολία ότι και οι δύο παράγραφοι καταπιάνονται αποκλειστικά με το ζήτημα των δικηγορικών εξόδων. Δεν χωρεί επίσης αμφιβολία ότι και στις δύο παραγράφους η υποχρέωση για επιστροφή των εξόδων γίνεται με αναφορά στο πρόσωπο των δικηγόρων και όχι των διαδίκων. Συνεπώς ήταν κοινή η αντίληψη ότι η προαναφερόμενη υποχρέωση, είτε αυτή ήταν προφορική, είτε γραπτή, βάρυνε τους δικηγόρους, ήτοι τους Εναγόμενους και όχι τους διαδίκους. Εν κατακλείδι σημειώνω ότι στερείται πειστικότητας η άποψη του Εναγόμενου 2 ότι οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν να πληρώσουν τα έξοδα χωρίς την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης επιστροφής τους προκειμένου να αποκτήσουν την εύνοια του για να αποδεχθεί την παραχώρηση εγγυητικής επιστολής για τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Η εν λόγω άποψη βασίζεται σε ένα υποθετικό σενάριο το οποίο δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει δεν τέθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων με αποτέλεσμα να στερηθούν της δυνατότητας να τοποθετηθούν επ' αυτής. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Εναγόμενου
  15. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν και έχοντας ταυτόχρονα υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι Ενάγοντες είναι ασφαλιστική εταιρεία και παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στην χχχχχ Ματθαίου, η οποία ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα σε σχέση με το οποίο η χχχχχ Σολωμόντος και ο τότε σύζυγος της χχχχχ Σολωμόντος, καταχώρισαν την αγωγή με αρ. 6894/00 Ε.Δ Λεμεσού εναντίον της χχχχχ Ματθαίου. Η εν λόγω αγωγή συντάχθηκε από τους Εναγόμενους 1, οι οποίοι είναι συνεταιρισμός δικηγόρων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι 2 - 4 ήταν ομόρρυθμοι συνέταιροι στους Εναγόμενους
  16. Το Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης της αγωγής με αρ.6894/00 έκδωσε απόφαση υπέρ των χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος και εναντίον της χχχχχ Ματθαίου επιδικάζοντας υπέρ των πρώτων και τα δικηγορικά έξοδα. Εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης καταχωρήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο η έφεση με αρ.302/
  17. Περαιτέρω, καταχωρήθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο μονομερής και δια κλήσεως αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Εκδόθηκε μονομερώς το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της δια κλήσεως αίτησης αναστολής η οποία ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 13.11.
  18. Οι χχχχχ και χχχχχ Σολωμόντος καταχώρησαν στις 23.11.06, μέσω των δικηγόρων τους - Εναγομένων 1, ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Στο μεταξύ ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1, μέσω του Εναγόμενου 2, σε σχέση με την αίτηση αναστολής. Οι Ενάγοντες ήταν διατεθειμένοι να καταβάλουν τα δικηγορικά έξοδα υπό την προϋπόθεση ότι αυτά θα πληρώνονταν σταδιακά και οι Εναγόμενοι 1 θα παραχωρούσαν έγγραφη δέσμευση για επιστροφή τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Οι Εναγόμενοι 1, μέσω του Εναγόμενου 2, διαφώνησαν στην παραχώρηση έγγραφης δέσμευσης. Εντέλει τον Νοέμβριο του 2006 κατέληξαν σε προφορική συμφωνία για σταδιακή πληρωμή των δικηγορικών εξόδων υπό τον όρο της επιστροφής τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Για την πιο πάνω διευθέτηση ενημερώθηκαν οι δικηγόροι των Εναγόντων στους οποίους δόθηκαν οδηγίες να μην επιμένουν στην εξασφάλιση γραπτής δέσμευσης. Το συνολικό ποσό των €43.413,03 (Λ.Κ.25.408,52), το οποίο αφορούσε τα δικηγορικά έξοδα, τους αναλογούντες τόκους, το Φ.Π.Α και τα έξοδα έκδοσης της απόφασης, καταβλήθηκε στους Εναγόμενους 1 με επιταγές την περίοδο Δεκεμβρίου 2006 - Μαΐου
  19. Μετά τη συμφωνία για τα δικηγορικά έξοδα παρέμεινε σε εκκρεμότητα το θέμα της πληρωμής του εξ αποφάσεως ποσού που αφορούσε τις αποζημιώσεις, το οποίο τελικά διευθετήθηκε με την έκδοση εγγυητικής επιστολής για το ποσό των Λ.Κ.46.
  20. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω στις 06.07.07 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 13.07.10 αποδέχθηκε την έφεση με αρ.302/
  21. Το καταληκτικό μέρος της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ως εξής: «Τα έξοδα της έφεσης, όπως και τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της εφεσείουσας και να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Τα έξοδα της επανεκδίκασης θα είναι επίδικα στη νέα εκδίκαση της υπόθεσης.» Μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι δικηγόροι των Εναγόντων κάλεσαν τους Εναγόμενους 1 όπως επιστρέψουν τα πληρωθέντα δικηγορικά έξοδα. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι το συνολικό ποσό των €43.413,03 δεν έχει μέχρι σήμερα επιστραφεί από τους Εναγόμενους στους Ενάγοντες. Συμπεράσματα Η παρούσα υπόθεση, ως πολιτική, θα κριθεί στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ 462 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις υπέδειξαν, ορθά κατά την άποψη μου, ότι η παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει περίπλοκα νομικά ζητήματα και θα κριθεί στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Σύμφωνα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου γίνεται αποδεκτή η εκδοχή των Εναγόντων ότι καταρτίστηκε προφορική συμφωνία με τους Εναγόμενους 1, μέσω του Εναγόμενου 2, για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν στην αγωγή με αρ. 6894/00 Ε.Δ. Λεμεσού υπό τον όρο της επιστροφής τους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η απαίτηση επομένως των Εναγόντων βασίζεται στην προφορική συμφωνία που καταρτίστηκε με τους Εναγόμενους
  1. Είναι καλά γνωστό ότι μία συμφωνία μπορεί να καταρτιστεί είτε γραπτώς, είτε προφορικώς, είτε μερικώς γραπτώς ή μερικώς προφορικώς (άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149). Στην προκείμενη περίπτωση η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε προφορικά και αποτελεί ουσιαστικά συμφωνία υπό αίρεση, καθώς η υποχρέωση εκτέλεσής της εξαρτάτο από την επέλευση ενός μελλοντικού γεγονότος. Σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κεφ. 149 σύμβαση υπό αίρεση είναι η σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει. Συνεπώς, μία σύμβαση υπό αίρεση δεν είναι εκτελεστή παρά μόνο όταν επέλθει το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός που προβλέπεται σε αυτή (άρθρο 32 Κεφ. 149). Στην παρούσα υπόθεση το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός από το οποίο εξαρτάτο η εκτέλεση της σύμβασης, δηλαδή η επιστροφή των πληρωθέντων δικηγορικών εξόδων, ήταν η έκβαση της έφεσης με αρ. 302/
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο εκδικάζοντας την προαναφερόμενη έφεση παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή με αρ. 6894/00 καταδικάζοντας τους εφεσίβλητους στα έξοδα τόσο της έφεσης όσο και της πρωτόδικης διαδικασίας. Επομένως το γεγονός από το οποίο εξαρτάτο η εκτέλεση της επίδικης προφορικής συμφωνίας επήλθε και ως εκ τούτου ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση των Εναγομένων 1 για επιστροφή των δικηγορικών εξόδων. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσο υποχρεούνται όλοι οι Εναγόμενοι στην επιστροφή των πληρωθέντων δικηγορικών εξόδων. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα οι Εναγόμενοι 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεταιρισμός και οι Εναγόμενοι 2 - 4 ήταν ομόρρυθμοι συνέταιροι στους Εναγόμενους
  3. Όπως ήδη αναφέρθηκε το πρόσωπο που συνήψε την επίδικη συμφωνία για λογαριασμό των Εναγομένων 1 ήταν ο Εναγόμενος
  4. Το άρθρο 8 του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κάθε συνέταιρος είναι αντιπρόσωπος του οίκου και των άλλων συνεταίρων του για το σκοπό των εργασιών του συνεταιρισµού· και οι πράξεις κάθε συνεταίρου ο οποίος διενεργεί οποιαδήποτε πράξη που διεξάγεται κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του είδους που διεξάγεται από τον οίκο του οποίου είναι µέλος, δεσµεύουν τον οίκο και τους συνέταιρούς του, εκτός αν o συνέταιρος που ενεργεί µε τον τρόπο αυτό δεν έχει στην πραγµατικότητα εξουσιοδότηση να ενεργεί για τον οίκο στο συγκεκριµένο θέµα, και το πρόσωπο µε το οποίο συµβάλλεται είτε γνωρίζει ότι δεν έχει εξουσιοδότηση είτε δεν γνωρίζει είτε πιστεύει ότι αυτός είναι συνέταιρος.» Επίσης το άρθρο 12 του Κεφ. 116 ορίζει ότι κάθε συνέταιρος είναι υπεύθυνος από κοινού με τους άλλους συνέταιρους για όλα τα χρέη και υποχρεώσεις του οίκου που προκύπτουν ενόσω αυτός είναι συνέταιρος. Είναι φανερό ότι η επίτευξη της επίδικης προφορικής συμφωνίας έγινε μέσα στα πλαίσια και κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών των Εναγομένων 1 αφού αφορούσε την δικηγορική τους αμοιβή. Εν πάση περιπτώσει δεν προωθήθηκε η θέση ότι ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε εκτός του πλαισίου των εργασιών του συνεταιρισμού. Κατά συνέπεια οι πράξεις του Εναγόμενου 2 δεσμεύουν τόσο τους Εναγόμενους 1, όσο και τους Εναγόμενους 3-4 ως ομόρρυθμους συνεταίρους. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί αφορά το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούνται να λάβουν οι Ενάγοντες. H γενική αρχή που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι η αρχή της αποκατάστασης, δηλαδή το αθώο μέρος θα πρέπει να τεθεί σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν σε περίπτωση που η σύμβαση εκτελούνταν (Johnson v. Agnew [1979] 1 All. E.R 883 και ΑΛΠΑΝ (ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΑΚΗ) ΛΤΔ κ.α ν. ΤΡΥΦΩΝΙΔΟΥ
(1996)1Α Α.Α.Δ 679). Στην προκείμενη περίπτωση το ύψος της ζημιάς που υπέστησαν οι Ενάγοντες είναι αποκρυσταλλωμένο και συνίσταται στο ποσό που καταβλήθηκε στους Εναγόμενους 1 ως δικηγορικά έξοδα, ήτοι το συνολικό ποσό των €43.413,03 (Λ.Κ.25.408,52). Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτησή τους. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 - 4 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €43.413,03 πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 21.02.12 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξοφλήσεως πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμφωνία - Αδικαιολόγητος Πλουτισμός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.