Δημητρίου ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Αρ. Αγωγής: 351/2018, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A477 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 351/2018 Μεταξύ: XXX Δημητρίου Ενάγοντα και Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ Εναγόμενης --------------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Ο κ. Χρ. Παρασκευάς για Χρίστος Παρασκευάς ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: Η κα Ι. Κορφιώτη για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοσης διατάγματος με το οποίο να ανασταλεί η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/1965) Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση του στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής την οποία είχε καταχωρήσει στις 20.02.2018, αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του με αριθμό Εγγραφής 0/XXX, Φ/Σχ. 47/10, Τεμ. 7X2, στο Χωριό Κάτω Πλάτρες της Επαρχίας Λεμεσού (στη συνέχεια «το ενυπόθηκο κτήμα») καθ' οιονδήποτε τρόπο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)(στη συνέχεια «ο Νόμος») που καλύπτεται από την Υποθήκη YXXX του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, μέχρι την τελική και πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή σε άλλη προθεσμία ή ημερομηνία που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.48, Δ.64, στα άρθρα 29-32, 42 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 1, 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965) ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, άρθρο 1 μέχρι 60, στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (160(I)/1999), στον περί Συμβάσεων Νόμο (ΚΕΦ.149), άρθρο 23, 28, 30 και 152 του Συντάγματος, στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Γενικές και/ή στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και/ή στην Νομολογία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο ενάγων/ αιτητής κ. Δημητρίου ο οποίος δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης ενώ για τα νομικά θέματα δηλώνει ότι έλαβε νομική συμβουλή από τον δικηγόρο που τον εκπροσωπεί στην παρούσα αγωγή. Επί της ουσίας ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι για τους λόγους που εκθέτει στην ένορκη δήλωση του πιστεύει ειλικρινά ότι υπάρχει καλός λόγος και είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως χορηγηθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Ο αιτητής παραδέχεται τη σύναψη συμφωνίας δανείου και/ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στις 10.02.2009 (Τεκμ. 1) από την καθ' ης η αίτηση για το ποσό των €77.000,
- Παραδέχεται επίσης τη Συμφωνία υποθήκης ΥXXX (Τεκμ. 2) στη βάση της οποίας ευθύνεται ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Αναφέρει ότι κατά την 29.01.2018 παρέλαβε την Ειδοποίηση Τύπου «Ι», ως ενυπόθηκος οφειλέτης, με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση τον ενημέρωνε ότι έγινε απαιτητό το ποσό των €116.759,57σ. πλέον τόκοι επί €116.759,57σ. προς 6,75% από 1.01.2017 πλέον €12 έξοδα, που όπως ανέφεραν, οφείλεται σύμφωνα με την δήλωση σύμβασης της ως άνω υποθήκης. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι αν δεν καταβάλλει το πιο πάνω ποσό και τους οφειλόμενους τόκους οι οποίοι θα οφείλονται μέχρι την ημέρα πληρωμής καθώς και τα έξοδα εντός 30 ημερών, τότε θα προχωρήσουν με την διαδικασία πλειστηριασμού του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου. Παραδέχεται επίσης ότι μαζί με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» παρέλαβε και την Ειδοποίηση Τύπου «Θ» με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση τον ενημέρωναν ότι αν δεν εξευρεθεί κοινά αποδεκτή λύση για το εν λόγω χρέος θα ενεργοποιηθούν οι διαδικασίες για την πώληση με την διαδικασία πλειστηριασμού το ενυπόθηκο ακίνητο του. Επισύναψε στην ένορκη δήλωση του ως Τεκμ. 3 τις ως άνω Ειδοποιήσεις. Αναφέρει ότι μετά την παραλαβή των εν λόγω Ειδοποιήσεων καταχώρησε της παρούσα αγωγή στις 20.02.
- Με αυτή μεταξύ άλλων αιτείται την έκδοση διαταγμάτων και αποφάσεων προς ακύρωση της Συμφωνίας Δανείου και Υποθήκης αλλά και προς αναγνώριση ότι το ποσό που κατ' ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση αναφέρεται ως οφειλόμενο στις εν λόγω Ειδοποιήσεις και ιδιαίτερα στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» ως οφειλόμενο είναι προϊόν υπερχρεώσεων και παράνομων ανατοκισμών και ως εκ τούτου η Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί να το απαιτούν εναντίον του. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε εκφράζει την ειλικρινή του πίστη ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν είχαν καταστήσει το δάνειο απαιτητό ως ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 5 της Συμφωνίας Δανείου και ως εκ τούτου κωλυόταν να απαιτήσει την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού τόσο δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου όσο και της Συμφωνίας Υποθήκης. Με επιφύλαξη των ως άνω, από νομική συμβουλή που έλαβε, θεωρεί ότι η Συμφωνία Δανείου και παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων είναι άκυρη και κατέστη άκυρη για τους πιο κάτω λόγους: (παρατίθενται αυτολεξεί): «
- Οι Καθ' ης η Αίτηση κατά παράβαση της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και του άρθρου 3Α του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(I)/1999), προχωρούσαν μονομερώς, αυξάνοντας το επιτόκιο του δανείου, του Περιθωρίου του Επιτοκίου και/ή του Συνολικού Επιτοκίου, δυνάμει της ρήτρας 4 της εν λόγω Συμφωνίας. Η εν λόγω ρήτρα είναι άκυρη και ανεφάρμοστη βάσει του άρθρου 3 Α του Νόμου, με αποτέλεσμα η εν λόγω Συμφωνία Δανείου να είναι παράνομη. Η παρανομία αφορά όχι μόνο ουσιώδη όρο της Συμφωνίας Δανείου αλλά το θεμέλιο και την βάση αυτής που είναι ακριβώς το ποσό που καλείται να πληρώσει ο δανειολήπτης με αποτέλεσμα η παρανομία να έχει εμφιλοχωρήσει στο θεμέλιο της Συμφωνίας και αυτή να είναι άκυρη. Ενδεχομένως η Συμφωνία να είναι επίσης άκυρη και συνεπεία παράνομης αντιπαροχής, αφού η αντιπαροχή, ήτοι το ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί από τον Πρωτοφειλέτη, ήταν εξ αρχής μολυσμένο με παρανομία ή τουλάχιστον μολύνθηκε με παρανομία κατά την εκτέλεση αυτών.
- Σε κάθε περίπτωση, δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης τροποποίησης του επιτοκίου, το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου επιβαρυνόταν παρανόμως με αυξημένους τόκους, κατά παράβαση της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και του άρθρου 3Α του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (160(I)/1999) με αποτέλεσμα η Καθ' ης η Αίτηση να κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται, εν πάση περιπτώσει να εγείρει αξίωση για το συγκεκριμένο ποσό που απαιτεί και αποτελεί προϊόν παράνομων αυξήσεων του επιτοκίου.
- Επίσης η Καθ' ης η Αίτηση προέβαινε σε επιβολή τόκου υπερημερίας επί του χρεωστικού ποσού των εν λόγω Συμφωνιών Δανείου, και από νομική συμβουλή που λαμβάνω, ο τόκος υπερημερίας μέχρι το 2014 ήταν παράνομος και αποτελούσε ποινική ρήτρα (penalty) και δεν μπορούσε η Καθ' ης η Αίτηση να τον χρεώνει αφού δεν αποτελεί οποιαδήποτε ζημιά εκ μέρους της ενώ η σχετική ρήτρα 3β της Συμφωνίας που προβλέπει την επιβολή του τόκου υπερημερίας είναι παράνομη με αποτέλεσμα η εν λόγω Συμφωνία Δανείου να είναι παράνομη.
- Με επιφύλαξη των όσων αναφέρω πιο πάνω, ακόμη και αν ο τόκος υπερημερίας θεωρηθεί ως νόμιμος, η εναγομένη χρέωνε ως τόκο υπερημερίας μεγαλύτερο από τον συμβατικό που προβλέπεται στην σχετική ρήτρα 3β της Συμφωνίας, αφού κατά καιρούς έφτανε στο επιπρόσθετο επιτόκιο του 5%.
- Σε κάθε περίπτωση δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης επιβολής τόκου υπερημερίας, το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου επιβαρυνόταν με παράνομους τόκους και ποσά, με αποτέλεσμα η εναγομένη να κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται, στο ποσό που απαιτεί ως αυτό αναφέρεται στην επιστολή και/ή ειδοποίηση της, αφού αποτελεί προϊόν παράνομων αυξήσεων του επιτοκίου.
- Επίσης η εναγομένη παρανόμως και/ή καταχρηστικά προχωρούσε και επιβάρυνε το χρεωστικό υπόλοιπο του Δανείου με έξοδα, δικαιώματα και τραπεζικές χρεώσεις βάσει της ρήτρας 3.β. της Συμφωνίας, η οποία είναι καταχρηστική και/ή αντιβαίνει ρητά τις πρόνοιες της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας. Ουδέποτε ενημερώθηκα συγκεκριμένα για αυτά τα έξοδα ούτε αποδέχτηκα και/ή συμφώνησα να τα καταβάλλω και σε κάθε περίπτωση δεν είχε το δικαίωμα να τα χρεώνει η εναγομένη.
- Επίσης η εν λόγω ρήτρα είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη δυνάμει του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (93(I)/1996), η οποία ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ενώ δημιουργεί σε βάρος μου σημαντική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα η εν λόγω Συμφωνία Δανείου να είναι παράνομη συνεπεία παράνομης αντιπαροχής της Συμφωνίας, αφού η αντιπαροχή που θα έπρεπε να πληρώνεται ήταν παράνομη.
- Σε κάθε περίπτωση, δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης επιβάρυνσης των Συμφωνιών δανείου με τα πιο πάνω παράνομα έξοδα, δικαιώματα και τραπεζικές χρεώσεις, το χρεωστικό υπόλοιπο εκάστου δανείου επιβαρυνόταν με τις πιο πάνω παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις και ποσά, με αποτέλεσμα η Καθ' ης η Αίτηση να κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται, να εγείρει αξίωση για το συγκεκριμένο ποσό που επιβάρυνε το χρεωστικό υπόλοιπο εκάστου Δάνειου με τα πιο πάνω έξοδα, δικαιώματα και τραπεζικές χρεώσεις και θα πρέπει να αποκοπεί.
- Περαιτέρω ο τρόπος υπολογισμού του τόκου εκ μέρους της εναγομένης και η ρήτρα 3.α. της Συμφωνίας που προβλέπει τον εν λόγω υπολογισμό, είναι παράνομα, αφού αντίκειται στο τρόπο υπολογισμού του τόκου και/ή του τόκου υπερημερίας, που θα έπρεπε να εφαρμοστεί, βάσει της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και κατά παράβαση του άρθρου 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (93(I)/1996), αφού κατά τον υπολογισμό του τόκου, η εναγομένη λάμβανε ως διαιρέτη το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες αντί το ημερολογιακό έτος των 365 ή 366 ημερών σύμφωνα με τον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ.1 και προς ερμηνεία του όρου «έτος» αναφέρεται ότι «"έτος" σημαίνει ημερολογιακό έτος».
- Σε κάθε περίπτωση δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου τρόπου υπολογισμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου επιβαρυνόταν με παράνομους τόκους, χρεώσεις και ποσά και η εναγομένη να κωλύεται από το να εγείρει αξίωση εναντίον του ενάγοντα για αυτό το ποσό και θα πρέπει να αποκοπεί.
- Από νομική συμβουλή που έχω λάβει από τον δικηγόρο μου, θεωρώ ότι και η Συμφωνία Υποθήκης είναι άκυρη και έχω απαλλαχθεί ως ενυπόθηκος οφειλέτης για τους πιο κάτω λόγους.
- Λόγω των παράνομων αυξήσεων στο επιτόκιο και ως εκ τούτου των παράνομων τροποποιήσεων που η εναγομένη προέβαινε, ως αναφέρονται στις παραγράφους 8 Α - Ζ της Έκθεσης Απαίτησης και στην Ένορκη μου Δήλωση όπως επίσης και η χρέωση των παράνομων και/ή καταχρηστικών εξόδων που επέβαλλε στη Συμφωνία Δανείου ως αναφέρονται στις παραγράφους 8Δ της Έκθεσης Απαίτησης και στην παρούσα μου Ένορκη Δήλωση πιο πάνω, είχε ως αποτέλεσμα την ακυρότητα της Συμφωνίας Δανείου και κατά συνέπεια και η Συμφωνία Υποθήκης να έχει μολυνθεί με παρανομία ως παρεπόμενη της Συμφωνίας Δανείου, με αποτέλεσμα και η Συμφωνία Υποθήκης να είναι άκυρη και να έχω απαλλαχθεί ως ενυπόθηκος οφειλέτης.
- Με επιφύλαξη των όσων αναφέρω πιο πάνω σε σχέση με την ακυρότητα της Συμφωνίας Υποθήκης, ειλικρινά πιστεύω ότι δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης τροποποίησης του επιτοκίου, της επιβολής αντισυμβατικού τόκου υπερημερίας, του τρόπου υπολογισμού του τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες αντί το ημερολογιακό έτος των 365 ή 366 ημερών και η επιβάρυνση με έξοδα, δικαιώματα και τραπεζικές χρεώσεις, το χρεωστικό υπόλοιπο των Δανείων και της Συμφωνίας Υποθήκης επιβαρύνονταν με παράνομους τόκους έξοδα και ποσά, και τα οποία δεν νομιμοποιείτο και/ή κωλύετο να απαιτεί η Καθ' ης η Αίτηση και θα πρέπει να αποκοπούν.
- Ειλικρινά πιστεύω ότι η Καθ' ης η Αίτηση κατά παράβαση της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και του άρθρου 3Α
(1)του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (160(I)/1999), προχωρούσε μονομερώς, αυξάνοντας το επιτόκιο που καλυπτόταν από την συμφωνία υποθήκης, δυνάμει της ρήτρας 16 της εν λόγω Συμφωνίας Υποθήκης, η οποία είναι παράνομη και/ή αντιβαίνει ρητά τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας, με αποτέλεσμα η εν λόγω Συμφωνία Υποθήκης να είναι παράνομη. Η παρανομία αφορά όχι μόνο ουσιώδη όρο της Συμφωνίας υποθήκης αλλά το θεμέλιο και την βάση αυτής που είναι ακριβώς το ποσό που καλύπτει η Συμφωνία υποθήκης με αποτέλεσμα η παρανομία να έχει εμφιλοχωρήσει στο θεμέλιο της Συμφωνίας Υποθήκης και αυτή να έχει καταστεί άκυρη. Ενδεχομένως η Συμφωνία υποθήκης να είναι επίσης άκυρη και συνεπεία παράνομης αντιπαροχής, αφού η αντιπαροχή του ενυπόθηκου οφειλέτη, ήτοι το ενυπόθηκο ποσό που καλύπτεται από την υποθήκη και θα έπρεπε να πληρωθεί, μολύνθηκε με παρανομία και κατέστη παράνομο.
- Επίσης από νομική συμβουλή που λαμβάνω, ειλικρινά πιστεύω ότι εφόσον έλαβαν χώρα μονομερείς τροποποιήσεις του επιτοκίου και όρων της Συμφωνίας εκ μέρους της Τράπεζας, σε συμφωνία ύψιστης πίστης ως είναι η Συμφωνία Υποθήκης, τότε ο υποφαινόμενος ως ενυπόθηκος εγγυητής έχω απαλλαχθεί.
- Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα της θέσης μου περί ακυρότητας, δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης τροποποίησης του επιτοκίου, το χρεωστικό υπόλοιπο της υποθήκης επιβαρυνόταν παρανόμως με αυξημένους τόκους, κατά παράβαση της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και του άρθρου 3Α του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (160(I)/1999) με αποτέλεσμα η Καθ' ης η Αίτηση να κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται, εν πάση περιπτώσει να απαιτεί το ποσό που αποτελεί προϊόν παράνομων αυξήσεων του επιτοκίου και έχει συμπεριληφθεί στην Ειδοποίηση τύπου «Ι» και θα πρέπει να αποκοπεί.
- Επίσης θεωρώ ότι η εναγομένη προέβαινε σε επιβολή τόκου υπερημερίας επί του χρεωστικού ποσού της υποθήκης σύμφωνα με την ρήτρα 15 της Συμφωνίας Υποθήκης, ο οποίος τόκος υπερημερίας μέχρι το 2014 ήταν παράνομος και αποτελούσε ποινική ρήτρα (penalty) και δεν μπορούσε η Καθ' ης η Αίτηση να τον χρεώνει αφού δεν αποτελεί οποιαδήποτε ζημιά εκ μέρους της ενώ η σχετική ρήτρα της Συμφωνίας που προβλέπει την επιβολή του τόκου υπερημερίας είναι παράνομη με αποτέλεσμα η εν λόγω Συμφωνία Δανείου να είναι παράνομη.
- Με επιφύλαξη των όσων αναφέρω πιο πάνω, ακόμη και αν ο τόκος υπερημερίας θεωρηθεί ως νόμιμος, η εναγομένη χρέωνε ως τόκο υπερημερίας μεγαλύτερο από τον συμβατικό που προβλέπεται στην σχετική ρήτρα της Συμφωνίας, αφού κατά καιρούς έφτανε στο επιπρόσθετο επιτόκιο του 5%.
- Η Καθ' ης η Αίτηση χρησιμοποιούσε παρανόμως ως διαιρέτη για τον υπολογισμό του τόκου το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες δυνάμει της ρήτρας 14 της Συμφωνίας Υποθήκης. Ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί του ποσού της Υποθήκης, είναι παράνομος και τίθενται κατά παράβαση του άρθρου 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (93(I)/1996), αφού αντίκειται στο τρόπο υπολογισμού του τόκου και/ή του τόκου υπερημερίας, που θα έπρεπε να εφαρμοστεί στη Συμφωνία υποθήκευσης, αφού κατά τον υπολογισμό του τόκου θα έπρεπε να λαμβάνεται ως διαιρέτης το ημερολογιακό έτος των 365 ή 366 ημερών σύμφωνα με τον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ.1 και προς ερμηνεία του όρου «έτος» αναφέρεται ότι «"έτος" σημαίνει ημερολογιακό έτος».
- Με επιφύλαξη των όσων αναφέρω πιο πάνω σε σχέση με την ακυρότητα της Συμφωνίας Υποθήκης, ειλικρινά πιστεύω, ότι δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου τρόπου υπολογισμού, το χρεωστικό υπόλοιπο που καλυπτόταν από την υποθήκη επιβαρυνόταν με παράνομους ανατοκισμούς επί του χρεωστικού υπολοίπου και έχει συμπεριληφθεί στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» και ως εκ τούτου η Καθ' ης η Αίτηση να κωλύεται από το να εγείρει αξίωση εναντίον μου για το συγκεκριμένο ποσό και θα πρέπει να αποκοπεί.
- Επίσης πέραν των πιο πάνω, ειλικρινά πιστεύω ότι η Καθ' ης η Αίτηση προχωρούσε και επιβάρυνε το ενυπόθηκο ποσό ως αυτό αναφέρεται στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» με ακαθόριστα έξοδα, δικαιώματα και τραπεζικές χρεώσεις όπως η ίδια υπολόγιζε και καθόριζε χωρίς να λάβει την συγκατάθεση μου περί τούτου, συμπεριλαμβανομένων και ακαθόριστων εξόδων που αναφέρονται στην ίδια την Ειδοποίηση Τύπου «Ι», χωρίς όμως να καθορίζονται αυτά και είναι εντελώς αόριστα.
- Επίσης η ρήτρα 11 του Εγγράφου Υποθήκης που αναφέρει ότι θα πρέπει να επιβαρυνθώ εγώ για τα έξοδα ετοιμασία εκτέλεσης και εγγραφής της υποθήκης και 14 που αναφέρεται σε άλλα έξοδα που πάλι θα πρέπει να επιβαρυνθώ είναι καταχρηστικές και ως εκ τούτου άκυρες δυνάμει του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (93(I)/1996), αφού ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ενώ δημιουργεί σε βάρος μου σημαντική επιβάρυνση. Ουδέποτε ενημερώθηκα συγκεκριμένα για αυτά τα έξοδα ούτε αποδέχτηκα και συμφώνησα να τα καταβάλλω.
- Σε κάθε περίπτωση, δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης επιβάρυνσης μου με τα πιο πάνω παράνομα έξοδα, δικαιώματα και τραπεζικές χρεώσεις, το ενυπόθηκο ποσό επιβαρυνόταν με τις πιο πάνω παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και ποσά, με αποτέλεσμα η Καθ' ης η Αίτηση να κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται, να εγείρει αξίωση για το συγκεκριμένο ποσό ως αναφέρεται στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι».
- Με επιφύλαξη των όσων αναφέρω πιο πάνω και από νομική συμβουλή που λαμβάνω, αναφέρω ότι η συμφωνία υποθήκης υπογράφηκε μεταγενέστερα της Συμφωνίας Δανείου, ήτοι στις 18.02.2009 και ως εκ τούτου αυτή αφορά παρελθούσα αντιπαροχή με αποτέλεσμα καμία αντιπαροχή δεν δόθηκε για την υποθήκη και αυτή είναι άκυρη και δυνάμει του άρθρου 22 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965).
- Επίσης ότι η Συμφωνία υποθήκης είναι άκυρη δυνάμει του άρθρου 5 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) αφού η εναγομένη παρέβηκε τις πρόνοιες και διαδικασίες που αναφέρονται στον εν λόγω Νόμο ως ακολούθως.
- Εξ όσων γνωρίζω και θυμούμαι το πρόσωπο που υπέγραψε εκ μέρους της εναγομένης δεν προσκόμισε σχετικό πληρεξούσιο υπογραμμένο ούτε αυτό ήταν προσηκόντως κεκυρωμένον παρά της αρμοδίας αρχής ούτε επίσης χαρτοσημασμένο σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) με αποτέλεσμα η υποθήκευση να είναι άκυρη.
- Η σύμβαση υποθήκης δεν ήταν χαρτοσημασμένη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21γ του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) με αποτέλεσμα η υποθήκευση να είναι άκυρη.
- Επίσης αναφέρω ότι η εναγομένη δεν είχε καταστήσει το δάνειο απαιτητό και ως εκ τούτου κωλυόταν να απαιτήσει την πληρωμή εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη και/ή έναντι της υποθήκης και/ή η όποια απαίτηση ήταν πρόωρη.
- Επίσης το γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση χρέωνε τόκο και έξοδα επί του μέγιστου ποσού που κάλυπτε η υποθήκη αποτελεί παράβαση του άρθρου 21 (γ) εδ.2, του περί μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου με αποτέλεσμα η Συμφωνία Υποθήκης είναι άκυρη σύμφωνα με τον εν λόγω Νόμο.
- Με επιφύλαξη των όσων αναφέρω πιο πάνω σε σχέση με την ακυρότητα της Συμφωνίας Υποθήκης, σε κάθε περίπτωση, από νομική συμβουλή που λαμβάνω το ενυπόθηκο ποσό που απαιτείται στην Ειδοποίηση Ι πέραν των €77.000 που αποτελεί το μέγιστο ποσό της υποθήκης, θα πρέπει να αποκοπεί αφού σύμφωνα με το άρθρο 21 (γ) εδ.2, του περί μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, το μέγιστο ποσό της υποθήκης πρέπει να καθορίζεται ρητώς. Η οποιαδήποτε επιβάρυνση του ποσού αυτού με τόκο ή άλλα έξοδα είναι άκυρα και ανεφάρμοστα βάσει του εν λόγω άρθρου αφού ακριβώς επιβαρύνουν το μέγιστο ποσό με πρόσθετα ποσά, που αντίκειται στο άρθρο του Νόμου ως αναφέρουμε πιο πάνω.
- Τα πιο πάνω θέματα περί ακυρότητας της Συμφωνίας Υποθήκης αλλά και αμφισβήτησης του ενυπόθηκου ποσού και επιτοκίου που αναφέρονται στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι», εγείρονται στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αγωγή και θα πρέπει να εκδικαστούν και να αποφασιστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της πιο πάνω Αγωγής.
- Συνεπώς, είναι προφανές ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, εφόσον η Καθ' ης η Αίτηση έχει ήδη ξεκινήσει και βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο σε ότι αφορά την ήδη ταχύτατη διαδικασία πλειστηριασμού του ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 1965 (9/1965) που αφορά την ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ, θα προχωρήσει στον πλειστηριασμό του ακινήτου μου, πριν προλάβει καν να ξεκινήσει η ακρόαση της πιο πάνω Αγωγής.
- Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι όταν επισκεφτήκαμε το δικηγορικό γραφείο Χρίστου Παρασκευά και μας έδωσε νομική συμβουλή σχετικά με την ακυρότητα της Συμφωνίας Υποθήκης και την αμφισβήτηση του ποσού και του επιτοκίου εξουσιοδότησα τον κ. Παρασκευά να προχωρήσει με την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής ώστε να ασκήσω το συνταγματικό μου δικαίωμα ακρόασης από το Δικαστήριο. Κατά το διάστημα αυτό ενημερώθηκα ότι ο νόμος προέβλεπε ότι εφόσον ασκηθεί Αγωγή σε σχέση με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» ως η παρούσα, τότε αυτό από μόνο του αποτελούσε τον μοναδικό επί της ουσίας λόγο ακύρωσης του πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής, δικαίωμα που άσκησα δεόντως. Δυστυχώς όμως, πριν από ολίγες ημέρες έχω πληροφορηθεί ότι το σχετικό άρθρο της νομοθεσίας έχει τροποποιηθεί, ώστε πλέον η καταχώρηση της Αγωγής σε σχέση με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν αποτελεί λόγο για να σταματήσει η ταχύτατη διαδικασία πλειστηριασμού αφού έχει απαλειφθεί η σχετική πρόνοια στην Νομοθεσία, και πλέον απαιτείται η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και μάλιστα με αναδρομική ισχύ χωρίς να είναι αντιληπτό, όπως με ενημερώνει ο δικηγόρος μου για ποιες ακριβώς περιπτώσεις ισχύει η αναδρομικότητα.
- Όπως με ενημερώνει ο δικηγόρος μου είναι σαφές ότι μέχρι να επιλυθούν τα ζητήματα αυτά από το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι πιθανόν να εκδοθούν αντικρουόμενες πρωτόδικες αποφάσεις επί τους θέματος όπως ακριβώς δηλαδή έγινε και με το Νόμο πριν την Τροποποίηση του. Η ανασφάλεια δίκαιου που δημιουργείται με έχει ήδη φέρει ως προς την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων μου σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Συνεπώς βάσει των ανωτέρω για να μην παραβιαστούν τα συνταγματικά μου δικαιώματα από την ανωτέρω ανασφάλεια δικαίου που έχει δημιουργηθεί και θα μπορώ να θέσω σίγουρα τις θέσεις μου στα πλαίσια της Αγωγής πριν προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα.
- Μάλιστα από νομική συμβουλή που λαμβάνω εφόσον η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος θα τεθεί ως λόγος Έφεσης τότε η έκδοση του πρέπει να γίνει είτε πριν είτε εντός της προθεσμίας καταχώρησης Έφεσης, ήτοι πριν την παρέλευση των 30 ημερών από την ημερομηνίας αποστολής της Ειδοποίησης ΙΑ την οποία είναι εξαιρετικά πιθανόν να μου επιδώσουν στο επόμενο χρονικό διάστημα.
- Ως εκ τούτου, εφόσον δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ουσιαστικά θα απωλέσω το δικαίωμα μου να θέσω τις θέσεις μου ως αναφέρονται πιο πάνω, ασκώντας έτσι το δικαίωμα ακρόασης και προσφυγής σε Δικαστήριο, αφού θα προχωρήσει πλέον η ταχύτατη διαδικασία πλειστηριασμού ως αναφέρεται στις εν λόγω ειδοποιήσεις.
- Στην περίπτωση που προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού, το υποθηκευμένο ακίνητο θα μεταβιβαστεί σε καλόπιστο τρίτο πρόσωπο και είναι δυνατό να λάβουν χώρα και μεταγενέστερες μεταβιβάσεις, σε καλόπιστους αγοραστές και ως εκ τούτου, ακόμη και αν επιτύχει τελικά η Αγωγή σε ότι αφορά τους λόγους ακύρωσης της Υποθήκης λόγω των παραβάσεων της Νομοθεσίας, αυτή θα μείνει ουσιαστικά χωρίς αντικείμενο αφού το ακίνητο θα έχει ήδη χαθεί.
- Αποτέλεσμα αυτού είναι να πλήττονται αφενός τα συνταγματικά δικαιώματα μου τόσο για ακρόαση και προσφυγή στην Δικαιοσύνη αλλά επίσης και για πραγματική απόδοση ουσιαστικής θεραπείας, ενώπιον Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και αφετέρου το συνταγματικό δικαίωμα μου στην ιδιοκτησία και ως εκ τούτου αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, τότε θα δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα εκποίησης του ακινήτου μου με τον πλειστηριασμό, με ορατό κίνδυνο να πληγούν ανεπανόρθωτα συνταγματικά δικαιώματα μου ως εξηγείται πιο πάνω και οποιαδήποτε ενδεχόμενη θετική απόφαση εκδοθεί υπέρ μου να καταστεί ουσιαστικά άνευ αντικειμένου.
- Επίσης το αιτούμενο διάταγμα ζητείται ακριβώς για διατήρηση του ενυπόθηκου ακινήτου και μη πώληση του δια μέσου πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής που αφορά ακριβώς την ακυρότητα ή όχι της υποθήκης. Συνεπώς το διάταγμα αυτό μπορεί να εγκριθεί και στην βάση του ότι το ζήτημα της ακυρότητας ή όχι της συμφωνίας υποθήκης επηρεάζει άμεσα εμένα ως ενυπόθηκο οφειλέτη, αφού αν προχωρήσει ο πλειστηριασμός αυτός, τότε το αντικείμενο της ίδιας της Αγωγής, ήτοι το ενυπόθηκο ακίνητο θα έχει απωλεσθεί πριν εκδικαστεί η Αγωγή με αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων μου στην ιδιοκτησία και πρόσβασης στην Δικαιοσύνη.
- Από νομική συμβουλή που λαμβάνω, αν η Αγωγή επιτύχει και η συμφωνία υποθήκης θεωρηθεί ως παράνομη αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η συμφωνία υποθήκης ήταν εξ υπαρχής άκυρη από την ημέρα της Υπογραφής της ή από την ημέρα που εμφιλοχώρησε η ακυρότητα με αποτέλεσμα από εκείνη την ημέρα η τράπεζα να μην είχε δικαίωμα να δεσμεύει το ακίνητο μέσω της άκυρης υποθήκης και το ακίνητο να έπρεπε να ήταν πλήρως ελεύθερο.
- Είναι δεδομένο ότι σε τέτοια περίπτωση η ζημιά ή και τα διαφυγόντα κέρδη από την μη πλήρη εκμετάλλευση ή κάρπωση ελευθέρας της ιδιοκτησίας μου από τότε θα απαιτηθούν από εμένα εναντίον κάθε υπευθύνου.
- Εκτός των ανωτέρω, σε περίπτωση που πλειστηριαστεί το ακίνητο ενώ η συμφωνία υποθήκης κριθεί ότι ήταν εξ υπαρχής άκυρη, παρανόμως θα έχει μεταβιβαστεί και το ακίνητο από την Τράπεζα αφού δεν θα έχει κανένα δικαίωμα επί του ακινήτου μου και ως εκ τούτου θα έχουν παραβιαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα μου επί της ιδιοκτησίας και της περιουσίας μου ως προβλέπονται στο Σύνταγμα αλλά και θα έχουν επίσης παραβιαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα προσφυγής και πρόσβασης μου στην Δικαιοσύνη, ουσιαστικής ακρόασης και θεραπείας και ασφάλειας δικαίου με αποτέλεσμα σε αυτή την περίπτωση θα χρειάζεται να ληφθούν νέα δικαστικά μέτρα εναντίον κάθε προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας αλλά και ενδεχομένως εναντίον κάθε υπευθύνου που επίσης θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστούν και οι αποζημιώσεις σε αυτές τις περιπτώσεις.
- Από την πιο πάνω δημιουργηθείσα κατάσταση και λόγω του φόβου και αγωνίας πλειστηριασμού του ακινήτου μου αλλά και του γεγονότος ότι εφόσον προχωρήσει ο πλειστηριασμός το γεγονός αυτό θα μαθευτεί και από τρίτα πρόσωπα και σίγουρα από τους συνιδιοκτήτες του ακινήτου μου ενώ μου δημιουργεί επίσης και προβλήματα στο γάμο μου και στις σχέσεις μου με τους οικείους μου τα παιδιά μου και την σύζυγο μου, με αποτέλεσμα ήδη να υπόκειμαι αλλά με τον πλειστηριασμό θα υπόκειμαι ακόμη περισσότερο σε ηθική ζημιά (moral damage) λόγω της έντονης προσωπικής δυσχέρειας που μου προκαλεί το ενδεχόμενο αυτό και αρνητικά συναισθήματα όπως ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, αισθήματα αδικίας, δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής μου, με αποτέλεσμα να απαιτήσω και για αυτή την βλάβη μη υλικές αποζημιώσεις, που είναι δύσκολο να υπολογιστούν στο παρόν στάδιο.
- Είναι επίσης προφανές ότι το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει τις παρανομίες που εμφαίνονται στις ίδιες τις Συμφωνίες ως επεξηγώ πιο πάνω και βάσει των οποίων έχουν πληγεί τα δικαιώματα μου ως προστατεύονται από την Νομοθεσία και το Σύνταγμα ως εκ τούτου χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα επιβραβευτούν αυτές αλλά και τα πρόσωπα που επωφελούνται από αυτές που είναι η Καθ' ης η Αίτηση Τράπεζα ενώ από την άλλη δεν θα μπορώ εγώ να τις θέσω για να κριθούν και να αξιολογηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου θα είναι εξαιρετικά δυσχερές να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Για αυτόν τον λόγο και μόνο θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
- Θα πρέπει επίσης να αξιολογηθεί το γεγονός, ότι πριν την τροποποίηση του Νόμου, είχα κατοχυρώσει το δικαίωμα μου να ακυρώσω τον πλειστηριασμό μέχρι να ακουστεί η Αγωγή μου, ακριβώς λόγω της εκκρεμοδικίας της Αγωγής που καταχωρήθηκε εκ μέρους μου. Με την αναδρομική τροποποίηση της Νομοθεσίας, μετά από πίεση των Τραπεζών, το κατοχυρωμένο μου δικαίωμα, μπορεί πλέον σίγουρα να ασκηθεί με την έκδοση του διατάγματος, που αποτελεί το μόνο ουσιαστικό νομικό μέτρο για να αντιμετωπίσω την ταχύτατη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου μου και χωρίς την έκδοση του θα είναι εξαιρετικά δυσχερές να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη.
- Θα πρέπει να αναφέρω επίσης ότι στο εν λόγω ακίνητο υπάρχει κτίσμα και στο οποίο διαμένω μετά τη διάσταση στην οποία βρίσκομαι με την σύζυγο μου.
- Συνεπώς στην υπό εξέταση περίπτωση ενυπάρχουν οι περιστάσεις αυτές προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι είναι δίκαιο, ορθό και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως χορηγηθούν οι αιτούμενες θεραπείες και όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση». Η Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: « Η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται της απαραίτητης πραγματικής και/ή νομικής βάσης και/ή υπόβαθρου για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Η Αίτηση και/ή η προσκομισθείσα από τον Αιτητή μαρτυρία και/ή οι επικαλούμενοι λόγοι, δεν είναι ικανοί και/ή αρκετοί και/ή δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή δεν πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις σύμφωνα με τον Νόμο και/ή την νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Ο Ενάγων διά των διαταγμάτων που ζητά επιζητά και/ή αποσκοπεί να αποτρέψει ή εμποδίσει την Εναγόμενη να ασκήσει τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα για είσπραξη του ότι της οφείλει. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ο Ενάγων ουδεμία βάση αγωγής έχει και/ή αποκαλύπτει και/ή ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης και/ή ήγειρε την αγωγή καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεικνύουν πως σε κάθε περίπτωση ακόμα κι αν επιτύχει η αγωγή του Ενάγοντα, δεν τίθεται θέμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Οι αξιώσεις και/ή οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα αποτιμώνται σε χρήμα και/ή είναι χρηματικής φύσης και/ή η Εναγόμενη έχει την ικανότητα να καταβάλει τυχόν και/ή ενδεχόμενες επιδικασθείσες αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας και/ή δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την φερεγγυότητα της Εναγόμενης και/ή την αδυναμία της να τις καταβάλει.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της Εναγόμενης και/ή σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα η Εναγόμενη θα στερηθεί τα εκ του Νόμου και/ή έγγραφων συμφωνιών προβλεπόμενα δικαιώματα της προς ανάκτηση των οφειλόμενων σε αυτή ποσών και/ή προς είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα είναι γενικοί και/ή αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή ασαφής και/ή έχουν τεθεί και/ή η επίδικη Αίτηση και/ή η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και/ή με μοναδικό στόχο την καθυστέρηση και/ή παρακώλυση της διαδικασίας.
- Η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται της απαραίτητης πραγματικής και/ή νομικής βάσης και/ή υπόβαθρου για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Η Αίτηση και/ή η προσκομισθείσα από τον Αιτητή μαρτυρία και/ή οι επικαλούμενοι λόγοι, δεν είναι ικανοί και/ή αρκετοί και/ή δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή δεν πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις σύμφωνα με τον Νόμο και/ή την νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Ο Ενάγων διά των διαταγμάτων που ζητά επιζητά και/ή αποσκοπεί να αποτρέψει ή εμποδίσει την Εναγόμενη να ασκήσει τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα για είσπραξη του ότι της οφείλει.
- Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ο Ενάγων ουδεμία βάση αγωγής έχει και/ή αποκαλύπτει και/ή ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης και/ή ήγειρε την αγωγή καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης δεικνύουν πως σε κάθε περίπτωση ακόμα κι αν επιτύχει η αγωγή του Ενάγοντα, δεν τίθεται θέμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Οι αξιώσεις και/ή οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα αποτιμώνται σε χρήμα και/ή είναι χρηματικής φύσης και/ή η Εναγόμενη έχει την ικανότητα να καταβάλει τυχόν και/ή ενδεχόμενες επιδικασθείσες αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας και/ή δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την φερεγγυότητα της Εναγόμενης και/ή την αδυναμία της να τις καταβάλει.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της Εναγόμενης και/ή σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα η Εναγόμενη θα στερηθεί τα εκ του Νόμου και/ή έγγραφων συμφωνιών προβλεπόμενα δικαιώματα της προς ανάκτηση των οφειλόμενων σε αυτή ποσών και/ή προς είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους.
- Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα είναι γενικοί και/ή αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή ασαφής και/ή έχουν τεθεί και/ή η επίδικη Αίτηση και/ή η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και/ή με μοναδικό στόχο την καθυστέρηση και/ή παρακώλυση της διαδικασίας». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, Θ. 1-9, Δ.63, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στα Άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί Άρθρα 27, 37, 44Α, 44Β, 44Γ, 44Δ, 44Ε, 44ΣΤ - 44ΙΑΑ, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, Άρθρα 1 - 10, στην Κανονιστική Διοικητική Πράξη 185/2015, 107/2015, 57/2014 και 315/2013, στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας Άρθρα 23, 28 και 30, στη νομολογία, την διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα XXX Αγά (στη συνέχεια «η ΕΔ Αγά»). Υποστηρίζει τα ακόλουθα: «
- Είμαι στην υπηρεσία της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (''Altamira'') στο Δικαστηριακό Τμήμα της Ανάκτησης Χρεών. Η Altamira δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της ίδιας και της Εναγόμενης ενεργεί δια λογαριασμό της Εναγόμενης και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων / εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Στις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις περιλαμβάνονται και τα Δάνεια που αφορά η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και οι συναφείς με αυτά εξασφαλίσεις. Είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη τόσο από την Εναγόμενη όσο και από την Altamira να προβώ εις την παρούσα Ένορκη Δήλωση. Στα πλαίσια των καθηκόντων μου έχω στη κατοχή μου τα έγγραφα, ή αντίγραφα των εγγράφων, αναλόγως της περίπτωσης, που αφορούν τις συμφωνίες δανείου, συμφωνίες εξασφαλίσεων / εγγυήσεων, επιστολές που έχουν αποσταλεί στον Ενάγοντα και άλλα σχετικά έγγραφα που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Γνωρίζω τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή είτε από προσωπική γνώση είτε από όσα προκύπτουν από τα προαναφερόμενα έγγραφα τα οποία έχω στην κατοχή μου.
- Έχω διαβάσει την Aίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή ημερομηνίας 16.11.2018, καθώς επίσης και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει (εφεξής ''Ένορκη Δήλωση Α'') και εκτός στην έκταση που ρητά αναφέρω στην συνέχεια, αρνούμαι τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτή.
- Περαιτέρω έχω διαβάσει τους λόγους Ένστασης της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση, με τους οποίους συμφωνώ και τους οποίους υιοθετώ και επαναλαμβάνω για τους σκοπούς της παρούσας Ένορκης Δήλωσης.
- Συμφωνώ με τα αναφερόμενα γεγονότα των παραγράφων 5,6,7 & 8 της Ένορκης Δήλωσης Α, με τη διευκρίνηση ότι μεταξύ των μερών έχουν υπογραφεί Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου και Έγγραφο Υποθήκης τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Α.
- Ειδικότερα αναφέρω ως προς τους ισχυρισμούς των παραγράφων 3, 4, 56, 57 και 58 της Ένορκης Δήλωσης Α, ότι: (α) Η Εναγόμενη είναι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η διάδοχος και δικαιούμενη να εισπράξει το δάνειο που η Σ.Π.Ε. ΟΡΕΙΝΩΝ ΘΕΡΕΤΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ παρεχώρησε στον Ενάγοντα την 10.2.2009, καθώς και δικαιούχος και ενυπόθηκος δανειστής της Υποθήκης 1033/2009 Κτηματολογίου Λεμεσού, που το εξασφάλιζε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα Τεκμήρια 1 και 2 που συνοδεύουν την Ένορκη Δήλωση Α. (β) Η Εναγόμενη έχει πράγματι μεταβιβάσει ορισμένα από τα περιουσιακά της στοιχεία στην Ελληνική Τράπεζα, χωρίς αυτό να έχει οποιανδήποτε σχέση με τις υποχρεώσεις του Ενάγοντα προς αυτήν.
- Μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Εναγόμενης στην Ελληνική Τράπεζα η Εναγόμενη, η οποία έλαβε κρατική στήριξη η οποία ανέρχεται σε €3,6 δις και η οποία δεν έχει άλλες ουσιαστικής αξίας υποχρεώσεις, έχει τα ακόλουθα στοιχεία ενεργητικού, την οποία την καθιστούν μια από τις πλέον φερέγγυες νομικές οντότητες στην Κύπρο: • Χορηγήσεις ονομαστικής αξίας €7.371εκ. • Ακίνητη περιουσία στις ελεύθερες περιοχές ύψους €681εκ και όλη η ακίνητη περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. • Μετρητά και καταθέσεις σε τράπεζες €81εκ. • Συμμετοχές σε εταιρείες εμπορικού τομέα και άλλα περιουσιακά στοιχεία €121εκ.
- Η Εναγόμενη είναι Συνεργατική Εταιρεία η οποία συστάθηκε νόμιμα και λειτουργεί καθόλα κανονικά σύμφωνα με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985 ως αυτός έχει τροποποιηθεί και η οποία ταυτόχρονα είχε άδεια να λειτουργεί ως Πιστωτικό Ίδρυμα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 31.8.2018 αποφάσισε να προχωρήσει με απόσυρση της άδειας της Εναγόμενης να λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα, με ισχύ από 3.9.2018 ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε η συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης και της Ελληνικής Τράπεζας για τη μεταφορά στοιχείων του ενεργητικού της. Η εν λόγω απόφαση λήφθηκε μετά που η Εναγόμενη παρέδωσε εκούσια την εν λόγω άδεια της, έχοντας υπόψη ότι με την αναφερόμενη μεταφορά στην Ελληνική Τράπεζα δεν θα παρέμεναν πλέον με την Εναγόμενη καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια προς το κοινό και ως εκ τούτου δεν θα πληρούσε τον ορισμό ''πιστωτικό ίδρυμα''. Το γεγονός αυτό σίγουρα δεν αποτελεί εμπόδιο για την είσπραξη των οφειλόμενων σε αυτήν ποσών.
- Ο Ενάγων, ο οποίος δεν αμφισβητεί την εκταμίευση του δανεισθέντος ποσού, στην συνέχεια, με διάφορους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα και επικαλούμενος νομικές συμβουλές που δεν ευσταθούν, επικαλείται ακυρότητα των συμφωνηθέντων και απαλλαγή από τις υποχρεώσεις του.
- Ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα, έχει ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να καταστήσει το δάνειο απαιτητό, κάτι το οποίο διαψεύδεται από τις ειδοποιήσεις που ο ίδιος επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3, καθώς και από πολλές άλλες σχετικές ειδοποιήσεις που ο Ενάγων παρέλαβε προηγουμένως, όπως η ειδοποίηση ημερομηνίας 16.1.2012, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Το παραχωρηθέν στον Ενάγοντα δάνειο, δεν έχει χρεωθεί με επιτόκιο που ήταν μεγαλύτερο από το αρχικά συμφωνηθέν. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2, αναλυτική κατάσταση τύπου LNQ-91A για το υπ' αναφορά δάνειο, η οποία επιβεβαιώνει το εκάστοτε επιτόκιο που έχει χρεωθεί το συγκεκριμένο δάνειο, που ήταν το συμφωνηθέν επιτόκιο 7,25% μέχρι την 30.1.2010 και ακολούθως 6,75% μετά την 31.1.2010, ήτοι 0.50% χαμηλότερο από το αρχικά συμφωνηθέν επιτόκιο 7,25%. Σημειώνεται δε ότι παρά το γεγονός ότι η Συμφωνία Δανείου προνοεί την κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο, η κεφαλαιοποίηση των τόκων γινόταν μόνο την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
- Επίσης, ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα έχουν οι ισχυρισμοί, ότι το υπ' αναφορά δάνειο χρεωνόταν με παράνομο τόκο υπερημερίας μεγαλύτερο από τον συμβατικό με έξοδα ή δικαιώματα ή τραπεζικές χρεώσεις κατά παράβαση των συμφωνηθέντων ή οποιουδήποτε Νόμου.
- Το αξιούμενο με την Ανταπαίτηση ποσό από τον Ενάγοντα για το υπ' αναφορά δάνειο, ως και το ποσό των €116.759,57 που αναφέρεται ως υπόλοιπο κατά την 12.12.2017, στην κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει τις ειδοποιήσεις που ο Ενάγων επισυνάπτει στην Ένορκη Δήλωση Α ως Τεκμήριο 3, δεν περιλαμβάνει εκτός από τους χρεωθέντες τόκους που χρεώθηκαν όπως προαναφέρω, οτιδήποτε άλλο, εκτός: (α) Έξοδα τήρησης λογαριασμού περίπου €466,
- (β) Έξοδα ασφάλισης ζωής του Ενάγοντα περίπου €1.839,
- (γ) Τόκο Υπερημερίας 1% €854,
- (δ) Άλλα συνήθη τραπεζικά έξοδα (εκτιμήσεις ενυπόθηκου ακινήτου, πιστοποιητικά έρευνας) €599,
- Σχετικά επισυνάπτω σχετική Κατάσταση Λογαριασμού ως Τεκμήριο
- Η Εναγόμενη και ειδικότερα οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες που διεδέχθει, είχαν ως προϋπόθεση για παραχώρηση στα Μέλη των δανείου, όπως ο ενάγων ήταν, την υποχρέωση συμμετοχής σε Ομαδικό Σχέδιο Ασφάλισης Ζωής που διατηρούσαν, στο οποίο ο Ενάγων κατόπιν αίτησης του, συμμετείχε καλυπτόμενος και επωφελούμενος των συναφών ωφελημάτων και καλύψεων για όλη την περίοδο, από την παραχώρηση του δανείου μέχρι και τα μέσα του
- Ο ενάγων, παρά το ότι τουλάχιστο μια φορά κάθε έτος παρελάμβανε κατάσταση λογαριασμού σχετικά με το υπ' αναφορά δάνειο, ουδέποτε αμφισβήτησε το υπόλοιπο ή οποιανδήποτε χρέωση.
- Η Εναγόμενη με την Ειδοποίηση Τύπου ''Ι'' αξιώνει το ποσό των €116.759,57 πλέον τόκο προς 6,75% από 1.1.2017, πλέον €12,00 έξοδα. Για τους σκοπούς της παρούσας Ένορκης Δήλωσης έχει ετοιμαστεί αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 στην οποία: - Χρεώθηκε επιτόκιο 7,25% από την έκδοση μέχρι την 30.1.2010 και από 31.1.2010 επιτόκιο 6,75%. - Ο τόκος κεφαλαιοποιείται μία φορά το χρόνο. - Χρησιμοποιήθηκε διαιρέτης 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. - Έχουν πιστωθεί όλες οι σχετικές πληρωμές. - Δεν έχει χρεωθεί οποιοσδήποτε τόκος υπερημερίας, ασφάλιστρα, έξοδα τήρησης λογαριασμού ή οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Το υπόλοιπο της αναφερόμενης αναδομημένης Κατάστασης Λογαριασμού την 12.12.2017, η οποία είναι αντίστοιχη ημερομηνία του υπολοίπου που φέρει η Ειδοποίηση Τύπου «Ι», είναι €111.186,70σ. πλέον τόκο προς 6,75% από 1.01.
- Δηλαδή εάν όλοι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα επιτύχουν, το ποσό το οποίο θα δικαιούται ο ενάγων σε περίπτωση που η Εναγόμενη προχωρήσει σε εκποίηση της Υποθήκης και εισπράξει ολόκληρο το ποσό που απαιτεί ανέρχεται σε €5.572,87σ.
- Όσων αφορά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι τα έγγραφα Υποθήκης (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Α) υπογράφηκαν μετά τη Συμφωνία Δανείου σημειώνω ότι ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών στην παράγραφο 1 της Συμφωνίας Δανείου, το προϊόν του Δανείου θα ήταν στη διάθεση του Ενάγοντα αφού υπογραφούν τα απαραίτητα έγγραφα εξασφάλισης όπως και έγινε.
- Ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα, έχουν οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα ότι τα έγγραφα δανείου ή υποθήκης δεν έχουν χαρτοσημανθεί ή παρουσιάζουν οποιαδήποτε διάσταση προς οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ή στερούνται αντιπαροχής ή είναι άκυρα ή έχουν μολυνθεί από παρανομία και αφού έχουν χαρτοσημανθεί, έχουν κατατεθεί καθόλα νόμιμα και κανονικά και είναι εγγεγραμμένα στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, αφού έχουν καταβληθεί τα απαιτούμενα τέλη. Το Τεκμήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης Α είναι σχετικό.
- Ως πιστεύω και ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι της Εναγόμενης με την υπ' αναφορά αίτηση του, ο ενάγων ουδεμία από τις προϋποθέσεις που η Νομολογία προβλέπει ως απαραίτητες για την παραχώρηση ενδιάμεσης θεραπείας, στοιχειοθετεί και ο Ενάγων, ο οποίος παραδέχεται ότι υπέγραψε τα έγγραφα που επισυνάπτει ως τεκμήρια 1&2 και την εκταμίευση του συμφωνηθέντος δανείου, με τους πραγματικά και νομικά ανυπόστατους ισχυρισμούς του, απλώς επιδιώκει να αποστερήσει την Εναγόμενη από την διεκδίκηση των νομίμως οφειλόμενων από αυτόν.
- Ο Ενάγων ούτε καλή βάση αγωγής αποκαλύπτει, ούτε οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, ούτε οποιανδήποτε πιθανότητα να είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν οι ασαφείς και αόριστοι ισχυρισμοί του τελικά αποδειχθεί ότι ευσταθούν σε κάποιο βαθμό. Περαιτέρω κανένα Συνταγματικό ή άλλο δικαίωμα του πλήττεται. Η δε διαδικασία εκποίησης ως αυτή προβλέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 ως με ενημερώνουν οι Δικηγόροι της Εναγόμενης είναι καθόλα σύμφωνη με το Σύνταγμα.
- Ο Ενάγων παραγνωρίζει ότι το δικαίωμα της Εναγόμενης να προχωρήσει στα διαβήματα, που η Νομοθεσία αλλά και οι συμφωνίες που ο ίδιος υπέγραψε, έχει δημιουργηθεί από την παράλειψη του να τηρεί τα συμφωνηθέντα και ειδικότερα να αποπληρώνει το δάνειο που έλαβε. Παραγνωρίζει δε τα δικαιώματα που η Εναγόμενη επίσης έχει.
- Και εάν ακόμη η Εναγόμενη, μετά την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση που το προϊόν της πώλησης είναι αρκετό για να καλύψει ολόκληρη την αξίωση της, κατακρατήσει από το προϊόν αυτό οποιοδήποτε ποσό που δεν δικαιούται, είναι βέβαιο ότι ο Ενάγων ουδεμία ζημία θα υποστεί και είναι βέβαιο ότι στην απομακρυσμένη αυτή περίπτωση, ο Ενάγων θα μπορεί να ανακτήσει τέτοιο ποσό, ιδίως αφού ο ίδιος οφείλει επιπρόσθετα του υπ' αναφορά δανείου και τα υπόλοιπα των δανείων που αναφέρονται στην Ανταπαίτηση, ως επιβεβαιώνεται από έγγραφα και στοιχεία που έχω στην κατοχή μου.
- Αντίθετα, εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, είναι πολύ πιθανό η Εναγόμενη να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία, αφού η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου δεν θα αυξάνει στον χρόνο που θα μεσολαβήσει, καλύπτοντας το επιτόκιο του ήδη προ πολλού μη εξυπηρετούμενου δανείου του Ενάγοντα.
- Σε οποιαδήποτε περίπτωση, εάν το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρεί ότι θα πρέπει να παραχωρήσει την ζητούμενη ενδιάμεση θεραπεία, προς προστασία των δικαιωμάτων και της Εναγόμενης, θα πρέπει να εξαρτήσει την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος από την παραχώρηση ουσιαστικής εξασφάλισης, που υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να είναι άλλη από Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή, που να διασφαλίζει την πληρωμή στην Εναγόμενη οποιουδήποτε ποσού που θα επιβεβαιωθεί Δικαστικά ότι οφείλεται για το υπ' αναφορά δάνειο.
- Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, ζητώ την απόρριψη της αίτησης του Ενάγοντα με έξοδα». ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα: Τα πιο κάτω γεγονότα και οι έγγραφες συμφωνίες μεταξύ των μερών ως αυτά εμφανίζονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αφενός την αίτηση και αφετέρου την ένσταση είναι παραδεκτά ή δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον ενάγοντα είτε με αντεξέταση της κας Αγά για όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της. Δεν αμφισβητείται το δικαίωμα της εναγόμενης, η οποία είναι η διάδοχος και η δικαιούμενη να εισπράξει το Δάνειο που η Σ.Π.Ε. Ορεινών Θέρετρων Λεμεσού η οποία είχε παραχωρήσει στον ενάγοντα στις 10.2.2009 δάνειο ή πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς και ότι είναι ο δικαιούχος και ενυπόθηκος δανειστής της Υποθήκης του επίδικου κτήματος. Ο ενάγων παραδέχεται στις παρ. 5, 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης του την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου, της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου και του Εγγράφου Υποθήκης όπως και την παραλαβή από τον ίδιο της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» και «Θ». Ο Ενάγων δεν αμφισβητεί την παραχώρηση/ εκταμίευση του δανείου που παραχωρήθηκε σε αυτόν αλλά το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Δεν αμφισβητούνται επίσης τα περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης. Ούτε αμφισβητούνται οι διεργασίες της απορρόφησης της από την Ελληνική Τράπεζα. Γίνεται επίσης παραδεκτό ότι ο ενάγων παρέλαβε την Ειδοποίηση ημερομηνίας 16.1.2012 με την οποία η Σ.Π.Ε. Ορεινών Θέρετρων Λεμεσού τον ειδοποίησε, μεταξύ άλλων, ότι εάν εντός 30 ημερών από την αποστολή της σχετικής ειδοποίησης δεν άρει τις παραβάσεις και/ή καταθέσει χρήματα για να εξοφληθούν οι ληξιπρόθεσμες δόσεις, τότε με τη λήξη των εν λόγω 30 ημερών και χωρίς άλλη ειδοποίηση, η Συμφωνία Δανείου θα θεωρηθεί ότι ανακλήθηκε οπότε και ολόκληρο το υπόλοιπο του Δανείου πλέον τόκοι και έξοδα θα καταστούν άμεσα πληρωτέα και απαιτητά. Ως φαίνεται και από την Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμ 3 στην ΕΔ Αγά), ουδέν ποσό καταβλήθηκε μετά την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 16.1.
- Παρά το γεγονός ότι η Συμφωνία Δανείου (Τεκμ. 1 στην ΕΔ του αιτητή) προνοούσε ότι η αποπληρωμή του Δανείου θα γίνει με 204 μηνιαίες δόσεις από €652,31 η κάθε μία, της πρώτης πληρωτέας την 10.04.2009, όπως φαίνεται από την Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμ. 3 στην ΕΔ του αιτητή, ο ενάγων παρέλειψε να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του από τις αρχές του
- Η κα Αγά στην ΕΔ της αναφέρει τα ακόλουθα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν διά της αντεξέτασης της: Το παραχωρηθέν στον ενάγοντα δάνειο, δεν έχει χρεωθεί με επιτόκιο που ήταν μεγαλύτερο από το αρχικά συμφωνηθέν. Επισυνάπτει δε ως Τεκμ. 2 στην ΕΔ της αναλυτική κατάσταση τύπου LNQ-91A για το υπ' αναφορά δάνειο, η οποία επιβεβαιώνει το εκάστοτε επιτόκιο που έχει χρεωθεί το συγκεκριμένο δάνειο, ήταν το συμφωνηθέν επιτόκιο 7,25% μέχρι την 30.01.2010 και ακολούθως 6,75% μετά την 31.01.2010, ήτοι 0.50% χαμηλότερο από το αρχικά συμφωνηθέν επιτόκιο 7,25%. Παρά το γεγονός ότι η Συμφωνία Δανείου προνοεί την κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο, η κεφαλαιοποίηση των τόκων γινόταν μόνο την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω ότι το ποσό των €116.759,57σ. που αναφέρεται ως υπόλοιπο κατά την 12.12.2017, στην κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει τις ειδοποιήσεις που ο Ενάγων επισυνάπτει στην ΕΔ του ως Τεκμ. 3, ποσό με το οποίο προωθείται ουσιαστικά από την εναγόμενη η διαδικασία εκποίησης, δεν περιλαμβάνει εκτός από τους χρεωθέντες τόκους που χρεώθηκαν όπως προαναφέρεται, οτιδήποτε άλλο, εκτός: (α) Έξοδα τήρησης λογαριασμού περίπου €466,
- (β) Έξοδα ασφάλισης ζωής του Ενάγοντα περίπου €1.839,
- (γ) Τόκο Υπερημερίας 1% €854,
- (δ) Άλλα συνήθη τραπεζικά έξοδα (εκτιμήσεις ενυπόθηκου ακινήτου, πιστοποιητικά έρευνας) €599,
- Η Κατάσταση Λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. 3 στην ΕΔ Αγά είναι σχετική. Η εναγόμενη και ειδικότερα οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες που διαδέχθηκε, ως αναφέρει η κα Αγά, είχαν ως προϋπόθεση για παραχώρηση στα Μέλη των δανείου, όπως ήταν και ο ενάγων, την υποχρέωση συμμετοχής σε Ομαδικό Σχέδιο Ασφάλισης Ζωής που διατηρούσαν, στο οποίο ο ενάγων κατόπιν αίτησης του, συμμετείχε καλυπτόμενος και επωφελούμενος των συναφών ωφελημάτων και καλύψεων για όλη την περίοδο, από την παραχώρηση του δανείου μέχρι και τα μέσα του
- Προς τούτο και οι σχετικές χρεώσεις. Ο ενάγων, παρά το ότι τουλάχιστο μια φορά κάθε έτος παρελάμβανε κατάσταση λογαριασμού σχετικά με το υπ' αναφορά δάνειο, ουδέποτε αμφισβήτησε το υπόλοιπο ή οποιανδήποτε χρέωση. Η εναγόμενη με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» αξιώνει το ποσό των €116.759,57σ. πλέον τόκο προς 6,75% από 1.1.2017, πλέον €12,00 έξοδα. Για τους σκοπούς της Ένορκης Δήλωσης Β έχει ετοιμαστεί αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. 4 στην ΕΔ Αγά. Σύμφωνα με αυτή: - Χρεώθηκε επιτόκιο 7,25% από την έκδοση μέχρι την 30.01.2010 και από 31.01.2010 επιτόκιο 6,75%. - Ο τόκος κεφαλαιοποιείται μία φορά το χρόνο. - Χρησιμοποιήθηκε διαιρέτης 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. - Έχουν πιστωθεί όλες οι σχετικές πληρωμές. - Δεν έχει χρεωθεί οποιοσδήποτε τόκος υπερημερίας, ασφάλιστρα, έξοδα τήρησης λογαριασμού ή οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Το υπόλοιπο της αναφερόμενης αναδομημένης Κατάστασης Λογαριασμού την 12.12.2017, η οποία είναι αντίστοιχη ημερομηνία του υπολοίπου που φέρει η Ειδοποίηση Τύπου «Ι», είναι €111.186,70σ. πλέον τόκο προς 6,75% από 1.01.
- Δηλαδή όπως αναφέρει η κα Αγά στην ΕΔ της, εάν όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος επιτύχουν, το ποσό το οποίο θα δικαιούται ο ενάγων σε περίπτωση που η εναγόμενη προχωρήσει σε εκποίηση της Υποθήκης και εισπράξει ολόκληρο το ποσό που απαιτεί ανέρχεται σε €5.572,87σ. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος διαψεύδονται από την κα Αγά στην ΕΔ της, και δεν αντεξετάστηκε επ' αυτών, ότι τάχα τα έγγραφα δανείου ή υποθήκης δεν έχουν χαρτοσημανθεί ή παρουσιάζουν οποιαδήποτε διάσταση προς οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ή στερούνται αντιπαροχής ή είναι άκυρα ή έχουν μολυνθεί από παρανομία και αφού έχουν χαρτοσημανθεί, έχουν κατατεθεί καθόλα νόμιμα και κανονικά και είναι εγγεγραμμένα στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, αφού έχουν καταβληθεί τα απαιτούμενα τέλη. Το ίδιο το Τεκμ. 2 της ΕΔ του αιτητή διαψεύδει τους ισχυρισμούς του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Οι αρχές για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων έχουν καθοριστεί σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων. Ενδεικτικά να αναφέρω την σχετικά πρόσφατη απόφαση η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited,
(2013)1 Α.Α.Δ.1235 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Όσον αφορά της απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 CLR 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788, Ζωντίλης v. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C. Kokkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149.» Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Στην Πολιτική Έφεση 6371, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clear interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to flight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect». Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση των επίδικων θεμάτων. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Το άρθρο 4 του κεφαλαίο 6 εφαρμόζεται όταν αξιώνεται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής [βλ. Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Apartments
(1994)1 A.A.D. 389]. Το άρθρο 4
(1)του Κεφαλαίου 6 έχει ως εξής: «4.
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης». Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΕΚΔΟΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Α. Ύπαρξη Σοβαρού Ζητήματος προς Εκδίκαση και Ύπαρξη Πιθανότητας Να Δικαιούται ο Αιτητής σε Θεραπεία. Σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη Πολιτική Έφεση 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited (πιο πάνω) αυτά που απαιτούνται για ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 είναι: «Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο ενάγων είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Περαιτέρω, στην υπόθεση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα, κ.ά. v. Άννας Χρυσάνθου, κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.253 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others [1976] 3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:- «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law». Πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία: Δεν προβάλλεται καμία βάσιμη μαρτυρία σχετικά με τις αξιώσεις του ενάγοντος και όπως τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν πρόκειται για ατεκμηρίωτους και γενικούς ισχυρισμοούς. Ο ενάγων με την Έκθεση Απαίτησης του αξιώνει: Α) Απόφαση που να αναγνωρίζει ως άκυρη και παράνομη και/ή ως άνευ αποτελέσματος τη Συμφωνία Δανείου και τη Συμφωνία Υποθήκης (Αξιώσεις Α και Β, παράγραφος 10 της Έκθεσης Απαίτησης). Β) Διαζευκτικά απόφαση ότι ο ενάγων δεν οφείλει στην Εναγόμενη το ποσό που απαιτεί με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» και/ή ότι ο ενάγων δεν της οφείλει οποιοδήποτε ποσό (Αξιώσεις Γ και Δ της Έκθεσης Απαίτησης). Ο ενάγων, ο οποίος δεν αμφισβητεί την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών και την εκταμίευση του δανεισθέντος ποσού, με διάφορους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, επικαλούμενος νομικές συμβουλές επικαλείται ακυρότητα των συμφωνηθέντων και απαλλαγή από τις υποχρεώσεις του. Συγκεκριμένα προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: α) το Δάνειο δεν κατέστη απαιτητό. β) ισχυρισμούς περί παράβασης του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/1999 συνεπεία μονομερούς αύξησης του επιτοκίου και παράνομης επιβολής τόκου υπερημερίας. γ) ισχυρισμούς περί παράνομων χρεώσεων του σχετικού λογαριασμού με έξοδα, δικαιώματα και τραπεζικές χρεώσεις βάσει της πρόνοιας 3β της Συμφωνίας Δανείου, η οποία είναι άκυρη δυνάμει του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/
- Περαιτέρω, προβάλλονται ισχυρισμοί ότι δυνάμει του ίδιου Νόμου είναι παράνομος ο υπολογισμός του τόκου, λαμβάνοντας ως διαιρέτη το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες. δ) τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς, ο ενάγων επικαλείται και όσων αφορά τις Συμβάσεις Υποθήκης (Τεκμ.3 στην ΕΔ του αιτητή). ε) περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Συμφωνίες Υποθήκης υπογράφτηκαν μεταγενέστερα της Συμφωνίας Δανείου, ήτοι στις 18.2.2009 και ως εκ τούτου αφορά παρελθούσα αντιπαροχή και είναι άκυρη δυνάμει του Αρ. 22 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου. στ) η Συμφωνία Υποθήκης είναι άκυρη γιατί εξ' όσων ''γνωρίζει και θυμάται'' το πρόσωπο που υπέγραψε εκ μέρους της Εναγόμενης δεν προσκόμισε πληρεξούσιο, ούτε αυτό ήταν προσηκόντως κεκυρωμένο παρά της αρμόδιας αρχής, ούτε χαρτοσημασμένο σύμφωνα με το Άρθρο 10 του Ν.9/
- Η δε σύμβαση Υποθήκης δεν ήταν χαρτοσημασμένη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 21γ του Νόμου 9/
- Σχολιασμός των πιο πάνω ισχυρισμών α) Το Δάνειο δεν κατέστη απαιτητό. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το Δάνειο δεν κατέστη απαιτητό, ενώ του έχει παραδοθεί η επιστολή ημερομηνίας 16.1.2012, Τεκμ. 1 στην ΕΔ Αγά. Ως εκ τούτου ο αναφερόμενος ισχυρισμός του είναι ανεδαφικός και απορρίπτεται. β) Ισχυρισμοί περί παράβασης του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/1999 συνεπεία μονομερούς αύξησης του επιτοκίου και παράνομης επιβολής τόκου υπερημερίας. Στην παράγραφο 12 της ΕΔ του ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η εναγομένη ''προχωρούσαν μονομερώς αυξάνοντας το επιτόκιο του δανείου, του Περιθωρίου του Επιτοκίου και/ή του Συνολικού Επιτοκίου''. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του ενάγοντος, οι οποίοι παραμένουν μετέωροι αφού δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να τους αποδεικνύει θετικά, αντικρούονται από την προσκομισθείσα από την εναγόμενη μαρτυρία ΕΔ Αγά παρ. 10 σύμφωνα με την οποία, το παραχωρηθέν Δάνειο δεν χρεώθηκε με επιτόκιο μεγαλύτερο από το αρχικά συμφωνηθέν. Σχετικά επισυνάπτεται ως Τεκμ. 2 αναλυτική κατάσταση διακύμανσης επιτοκίου τύπου LNQ-91Α η οποία επιβεβαιώνει ότι το Δάνειο χρεωνόταν με επιτόκιο 7,25% (ως είχε συμφωνηθεί στη Συμφωνία Δανείου) μέχρι την 30.1.2010, και ακολούθως με 6,75% μετά την 31.1.2010, δηλαδή 0,5% χαμηλότερο από το αρχικά συμφωνηθέν. Στις παραγράφους 14 και 15 της ΕΔ του ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας μέχρι το 2014 ήταν παράνομη και χωρίς οποιαδήποτε θετική μαρτυρία στην οποία να βασίζει τις θέσεις του ισχυρίζεται ότι ''η εναγομένη χρέωναν ως τόκο υπερημερίας μεγαλύτερο από τον συμβατικό που προβλέπεται στη σχετική ρήτρα 3β της Συμφωνίας, αφού κατά καιρούς έφτανε στο επιπρόσθετο επιτόκιο του 5%''. Αντίθετα, η εναγόμενη στην παράγραφο 12 της ΕΔ Αγά, επισυνάπτει ως Τεκμ. 3 σχετική Κατάσταση Λογαριασμού στην οποία φαίνονται οι χρεώσεις τόκου υπερημερίας με τη δικαιολογία ''ΕΠΙΒ. ΚΑΘ. ΤΟΚΟΙ'' οι οποίοι συμποσούνται σε €854,38σ. και οι οποίοι υπολογίζονταν σε ποσοστό 1% ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών στην παράγραφο 3 της Συμφωνίας Δανείου. Θα πρέπει δε να σημειωθεί, ότι ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμος Άρθρο 3 (ιβ) ως τροποποιήθηκε, σε καμία περίπτωση δεν απαγορεύει την επιβολή τόκου υπερημερίας σε ποσοστό κάτω του 2%, ούτε επιβάλλει οποιουσδήποτε όρους για την χρέωση του (π.χ. όπως το βάρος απόδειξης οποιασδήποτε ζημιάς). Αντίθετα επιτρέπει υπό τους όρους που καθορίζονται και την επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν του 2%. Η κα Δημητριάδου Ανδρέου, ΠΕΔ, στην Αγωγή 4763/2013 Ε.Δ. Λάρνακας Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v.
- Alentia Ltd, κ.ά. είναι σχετική και συμφωνώ με το πιο κάτω απόσπασμα το οποίο υιοθετείται και για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης: «Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η επίδικη Σύμβαση έχει τερματιστεί στις 10.07.2013 δεν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(α) του Άρθρου 3 ανωτέρω. Τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του ίδιου Άρθρου. Εκείνο το οποίο προκύπτει από το εν λόγω εδάφιο είναι ότι, ενώ δεν απαγορεύεται η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, στην έκταση που το επιβληθέν επιτόκιο υπερημερίας ξεπερνά το 2% υπάρχει αποδεικτικό τεκμήριο ότι αυτό δεν είναι δικαιολογημένο. Πρόκειται, ωστόσο, για μαχητό τεκμήριο εφόσον το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί, προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία, να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας μεγαλύτερου του 2% αντανακλά και αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι ότι το τεκμήριο ανατρέπεται και το Πιστωτικό Ίδρυμα δικαιούται στον τόκο που διεκδικεί στη βάση επιτοκίου υπερημερίας που ξεπερνά το 2%». γ) Ισχυρισμοί περί παράνομων χρεώσεων του σχετικού λογαριασμού με έξοδα, δικαιώματα και τραπεζικές χρεώσεις βάσει της πρόνοιας 3β της Συμφωνίας Δανείου, η οποία είναι άκυρη δυνάμει του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/
- Περαιτέρω, προβάλλονται ισχυρισμοί ότι δυνάμει του ίδιου Νόμου είναι παράνομος ο υπολογισμός του τόκου, λαμβάνοντας ως διαιρέτη το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες. Ο ενάγων ισχυρίζεται στις παραγράφους 17, 18, 19 και 20 της Ένορκης Δήλωσης Α, γενικά και αόριστα ότι το Δάνειο επιβαρυνόταν με έξοδα, δικαιώματα και χρεώσεις δυνάμει της ρήτρας 3β της Συμφωνίας Δανείου, η οποία είναι καταχρηστική και για τα οποία δεν ενημερώθηκε. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη λάμβαναν ως διαιρέτη για τον υπολογισμό του τόκου τις 360 ημέρες αντί τις 365 ή
- Αντίθετα, η εναγόμενη στην παράγραφο 12 της ΕΔ Αγά, επισυνάπτει σχετική Κατάσταση Λογαριασμού ως Τεκμ. 3 και σημειώνει ότι εκτός από τους χρεωθέντες τόκους που αναφέρονται στην παράγραφο β πιο πάνω, έχουν χρεωθεί στον σχετικό λογαριασμό €466,50σ. έξοδα τήρησης λογαριασμού, €1.839,43σ. έξοδα ασφάλισης ζωής του Ενάγοντα, €854,38σ. τόκος υπερημερίας εκ 1% και άλλα συνήθη τραπεζικά έξοδα (εκτιμήσεις, πιστοποιητικά έρευνας) €599,25σ. Όσον αφορά τα έξοδα ασφάλισης ζωής είναι η θέση της Εναγόμενης (παρ. 13 της ΕΔ Αγά) ότι ήταν προϋπόθεση των σχετικών Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών, για παραχώρηση δανείου στα Μέλη τους, όπως ο ενάγων, να συμμετέχουν σε Ομαδικό Σχέδιο Ασφάλισης Ζωής, στο οποίο ο ενάγων κατόπιν αίτησης του συμμετείχε, καλυπτόμενος και επωφελούμενος των συναφών ωφελημάτων και καλύψεων. Ο ενάγων παραλάμβανε Κατάσταση Λογαριασμού τουλάχιστον μία φορά κάθε έτος και ουδέποτε αμφισβήτησε το υπόλοιπο ή οποιανδήποτε χρέωση (παρ. 14 της ΕΔ Αγά). Η εναγόμενη για τους σκοπούς της ΕΔ Αγά, ετοίμασε Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού στην οποία: - Χρεώθηκε το συμφωνηθέν επιτόκιο 7,25% από την έκδοση μέχρι την 30.1.2010 και από 31.1.2010 επιτόκιο 6,75%. - Ο τόκος κεφαλαιοποιείται μία φορά το χρόνο. - Χρησιμοποιήθηκε διαιρέτης 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. - Έχουν πιστωθεί όλες οι σχετικές πληρωμές. - Δεν έχει χρεωθεί οποιοσδήποτε τόκος υπερημερίας, ασφάλιστρα, έξοδα τήρησης λογαριασμού ή οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Η αναφερόμενη αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού έχει υπόλοιπο €111.186,70σ. πλέον τόκο 6,75% από 1.01.2017 σε αντίθεση με το υπόλοιπο ίδιας ημερομηνίας που φέρει η Ειδοποίηση Τύπου ''Ι'' με την οποία αξιώνεται το ποσό των €116.759,57σ. πλέον τόκο προς 6,75% από 1.01.2017, πλέον €12,00 έξοδα. Δηλαδή εάν όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος σε σχέση με τις ισχυριζόμενες ''παράνομες χρεώσεις'' επιτύχουν το ποσό το οποίο ο ενάγων θα δικαιούται σε επιστροφή, σε περίπτωση που η εναγόμενη προχωρήσει με την εκποίηση και εισπράξει ολόκληρο το αξιούμενο ποσό, θα είναι το ποσό των €5.572,87σ. (παρ. 15 ΕΔ Αγά). Σε κάθε περίπτωση, το Άρθρο 6 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/1996 προνοεί ότι: «6.-
(1)Παρά τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δε δεσμεύει τον καταναλωτή.
(2)Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα». Ως εκ των πιο πάνω ακόμα και εάν ήθελε κριθεί ότι η πρόνοια που περιέχεται στη Συμφωνία Δανείου για χρέωση εξόδων ή υπολογισμό του τόκου με διαιρέτη το έτος που αποτελείται από 360 ημέρες είναι καταχρηστική, το αποτέλεσμα θα είναι ότι η αναφερόμενη ρήτρα δεν θα δεσμεύει τον ενάγοντα, οι δε υπόλοιπες πρόνοιες των σχετικών συμφωνιών θα εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη. Ο ενάγων δεν έχει ισχυριστεί ή αποδείξει ότι οι μεταξύ των μερών εγγραφές δεν μπορούν να συνεχιστούν χωρίς τις ισχυριζόμενες ''καταχρηστικές'' ρήτρες. δ) τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς, ο ενάγων επικαλείται και όσον αφορά τις Συμβάσεις Υποθήκης (Τεκμ. 3 στην ΕΔ του αιτητή). Ο ενάγων στις παραγράφους 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33 και 34 της ΕΔ του επαναλαμβάνει τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς του και σε σχέση με τη Συμφωνία Υποθήκης, η οποία έχει πανομοιότυπους όρους με την Συμφωνία Δανείου. Τα όσα όμως έχουν αναφερθεί στις πιο πάνω παρ. α, β και γ ισχύουν και εδώ και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν ε) περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Συμφωνίες Υποθήκης υπογράφτηκαν μεταγενέστερα της Συμφωνίας Δανείου, ήτοι στις 18.2.2009 και ως εκ τούτου αφορά παρελθούσα αντιπαροχή και είναι άκυρη δυνάμει του Αρ. 22 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Άρθρο 22 του Νόμου επιτρέπει τη σύσταση υποθήκης για την εκπλήρωση υφιστάμενης υποχρέωσης. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι ως φαίνεται και στη σχετική Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμ. 3 στην ΕΔ Αγά), το ποσό των €77.000,00 ήταν στη διάθεση του Ενάγοντα στις 21.02.2009, μετά την υπογραφή των Συμφωνιών Υποθήκης και την καταχώρηση αυτών στο Κτηματολόγιο, ως η μεταξύ των μερών συμφωνία στη παράγραφο 1 της Συμφωνίας Δανείου. στ) η Συμφωνία Υποθήκης είναι άκυρη γιατί εξ' όσων ''γνωρίζει και θυμάται'' ο ενάγων, το πρόσωπο που υπέγραψε εκ μέρους της εναγόμενης δεν προσκόμισε πληρεξούσιο, ούτε αυτό ήταν προσηκόντως κεκυρωμένο παρά της αρμόδιας αρχής, ούτε χαρτοσημασμένο σύμφωνα με το Άρθρο 10 του Ν.9/
- Η δε σύμβαση Υποθήκης δεν ήταν χαρτοσημασμένη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 21γ του Νόμου 9/
- Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του ενάγοντος κρίνονται ως γενικοί και αόριστοι. Διαφορετική διάσταση καταδεικνύει η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την εναγόμενη στην παράγραφο 17 της ΕΔ Αγά ότι ουδεμία έχουν σχέση με την πραγματικότητα οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι τα έγγραφα δανείου ή υποθήκης δεν έχουν χαρτοσημανθεί ή παρουσιάζουν οποιαδήποτε διάσταση προς οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ή στερούνται αντιπαροχής ή είναι άκυρα ή έχουν μολυνθεί από παρανομία και αφού έχουν χαρτοσημανθεί, έχουν κατατεθεί καθόλα νόμιμα και κανονικά και είναι εγγεγραμμένα στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, αφού έχουν καταβληθεί τα απαιτούμενα τέλη, έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Το δε Τεκμ. 2 της ΕΔ του αιτητή είναι σχετικό. ζ) Γενικός και Αόριστος ισχυρισμός περί παραβίασης Νομοθετικών και Συνταγματικών Δικαιωμάτων Περαιτέρω, κανένα Συνταγματικό ή άλλο δικαίωμα του ενάγοντος πλήττεται και η διαδικασία εκποίησης ως αυτή προβλέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου και η αναδρομική ισχύς του Τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018 είναι καθόλα σύμφωνα με το Σύνταγμα ως πρωτοδίκως έχει αποφασιστεί σε σωρεία αποφάσεων. Ο ενάγων παραγνωρίζει ότι το δικαίωμα της εναγόμενης να προχωρήσει στα διαβήματα που θέτει η Νομοθεσία προκύπτει και από τις συμφωνίες που ο ίδιος υπέγραψε και από την παράλειψη του να τηρεί τα συμφωνηθέντα και ειδικότερα να αποπληρώνει το δάνειο που έλαβε. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγων δεν κατάφερε να αποδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τις αξιώσεις του ως αυτές αναλύονται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησής του για ακυρότητα των σχετικών Έγγραφων Συμφωνιών αλλά και σε σχέση με τις αξιώσεις του με τις οποίες αμφισβητεί το οφειλόμενο υπ' αυτού ποσό. Στην υπόθεση Αρ. Αγωγή 1417/18 ΕΔ Λευκωσίας ημερ. 11.09.2018
- F.K.S. TRADING COMPANY LTD κ.ά. v. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ο κ. Αλ. Παναγιώτου, ΠΕΔ αναφέρει σχετικά: «Όσον αφορά το αιτητικό μέρος της αγωγής για ακύρωση των συμβάσεων εγγύησης, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από την συνήγορο της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση, ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τις ενάγουσες ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, υποστηρίζεται ότι οι παράνομες χρεώσεις συμπαρασύρουν σε ακυρότητα την σύμβαση εγγύησης. Η θέση όμως αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με νομικά επιχειρήματα. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύψος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων». Εν προκειμένω ο ενάγων όχι μόνο δεν έχει αποδείξει με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει ότι έχει δυνατότητα επιτυχίας στις εγειρόμενες αξιώσεις του αλλά αντίθετα, με την Ένορκη Δήλωση του αποδέχεται την υπογραφή και συνομολόγηση των πιο πάνω συμφωνιών και την παραχώρηση του Δανείου χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να δύναται να καταδείξει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων του για ακύρωση των σχετικών συμφωνιών ή για έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την εναγόμενη. Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμα ο ενάγων επιτύχει στους αόριστους, ατεκμηρίωτους και γενικούς ισχυρισμούς του όπως διαπιστώνω, για παράνομες χρεώσεις σε καμία περίπτωση δεν μπορούν αυτοί να έχουν ως συνέπεια την ακυρότητα των μεταξύ των μερών συμφωνιών. Τα γεγονότα της υπόθεσης με οδηγούν ακόμα και στο συμπέρασμα ότι τόσο η αγωγή όσο και η επίδικη αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων έχουν καταχωρηθεί επί σκοπού με σκοπό την παρακώλυση της διαδικασίας που προνοείται στο Νόμο. Επομένως στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγων δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου
- Β. Θα Είναι Δύσκολο ή Αδύνατο να απονεμηθεί Πλήρης Δικαιοσύνη Σε Μεταγενέστερο Στάδιο Εκτός εάν Εκδοθεί το Αιτούμενο Διάταγμα Σε περίπτωση που εκποιηθεί το ενυπόθηκο ακίνητο και ακολούθως κριθεί ότι η Συμφωνία Υποθήκης ήταν εξ υπαρχής άκυρη, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστούν οι αποζημιώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των μη υλικών αποζημιώσεων για την κατ' ισχυρισμό ηθική ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Περαιτέρω, επικαλείται ο αιτητής παραβίαση των Συνταγματικών του δικαιωμάτων στην ιδιοκτησία, για προσφυγή στο Δικαστήριο και απόδοση θεραπείας. Αναφέρει επίσης ότι στο ενυπόθηκο υπάρχει κτίσμα στο οποίο διαμένει, μετά την διάσταση με τη σύζυγο του. Ο ενάγων ισχυρίζεται επίσης γενικά και αόριστα ότι η εναγόμενη είναι πλήρως αφερέγγυα και δεν είναι σε θέση να τον αποζημιώσει. Η εναγόμενη στις παρ. 6 και 7 της ΕΔ Αγά αναλύει την οικονομική της κατάσταση. Η μαρτυρία αυτή παρέμεινε αναμφισβήτητη και ως εκ τούτου απορρίπτονται οι σχετικές αιτιάσεις από πλευράς αιτητή. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη ''Διατάγματα'' στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την καταχώρηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Περαιτέρω, η κα Δημητριάδου Ανδρέου, ΠΕΔ στην απόφαση της στην Αγ. 484/2018 ΕΔ Λάρνακας Παπαδάκη v. Hellenic Bank Public Company Ltd, αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα με τα οποία συμφωνώ και υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι τυχόν εκποίηση της μόνιμης κατοικίας των Εναγόντων σε αυτό το στάδιο θα καταστήσει την παρούσα Αγωγή ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αφού αν κριθεί ότι η επίδικη υποθήκη άκυρη και/ή μη έγκυρη δεν θα υπάρχει θεραπεία αφού η κατοικία θα έχει ήδη πλειστηριασθεί. Σε τέτοια περίπτωση η ζημία των Εναγόντων, όπως αναφέρεται, θα είναι ανεπανόρθωτη τόσο σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό και ηθικό επίπεδο. Προστίθεται, ακόμη, ότι η επίδραση από τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού στα δικαιώματα των Αιτητών θα είναι μη αναστρέψιμη αφού θα απολέσουν τελεσίδικα την ακίνητη ιδιοκτησία τους ενώ τα συνταγματικά τους δικαιώματα δεν θα είναι αποτιμητά σε χρηματική αποζημίωση. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον δεν είναι άνευ σημασίας και το ότι η Αιτήτρια 1 με βάση τα στοιχεία που επικαλέστηκε η πλευρά της Εναγόμενης μέσω Πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της Ένστασης), τα οποία δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, φαίνεται να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μεριδίου σε κατοικία. Σε ό,τι αφορά τα συνταγματικά δικαιώματα που οι Αιτητές επικαλούνται αναφορικά με την ιδιοκτησία τους δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ' ης η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα». Οι αξιώσεις του ενάγοντος ως αυτές εμφανίζονται στην ΕΔ του αποτιμώνται σε χρήμα, το οποίο σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την Εναγόμενη μαρτυρία η οποία δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, ανέρχεται, εάν όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης απορριφθούν, κατά το μέγιστο, στο ποσό των €5.572,87σ. Ως εκ τούτου η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας. Σε κάθε περίπτωση, εάν το προϊόν της πώλησης είναι αρκετό για να καλύψει ολόκληρη την αξίωση της εναγόμενης, και αυτή κατακρατήσει από το προϊόν αυτό οποιοδήποτε ποσό που δεν δικαιούται, είναι βέβαιο ότι ο ενάγων ουδεμία ζημία θα υποστεί και είναι βέβαιο ότι στην απομακρυσμένη αυτή περίπτωση, ο ενάγων θα μπορεί να ανακτήσει τέτοιο ποσό, ιδίως αφού ο ίδιος οφείλει επιπρόσθετα του υπ' αναφορά δανείου και τα υπόλοιπα των δανείων που αναφέρονται στην Ανταπαίτηση, ως επιβεβαιώνεται από έγγραφα και στοιχεία που η Εναγόμενη έχει στην κατοχή της. Αντίθετα, εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι πολύ πιθανό η εναγόμενη να είναι αυτή που θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία, αφού η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου δεν θα αυξάνει στον χρόνο που θα μεσολαβήσει, καλύπτοντας το επιτόκιο του ήδη προ πολλού μη εξυπηρετούμενου δανείου του ενάγοντος. Επομένως ούτε και η 3η προϋπόθεση έχει εκπληρωθεί. Το Ισοζύγιο της Ευχέρειας / Δίκαιο και Εύλογο Το Δικαστήριο εντέλει εξετάζει κατά πόσο υπό τις περιστάσεις είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κρίνω ότι θα είναι καθόλα άδικη για τους πιο κάτω λόγους: α) Στις 10.02.2009 δυνάμει Συμφωνίας Δανείου παραχωρήθηκε στον Ενάγοντα Δάνειο ύψους €77.000,00 το οποίο θα αποπληρωνόταν δια μηνιαίων δόσεων εκ €652,31σ. της πρώτης πληρωτέας την 10.4.2009 (Τεκμ. 1 στην ΕΔ του αιτητή). β) Προς εξασφάλιση του πιο πάνω Δανείου ο ενάγων υποθήκευσε ακίνητο του στις Κάτω Πλάτρες δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου και του Εγγράφου Υποθήκης (Τεκμ. 2 στην ΕΔ του αιτητή). Τα μέρη συμφώνησαν στην παράγραφο 5 του Εγγράφου Υποθήκης ότι: «Σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό αυτό. Σε περίπτωση που παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Συνεργατική θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε μένα. Η Συνεργατική μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης αυτής για να εξοφληθούν μερικά ή συνολικά οι υποχρεώσεις τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή ή όλες η οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές». γ) Ο ενάγων παραδέχεται την υπογραφή των μεταξύ των μερών συμφωνιών και την είσπραξη του Δανείου. δ) Ο ενάγων παρέλειψε να τηρεί τα συμφωνηθέντα και ειδικότερα να αποπληρώνει το δάνειο που έλαβε (παρ. 20 της ΕΔ Αγά και Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμ.3 στην ΕΔ Αγά). ε) Η εναγόμενη 9 περίπου χρόνια μετά την παραχώρηση του Δανείου και αφού ο ενάγων παρέλειψε να τηρεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ξεκίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου προς είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους. στ) Το μέγιστο ποσό που ο ενάγων δύνανται να αμφισβητεί και το οποίο η Εναγόμενη σε κάθε περίπτωση θεωρεί ότι νόμιμα το απαιτεί, είναι το ποσό των €5.572,87σ. το οποίο είναι μηδαμινό σε σχέση με το οφειλόμενο εδώ και 10 χρόνια χρέος του το οποίο σήμερα ανέρχεται σε €116.759,57σ. πλέον τόκους. ζ) Οι αξιώσεις του ενάγοντος για παράνομες χρεώσεις αποτιμώνται σε χρήμα και η εναγόμενη δύναται να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό εισπράξει το οποίο δεν έχει δικαίωμα να εισπράξει (στην περίπτωση που το εισπράξει). Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι θα ήταν άδικο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα με το οποίο θα της απαγορευθεί ουσιαστικά για τα επόμενα χρόνια από το να προχωρήσει στις νόμιμες διαδικασίες για είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, το οποίο ο ενάγων ουσιαστικά αποδέχεται. Τα δικαιώματα της εναγόμενης για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου έχουν δημιουργηθεί κατόπιν συμφωνιών που ο ίδιος υπέγραψε και από την παράλειψη του να τηρεί τα συμφωνηθέντα. Θα εξετάσω κατά πόσο εφαρμόζεται το Άρθρο 4 Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) Η επίδικη αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων και στο Άρθρο 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Όπως έχει αναφερθεί στις Αποφάσεις Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Apartments
(1994)1 A.A.Δ. 389 το πιο πάνω Άρθρο εφαρμόζεται όταν αξιώνεται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Στην υπόθεση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα, κ.ά. v. Άννας Χρυσάνθου, κ.ά. (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Απομένει για εξέταση η έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάση το Άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Προκύπτει από το λεκτικό ότι παρέχεται στο δικαστήριο εξουσία, η άσκηση της οποίας είναι δυνητική: " The Court may---- make in the action an order----." To ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του Άρθρου δεν σημαίνει και ότι το δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η έκδοση υπόκειται στη διακριτική του εξουσία. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο το δικαστήριο πρωτόδικα ενέταξε το θέμα ήταν ορθό. Εξειδίκευσε όμως ακολούθως ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προς έκδοση διατάγματος προϋποθέτει την ύπαρξη τουλάχιστο "νομικής βάσης" που να δικαιολογεί την διεκδίκηση της επίδικης περιουσίας. Αν με αυτή τη διατύπωση το δικαστήριο εννοούσε τα εξωτερικά γνωρίσματα της αιτίας αγωγής ως το υπόβαθρο διεκδίκησης, θεωρούμε ότι έθεσε το ζήτημα πιο χαμηλά από ό,τι επιβάλλεται. Κατά την άποψη μας, η άσκηση διακριτικής εξουσίας δε θα έπρεπε να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Η διάγνωση της οποίας, όπως και στην περίπτωση των άλλων διατάξεων με τις οποίες ασχοληθήκαμε ενωρίτερα, δε μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία πρόσφορη για τον σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, ούτε δυνάμει του Άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν εδικαιολογείτο η έκδοση προσωρινού διατάγματος». Κατά την αντίληψη μου δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε ουσιώδης μαρτυρία όσον αφορά τις αξιώσεις του ενάγοντος, για ακύρωση των σχετικών συμφωνιών υποθήκης και δανείου, αλλά αντίθετα στην ΕΔ του ο ενάγων αποδέχεται την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών και τη παραχώρηση του Δανείου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγων/ αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου εκ μέρους του διατάγματος. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος/ Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής, οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο