N.G.V. Management Ltd κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 545/2011, 20/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A471 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 545/2011 Μεταξύ: 1. N.G.V. Management Ltd 2. . Βωνιάτη Εναγόντων v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Σ. Σωφρονίου με κ. Α. Σωφρονίου Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Αναστασίου με κ. Π. Παυλίδη για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν: (
- i)Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις · λόγω ισχυριζόμενων παράνομων και αδικαιολόγητων ποινικών διώξεων τους, δυσφήμησης και απώλειας κέρδους και ή ζημιάς η οποία προκλήθηκε από την παράνομη και ή αυθαίρετη κατάσχεση και κατακράτηση από τον Εναγόμενο και ή την Αστυνομία εμπορευμάτων των ιδίων και ή πελάτων τους μεταξύ των ετών 2008-2010 με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση άσκησης ελεύθερα και απρόσκοπτα της επιχείρησης τους. · λόγω ταλαιπωρίας και ή άγχους και ή εξευτελιστικής και ή ταπεινωτικής μεταχείρισης την οποία υπέστησαν λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του Εναγομένου και ή της Αστυνομίας. (
- ii)Τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω των ως άνω ενεργειών του Εναγομένου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, οι Ενάγοντες είχαν εγείρει την Αγωγή υπ΄ αρ. 3641/06 ΕΔ Λεμεσού για παρόμοια γεγονότα σε σχέση με την κατάσχεση και κατακράτηση εμπορευμάτων της Ενάγουσας 1 και τη σύλληψη και κράτηση του Ενάγοντος 2, η οποία συμβιβάστηκε με την επιδίκαση αποζημίωσης υπέρ τους. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι μεταξύ των ετών 2008-2010 η Αστυνομία προέβη σε κατασχέσεις εμπορευμάτων εισαγωγής των Εναγόντων, ήτοι διακοσμητικά μαχαίρια, σπαθιά, ξύλινα ρόπαλα, τσεκούρια κ.ά., και σε καταχώριση ποινικών υποθέσεων εναντίον τόσο των Εναγόντων όσο και τρίτων προσώπων (πελατών τους), στη βάση του ότι αυτά τα εμπορεύματα αποτελούν επιθετικά όπλα με βάση τον περί Επιθετικών Όπλων Νόμο, Κεφ. 159, στις οποίες (υποθέσεις) τελικώς όλοι αθωώθηκαν ή απαλλάγηκαν των κατηγοριών. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων ότι οι εν λόγω ενέργειες της Αστυνομίας ήταν καταχρηστικές, εκβιαστικές, αδικαιολόγητες και παράνομες, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στους Ενάγοντες και ότι λόγω της μεγάλης δημοσιότητας μέσω των τηλεοπτικών καναλιών και εφημερίδων, υπέστησαν δυσφήμηση. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται επίσης ότι η καταδίωξη συνεχίζεται με την έκθεση τέτοιων αντικειμένων ως επιθετικών όπλων σε ειδικές προθήκες στο αεροδρόμιο Πάφου, προκαλώντας φοβία στο κοινό να αγοράζει τέτοια αντικείμενα. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, αυτοί αποτάθηκαν σε διάφορες Αρχές, Υπηρεσίες και κρατικά όργανα, χωρίς θετική ανταπόκριση. Στην υπεράσπιση ο Εναγόμενος εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις ως προς το ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν την παρούσα Αγωγή λόγω δεδικασμένου, λόγω παραγραφής και λόγω μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος στον βαθμό που η απαίτηση τους αφορά και επηρεάζει τρίτα πρόσωπα. Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων, πλην της παραδοχής της ύπαρξης της παλαιότερης Αγωγής, ο Εναγόμενος δίδει στοιχεία αναφορικά με τις ποινικές υποθέσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν εναντίον των Εναγόντων και τρίτων προσώπων, με βάση τις δοθείσες λεπτομέρειες από πλευράς Εναγόντων, και ισχυρίζεται ότι για τις υποθέσεις που αφορούν στους Ενάγοντες, δεν υπήρξε κατάσχεση αντικειμένων ούτε και σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω πως οι ενέργειες της Αστυνομίας ήταν καθόλα νόμιμες καθότι οι κατασχέσεις και κατακρατήσεις έγιναν δυνάμει ενταλμάτων έρευνας και διαταγμάτων Δικαστηρίων, ενώ μετά την αθωωτική απόφαση στην ποινική υπόθεση 9912/09 ΕΔ Λάρνακας ο Εναγόμενος, στα πλαίσια της άσκησης των εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 113.2 του Συντάγματος έδωσε οδηγίες για τη διακοπή και ή αναστολή όλων των παρόμοιων εκκρεμουσών υποθέσεων και για επιστροφή των κατακρατηθέντων αντικειμένων. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, στο αεροδρόμιο Πάφου κατασχέθηκε μεγάλος αριθμός τέτοιων αντικειμένων λόγω του ότι απαγορεύεται η μεταφορά τους στις χειραποσκευές και ο υπεύθυνος ασφαλείας του αεροδρομίου, Υπαστυνόμος ΓΑ, τοποθέτησε κάποια εξ αυτών σε γυάλινες κλειδωμένες βιβλιοθήκες στο γραφείο του, όπου δεν επιτρέπεται η είσοδος σε οποιονδήποτε πολίτη εκτός αδείας του, για σκοπούς εκπαίδευσης. Τέλος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων για δυσφήμηση δεν έχουν ορθά δικογραφηθεί και επομένως δεν δύνανται να εξεταστούν, ότι ουδεμία ευθύνη υπέχει για τα δημοσιεύματα και ότι οι ισχυριζόμενες ζημιές είναι παράλογες και ή υπερβολικές και ή ατεκμηρίωτες. Στην απάντηση στην υπεράσπιση οι Ενάγοντες απορρίπτουν τις προδικαστικές ενστάσεις ως αβάσιμες και επαναλαμβάνουν τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. I. Μαρτυρία (Παράθεση, Δεκτότητα, Αξιολόγηση) και Ευρήματα Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν τρεις μάρτυρες για τους Ενάγοντες και τρεις για την πλευρά του Εναγομένου. Για τους Ενάγοντες, πρώτος μάρτυρας ήταν ο Ενάγων 2, ΜΕ1, διευθυντής και γραμματέας της Ενάγουσας 1, ο οποίος αναφέρθηκε σε όλο το ιστορικό των γεγονότων, παρουσίασε στοιχεία των ποινικών υποθέσεων, της αλληλογραφίας των Εναγόντων με διάφορα Τμήματα, δημοσιεύματα καθώς επίσης και καταστάσεις με τις ισχυριζόμενες ζημιές, ήτοι τη μείωση της εργασίας και απώλεια κερδών, της Ενάγουσας 1. Οι επόμενοι δύο μάρτυρες ήταν οι ΜΑ και ΣΚ, ΜΕ2 και 3 αντίστοιχα, πελάτες κατά τον ουσιώδη χρόνο της Ενάγουσας 1, οι οποίοι αντιμετώπισαν ποινικές υποθέσεις για τα εν λόγω εμπορεύματα και δήλωσαν ότι λόγω φόβου και ταλαιπωρίας που προκλήθηκαν από την συμπεριφορά της Αστυνομίας, αποφάσισαν να σταματήσουν να εμπορεύονται τέτοια αντικείμενα. Για τον Εναγόμενο ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο Υπ/μος ΓΑ, ΜΥ1, ο οποίος αναφέρθηκε στα γεγονότα αναφορικά με την τοποθέτηση των εν λόγω αντικειμένων εντός του γραφείου του στο αεροδρόμιο Πάφου. Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο ΓΙ, ΜΥ2, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας στο Επαρχιακό Γραφείο Πάφου. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τον σχολιασμό των καταστάσεων τις οποίες παρουσίασε ο Ενάγων 2 αναφορικά με τις ισχυριζόμενες ζημιές λέγοντας ότι αυτές είναι γενικές και ατεκμηρίωτες και δεν δίδουν την ορθή εικόνα των πωλήσεων και του περιθωρίου κέρδους. Ο ΜΥ2 κατέθεσε και σχετικά έγγραφα αναφορικά με την αλλαγή χρήσης του καταστήματος του ΜΕ3. Ο τελευταίος μάρτυρας ήταν ο ΓΠ, ΜΥ3, Λειτουργός Α στην Υπηρεσία ΦΠΑ, ο οποίος βασικά αναφέρθηκε στην απαίτηση των Εναγόντων αναφορικά με την απώλεια εισοδημάτων (κέρδους) εξηγώντας ότι σε περίπτωση επιδίκασης αποζημιώσεων στην υπό κρίση υπόθεση, το ποσό δεν υπόκειται σε ΦΠΑ. Με βάση τη μαρτυρία του Ενάγοντος 2, ΜΕ1, δεν έχει αμφισβητηθεί και επομένως γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μέχρι και σήμερα η Ενάγουσα 1 ασχολείται με την εισαγωγή εμπορευμάτων από το εξωτερικό, μεταξύ των οποίων είναι μαχαίρια, σπαθιά, ρόπαλα, τσεκούρια, σιδερογροθιές, κιάλια, πυξίδες, κυνηγετικά και είδη ψαρέματος, όπως αυτά απεικονίζονται σε δέσμη φωτογραφιών, Τεκμήριο 2. Γίνεται επίσης δεκτό ότι ο Ενάγων 2 είναι ο διευθυντής και γραμματέας της Ενάγουσας 1. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη η αναφορά του ΜΕ1 ότι η εισαγωγή και ο εκτελωνισμός των εν λόγω αντικειμένων έγιναν καθόλα νόμιμα, όπως επιμαρτυρείται μεταξύ άλλων, σε επιστολή ημ. 21.6.99 του Τμήματος Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών και σε διάφορα έγγραφα εκτελωνισμού, Τεκμήρια 3-7. Σημειώνεται πως σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, προκύπτει ότι στις 13.12.10 το Τελωνείο Λεμεσού κατακράτησε τα αντικείμενα και δεν χορήγησε άδεια παραλαβής τους μέχρι να διευκρινιστεί κατά πόσο ένα σήμα επί αυτών ήταν δεκτό και στις 25.2.11 δόθηκε άδεια παραλαβής κατόπιν γνωμάτευσης της Γενικής Εισαγγελίας ημ. 24.2.11. Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει την Αγωγή 3641/06 ΕΔ Λεμεσού εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα στην οποία την 1.12.10 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 1 και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €9.000 ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πλέον τόκο και έξοδα ενώ η Αγωγή του Ενάγοντος 2 απορρίφθηκε. Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 29.3.07, η υπεράσπιση στις 18.1.08 και η απάντηση στην υπεράσπιση στις 2.7.08. Τα δικόγραφα και η απόφαση στην εν λόγω Αγωγή αποτελούν το Τεκμήριο 16. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην καταχώριση διαφόρων ποινικών υποθέσεων εναντίον των Εναγόντων και τρίτων προσώπων. Το πρώτο θέμα που εγείρεται προς εξέταση είναι ποιο σκέλος αυτής της μαρτυρίας αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία υπό την έννοια ότι αυτή καλύπτεται από τα δικόγραφα. Στην έκθεση απαίτησης γίνεται μια γενική και αόριστη αναφορά σε κατασχέσεις και κατακρατήσεις αντικειμένων και σε καταχώρηση ποινικών υποθέσεων εναντίον των Εναγόντων και τρίτων προσώπων, καθώς επίσης και σε δημοσιεύματα, χωρίς την παροχή οποιωνδήποτε στοιχείων. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και κατόπιν σχετικής επιστολής και αίτησης του Εναγομένου για παροχή λεπτομερειών, καταχωρίστηκαν δύο ένορκες δηλώσεις ημ. 27.7.11 και 10.11.11, του Ενάγοντος 2 στις οποίες γίνεται αναφορά σε ονόματα των προσώπων των οποίων κατακρατήθηκαν τα εμπορεύματα και εναντίον των οποίων καταχωρίστηκαν ποινικές υποθέσεις, με τους αριθμούς αυτών. Είναι επίσης χρήσιμο να λεχθεί πως μετά το κλείσιμο των δικογράφων με την καταχώριση απάντησης, και οι δύο πλευρές προέβησαν σε ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων δυνάμει εκατέρωθεν διαταγμάτων του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Ενάγοντος 2 ημ. 6.5.14 γίνεται επίσης αναφορά σε διάφορες ποινικές υποθέσεις και σε μια αίτηση για κατακράτηση τεκμηρίων. Κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε συνολικά 20 ποινικές υποθέσεις, αντίγραφα των οποίων κατέθεσε ως Τεκμήριο 8. Είναι καθιερωμένη η νομική αρχή ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Έχει επανειλημμένα λεχθεί στην Κυπριακή νομολογία ότι το Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του εξετάζει και λαμβάνει υπόψιν μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836, Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 549 και Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 926. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.19 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίστηκε και η σχετική αίτηση του Εναγομένου, οι λεπτομέρειες αφορούν σε στοιχεία του δικογράφου, είτε της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης είτε οποιουδήποτε θέματος εγείρεται σε αυτό. Όπως προκύπτει από τη Δ.19 και τη σχετική νομολογία, τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προς εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες, όπως ακριβώς έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Λεπτομέρειες δίδονται μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Δίας Λτδ ν. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244 και Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 157. Στην υπό κρίση περίπτωση οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούσαν διάφορα θέματα για τα οποία προβάλλονταν ισχυρισμοί σε διάφορες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού των ποινικών διώξεων, συλλήψεων, κατασχέσεων εμπορευμάτων και δημοσιευμάτων, για τα οποία δεν δίδονταν οποιαδήποτε στοιχεία στην έκθεση απαίτησης. Η παροχή λεπτομερειών μέσω των ενόρκων δηλώσεων του Ενάγοντος 2 αποσκοπεί και εντάσσεται στη διασαφήνιση των ισχυρισμών στην έκθεση απαίτησης και επομένως αυτές αποτελούν μέρος του ίδιου του δικογράφου. Αντιθέτως, με βάση της πρόνοιες της Δ.28 θ.1-4 τα όσα περιέχονται στην ένορκη αποκάλυψη των Εναγόντων αποτελούν τη μαρτυρία την οποία η πλευρά τους προτίθετο να παρουσιάσει κατά την ακρόαση της Αγωγής, και επομένως αυτή (η ένορκη αποκάλυψη) σαφώς δεν αποτελεί μέρος του δικογράφου τους. Ως εκ τούτου, οδηγός για τη δεκτότητα της μαρτυρίας η οποία έχει προσαχθεί από τον ΜΕ1 αναφορικά με τις ποινικές υποθέσεις, συλλήψεις και κατασχέσεις εμπορευμάτων αποτελούν η έκθεση απαίτησης και οι ένορκες δηλώσεις για παροχή λεπτομερειών και όχι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Επομένως θεωρώ ότι μόνο οι ακόλουθες περιπτώσεις καλύπτονται από τα δικόγραφα των Εναγόντων και γίνονται δεκτές εφόσον αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών:
(1)Ποινική υπόθεση 8241/09 ΕΔ Λευκωσίας εναντίον των Εναγόντων κ.ά., η οποία καταχωρίστηκε στις 24.8.
- Η ποινική δίωξη εναντίον τους ανεστάλη και αυτοί απαλλάγηκαν των κατηγοριών στις 17.6.
- Επίσης εκδόθηκε διάταγμα επιστροφής των τεκμηρίων.
(2)Ποινική υπόθεση 8268/09 ΕΔ Λευκωσίας εναντίον των Εναγόντων, του ΣΓ και άλλων, η οποία καταχωρίστηκε στις 25.8.
- Η ποινική δίωξη εναντίον τους ανεστάλη και αυτοί απαλλάγηκαν των κατηγοριών στις 17.6.
- Επίσης εκδόθηκε διάταγμα επιστροφής των τεκμηρίων.
(3)Ποινική υπόθεση 7452/04 ΕΔ Λεμεσού εναντίον του ΠΓ κ.ά. Η πρώτη κατηγορουμένη εταιρεία δήλωσε παραδοχή ενώ η υπόθεση διακόπηκε εναντίον των υπολοίπων οι οποίοι απαλλάγηκαν των κατηγοριών.
(4)Ποινική υπόθεση 15675/04 ΕΔ Λεμεσού εναντίον του ΠΓ. Η υπόθεση διακόπηκε και αυτός απαλλάγηκε των κατηγοριών στις 7.2.06 και δόθηκαν οδηγίες για επιστροφή των τεκμηρίων.
(5)Ποινική υπόθεση 4229/06 ΕΔ Λεμεσού εναντίον του ΓΚ. Αυτός αθωώθηκε στις 5.6.07.
(6)Ποινική υπόθεση 8646/09 ΕΔ Λάρνακας εναντίον του ΜΑ.
(7)Ποινική υπόθεση 9912/09 εναντίον του ΓΠ. Αυτός απαλλάγηκε και αθωώθηκε λόγω μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στις 17.3.10.
(8)Ποινική υπόθεση 19396/09 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της ΘΓ. Η Κατηγορουμένη απαλλάγηκε των κατηγοριών και δόθηκαν οδηγίες για επιστροφή των τεκμηρίων στις 30.4.10.
(9)Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων 288/08 ΕΔ Λεμεσού εναντίον του ΣΚ ημ. 19.8.
- Αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 2.10.
- Αντίγραφα των εν λόγω υποθέσεων, αποφάσεων και Αίτησης Κατακράτησης αποτελούν μέρος των Τεκμηρίων 8 και
- Σημειώνεται ότι στις ένορκες αποκαλύψεις γίνεται αναφορά σε κάποιες άλλες υποθέσεις για τις οποίες δεν δόθηκε μαρτυρία ενώ κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ1 κατέθεσε αριθμό και άλλων υποθέσεων και αιτήσεων κατακράτησης τεκμηρίων οι οποίες όμως θεωρώ ότι δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα των Εναγόντων και επομένως δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν. Παρά την αναφορά στην έκθεση απαίτησης και στις ένορκες δηλώσεις για παροχή λεπτομερειών και την αρχική προφορική τοποθέτηση του ΜΕ1 πως αυτός τέλεσε υπό κράτηση για τις ως άνω αναφερόμενες υποθέσεις εναντίον των Εναγόντων και πως στα πλαίσια αυτών υπήρξε κατάσχεση και κατακράτηση τεκμηρίων, εντούτοις, όπως αναγνώρισε και ο ίδιος κατά την αντεξέταση του, γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο πως για τις δύο προαναφερόμενες υποθέσεις ο ΜΕ1 δεν συνελήφθη ούτε παρέμεινε υπό κράτηση και ούτε υπήρξε κατάσχεση και κατακράτηση τεκμηρίων. Σε σχέση με άλλα πρόσωπα, νομικά και φυσικά, των οποίων τα εμπορεύματα κατασχέθηκαν και κατακρατήθηκαν, και πάλι σημειώνεται ότι ενώ στις ένορκες δηλώσεις για παροχή λεπτομερειών αναφέρονται αρκετά ονόματα, εντούτοις τελικώς ο ΜΕ1 περιορίστηκε στην παρουσίαση μαρτυρίας μόνο αναφορικά με κάποια εξ αυτών. Ως εκ τούτου, γίνεται δεκτό, ως κοινώς παραδεκτό, ότι κατασχέθηκαν και κατακρατήθηκαν τα εμπορεύματα των ακόλουθων προσώπων:
- ΠΓ
- ΜΑ
- ΘΓ
- ΣΚ
- Minas Ambizas Ltd. Δεν έχει αμφισβητηθεί και έτσι γίνεται δεκτή η αποστολή αρκετών επιστολών εκ μέρους των Εναγόντων και των δικηγόρων τους αναφορικά με το υπό κρίση ζήτημα, μεταξύ των ετών 2005-2012 απευθυνόμενες στην Αστυνομία, στον Γενικό Εισαγγελέα, στη Βουλή, στο Τμήμα Τελωνείων, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στην Επίτροπο Διοικήσεως και στην Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, στις οποίες στάληκαν απαντητικές επιστολές. Η σχετική αλληλογραφία αποτελεί μέρος των Τεκμηρίων 9-15 και τα Τεκμήρια 26-30 και
- Παρέμεινε επίσης αδιαμφισβήτητη και επομένως γίνεται δεκτή η αποστολή επιστολής ημ. 26.3.09 του κ. ΑΚ, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα προς τον Ενάγοντα 2 σε απάντηση της επιστολής του ημ. 16.3.09 , με την οποία ενημερώνεται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε οδηγίες για επιστροφή των αντικειμένων που έχουν κατασχεθεί από την Αστυνομία, και επιστολής ημ. 18.5.09 του Βοηθού Αρχηγού Αστυνομίας προς τον Διευθυντή Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας στην οποία γίνεται αναφορά σε επιστολή του Ενάγοντος 2 και επισημαίνεται ότι τα υπό αναφορά αντικείμενα αποτελούν μέρος τεκμηρίων τα οποία κατασχέθηκαν μετά από αστυνομική επιχείρηση σε Παγκύπρια κλίμακα, ότι το θέμα αποτέλεσε αντικείμενο σύσκεψης με τον Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος έδωσε οδηγίες για ποινική δίωξη σε όλες τις υποθέσεις για τις οποίες κρατούνται τα τεκμήρια και ότι η επιστροφή τους είναι αδύνατη πριν την εκδίκαση των υποθέσεων για τις οποίες τον τελικό λόγο θα έχει το Δικαστήριο, μέρος του Τεκμηρίου
- Γίνεται επίσης δεκτή και η αποστολή επιστολής ημ. 9.7.09 του Γενικού Εισαγγελέα προς τον τότε δικηγόρο των Εναγόντων, κ. ΛΚ, στην οποία αναφέρεται στην επιστολή τους ημ. 7.7.09 και σημειώνει ότι «Το κατά πόσο η εκτελώνιση και/ή κατοχή των αναφερόμενων στην επιστολή σας αντικειμένων με σκοπό την πώληση είναι θέμα το οποίο βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αφεθεί να απαντηθεί από αυτό.», Τεκμήριο
- Δεν έχει αμφισβητηθεί και έτσι γίνεται δεκτό ότι το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Δικαιοσύνης εξέδωσε Αστυνομική Ανακοίνωση ημ. 14.8.08 και Αστυνομικά Δελτία ημ. 17.9.08 και 5.8.13 αναφορικά με την κατάσχεση επιθετικών όπλων, μέρος των Τεκμηρίων 8 και
- Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου, με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ1 και σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του για παροχή λεπτομερειών, η δημοσίευση των ακόλουθων άρθρων: (α) Πολίτης ημ. 7.8.
- (β) Ο Φιλελεύθερος ημ. 6.10.06, 30.7.08, 18.8.08, 30.7.09 και 17.4.
- (γ) Η Σημερινή ημ. 17.8.08 και 19.8.
- Τα εν λόγω δημοσιεύματα αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου
- Σημειώνεται ότι κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 κατέθεσε μεγαλύτερο αριθμό δημοσιευμάτων τα οποία όμως δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα και δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Είναι γεγονός ότι τα δημοσιεύματα του Φιλελευθέρου ημ. 30.7.09 και 17.4.11 της ΝΧ (εφεξής «η ΝΧ») μιλούν για τα υπό κρίση αντικείμενα τα οποία βρίσκονται στο αεροδρόμιο Πάφου. Συγκεκριμένα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τέτοια αντικείμενα έχουν κατασχεθεί και βρίσκονται σε γυάλινες προθήκες σε χώρο στο νέο αεροδρόμιο Πάφου για παραδειγματισμό επισκεπτών για το τι απαγορεύεται να μεταφέρουν ενώ ταξιδεύουν από τις χώρες προέλευσης τους προς την Κύπρο. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, τα αντικείμενα βρίσκονται σε προθήκες της αίθουσας επιβατών του αεροδρομίου. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι ο ίδιος επισκέφθηκε μόνο μια φορά το αεροδρόμιο Πάφου πριν το 2008, ήτοι πριν τα δημοσιεύματα, και δεν είδε τις βιτρίνες στις οποίες γίνεται αναφορά στα δημοσιεύματα. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι μετά το δημοσίευμα, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη ΝΧ η οποία τον ενημέρωσε πως είδε τις βιτρίνες στην αίθουσα επιβατών και εντυπωσιάστηκε καθώς επίσης και πως μετά την πάροδο δύο ετών ο ΜΥ1 την κάλεσε ξανά για να της πει ότι κάνουν καλή δουλειά, ακολούθως δεν αμφισβήτησε τις υποβολές ότι οι βιτρίνες βρίσκονται εντός του γραφείου του ΜΥ1 εντός του οποίου κανείς πολίτης εισέρχεται χωρίς την άδεια του. Επιπλέον, ο ΜΥ1 με τη σειρά του κατέθεσε ότι στα πλαίσια εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας, κατάσχονται διάφορα αντικείμενα τα οποία μεταφέρονται στις χειραποσκευές και των οποίων απαγορεύεται η μεταφορά εντός της καμπίνας των αεροσκαφών. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται σιδερογροθιές, αναπτήρες-στιλέτα, στιλέτα που ανοίγουν αυτόματα με ελατήρια, μικρά και μεγάλα ξίφη, αστεράκια νίντζα, διάφορα αιχμηρά αντικείμενα ανατολικών πολεμικών τεχνών κ.ά. Για σκοπούς εκπαίδευσης των νεοεισερχόμενων στη Διεύθυνση Ασφαλείας του αεροδρομίου και επίδειξης και προώθησης της εργασίας που επιτελείται από τους επιθεωρητές, Κύπριους και ξένους, ο ΜΥ1 τοποθέτησε αρκετά από αυτά τα αντικείμενα σε δύο βιβλιοθήκες με γυάλινες κλειδωμένες πόρτες στο γραφείο του και στο οποίο στεγάζονται ο ίδιος και ο υπεύθυνος του Ουλαμού Ταχείας Επέμβασης Υπ/μος ΓΓ. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, δεν επιτρέπεται σε κανένα η είσοδος στο γραφείο του εκτός αν συνοδεύεται από αστυνομικό και με την άδεια τους. Ο ΜΥ1 παρέμεινε σταθερός και απολύτως συνεπής σε αυτές του τις θέσεις καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του απορρίπτοντας κατηγορηματικά τις αντίθετες υποβολές της Υπεράσπισης. Μάλιστα στις επίμονες ερωτήσεις της Υπεράσπισης, ο ΜΥ1 δήλωσε ευθέως πως οι βιτρίνες εξακολουθούν να βρίσκονται στο γραφείο του προκαλώντας οποιονδήποτε επιθυμούσε να επισκεφθεί τον χώρο για του λόγου το αληθές. Επομένως, αυτός το σκέλος της μαρτυρίας του κρίνεται πλήρως αποδεκτό ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Θεωρώ επίσης καθόλα βάσιμη και λογική την τοποθέτηση του ότι στο αεροδρόμιο Πάφου βρίσκονται αναρτημένες πινακίδες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι βάσει των Ευρωπαϊκών Κανονισμών να έχουν ως προς τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται για μεταφορά στην καμπίνα του αεροσκάφους, απορρίπτοντας ότι αυτές έχουν σχέση με τις βιτρίνες και τα υπό κρίση αντικείμενα. Ήταν σε θέση επίσης να δώσει πειστικές εξηγήσεις για τον λόγο μη κατακράτησης αυτών των αντικειμένων έναντι απόδειξης παραλαβής και μη σύλληψης για σκοπούς δίωξης των κατόχων αυτών, λέγοντας ότι τα αντικείμενα απλώς κατάσχονται προς καταστροφή εκτός αν ο κάτοχος του επιλέξει να επιστρέψει πίσω και τα τοποθετήσει στη βαλίτσα εντός της οποίας η μεταφορά δεν απαγορεύεται, και ότι δεν πρόκειται για τεκμήρια τα οποία κατάσχονται στα πλαίσια υποψίας για διάπραξη αδικήματος. Ως εκ τούτου και αυτές οι θέσεις του γίνονται δεκτές. Όσον αφορά τις συνθήκες επίσκεψης της ΝΧ και τα δημοσιεύματα για το αεροδρόμιο Πάφου, ο ME1 περιορίστηκε στα όσα είχε πληροφορηθεί από τη ΝΧ, χωρίς βεβαίως ο ίδιος να είχε προσωπική γνώση των γεγονότων. Εξ ου και στη συνέχεια της μαρτυρίας του δεν ήταν σε θέση να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω επί τούτου. Ειδικότερα, σε υποβολή ότι η ΝΧ προσκλήθηκε για καφέ στο γραφείο του ΜΥ1, ο ΜΕ1 δεν αμφισβήτησε κάτι τέτοιο παρά μόνο εξέφρασε τη θέση ότι τέτοια πρόσκληση είναι δυσφήμηση ως προς την απαγόρευση τέτοιων αντικειμένων και ότι ο ΜΥ1 υπέχει ευθύνη για τα δημοσιεύματα. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι ο ΜΕ1 απλώς μετέφερε τα όσα είχε πληροφορηθεί από τη ΝΧ, τα οποία στην ουσία συνάδουν με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος μάλιστα ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος και γνώστης των γεγονότων. Ο ΜΥ1 έδωσε άμεσες, σταθερές και ολοκληρωμένες απαντήσεις αναφορικά και με το θέμα της ΝΧ και την επίσκεψη της στο γραφείο του. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι περί τον Ιούλιο του 2009 πρόσεξε στο σημείο ελέγχου αναχωρούντων επιβατών τη ΝΧ, δημοσιογράφο, την οποία γνωρίζει εδώ και δεκαετίας λόγω της υπηρεσίας του σε διάφορα τμήματα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου, και την κάλεσε στο γραφείο του για καφέ. Εκεί αυτή είδε τις προθήκες και λόγω της μορφής και ποικιλίας των αντικειμένων εντυπωσιάστηκε και έτσι αυτός της εξήγησε πώς βρέθηκαν εκεί. Η ΝΧ τον συνεχάρη για το σημαντικό έργο ασφαλείας και ζήτησε την άδεια του να τα φωτογραφήσει λέγοντας ότι με την επιστροφή της θα δημοσίευε άρθρο εκθειάζοντας το έργο της Αστυνομίας. Πρόκειται για το άρθρο ημ. 30.7.
- Η μόνη αναφορά του ΜΥ1 προς τη ΝΧ ήταν ότι είναι συνεχής ο εντοπισμός και η κατάσχεση επικίνδυνων αντικειμένων από την ομάδα ασφαλείας, ενώ τα υπόλοιπα γραφόμενα στο άρθρο είναι όλα δικά της προφανώς για να αποκτήσει ενδιαφέρον το άρθρο. Στις 13-14 Απριλίου του 2011 ο σύζυγος της ΝΧ επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ΜΥ1 και τον ενημέρωσε ότι λόγω αυξημένου ενδιαφέροντος από το κοινό για την ασφάλεια των αεροδρομίων ήθελαν να δημοσιεύσουν ξανά παρόμοιο άρθρο. Ο ΜΥ1 του είπε ότι, λόγω πρόσφατης εγκυκλίου, έπρεπε πρώτα να λάβει έγκριση από τον Υπεύθυνο Τύπου της Αστυνομίας, όπως και έπραξε και έτσι του είπε ότι ήταν εντάξει αφού θα ήταν επωφελές για την εικόνα της Αστυνομίας. Ο ΜΥ 1 διευκρίνισε ότι οι τρεις τελευταίες παράγραφοι του άρθρου ημ. 17.4.11 ήταν δικές του αναφορές, ήτοι ο συνεχής εντοπισμός τέτοιων αντικειμένων, η απόδειξη του σημαντικού έργου που επιτελείται στον τομέα ασφαλείας του αεροδρομίου Πάφου και η ψηλή θέση που κατέχει σε θέματα ασφαλείας. Αρνήθηκε επίμονα ότι ανέφερε τις λέξεις «εντυπωσιακή συλλογή» ή «προθήκες σε χώρο στο αεροδρόμιο Πάφου». Ο ΜΥ1 επέμενε σταθερά στις ίδιες θέσεις κατά την αντεξέταση του, δίδοντας τις απαντήσεις του με επιμονή και κάθε πειστικότητα. Η όλη του στάση στο εδώλιο του μάρτυρος έδειχνε ένα άνθρωπο ο οποίος ήθελε να αποκαλύψει την αλήθεια και απαντούσε με αυθορμητισμό και χωρίς οποιαδήποτε αμφιταλάντευση, καταδεικνύοντας πως κατέθετε με ειλικρίνεια. Επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται πως ο μάρτυρας αυτός ήταν πλήρως αξιόπιστος και γι΄ αυτό οι συνθήκες επίσκεψης της ΝΧ στο γραφείο του και της δημοσίευσης των δύο ως άνω άρθρων, όπως αναφέρθηκαν από τον ΜΥ1, γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ΜΕ1 παρουσίασε διάφορες καταστάσεις και συγκεκριμένα κατάσταση για τις ισχυριζόμενες απώλειες τις οποίες η Ενάγουσα 1 υπέστη συνεπεία των καταδιώξεων και παρενοχλήσεων της Αστυνομίας, Τεκμήριο 17, κατάσταση με τις πραγματικές και αναμενόμενες πωλήσεις της εταιρείας για τα έτη 2007-2010, σημειώνοντας ειδικά τους πελάτες οι οποίοι είχαν δεχθεί «επιθέσεις» στα καταστήματα τους από την Αστυνομία, Τεκμήριο 18, αντίστοιχη κατάσταση για τα έτη 2006-2018, Τεκμήριο 19 και πίνακα με γραφική παράσταση των πωλήσεων και ακάθαρτου κέρδους της εταιρείας για τα έτη 1999-2017, Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 επέμενε καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι η Ενάγουσα 1 είχε μόνο ανοδική πορεία η οποία οπωσδήποτε και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις θα συνέχιζε και ότι ο μοναδικός λόγος πτώσης των πωλήσεων της ήταν ο φόβος των πελατών της να αγοράζουν και εκθέτουν προς πώληση τα υπό κρίση εμπορεύματα λόγω των συνεχών επιδρομών, κατασχέσεων εμπορευμάτων και καταχωρήσεων υποθέσεων. Αυτή η θέση του ΜΕ1 χαρακτηρίζεται από υπερβολή και δεν είναι πειστική για τον απλούστατο λόγο ότι αυτός απέδωσε την πτώση στις πωλήσεις αποκλειστικά και μόνο στην πιο πάνω κατάσταση, αρνούμενος να λάβει υπόψιν ή συνεκτιμήσει ή έστω προβληματιστεί για οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, όπως π.χ. την οικονομική κρίση την οποία δέχθηκε στην αντεξέταση του πως έπληξε και την Κύπρο εμφανιζόμενη δύο φορές, κατά τα έτη 2009 και
- Μάλιστα προέβαλε και αντικρουόμενες θέσεις, καθότι ενώ στην κυρίως εξέταση του δέχθηκε ότι ανέμενε αύξηση, τουλάχιστον προς το διπλάσιο, των πωλήσεων κατά τα έτη 2008-2010, κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι οι αγορές τέτοιων προϊόντων εξαρτώνται από τον τουρισμό ο οποίος λόγω της οικονομικής κρίσης παρουσίασε πτώση κατά το έτος 2009! Αυτή η εντύπωση του Δικαστηρίου για τη στάση του ΜΕ1 ενισχύεται και από την επίμονη του άρνηση να δεχθεί έστω και την ελάχιστη πιθανότητα η πτώση των πωλήσεων να οφείλεται και σε οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, φθάνοντας στο σημείο να δώσει την παράλογη απάντηση ότι ο μοναδικός άλλος λόγος ο οποίος θα προκαλούσε πτώση των πωλήσεων είναι να αρρώσταινε ο ίδιος, κάτι το οποίο δεν έχει συμβεί. Έκπληξη προκάλεσε η αβάσιμη εικασία του πως πελάτες οι οποίοι απεικονίζονται να αγόρασαν εμπορεύματα από την Ενάγουσα 1 μόνο για ένα ή για δύο έτη (μεταξύ των ετών 2007-2009), θα γίνονταν τακτικοί και σταθεροί πελάτες της για όλα τα υπόλοιπα έτη και η συνεπακόλουθη επιμονή του ότι η παύση αγορών για όλα τα επόμενα έτη (μέχρι και το 2014) οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην Αστυνομία. Σαφώς αυτή η θέση δεν ανταποκρίνεται στη λογική καθότι πρόκειται για περιστασιακούς ή μεμονωμένους πελάτες και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο αυτοί να σταμάτησαν να αγοράζουν εμπορεύματα για άλλους λόγους. Θεωρώ πως οι αναφορές του ΜΕ1 επί τούτου δείχνουν την απεγνωσμένη προσπάθεια του να αποδώσει εξ ολοκλήρου στη δράση της Αστυνομίας τις ισχυριζόμενες ζημιές. Όπως δέχθηκε ο ΜΕ1, το ύψος των ισχυριζόμενων ζημιών βασίζεται καθαρά σε προβλέψεις οι οποίες, όμως, στηρίζονται σε αυθαίρετα, ατεκμηρίωτα και παντελώς αβάσιμα δεδομένα. Πέραν αυτής της γενικής εντύπωσης περί προσπάθειας παρουσίασης μιας υπερβολικής και διογκωμένης εικόνας, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί πως οι καταστάσεις και ο πίνακας παρουσιάζουν μια ορθή και ολοκληρωμένη αποτύπωση της εμπορικής δραστηριότητας της Ενάγουσας
- Και τούτο καθότι, μέσα από το σύνολο της αντεξέτασης του ΜΕ1, προέκυψε ότι τα ποσά για τις ισχυριζόμενες εκτελεσθείσες πωλήσεις βασίζονται στα τιμολόγια πωλήσεων, τα οποία ως υπόβαθρο των ισχυρισμών αυτών δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ ταυτόχρονα οι καταστάσεις παρουσιάζουν και κάποια λάθη τα οποία αναγνώρισε ο ΜΕ1 ως προς την παρουσίαση των ποσών σε σχέση με συγκεκριμένους πελάτες, όπως π.χ. τον Ιωάννη Ευσταθίου, δημιουργώντας έτσι εύλογες αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο τα υπόλοιπα σε αυτές στοιχεία και ποσά έχουν μεταφερθεί ορθώς στις εν λόγω καταστάσεις. Είναι επίσης άξιον απορίας πως ενώ από τη μια ο ΜΕ1 θέλησε να παρουσιάσει μια τεράστια ταλαιπωρία και ζημιά στην επιχείρηση της Ενάγουσας 1, ταυτόχρονα δέχθηκε ότι στις εν λόγω καταστάσεις δεν συμπεριέλαβε όλους τους πελάτες της οι οποίοι μείωσαν τις αγορές τους λόγω της υπό κρίση κατάστασης, και ειδικότερα ότι του διέφυγαν ακόμα έξι, αποδίδοντας αυτή την παράλειψη σε ανθρώπινο λάθος, στοιχείο το οποίο τείνει να καταδείξει προχειρότητα στην ετοιμασία των καταστάσεων και ενισχύει τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου ως προς την ορθότητα και πληρότητα αυτών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τις δεχθεί ως βάση συζήτησης και εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Η μη ορθή παρουσίαση των στοιχείων και η προσπάθεια διόγκωσης των ζημιών επιβεβαιώνεται και από την παραδοχή του ΜΕ1 (στην αντεξέταση του) ότι τα ποσά περιλαμβάνουν και τον ΦΠΑ, κάτι το οποίο θεωρώ εντελώς αυθαίρετο, αβάσιμο και παραπλανητικό. Και τούτο, καθότι οι καταστάσεις θα έπρεπε να παρουσιάζουν τα έσοδα, εξαιρουμένου του ΦΠΑ, εφόσον το ποσό του ΦΠΑ δεν παραμένει στην εταιρεία αλλά εισπράττεται και καταβάλλεται στη σχετική υπηρεσία. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για την παράλειψη αφαίρεσης των ποσών φορολογίας επί του κέρδους, στοιχεία τα οποία δείχνουν αφενός την προσπάθεια διόγκωσης του ύψους των ζημιών και αφετέρου ανακριβή και λανθασμένο υπολογισμό αυτών. Ο ΜΕ2 δεν δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ανακρίβειες και θέσεις οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στη λογική με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει αποκομίσει την εντύπωση πως αυτός ήρθε με μοναδικό λόγο να υποστηρίξει την εκδοχή των Εναγόντων. Συγκεκριμένα ενώ στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε συνεχείς κατασχέσεις των υπό κρίση εμπορευμάτων από το κατάστημα του, στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι υπήρξαν μόνο δύο κατασχέσεις, στις 14.8.08 και στις 27.9.12, δίδοντας την αβάσιμη εξήγηση ότι πάνω από μια φορά θεωρείται επαναλαμβανόμενη. Ενώ προωθούσε τη θέση ότι λόγω της στάσης της Αστυνομίας ζούσε με τον φόβο της καταδίωξης με αποτέλεσμα να σταματήσει να αγοράζει τα υπό κρίση εμπορεύματα, στα πλαίσια της αντεξέτασης του δέχθηκε ότι απλώς περιόρισε το είδος των εμπορευμάτων που αγόραζε και ειδικότερα ότι απλώς σταμάτησε να αγοράζει μεγάλα σπαθιά, ενώ συνέχισε και θα συνεχίσει για πάντα να αγοράζει πιστόλια τα οποία μάλιστα κατασχέθηκαν κατά τη δεύτερη κατάσχεση. Αυτές οι θέσεις δεν έχουν συνοχή ούτε και λογική και επιπλέον έρχονται σε αντίφαση με προηγούμενη δήλωση του σε κατάθεση του ημ. 27.9.12 προς την Αστυνομία, Τεκμήριο 36, στην οποία ανέφερε ότι μετά την κατάσχεση του 2008 και την αθώωση του και επιστροφή των εμπορευμάτων το 2010 δεν έφερε νέα παραλαβή προϊόντων. Ως εκ τούτου θεωρώ πως ο ΜΕ2 δεν πρόβαλε μια συνεπή και βάσιμη εκδοχή και η μαρτυρία του δεν κρίνεται αξιόπιστη. Ούτε και ο ΜΕ3 έπεισε για την αλήθεια των όσων έλεγε. Αυτός ανέφερε ότι λόγω της ταλαιπωρίας που υπέστη από το 2008 μέχρι και το 2017 σταμάτησε να προμηθεύεται τα υπό κρίση εμπορεύματα εκτός από κάποια πολύ περιορισμένα είδη, θέση η οποία δεν κρίνεται λογική, καθότι θα αναμενόταν να σταματούσε πολύ νωρίτερα και όχι το 2017! Επιπλέον, στα πλαίσια της αντεξέτασης του διεφάνη ότι πριν το 2014 (στις 7.4.08 σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ2 και τη δήλωση αλλαγής εμπορικής δραστηριότητας στον ΦΠΑ, Τεκμήριο 42) είχε αλλάξει φύση επιχείρησης, από κατάστημα πώλησης σουβενίρ σε mini market-περίπτερο, κάτι το οποίο από μόνο του εύλογα και δικαιολογημένα επέβαλλε την αλλαγή του είδους των εμπορευμάτων που διατίθεντο στο κατάστημα. Μάλιστα παραδέχθηκε ότι η νέα επιχείρηση του ήταν σταδιακά όλο και πιο επικερδής, κατά τα έτη 2008-2013, όπως διαφαίνεται και στην κατάσταση για τις ετήσιες πωλήσεις με βάση τις δηλώσεις στον ΦΠΑ για τα έτη 2000-2018, την οποία κατέθεσε ο ΜΥ2 (Τεκμήριο 41), ούτως ώστε να κρίνεται τρωτή και αβάσιμη η θέση περί επηρεασμού της επιχείρησης λόγω της στάσης της Αστυνομίας αναφορικά με τα υπό κρίση εμπορεύματα. Επομένως, η μαρτυρία του δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν γίνεται δεκτή. Ο ΜΥ2 άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρος ο οποίος κατέθεσε με βάση τα ακαδημαϊκά προσόντα, την ιδιότητα και εμπειρία του αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του περιθωρίου κέρδους, πλην όμως η μαρτυρία του παρέμεινε παντελώς σε θεωρητικό επίπεδο καθότι αυτός ανέφερε ότι για να επιβεβαιώσει την ορθότητα των στοιχείων των καταστάσεων, θα έπρεπε να ελέγξει τα ίδια τα τιμολόγια, το κατά πόσο οι πωλήσεις ήταν λιανικές ή χοντρικές και να υπολογίσει το κέρδος ανά ξεχωριστό εμπόρευμα. Το σκέλος της μαρτυρίας του που αφορά στην κατάθεση και αναφορά στα Τεκμήρια 41 και 42, τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος με τον ΜΕ3, γίνεται πλήρως αποδεκτό από το Δικαστήριο. Ο ΜΥ3 με τη σειρά του δημιούργησε επίσης την εντύπωση ατόμου που επιθυμούσε να αποκαλύψει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Τα ακαδημαϊκά προσόντα, η ιδιότητα και εμπειρία του καθιστούν τον μάρτυρα ειδικό να καταθέσει για θέματα ΦΠΑ και άλλα συναφή ζητήματα. Έτσι η σαφής και σταθερή τοποθέτηση του ότι σε περίπτωση επιδίκασης αποζημιώσεων, το ποσό δεν υπόκειται σε ΦΠΑ, κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται δεκτή. Κρίνονται επίσης πειστικές και λογικές οι τοποθετήσεις του μάρτυρος ότι οι πωλήσεις προϊόντων εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες, και ότι μελέτη των δηλώσεων ΦΠΑ τριών δειγματικά πελατών της Ενάγουσας 1, συμπεριλαμβανομένων των ΜΕ2 και 3, καταδεικνύει σταθερά εισοδήματα κατά τα επίδικα έτη. Η ειλικρίνεια του μάρτυρος φάνηκε και από την απάντηση κατά την αντεξέταση του ότι δεν εισηγείται ότι η πιο πάνω μελέτη οδηγεί σε συγκεκριμένο συμπέρασμα, αλλά ότι καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ΜΕ1 περί ζημιών λόγω της μείωσης της εργασίας των αγοραστών του, καθότι φαίνεται ότι οι τρεις προαναφερόμενοι πελάτες της Ενάγουσας 1 μείωσαν μεν τις αγορές των υπό κρίση εμπορευμάτων όμως εξακολουθούσαν σταθερά να έχουν κέρδη. ΙΙ. Νομική Ανάλυση Στην παρούσα περίπτωση διαπιστώνεται μέσα από την έκθεση απαίτησης των Εναγόντων πως τα ουσιώδη περιγραφόμενα σε αυτή γεγονότα αναφέρονται και αποδίδουν στον Εναγόμενο ότι μέσω των ως άνω ενεργειών της Αστυνομίας, αυτός ευθύνεται για (i) κακόβουλη δίωξη (ii) δυσφήμηση και (iii) παράνομη κατακράτηση αντικειμένων. Αυτές οι βάσεις περιέχονται και προωθούνται στην τελική αγόρευση των Εναγόντων. ΙΙ.Α Κώλυμα λόγω Δεδικασμένου Στα πλαίσια εξέτασης των βάσεων αγωγής, κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση με την προδικαστική ένσταση περί ύπαρξης κωλύματος λόγω δεδικασμένου με αναφορά στην Αγωγή 3641/
- Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Στο εν λόγω πεδίο εμπίπτουν και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος προηγούμενης αντιδικίας. (β) Το επίδικο θέμα να έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. (γ) Το επίδικο θέμα να έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. (δ) Οι διάδικοι να είναι οι ίδιοι. Η εν λόγω γενική αρχή έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν δικαιώματα από τους διαδίκους, είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να λάβουν μέρος σ΄ αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Όπως φαίνεται από την αρίθμηση των δύο ως άνω υποθέσεων οι οποίες καταχωρίστηκαν εναντίον των Εναγόντων, αυτές καταχωρίστηκαν κατά το έτος 2009, δηλαδή μεταγενέστερα της καταχώρισης της προγενέστερης Αγωγής 3641/
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης στην εν λόγω Αγωγή, αυτή βασιζόταν σε γεγονότα του
- Επομένως, η προγενέστερη Αγωγή αφορούσε διαφορετικά γεγονότα και σαφώς δεν θα μπορούσε να βασίζεται στα υπό κρίση γεγονότα τα οποία δεν ήταν, ούτε και μπορούσαν, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, να ήταν σε γνώση των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο της Αγωγής καθότι αυτά προέκυψαν πολύ μεταγενέστερα αυτής. Με αυτά τα δεδομένα δεν τίθεται θέμα κωλύματος προώθησης της παρούσας Αγωγής αναφορικά με τις δύο αυτές υποθέσεις εναντίον των Εναγόντων. Ούτε και εγείρεται ζήτημα δεδικασμένου αναφορικά με τις υποθέσεις και κατακρατήσεις εμπορευμάτων άλλων προσώπων εφόσον η προγενέστερη Αγωγή αφορούσε μόνο τους Ενάγοντες και όχι οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο. Ενόψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου και επομένως οι Ενάγοντες δύνανται να εγείρουν και προωθούν την παρούσα Αγωγή. ΙΙ.Β Παραγραφή Ενώ στην υπεράσπιση εγείρεται υπό μορφή προδικαστικής ένστασης η ισχυριζόμενη παραγραφή για γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμό έλαβαν χώρα πριν τις 3.2.08, εντούτοις αυτή η ένσταση στην τελική αγόρευση του Εναγομένου περιορίστηκε στα γεγονότα του 2005 τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της προγενέστερης Αγωγής και, όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας. Επομένως, θεωρώ ότι, εκτός από τα γεγονότα του 2005 που αφορούν τους Ενάγοντες, ο ισχυρισμός για παραγραφή έχει εγκαταλειφθεί. ΙΙ.Γ Κακόβουλη Δίωξη Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης συνίσταται στα εξής: «Κακόβoυλη δίωξη συvίσταται στηv πραγματική, κακόβoυλη και χωρίς εύλoγη και πιθαvή αιτία έvαρξη ή συvέχιση αvεπιτυχoύς πoιvικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλoυ πρoσώπoυ, αv η διαδικασία αυτή- (α) Πρoκάλεσε σκάvδαλo για τηv πίστη ή τηv υπόληψη τoυ πρoσώπoυ αυτoύ ή πιθαvή απώλεια της ελευθερίας τoυ͘ και (β) κατέληξε, αv στηv πραγματικότητα μπoρoύσε με τov τρόπo αυτό vα καταλήξει, υπέρ τoυ πρoσώπoυ αυτoύ...» Τα συστατικά του εν λόγω αδικήματος εξετάστηκαν εκτενώς στην υπόθεση Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50 και είναι: (
- i)η έναρξη ή η συνέχιση ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας, (
- ii)η ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης και η έλλειψη εύλογης αιτίας, (iii) η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας (αθώωση στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας) και, (
- iv)η πρόκληση ζημιάς (στη φήμη ή υπόληψη) ή πιθανής απώλειας της ελευθερίας. Μέσα από την πιο πάνω ανάλυση και γενικότερα από την ανασκόπηση της νομολογίας επί αυτού του αδικήματος, προκύπτει χωρίς δυσκολία ότι το αδίκημα για κακόβουλη δίωξη περιορίζεται και αφορά μόνο σε διαδικασία εναντίον συγκεκριμένου προσώπου και στην πρόκληση ζημιάς ή απώλειας του ιδίου του προσώπου εναντίον του οποίου έγινε η διαδικασία. Με άλλα λόγια δεν δύναται να εγερθεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη από ένα πρόσωπο για διαδικασία, και δη ποινική υπόθεση, εγερθείσα εναντίον άλλου τρίτου προσώπου με επίκληση πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα και όχι στο τρίτο αυτό πρόσωπο. Οι εν λόγω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, τόμος 2, σελ. 107, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ζημιά - Η απαιτούμενη ζημιά καθορίζεται στην παράγραφο (α) του άρθρου. Η πρόκληση σκανδάλου στην πίστη ή την υπόληψη του ενάγοντα σημαίνει ζημιά στην καλή του φήμη και υπόληψη που προκύπτει από τη δυσφήμηση που δυνατό να υφίσταται, ανάλογα με τη φύση του αδικήματος με το οποίο έχει κατηγορηθεί.» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πίτσιλλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά παρέθεσε το Άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και τα στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης ποινικής δίωξης. Αυτά έχουν:- 1. Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα. Για την έννοια του όρου "ποινική δίωξη", σε συνάρτηση με την κακόβουλη δίωξη, βλ. Paikkos ν. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R.
- Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα.
- Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας.
- Κακοβουλία.
- Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Αριστοδήμου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 728 και Κλεάνθους v. Μιλτιάδους
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1111, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «It is common ground that the ingredients of the tort of malicious prosecution are correctly stated in Clerk and Lindsell on Torts (16th edn, 1989) p1042 para 19-05: 'In an action of malicious prosecution the plaintiff must show first that he was prosecuted by the defendant, that is to say, that the law was set in motion against him on a criminal charge; secondly, that the prosecution was determined in his favour; thirdly, that it was without reasonable and probable cause; fourthly, that it was malicious. The onus of proving every one of these is on the plaintiff.'» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι πιο πρόσφατες υποθέσεις Τσιβίκου v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφ. 350/11, ημ. 29.5.18, Φωτίου v. Ζένιου, Πολ. Έφ. 31/09, ημ. 10.7.18 και Λαζάρου v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας, Πολ. Έφ. 121/13, ημ. 2.4.
- Ως εκ τούτου η απαίτηση στη βάση της κακόβουλης δίωξης δεν δύναται να εξεταστεί με αναφορά σε οποιεσδήποτε διαδικασίες αφορούν σε τρίτα πρόσωπα, αλλά περιορίζεται μόνο στις διαδικασίες εναντίον των ιδίων των Εναγόντων. Επομένως, αυτή η βάση απαίτησης δύναται να εξεταστεί μόνο με αναφορά στις δύο ποινικές υποθέσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν εναντίον των Εναγόντων. Από τη στιγμή που και οι δύο αυτές υποθέσεις καταχωρίστηκαν εναντίον και των δύο Εναγόντων ως κατηγορουμένων, τότε και οι δύο έχουν αγώγιμο δικαίωμα για ισχυριζόμενη κακόβουλη δίωξη. Με την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου η μαρτυρία των ΜΕ2 και 3 καθίσταται άσχετη και δεν δύναται να προσφέρει οτιδήποτε προς υποστήριξη της απαίτησης των Εναγόντων, εφόσον αυτοί (οι ΜΕ2 και 3) αναφέρθηκαν στις υποθέσεις εναντίον τους, οι οποίες όμως δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την εξέταση της υπό κρίση νομικής βάσης στην παρούσα Αγωγή την οποία ήγειραν άλλα, διαφορετικά πρόσωπα. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Κεφ. 148, έχει καταδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση, ήτοι η καταχώριση ποινικής υπόθεσης εναντίον των Εναγόντων ως κατηγορουμένων και συγκεκριμένα οι ποινικές υποθέσεις 8241/09 και 8268/
- Και οι δύο αυτές υποθέσεις όμως αναστάληκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα, στα πλαίσια της εξουσίας του να διακόπτει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία και δίωξη δυνάμει του άρθρου 113.2 του Συντάγματος. Η αναστολή μιας ποινικής δίωξης έχει ως αποτέλεσμα μόνο την απαλλαγή των κατηγορουμένων, ως ρητώς καταγράφεται και στις σχετικές αποφάσεις-πρακτικά του Δικαστηρίου, μέρος του Τεκμηρίου
- Η αναστολή μιας ποινικής δίωξης οδηγεί μόνο σε απαλλαγή και όχι σε αθώωση των κατηγορουμένων, κάτι το οποίο συνεπάγεται την ύπαρξη δικαιώματος και τη δυνατότητα επαναφοράς της ίδιας κατηγορίας και την εκ νέου καταχώριση της ποινικής υπόθεσης εναντίον των ίδιων κατηγορουμένων. Επομένως, η αναστολή και απαλλαγή των Εναγόντων (εκεί κατηγορουμένων) στις δύο ποινικές υποθέσεις δεν οδηγούν σε λήξη της ποινικής δίωξης εναντίον τους, καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας διατηρεί το δικαίωμα να επανέλθει. Με άλλα λόγια, η αναστολή και η απαλλαγή δεν τερματίζει την ποινική δίωξη υπό την έννοια πως δεν υπάρχει τελικός καθορισμός περί της μη ενοχής των κατηγορουμένων, η οποία θα επέρχετο μόνο με την αθώωση τους, κάτι το οποίο δεν έχει συμβεί στις δύο υπό κρίση περιπτώσεις. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στις προαναφερόμενες υποθέσεις, ήτοι Πίτσιλλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Κλεάνθους v. Μιλτιάδους, Τσιβίκου v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. και Φωτίου v. Ζένιου (ανωτέρω), οι οποίες αφορούσαν αγωγή για κακόβουλη δίωξη σε σχέση με ποινικές υποθέσεις. Σε όλες ανεξαιρέτως, υπήρχε αθώωση των κατηγορουμένων. Στην Πίτσιλλος, ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε και αθωώθηκε λόγω του ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, στην Κλεάνθους και στην Τσιβίκου ο κατηγορούμενος αθωώθηκε κατόπιν ακρόασης στο τέλος της δίκης και στη Φωτίου η ιδιωτική ποινική υπόθεση διακόπηκε με αποτέλεσμα την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση ως προς το ότι υπήρξε λήξη της ποινικής δίωξης εναντίον των Εναγόντων. Σημειώνεται επίσης πως παρά την αναφορά στο πρακτικό των δύο αποφάσεων για επιστροφή των τεκμηρίων, αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι για τις δύο αυτές υποθέσεις δεν υπήρξε κατακράτηση αντικειμένων των Εναγόντων ούτε και ο Ενάγων 2 τέθηκε υπό σύλληψη και ή κράτηση. Ως προς την ερμηνεία της κακόβουλης δίωξης, στην Πίτσιλλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης.» Στην Αγγλική υπόθεση Glinski v. McIver
(1962)1 All E.R. 696, η φράση «εύλογη ή πιθανή αιτία» ερμηνεύθηκε ως εξής: «This makes it necessary to consider just what is meant by reasonable and probable cause. It means that there must be cause (that is, sufficient grounds; I shall hereafter in my speech not always repeat the adjectives "reasonable" and "probable") for thinking that the plaintiff was probably guilty of the crime imputed: Hicks v. Faulkner.36 This does not mean that the prosecutor has to believe in the probability of conviction: Dawson v. Vandasseau.37 The prosecutor has not got to test the full strength of the defence; he is concerned only with the question of whether there is a case fit to be tried. As Dixon J. (as he then was) put it, the prosecutor must believe that "the probability of the accused's guilt is such that upon general grounds of justice a charge against him is warranted": Commonwealth Life Assurance Society Ltd. v. Brain.38.» Χρήσιμη ανάλυση της φράσης περιέχεται και στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz, Tort, 17η έκδοση, σελ. 866-870, παρ. 19-07 - 19-
- Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ1 απέδωσε στην Αστυνομία αδικαιολόγητη, καταχρηστική, παράνομη και εκτός κάθε λογικής στάση ως προς την καταχώριση των υπό κρίση ποινικών υποθέσεων. Σαφώς η θέση των Εναγόντων ήταν εξαρχής και παρέμεινε μέχρι τέλους ότι η κακόβουλη δίωξη έγκειται στη συνεχή και απρόσκοπτη ποινική δίωξη των ιδίων και πολλών άλλων προσώπων, χωρίς να απομονώσουν τις δύο υποθέσεις εναντίον τους. Θεωρώ ότι η ίδια η δικογραφημένη θέση και μαρτυρία των Εναγόντων με αναφορά σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό και συχνότητα καταχώρισης ποινικών υποθέσεων δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση της ισχυριζόμενης κακόβουλης δίωξης αναφορικά με μόνο τις δύο υποθέσεις εναντίον τους. Και τούτο, καθότι οι Ενάγοντες δεν επέλεξαν να αποδώσουν κακόβουλα κίνητρα αναφορικά με καθεμιά των υποθέσεων ξεχωριστά παρά μόνο αναφέρθηκαν στο σύνολο αυτών ως μια συνεχή και συνολική καταδίωξη όλων όσων εμπορεύονταν τέτοια αντικείμενα και συνακόλουθα στην πλήξη των ιδίων των Εναγόντων. Πέραν του ότι η εν λόγω μαρτυρία των Εναγόντων δεν είναι ικανή να καταδείξει τα κίνητρα της Αστυνομίας αναφορικά με την καταχώριση των δύο ποινικών υποθέσεων εναντίον των Εναγόντων, θεωρώ ότι ακόμα και σε περίπτωση εξέτασης τους αποσπασματικά, το Δικαστήριο θα αδυνατούσε να προβεί σε τέτοια κατάληξη περί κακόβουλης δίωξης. Κατ΄ αρχάς η ύπαρξη και το αποτέλεσμα της προηγούμενης Αγωγής δεν είναι ικανά αφ΄ εαυτών να στοιχειοθετήσουν κακοβουλία στη δίωξη στις υπό κρίση υποθέσεις ούτε εκείνη η Αγωγή είναι δεσμευτική ως προς το αποτέλεσμα εφόσον εκείνη αφορούσε άλλα γεγονότα. Υπενθυμίζεται επίσης ότι είχε εκδοθεί απόφαση μόνο υπέρ της Ενάγουσας 1 και η Αγωγή του Ενάγοντος 2 είχε απορριφθεί. Επιπλέον, με βάση τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει πως οι εν λόγω υποθέσεις καταχωρίστηκαν το 2009, καθ΄ ον χρόνο το νομικό θέμα του κατά πόσο τα εν λόγω αντικείμενα αποτελούσαν επιθετικά όπλα δεν είχε ξεκαθαρίσει. Είχαν προηγηθεί κάποιες υποθέσεις οι οποίες κατέληξαν σε μια παραδοχή και σε απαλλαγή και αθώωση των εκεί κατηγορουμένων, χωρίς να είχε εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου και το ζήτημα εξακολουθούσε να απασχολεί τη Νομική Υπηρεσία. Ενδεικτικό αυτής της κατάστασης είναι οι προαναφερόμενες επιστολές ημ. 26.3.09, 18.5.09 και 9.7.09, Τεκμήρια 9 και 29, βάσει των οποίων διαφαίνεται πως το ζήτημα συζητείτο μεταξύ της Νομικής Υπηρεσίας και της Αστυνομίας με τη λήψη απόφασης πως το θέμα έπρεπε τελικώς να αφήνετο να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Πράγματι, σύμφωνα με την τεθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η πρώτη δικαστική απόφαση επί του θέματος εκδόθηκε στις 17.3.10, εξ ου και μετά ακολούθησε η διακοπή των δύο ποινικών υποθέσεων εναντίον των Εναγόντων. Σημειώνεται πως ανάλογη ήταν και η υποβολή στον ΜΕ1, ήτοι ότι υπήρχε ασάφεια στη νομοθεσία και η Αστυνομία επιζητούσε την έκδοση απόφασης Δικαστηρίου για να ξεκαθαρίσει το θέμα, εξ ου και μετά την εν λόγω δικαστική απόφαση όλες οι υπόλοιπες υποθέσεις αναστάληκαν, υποβολή την οποία ο ΜΕ1 δήλωσε ότι κατανοεί, προσθέτοντας ταυτόχρονα ότι αυτή η κατάσταση τους προκαλούσε ζημιές και αναγνωρίζοντας ότι ο ίδιος δεν είχε νομικές γνώσεις και ότι, ασχέτως προηγούμενων απαλλαγών και αθωώσεων, μόνο μια υπόθεση εκδικάστηκε και εκδόθηκε απόφαση. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, διαφαίνεται πως η Αστυνομία, ενεργώντας κατόπιν συνεννόησης και οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας, είχε την εύλογη και γνήσια πεποίθηση ότι οι εν λόγω υποθέσεις θα μπορούσαν να επιτύχουν εξ ου και ανέμενε την επίλυση του όλου ζητήματος με απόφαση του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η καταχώριση και προώθηση των δύο ποινικών υποθέσεων εναντίον των Εναγόντων ήταν κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Αντιθέτως το σύνολο της μαρτυρίας καταδεικνύει πως ήταν απότοκο της πεποίθησης ότι θα μπορούσε να αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε ικανοποιηθεί περί της κακόβουλης δίωξης των Εναγόντων, η βάση αυτή θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία καθότι αυτοί δεν απέδειξαν οποιαδήποτε ζημιά. Προς απόδειξη της ισχυριζόμενης ζημιάς, ο ΜΕ1 παρουσίασε τις προαναφερόμενες διάφορες καταστάσεις και πίνακα, Τεκμήρια 17-
- Αυτές οι καταστάσεις αφορούσαν τις ισχυριζόμενες ζημιές στη βάση όλων των διώξεων εναντίον και των πελατών της Ενάγουσας 1, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού της όποιας ζημιάς κατ΄ ισχυρισμό προκλήθηκε στους Ενάγοντες συνεπεία των δύο ποινικών υποθέσεων εναντίον τους, πράγμα που θα ήταν το ζητούμενο, εφόσον μόνο αυτές αποτελούν τη βάση οποιασδήποτε απαίτησης για κακόβουλη δίωξη. Η ομαδοποίηση και η συνακόλουθη ανυπέρβλητη αδυναμία διαχωρισμού της ισχυριζόμενης ζημιάς αναφορικά με τις υποθέσεις εναντίον των Εναγόντων και των υπόλοιπων τρίτων προσώπων αναπόφευκτα οδηγεί σε αποτυχία απόδειξης πρόκλησης ζημιάς στους Ενάγοντες ακόμα και σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι οι υποθέσεις εναντίον τους ήταν κακόβουλες διώξεις. Σε περίπτωση που αυτές οι καταστάσεις θα μπορούσαν να αξιολογηθούν για σκοπούς απόδειξης της ζημιάς έστω και για τις δύο υποθέσεις εναντίον των Εναγόντων, το Δικαστήριο θα κατέληγε ότι αυτές δεν είναι ικανές να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την όποια ζημιά, ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1 επί τούτων και της αδυναμίας αποδοχής αυτής και συνακόλουθα της ορθότητας των εν λόγω καταστάσεων. Ενόψει αυτής της διαπίστωσης του Δικαστηρίου, καθίσταται αχρείαστη η όποια ενασχόληση με τη μαρτυρία των ΜΥ2 και 3, ανεξαρτήτως της αξιολόγησης αυτής. ΙΙ.Δ Δυσφήμηση Η δυσφήμιση ως βάση αγωγής περιλαμβάνεται στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Οι καταστροφικές και ζημιογόνες ως άνω ενέργειες και παράνομες/αδικαιολόγητες διώξεις των Εναγόντων που οφείλονταν στον Εναγόμενο (Αστυνομία, Τελωνείο κ.α. Αρχές) δεν σταμάτησαν ως εδώ και με αυτές τις ενέργειες και διαδικασίες, αλλά έδωσαν και επέκταση και προέκταση με φοβερή και επαναλαμβανόμενη δυσφημιστική για τους Ενάγοντες δημοσιότητα τόσο μέσω των τηλεοπτικών καναλιών όσο και μέσω των εφημερίδων, οι οποίες για μακρύ χρόνο, επιτακτικά και συνεχόμενα δημοσίευαν άρθρα με θέμα την καταδίωξη από την Αστυνομία όσων κατείχαν ή εμπορεύοντο κ.ά αντικείμενα/εμπορεύματα των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος έχοντας τη θέση ισχύος και της ελεύθερης πρόσβασης στα Μ.Μ.Ε. εκμεταλλεύτηκε τη θέση του αυτή ούτως ώστε να σκορπίσει στο κοινό τον φόβο και την υποσυνείδητα άρνηση του να αγοράζει όπως και προηγούμενα, εμπορεύματα κ.α. είδη από τους Ενάγοντες και τους συνεργάτες τους.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 9η έκδοση, σελ. 648, παρ. 262, τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία η έκθεση απαίτησης σε αγωγή λιβέλου πρέπει να περιέχει είναι η δημοσίευση από τον εναγόμενο, οι λέξεις που δημοσιεύτηκαν, ότι αυτές αφορούσαν τον ενάγοντα και ότι αυτές είναι δυσφημιστικές. Μάλιστα θα πρέπει να παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης οι ακριβείς λέξεις του δημοσιεύματος και δεν είναι αρκετό να περιγράφεται η ουσία, συνέπεια και αποτέλεσμα αυτών, όπως ακριβώς παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση. Παρά τη γενική αναφορά στην έκθεση απαίτησης σε δημοσιεύματα, θεωρώ ότι η δικονομική υποχρέωση παράθεσης του ακριβούς κειμένου των δημοσιευμάτων έχει ικανοποιηθεί με την παρουσίαση αυτούσιων στην πρώτη ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 για παροχή λεπτομερειών. Σημειώνεται εδώ ότι οι Αστυνομικές Ανακοινώσεις και τα Αστυνομικά Δελτία αναφορικά με την κατάσχεση επιθετικών όπλων, μέρος των Τεκμηρίων 8 και 10, αποτελούν μεν μαρτυρία πλην όμως δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αναφοράς ως βάση για δυσφήμιση εφόσον αυτά δεν αναφέρονται ούτε και επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις για λεπτομέρειες. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, ανωτέρω, σελ. 661 και 662, παρ. 16-21 και 22, αναφέρεται ότι ο ενάγων θα πρέπει να είναι όσο ακριβής γίνεται για να παραθέσει τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων που δημοσιεύονται και κατ΄ ισχυρισμό είναι δυσφημιστικά και να παραθέσει λεπτομέρειες όπου στηρίζεται σε innuendo. Παρόλο που είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δικογραφεί τις κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικές λέξεις, χωρίς αναφορά ότι η δημοσίευση έγινε ψευδώς και κακόβουλα («falsely and maliciously»), καθότι το ψευδές των λέξεων αυτών πάντοτε τεκμαίρεται προς όφελος του ενάγοντα, εντούτοις πρέπει να παρατίθενται όχι μόνο λεπτομέρειες για τα εξωτερικά γεγονότα αλλά και λεπτομέρειες για τα άτομα και τάξεις ατόμων στα οποία απευθύνθηκε το δημοσίευμα και γνωρίζουν τα εξωγενή γεγονότα και αντιλήφθηκαν την έννοια των λέξεων ως το ισχυριζόμενο innuendo - βλ. Bullen and Leake, Precedents of Pleading, 16η έκδοση, τόμος 1, σελ. 551-2, παρ. 29-18, Lewis v. Daily Telegraph
(1964)A.C. 234 και Fullam v. Newcastle Chronicle
(1977)1 W.L.R. 651. Ακόμα και στην περίπτωση που η δημοσίευση είναι ευρεία και τα εξωγενή γεγονότα πολύ γνωστά, πρέπει τουλάχιστον να δικογραφείται ότι ένας σημαντικός αριθμός προσώπων τα γνώριζαν αυτά, διάβασαν τα επίδικα δημοσιεύματα και αντιλήφθηκαν ότι αυτά αφορούσαν τον ενάγοντα, κάτι το οποίο βέβαια δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Στο σύγγραμμα Bullen and Leake, Precedents of Pleading (ανωτέρω) σελ. 552-3, παρ. 29-21, αναφέρονται τα εξής: «The particulars of claim must plead that the words complained of were published 'of the claimant'. Where special facts are relied on to establish that the words did refer to the claimant, those facts must be pleaded in the particulars of claim with particulars of the persons or classes of persons who both read the words complained of and knew the facts relied on. Where the facts are generally known, and the publication is wide, it is often sufficient to plead a general inference that a substantial number of unidentifiable persons would have known the facts and understood the words complained of to refer to the claimant (Fullam Newcastle Chronicle and Journal [1977] 1 W.L.R. 651, CA).» Σαφώς στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον τα δημοσιεύματα δεν αναφέροντο στους Ενάγοντες ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ονομαστικά, και με βάση την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία ότι η Ενάγουσα 1 δεν ήταν η αποκλειστική και μοναδική εισαγωγέας τέτοιων αντικειμένων στην Κύπρο, ήταν αναγκαία η δικογράφηση του τρόπου με τον οποίο γινόταν αντιληπτό ότι τα δημοσιεύματα αναφέρονταν στους Ενάγοντες, λεπτομέρειες οι οποίες ελλείπουν. Μάλιστα στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης γίνεται μια αόριστη αναφορά στο κοινό και στον φόβο του να αγοράζει εμπορεύματα όχι μόνο από τους Ενάγοντες αλλά και τους συνεργάτες τους, χωρίς όμως να κατονομάζονται οι συνεργάτες αυτοί. Θεωρώ ότι η μη ορθή δικογράφηση αυτής της βάσης αγωγής στερεί το δικαίωμα των Εναγόντων να προωθήσουν αυτή. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης και για σκοπούς πληρότητας, ούτε και επί της ουσίας θα αποδεικνύετο αυτή η βάση αγωγής. Για να επιτύχει ενάγων σε αγωγή για δυσφήμιση, με βάση το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, πρέπει να αποδείξει ότι: (α) το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) αυτό αναφερόταν στον ενάγοντα, και (γ) αυτό δημοσιεύτηκε. Αυτό το σκέλος της απαίτησης των Εναγόντων δεν θα μπορούσε να πετύχει λόγω μη απόδειξης οποιασδήποτε σχέσης και συνακόλουθα ευθύνης του Εναγομένου, μέσω των αρμοδίων αρχών και οργάνων, ως προς τη δημοσίευση των εν λόγω άρθρων. Σύμφωνα με την τεθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Εναγόμενος είχε σχέση ισχύος και ελεύθερη πρόσβαση στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ότι ο ίδιος ή οι αρμόδιες αρχές και όργανα προέτρεψαν τη δημοσίευση των υπό κρίση άρθρων. Ακόμα και για τα δύο δημοσιεύματα που αφορούν το αεροδρόμιο Πάφου, και πάλι δεν έχει προκύψει πρόκληση ή προτροπή με οποιονδήποτε τρόπο εκ μέρους του ΜΥ1 για τη δημοσίευση αυτών και κυρίως οποιαδήποτε αναφορά ή δήλωση εκ μέρους του, πέραν των γεγονότων αναφορικά με την κατάσχεση και τον λόγο αυτής τέτοιων αντικειμένων. Το γεγονός ότι ο ΜΥ1 προσκάλεσε τη ΝΧ στο γραφείο του και στη συνέχεια έδωσε την έγκριση για τη δεύτερη δημοσίευση δεν σημαίνει ότι αυτός προέτρεψε ή παρέσυρε τη ΝΧ να γράψει όσα εξ επαγγέλματος της και κατ΄ εκτέλεση δικού της καθήκοντος κατέγραψε στα άρθρα. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν υποστηρίζουν τέτοιο ισχυρισμό. Υπενθυμίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν επικαλούνται ως δυσφημιστικές τις Αστυνομικές Ανακοινώσεις και τα Αστυνομικά Δελτία. Επομένως, θεωρώ ότι ανεξαρτήτως της φύσης των δημοσιευμάτων, ο Εναγόμενος ουδεμία σχέση έχει με τη δημοσίευση τους ούτως ώστε να μπορούσε ενδεχομένως να κριθεί υπεύθυνος για το περιεχόμενο τους. ΙΙ.Ε Παράνομη Κατακράτηση Το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης πράγματος, όπως προνοείται στο άρθρο 37 του Κεφ. 148, συνίσταται «στηv παράvoμη κατακράτηση κιvητής ιδιoκτησίας από oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ δικαιoύται στηv άμεση κατoχή της». Σύμφωνα με το σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, ανωτέρω, σελ. 123, το αδίκημα συνίσταται σε παρακράτηση πράγματος και άρνηση επιστροφής του στον ενάγοντα ή παρεμπόδιση του ενάγοντα από ανάληψη κατοχής του. Το βασικό στοιχείο είναι η παράνομη κατακράτηση που καταμαρτυρείται με άρνηση επιστροφής του αντικειμένου όταν αυτή απαιτηθεί. Σχετική είναι η υπόθεση Muharem Sidki v. Demos Drymiotis
(1962)1 C.L.R. 251. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, για τις δύο υποθέσεις εναντίον των Εναγόντων δεν υπήρξε κατάσχεση ούτε και κατακράτηση αντικειμένων. Αναφορικά με τις υπόλοιπες υποθέσεις, αυτές αφορούσαν εμπορεύματα τα οποία είχαν πωληθεί από την Ενάγουσα 1 και αγοραστεί από τα υπό κρίση πρόσωπα, ούτως ώστε αυτά να ήταν πλέον δική τους περιουσία και όχι της Ενάγουσας 1, ενώ ο Ενάγων 2 δεν ήταν ποτέ ιδιοκτήτης αυτής και έτσι στερείται αγώγιμου δικαιώματος σε αυτή τη βάση. Επομένως, ούτε και αυτή η βάση δύναται να πετύχει. ΙΙΙ. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό για οποιαδήποτε από τις τρεις βάσεις αγωγής. Ως εκ τούτου η Αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο