ATHINA LEATHERGOODS LIMITED ν. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Αρ. αγωγής: 25/2012, 19/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A468 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 25/2012 Μεταξύ: ATHINA LEATHERGOODS LIMITED, εκ Λεμεσού Ενάγουσας Και XXXXXX ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, εξ Αψιούς, Λεμεσού Εναγομένης -------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.9.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κα Α. Αναξαγόρου για κ. Γ. Τσίκκο Για εναγόμενη: κ. Φ. Αποστολίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των €22.756.23 σεντ πλέον €3.413 Φ.Π.Α προερχόμενο από την πώληση εμπορευμάτων. Στο αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στα μητρώα του Έφορου Εταιρειών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης σε διάφορες ημερομηνίες κατά το 2011 και/ή περί τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο του 2011 δυνάμει προφορικής συμφωνίας η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας €22.756.23 . Η εναγόμενη συμφώνησε και ανέλαβε την υποχρέωση όπως εξοφλήσει το ως άνω ποσό το συντομότερο δυνατό και όχι πέραν του ενός μηνός από την παραλαβή των εμπορευμάτων κάτι που παρέλειψε και ή αρνήθηκε να το πράξει μέχρι σήμερα παρά το ότι κλήθηκε επανειλημμένα προς τούτο από την ενάγουσα. Προβάλλεται επίσης στην έκθεση απαίτησης ότι το εν λόγω ποσό επιβαρύνεται με επιπλέον 15% Φ.Π.Α καθότι η ενάγουσα είναι δεόντως εγγεγραμμένη στο Φ.Π.Α. Η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης και την ανταπαίτηση της αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ειδικότερα ότι υπήρξε οποιαδήποτε αγοραπωλησία των εμπορευμάτων, την αξία των οποίων και αγνοεί. Αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στα πλαίσια πτωχευτικής διαδικασίας εναντίον της στην οποία όμως φέρει το όνομα XXXXXX Καραολή υπήρχε σε ισχύ Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της το οποίο εκδόθηκε στις 16/10/2007. Προβάλλοντας μία εντελώς διαφορετική εκδοχή ισχυρίζεται ότι τα αναφερόμενα εμπορεύματα έπρεπε να μετακινηθούν από τον εκθεσιακό χώρο της ενάγουσας και η ίδια αποδέχθηκε να τα αποθηκεύσει σε αποθηκευτικό χώρο που διέθετε χωρίς χαριστική πρόθεση. Τα εμπορεύματα βρίσκονται μέχρι σήμερα υπό την φύλαξη της και προς τούτο προβάλλει ότι έχει δημιουργηθεί υπέρ της δικαίωμα επίσχεσης (lien) αυτών σε σχέση με το οποίο ανταπαιτεί την έκδοση σχετικού Διατάγματος. Αναφέρει περαιτέρω ότι τα εμπορεύματα παραμένουν μέχρι σήμερα στον αποθηκευτικό της χώρο και μπορεί η ενάγουσα να τα παραλάβει νοουμένου ότι της καταβάλει τα αποθηκευτικά τέλη που μέχρι την καταχώρηση της υπεράσπισης ανέρχονται στο ποσό των €1.300,00 (για την περίοδο από Φεβρουάριο του 2011 μέχρι Φεβρουάριος 2012) εύλογο ποσό υπό τας περιστάσεις και/ή €100,00 μηνιαίως από την ημερομηνία φύλαξης τους μέχρι την παραλαβή τους από την ενάγουσα ποσά τα οποία και αξιώνει με την ανταπαίτηση της. Η εναγόμενη προβάλλοντας και μία δεύτερη εκδοχή με την υπεράσπιση της ισχυρίζεται πώς μετά τη φύλαξη των επιδίκων εμπορευμάτων, πάντοτε σε διαπροσωπικό επίπεδο εξέφρασε προς τον ένα από τους διευθυντές της ενάγουσας τον κ. Ορφανίδη, την σκέψη της να επαναδραστηριοποιηθεί με το άνοιγμα καταστήματος πώλησης σουβενίρ και μπιμπελό και/ή παρομοίων εμπορευμάτων όπως τα επίδικα, εάν υπήρχε περίπτωση να την βοηθήσει για «παρακαταθήκη» των επιδίκων εμπορευμάτων στην προσπάθεια της αυτή. Ο διευθυντής της ενάγουσας συγκατατέθηκε στην σκέψη αυτή, αλλά ουδέποτε υλοποιήθηκε, διότι η ίδια ουδέποτε προχώρησε στο άνοιγμα τέτοιου καταστήματος. Η ενάγουσα με την απάντηση της στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγόμενης οι οποίοι ως ισχυρίζεται αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Προβάλλει ότι η εναγόμενη στις 28/06/2011 με επιστολή του δικηγόρου της παραδέχθηκε την αγορά των επίδικων εμπορευμάτων. Αναφέρει περαιτέρω ότι εάν έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας της εναγόμενης, η ίδια το έχει αποκρύψει δόλια και με σκοπό να την εξαπατήσει προκειμένου να λάβει πίστωση από αυτή και αυτό διαφαίνεται και από το γεγονός ότι η εναγόμενη συναλλάχθηκε με άλλο όνομα από αυτό που κατ' ισχυρισμό εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Σημειώνεται ότι με την σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάσθηκαν μαζί. Η ενάγουσα συνεπώς παρουσίασε τους μάρτυρες της προς απόδειξη της απαίτησης της και προς υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση και ακολούθως η εναγόμενη παρουσίασε τους μάρτυρες της προς υπεράσπιση της στην απαίτηση της ενάγουσας και προς απόδειξη της ανταπαίτησης της. Για την πλευρά της ενάγουσας εταιρείας κατέθεσαν οι δύο διευθυντές της και σύζυγοι μεταξύ τους, XXXXXX Ορφανίδου (ΜΕ1) και XXXXXX Ορφανίδης (ΜΕ2). Ενώ από την πλευρά της εναγόμενης κατέθεσε η ίδια (ΜΥ1) και ο XXXXXX Χριστοδούλου(ΜΥ2) Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο ενάγων (στην περίπτωση ανταπαίτησης ο εναγόμενος) έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Τα όσα οι μάρτυρες της κάθε πλευράς έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά που τηρήθηκαν και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην ολότητα τους. Αναφορά στην μαρτυρία γίνεται, εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Η ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας η εναγόμενη και οι διευθυντές της ενάγουσας δεν ήταν άγνωστοι μεταξύ τους. Αντίθετα στο παρελθόν διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και οι διευθυντές της ενάγουσας ήταν οι ανάδοχοι της θυγατέρας της εναγόμενης. Οι σχέσεις τους διακόπηκαν μετά από τον χωρισμό της εναγόμενης με το σύζυγο της. Προκύπτει επίσης από την μαρτυρία ότι η ενάγουσα στο κατάστημα που διατηρούσε πωλούσε είδη σουβενίρ, μπιμπελό, δερμάτινα είδη και προϊόντα μίνι μάρκετ. Στην γραπτή δήλωση της η ΜΕ1 περιγράφει την συναλλαγή που έγινε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης. Τέλη Φεβρουαρίου η εναγόμενη επισκέφθηκε το κατάστημα της ενάγουσας και αγόρασε συγκεκριμένα προϊόντα που όπως διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία επρόκειτο για αριθμό κρασιών τα οποία παρέλαβε και πλήρωσε με μετρητά. Προς τούτο η ενάγουσα εξέδωσε δύο τιμολόγια (τεκμ.5). Ακολούθως κατά τις αρχές Μαρτίου επισκέφθηκε ξανά το κατάστημα της ενάγουσας όπου και συμφώνησε προφορικά με την ενάγουσα να αγοράσει αριθμό εμπορευμάτων που διέθετε στο κατάστημα της. Η εναγόμενη παρέλαβε τα εν λόγω εμπορεύματα ως η συμφωνία της με την ενάγουσα, τα βρήκε πλήρως της αρεσκείας της και ανέλαβε να τα εξοφλήσει σε χρονικό διάστημα ενός μηνός. Κάθε φορά που η εναγόμενη και ή οι αντιπρόσωποι της παραλάμβαναν μέρος των εμπορευμάτων αυτά καθώς και η αξία τους καταγράφονταν σε σχετικό τιμολόγιο που εξέδιδε η ενάγουσα. Τα τιμολόγια αυτά κατατέθηκαν σε δέσμη και σημειώθηκαν ως τεκμ
- Η εναγόμενη ειδοποιήθηκε επανειλημμένα από την ενάγουσα να εξοφλήσει το χρέος της αλλά και με επιστολή του δικηγόρου της ημερομ. 19.5.2011 η οποία της επιδόθηκε στις
- 2011 με ιδιώτη επιδότη (τεκμ 3). Η εναγόμενη σε απαντητική επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 28.6.2011 (τεκμ. 4) παραδέχθηκε την αγορά και την παραλαβή των εμπορευμάτων και αμφισβήτησε μόνο το ύψος του κόστους αυτών. Η ΜΕ1 αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της εναγόμενης περί συμφωνίας αποθήκευσης των επίδικων εμπορευμάτων και προς τούτο αντιπαρέβαλε ότι η εναγόμενη ουδέποτε είχε πρόβλημα με την αποθήκευση των εμπορευμάτων της καθότι διέθετε μεγάλο αποθηκευτικό χώρο στο κατάστημα της καθώς και στην βιομηχανική περιοχή Λεμεσού. Η ΜΕ1 μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της η ίδια ήταν το πρόσωπο που εκ μέρους της ενάγουσας έκανε την προφορική συμφωνία με την εναγόμενη για την αγορά των επίδικων εμπορευμάτων και σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της έδειχνε με θετικότητα ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Απαντούσε με αμεσότητα και σταθερότητα όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την ένορκη κατάθεση της χωρίς να κλονισθεί η αξιοπιστία της. Αντεξεταζόμενη παράμεινε σταθερή στις θέσεις της σύμφωνα με τις οποίες η εναγόμενη συμφώνησε και αγόρασε από την ενάγουσα τα αναφερόμενα εμπορεύματα τα οποία παρέλαβε και τα βρήκε της αρεσκείας της. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται άλλωστε και από την υπόλοιπη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου της εναγόμενης τεκμ. 4 όπου αποδέχεται την αγορά και παραλαβή των εμπορευμάτων χωρίς να γίνεται καμία αναφορά περί συμφωνίας αποθήκευσης τους. Οι θέσεις που πρόβαλε η ίδια η εναγόμενη σε σχέση με το περιεχόμενο και τις συνθήκες αποστολής της εν λόγω επιστολής για τους λόγους που εξηγούνται στην συνέχεια ουδόλως κρίνονται πειστικές και δεν γίνονται αποδεκτές. Η ΜΕ1 αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η εναγόμενη ουδέποτε διαβουλεύθηκε οποιαδήποτε συμφωνία με την ίδια και ότι αυτό έγινε με τον σύζυγο της (ΜΕ2) και μάλιστα αφορούσε την αποθήκευση των εμπορευμάτων. Προς τούτο υποστήριξε ότι υπεύθυνη στο κατάστημα της ενάγουσας ήταν η ίδια ενώ ο σύζυγος της συνήθως βρισκόταν στο υποστατικό που διατηρούσαν στη βιομηχανική περιοχή. Όταν όμως η εναγόμενη εξέφρασε την επιθυμία να αγοράσει τα συγκεκριμένα εμπορεύματα η ΜΕ1 ενημέρωσε τον σύζυγο της ο οποίος την επόμενη μέρα μετάβηκε στο κατάστημα και εκεί συνάντησε την εναγόμενη. Ανέφερε με σταθερότητα ότι στην παρουσία της η εναγόμενη επέλεξε τα εμπορεύματα που ήθελε να αγοράσει, γνώριζε τις τιμές πώλησης τους και προς τούτο έλαβαν και οι δύο παράλληλα τις σχετικές σημειώσεις τους. Υποστήριξε προς τούτο με σταθερό τρόπο και χωρίς να της υποβληθεί το αντίθετο ότι τα διάφορα είδη των εμπορευμάτων που επέλεξε η εναγόμενη να αγοράσει βρίσκονταν στα ράφια του καταστήματος και σε αυτά αναγραφόταν η τιμή πώλησης τους. Όπως ανέφερε η παράδοση των εμπορευμάτων διήρκεσε κάποιες μέρες καθότι ένεκα της ποσότητας που παρήγγειλε η εναγόμενη αυτά θα έπρεπε να επιλεγούν από την αποθήκη να καταμετρηθούν και να τοποθετηθούν σε κασόνια. Παρά το ότι η γραμμή υπεράσπισης της εναγόμενης ήταν ότι δεν αγόρασε τα αναφερόμενα εμπορεύματα, εντούτοις, θα πρέπει να λεχθεί πως η ΜΕ1 παρέμενε σταθερή στη θέση της ότι η ίδια κατέγραψε αναλυτικά τα εμπορεύματα που αγόρασε η εναγόμενη καθώς και την αξία αυτών στα τιμολόγια τεκμ.2 τα οποία και παραδίδονταν μαζί με τα εμπορεύματα που παραλάμβανε κάθε φορά η εναγόμενη και συγκεκριμένα οι αντιπρόσωποι- υπαλλήλοι της. Αρνήθηκε δε με αμεσότητα και σταθερότητα σχετική υποβολή ότι τα εν λόγω τιμολόγια είναι «πλαστά» και ετοιμάσθηκαν εκ των υστέρων. Ο λόγος όπως εξήγησε που δεν φέρουν την υπογραφή της εναγόμενης είναι διότι αυτά τα παραλάμβαναν οι υπάλληλοι της τελευταίας μαζί με τα εμπορεύματα. Έμφαση δόθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 στο γεγονός ότι τα τιμολόγια τεκμ.2 αποκαλύφθηκαν από την ενάγουσα με συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Δεν υποδείχθηκε όμως με ποιο ακριβώς τρόπο αυτό θα μπορούσε να κριθεί ότι επηρεάζει την αξιοπιστία της ΜΕ1, ένεκα και της γενικά καλής εντύπωσης που μου άφησε ως μάρτυρας της αλήθειας, σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι η ίδια κατέγραφε σε σχετικά τιμολόγια τα εμπορεύματα που παρέδιδε κάθε φορά στην εναγόμενη καθώς και την αξία τους. Στην υπό εξέταση περίπτωση η απαίτηση της ενάγουσας βασίζεται στη συμφωνία πώληση διαφόρων εμπορευμάτων για συγκεκριμένο ποσό και όχι στα εκδοθέντα τιμολόγια τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία. Η παρουσίαση των τιμολογίων δεδομένου ότι αυτή γίνει αποδεκτή τείνει να αποδείξει την απαίτηση. Τα τιμολόγια θεωρούνται ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στους αγοραστές με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση (βλ. HALEKO HANSEATISCHES LEBENSMITTELKONTOR GMBH & CO OHG, v. L.S.E. LIFE STYLE ENTERPRISES LTD,
(2011)1Β Α.Α.Δ 1055). Η ΜΕ1 ανέφερε ότι η ίδια κατάγραψε τα εμπορεύματα και την αξία αυτών στα αναφερόμενα τιμολόγια δίνοντας μάλιστα την λογική κατά την άποψη μου εξήγηση ότι επειδή η ποσότητα των εμπορευμάτων που επέλεξε και συμφώνησε να αγοράσει η εναγόμενη ήταν μεγάλη εξέδιδε τα τιμολόγια για να γνωρίζει η εναγόμενη ποια εμπορεύματα παραλάμβανε κάθε φορά. Η ΜΕ1 είναι συνεπώς το πρόσωπο που συνέταξε τα τιμολόγια και είχε προσωπική γνώση του περιεχομένου τους και των πωλήσεων που επιμαρτυρούσαν αυτά (βλ. Θεόδωρος Θεοδώρου ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492 ) . Με δεδομένο συνεπώς ότι η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και ειλικρινής η παρουσίαση των τιμολογίων αποτελεί μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη της απαίτησης της ενάγουσας για την αξία των αναφερόμενων εμπορευμάτων. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως διαπιστώνεται το συνολικό ποσό των τιμολογίων να είναι κατά τι μικρότερο από το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή και συγκεκριμένα αυτό ανέρχεται στο ποσό των € 22,237.65 σεντ. Για το ποσό αυτό συνεπώς κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί η απαίτηση της ενάγουσας για την αξία των επίδικων εμπορευμάτων, δεδομένου ότι, η ΜΕ1 ως ανέφερε κατέγραψε στα αναφερόμενα τιμολόγια όλα τα εμπορεύματα που αγόρασε και παρέλαβε η εναγόμενη καθώς και την αξία αυτών. Η ΜΕ1 ισχυρίσθηκε κατά την μαρτυρία της χωρίς να αμφισβητηθεί ότι ούτε η ίδια ούτε και σύζυγος της γνώριζαν πως κατά τον επίδικο χρόνο η εναγόμενη τελούσε υπό καθεστώς πτώχευσης με την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της. Αδιαμφησβήτητη παρέμεινε επίσης η θέση της ότι η ενάγουσα εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο διέθετε αποθηκευτικούς χώρους και ουδέποτε αντιμετώπισε πρόβλημα αποθήκευσης των προϊόντων της. Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της ΜΕ1 συνάδει με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο και ο σύζυγος της ΜΕ2 επίσης διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Με σταθερότητα και πειστικότητα κατέθεσε στο Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και ο ΜΕ2 και συνεπώς η μαρτυρία του επίσης γίνεται αποδεκτή. Ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε η ΜΕ1 αναφορικά με την συμφωνία που συνήψε η εναγόμενη με την ενάγουσα εταιρεία για την αγορά των αναφερόμενων εμπορευμάτων. Η εν λόγω συμφωνία όπως ανέφερε έγινε με την διευθύντρια της ενάγουσας, ΜΕ1, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η υπεύθυνη του καταστήματος της ενάγουσας. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι της ζήτησε ο ίδιος και συμφώνησε μαζί της να αποθηκεύσει τα επίδικα εμπορεύματα και ανέφερε όπως άλλωστε και η ΜΕ 1 ότι η ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε αποθηκευτικούς χώρους τους οποίους μάλιστα και περιέγραψε. Όπως δε και η ΜΕ1 δεν γνώριζε ότι η εναγόμενη κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας αγοράς των εμπορευμάτων τελούσε υπό καθεστώς πτώχευσης. Στο στάδιο της αντεξέτασης του ΜΕ2 δεν διαπίστωσα καμία προσπάθεια του να παραποιήσει την αλήθεια και σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η αξιοπιστία του. Σε σχέση με τα τιμολόγια τεκμ 2 παρά τις σχετικές υποβολές εκ μέρους της υπεράσπισης όπως και η ΜΕ1 παρέμεινε σταθερός στην θέση του ότι αυτά καταγράφηκαν και εκδόθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο παραλαβής των εμπορευμάτων από την εναγόμενη. Η εναγόμενη (ΜΥ1) κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της στην οποία και προβάλλει την δική της εκδοχή σύμφωνα με την οποία αρχές του 2011 ο ΜΕ1 της αποκάλυψε την πρόθεση του να αλλάξει το αντικείμενο της εμπορίας της εταιρείας του πλην όμως αντιμετώπιζε πρόβλημα αποθήκευσης των ήδη υπαρχόντων εμπορευμάτων. Ένεκα τούτου της πρότεινε να αποθηκεύσει τα εν λόγω εμπορεύματα στον αποθηκευτικό χώρο που διέθετε η ίδια. Η θέση της αυτή έχει καταρριφθεί από την μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 που έχει γίνει αποδεκτή αλλά και από το περιεχόμενο της επιστολής τεκμ
- αναφορά στην οποία θα γίνει στην συνέχεια. Υποστηρίζει επίσης πως οι ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν είπαν την αλήθεια ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ενάγουσα διέθετε αποθηκευτικούς χώρους. Η θέση της αυτή δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της ενάγουσας κατά την αντεξέταση τους έτσι ώστε να δώσουν τη δική τους εκδοχή και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επιπρόσθετα όμως βρίσκεται και σε αντίφαση με άλλη δήλωση της στο στάδιο της αντεξέτασης της όπου ανέφερε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο η εναγόμενη διέθετε αποθηκευτικούς χώρους. Αναφορικά με την επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας τεκμ.3 ισχυρίζεται ότι η ίδια την αγνόησε παντελώς και δεν απάντησε σε αυτή. Η θέση της αυτή διαψεύδεται βέβαια από την απαντητική επιστολή τεκμ. 4 όπου σύμφωνα με το περιεχόμενο της αποδέχεται την αγορά και την παραλαβή των εμπορευμάτων και αμφισβητεί μόνο την συμφωνηθείσα τιμή. Κατά την κυρίως εξέταση της καμία εξήγηση προσπάθησε να δώσει σε σχέση με το γεγονός αυτό ενώ ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της ισχυρίσθηκε ότι όταν παρέλαβε την επιστολή τεκμ 3 πληροφόρησε περί τούτου τον σύντροφο της ο οποίος πιθανόν και να έδωσε οδηγίες σε δικηγόρους να αποστείλουν προς την ενάγουσα απαντητική επιστολή. Ακόμα όμως και εάν γίνει αποδεκτό ότι η απαντητική επιστολή τεκμ 4 στάλθηκε κατόπιν οδηγιών του συντρόφου της εναγόμενης καμία λογική και επαρκής εξήγηση δόθηκε από την πλευρά της σε σχέση με το γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά περί συμφωνίας αποθήκευσης των επίδικων εμπορευμάτων ενώ αντίθετα γίνεται αποδεκτή η αγορά και η παραλαβή τους από την εναγόμενη. Και αυτό ενώ όπως η ίδια ανέφερε, ερωτηθείσα σχετικά, ο σύντροφος της γνώριζε τα γεγονότα και τι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ίδιας και της ενάγουσας εννοώντας προφανώς ότι όπως η ίδια ισχυρίζεται αυτό που συμφώνησε με την ενάγουσα ήταν να αποθηκεύσει τα εμπορεύματα και όχι να τα αγοράσει. Ουδόλως έπεισε δε για την αλήθεια του ισχυρισμού της λέγοντας πως ο σύντροφος της που σύμφωνα με τα λεγόμενα της επρόκειτο για μορφωμένο άτομο, ψυχίατρο- νευρολόγο, απλά έστειλε την επιστολή της ενάγουσας στους δικηγόρους του για να απαντήσουν χωρίς να δώσει λεπτομέρειες για τα γεγονότα και σχετικές οδηγίες. Ούτε βέβαια και θα μπορούσε λογικά να γίνει αποδεκτό ότι οι δικηγόροι απέστειλαν την απαντητική επιστολή τεκμ 4 χωρίς να ζητήσουν να πληροφορηθούν πρώτα τα γεγονότα και να λάβουν σχετικές οδηγίες. Για πρώτη φορά μάλιστα κατά την αντεξέταση της η εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι μετά την παραλαβή της επιστολής τεκμ 3 ο σύντροφος της μίλησε και τηλεφωνικά με τον ΜΕ2 ο οποίος απολογήθηκε και ανέλαβε να παραλάβει τα εμπορεύματα. Θέση που επίσης ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΕ 2 για να δώσει τη δική του εκδοχή. Τέλος διαπιστώνεται ότι ο σύντροφος της εναγόμενης δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει σε σχέση με το ζήτημα της επιστολής τεκ,
- . Κατά την αντεξέταση της η εναγόμενη αναφέρθηκε επανειλημμένα στα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά τον επίδικο χρόνο η ίδια και στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο γιός της με σκοπό να υποστηρίξει ανεπιτυχώς βέβαια, ότι δεν ήταν σε θέση να προβεί σε συναλλαγές και να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά με οποιονδήποτε τρόπο. Με τον ίδιο τρόπο κατά την μαρτυρία της χρησιμοποίησε και το γεγονός ότι τελούσε υπό καθεστώς πτώχευσης. Εντούτοις και σε αντίφαση με αυτό αναφέρθηκε στις σκέψεις που έκανε για να επαναδραστηριοποιηθεί με το άνοιγμα καταστήματος πώλησης σουβενίρ, μπιμπελό και παρόμοιων εμπορευμάτων όπως τα επίδικα. Αυτό βέβαια επιπρόσθετα βρίσκεται και σε πλήρη αντίφαση με τη θέση που έθεσε σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας της σύμφωνα με την οποία η ίδια δεν γνωρίζει μέχρι σήμερα τι περιέχουν τα κασόνια που αποθήκευσε στον αποθηκευτικό της χώρο προς όφελος της εναγόμενης. Πως ήταν λοιπόν λογικό να κάνει σκέψεις να δραστηριοποιηθεί με το άνοιγμα καταστήματος σε σχέση με την πώληση εμπορευμάτων τα οποία δεν γνώριζε καν τι ήταν. Κάτι επίσης που ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη θέση των μαρτύρων της ενάγουσας ότι τα κασόνια με τα εμπορεύματα τα παραλάμβαναν κάποιοι υπάλληλοι της εναγόμενης είναι το γεγονός ότι όπως η ίδια ανέφερε ο γιός της ένεκα των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε διέθετε φροντιστές οι οποίοι τον έπαιρναν βόλτες με το αυτοκίνητο διότι αυτό ήταν μία από τα εμμονές του και συνεπώς κάποια από τα εμπορεύματα τα παρέλαβαν οι φροντιστές αυτοί όταν έπαιρναν βόλτα τον γιό της. Σημειώνεται επίσης ότι διαφορετικές μεταξύ τους εκδοχές έδωσε η εναγόμενη και σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι ο ΜΕ2 της ζήτησε και αυτή συμφώνησε να αποθηκεύσει τα αναφερόμενα εμπορεύματα. Στη γραπτή δήλωση της όπως και στην έκθεση απαίτησης της αναφέρει ότι αρχές του 2011 ο ΜΕ2 της αποκάλυψε την πρόθεση του να αλλάξει το αντικείμενο της εμπορίας της εταιρείας του, πλην όμως, αντιμετώπιζε πρόβλημα αποθήκευσης των ήδη υπαρχόντων εμπορευμάτων και αφού την παρακάλεσε να τον βοηθήσει η ίδια αποδέχθηκε να αποθηκεύσει τα εμπορεύματα χωρίς χαριστική πρόθεση. Δεν έπεισε βέβαια για την αλήθεια του ισχυρισμού της ότι από την πρώτη φορά που συνάντησε ξανά τον ΜΕ2 μετά από χρόνια που είχαν πάψει να έχουν σχέσεις αυτός της ζήτησε την αναφερόμενη εξυπηρέτηση. Κατά την αντεξέταση της ισχυρίσθηκε ότι οι διευθυντές της ενάγουσας της ανέφεραν ότι θα προσχωρούσαν στην πώληση του καταστήματος που διατηρούσαν ενώ σε άλλη περίπτωση δήλωσε πως είδε σχετική αγγελία στην εφημερίδα. Σε αντίφαση δε με την έκθεση απαίτησης και τη γραπτή δήλωση της όπου για την αποθήκευση των εμπορευμάτων απαιτεί το ποσό των €100 το μήνα ως εύλογο ποσό κατά την αντεξέταση της ισχυρίσθηκε ότι το συγκεκριμένο ποσό της το πρότεινε ο ΜΕ2 και η ίδια συμφώνησε με αυτό λέγοντας μάλιστα ότι θα το διέθετε σε φιλανθρωπικό οργανισμό, θέση που επίσης δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του ίδιου του ΜΕ2 για να δώσει την δική του εκδοχή. Για όλους τους λόγους που ενδεικτικά και μόνο καταγράφονται πιο πάνω πλην της θέσης της εναγόμενης ότι κατά τον επίδικο χρόνο τελούσε υπό διαδικασία πτώχευσης η υπόλοιπη μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Η μαρτυρία του ΜΥ2 ήταν τυπική δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Υπό την ιδιότητα του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού κλήθηκε και κατάθεσε από τον σχετικό φάκελο της Αίτησης Πτώχευσης με αρ. 329/2077 το Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας της εναγόμενης (τεκμ9) που εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λεμεσού στις 16.
- Γίνεται συνεπώς αποδεκτό που άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον επίδικο για την παρούσα αγωγή χρόνο εναντίον της εναγόμενης εκκρεμούσε το αναφερόμενο Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα και την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή καταλήγω στα ανάλογα ευρήματα ότι δηλαδή η εναγόμενη κατά τον επίδικο χρόνο συμφώνησε, αγόρασε και παρέλαβε από την ενάγουσα διάφορα εμπορεύματα τα οποία προηγουμένως επέλεξε έναντι της συνολικής τιμής των €22,237.65 σεντ ποσό το οποίο ανέλαβε να εξοφλήσει το συντομότερο δυνατό άλλα όχι αργότερα του ενός μηνός από την παραλαβή των εμπορευμάτων. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις της ενάγουσας και του δικηγόρου της η εναγόμενη μέχρι σήμερα αρνείται να καταβάλει το επίδικο ποσό. Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται την επιδίκαση του ποσού των €22,237.65 σεντ προς όφελος της και εναντίον της εναγόμενης. Το ίδιο όμως δεν ισχύει σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας για την πληρωμή του ποσού των €3.413 για Φ.Π.Α η οποία και απορρίπτεται δεδομένου ότι στην έκθεση απαίτησης της ενάγουσας δεν γίνεται ισχυρισμός ότι συμφωνήθηκε η καταβολή ΦΠΑ επί της τιμής πώλησης των εμπορευμάτων.(βλ. RSUMOVIC v. GREGORIA DEVELOPERS LTD
(2006)1 ΑΑΔ, 581). Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση της εναγόμενης δεδομένης της απόρριψης της εκδοχής και της μαρτυρίας της όπως αυτή αξιολογείται πιο πάνω η κατάληξη αυτής δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη της. Στο στάδιο των αγορεύσεων με παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του Περί Πτωχεύσεως Νόμου έγινε αναφορά και από τις δύο πλευρές στο θέμα της καταχώρησης της αγωγής εναντίον της εναγόμενης ενώ εκκρεμούσε το ως άνω Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Θα πρέπει βέβαια να υπογραμμισθεί ότι δεν έχει εγερθεί από την υπεράσπιση έτσι ώστε και να πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο οποιοδήποτε ζήτημα λανθασμένης καταχώρησης της αγωγής. Σε κάθε όμως περίπτωση θα συμφωνήσω με την εισήγηση της πλευράς της ενάγουσας όπως αυτή αναλύεται στην γραπτή αγόρευση της και με την οποία φαίνεται να συμφωνεί και η πλευρά της υπεράσπισης, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρ.9 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου καθότι η επίδικη οφειλή πρόκειται για χρέος που δημιουργήθηκε από την εναγόμενη μετά από την έκδοση του Διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της. Τούτο θεωρώ επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου που προνοούν για τις συνέπειες εξασφάλισης πίστωσης στην περίπτωση προσώπου που κηρύχθηκε σε πτώχευση αλλά και πριν από τη τροποποίηση του Νόμου όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, για τις συνέπειες εξασφάλισης πίστωσης στην περίπτωση προσώπου αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε Διατάγματος παραλαβής. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €22,237.65 σεντ πλέον νόμιμο τόκο πλέον τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσο αφορά όμως τα έξοδα της ανταπαίτησης κρίνω ορθό να μην εκδώσω οποιανδήποτε διαταγή δεδομένου ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάσθηκαν μαζί και δεν προσκομίσθηκε επιπλέον μαρτυρία από την ενάγουσα σε σχέση με την ανταπαίτηση της εναγόμενης πέραν αυτής που δόθηκε για την απόδειξη της δικής της απαίτησης. (Υπ.) ............ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμφωνία Πώλησης Εμπορευμάτων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο