← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α. ν. PANIKOS HOGLASTOS CASUAL WEAR LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4253/2014, 2329/2015, 517/2013, 31/10/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α. ν. PANIKOS HOGLASTOS CASUAL WEAR LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4253/2014, 2329/2015, 517/2013, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A511 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4253/2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα Και

  1. PANIKOS HOGLASTOS CASUAL WEAR LTD
  2. XXXX ΧΟΓΛΑΣΤΟΣ
  3. XXXX ΧΟΓΛΑΣΤΟΥ
  4. HOGLASTOS (PROPERTY) LTD Εναγόμενοι ---------------------------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 2329/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα Και
  5. PANIKOS HOGLASTOS CASUAL WEAR LTD
  6. XXXX ΧΟΓΛΑΣΤΟΣ
  7. XXXX ΧΟΓΛΑΣΤΟΥ Εναγόμενοι --------------------------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 517/2013 Μεταξύ: PANIKOS HOGLASTOS CASUAL WEAR LTD Ενάγουσα και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 06.09.2019 από εναγόμενη 4 - αιτήτρια στα πλαίσια της αγωγής 4253/14 Ημερομηνία: 31.10.2019 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 4 - αιτήτρια: κ. Α. Αργυρού για Α. ΑΡΓΥΡΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  8. Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 4 - αιτήτρια επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με τον πλειστηριασμό τριών ακινήτων τα οποία αποτελούν αντικείμενο της υποθήκης ΥXXX/2003 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας.
  9. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη Δ.48, θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXX Μενελάου, εκ των διευθυντών της αιτήτριας, ο οποίος αναφέρεται στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση. Η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας, ότι δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ως επίσης το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος ενόψει και του γεγονότος ότι η αιτήτρια καθυστέρησε στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXX Χωραΐτη.
  10. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα, όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, έχουν ως ακολούθως: (α) Η ενάγουσα (από τώρα θα καλείται η τράπεζα), κατόπιν σχετικής συμφωνίας ημερ. 27.2.1998, παραχώρησε στην εναγόμενη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού, το όριο του οποίου αυξήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες κατόπιν σχετικών συμφωνιών. Επιπρόσθετα, κατόπιν σχετικής συμφωνίας ημερ. 22.10.2010, η τράπεζα παραχώρησε στην εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €1.700.000, η οποία τροποποιήθηκε σε δύο περιπτώσεις το 2012 αναφορικά με την περίοδο αποπληρωμής του δανείου και το επιτόκιο. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν τις πιο πάνω υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 και επιπρόσθετα, για περαιτέρω εξασφάλιση, η εναγόμενη 4 - αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη με αρ. ΥXXX/2003 και η εναγόμενη 3 τις υποθήκες με αρ. ΥXXX/2001, ΥXXX/2005 και ΥXXX/
  11. (β) Η τράπεζα προβάλλει ότι οι εναγόμενοι παρέβησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έτσι τερμάτισε τις πιο πάνω συμφωνίες. Στη συνέχεια καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει το συνολικό ποσό των €2.594.009,62 πλέον τόκους ως επίσης και διάταγμα εκποίησης των πιο πάνω υποθηκών. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία, μεταξύ άλλων, αξιώνουν αποζημιώσεις, δήλωση ότι οι συμφωνίες μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 έχουν ματαιωθεί λόγω απρόβλεπτων γεγονότων, διατάγματα για απόσυρση των στοιχείων των εναγομένων από το σύστημα «Άρτεμις», διάταγμα για περιοδικές πληρωμές προς εξόφληση του όποιου οφειλόμενου υπολοίπου σε περίπτωση που οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Σε σχέση με τις πιο πάνω διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν, η εναγόμενη 1 στην παρούσα στις 6.2.2013 καταχώρισε την αγωγή XXX/2013 του Ε.Δ. Λεμεσού με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, απόφαση με την οποία να ακυρώνονται οι πιο πάνω συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, αποζημιώσεις για παράβαση των συμφωνιών και για δυσφήμιση ως επίσης και διάταγμα που να εμποδίζει την τράπεζα να καταχωρίσει αγωγή η οποία να βασίζεται στις πιο πάνω συμφωνίες. Η τράπεζα στις 22.6.2015 καταχώρισε την αγωγή XXX/2015 εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 στην παρούσα, σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησε και αξιώνει το ποσό των €281.726,89 πλέον τόκους ως επίσης και διάταγμα εκποίησης των υποθηκών που παραχώρησε ο εναγόμενος
  12. Οι πιο πάνω αγωγές συνενώθηκαν στις 5.12.2017 κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου με οδηγό την παρούσα αγωγή (4253/14). (γ) Ενώ εκκρεμούσαν οι πιο πάνω αγωγές για εκδίκαση, η τράπεζα επέδωσε στις 7.7.2018 τις ειδοποιήσεις τύπος Ι και Θ στην αιτήτρια, με την οποία την πληροφορούσε ότι έγινε απαιτητό το ποσό των €532.617,78 πλέον τόκους το οποίο οφείλεται, σύμφωνα με την δήλωση σύμβασης υποθήκης με αρ. ΥXXX/2003 και την καλούσε όπως εντός 30 ημερών καταβάλει το πιο πάνω ποσό, διαφορετικά θα προχωρήσει με την διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. Δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό και έτσι στις 4.7.2019 επιδόθηκε η ειδοποίηση τύπος ΙΑ με την οποία την πληροφορούσε ότι θα προχωρούσε με την πώληση του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου στις 7.11.
  13. (δ) Η αιτήτρια προβάλλει ότι στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός και τα ενυπόθηκα ακίνητα πωληθούν, τότε η παρούσα αγωγή και η ανταπαίτηση θα καταστούν άνευ αντικειμένου αφού με το προϊόν του εκπλειστηριάσματος θα ικανοποιηθεί η απαίτηση της τράπεζας και η τελευταία δεν θα χρειάζεται να προωθήσει την αγωγή της. (ε) Πέραν των πιο πάνω, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω συμφωνίες για παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και δανείου, αντικείμενο της παρούσας αγωγής, είναι άκυρες καθότι, μεταξύ άλλων, η τράπεζα επέβαλε καταχρηστικούς όρους. Προβάλλει ότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης οι όροι που καθορίζουν το ύψος του τόκου και τον τρόπο καθορισμού του οι όροι για άνευ προειδοποίηση τερματισμό της λειτουργίας των συμφωνιών και το μονομερές δικαίωμα της τράπεζας για μεταβολή των όρων των συμφωνιών. Επιπρόσθετα προβάλλεται ότι η τράπεζα όφειλε να προβεί σε αξιολόγηση του οικονομικού προφίλ της εναγόμενης 1, να την προειδοποιήσει έναντι όλων των κινδύνων, να της παράσχει καθοδήγηση, να βεβαιωθεί ότι αντιλήφθηκε τις σχετικές πρόνοιες των συμφωνιών και να αρνηθεί την παραχώρηση χρηματοδότησης σε αυτήν. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν από αυτή και τους εναγόμενους 2 και 3 είναι άκυρες για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η παραχώρηση των υποθηκών είναι δυσανάλογη με την απαίτηση της τράπεζας ως επίσης είναι καταχρηστικές καθότι περιέχουν υπερβολικά ψηλές χρεώσεις, χρέωναν την αιτήτρια με υπερβολικούς τόκους, βρίσκονται σε αντίθεση με τον περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο και η τράπεζα παρέλειψε να συμμορφωθεί με την Οδηγία 2008/48/ΕΚ που αφορά τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης. Περαιτέρω επισημαίνει ότι η τράπεζα παρέλειψε να προτρέψει την αιτήτρια να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή προτού υπογράψει τα έγγραφα υποθήκης. (στ) Η αιτήτρια, ως αναφέρει, έγιναν προσπάθειες για εξώδικο συμβιβασμό πλην όμως από τις δύο συναντήσεις που έγιναν το 2016 και το 2017 δεν υπήρξε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Σε συνάντηση που έγινε στις 8.7.2019 αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας απαίτησαν το συνολικό ποσό των €4.200.000 προς πλήρη εξόφληση, χωρίς να τους ακούσουν. (ζ) Η αιτήτρια προβάλλει ότι τα ποσά που αξιώνει η τράπεζα στην παρούσα αγωγή (4253/14), δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού με βάση οικονομική αναδομημένη ανάλυση που ετοιμάστηκε από τον χρηματοοικονομικό σύμβουλο κ. XXX Τάλη, το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού μέχρι την 30.6.2018 ανέρχεται στο ποσό των €631.079,63 ως επίσης το ποσό του δανείου μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία ανέρχεται σε €1.947.737,40 (βλ. Τεκ. 12 και 13). Προκύπτει διαφορά ύψους €158.544,25 για τον τρεχούμενο λογαριασμό και €1.019.377,51 για το δάνειο. Επιπρόσθετα επισημαίνει ότι το συνολικό ποσό των €2.578.817,03 είναι κατά πολύ μικρότερο από την αξία των ακινήτων, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης αφού, με βάση εκτίμηση ημερ. 31.7.2019, η αγοραία αξία του ενιαίου τεμαχίου ανέρχεται σε €4.315.000 (βλ. Τεκ. 14). Με βάση εκτίμηση ημερ. 1.11.2010 η αγοραία αξία των ενυπόθηκων ακινήτων στις 19.10.2010 ανερχόταν σε €5.770.000 και η αξία τους σε καταναγκαστική πώληση στο ποσό των €4.045.000 (βλ. Τεκ. 14Α). Η καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί την πιο πάνω εκτίμηση που ετοιμάστηκε και προβάλλει ότι η αγοραία αξία των ακινήτων ανέρχεται σε €2.925.000 και η αξία τους σε καταναγκαστική πώληση ανέρχεται στο ποσό των €2.340.000 στην περίπτωση κενής κατοχής (βλ. Τεκ. 3 της ένστασης). (η) Η αιτήτρια προβάλλει ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την μη εξέταση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ως επίσης και την μη εξέταση της αγωγής XXX/2103, του Ε.Δ. Λεμεσού, που καταχώρισε άλλο πρόσωπο και ειδικότερα η εναγόμενη 1 στην παρούσα. Τα πιο πάνω ισοδυναμούν, ως προβάλλεται, με άρνηση δικαιοσύνης και παράβαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και αποτελεσματικής θεραπείας. Επισημαίνει ότι σε περίπτωση που πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο και περιέλθει σε ιδιοκτησία τρίτου προσώπου, δεν θα μπορεί να επιστραφεί στην αιτήτρια ακόμη και εάν επιτύχουν οι πιο πάνω αγωγές. Τα επίδικα ακίνητα πρόκειται για τρία συνεχόμενα οικόπεδα τα οποία αποτελούν ενιαίο τεμάχιο επί του οποίου έχει ανεγερθεί κτίριο και συνεπώς, ως αναφέρεται, θα είναι αδύνατη η οποιαδήποτε πώληση και μεταβίβαση ενός ή δύο εκ των τριών ενυπόθηκων οικοπέδων και τυχόν διαχωρισμός τους θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην αιτήτρια. (θ) Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η τράπεζα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά με την έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος καθώς είναι πλήρως εξασφαλισμένη από το ενυπόθηκο ακίνητο, τις προσωπικές εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3, τις υπόλοιπες υποθήκες που παραχωρήθηκαν και το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης το οποίο καταρτίστηκε με έγγραφη συμφωνία ημερ. 12.10.1999 σε σχέση με ολόκληρο το ενεργητικό της επιχείρησης και περιουσίας της εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €170.860,14 πλέον τόκους και έξοδα. (ι) Περαιτέρω η αιτήτρια επισημαίνει ότι το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό με βάση την επίδικη υποθήκη με αρ. ΥXXX/2003 ανέρχεται στο ποσό των €532.617,78 πλέον τόκοι. Τα επίδικα ακίνητα βαρύνονται επίσης και με τις υποθήκες με αρ. ΥXXX/2005 και ΥXXX/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Έτσι, ως ισχυρίζεται, εάν τα ενυπόθηκα ακίνητα εκποιηθούν, η τράπεζα θα αξιώνει από την αιτήτρια να της καταβληθεί το ενυπόθηκο χρέος δυνάμει και των άλλων δύο πιο πάνω υποθηκών. (κ) Από την άλλη, η καθ' ης η αίτηση προβάλλει εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς και επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η τράπεζα ουδέποτε ανέλαβε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας έναντι της αιτήτριας και ουδέποτε τους απέτρεψε να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι υφίστατο καλή διάθεση από μέρους της τράπεζας για εξώδικη διευθέτηση πλην όμως δεν επήλθε συμφωνία καθότι η αιτήτρια και οι υπόλοιποι εναγόμενοι ήγειραν ανυπόστατους ισχυρισμούς και παράλογες απαιτήσεις για παραγραφές οφειλών. Επισημαίνεται ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ότι λίγες μέρες πριν τη καταχώριση της παρούσας αίτησης και ειδικότερα την 2.9.2019 απέστειλε επιστολή με την οποία πρότεινε όπως τα επίδικα ακίνητα μεταβιβαστούν προς την καθ' ης η αίτηση με την διαδικασία ανταλλαγής χρέους - περιουσίας πλην όμως η συγκεκριμένη πρόταση δεν έγινε αποδεκτή (βλ. Τεκ. 2 της ένστασης). Λίγες μέρες μετά καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. (λ) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι το μόνο επίδικο ζήτημα που παραμένει είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού προς την καθ' ης η αίτηση. Αναφέρεται ότι αναγνωρίζεται από μέρους της αιτήτριας ότι οφείλεται το ποσό των €2.578.817,03 πλην όμως δεν λαμβάνει υπόψη το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού το οποίο αποτελεί αντικείμενο της αγωγής XXX/
  14. Επισημαίνεται ότι η αιτήτρια παραχώρησε το δικαίωμα στην τράπεζα και κατ' επέκταση στην καθ' ης η αίτηση να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω του κτηματολογίου είτε απ' ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής (βλ. Τεκ. 1, παρ. 4 της ένστασης). Εν όψει όλων των πιο πάνω, προβάλλει ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική. (μ) Η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι όποιες ζημιές τυχόν υποστεί η αιτήτρια θα είναι μόνο χρηματικές και μπορούν να είναι ανακτήσιμες μέσω επιδικασθέντων αποζημιώσεων ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή της. Σε τέτοια περίπτωση, η καθ' ης η αίτηση έχει την δυνατότητα να την αποζημιώσει. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι είναι αφερέγγυα και επιπρόσθετα η καθ' ης η αίτηση επισημαίνει ότι για το οικονομικό έτος που λήγει την 31.12.2019 προβλέπεται ότι θα έχει καθαρές ταμειακές ροές περί των €2.500.000 και θα διαθέτει περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου €1.386.000.000 με το μετοχικό κεφάλαιο της να ανέρχεται σε €1.000.000 ενώ η αξία του υπέρ του άρτιου ποσού ανέρχεται σε €44.000.000 (βλ. Τεκ. 4 της ένστασης).
  15. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση ο οποίος επισήμανε ότι δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και ειδικότερα δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει διαφορετικά σε σχέση με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος, λαμβανομένου υπόψιν, μεταξύ άλλων, ότι η αιτήτρια (α) καθυστέρησε υπέρμετρα στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, (β) απέκρυψε τον όρο 4 της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου με τον οποίο παραχώρησε το δικαίωμα στην τράπεζα και κατ' επέκταση στην καθ' ης η αίτηση να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα με οποιονδήποτε τρόπο ήθελε επιλέξει και ουσιαστικά με την παρούσα αίτηση επιδιώκει να αποστερήσει και να εξουδετερώσει ένα δικαίωμα που η ίδια έδωσε από το 2003, (γ) απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι μόλις τέσσερις μέρες πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης απέστειλαν πρόταση εξώδικης διευθέτησης και τέλος (δ) παραδέχτηκαν ότι δεν συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και αναγνωρίζουν ότι οφείλουν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, όπως καθορίζεται πιο πάνω.
  16. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others

(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Α. Εισήγηση ότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα δικόγραφα, προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Β. Εισήγηση ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
  2. Η αιτήτρια προβάλλει ότι οι συμφωνίες εμπεριέχουν καταχρηστικές ρήτρες καθότι οι όροι τους δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ειδικότερα οι όροι, που καθορίζουν το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, για τερματισμό των συμφωνιών χωρίς προειδοποίηση, για μονομερή μεταβολή των όρων και για παραχώρηση μονομερών δικαιωμάτων στην τράπεζα. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η παραχώρηση της επίδικης υποθήκης είναι καταχρηστική για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι οι σχετικές συμφωνίες συνομολογήθηκαν μεταξύ της τράπεζας και της εναγόμενης 1 εταιρείας και οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της. Επιπρόσθετα, για περαιτέρω εξασφάλιση, η αιτήτρια εταιρεία παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την επίδικη υποθήκη ως επίσης και η εναγόμενη 3 άλλη υποθήκη. Όπως έχει νομολογηθεί, η σύμβαση υποθήκης δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης ν. ΣΠΕ Παλουριώτισσας
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1771). Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι διασυνδέεται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν προς όφελος της εναγόμενης 1 εταιρείας. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν93
(1)/96) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η πιο πάνω Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία. (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω. Στο στάδιο αυτό, όπως έχει επισημανθεί, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων αλλά διαπιστώνει κατά πόσο ικανοποιούνται τα κριτήρια για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω. Ο συγκεκριμένος Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Στην έννοια του καταναλωτή δεν περιλαμβάνεται το νομικό πρόσωπο και κατ' επέκταση δεν καταδεικνύεται, έστω και στο στάδιο αυτό, ότι έχει εφαρμογή ο συγκεκριμένος Νόμος αλλά και η Οδηγία 2008/48 για τον ίδιο λόγο (βλ. άρθρο 2 του Νόμου και άρθρο 3 της Οδηγίας). Επιπρόσθετα η τελευταία Οδηγία δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με άλλη παρόμοια εγγύηση που χρησιμοποιείται (βλ. άρθρα 2 και 3 της Οδηγίας). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου). Και κάτι ακόμη. Όπως έχει επισημανθεί, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση δεν δεσμεύει τον καταναλωτή και η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους εκτός εάν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Στην προκείμενη περίπτωση, παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν έχει εφαρμογή ο Νόμος και η Οδηγία αφού η αιτήτρια εταιρεία δεν είναι καταναλωτής, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο πλέγμα γεγονότων που να καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ότι η σύμβαση δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς τις όποιες καταχρηστικές ρήτρες. Η αιτήτρια προβάλλει ότι η επίδικη υποθήκη που παραχωρήθηκε βρίσκεται σε αντίθεση με τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο (Ν. 197
(1)/2003). Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι πρόκειται για γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό αφού δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει, έστω και στο στάδιο αυτό, πιθανότητα επιτυχίας. Πέραν δε τούτου ο συγκεκριμένος Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης, με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο με την εξαίρεση που καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση η αιτήτρια είναι νομικό πρόσωπο και έστω και στο στάδιο τούτο δεν καταδεικνύεται να υφίσταται πιθανότητα επιτυχίας για το συγκεκριμένο ζήτημα αφού ο συγκεκριμένος Νόμος δεν έχει εφαρμογή σε σχέση με αυτήν αναφορικά με την εγγύηση και την υποθήκη που παραχώρησε. Η αιτήτρια επισημαίνει ότι η τράπεζα παρέλειψε να την προτρέψει να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή προτού υπογράψει τα έγγραφα υποθήκης. Σε περιπτώσεις όπου η συγκατάθεση σε μια συμφωνία είναι αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής, η συμφωνία συνιστά ακυρώσιμη σύμβαση κατ' επιλογή του μέρους του οποίου η συγκατάθεση είχε εξασφαλιστεί με αυτόν τον τρόπο (βλ. άρθρο 20
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου). Ακόμη και στις περιπτώσεις που υφίσταται σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ συζύγων, που δεν είναι η περίπτωση μας, δεν δημιουργείται οποιοδήποτε νομικό τεκμήριο αφ' εαυτού για άσκηση αθέμιτης επιρροής και ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ότι τέτοια συναλλαγή δεν μπορεί να επικυρωθεί εκτός αν καταδειχθεί ότι η σύζυγος είχε εξασφαλίσει ανεξάρτητη συμβουλή. Ακόμα δε και αν εγείρεται τέτοιο νομικό τεκμήριο μεταξύ συζύγων, μία συναλλαγή δεν θα ήταν ακυρώσιμη εκτός εάν καταδεικνυόταν ότι ήταν έκδηλα εναντίον των συμφερόντων της συζύγου (βλ. Σιάτη ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1598). Και έτσι να είχαν τα πράγματα, όπως προβάλλονται από την αιτήτρια, δεν υφίσταται τέτοιο πλέγμα γεγονότων που να καταδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας ότι υφίσταται οποιαδήποτε επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους της τράπεζας που να καθιστά την επίδικη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου ακυρώσιμη καθ' οιονδήποτε λόγο. Η αιτήτρια προβάλλει ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την μη εξέταση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της αιτήτριας, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, το οποίο ισοδυναμεί με άρνηση δικαιοσύνης και παράβαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και αποτελεσματικής θεραπείας. Η αιτήτρια δεν αποστερείται του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο και αποτελεσματικής θεραπείας. Η τελευταία, αφού ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, να εκδώσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη ή και οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου με το οποίο να απαγορεύεται στην ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Συνεπώς, ακόμη και στο στάδιο που βρισκόμαστε, δεν καταδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Στην προκείμενη περίπτωση η αιτήτρια επισημαίνει ότι τα ποσά τα οποία αξιώνει η τράπεζα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού με βάση οικονομική αναδομημένη ανάλυση που ετοιμάστηκε από τον χρηματοοικονομικό σύμβουλο κ. XXX Τάλη, το υπόλοιπο, κατά την 30.6.2018, του τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €631.079,63 και του δανείου στο ποσό των €1.947.737,40 και ως εκ τούτου προκύπτει διαφορά ύψους €158.544,25 αναφορικά με τον τρεχούμενο και €1.019.377,51 σε σχέση με το δάνειο. Από την άλλη, η καθ' ης η αίτηση αρνείται τα πιο πάνω. Ενόψει των πιο πάνω, προκύπτει ότι η αιτήτρια έχει επιτύχει να καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με το ακριβές οφειλόμενο ποσό. Γ. Εισήγηση ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στην αιτήτρια σε μεταγενέστερο στάδιο. 8. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, αναφέρθηκε ότι: «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια.» Στην δε πρόσφατη απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd. κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερ. 11.9.2019, αναφέρθηκε ότι: «Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.» Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η αιτήτρια αμφισβητεί το αξιούμενο ποσό και επισημαίνει ότι με βάση την οικονομική ανάλυση που ετοιμάστηκε από τον χρηματοοικονομικό σύμβουλο, το υπόλοιπο μέχρι την 30.6.2018 του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου ανερχόταν στο ποσό των €631.079,63 και €1.947.737,40 αντίστοιχα, ήτοι σύνολο €2.578.817,03 και υφίσταται μια διαφορά συνολικού ύψους €1.177.921,
  1. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ότι ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχουν οι εναγόμενοι, μεταξύ αυτών και η αιτήτρια, οι όποιες ζημιές τυχόν υποστούν θα είναι μόνο χρηματικές και μπορούν να είναι ανακτήσιμες μέσω επιδικασθέντων αποζημιώσεων. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός από μέρους της αιτήτριας ότι η καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντιθέτως η τελευταία ισχυρίζεται ότι έχει την δυνατότητα να τους αποζημιώσει, για τους λόγους που εξηγούνται στην παρ. 3(μ) ανωτέρω. Εν όψει όλων των πιο πάνω αλλά και συνεκτιμώντας κάθε σχετικό παράγοντα που τέθηκε, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η πιο πάνω προϋπόθεση και συνακόλουθα η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Δ. Εισήγηση ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  2. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση στη συνέχεια, για σκοπούς πληρότητας, θα εξεταστεί κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα ακόμα και στην περίπτωση που πληρούνταν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου
  3. Όπως έχει νομολογηθεί, θα πρέπει το Δικαστήριο να ζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στον εναγόμενο από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί ότι δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και τον κίνδυνο ο ενάγοντας να απομείνει τελικά χωρίς θεραπεία εάν δεν συνεχίσει το διάταγμα. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, ΝWL Ltd v. Woods
(1989)3 All E.R. 614, 625 (Η.L). Όπως έχει νομολογηθεί, καθυστέρηση στην υποβολή αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μπορεί να οδηγήσει σε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης, παρά την συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ. Baccardi & Co Ltd ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση η αιτήτρια προβάλλει ότι τα ποσά τα οποία αξιώνονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι με βάση οικονομική αναδομημένη ανάλυση το υπόλοιπο μέχρι την 30.6.2018 του τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται σε €631.079,63 και του δανείου στο ποσό του €1.947.737,40. Η αιτήτρια για επιπρόσθετη εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στην εναγόμενη 1 παραχώρησε, κατά το έτος 2003, προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υ2739/2003 και με αυτήν το δικαίωμα «. να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του κτηματολογίου είτε απ' ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής, και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση .» (βλ. Τεκ. 1 της ένστασης και παρ. 4 του εγγράφου υποθήκης). Η τράπεζα δικαιωματικά τροχοδρόμησε την πώληση του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν. 9/65), με την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος I στην αιτήτρια την 7.7.2018 (βλ. άρθρο 44 Γ
(1)του πιο πάνω Νόμου). Η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση ουσιαστικά επιδιώκει να καταστρατηγήσει το πιο πάνω δικαίωμα το οποίο έδωσε κατά το έτος
  1. Πέραν δε τούτου με καθυστέρηση καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση και ειδικότερα 14 περίπου μήνες μετά που έλαβε γνώση για την πρόθεση της τράπεζας να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Περαιτέρω, λίγες μέρες πριν την καταχώριση της παρούσας οι εναγόμενοι απέστειλαν σχετική πρόταση προς την καθ' ης η αίτηση για διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών και όταν αυτή απορρίφθηκε, καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, η μη έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του σχετικού διατάγματος.
  2. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα - Αναστολή πλειστηριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.