Β. Μ. κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2267/2018, 18/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A496 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2267/2018 Μεταξύ:
- Βxxxx Μxxxxxxxxx
- Άxxxx Μxxxxxxxxx άλλως Άxxxx Κxxxxxxx Αxxxxxxx Εναγόντων -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 04.10.2019 Ημερομηνία: 18.10.2019 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Θ. Μαθηκολώνης Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, καταχωρημένο την 19.10.2018, οι Ενάγοντες ζητούν την ακύρωση των υποθηκών Υxxxx/2007, Υxxxx/2008 και Υxxxx/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού ως παράνομες, άκυρες και/ή ανεφάρμοστες λόγω του ότι αντιβαίνουν στις πρόνοιες του Ν.9/1965 και/ή ενεγράφησαν κατά παράβαση αυτού και/ή επειδή οι πρόνοιες των εν λόγω υποθηκών είναι αντιφατικές, αόριστες, ασαφείς και περιέχουν καταχρηστικούς και παράνομους όρους. Ακόμη, επειδή οι εν λόγω υποθήκες δεν παρέχουν το πραγματικό εξ επιείκειας δικαίωμα - Equity of Redemption - το δε ποσό και ο τόκος που καλύπτει η κάθε υποθήκη δεν καθορίζεται και/ή δεν δύναται να προσδιοριστεί, και/ή ότι οι όροι των υποθηκών δεν εξασφαλίζουν το δικαίωμα των Εναγόντων να εξοφλήσουν και εξαλείψουν τις επίδικες υποθήκες και να απαλλάξουν την περιουσία τους - Equitable Right of Redemption. Περαιτέρω ζητείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εξάλειψη των επίδικων υποθηκών από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Τέλος ζητείται όπως η διαδικασία που προωθούν οι Εναγόμενοι, αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες, σύμφωνα με το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965 κηρυχθεί αντισυνταγματική και/ή ότι οι διατάξεις των άρθρων 44Α-44ΙΑ κηρυχθούν αντισυνταγματικές διότι παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος. Με την Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης τους, καταχωρημένη την 05.07.2019, οι Ενάγοντες παραθέτουν λεπτομερείς ισχυρισμούς υποστηρίζοντας την εκδοχή τους και τη στοιχειοθέτηση των θεραπειών που διεκδικούν. Αναφέρονται στις εγγραφές εκ μέρους τους των τριών προαναφερόμενων υποθηκών, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που τους παραχώρησαν οι Εναγόμενοι αλλά και προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν προς την εταιρεία D & A PAPERLAND LTD. Όλες οι υποθήκες αφορούν το ίδιο ακίνητο το οποίο αποτελεί την πρώτη κατοικία των Εναγόντων. Γίνεται επίσης μνεία σε τέσσερις αγωγές που οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εναντίον των Εναγόντων, στο Ε.Δ. Λεμεσού, τα έτη 2014 και 2015 οι οποίες εκκρεμούν για εκδίκαση. Αναπτύσσονται και υποστηρίζονται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους ζητούνται οι πιο πάνω αναφερόμενες επί του Κλητηρίου Εντάλματος αιτούμενες θεραπείες. Στην Υπεράσπιση τους στην τροποποιημένη Έκθεση απαίτησης, καταχωρημένη την 03.09.2019, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων παραθέτοντας λεπτομέρειες των συμφωνιών που σχετίζονται με τις τραπεζικές διευκολύνσεις, που κατ' ισχυρισμό παραχώρησαν στους Ενάγοντες και στην Εταιρεία D & A PAPERLAND LTD, στους όρους των συμφωνιών, σε καταστάσεις λογαριασμού που τηρούσαν και στα χρεωστικά υπόλοιπα που αυτές παρουσιάζουν. Χαρακτηρίζουν δε όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως εκ των υστέρων επινοήσεις προκειμένου οι τελευταίοι να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Την 04.10.2019 οι Ενάγοντες - στο εξής οι Αιτητές - καταχώρησαν μονομερή αίτηση - στο εξής η Αίτηση - της οποίας διατάχθηκε η επίδοση, με την οποία ζητούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/xxx40, τεμάχιο xxx7, ιδιοκτησίας των Αιτητών, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα 2 - Αιτήτρια 2 - να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αρχικά ο Αιτητής 1 αναφέρεται στην επίδοση Ειδοποιήσεων κατά τον Τύπο «ΙΑ» οι οποίες επιδόθηκαν στους Αιτητές, οι οποίοι είναι σύζυγοι, την 04.03.
- Οι εν λόγω Ειδοποιήσεις αφορούν σε καθορισμό ημερομηνίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου στο οποίο βρίσκεται η κύρια κατοικία των Αιτητών. Πληροφορεί το Δικαστήριο πως στα πλαίσια της προώθησης της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου και κατά τη διενέργεια πλειστηριασμού την 18.04.2019 το ακίνητο δεν εκποιήθηκε, πλην όμως μετά την πάροδο προθεσμίας 6 μηνών, η οποία λήγει την 18.10.2019, οι Εναγόμενοι θα μπορούν να προχωρήσουν οι ίδιοι στην αγορά του ακινήτου, οπότε είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, διαφορετικά θα καταστεί αδύνατη η ανάκτηση της κατοικίας των Αιτητών. Παρόμοια καταχρηστική και καταπιεστική διαδικασία, ως ο ενόρκως δηλών πιστεύει, είχαν προωθήσει οι Εναγόμενοι και στο παρελθόν, πλην όμως ο πλειστηριασμός που καθορίστηκε στις 26.02.2019 ακυρώθηκε από το Δικαστήριο, το οποίο παραμέρισε τις Ειδοποιήσεις κατά τον Τύπο «ΙΑ» λόγω μη επίδοσης τέτοιας Ειδοποίησης προς την Εταιρεία D & A PAPERLAND που ήταν πρωτοφειλέτης. Με νέα Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» οι Εναγόμενοι προγραμμάτισαν νέο πλειστηριασμό, στις 18.04.2019, πλην όμως για τους λόγους που ο Αιτητής 1 εξηγεί η Έφεση των Αιτητών με αρ. 75/2019, για παραμερισμό της Ειδοποίησης «ΙΑ», ορίστηκε στις 08.05.2019, ήτοι μετά τον πλειστηριασμό. Σε ενδιάμεση δε αίτηση των Αιτητών για έκδοση προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της διαδικασίας που προωθούν οι Εναγόμενοι, οπότε η Έφεση των Αιτητών αποσύρθηκε στις 17.05.2019 άνευ βλάβης. Υπό τις περιστάσεις, ως ο ενόρκως δηλών αντιλαμβάνεται και συμβουλεύθηκε, η μόνη θεραπεία που έχουν οι Αιτητές είναι να αιτηθούν με την παρούσα Αίτηση, την αναστολή της διαδικασίας που προωθούν οι Εναγόμενοι. Περαιτέρω γίνεται αναφορά, από τον Αιτητή 1, στην εγγραφή των τριών επίδικων υποθηκών, Υxxxx/2007, Υxxxx/2008 και Υxxxx/2010, επί του ίδιου επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, οι οποίες εγγραφές έγιναν προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που οι Εναγόμενοι παραχώρησαν στους Αιτητές και στην εταιρεία D & A PAPERLAND LTD, αξιωματούχοι της οποίας είναι οι Αιτητές. Το ακίνητο περιλαμβάνει την κατοικία των Αιτητών, της θυγατέρας και του συζύγου της παρ' ότι στον τίτλο δεν φαίνονται τα κτίρια. Ο Αιτητής 1 πληροφορεί επίσης το Δικαστήριο ότι τα έτη 2014 και 2015 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στο Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον των Αιτητών τέσσερις αγωγές η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί, και στη μία αγωγή περιλαμβάνεται και η εταιρεία D & A PAPERLAND LTD. Με τις εν λόγω αγωγές οι Εναγόμενοι αξιώνουν διάφορα ποσά πλην όμως οι Αιτητές, με υπερασπίσεις και ανταξιώσεις που έχουν καταχωρήσει, αμφισβητούν τις απαιτήσεις και διεκδικούν αποζημιώσεις και διατάγματα, μεταξύ άλλων, για ακύρωση των σχετικών συμφωνιών. Συνεπώς, κατά τον Αιτητή 1, η προώθηση της διαδικασίας από τους Εναγόμενους στη βάση του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/1965, είναι καταχρηστική, καταπιεστική και κακόπιστη, διότι εκκρεμούν οι πιο πάνω αγωγές στις οποίες αμφισβητείται το χρέος, το ύψος του και η εγκυρότητα των συμφωνιών. Αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου, για τους λόγους που ο Αιτητής 1 παραθέτει, οι Αιτητές θεωρούν ότι ο υπολογισμός του τόκου από τους Εναγόμενους είναι λανθασμένος, καθώς επίσης ότι οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ν.65(Ι)/2015, προχώρησαν σε απαίτηση του ενυπόθηκου υπολοίπου και δεν παρείχαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με το υπόλοιπο της αρχικής σύμβασης πιστωτικών διευκολύνσεων, ούτε προέβησαν σε αφαίρεση των δόσεων που καταβάλλονταν αλλά και των τόκων, χρεώσεων και εξόδων. Η κατάσταση λογαριασμού που οι Εναγόμενοι επισύναψαν στην Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», που επέδωσαν στους Αιτητές, δεν ήταν λεπτομερής και δεν φαίνονται οι παράνομες χρεώσεις. Σε κάθε περίπτωση οι Αιτητές πιστεύουν ότι, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ωστόσο αυτοί δικαιωθούν στη δίκη, τότε θα είναι άγνωστο πότε θα αποζημιωθούν, και εν τω μεταξύ θα έχει μεσολαβήσει πρόκληση ταλαιπωρίας και ψυχικής οδύνης σε αυτούς, η δε κατάσταση που θα έχει δημιουργηθεί θα είναι μη αναστρέψιμη. Ενάντια στην Αίτηση οι Εναγόμενοι - στο εξής Καθ' ων η Αίτηση - καταχώρησαν, στις 14.10.2019, Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, εγείροντας δεκατέσσερις λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται στις θέσεις ότι, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ως αυτές προνοούνται στο άρθρο 32 του Ν.14/1960 και ως αυτές έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία, ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική αποσκοπώντας σε αλλότριους λόγους, ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο με σκοπό να αποτρέψει τους Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν με την εκποίηση της επίδικης υποθήκης, ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα εμποδίσει τους Καθ' ων η Αίτηση να ασκήσουν το δικαίωμα τους για εκποίηση υποθήκης προκειμένου να εισπράξουν το λαβείν τους, ότι οι διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/1965 είναι καθόλα συνταγματικές και το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει συνταγματικό έλεγχο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη γεγονότων, και/ή απέκρυψαν γεγονότα, και τέλος ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/1965 έχουν αποφασισθεί κατά την εκδίκαση των εφέσεων των Αιτητών με αρ. 305/2019 και 75/2019, συνεπώς προκύπτει κατάχρηση διαδικασίας. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Γxxxxxx Γxxxxxx, υπάλληλου των Καθ' ων η Αίτηση, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς για να τα εκθέσει ενόρκως. Αναφέρεται κατ' αρχήν στην υποθήκη Υxxxx/2007, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, η οποία εκτελέστηκε από τους Αιτητές επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής xxx40, προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση προς τους Αιτητές και την εταιρεία D & A PAPERLAND LTD, ήτοι συμφωνίας δανείου ύψους €106.000,00 ημερομηνίας 19.11.
- Περαιτέρω η εν λόγω υποθήκη εξασφαλίζει ακόμη πέντε συμφωνίες δανείου που παραχωρήθηκαν στους Αιτητές για τις οποίες ανοίχθηκαν ξεχωριστοί λογαριασμοί. Επειδή υπήρξε παράλειψη εκ μέρους των Αιτητών να ξοφλήσουν τις εν λόγω των τραπεζικές διευκολύνσεις, το 2014 και 2015 καταχωρήθηκαν τέσσερις αγωγές από τους Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών. Τα οφειλόμενα ποσά από τους Αιτητές, σύμφωνα με καταστάσεις λογαριασμών, αφορούν ποσά €210.106,73 πλέον τόκους από 01.07.2019 για το δάνειο Α, €210.741,36 πλέον τόκους από 29.06.2019 για τον τρεχούμενο λογαριασμό, €158.563,56 πλέον τόκους από 01.07.2019 για το δάνειο Β, €36.113,78 πλέον τόκους από 01.07.2019 για το δάνειο Γ, €66.407,66 πλέον τόκους από 01.07.2019 για το δάνειο Δ, €236.020,10 πλέον τόκους από 01.07.2019 για το δάνειο Ε, και €168.866, πλέον τόκοι από 01.07.2019 για το δάνειο «ΣΤ». Ως περαιτέρω αναφέρει ο ενόρκως δηλών, ως πρόσθετη εξασφάλιση του συνόλου των προαναφερόμενων διευκολύνσεων οι Αιτητές εκτέλεσαν, επί του ενυπόθηκου ακινήτου, την υποθήκη Υxxxx/2010 για το ποσό των €110.000,00 και την υποθήκη Υxxxx/2010 για το ποσό των €40.000,00 πλέον τόκους. Επειδή οι Αιτητές δεν κατέβαλαν τα οφειλόμενα ποσά προς τους Καθ' ων η Αίτηση και επειδή υπήρξε υπερημερία, οι Καθ' ων η Αίτηση τους επέδωσαν σχετικές Ειδοποιήσεις που προνοούνται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965, για σκοπούς εκποίησης υποθήκης, ήτοι Ειδοποιήσεις κατά τον Τύπο «Θ» και «Ι», οι οποίες ουδέποτε ακυρώθηκαν ή παραμερίστηκαν, ενώ ο παραμερισμός Ειδοποιήσεων κατά τον Τύπο «ΙΑ» ο οποίος επιτεύχθηκε στην έφεση των Αιτητών με αριθμό 305/18 ήταν καθαρά για τυπικούς λόγους, και δη επειδή δεν επιδόθηκε τέτοια Ειδοποίηση στην εταιρεία D & A PAPERLAND LTD. Όταν δε επιδόθηκε εκ νέου στους Αιτητές Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» και αυτοί καταχώρησαν την Έφεση 75/2019 αλλά και ενδιάμεση αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ακύρωσης του καθορισμένου στις 18.04.2019 πλειστηριασμού, το Δικαστήριο απέρριψε όλες τις θέσεις των Αιτητών, πλην όμως κατά τις 18.04.2019 που διεξάχθηκε ο πλειστηριασμός δεν κατέστη δυνατό να εκποιηθεί το ενυπόθηκο ακίνητο. Περιπλέον ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο, σύμφωνα με δυο εκτιμήσεις, - Τεκμήρια ΙΘ1 και ΙΘ2 επί της ένστασης - έχει αγοραία αξία €750.000,00 και €640.000,00 αντίστοιχα, συνεπώς το προνομιακό καθεστώς που προνοείται στο άρθρο 95 του Ν.65(Ι)/2015 για την κύρια κατοικία δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού ισχύει για κατοικίες των οποίων η αξία δεν υπερβαίνει τις €350.000,
- Τόσο στην ένορκη δήλωση (32 σελίδων) που υποστηρίζει την Αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση (66 σελίδων) που υποστηρίζει την ένσταση αναπτύσσονται, ανεπίτρεπτα βέβαια, επιχειρήματα και δικανικοί συλλογισμοί περί αντισυνταγματικότητας καθώς και περί της ακυρότητας των συμφωνιών. Παρατίθεται δε από τον ενόρκως δηλών στην Αίτηση διατάξεις άρθρων της νομοθεσίας μέχρι και αποσπάσματα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England. Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με τη Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν μόνο μαρτυρία-γεγονότα. Οι μακροσκελείς και αχρείαστες αναφορές σε ένορκες δηλώσεις οι οποίες προσλαμβάνουν μορφή αγόρευσης, δεν βοηθούν το έργο του Δικαστηρίου, προκαλούν σπατάλη χρόνου και θα πρέπει να αποφεύγονται. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Με τις εκτεταμένες και επιμελημένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν και ανέπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα αυτών στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για την επιτυχία των εκατέρωθεν εκδοχών, επικαλούμενοι σχετική νομολογία. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων στη λεπτομέρεια τους δε θα ωφελούσε, το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου, θα τις αξιολογήσει και θα αναφερθεί σε αυτές στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που αυτό κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασής του. Νομική πτυχή:- Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 29-32 και 43 του Ν.14/1960, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, ως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 87
(1)/2018, και ειδικότερα στα άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α
(1)-
(4), 44Β, 44Γ, 44Δ, - 44ΙΑΑ και στα παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224, και σχετικούς Κανονισμούς, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.1-9, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρα 4 και 9, στον Περί Ερμηνείας Νόμο άρθρο 42, στο άρθρο 95 του Ν.65(Ι)/2015, στο Ν.31(Ι)/2007άρθρο 8, στο Κεφ.113, στο Σύνταγμα άρθρα 23, 26, 28 και 30, στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις Αρχές της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στη σχετική νομολογία. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύθηκε μέσα από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι ξεκάθαρο, μέσα από τη νομολογία (βλέπε Κarydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585 και η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557) πως για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή ή σε ανταπαίτηση. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, έχει ερμηνευθεί, από τη νομολογία, ότι δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία, ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει αιτούμενο διάταγμα ή να διατηρήσει εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται βέβαια με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, εάν είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους (ή περισσότερους αν υπάρχουν), θα υποστεί τη λιγότερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι προσωρινού διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Παράμετρος η οποία επίσης εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι και το κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος. (Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Αποτελεί βασική αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, πως είναι ανεπιθύμητο να ζητείται, με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1827). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπεράσματα:- Εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος εφόσον αυτές αμφισβητούνται. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών και κανόνων που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο, αποφασίζονται τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση:- Λαμβανομένων υπόψη των νομολογηθέντων αναφορικά με το πρώτο κριτήριο, το οποίο θα πρέπει να αποδεικνύεται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, και το οποίο θα πρέπει να σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της Απαίτησης των Αιτητών, (βλέπε Π. Σκουτέλλα ν. Μ. Σκουτέλλα ECLI:CY:DOD:2017:3, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2012 ημερομηνίας 24.03.2017) κρίνεται πως αναμφισβήτητα το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος και η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης των Αιτητών, ειδικότερα οι θέσεις ότι οι επίδικες συμβάσεις υποθήκης είναι άκυρες, παράνομες μη δυνάμενες να εκτελεσθούν, καθώς και ότι η νομοθεσία δυνάμει της οποίας οι Καθ' ων η Αίτηση προωθούν εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου των Αιτητών είναι αντισυνταγματική, υποστηριζόμενων των εν λόγω θέσεων ενόρκως, κρίνονται πως αποτελούν ικανοποιητικό υπόβαθρο το οποίο δικαιολογεί συμπέρασμα ύπαρξης, ενώπιον του Δικαστηρίου, ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συζητήσιμης υπόθεσης για τους Αιτητές. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία:- Αναφορικά με την προϋπόθεση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των όσων έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Αιτητές από τη μια και οι Καθ΄ ων η Αίτηση από την άλλη κρίνεται ότι, για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, οι Αιτητές δεν απέδειξαν ότι η εξ' αντικειμένου θεώρηση της δικογραφημένης εκδοχής τους ξεπερνά το επίπεδο της απλής πιθανότητας. Η πιθανότητα γενικότερα βέβαια οι Αιτητές να επιτύχουν στην Αγωγή τους παραμένει ζωντανή, ενεργής και ουδόλως αποκλείεται. Προκύπτουν, ωστόσο εξ αντικειμένου ερωτηματικά, ως προς την απόδειξη προοπτικής και πιθανότητας να επιτύχει η απαίτηση των Αιτητών, στο απαιτούμενο επίπεδο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Επικεντρωμένο κατ' αρχή το Δικαστήριο στη φύση της υπόθεσης, έχοντας ως αφετηρία τις βάσεις αγωγής που προβάλλονται στο Κλητήριο Ένταλμα, παρατηρείται αφ' ενός πως παρ' ότι οι ισχυρισμοί περί άκυρων και/ή παράνομων υποθηκών και λοιπών βάσεων, όπως αυτές παρατίθενται στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, υποστηρίζονται ενόρκως, δεν είναι τέτοιας δυναμικής οι οποίοι να καταδεικνύουν την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας πέραν από απλή πιθανότητα, επί των εν λόγω ζητημάτων. Συνεκτιμάται κατ' αρχήν το γεγονός ότι αμφισβητείται το κύρος των εν λόγω υποθηκών, οι οποίες υπογράφηκαν προ 10-12 ετών, οι δε Αιτητές δεν αρνούνται το γεγονός ότι δόθηκαν τα ποσά των δανείων, τα οποία αφορούν σε πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά και για αρκετά χρόνια, δυνάμει αυτών των συμφωνιών, πληρώνονταν εκ μέρους τους μηνιαίες δόσεις, χωρίς να εγερθεί, πριν τον τερματισμό των συμφωνιών των τραπεζικών διευκολύνσεων, οποιοδήποτε θέμα από όλα όσα εγείρουν στην παρούσα Αγωγή τους. Ξεκαθαρίζεται ότι η σκέψη του Δικαστηρίου δε σχετίζεται με κρίση αναφορικά με την ουσία της αγωγής, αλλά ως ένα αντικειμενικό στοιχείο στην παρούσα διαδικασία, το οποίο δημιουργεί ερωτηματικά προς διερεύνηση και το Δικαστήριο θεωρεί ότι οφείλει να συνυπολογίσει στην εκτίμηση ή αξιολόγηση του, ως προς το αν οι Αιτητές έχουν αποδείξει ότι έχουν όντως ορατή προοπτική επιτυχίας πέραν από την απλή πιθανότητα. Επιπλέον σημειώνεται και η αποδοχή, έμμεση αν όχι και ευθεία, ότι οι Αιτητές υπέγραψαν τις επίδικες υποθήκες. Επιπρόσθετα με τα προαναφερόμενα προκαλεί αφενός ερωτηματικά το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν αναφέρθηκαν στην Αίτηση τους σε τροποποιητικές συμφωνίες που υπήρξαν, μεταξύ των διαδίκων, τον Αύγουστο του 2010, Ιούνιο του 2011 και τον Μάρτιο του 2012 - βλέπε Τεκμήρια Γ2, Ε2, Ζ2, Η2, Θ2, επί της ένστασης - για παράταση αποπληρωμής κάποιων διευκολύνσεων, διά της υπογραφής των Αιτητών ως εγγυητών, μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε ή αντικρούστηκε από τους Αιτητές, χωρίς οι τελευταίοι να προβάλουν οποιοδήποτε ζήτημα ως προς την εγκυρότητα των επίδικων υποθηκών. Η εν λόγω συμπεριφορά των Αιτητών έχει τη σημασία της στη σχέση των διαδίκων κατά την εξέλιξη των συμβατικών τους σχέσεων και την εκτέλεση των επίδικων συμφωνιών. Η κατάσταση πραγμάτων όπως έχει διαμορφωθεί με την αποδοχή των Αιτητών των τροποποιητικών συμφωνιών ενδεχομένως να τους εμποδίζει, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου (Αρ.1)
(2011)1Α ΑΑΔ 253, να αρνούνται ή να αμφισβητούν τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς τους. Το Δικαστήριο ξεκαθαρίζει πως δεν εφαρμόζει την εν λόγω νομολογία για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ως προς την εξαγωγή ευρημάτων επί των γεγονότων, ωστόσο δεν μπορούν και να αγνοηθούν τα λεχθέντα μέσα από την προειρημένη απόφαση όπου επισημάνθηκε και αποφασίστηκε πως «Το γεγονός ότι ο εφεσείων 1, από τη στιγμή που γνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει τα οφειλόμενα στη βάση των προηγούμενων συμβάσεων ποσά και δεν αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε τρόπο το ποσό που οι εφεσίβλητοι υπολόγισαν ως οφειλόμενο αλλά ελεύθερα προχώρησε στη σύναψη της επίδικης σύμβασης, εκ των υστέρων, εμποδίζεται να αρνηθεί την ύπαρξη της ισχυριζόμενης κατάστασης πραγμάτων. Οι εφεσίβλητοι, στηριζόμενοι στη συμπεριφορά του και στις δηλώσεις του ότι αποδέχεται τη σύναψη του δανείου, προχώρησαν στην παραχώρησή του, μαζί με άλλες διευκολύνσεις, όπως η έκδοση εγγυητικών επιστολών. Κατά τον ίδιο πιο πάνω τρόπο και σκεπτικό, προφανώς οι Αιτητές στην απουσία αμφισβήτησης ως προς την εγκυρότητα των εξασφαλίσεων που είχαν, για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παρείχαν, προχώρησαν σε τροποποιητικές συμφωνίες παρέχοντας νέους όρους αποπληρωμής. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ακυρότητας των επίδικων υποθηκών, στη βάση του ότι παραβιάζεται και/ή δεν εξασφαλίζεται το δικαίωμα των Αιτητών για να εξαλείψουν τις υποθήκες και να απαλλάξουν την περιουσία τους (Equitable Right of Redemption), το Δικαστήριο, έχοντας αξιολογήσει τη θέση και τα όσα επιχειρήματα την υποστηρίζουν, κατέληξε πως δεν προκύπτει ενώπιον του οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δεικνύει πιθανότητα επιτυχίας στην εν λόγω βάση αγωγής, πέραν από απλή πιθανότητα. Κατ' αρχήν δεν υποδείχθηκε οποιοσδήποτε όρος των επίδικων υποθηκών ο οποίος να απαγορεύει ή με οποιοδήποτε τρόπο εμποδίζει τους Αιτητές να ζητήσουν την εξάλειψη των υποθηκών από την περιουσία τους, νοουμένου βέβαια ότι θα εξοφλήσουν το όποιο ενυπόθηκο χρέος. Καμία αυθεντία επίσης προτάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να έχει ερμηνεύσει όρους παρόμοιους ή ίδιους με τους όρους των επίδικων υποθηκών, με την οποία να κρίθηκε ότι παραβιάστηκε τέτοιο δικαίωμα των Αιτητών. Σε κάθε περίπτωση κρίνεται πως το θέμα είναι εντελώς θεωρητικό αφού καμία μαρτυρία προσφέρθηκε από τους Αιτητές ότι αυτοί είναι ή ήταν οποτεδήποτε έτοιμοι να πληρώσουν το ενυπόθηκο χρέος ή ζήτησαν την εξάλειψη των επίδικων υποθηκών από το ακίνητο τους και οι Καθ' ων η Αίτηση να αρνήθηκαν να το πράξουν. Όσον αφορά στο επιχείρημα ότι το ποσό που καλύπτει η εξασφάλιση διά των επίδικων υποθηκών δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί, και ως εκ τούτου οι υποθήκες είναι άκυρες, ως αντίθετες με το άρθρο 21(γ) του Ν.9/1985, επίσης απορρίπτεται. Τόσο τα ποσά που καλύπτουν οι τρεις επίδικες υποθήκες όσο και ο τόκος εκ πρώτης όψεως προβάλλουν καθορισμένα αλλά και δυνάμενα να καθοριστούν. Αναφορικά δε με τις θέσεις των Αιτητών, περί υπερχρεώσεων και παράνομων χρεώσεων διαπιστώνεται πως αυτές δεν υποστηρίζονται από σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία, ως εκ τούτου δεν γίνονται αποδεκτές. Τούτο επειδή οι εν λόγω θέσεις δεν υποστηρίζονται με αναφορές βασισμένες επί του περιεχομένου των επίδικων συμφωνιών δανείων - τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν ούτε και υποδεικνύονται συγκεκριμένοι όροι των συμφωνιών, αλλά ούτε και οποιαδήποτε έκθεση εμπειρογνώμονα παρουσιάστηκε. Ως εκ τούτου η μαρτυρία των Αιτητών προβάλλει εκ πρώτης όψεως, αξιολογούμενη αντικειμενικά και στην απουσία συγκεκριμένων αναφορών, γενική και αόριστη. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται και η απουσία τοποθέτησης εκ μέρους των Αιτητών, ως προς το ποιο είναι το ποσό που θεωρούν ότι οφείλουν ή εν πάση περιπτώσει το ποσό που θεωρούν ότι υπερχρεώθηκαν παράνομα. Τήρησαν σιγή ιχθύος περί του θέματος αυτού. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς και στη θέση περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965, αφού έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα επιχειρήματα και δικανικοί συλλογισμοί του συνηγόρου των Αιτητών, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην εν λόγω βάση αγωγής πέραν από απλή πιθανότητα. Οι Αιτητές αν και έχουν δίκαιο ότι στα έγγραφα των επίδικων υποθηκών δεν φαίνεται να συμφωνήθηκε ρητά ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν δικαίωμα κατά την εκποίηση να εγγράψουν στο όνομα τους το ενυπόθηκο ακίνητο, τέτοιο δικαίωμα τους παρέχεται από το Ν.9/1965όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 44ΙΑ, συνεπώς, παρ' ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν πρόθεση να εγγράψουν επ' ονόματι τους το ενυπόθηκο ακίνητο, έχουν την εκλογή και άλλων μέσων προς είσπραξη του λαβείν τους ούτως ή άλλως, εκ πρώτης όψεως όμως προβάλλει νόμιμο αν επιθυμούν να το πράξουν. Ό,τι όμως είναι καθοριστικά αρνητικό στοιχείο στην αποδοχή της θέσης και σχετικής εισήγησης των Αιτητών, περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 44ΙΑ, είναι πως ο έλεγχος κατά πόσο μία διάταξη αντιβαίνει συνταγματικής επιταγής η οποία διασφαλίζει ανθρώπινα δικαιώματα, στην παρούσα περίπτωση το δικαίωμα ιδιοκτησίας (άρθρο 23Σ) και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως (άρθρο 26Σ), δεν αντιπαραβάλλεται με άλλο νόμο ή άλλη νομοθετική ρύθμιση, αλλά μόνο με τη διάταξη του Συντάγματος για την οποία προωθείται ο ισχυρισμός ότι παραβιάζεται. Συνεπώς δεν ενδιαφέρει ποιο νομοθετικό καθεστώς ίσχυε πριν τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018με τον οποίο θεσπίστηκε το άρθρο 44ΙΑ. Περαιτέρω, ειδικότερα και αναφορικά με το άρθρο 23 του Συντάγματος πέραν του ότι τέτοιο ζήτημα δεν καλύπτεται από Κλητήριο Ένταλμα και προφανώς είναι αμφίβολο αν το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της αγωγής θα νομιμοποιείται να το εξετάσει, κρίνεται πως το άρθρο 44ΙΑ δεν προνοεί οτιδήποτε το οποίο να περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, παρά μόνο προνοεί για εναλλακτικούς τρόπους εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, δεδομένης της συμφωνίας υποθήκης και διάθεσης ενός ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση δικαιώματος το οποίο έχει ήδη παραχωρήσει ο ιδιοκτήτης, εδώ οι Αιτητές, ασκώντας αφενός το δικαίωμα της διάθεσης της ιδιοκτησίας τους, (άρθρο 23Σ), αφετέρου ασκώντας το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι (άρθρο 26Σ). Συνεπώς δεν προβάλλει εκ πρώτης όψεως παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος διά της θέσπισης και εφαρμογής του άρθρου 44ΙΑ του Ν.9/1965. Όσον αφορά στην περίπτωση του άρθρου 26 του Συντάγματος, και κατά πόσο συγκρούονται με αυτό οι διατάξεις του άρθρου 44ΙΑ, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης παρενέβη στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, αφού προνόησε περί διάθεσης του ενυπόθηκου ακινήτου με τρόπο διαφορετικό απ' ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ή με ότι συμφώνησαν οι Αιτητές για τη διάθεση της περιουσίας τους, ως ισχυρίζονται οι τελευταίοι, το Δικαστήριο έχει ανατρέξει στον όρο 4 του Εγγράφου Υποθήκης, και στις τρεις περιπτώσεις των επίδικων υποθηκών, όπου συμφωνήθηκε, ότι «Η τράπεζα δικαιούται .......να πωλήσει ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε απ' ευθείας, είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής, και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση, η τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν αυτής της πώλησης για μερική ή πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη ή οποιαδήποτε εξ' αυτών». Με την πρόνοια αυτή διαφαίνεται ότι συμφωνήθηκε όπως οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν δικαίωμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, χωρίς όμως να προσδιορίζεται σε ποια πρόσωπα θα γίνει η πώληση, ταυτόχρονα χωρίς να προνοήθηκε ότι απαγορεύεται να το αγοράσουν οι ίδιοι, συνεπώς αν προχωρήσουν με εγγραφή επ' ονόματι τους σε περίπτωση που αγοράσουν το ακίνητο στη βάση των προνοιών του άρθρου 44ΙΑ, και δη στη βάση της αγοραίας αξίας ως η τελευταία εκτίμηση, πάλι περί πώλησης πρόκειται, συνεπώς οι Αιτητές με δική τους συμφωνία εκ πρώτης όψεως δεν απέκλεισαν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου τους και αγορά του από τους Καθ' ων η Αίτηση, ως εκ τούτου δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης έχει παρέμβει στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι των Αιτητών, είτε στον πυρήνα του εν λόγω δικαιώματος είτε άλλως πως. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε ορατή πιθανότητα επιτυχίας ούτε και ως προς τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που εγείρουν οι Αιτητές. Ούτε τα παράπονα των Αιτητών για παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος στοιχειοθετούν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το άρθρο 44Α(4Α) ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί ρητά, περί του δικαιώματος ακρόασης τόσο του ενυπόθηκου δανειστή όσο και του ενυπόθηκου οφειλέτη. Οι Αιτητές προβάλλουν επίσης τη θέση ότι η διαδικασία που προωθούν οι Καθ' ων η Αίτηση πάσχει και είναι άκυρη επειδή δεν έγιναν επιδόσεις Ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» στην εταιρεία D & A PAPERLAND LTD ή ότι δεν επιδόθηκαν εκ νέου τέτοιες Ειδοποιήσεις. Επισημαίνεται πως τέτοια ζητήματα εξετάζονται με καταχώρηση έφεσης, δυνάμει των προνοιών του Ν.9/1965 άρθρο 44Γ, πλην οι Αιτητές επιλέγουν λανθασμένα να τα εγείρουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Τέλος η θέση των Αιτητών για την εφαρμογή του άρθρου 95 του Ν.65(Ι)/2015 κρίνεται πως έστω ότι ήθελε ερμηνευθεί ότι αυτό εφαρμόζεται και για πρόσωπα που δεν είναι ή κηρύσσονται αφερέγγυα, πλην όμως ζητείται η εκποίηση της κατοικίας τους, τότε το θέμα άπτεται καθαρά του ύψους του χρέους το οποίο οι Αιτητές δεν υπέδειξαν ποιο είναι κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, εν πάση όμως περιπτώσει θα πρόκειται για χρηματικής φύσης καθαρά επιτυχία την εν λόγω εκδοχή του συνυφασμένη όχι με στοιχειοθέτηση χρέους έναντι των Καθ' ων η Αίτηση αλλά με τη μείωση του χρέους των Αιτητών. Το Δικαστήριο αν και δεν έχει προβεί στην υποκειμενική αξιολόγηση της προαναφερόμενης μαρτυρίας, που οι Αιτητές και οι Καθ' ων η Αίτηση προσκόμισαν, ωστόσο κρίνει ότι η εξ αντικειμένου θεώρηση της στα πλαίσια της παρούσας ακρόασης ήταν αναγκαία, (βλέπε υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Είναι δε τέτοια η μαρτυρία που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Οι τελευταίες σκέψεις και προβληματισμοί του Δικαστηρίου, ουδόλως αποσκοπούν σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά, μόνο στη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς των Αιτητών δεν ήταν ικανά για να στοιχειοθετήσουν κατά αντικειμενικό κριτήριο, στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό, ορατή προοπτική επιτυχίας πέραν της απλής πιθανότητας ως προς την εκδοχή τους, για όλες τις βάσεις αγωγής που εγείρουν. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε η (β) προϋπόθεση. Παρά το πιο πάνω συμπέρασμα, αν αυτό ήθελε ανατραπεί κατ΄ έφεση, το Δικαστήριο θα εξετάσει την επόμενη προϋπόθεση. (γ) Η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία και/ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο:- Αναφορικά με αυτή την προϋπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, σε περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην Αγωγή τους. Μπορεί εύλογα να ειπωθεί, πως στην παρούσα υπόθεση οποιαδήποτε ζημιά θα επέλθει στους Αιτητές, αν αυτοί επιτύχουν στην Αγωγή τους, είναι εφικτό να αντιμετωπισθεί με την επιστροφή στους Αιτητές της διαφοράς, αν υπάρξει περίσσευμα, από το ποσό που το ενυπόθηκο ακίνητο θα εκποιηθεί, αφού αφαιρεθεί το οφειλόμενο ποσό, με δεδομένο το στοιχείο, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, ότι οφείλoνται εκ πρώτης όψεως ήδη μεγάλα χρηματικά ποσά. Επίσης οποιαδήποτε άλλη ζημιά παρεπόμενη είναι δυνατό να υπολογισθεί σε χρήμα. Ταυτόχρονα δεν παραγνωρίζονται τα λεχθέντα στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, όπου επισημάνθηκε πως ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, ωστόσο λαμβανομένης υπόψη και αυτής της νομολογίας, έχοντας κατά νου όλα τα προαναφερόμενα ως προς την μη εκπλήρωση της (β) προϋπόθεσης, όπου η πιθανότητα επιτυχίας είναι απλή, ενώ αναγνωρίζεται έμμεσα από τους Αιτητές ότι αυτοί οφείλουν στους Καθ' ων η Αίτηση μεγάλα χρηματικά ποσά, (κατά την αγόρευση του ο συνήγορος των Αιτητών απεδέχθηκε ότι οφείλεται ποσό χωρίς να είναι σε θέση να το καθορίσει) και σημειωτέον πλέον τόκους συνεπώς το ποσό θα αυξηθεί, καθώς επίσης έχοντας υπόψη ότι συνυπολογίζεται, κατά την εξέταση της υπό συζήτηση προϋπόθεσης, το στοιχείο της επάρκειας των αποζημιώσεων ως παράγοντας που λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλέπε εξ αντιδιαστολής επιχείρημα στην υπόθεση Καρυδάς ανωτέρω), κρίνεται ότι δε δικαιολογείται συμπέρασμα πως με την απόρριψη της Αίτησης θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, εάν αυτό χρειαστεί. Είναι βέβαια ενδεχόμενο, αν οι Αιτητές επιτύχουν στην Αγωγή τους, έστω στη βάση της απλής πιθανότητας, υπό την έννοια της κήρυξης άκυρων των επίδικων υποθηκών να έχει πωληθεί η περιουσία τους, πλην όμως αδιαμφισβήτητο γεγονός παραμένει ότι τα χρήματα των δανείων δεν αρνούνται ότι τα πήραν, ενώ έμμεσα αποδέχονται ότι οφείλουν προς τους Καθ' ων η Αίτηση ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό, το οποίο ούτως ή άλλως δεν ισχυρίζονται ότι υπάρχει άλλος τρόπος ώστε να εξοφληθεί, αφού αυτοί δεν δήλωσαν ότι προτίθενται να το καταβάλουν είτε άμεσα είτε σταδιακά. Παράλληλα δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται πως οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα στερηθούν των συμβατικών δικαιωμάτων τους, καθώς οι Αιτητές έπαυσαν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους προ 5 ετών τουλάχιστον, μετά τον τερματισμό όλων των συμφωνιών με τις οποίες τους παραχωρήθηκαν τραπεζικές διευκολύνσεις, ενώ οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα πρέπει να αναμένουν έτι περαιτέρω, μέχρι το τέλος της δίκης, για να τα ασκήσουν περαιτέρω, υπό την έννοια της προώθησης της εκποίησης των επίδικων υποθηκών χωρίς να έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποχρώντας λόγος, ο οποίος να σχετίζεται με την εγκυρότητα των υποθηκών, αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία τέτοια που να δικαιολογεί συμπέρασμα για ύπαρξη σοβαρής προοπτικής ακύρωσης τους ως παράνομων ή άκυρων. Παρεμβάλει ακόμη χρήσιμο εδώ να αναφερθεί πως οι Αιτητές δεν έθεσαν πειστική μαρτυρία ότι ανησυχούν εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση, πως τυχόν επιτυχία στην εκδοχή τους, και κατ' επέκταση έκδοσης απόφασης προς όφελος τους, αυτή δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Κλείνοντας την υπό συζήτηση προϋπόθεση το Δικαστήριο κρίνει ορθό να παραπέμψει στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση LOUCAS PANAYIOTOY ESTATES LTD κ.α. v. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11.09.2019, στην οποία τέθηκαν παρόμοια ζητήματα και όμως δεν έγιναν αποδεκτά από το Εφετείο. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε ούτε η (γ) προϋπόθεση, κατ' επέκταση δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Ανεξάρτητα του προαναφερόμενου συμπεράσματος, το Δικαστήριο, αν ήθελε κριθεί κατ΄ έφεση, ότι και αυτό είναι λανθασμένο, προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Κρίνεται ορθό σε αυτό το στάδιο να γίνει παραπομπή σε απόσπασμα από την υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, στην οποία διατυπώθηκαν πολύ βοηθητικές, καθοδηγητικές αναφορές και νουθεσίες για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας: "Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Το Δικαστήριο αισθάνεται βέβαια εξ' αρχής την ανάγκη να ξεκαθαρίσει πως αν συνέτρεχαν η (β) προϋπόθεση, ήτοι αποδεικνυόταν η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας πέραν της απλής πιθανότητας, και η (γ) προϋπόθεση ανωτέρω, ο προβληματισμός θα ήταν προφανώς διαφορετικός και στη βάση διαφορετικών δεδομένων. Πρόκειται για συνδεδεμένα ζητήματα τα οποία επιδρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά αυτό το στάδιο. Έπεται πως υπό τις συνθήκες και τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προβάλλει εύλογο συμπέρασμα ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να κλίνει υπέρ των Αιτητών. Δεν θα ήταν εύλογο και δίκαιο να στερηθούν οι Καθ' ων η Αίτηση των συμβατικών τους δικαιωμάτων, όπως αυτά προκύπτουν από τις μέχρι στιγμής έγκυρες συμβάσεις παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων και υποθηκών, δεδομένης της παύσης πληρωμής δόσεων έναντι των επίδικων δανείων από το 2014 και του έμμεσα αποδεκτού γεγονότος από τους Αιτητές ότι οφείλουν ήδη μεγάλα χρηματικά ποσά πλέον τόκους, για όλες τις τραπεζικές διευκολύνσεις οι οποίες είναι εξασφαλισμένες με τις επίδικες - υποθήκες, των οποίων προωθείται διαδικασία εκποίησης. Αλλιώς υπό τέτοιες περιστάσεις, αν το Δικαστήριο ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος των Αιτητών, θα κλονιζόταν η ασφάλεια των συναλλαγών. Εν κατακλείδει ό,τι αποκομίζει το Δικαστήριο γενικότερα μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους Αιτητές είναι πως αυτοί αποδέχονται ή τουλάχιστον αυτό προκύπτει έμμεσα από όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αντικειμενικά αξιολογούμενα, ότι οφείλουν μεγάλα χρηματικά ποσά, έστω για χάρη συζήτησης, όχι τα αξιούμενα, από τους Καθ' ων η Αίτηση ποσά, πλην όμως οι Αιτητές δεν προτίθενται να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό εκτός και όταν αποφασισθεί από το Δικαστήριο το «ακριβές» ποσό ή όταν αποφασισθούν όλες οι βάσεις αγωγής που εγείρουν, ως έχουν βέβαια δικαίωμα, ωστόσο δεν θεμελίωσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου
- Με κάθε σεβασμό στην επιλογή των Αιτητών, το Δικαστήριο θεωρεί πως θα ήταν πιο ορθό αυτοί να καταβάλουν το όποιο οφειλόμενο κατ' αυτούς ποσό, είτε τις καθυστερημένες δόσεις, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, και να συνεχίσουν την πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων ή ακόμη και μικρότερων ποσών. Μία τέτοια ενέργεια θα διαφοροποιούσε σημαντικά, αφ΄ ενός την αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι ενδεχομένως να μην προχωρούσαν σε διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου τους αφ' ετέρου, την εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο θα προβληματιζόταν κατά πόσο θα ήταν δίκαιο, λαμβανομένου υπόψη βέβαια και του ύψους του εναπομείναντος χρέους από τη μια και της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου από την άλλη, να εκδώσει ανάλογο με το αιτούμενο διάταγμα. Ως διαφαίνεται όμως δεν υπάρχει το κατάλληλο υπόβαθρο το οποίο να προβληματίσει περαιτέρω το Δικαστήριο. Πριν ολοκληρώσει το Δικαστήριο την παρούσα απόφαση του θεωρεί χρήσιμο να αναφέρει πως η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων - status quo - όπως ισχύει σήμερα, δεν επιβάλλεται να διατηρηθεί, ώστε να εμποδίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση να προωθήσουν νόμιμα δικαιώματα τους. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με παγοποίηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση χωρίς την απαιτούμενη δικαιολογητική βάση, η οποία παγοποίηση θα αύξανε το χρέος των Αιτητών, με τη χρέωση των τόκων που τρέχουν ούτως ή άλλως, κάτι που δεν θα αποβεί προς όφελος τους, ενώ διαφάνηκε πως οι Αιτητές επέλεξαν κατά ανεξήγητο λόγο να μην καταβάλλουν πλέον τις δόσεις τους ή και μικρότερο ποσό από αυτές από το
- Αν υιοθετηθεί τέτοια λογική τότε είναι που θα κλονισθεί πραγματικά η ασφάλεια των συναλλαγών, αφού ουδείς θα έχει λόγο να συμμορφώνεται με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, δεδομένων βέβαια πάντοτε των ειδικών συνθηκών που διέπουν την κάθε υπόθεση ξεχωριστά αλλά και των ειδικών περιστάσεων που διέπουν την παρούσα υπόθεση, όπως αυτές τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αξιολογήθηκαν, ως ανωτέρω έχει εξηγηθεί. Εν' όψει όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι ο λόγος ένστασης
(1)επιτυγχάνει και το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί και ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της δίκης, στην παρούσα Αίτηση, επιδικάζονται προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι είναι οι επιτυχόντες διάδικοι, και εναντίον των Αιτητών. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΙΜ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Politiki diconomia - prosorino diatagma akirosis pleistiriasmou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο