ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΤΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. K.K. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2064/18, 15/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A490 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2064/18 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΤΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσα Και K.K. EXTRA T.V. LIMITED Εναγομένη ------ Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2019 Eμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Β. Σιηττή Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η αίτηση: κα Ιωαννίδου για Ηλία Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση (Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 14/2/2019) Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα/αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης καθ' ης η αίτηση (στο εξής καλουμένης «η καθ' ης η αίτηση») ως η απαίτηση της. Η αίτηση Η αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1, 2, Δ.48 ΘΘ 1-4,9. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του XXXX Παπανδρέου ο οποίος αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας, έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ως περαιτέρω αναφέρει κατέχει τη θέση του Λειτουργού Λογιστή στην αιτήτρια, έχει την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της καθ' ης η αίτηση και ετοιμάζει την κατάσταση οφειλομένων ποσών την οποία και προσυπογράφει. Ως περαιτέρω ο ομνύων αναφέρει, η καθ' ης η αίτηση εταιρεία αληθώς οφείλει στην αιτήτρια το ποσό των €1000 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει επιβολής διοικητικού προστίμου ως λεπτομερώς στην Έκθεση Απαίτησης της ως άνω αγωγής αναφέρεται, της οποίας το περιεχόμενο υιοθετεί ως ορθό και αληθές και επισυνάπτει ως Tεκμήριο αντίγραφο επιστολής της αιτήτριας ημερ. 24.4.2018 συνοδευόμενη από αντίγραφο της απόφασης ημερ. 21.3.2018 στην υπόθεση 111/2017
(6)(βλ. Τεκμήριο Α), αντίγραφο της απόδειξης αποστολής τηλεομοιότυπου από την αιτήτρια προς την καθ' ης η αίτηση ημερ. 24.4.2018 της επιστολής ημερ.24.4.2018 και της απόφασης ημερ.21.3.2018 στην υπόθεση 111/2017
(6)(βλ. Τεκμήριο Β) και πιστό αντίγραφο της σχετικής σελίδας από το βιβλίο που τηρεί η αιτήτρια και στο οποίο καταγράφονται οι ημερομηνίες ταχυδρόμησης εγγράφων, όπου φαίνεται μεταξύ άλλων ότι στις 26.4.2018 ταχυδρομήθηκαν τα έγγραφα προς την καθ' ης η αίτηση (βλ. Τεκμήριο Γ) ενώ επίσης επισυνάπτει και κατάσταση οφειλομένων ποσών (βλ. Τεκμήριο Δ). Ως επίσης αναφέρει γνωρίζει ότι το εν λόγω ποσό το οποίο φαίνεται στην κατάσταση οφειλομένων ποσών δεν εξοφλήθηκε και ότι το εν λόγω χρέος εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό αν και η καθ' ης η αίτηση επανειλημμένως κλήθηκε να το εξοφλήσει. Περαιτέρω αναφέρει ότι αληθινά πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η καθ' ης η αίτηση ουδεμία απολύτως υπεράσπιση έχει στην παρούσα αγωγή και αιτείται την έκδοση απόφασης ως η αίτηση, ενώ επίσης υποστηρίζει ότι η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση στις 30.1.2019, μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Η ένσταση Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.18, Δ.39 και Δ.48 ΘΘ1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 34 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9), στα άρθρα 24, 41 Α
(1)(στ), 41Β
(3)και 51 του περί Ραδιοφωνικών Ιδρυμάτων και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου Ν.7(Ι)/1998, στα άρθρα 113 και 165 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη σχετική επί του θέματος Νομολογία και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Με την εν λόγω ένσταση προβάλλονται οι πιο κάτω λόγοι ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «
- Δεν πληρούνται οι καθορισμένες από το νόμο και τη νομολογία προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Η Εναγόμενη έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση, την οποία δικαιούται να προβάλει στην ουσία της αγωγής.
- Ο ενόρκως δηλών δεν εκθέτει πραγματικά γεγονότα και προβαίνει σε διατύπωση αυθαίρετης κρίσης ότι η Εναγόμενη οφείλει εις την Ενάγουσα.
- Η Αγωγή στρέφεται εναντίον λανθασμένου διαδίκου/εναγόμενου, αφού μέσα από τα τεκμήρια Α-Δ τα οποία επισυνάπτονται στην επίδικη αίτηση, φαίνεται πως η επιστολή ημερομηνίας 24/4/2018 και η απόφαση ημερομηνίας 21/3/2018 απευθύνονται στο όνομα «NEW EXTRA TV», δηλαδή σε εμπορική επωνυμία της οποίας ιδιοκτήτης δεν είναι η Εναγόμενη αλλά η εταιρεία Κ.Κ. NEW EXTRA LIMITED.
- Η Εναγόμενη δεν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 24/4/2018 ούτε την απόφαση ημερομηνίας 21/3/2018 και συνεπώς δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου της, ενώ παράλληλα, η Αιτήτρια δεν προσκομίζει οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη έλαβε την επιστολή.
- Η μη κοινοποίηση της επιστολής ημερομηνίας 24/4/2018 και της απόφασης ημερομηνίας 21/3/2018 προς την Εναγόμενη έχει ως αποτέλεσμα τη μη έναρξη της προθεσμίας των 75 ημερών για προσβολή της με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Κύπρου.
- Η αγωγή της Ενάγουσας/Αιτήτριας είναι πρόωρη.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται προς έγερση της πιο πάνω αγωγής στο όνομά της, και αξίωση του ποσού της απαίτησης της κατά της Εναγόμενης.
- Ο Κανονισμός 48
(1)στον οποίο η Ενάγουσα βασίζει την απαίτησή της, έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση (ultra vires) του εξουσιοδοτικού νόμου, ήτοι του Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου Ν. 7
(1)/
- Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι καταχρηστική.
- Τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που εγείρονται μέσω της ένστασης των Εναγόμενων είναι κατάλληλο να εκδικαστούν σε κανονική εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, κι όχι στο στάδιο της συνοπτικής απόφασης.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Κωνσταντίνου ο οποίος αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης επί της αίτησης. Ως επίσης αναφέρει έχει προσωπική, θετική γνώση για τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, ενώ για όσα νομικά θέματα αναφέρει, τυγχάνει νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση. Ως ο ομνύων αναφέρει έχει διαβάσει το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει και διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο τους και επίσης αναφέρει ότι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση, η αιτήτρια δεν δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τους λόγους που ο ίδιος προβάλλει. Πιο συγκεκριμένα είναι η θέση του ότι το αίτημα της αιτήτριας για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της καθ' ης η αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση είναι εντελώς αδικαιολόγητο και νόμω και ουσία αβάσιμο, καθώς η καθ΄ ης η αίτηση έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης, την οποία δικαιούται να προβάλει. Είναι η θέση του ότι η καθ' ης η αίτηση αρνείται και θέτει υπό αμφισβήτηση το σύνολο της απαίτησης της αιτήτριας και των γεγονότων στα οποία αυτή βασίζεται, και υποστηρίζει τη θέση ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης ή και ότι η εν λόγω αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθ' ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιας απόφασης. Είναι η θέση του, στη βάση πληροφόρησης από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση ότι η αγωγή δεν δύναται να προχωρήσει σε εκδίκαση αφού στρέφεται εναντίον λανθασμένου διαδίκου/εναγόμενου. Όπως υποστηρίζει μέσα από τα Τεκμήρια Α - Δ τα οποία επισυνάπτονται στην επίδικη αίτηση, φαίνεται ξεκάθαρα, πως η επιστολή ημερομηνίας 24/4/2018 και η απόφαση ημερομηνίας 21/03/2018 απευθύνονται στην «NEW EXTRA TV», δηλαδή σε εμπορική επωνυμία της οποίας ιδιοκτήτης δεν είναι η εναγόμενη αλλά η εταιρεία Κ.Κ. NEW EXTRA LIMITED. Πέρα όμως από αυτό, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η θέση της καθ' ης η αίτηση υποστηρίζεται και από το γεγονός πως η καθ' ης η αίτηση σε σωρεία άλλων πανομοιότυπων αγωγών που καταχώρησε εναντίον της εναγόμενης (αγωγές υπ' αριθμόν 1649/18, 1701/18, 1702/18, 1784/18, 1785/18, 1870/18, 1871/18, 2063/18, 2345/18, 2616/18, 2617/18,) επισυνάπτει ως Τεκμήριο στις αιτήσεις συνοπτικής απόφασης που εκκρεμούν στις εν λόγω αγωγές, προσφυγή που καταχώρησε η εταιρεία Κ.Κ. NEW EXTRA LIMITED και στις εν λόγω αιτήσεις η αιτήτρια ονομάζει την εταιρεία Κ.Κ. NEW EXTRA LIMITED «Εναγόμενη», λέγοντας πως αυτήν την εταιρεία αφορά το πρόστιμο που επέβαλαν. Συνεπώς σε όλες αυτές τις αγωγές όπως και την παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια παραδέχεται εμμέσως πλην σαφώς ότι άλλην εταιρεία και όχι την καθ' ης η αίτηση αφορά το πρόστιμο. Χωρίς επηρεασμό των ανωτέρω, υποστηρίζει επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 24/4/2018, ούτε και την απόφαση ημερομηνίας 21/3/2018 και συνεπώς δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου της, γεγονός που η καθ' ης η αίτηση σκοπεύει να προβάλει με την υπεράσπισή της. Αυτό βέβαια ως υποστηρίζει ήταν επόμενο, αφού μέσα από την παρούσα αίτηση άλλη εταιρεία καθρεφτίζεται ως καθ' ης η αίτηση και φαίνεται πως το πρόστιμο προοριζόταν για άλλη εταιρεία. Περαιτέρω, ενώ η αιτήτρια έχει το βάρος απόδειξης του γεγονότος αυτού, δεν προσφέρει οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία περί αποδεδειγμένης παραλαβής της εν λόγω επιστολής από την καθ' ης η αίτηση, πράγμα που ως η θέση του αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Επίσης, υποστηρίζει ότι το πιο πάνω γεγονός μη παραλαβής και μη λήψης γνώσης του περιεχομένου της πιο πάνω επιστολής της αιτήτριας, η οποία αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση του δικαιώματος της καθ' ης η αίτηση να προσβάλει το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αμφισβήτησης της ορθότητας της και ακύρωσης της. Επιπρόσθετα, το γεγονός μη παραλαβής και μη λήψης γνώσης του περιεχομένου της επιστολής ημερομηνίας 24/4/2018 και της απόφασης ημερομηνίας 21/03/2018 από την καθ' ης η αίτηση, καθιστά την αγωγή της αιτήτριας πρόωρη και μη δυνάμενη να προχωρήσει σε εκδίκαση, καθώς η διοικητική πράξη δεν έχει τελειωθεί με τη δέουσα κοινοποίηση της στη διοικούμενη - καθ' ης η αίτηση. Το γεγονός αυτό, η καθ' ης η αίτηση επιθυμεί όπως το προωθήσει μέσω της υπεράσπισής της στην αγωγή. Ως περαιτέρω αναφέρει, το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών κ. Παπανδρέου δεν επικαλείται καν την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 24/04/2018 και της απόφασης ημερομηνίας 21/03/2018 προς την καθ' ης αίτηση και ειδικά το γεγονός πως δεν προσκομίζει οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη αποστολής και παραλαβής της επιστολής από την καθ' ης η αίτηση, συνιστά επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας, λόγω μη απόσεισης του βάρους απόδειξης που φέρει η αιτήτρια. Επιπλέον, ως αναφέρει η καθ' ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, αφού η αιτήτρια, δεν νομιμοποιείται προς έγερση της πιο πάνω αγωγής κατά της καθ' ης η αίτηση και αξίωση του ποσού της απαίτησης, το οποίο αξιώνει στη βάση του Κανονισμού 48
(1)των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000) (στο εξής «ο Κανονισμός»). Η πιο πάνω υπεράσπιση, όπως ο ομνύσας εξηγεί, εδράζεται στο γεγονός ότι ο Κανονισμός 48
(1)έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση (ultra vires) του εξουσιοδοτικού νόμου, ήτοι του Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμο Ν. 7(Ι)/1998(στο εξής «ο εξουσιοδοτικός Νόμος»). Ως περαιτέρω αναφέρει στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε, ο Κανονισμός 48
(1)που προβλέπει τη δυνατότητα της αιτήτριας να λαμβάνει δικαστικά μέτρα για την πληρωμή διοικητικών προστίμων έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση του άρθρου 41 β
(3)του εξουσιοδοτικού Νόμου, το οποίο έχει υπέρτερη τυπική ισχύ και προνοεί ότι η αιτήτρια έχει την εξουσία να εισπράττει διοικητικά πρόστιμα ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία. Στη βάση των ανωτέρω εισηγείται ότι η αιτήτρια δεν είναι κατάλληλος διάδικος προς έγερση της πιο πάνω αγωγής στο όνομα της, αντιθέτως η αγωγή θα ήταν κατάλληλο να εγερθεί μέσω του Γενικού Εισαγγελέα εξ ονόματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, γεγονός το οποίο αποτελεί περαιτέρω υπεράσπιση της καθ΄ ης η αίτηση. Υπό το φως των ανωτέρω εισηγείται ότι τα πιο πάνω νομικά και πραγματικά ζητήματα θα πρέπει να παραμείνουν για να εξεταστούν στο κατάλληλο στάδιο, το οποίο δεν είναι το στάδιο της συνοπτικής απόφασης, αλλά η κανονική εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει οχληθεί από την αιτήτρια, ούτε έχει κληθεί να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό, πριν από την καταχώριση της αγωγής, γεγονός που συνιστά υπεράσπιση της καθ' ης η αίτηση την οποία επιθυμεί να προωθήσει μέσω της υπεράσπισης της. Περαιτέρω εισηγείται ότι η αίτηση της αιτήτριας αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και γίνεται για να εξυπηρετήσει μόνο καταπιεστικούς και αλλότριους σκοπούς. Επίσης επισημαίνει πως η αιτήτρια έχει καταχωρήσει σωρεία πανομοιότυπων αγωγών εναντίον της καθ' ης η αίτηση μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μεταξύ άλλων τις αγωγές υπ' αριθμόν 2382/17, 2647/17, 2648/17, 3495/17, 3496/17, 875/
- 876/18, 1233/18, 1234/18, 1649/18, 1701/
- 1702/18, 1784/18, 1785/
- 1870/18, 1871/
- 2063/18, 2345/18, 2616/18, 2617/18, 2883/18, ενώ θα μπορούσε να αποφύγει τις πολλαπλές διαδικασίες καταχωρώντας μόνο μια αγωγή. Είναι δε η θέση του πως όλες αυτές οι παράλληλες διαδικασίες αποτελούν μοχλό πίεσης, για να αναγκαστεί η καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τις απαιτήσεις της ενάγουσας χωρίς να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Όπως δε τον ενημερώνουν οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση, αποτελεί σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει, να διακόπτει και να απορρίπτει δικαστική διαδικασία όταν διάδικος τη χρησιμοποιεί για να καταπιέσει τον αντίδικό του ή για σκοπούς αλλότριους προς εκείνους του δικαίου. Υπό το φως όλων των ανωτέρω εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα και να δοθεί στην καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα για καταχώριση υπεράσπισης. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ο ομνύσας για την αιτήτρια αναφέρει ότι έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση του Κυριάκου Κωνσταντίνου που υποστηρίζει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση και αρνείται το περιεχόμενο της το οποίο περιέχει ανακρίβειες, αοριστολογίες και παραπλανητικούς ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και με τους οποίους επιχειρείται να παραπληροφορηθεί και να παραπλανηθεί το Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση. Ως αναφέρει η καθ' ης η αίτηση εταιρεία είναι κάτοχος προσωρινής άδειας παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων τηλεοπτικού οργανισμού και ως τυγχάνει νομικής συμβουλής με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 16
(2)των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμων 7
(1)του 1998 ως ετροποποιήθη μεταγενέστερα, η άδεια ίδρυσης εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού οργανισμού μπορεί να εκδοθεί και να χορηγηθεί μόνο (α) σε εταιρεία που γράφτηκε και απέκτησε νομική προσωπικότητα με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο ή αντίστοιχο νόμο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (β) σε ομμόρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία που γράφτηκε με βάση τον περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών Νόμο ή αντίστοιχο νόμο κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (γ) σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που συστάθηκε στη Δημοκρατία ή σε κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάθε αδειούχος χρησιμοποιεί για τις ανάγκες του Οργανισμού του διακριτικό όνομα το οποίο υποχρεώνεται να δηλώσει επί του εντύπου της αίτησης αδειούχου παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων - τηλεοπτικού οργανισμού για ανανέωση προσωρινής άδειας τηλεοπτικού οργανισμού, που υποβάλλεται στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου. Η καθ' ης η αίτηση αδειούχος εταιρεία όπως αναφέρεται στα επισυνημμένα ως Τεκμήριο Η, χρησιμοποιούσε ως διακριτικό όνομα το «ALL STAR CHANNEL» και τώρα το «NEW EXTRA TV». Επισυνάπτει δε ως τεκμήρια τα εξής: Τεκμήριο Ε: - Αντίγραφο του συμφωνικού εγγράφου ημερ. 24.7.2017 μεταξύ της εταιρείας «Κ.Κ. NEW EXTRA LTD» ιδιοκτήτριας του διακριτικού ονόματος και/ή της εμπορικής επωνυμίας «NEW EXTRA» η οποία δεν είναι κάτοχος προσωρινής άδειας παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών, τηλεοπτικού οργανισμού και της καθ' ης η αίτηση εταιρείας «Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED» κατόχου προσωρινής άδειας παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, τηλεοπτικού οργανισμού, με το οποίο παραχωρείται το δικαίωμα χρήσης του διακριτικού ονόματος από την ιδιοκτήτρια εταιρεία στην αδειούχο εταιρεία. - Αντίγραφο Πρακτικού συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας «Κ.Κ. NEW EXTRA LTD» ημερ. 24.7.2017 σύμφωνα με το οποίο παραχωρείται δικαίωμα χρήσης του διακριτικού ονόματος «NEW EXTRA» στην εταιρεία «Κ.Κ. EXTRA TV LTD» και αντίγραφο πρακτικού συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας «Κ.Κ. EXTRA TV LTD» ημερ. 24.7.2017 σύμφωνα με το οποίο εξασφαλίζεται δικαίωμα χρήσης του διακριτικού ονόματος «NEW EXTRA» Τεκμήριο Στ: Αντίγραφο αποσπάσματος πρακτικών από τη συνεδρία της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου αρ. 30/2017 ημερ. 6.9.2017, σύμφωνα με το οποίο η Αρχή αποφάσισε όπως εγκρίνει την αλλαγή του διακριτικού ονόματος του τηλεοπτικού οργανισμού «ALL STAR CHANNEL» σε «NEW EXTRA TV». Τεκμήριο Ζ: Αντίγραφο της επιστολής της Ενάγουσας ημερ. 7.9.2017 προς την καθ' ης η αίτηση αδειούχο εταιρεία «Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED» με την οποία την πληροφορεί ότι εγκρίνει την αλλαγή του διακριτικού ονόματος του οργανισμού της σε «NEW EXTRA TV». Τεκμήριο Η: Αντίγραφο της αίτησης της Εναγομένης αδειούχου εταιρείας «Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED» προς την Ενάγουσα για ανανέωση της προσωρινής άδειας τηλεοπτικού οργανισμού ημερ.30.6.2017, στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει αίτημα του οργανισμού για αλλαγή του διακριτικού ονόματος του από «ALL STAR CHANNEL» σε «NEW EXTRA» και αντίγραφο της αίτησης της Εναγόμενης αδειούχου εταιρείας «K.K.EXTRAT.V. LIMITED» προς την Ενάγουσα για ανανέωση της προσωρινής άδειας τηλεοπτικού οργανισμού ημερ. 18.6.2018 όπου καταγράφεται ως διακριτικό όνομα του τηλεοπτικού οργανισμού «NEW EXTRA TV». Τεκμήριο Θ: Αντίγραφο της προσωρινής άδειας παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων - τηλεοπτικού οργανισμού που παραχώρησε η Ενάγουσα προς την Εναγομένη Εταιρεία διάρκειας από 1.7.2017-30.6.2018 και αντίγραφο της προσωρινής άδειας παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων Τηλεοπτικού Οργανισμού που παραχώρησε η Ενάγουσα προς την Εναγομένη Εταιρεία διάρκειας από 1.7.2018-30.6.2019. Ως περαιτέρω αναφέρει στη βάση συμβουλής που έλαβε από τη συνήγορο της ενάγουσας, η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης της εμπορικής επωνυμίας από την ιδιοκτήτρια εταιρεία δηλ. την «Κ.Κ. NEW EXTRA LIMITED» η οποία κατέχει την εμπορική επωνυμία «NEW EXTRA» προς την εναγομένη εταιρεία «Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED» με εσωτερική διαδικασία την οποία κοινοποίησαν στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου και για την οποία η Αρχή έλαβε απόφαση ως φαίνεται στα πρακτικά της ημερ.6.9.2017 και στην επιστολή της ημερ.7.9.2017, (Τεκμήρια Στ και Ζ) δεν συνεπάγεται μεταβολή του νομικού προσώπου στο οποίο παραχωρήθηκε από την ενάγουσα η προσωρινή άδεια παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, τηλεοπτικού οργανισμού, αλλά απλώς έγκριση αλλαγής του διακριτικού ονόματος/ εμπορικής επωνυμίας υπό το οποίο θα εμφανίζεται η αδειούχος εταιρεία «Κ.Κ. EXTRA T.V. LIMITED». Σύμφωνα με το άρθρο 23
(1)του Νόμου 7
(1)του 1998 ως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, η άδεια που χορηγείται είναι προσωποπαγής. Ως εκ των ανωτέρω εισηγείται ότι καταδεικνύεται ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία αποκρύπτει σημαντικές πληροφορίες και παραποιεί γεγονότα με αποτέλεσμα να εμποδίζεται το Δικαστήριο από το να αποκτήσει ολοκληρωμένη εικόνα επί των επίδικων θεμάτων και συναφώς αιτείται ως η αίτηση της αιτήτριας. Η διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα ανέφεραν ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Η Νομική Πτυχή Η Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Με βάση την πιο πάνω διάταξη οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι οι εξής: 1. Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.6. 2. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. 3. Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περιπτώσεις δε όπως την παρούσα που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides (ανωτέρω)). Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)). Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.»» Με απλά λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Εξυπακούεται βέβαια ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, αλλά αναζητεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι, όπως τονίστηκε και στην Δημητρίου (ανωτέρω), η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην Sensus Gymnasium Ltd (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ.
- Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη προχωρώ στην εξέταση της αίτησης. Πράττοντας τούτο διαπιστώνω πως στην προκειμένη περίπτωση η καθ' ης η αίτηση με τους λόγους ένστασης που εγείρει, στην ουσία αμφισβητεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. λόγους ένστασης 1 και 3) και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι έχει καλές υπερασπίσεις στην αγωγή (υπόλοιποι λόγοι ένστασης). Αρχίζοντας από το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνω ότι το κλητήριο είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση. Επομένως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις αναφορά στις οποίες έγινε ανωτέρω, πληρούνται. Εξ άλλου τούτο δεν αμφισβητείται. Ό,τι αμφισβητείται είναι τρίτη προϋπόθεση που αφορά το ζήτημα του εάν ο ομνύων μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται. Αρχίζω την εξέταση του ζητήματος αυτού σημειώνοντας κατ' αρχάς ότι ο ομνύων για τους αιτητές σαφέστατα ανέφερε στην ένορκη του δήλωση, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, θέση η οποία θεωρώ ότι παρέμεινε αλώβητη μετά την καταχώρηση της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, αφού με αυτήν η καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί αυτό καθ' αυτό το γεγονός ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος ο ομνύων για την αιτήτρια, αλλά ισχυρίζεται πως δεν εκθέτει πραγματικά γεγονότα και προβαίνει σε αυθαίρετη κρίση ως προς το ότι η καθ΄ ης η αίτηση οφείλει στην αιτήτρια, θέση η οποία σχετίζεται με το κατά πόσο μπορεί να ορκισθεί θετικά και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό. Προχωρώντας τώρα να εξετάσω το ζήτημα αυτό, εν τη εννοία πάντα της Δ.
- Θ. 1, σημειώνω τα εξής. Ο κ. XXXXX Πανανδρέου δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας και έχει θετική γνώση των γεγονότων αφού ως αναφέρει κατέχει τη θέση του λογιστή της αιτήτριας και στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της καθ΄ης η αίτηση και έχει ετοιμάσει την κατάσταση οφειλομένων ποσών την οποία και προσυπογράφει. Στη Σπηταλιώτης v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1113 στη σελίδα 1119, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε αναφορά στην Pathè Fréres Cinema Ltd., v. United Electric Theatres Limited
(1914)3 K.B. 1253[1] στην οποία κρίθηκε ότι η ένορκη δήλωση συμμορφούτο προς τις απαιτήσεις του κανόνα, υπό περιστάσεις όπου η ένορκη δήλωση είχε ετοιμασθεί από ένα υπάλληλο της αιτήτριας εταιρείας, ο οποίος περιέγραφε τον εαυτό του σαν υπάλληλό της και έλεγε ότι είναι γνώστης των γεγονότων. (Βλ. και Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 1051 στη σελδία 1055, όπου επίσης γίνεται αναφορά στην αγγλική Pathe Freres Cinema Ltd). Βέβαια δεν μου διαφεύγει ότι ο ομνύσας δεν φαίνεται να συμμετείχε στα της έκδοσης της σχετικής απόφασης επί της οποίας βασίζεται η αξίωση. Όμως δεν θεωρώ ότι αυτό είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο μοιραίο για την υπό κρίση αίτηση. Και τούτο διότι ως είναι καλά νομολογημένο (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782) το ζήτημα του εάν ένα πρόσωπο μπορεί να ορκισθεί θετικά και να επαληθεύσει την αξίωση, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ στα πλαίσια αυτά πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Στην πιο πάνω υπόθεση η φύση της αξίωσης αφορούσε οφειλή που πήγαζε από τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν στον πρωτοφειλέτη με την εγγύηση της εφεσείουσας. Η ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης δεν ανέφερε κατά πόσο ο ομνύσας είχε σχέση με την διακίνηση του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη ή με την κατάσταση του λογαριασμού του ή με την ετοιμασία του, προσυπογράφετο δε από άλλους λειτουργούς. Κρίθηκε εκεί πως ο ενόρκως δηλών δεν ήταν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά. Στην παρούσα περίπτωση, αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η αξίωση αφορά σε οφειλή που πηγάζει από διοικητικό πρόστιμο που επεβλήθη με απόφαση διοικητικού οργάνου. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς μιας τέτοιας απόφασης, μπορεί να γίνει μόνο με προσφυγή στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Philippa Estates ltd κ.α. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας
(2001)1Β Α.Α.Δ 1026 όπου υπογραμμίστηκε με αναφορά στην Takis P Markides Ltd
(1997)1(Γ) A.A.Δ. 1424 και στη Συμβ. Εγγρ. Αρχ. Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, ότι δεν χωρεί συγχρωτισμός, (δηλαδή συνύπαρξη), της αναθεωρητικής και πολιτικής δικαιοδοσίας σε κανένα σημείο. Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο Αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Επομένως για τους σκοπούς της παρούσας πολιτικής διαδικασίας δεν μπορεί να συζητηθεί ο,τιδήποτε πέραν του εάν επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο και του εάν έχει ακυρωθεί ή εξοφληθεί. Όπως εύστοχα τέθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπ' αρ. 1233/18 ημερ. 12/2/2019 Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου v. ΚΚ Εxtra TV LTd, (που αφορούσε παρόμοιας φύσεως αίτηση): "Το ουσιώδες ζήτημα για το πολιτικό Δικαστήριο είναι η δημιουργία και η ύπαρξη της οφειλής και όχι η διοικητική λειτουργία που ακολουθήθηκε για τη δημιουργία της. Θα ήταν επομένως παράλογο να θεωρείται ότι μόνο τα πρόσωπα που έλαβαν μια απόφαση ως διοικητικό όργανο μπορούν να έχουν θετική γνώση γι' αυτή και να μην έχουν όλα τα άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται στις υπόλοιπες αναπόσπαστες πτυχές της ίδιας διοικητικής λειτουργίας." Εχόντας κατά νου τα πιο πάνω νομολογηθέντα, τη φύση της αξίωσης, καθώς και τα όσα ανέφερε ο ομνύσας και τα οποία παραθέτω πιο πάνω και δη την θέση του στην αιτήτρια στην οποία εργάζεται ως λογιστής, έχοντας την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της καθ' ης η αίτηση και την εμπλοκή του στην ετοιμασία της κατάστασης του οφειλόμενου ποσού την οποία και προσυπογράφει (βλ. Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση ημερ. 14/2/2019), και η οποία κατάσταση βασίζεται στη διοικητική απόφαση της αιτήτριας, καταλήγω ότι χωρίς αμφιβολία μπορεί να λεχθεί πως έχει προσωπική και θετική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης και πως η ένορκη του δήλωση συμμορφούται προς τις απαιτήσεις της Δ.18. Ως προς το εάν με τη μαρτυρία του μπορεί να επιβεβαιώσει ή και επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών, σημειώνω ότι όπως υπενθυμίζεται στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου v. Θεράποντα Αναστασίου Πολ.Εφεση 30/2009, ημερομηνίας 22/1/2013 «. το μόνο ουσιαστικό που έχει να κάμει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα, που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ΄ ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό και δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση, (δέστε Annual Practice 1959 σελ. 258-260 και Annual Practice 1970, σελ. 124, παρ. 14-2-5).» Στην προκειμένη περίπτωση ο ενόρκως δηλών για τους αιτητές, δηλώνει στην παρ. 2 της ένορκης του δήλωσης ότι η καθ΄ ης η αίτηση οφείλει το ποσό των €1000 πλέον νόμιμο τόκο στην αιτήτρια δυνάμει επιβολής διοικητικού προστίμου ως στην Έκθεσης Απαίτηση λεπτομερώς αναφέρεται, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί ως ορθό και αληθές. Επίσης αναφέρει ότι η καθ΄ης η αίτηση ουδεμία υπεράσπιση έχει στην αγωγή (βλ. παρ. 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 14/2/2019) και ότι καταχώρησε εμφάνιση με μόνο σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία (παρ. 5 της ένορκης δήλωσης ημερ. 14/2/2019). Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένης της σχετικής νομολογίας επί του τι διαλαμβάνει η σχετική υποχρέωση για επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής ως την έχω προαναφέρει, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η αιτήτρια έχει, δια της ενόρκου δηλώσεως του κ. XXXXX Παπανδρέου, επιβεβαιώσει την αιτία αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Εν ολίγοις και με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη θετικής γνώσης από πλευράς του ομνύσαντα για την αιτήτρια, ο οποίος έχει προσφέρει επίσης θετική μαρτυρία ως προς το ότι όντως εκδόθηκε η επίμαχη διοικητική απόφαση και ότι όντως κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 24/4/2018 μέσω τηλεομοιοτύπου και στις 26/4/17 μέσω ταχυδρομείου, χωρίς ποτέ να επιστραφεί (βλ. κατ' αναλογία Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 479) και ότι αυτή δεν εξοφλήθηκε. Εξ άλλου αυτή καθ' αυτή η έκδοση της απόφασης δεν αμφισβητείται με οποιοδήποτε θετικό τρόπο, αλλά ό,τι αμφισβητείται είναι η μη κοινοποίηση της στην εναγόμενη, ισχυρισμός όμως ο οποίος προβάλλεται γενικά και αόριστα και χωρίς πουθενά να αμφισβητείται ότι η διεύθυνση και ο αριθμός τηλεομοιοτύπου που χρησιμοποιήθηκαν για να αποσταλεί η επιστολή ημερ. 24/4/2018 καθώς και η απόφαση ημερ. 21/3/2018, δεν είναι της καθ' ης η αίτηση. Κάτι το οποίο ούτως ή άλλως επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο Η στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή και συγκεκριμένα την αίτηση για ανανέωση προσωρινής άδειας τηλεοπτικού οργανισμού για το 2018, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την καθ' ης η αίτηση ότι υποβλήθηκε από την ίδια, ως η θέση του ενόρκως δηλούντα για την αιτήτρια η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Στην εν λόγω δε αίτηση περιλαμβάνεται ο αριθμός τηλεομοιοτύπου της καθώς και η διεύθυνση της, τα οποία ταυτίζονται με τον αριθμό τηλεομοιοτύπου και τη διεύθυνση που χρησιμοποίησε η αιτήτρια κατά την αποστολή της επιστολής ημερ. 24/4/2018 και της απόφασης ημερ. 21/3/2018. Έχοντας καταλήξει ότι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον η καθ' ης η αίτηση, η οποία έχει πλέον και το σχετικό βάρος απόδειξης στους ώμους της (βλ. Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ 1051 στη σελ. 1056), έχει καταδείξει ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή ή έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να θεωρηθούν επαρκή για να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, σημειώνω πως μέσα από τους λόγους ένστασης ξεπροβάλλουν κατ' ουσίαν ως υπερασπίσεις οι εξής: 1. Ότι η αγωγή εγείρεται λανθασμένα στο όνομα της ενάγουσας και ότι ο κανονισμός στον οποίο η ενάγουσα βασίζει την απαίτηση της έχει θεσπιστεί ultra vires του εξουσιοδοτικού Νόμου ήτοι του Ν. 7(Ι)/98 (βλ. λόγους ένστασης 8-9). Τα ζητήματα που απασχολούν την καθ΄ης η αίτηση με τους πιο πάνω λόγους ένστασης έχουν εξεταστεί στην υπόθεση Αντέννα Λτδ v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1Β A.A.Δ. 1079 όπου λέχθηκαν τα εξής τα οποία υιοθετώ και τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και εδώ και οδηγούν σε απόρριψη των εισηγήσεων της αιτήτριας χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί ο,τιδήποτε περαιτέρω: «Κατά πόσον εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τη συνταγματικότητα του Νόμου 7(Ι)/98 και τη συμβατότητα του με τα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος - Λόγος έφεσης 1 Στη σελίδα 9 της εκκαλούμενης απόφασης στην έφεση Αρ. 3/08, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει:- «Ο βασικός λόγος ένστασης που προωθεί η Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση, δηλαδή η ουσία της υπεράσπισης τους στην παρούσα αγωγή, εξ όσων αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγομένης η υπεράσπιση της αφορά αυτή καθ' εαυτή την έκδοση της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου από την Ενάγουσα. Η απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και η οποία προσβάλλεται με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος το οποίο έχει και αποκλειστική δικαιοδοσία να το εξετάσει. Εξ ου και η Εναγόμενη ορθά, εφόσον διαφωνεί με την εγκυρότητα της πράξης αυτής, την έχει προσβάλει με την καταχώρηση της Προσφυγής Αρ. 170/07 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. To Ανώτατο Δικαστήριο ως το μόνο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την εν λόγω προσφυγή είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει, πάντοτε στα πλαίσια της προσφυγής, τους λόγους που προβάλλει η Εναγόμενη στην παρούσα περίπτωση ως υπεράσπιση, δηλαδή η σύνθεση του διοικητικού οργάνου, η διαδικασία που ακολουθήθηκε, το κατά πόσο είχαν ευκαιρία οι Εναγόμενοι να ακουστούν, ως και η συνταγματικότητα του νόμου με βάση τον οποίο επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο. Είναι δε ξεκάθαρο ότι οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι οι διοικητικές πράξεις φέρουν το Τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο ή την αναστολή τους με βάση την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Τεκμήριο της νομιμότητας είναι απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους αφού οι πράξεις των διαφόρων διοικητικών οργάνων του αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της λειτουργίας του. Για τα πιο πάνω παραπέμπω και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(A) A.A.Δ. 408 (ανωτέρω). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η καταχώρηση και μόνο της προσφυγής χωρίς διαδικασία αναστολής της ισχύος της διοικητικής πράξης με σχετικό διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν αναστέλλει βεβαίως την ισχύ της ούτε και αίρει το Τεκμήριο της νομιμότητας. Στην παρούσα περίπτωση η προσφυγή βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, δεν υπάρχει όπως έχει ήδη αναφερθεί διάταγμα για αναστολή της ισχύος της και με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω τεκμαίρεται νόμιμη και παράγει άμεσα αποτελέσματα. Όσον αφορά το θέμα συνταγματικότητας του Ν. 7(I)/98 αυτό έχει επιλυθεί με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες και έχει κριθεί ότι οι πρόνοιες του εν λόγω νόμου είναι συνταγματικές. Αναφέρω τις αποφάσεις: Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Π.Ε. 15105,* ημερ. 22.6.2006** και Π.Ε. 12186, ημερ. 26.2.2006. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο όνομα της ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ευσταθήσει εφόσον η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο έχει ιδρυθεί με βάση νόμου. Ούτε ο ισχυρισμός ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος με βρίσκει σύμφωνη αφού τα εν λόγω άρθρα προνοούν ότι χρέη οφειλόμενα προς τη Δημοκρατία κατατίθενται στο πάγιο ταμείο του κράτους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Ενάγουσα με βάση το άρθρο 41(β)
(3)του σχετικού νόμου λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο από τη Δημοκρατία, δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που η Δημοκρατία εισπράττει αστικό χρέος που δεν είναι άλλος από την καταχώρηση αγωγής. Δεν θεωρώ ότι ο τρόπος ερμηνείας του εν λόγω άρθρου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης, ότι δηλαδή θα έπρεπε να γίνει αγωγή στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την είσπραξη του ποσού αυτού είναι ορθός και συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι είναι η απλή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου που θα πρέπει να αποδοθεί σε αυτό και όχι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία η οποία θα καταστρατηγούσε και το σκοπό ίδρυσης και λειτουργίας της αρχής.» Παρόμοια είναι και η προσέγγιση του αντίστοιχου πρωτόδικου δικαστηρίου στην έφεση Αρ. 60/08. Σχετικές είναι οι σελίδες 8-12 της πρωτόδικης απόφασης. Οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι και τα δύο πρωτόδικα δικαστήρια όχι μόνο είχαν εξουσία, αλλά και καθήκον να εξετάσουν τη νομιμότητα της απόφασης και τη συ- ---------------------------------------------------------------- * Προφανώς αναφέρεται στην Π.Ε. 15/2005, ημερ. 22.6.2006, η οποία έχει δημοσιευτεί στον τόμο
(2006)1(A) Α.Α.Δ.
- ** Η ορθή ημερομηνία είναι 23.2.
- Η υπόθεση δημοσιεύτηκε στον τόμο
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 155. νταγματικότητα του Νόμου, βάσει του οποίου επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο ως προκαταρκτικό νομικό σημείο στη βάση των αποφασισθέντων στην The Attorney-General of the Republic v. Mustafa Ibrahim & Others
(1964)C.L.R. 195. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως πολύ ορθά διαπιστώνουν οι δύο ευπαίδευτοι πρωτόδικοι δικαστές, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα μιας εκτελεστής απόφασης διοικητικού οργάνου. Η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» (βλ. Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66 και Ouzounian v. Republic
(1966)3 C.L.R. 553, στη σελίδα 556 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 155, στην οποία έκαμε αναφορά και το πρωτόδικο δικαστήριο στην έφεση Αρ. 3/08. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε στο θέμα, εφόσον για το ίδιο ζήτημα υπάρχει όχι μόνο πλούσια, αλλά και πρόσφατη νομολογία, την οποία υιοθετούμε και στην οποία παραπέμπουμε (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ. 1601, η οποία εκδόθηκε από την παρούσα σύνθεση, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 909, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 572, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408 και Sigma Radio T.V. Ltd. κ.ά. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, απόφαση Πλήρους Ολομέλειας).
- Ότι η αγωγή εγείρεται πρόωρα καθ' ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει λάβει ούτε την επιστολή ημερ. 24/4/2018 ούτε την απόφαση ημερ. 21/3/2018 με αποτέλεσμα η διοικητική πράξη να μην έχει τελειωθεί ως απαιτείται με την κοινοποίηση της στο επηρεαζόμενο πρόσωπο (βλ. λόγοι ένστασης 5,6,7). Και η θέση αυτή είναι πρόδηλα αβάσιμη. Ο ομνύσας για την αιτήτρια παρουσιάζει αποδειξη αποστολής, με τηλεομοιότυπο, της επιστολής ημερ. 24/4/2018 και της απόφασης για την επιβολή του προστίμου, με την ένδειξη «ΟΚ» και περαιτέρω παρουσιάζει πιστό αντίγραφο σελίδας από το βιλβίο της αιτήτριας, στο οποίο καταγράφονται οι ημερομηνίες ταχυδρόμησης εγγράφων όπου ως η θέση του φαίνεται η ταχυδρόμηση της επιστολής ημερ. 24/4/2018 στην καθ' ης η αίτηση στις 26/4/2018 (βλ. Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση ημερ. 14/2/2019). Από την άλλη η καθ' ης η αίτηση αρνείται γενικά και αόριστα ότι έλαβε τις επιστολές αυτές χωρίς να αναφέρει πουθενά με ρητό και ξεκάθαρο τρόπο ότι ο αριθμός τηλεομοιοτύπου στον οποίο απεστάλη η εν λόγω επιστολή δεν της ανήκει, ή ότι η διεύθυνση αποστολής είναι λανθασμένη. Πέραν τούτου όμως, πιο ουσιώδες είναι το γεγονός που έχω υποδείξει και πιο πάνω, ότι δηλαδή η καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί ότι η αίτηση για ανανέωση προσωρινής άδειας τηλεοπτικού οργανισμού για το 2018 (βλ. Τεκμήριο Θ) υποβλήθηκε από την ίδια την καθ' ης η αίτηση, αφού δεν αμφισβήτησε τον σχετικό ισχυρισμό της αιτήτριας (βλ. Τεκμήριο Θ). Στο εν λόγω δε Τεκμήριο Θ και συγκεκριμένα στην αίτηση που αφορά το έτος 2018 αναφέρεται ο αριθμός του τηλεομοιοτύπου της καθ' ης η αίτηση, που ήταν αυτός που χρησιμοποίησε και η αιτήτρια για να στείλει την επιστολή προς την καθ' ης η αίτηση (XXXXX5333) αλλά και η διεύθυνση (XXXXX 38 XXXXX Μέγαρο, XXXXX, XXXXX) που ήταν και πάλιν η διεύθυνση που χρησιμοποίησε η αιτήτρια. Τέλος δεν αμφισβητήθηκε η ένδειξη για το αποτέλεσμα της αποστολής του τηλεομοιοτύπου («OK») επί του τεκμηρίου Β στην ένορκη δήλωση ημερ. 14/2/
- Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω πως η καθ' ης η αίτηση προέβαλε βάσιμη υπεράσπιση ή γεγονότα που θα πρέπει να θεωρηθούν επαρκή για να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί.
- Ως προς τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι η αγωγή λανθασμένα εγείρεται στο όνομα της καθ' ης η αίτηση (βλ. λόγο ένστασης 4), σημειώνω ότι αυτή εδράζεται στη θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι το Διοικητικό πρόστιμο επεβλήθη σε σχέση με διακριτικό όνομα ή εμπορική επωνυμία η οποία δεν ανήκει στην καθ' ης η αίτηση αλλά σε άλλη εταιρεία. Στον ισχυρισμό αυτό ο οποίος σίγουρα δεν θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί με την αρχική ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση, αφού η αιτήτρια δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι θα εγερθεί τέτοιο ζήτημα από την καθ΄ ης η αίτηση, δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) όπως καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την οποία και η αιτήτρια καταχώρησε και με την οποία απαντά στους εν λόγω ισχυρισμούς επισυνάπτοντας μάλιστα και τα σχετικά τεκμήρια. Η αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων που προβάλλονται σίγουρα δεν είναι έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια αιτήσεως της φύσης που εξετάζεται. Παραπέμπω προς τούτο σχετικά στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd κ.α v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2011)1Β ΑΑΔ 1280, όπου τονίστηκε πως στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, αφού κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται στην εν λόγω απόφαση στο στάδιο αυτό της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας αναμένεται, σύμφωνα πάντα με νομολογηθέντα στην ως άνω υπόθεση, να περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Εξάλλου, όπως επεξηγεί το Ανώτατο Δικαστήριο στην ίδια απόφαση διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση η καθ' ης η αίτηση με την ένσταση της προέβαλε εμμέσως πλην σαφώς τη θέση ότι ουδεμία σχέση με το διακριτικό όνομα ή εμπορική επωνυμία σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η διοικητική απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου. Η αιτήτρια ως έχω ήδη πει απάντησε στο ζήτημα αυτό με την εμπεριστατωμένη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε και τίποτε δεν τέθηκε από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση προς αντίκρουση των εν λόγω ισχυρισμών ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Χωρίς δε να παραβλέπω την ανωτέρω νομολογία που διέπει το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας φρονώ πως τα όσα δε παρατέθηκαν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αιτήτριας και τα οποία παρατέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν καθ΄οιονδήποτε τρόπο, δεν αφήνουν περιθώριο για την εκφορά κρίσης περί αποκάλυψης βάσιμης υπεράσπισης σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ούτε γεγονότα που να δικαιολογούν το να δοθεί στην καθ' ης η αίτηση δικαίωμα να υπερασπιστεί υπό όρους ή άλλως πως.
- Άλλο ζήτημα που εγείρει η καθ' ης η αίτηση είναι ότι η αγωγή εγείρεται καταχρηστικά (βλ. λόγο ένστασης 10) ισχυρισμός που εδράζεται στη θέση ότι γίνεται για να εξυπηρετήσει μόνο καταπιεστικούς και αλλότριους σκοπούς, αφού ως η θέση της καθ' ης η αίτηση, η αιτήτρια έχει καταχωρήσει σωρεία πανομοιότυπων αγωγών εναντίον της καθ' ης η αίτηση μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, (μεταξύ άλλων τις αγωγές υπ' αριθμόν 2382/17, 2647/17, 2648/17, 3495/17, 3496/17, 875/
- 876/18, 1233/18, 1234/18, 1649/18, 1701/
- 1702/18, 1784/18, 1785/
- 1870/18, 1871/
- 2063/18, 2345/18, 2616/18, 2617/18, 2883/18), ενώ θα μπορούσε να αποφύγει τις πολλαπλές διαδικασίες καταχωρώντας μόνο μια αγωγή. Είναι δε η θέση της αιτήτριας πως όλες αυτές οι παράλληλες διαδικασίες αποτελούν μοχλό πίεσης για να αναγκαστεί η καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τις απαιτήσεις της ενάγουσας χωρίς να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Η θέση αυτή πέραν του ότι δεν υποστηρίζεται από τις απαιτούμενες λεπτομέρειες ήτοι αντίγραφα των αγωγών για να διαπιστωθεί το βάσιμο των ισχυρισμών της περί πανομοιότυπων αγωγών που θα μπορούσαν πράγματι και από απόψεως χρόνου ή και αντικειμένου να περιληφθούν στην ίδια αγωγή, η εισήγηση είναι ούτως ή άλλως καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού ο ισχυρισμός περί του ισχυριζόμενου λόγου της καταχώρησης των αγωγών αυτών, είναι αυθαίρετος, δεν βρίσκει πουθενά έρεισμα και ως τέτοιος παραμένει μετέωρος και έκθετος σε απόρριψη. Με δεδομένο δε τώρα ότι η πράξη με βάση την οποία επιβλήθηκε το ποσό που απαιτείται, αποτελεί ως έχει ήδη λεχθεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία δεν φαίνεται να προσβλήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει την εγκυρότητα της, ούτε και έχει τεθεί ισχυρισμός ότι έχει ακυρωθεί, ή ανακληθεί, ή ανασταλεί δεν απομένει ο,τιδήποτε προς εξέταση από το Επαρχιακό Δικαστήριο, πλην της υπεράσπισης της εξόφλησης, την οποία εν πάση περιπτώσει η καθ' ης η αίτηση δεν επικαλείται. Σχετικά παραπέμπω στην Takis Ρ. Markides Ltd. ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, 1431-1432, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της. Όπως υποδεικνύεται στη Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 231, "Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη (ρύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου." Ο διαχωρισμός, όπως νωρίτερα σημειώσαμε, μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Συμβ. Εγγρ. Αρχ. Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, 458, κατοπτρίζει το απόλυτο του διαχωρισμού. "Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο."» Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το σχετικό βάρος που, σύμφωνα με τα ανωτέρω, μετατέθηκε στους δικούς της ώμους, για να αποδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση ή γεγονότα τέτοια που να μπορούν να της δώσουν δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνακόλουθα κρίνω πως η παρούσα είναι περίπτωση ξεκάθαρη, όπου η καθ' ης η αίτηση αδιαμφισβήτητα δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή, και συνεπώς καταλήγω πως η παρούσα είναι περίπτωση κατάλληλη και πρέπουσα για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας/αιτήτριας και εναντίον της εναγομένης καθ' ης η αίτηση για το ποσό των €1000 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα της αγωγής συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της υπό κρίση αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ)........... Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤ [1] (η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο