← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.: 546/2016, 16/10/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.: 546/2016, 16/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A493 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 546/2016 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Εναγόντων Και

  1. XXXXXX ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, (Α.Δ.Τ. XXXXX1721), από την Λεμεσό
  2. XXXXXX ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, (Α.Δ.Τ. XXXXX3678), από την Λεμεσό Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27.09.2019 Ημερομηνία: 16.10.2019 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 1 - αιτήτρια :κ Λ. Λυσάνδρου για Γ. Παρασκευά Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση :κ Ιωάννου για Α.Ι. ΚΙΤΣΙΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex Tempore) Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 1 αιτήτρια επιζητεί, μεταξύ άλλων να ανασταλεί η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που παραχώρησε προς όφελος της ενάγουσας καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται η Συνεργατική). Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων νομοθετημάτων και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Η Συνεργατική φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση ενόψει του γεγονότος ότι δεν καταχώρησε ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής, δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Η δε ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας XXX Αγά. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others

(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Σχετική επί τούτου είναι η πολύ πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Ε203/2013 ημερομ. 11.09.2019. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι, η εναγόμενη 1 αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση ενόψει του γεγονότος ότι δεν καταχώρησε ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής. Στο κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι την 21.05.2019 η Συνεργατική παραχώρησε στους Εναγόμενους 1 και 2 δάνειο ύψους €365.000,00 και για περαιτέρω εξασφάλιση η εναγόμενη 1 αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της Συνεργατικής την υποθήκη ΥXXXX/09. Έτσι αξιώνει το ποσό των €455.025,14, ως επίσης και διάταγμα εκποίησης της πιο πάνω υποθήκης. Η εναγόμενη 1 αιτήτρια καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης πλην όμως δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση. Πριν την τροποποίηση που έγινε με το Νόμο 17
(1)/04 δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνο ο ενάγοντας. Με την τροποποίηση που επήλθε δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διάδικους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Είναι θεμελιωμένο ότι εάν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα μέχρι να καταχωρίσει ανταπαίτηση. Σχετική είναι η υπόθεση IGOR ZHIGACHOV κ.α.
(2013)1Α Α.Α.Δ.
  1. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος της συνεργατικής αναγνώρισε ότι η θεραπεία που ζητείται από την αιτήτρια πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα πλην όμως ήταν η θέση του ότι θα πρέπει να είχε καταχωρήσει ανταπαίτηση για να νομιμοποιείται να ζητήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η τελευταία θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της συνεργατικής δεν με βρίσκει σύμφωνο, καθότι όπως έχει επισημανθεί στην προκειμένη περίπτωση η θεραπεία που ζητείται από την αιτήτρια πηγάζει από την αγωγή της συνεργατικής. Έτσι η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Με βάση τα δικόγραφα προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αφού όπως έχει ήδη επισημανθεί, δε χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει την προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας, με βάση τα ζητήματα που έχουν τεθεί από μέρους της αιτήτριας. Επισημαίνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις σε συντομία έχουν ως ακολούθως. Η συνεργατική την 21.05.2009 παραχώρησε στους εναγόμενους 1 και 2 δάνειο και για περαιτέρω εξασφάλιση οι εναγόμενοι 1 και 2 παραχώρησαν προς όφελος της συνεργατικής την υποθήκη ΥXXXXX/
  2. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλεται μεταξύ άλλων ότι οι επίδικες συμφωνίες καταρτίστηκαν στην ελληνική γλώσσα, γλώσσα την οποία δεν γνώριζε η αιτήτρια. Επιπρόσθετα επισημαίνει ότι δεν της επεξηγήθηκαν οι όροι που περιλαμβάνονταν στις συμβάσεις και εκμεταλλεύτηκαν την κακή της οικονομική κατάσταση και την ανάγκη της, για χρηματοδότηση ως επίσης την εξανάγκασαν να συνάψει τις επίδικες συμφωνίες με καταχρηστικούς όρους. Αναφέρει ότι οι ενάγοντες παρόλο ότι γνώριζαν ότι με τα εισοδήματα της ήταν αδύνατο να καταβάλει τη μηνιαία δόση των €3.594,39 εν τούτοις την εξανάγκασαν να αποδεχθεί τον όρο αυτό. Είναι η θέση της ότι δεν υπέγραψε με την ελεύθερη βούληση της και οι συμφωνίες ήταν προϊόν ψυχικού και οικονομικού εξαναγκασμού. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της συνεργατικής η οποία αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών της αιτήτριας και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι η ενάγουσα γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και στο παρελθόν συνήψε συμφωνίες στην ελληνική γλώσσα, (βλ. Τεκμήρια 2 - 12). Η αιτήτρια μαζί με τον εναγόμενο 2 ως αναφέρεται, ήταν αυτοί που αιτήθηκαν την παραχώρηση δανείου. Η αιτήτρια, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι υφίσταται καταχρηστικές ρήτρες. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι και ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν93
(1)/96) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο συγκεκριμένος Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης η οποία συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή. Ο συγκεκριμένος Νόμος καθορίζει την έννοια του καταναλωτή και δεν περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση δεν δεσμεύει κατά κανόνα τον καταναλωτή και η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους εκτός αν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Σχετικό είναι το άρθρο 6
(1)και
(2)του Νόμου αλλά και το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο πλέγμα γεγονότων που να καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ότι η σύμβαση δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς τις όποιες κατ' ισχυρισμόν καταχρηστικές ρήτρες. Η αιτήτρια προβάλει ότι οι ενάγοντες της άσκησαν ψυχική πίεση και οικονομικό εξαναγκασμό ώστε να καταρτίσει τις επίδικες συμφωνίες. Δεν καθορίζει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται έστω και στο στάδιο τούτο σε τι συνίστατο η ψυχολογική πίεση και ο οικονομικός εξαναγκασμός. Οι όποιες αναφορές της ήταν ασαφής, αόριστες και ελλιπής. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι την ανάγκασαν να αποδεχθεί να καταβάλει ως μηνιαία δόση το ποσό των €3.594,39. Πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό αφού δεν καθορίζει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται τον τρόπο, με τον οποίον την εξανάγκασαν. Ισχυρίζεται ότι η τράπεζα την ξεγέλασε, την εξανάγκασε στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών χρησιμοποιώντας απάτη και ψευδείς παραστάσεις. Και πάλι πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκείς λεπτομέρειες που να οδηγούν στα πιο πάνω συμπεράσματα της αιτήτριας. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια παρέλειψε να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, για σκοπούς πληρότητας, θα εξεταστεί και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Η αιτήτρια προβάλλει, ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα το ακίνητο θα πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή από την πραγματική του αξία. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι πρόκειται και πάλι για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Δεν έχει τεθεί τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί το πιο πάνω συμπέρασμα. Και κάτι ακόμη δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα ή ότι αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ακόμη και στην περίπτωση που αποτύχει η αγωγή της. Πέραν δε τούτου δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις και έτσι δεν συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση, όπως καθορίζεται πιο πάνω. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΘΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αναστολή πλειστηριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.