← Κύπρος

S. K. Master Developments Limited ν. Gordian Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 2116/2019, 25/10/2019

S. K. Master Developments Limited ν. Gordian Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 2116/2019, 25/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A507 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2116/2019 Μεταξύ: S. K. Master Developments Limited Εναγόντων -και- Gordian Holdings Ltd Eναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 24.09.2019 Ημερομηνία: 25.10.2019 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Π. Βορκάς για ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΟΡΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση 1: κα K. Γιαπανά και κα Δ. Στεφάνου για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, καταχωρηθέν την 24.09.2019, οι Ενάγοντες ζητούν Αναγνωριστικές Αποφάσεις ότι οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)(β) του Ν.169(Ι)/2015 απέκτησαν τα δικαιώματα των Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ επί της υποθήκης Υxxxx/2004, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, αναφορικά με τέσσερα
(4)ακίνητα ευρισκόμενα σε χωριό της Επαρχίας Λεμεσού, και κατ' επέκταση Αναγνωριστικές Αποφάσεις και/ή Δηλώσεις ότι οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται σε λήψη μέτρων εκποίησης των προαναφερόμενων ακινήτων και/ή σε προώθηση διαδικασίας πλειστηριασμού αναφορικά με αυτά, καθώς και Αναγνωριστική Απόφαση και/ή Δήλωση ότι η ενέργεια των Εναγόμενων να αποστείλουν στους Ενάγοντες Ειδοποίηση πλειστηριασμού, ΔΕΛΤΙΟ '"A", αναφορικά με τον πλειστηριασμό των προαναφερόμενων τεσσάρων
(4)ακινήτων είναι παράνομη και άκυρη. Περαιτέρω ζητούνται αποζημιώσεις, τόκοι και έξοδα. Την ίδια ημέρα που οι Ενάγοντες - στο εξής οι Αιτητές - καταχώρησαν την αγωγή τους, καταχώρησαν μονομερή αίτηση - στο εξής η Αίτηση - με την οποία εξασφάλισαν, την 26.09.2019, παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο εμποδίζει και/ή αναστέλλει και/ή απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή διευθυντές και/ή υπηρέτες τους την πώληση διά πλειστηριασμού, η οποία έχει προγραμματισθεί να διεξαχθεί την 11.10.2019 και/ή την προώθηση από τους Εναγόμενους της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης τεσσάρων
(4)ακινήτων, υποθηκευμένων με την υποθήκη Υxxxx/2004 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αxxxxxx Σxxxxxx, διευθυντή των Αιτητών, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως εξηγεί σε διάφορες χρονικές περιόδους οι Αιτητές σύναψαν με τους Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ συμφωνίες εξασφάλισης πιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ αυτών και η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29.06.2012 για το ποσό των €1.950.000,
  1. Ως εξασφάλιση του εν λόγω δανείου οι Αιτητές παραχώρησαν προς την προαναφερόμενη τράπεζα και την υποθήκη Υxxxx/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, επί τεσσάρων ακινήτων ευρισκόμενα σε χωριό της Λεμεσού. Περί τον Μάϊο του 2019 η εν λόγω τράπεζα παρέδωσε προς τον ενόρκως δηλούντα Ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ με την οποία τον πληροφόρησε ότι το ενυπόθηκο χρέος είχε καταστεί πληρωτέο και πως στις 11.10.2019 θα προχωρούσε με την πώληση των προαναφερόμενων ακινήτων, με τη διαδικασία πλειστηριασμού ως προβλέπεται στο Μέρος VIΑ του 9/
  2. Το ποσό που σύμφωνα με την τράπεζα κατέστη απαιτητό - το οποίο οι Αιτητές αμφισβητούν - δυνάμει της σχετικής υποθήκης ανερχόταν σε €2.227.553,87 πλέον τόκοι €12.324,58 μέχρι 15.05.2019 πλέον έξοδα. Στη συνέχεια οι Αιτητές παρέλαβαν γραπτώς ειδοποίηση από τους Εναγόμενους με την οποία ενημερώθηκαν πως οι Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μεταβίβασε στους Εναγόμενους την υποθήκη Υxxxx/2004 και της διαβίβασαν έντυπο ειδοποιήσεως με τίτλο Δελτίο Α, διά του οποίου ανακοινώνεται ότι οι Εναγόμενοι θα προβούν σε δημοπρασία των ακινήτων των Αιτητών στις 11.10.2019 ώρα 12.00, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/
  3. Η συνολική επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης των υποθηκευμένων ακινήτων ανέρχεται σε €1.246.120,
  4. Όπως πληροφορήθηκε ο ενόρκως δηλών, από τους δικηγόρους των Αιτητών, στις 30.05.2019 οι Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μεταβίβασαν δυνάμει σχεδίου διακανονισμού διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες εξαγοράστηκαν από τους Εναγόμενους. Για τους λόγους που ο ενόρκως δηλών αναφέρει, και οι οποίοι προέρχονται από συμβουλή των δικηγόρων των Αιτητών, οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών, καθότι σύμφωνα με το άρθρο 3(Ι)(β) του Ν.169(Ι)/2015 η μεταβίβαση που έγινε είναι παράνομη, ξεπερνά δε το €1.000.000,00 ενώ με την αγωγή, που οι Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ καταχώρησαν εναντίον των Αιτητών, του ενόρκως δηλούντα και της συζύγου του, διεκδικείται το ποσό των €2.222.921,46 και μέχρι σήμερα δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό. Σε κάθε περίπτωση ο ενόρκως δηλών σημειώνει ότι οι Αιτητές είναι οικογενειακή εταιρεία η οποία κατά το χρόνο της εξαγοράς της πιστωτικής διευκόλυνσης δεν είχε κύκλο εργασιών, δεν απασχολούσε οποιοδήποτε και ούτε είχε κέρδη, συνεπώς κατατάσσεται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις ως η Ευρωπαϊκή Σύσταση Αρ. 2003/361/Ε.Ε. Τέλος ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, τότε η ακίνητη περιουσία των Αιτητών θα πωληθεί από πρόσωπο που δεν νομιμοποιείται να το πράξει, δεν θα υπάρχει περιθώριο αποτροπής της διαδικασίας πλειστηριασμού ούτε και επαναφοράς των ακινήτων στην προτέρα τους ιδιοκτησιακή κατάσταση, ενώ οι Αιτητές θα αποστερηθούν των περιουσιακών τους στοιχείων, η αξία των οποίων ανέρχεται σε €5.300.000,00 σύμφωνα με έκθεση ειδικού εκτιμητή. Ακόμη ότι οι Εναγόμενοι δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν τους Αιτητές και πως η ικανότητα των Εναγόμενων παραμένει άγνωστη, αφού πρόκειται για νεοσύστατη εταιρεία, που εγγράφηκε με ονομαστικό και εκδοθέν κεφάλαιο €1.000.000,00, δεδομένης και της πρόνοιας του άρθρου 11 του Ν.169(Ι)/2015 που επιτρέπει όπως το πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο που έχουν υποχρέωση οι Εναγόμενοι να διατηρούν μπορεί να ανέρχεται και σε €100.000,
  5. Ενάντια στην Αίτηση οι Εναγόμενοι - στο εξής Καθ' ων η Αίτηση -καταχώρησαν στις 07.10.2019 Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας πολυάριθμους λόγους ένστασης, οι οποίοι συνίστανται στο ότι η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλειπή βάση και/ή αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, η δε ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπη και/ή αντικανονική, και/ή κακόπιστη και/ή καταχρηστική, γενική, αόριστη και/ή στηρίζεται σε αναληθείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, ότι με το αιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά αξιώνεται να αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, ότι μοναδικός σκοπός της Αίτησης είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας πλειστηριασμού, ότι η Αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου επειδή ο προγραμματισμένος να διεξαχθεί στις 11.10.2019 πλειστηριασμός έχει ακυρωθεί, ότι οι Αιτητές εμποδίζονται να αμφισβητούν τη διαδικασία ιδιωτικού πλειστηριασμού, δεν έχουν ακόμη καταχωρήσει την Έκθεση Απαίτησης τους, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση νόμιμα απέκτησαν και/ή εκχωρήθηκαν σε αυτούς οι πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις περιλαμβανομένων της επίδικης υποθήκης, το δε σχέδιο διακανονισμού μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και των Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εγκρίθηκε με διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας, και τέλος ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  6. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Κxxxxxxxxxxx Χxxxxxx, υπάλληλου των Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και μελλοντικού υπάλληλου ως δηλώνει, των Καθ' ων η αίτηση, εξουσιοδοτημένου ως αναφέρει και από τους δύο για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Διατυπώνει κατ' αρχή τη διαφωνία του με την Αίτηση και μέρος των γραφομένων επί της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην τραπεζική διευκόλυνση με την οποία παραχωρήθηκε δάνειο προς τους Αιτητές, στις 29.06.2012, με την εγγύηση του Αxxxxxx Σxxxxxx, διευθυντή των Αιτητών και της συζύγου του. Αναφέρεται επίσης στην επιπρόσθετη εξασφάλιση η οποία παραχωρήθηκε με την υποθήκη Υxxxx/2004 επί τεσσάρων ακινήτων. Ως εξηγεί επειδή οι πρωτοφειλέτες - Αιτητές και οι εγγυητές παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, και να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά και τους τόκους αυτά κατέστηκαν πληρωτέα. Συνακόλουθα οι Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ τους απέστειλαν Ειδοποιήσεις κατά τον Τύπο «Θ» και «Ι» με κατάσταση λογαριασμού. Λόγω μη συμμόρφωσης με την Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» η προαναφερόμενη τράπεζα απέστειλε Ειδοποίηση στους Αιτητές και στους εγγυητές κατά τον Τύπο «ΙΑ» καθορίζοντας την 11.10.2019 ως ημερομηνία που θα λάμβανε χώρα ο πλειστηριασμός των ενυπόθηκων ακινήτων. Επειδή μεσολάβησε η ανάληψη των δικαιωμάτων της τράπεζας από τους Καθ' ων η Αίτηση, οι τελευταίοι απέστειλαν στους Αιτητές και στους εγγυητές Ειδοποίηση συνοδευόμενη από Δελτίο Α, πλην όμως στις 04.10.2019 δηλώθηκε, στα πλαίσια της Έφεσης xx6/19 Ε.Δ. Λευκωσίας, από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, ότι ο πλειστηριασμός που θα διεξαγόταν στις 11.10.2019 ακυρώθηκε. Σε περίπτωση μη διατήρησης σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος τα δικαιώματα των Αιτητών δεν θα παραβλαφθούν, ενώ αν ήθελε αποδειχθεί ότι αυτοί θα υποστούν ζημιά από τη μη οριστικοποίηση του διατάγματος, τονίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αδειοδοτημένοι και εποπτεύονται από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και είναι σε θέση να καταβάλουν στους Αιτητές τυχόν αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν υπέρ των τελευταίων. Παρατίθενται δε οικονομικά και περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση προς υποστήριξη της προαναφερόμενης θέσης. Προωθείται επιπρόσθετα των πιο πάνω και η θέση ότι οι Αιτητές κακόπιστα και καταχρηστικά προώθησαν την Αίτηση με σκοπό να θέσουν στενά χρονικά περιθώρια στο Δικαστήριο. Τέλος, αναφέρεται πως η τυχόν διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος θα παραβιάσει το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να εξασφαλίσουν το λαβείν τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας Αίτησης διεξάχθηκε την 09.10.2019 στη βάση της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης αλλά και των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να παραθέσει λεπτομερώς τις θέσεις που προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων διά των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων τους. Τις διατηρεί κατά νου και θα αναφερθεί σε αυτές, στο βαθμό που ήθελε κριθεί αναγκαίο, για σκοπούς αιτιολόγησης της παρούσας απόφασής του. Κρίνεται ωστόσο χρήσιμο να γίνει μνεία στη δήλωση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, ότι στα πλαίσια Έφεσης υπ' αριθμό xx6/2019 του Ε.Δ. Λευκωσίας δηλώθηκε ότι ο καθορισμένος για τις 11.10.2019 πλειστηριασμός ακυρώθηκε. Η εν λόγω δήλωση αποδέσμευε κατά κάποιο τρόπο το Δικαστήριο να εκδώσει την απόφαση του πριν τις 11.10.
  7. Συνακόλουθα ότι πλέον θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο γενικότερα δικαιολογείται η αναστολή των διαδικασιών προώθησης εκποίησης της υποθήκης Υxxxx/2004, και κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση νομιμοποιούνται εκ πρώτης όψεως στην προώθηση της διαδικασίας που προνοείται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/
  8. Νομική πτυχή:- Η Αίτηση στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 32 του Ν.14/1960, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, ως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 87
(1)/2018, και ειδικότερα στα άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α
(1)-
(4), 44Β, 44Γ, 44Δ, - 44ΙΑΑ και στα παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224, και σχετικούς Κανονισμούς, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.1-9, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρα 5 και 9, στα άρθρα 3, 18 και 19 του Ν.169(Ι)/2015, στο Σύνταγμα άρθρα 23, 26, 28 και 30, στο άρθρο 1 του 1ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις Αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της Επιείκειας του Κοινοδικαίου, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη,
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 όπου στη σελίδα 701 αναφέρονται τα εξής: «... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύθηκε μέσα από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι ξεκάθαρο, μέσα από τη νομολογία (βλέπε Κarydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585 και η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557) πως για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή ή σε ανταπαίτηση. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, έχει ερμηνευθεί, από τη νομολογία, ότι δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία, ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει αιτούμενο διάταγμα ή να διατηρήσει εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται βέβαια με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, όσο είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους (ή περισσότερους αν υπάρχουν), θα υποστεί τη λιγότερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι προσωρινού διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Παράμετρος η οποία επίσης εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι και το κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος. (Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Αποτελεί βασική αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, πως είναι ανεπιθύμητο να ζητείται, με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1827). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν, για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπεράσματα:- Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση των προϋποθέσεων έκδοσης και διατήρησης σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος, κρίνεται σκόπιμο να επιλυθούν πέντε ζητήματα τα οποία ηγέρθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση, λόγω της καθοριστικής σημασίας που αυτά θα έχουν σε περίπτωση αποδοχής των θέσεων των τελευταίων. Αυτά αφορούν στις θέσεις (α) ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη (β) ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατ' επείγοντος (γ) ότι με την ακύρωση του πλειστηριασμού ο οποίος θα διεξαγόταν στις 11.10.2019 η Αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα κατέστηκαν άνευ αντικειμένου (δ) ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και (ε) ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει του ότι δεν καταχωρήθηκε ακόμη, από τους Αιτητές, Έκθεση Απαίτησης. Όσον αφορά στο πρώτο ζήτημα ό,τι θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το ερώτημα αν η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι έγκυρη και δύναται να ληφθεί υπόψη η μαρτυρία που παρατίθεται σ' αυτήν. Διαπιστώνεται ότι εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση δεν προτάθηκαν πειστικά επιχειρήματα ούτως ώστε η εν λόγω ένορκη δήλωση να μη ληφθεί υπόψη, καθότι ούτε παράτυπη είναι ούτε αντικανονική. Τα υπόλοιπα ζητήματα που οι Καθ' ων η Αίτηση συνδέουν με την εν λόγω ένορκη δήλωση, και δη αυτά που αναφέρονται στο λόγο ένστασης αρ.2, συνδέονται με τη βαρύτητα της μαρτυρίας που περιέχεται σ' αυτή και κατ' επέκταση με την αξιολόγηση που το Δικαστήριο θα επιχειρήσει προκειμένου να εξάξει τα συμπεράσματα του επί της ουσίας της Αίτησης. Συνακόλουθα η σχετική θέση των Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτεται. Προχωρώντας στην εξέταση του δεύτερου ζητήματος, της μη ύπαρξης του κατ΄ επείγοντος, επισημαίνεται κατ' αρχή πως το Δικαστήριο το έχει ούτως ή άλλως αξιολογήσει κατά την έκδοση μονομερώς του προσωρινού διατάγματος, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του, με γνώμονα τα λεχθέντα στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Στην πρόσφατη υπόθεση Γ. Ευριπίδου κ.α. v. Λοϊζου Σταυρίδη κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A167, Πολιτική Έφεση 380/12, ημερομηνίας 04.04.2018, όπου αμφισβητήθηκε η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας Πρωτόδικου Δικαστηρίου και η ύπαρξη του στοιχείου του κατ' επείγοντος, το Εφετείο έκρινε ότι εφ' όσον οι Εφεσείοντες είχαν τοποθετήσει πινακίδα για πώληση οικίας που αποτελούσε αντικείμενο της εκεί αγωγής και ότι είχαν προσεγγίσει εργολάβο να του πωλήσουν την οικία, ορθώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το στοιχείο του κατ' επείγοντος και ότι ορθά υπό τις περιστάσεις κρίθηκε ότι ικανοποιήθηκε το εν λόγω στοιχείο. Στην παρούσα υπόθεση τέθηκε θετική και ξεκάθαρη μαρτυρία - βλέπε Τεκμήριο 4 επί της Αίτησης - όπου πρόκειται για Ειδοποίηση των Καθ' ων η Αίτηση προς τους Αιτητές ότι στις 11.10.2019 θα προχωρούσαν σε εκποίηση της υποθήκης Υxxxx/2004 και των υποθηκευμένων με αυτή τεσσάρων ακινήτων, ιδιοκτησίας των Αιτητών. Επιπλέον λήφθηκε υπόψη και η παράμετρος που αφορά στο χρόνο προ της καταχώρησης της Αίτησης, η οποία παράμετρος υποστηρίχθηκε με μαρτυρία των Αιτητών ότι αυτοί έλαβαν γνώση για το γεγονός της εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων των Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τους Καθ' ων η Αίτηση, όχι πριν τις 11.09.2019 όταν παρέλαβαν την προαναφερόμενη Ειδοποίηση παρότι η έγκριση του σχεδίου διακανονισμού έλαβε χώρα στις 23.05.
  2. Παρατηρείται πως κατά την ακροαματική διαδικασία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους Καθ΄ ων η Αίτηση οτιδήποτε, σε επίπεδο γεγονότων και μαρτυρίας, που να διαφοροποιεί αυτά τα γεγονότα, κυρίως δεν τέθηκε μαρτυρία ότι οι Αιτητές γνώριζαν πολύ νωρίτερα, και πριν την καταχώρηση της Αίτησης τους, περί του γεγονότος της αγοραπωλησίας των πιστωτικών διευκολύνσεων που τους παραχωρήθηκαν από τους Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Συνακόλουθα η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατ' επείγοντος απορρίπτεται ως αβάσιμη. Εξετάζοντας και αξιολογώντας τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι με την ακύρωση του πλειστηριασμού, ο οποίος καθορίστηκε στις 11.10.2019, η Αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου, κρίνεται ότι αυτή είναι ανεδαφική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το περιεχόμενο του αιτούμενου διατάγματος δεν περιορίζεται μόνο στην αναστολή του προειρημένου πλειστηριασμού αλλά έχει ευρύτερη έκταση, επεκτείνεται και στην αναστολή κάθε ενέργειας προώθησης εκποίησης της υποθήκης Υxxxx/
  3. Με αυτό σαν δεδομένο, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν παρέχονται περιθώρια αποδοχής της υπό συζήτηση θέσης των Καθ' ων η Αίτηση. Αναφορικά με τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση περί κατάχρησης της διαδικασίας, διά της καταχώρησης της Αίτησης, το Δικαστήριο αφού την έχει αξιολογήσει, κρίνει ότι αυτή προβάλλει απορριπτέα. Η ενάσκηση δικονομικού δικαιώματος από μόνη της, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, χωρίς να συνοδεύεται από άλλες ενέργειες ή παράλληλα διαβήματα προς την επίτευξη αλλότριων, προς τη δικαστική διαδικασία, σκοπών, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση διαδικασίας, ούτε μπορεί να θεωρηθεί, από τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι επιχειρείται παράκαμψη προβλεπόμενης διαδικασίας. Τέλος ως απορριπτέα κρίνεται και η εισήγηση για απόρριψη της Αίτησης, επειδή οι Αιτητές δεν καταχώρησαν ακόμη την Έκθεση Απαίτησής τους. Είναι νομολογημένο - βλέπε υπόθεση T.A. MICROLOGIC COMPUTER CONSULTANTS LTD v. MICROSOFT CORPORATION
(2002)1 ΑΑΔ 1802 - ότι υπό κατάλληλες περιστάσεις η μη καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης είναι δυνατό να αποτελέσει λόγο απόρριψης Αίτησης για ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα, αφού είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί κατάχρηση διαδικασίας, ωστόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ειδικότερα το γεγονός ότι η Αγωγή των Αιτητών καταχωρήθηκε στις 24.09.2019, δεν αποτελεί ικανοποιητικό υπόβαθρο ούτως ώστε το Δικαστήριο να προβληματιστεί περαιτέρω προς την κατεύθυνση που εισηγούνται οι Καθ' ων η Αίτηση. Εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, εφόσον αυτές αμφισβητούνται, και κατά πόσο δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών και κανόνων που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων καθώς και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο, αποφασίζονται τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση:- Λαμβανομένων περαιτέρω υπόψη των νομολογηθέντων αναφορικά με το πρώτο κριτήριο, το οποίο θα πρέπει να αποδεικνύεται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, και το οποίο θα πρέπει να σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της Απαίτησης των Αιτητών, (βλέπε Π. Σκουτέλλα ν. Μ. Σκουτέλλα ECLI:CY:DOD:2017:3, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2012 ημερομηνίας 24.03.2017) κρίνεται πως αναμφισβήτητα το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, ειδικότερα η θέση περί έλλειψης νομιμοποίησης των Καθ' ων η Αίτηση στην προώθηση πλειστηριασμού για πιστωτικές διευκολύνσεις πέραν των €1.000.000,00 με σημείο αναφοράς συγκεκριμένη διάταξη του Ν.169(Ι)/2015, άρθρο 3, υποστηριζόμενη ενόρκως, κρίνεται πως αποτελεί ικανοποιητικό υπόβαθρο το οποίο δικαιολογεί συμπέρασμα ύπαρξης, ενώπιον του Δικαστηρίου, ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συζητήσιμης υπόθεσης για τους Αιτητές. Κατά συνέπεια αποδείχθηκε η πρώτη προϋπόθεση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία:- Αναφορικά με αυτή την προϋπόθεση λαμβανομένων υπόψη των όσων έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Αιτητές από τη μια και ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 από την άλλη κρίνεται ότι, για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, οι Αιτητές απέδειξαν ότι η εξ' αντικειμένου θεώρηση της εκδοχής τους, ξεπερνά το επίπεδο της απλής πιθανότητας για επιτυχία στην αγωγή τους. Οι Αιτητές ενόρκως μαρτυρούν ότι το ποσό της απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση - ενυπόθηκο χρέος - προερχόμενο από την τραπεζική διευκόλυνση, ήτοι δάνειο το οποίο τους παρασχέθηκε ανέρχεται στο ποσό των €2.227.553,87 πλέον τόκοι €12.324,58 μέχρι 15.05.2019 πλέον έξοδα, γεγονός που επιβεβαιώνεται (με μικρή διαφορά στο ποσό) από το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής xxxx/2014 που καταχωρήθηκε εναντίον τους - Τεκμήριο 6 επί της Αίτησης - και ως οι Αιτητές δηλώνουν δεν κατέβαλαν έκτοτε οποιοδήποτε ποσό έναντι του αξιούμενου ποσού το οποίο βέβαια αμφισβητούν, ενώ το σχέδιο διακανονισμού μεταξύ των Bank of Cyprus Public Company Limited και των Καθ' ων η Αίτηση επικυρώθηκε την 23.05.2019 - βλέπε Τεκμήριο 5 επί της Αίτησης - με το οποίο μεταβιβάστηκαν τα δικαιώματα των Bank of Cyprus Public Company Limited στους Καθ' ων η Αίτηση όπως επιβεβαιώνεται έτι περαιτέρω από το Τεκμήριο 7 επί της Αίτησης το οποίο εξέδωσαν οι Καθ' ων η Αίτηση και καταχώρησαν στα πλαίσια της αγωγής xxxx/2014. Επίσης οι Αιτητές δηλώνουν ότι αυτοί είναι μικρή επιχείρηση χωρίς κύκλο εργασιών. Παρ' ότι οι Καθ' ων η Αίτηση προβαίνουν σε άρνηση κάποιων εκ των προαναφερόμενων γεγονότων, αφού για κάποια εξ αυτών προκύπτει ότι αποτελούν κοινό τόπο, δεν προσκόμισαν μαρτυρία τέτοια η οποία να δημιουργεί πραγματική αμφισβήτηση στα γεγονότα που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 3 του Ν.169(Ι)/2015, το οποίο επικαλούνται οι Αιτητές και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «3.-
(1)(α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). και (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). (Η υπογράμμιση έγινε από το Δικαστήριο).
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.
(3)Από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου, εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες- (α) Παραχωρούνται από ΑΠΙ, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, σε φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή σε νομικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία, ή (β) αφορούν εργασίες ή/και επενδύσεις εκτός της Δημοκρατίας, ή (γ) στη βασική εμπράγματη εξασφάλισή τους, περιλαμβάνουν υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και επιβάρυνση περιουσίας η οποία βρίσκεται εκτός Δημοκρατίας, ή (δ) διέπονται από το δίκαιο άλλης χώρας.» Ό,τι αναμενόταν, ως αντίλογος, και με τη δέουσα αποδεικτική βαρύτητα εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, ήταν είτε να προσφέρουν συγκεκριμένη πειστική μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει, έστω εκ πρώτης όψεως, ότι η περίπτωση των Αιτητών δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(β), περιλαμβανομένων στοιχείων ότι οι Αιτητές δεν εμπίπτουν στον ορισμό των «πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων» επιχειρήσεων όπως αυτός καθορίστηκε με τη Σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαϊου 2003 (2003/361/ΕΕ) είτε να προτάξουν ερμηνεία τέτοια που να μην δικαιολογεί εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι τυγχάνει εφαρμογής το εν λόγω άρθρο στην παρούσα περίπτωση. Το άρθρο 3 με τον πλαγιότιτλο «Πεδίο εφαρμογής» διαφαίνεται πως έχει καθορίσει την εφαρμογή του σχετικού νόμου για την αγοραπωλησία πιστωτικών διευκολύνσεων θέτοντας σαφείς προϋποθέσεις, μία εξ αυτών είναι το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων ανά (ΑΠΙ) Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα να μην υπερβαίνει κατά το χρόνο της εξαγοράς το ένα εκατομμύριο ευρώ. Διαφαίνεται επίσης ότι στην παράγραφο
(3)του ιδίου άρθρου ο νομοθέτης καθόρισε τις εξαιρέσεις από την εφαρμογή του Νόμου, τόσο ως προς το πεδίο εφαρμογής του όσο και ως προς τα διαδικαστικά ζητήματα για τα οποία γίνεται πρόβλεψη στα άρθρα 18 και 19 του Νόμου, και πουθενά αλλού στις διατάξεις του εν λόγω Νόμου προνοούνται άλλες εξαιρέσεις. Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ότι τα άρθρα 18 και 19 έχουν την έννοια ότι όταν Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα πωλεί και μεταβιβάζει πιστωτικές διευκολύνσεις δεν εφαρμόζεται το όριο του €1.000.000,00 δεν γίνεται αποδεκτή, καθ' ότι εκ πρώτης όψεως τέτοια ερμηνεία δεν δικαιολογείται ούτε εξάγεται από το συνδυασμό των προνοιών των άρθρων 3, 18 και 19 του Ν.169(Ι)/
  1. Από τη μελέτη των άρθρων 18 και 19 ό,τι προκύπτει εύλογα και αντικειμενικά είναι πως ρυθμίζονται ζητήματα διαδικαστικού χαρακτήρα αναφορικά με την αγοραπωλησία πιστωτικών διευκολύνσεων και όχι ένα άλλο διαφορετικό πεδίο εφαρμογής του Ν.169(Ι)/2015 από αυτό που ο νομοθέτης προσδιόρισε με το άρθρο
  2. Το Δικαστήριο επιθυμεί να παρατηρήσει, παρ' ότι είναι ξεκάθαρο, πως αφ' ενός δεν παραγνωρίζει την έκδοση διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας, στην Αίτηση 372/19, στις 23.05.2019, αφ' ετέρου η εγκυρότητα του δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από το Δικαστήριο, πλην όμως το εν λόγω διάταγμα αφορά στη ρύθμιση της σχέσης των συμβαλλόμενων μερών στο διακανονισμό που επήλθε καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα μέρη επηρεάζονται, και δεν επιδρά επί των προνοιών του άρθρου 3 του Ν.169(Ι)/2015, του κατ' εξοχήν ειδικού νόμου για το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, ήτοι για το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου. Σε καμία περίπτωση το διάταγμα ημερομηνίας 23.05.2019 καθόρισε το πεδίο εφαρμογής του προαναφερόμενου νόμου. Συνεπώς πρόκειται για δύο ξεχωριστά ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση κρίνεται πως η ύπαρξη του προειρημένου διατάγματος δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Τέλος αξιολογώντας τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι, επειδή οι Αιτητές αποδέχονται τη σύσταση της υποθήκης Υxxxx/2004 και πως μετά την αγωγή xxxx/14 που καταχωρήθηκε εναντίον τους δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό, ομοίως δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται, καθ' ότι τα εν λόγω στοιχεία, δεδομένης της βάσης αγωγής και απαίτησης των Αιτητών προβάλλουν να έχουν ουδέτερη σημασία στην παρούσα διαδικασία. Υπό τις πιο πάνω σκέψεις και παρατηρήσεις, κρίνεται ότι η πιθανότητα και η προοπτική επιτυχίας στην αγωγή των Αιτητών προβάλλει ορατή και πέραν από απλή. Το Δικαστήριο αν και δεν έχει προβεί σε υποκειμενική αξιολόγηση της προαναφερόμενης μαρτυρίας, κρίνει ότι η εξ αντικειμένου θεώρηση της στα πλαίσια της παρούσας ακρόασης ήταν αναγκαία, (βλέπε υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Είναι δε τέτοια που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Οι τελευταίες σκέψεις και προβληματισμοί του Δικαστηρίου, ουδόλως αποσκοπούν σε εξαγωγή ευρημάτων επί των γεγονότων ως προς την ουσία της αγωγής αλλά, μόνο στη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς των Αιτητών ήταν ικανά για να στοιχειοθετήσουν, στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό, ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Αγωγή τους. Άλλωστε ως διαφάνηκε η κύρια διαφωνία των Καθ' ων η Αίτηση με την εκδοχή των Αιτητών δεν έγκειται τόσο ως προς στα γεγονότα αλλά στην ερμηνεία που οι πρώτοι αποδίδουν στο άρθρο 3 του Ν.169(Ι)/2015, η οποία δεν φαίνεται να απαντά ή να είναι ικανή να αναχαιτήσει τη γραμματική αλλά και τελολογική ερμηνεία που εκ πρώτης όψεως αναδύεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.169(Ι)/2015. Συνακόλουθα των προλεχθέντων κρίνεται ότι αποδείχθηκε και η (β) προϋπόθεση. (γ) Η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνεπάγεται δυσκολία και/ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο:- Αναφορικά με αυτή την προϋπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ερώτημα που προκύπτει εύλογα είναι αν, οποιαδήποτε ζημιά προκληθεί στους Αιτητές, αν αυτοί επιτύχουν στην Αγωγή τους, είναι εφικτό να αντιμετωπισθεί με τον καθορισμό χρηματικής αποζημίωσης. Η απάντηση προβάλλει θετική υπό την έννοια ότι είναι δυνατό η αξία των τεσσάρων υποθηκευμένων ακινήτων να καθοριστεί με σχετική εκτίμηση. Ταυτόχρονα όμως δεν θα πρέπει να παραγνωρίζονται τα λεχθέντα στις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, και HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. ν. ΦΥΛΑΚΤΙΔΗ
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, όπου επισημάνθηκε πως ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, και πως η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς. Συνεπώς δεδομένης και αυτής της νομολογίας, έχοντας κατά νου τα όσα περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, έστω ότι το στοιχείο της επάρκειας των αποζημιώσεων θα μπορούσε να αποτελέσει ικανοποιητικό παράγοντα που λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος, (βλέπε εξ αντιδιαστολής επιχείρημα στην υπόθεση Καρυδάς ανωτέρω), κρίνεται ότι ειδωμένα συνολικά όλα τα γεγονότα δικαιολογούν συμπέρασμα πως με την απόρριψη της Αίτησης θα είναι δύσκολο να αποδοθεί πλήρως δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι η πρόθεση αποξένωσης των τεσσάρων
(4)ενυπόθηκων ακινήτων από τους Καθ' ων η Αίτηση είναι δηλωμένη και εκφρασθείσα με τη σχετική Ειδοποίηση - Τεκμήριο 4 επί της Αίτησης - συνεπώς αν οι Αιτητές δικαιωθούν στο τέλος της δίκης θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη διότι τα ακίνητα τους, έστω με τους όρους που τα έχουν υποθηκεύσει, προς όφελος όμως άλλου προσώπου, δεν θα είναι εφικτό να επιστρέψουν στην ιδιοκτησία τους. Επισημαίνεται δε πως δεδομένης της βάσης αγωγής των Αιτητών και των ειδικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, αν και δεν είναι αυστηρά επιτρεπτό να ειπωθεί πως τα τέσσερα ακίνητα αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, ταυτόχρονα η διατήρησή τους στην ιδιοκτησία των Αιτητών αποτελεί αναγκαιότητα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Πέραν των προαναφερόμενων συνυπολογίστηκε η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής αυτοί είναι σε θέση να αποζημιώσουν τους Αιτητές, ωστόσο και αυτή η τοποθέτηση δεν κρίνεται ικανοποιητική για να ανατρέψει το προειρημένο συμπέρασμα του Δικαστηρίου, άλλωστε οι Αιτητές μέσω του Τεκμηρίου 8 - εκτίμηση για την αξία των
(4)τεσσάρων ακινήτων - παρουσιάζουν την αξία των ακινήτων τους σε ύψος €5.300.000,00 και δεν αντικρούστηκε αυτή η μαρτυρία. Πρόκειται για πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό, γεγονός το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να μην παραγνωρίσει. Η γενική αναφορά, εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν τους Αιτητές, κρίνεται ανεπαρκής. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι αποδείχθηκε και η (γ) προϋπόθεση, κατ' επέκταση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Εν' όψει των προαναφερόμενων συμπερασμάτων, το Δικαστήριο, προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις όλες που βρίσκονται ενώπιον του, είναι εύλογο και δίκαιο να καταστήσει οριστικό το διάταγμα εκδοθέν στις 27.09.2019. Κρίνεται, ορθό σε αυτό το στάδιο να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 στην οποία διατυπώθηκαν πολύ βοηθητικές και καθοδηγητικές αναφορές και σκέψεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας. Παρατίθεται στη συνέχεια σχετικό απόσπασμα: "Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο οφείλει να υιοθετήσει την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους, και αυτή είναι η επιλογή της διατήρησης σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 27.09.2019 μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής. Αν οι Καθ' ων η Αίτηση δικαιωθούν στο τέλος της Αγωγής δύνανται να προωθήσουν την εκποίηση των τεσσάρων υποθηκευμένων ακινήτων, έστω με καθυστέρηση, χωρίς όμως να προκληθεί σ' αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ αν οι Αιτητές επιτύχουν στην Αγωγή τους χωρίς τη διατήρηση σε ισχύ του προαναφερόμενου διατάγματος διατρέχουν σοβαρότατο κίνδυνο, για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά τη συζήτηση της (γ) προϋπόθεσης, να καταστεί αδύνατη η απονομή πλήρως δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι διαφαίνεται διαχρονικά, μέσα από τη νομολογία (βλέπε υποθέσεις Κυρίσαββα ν. Γεωργίου
(2001)Α.Α.Δ. 1245 και HIGHGATE - ανωτέρω -) πως όταν συντρέχει στοιχείο, έστω εκ πρώτης όψεως, παρανομίας, τα Δικαστήρια το συνυπολογίζουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανακόπτεται η συνέχιση της. Εύλογα συνεπώς το στοιχείο της παρανομίας, που εκ πρώτης όψεως προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου, ως έχει εξηγηθεί, συνυπολογίστηκε σοβαρά στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας στην παρούσα υπόθεση, και το οποίο προσέθεσε στην πλάστιγγα ώστε αυτή να κλίνει υπέρ των Αιτητών. Κλείνοντας την παρούσα απόφαση το Δικαστήριο οφείλει να διατυπώσει και τη θέση του ως προς την εισήγηση που οι Καθ' ων η Αίτηση προώθησαν δικαιωματικά, πως τυχόν διατήρηση σε ισχύ του αιτούμενου διαταγμάτος θα ισοδυναμεί ουσιαστικά με την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και παροχή θεραπείας που οι Αιτητές αξιώνουν με την αγωγή. Το ζήτημα ως εγείρεται προβλημάτισε και το Δικαστήριο, ωστόσο η τελική του κατάληξη είναι πως οι συνθήκες που βρίσκονται ενώπιον του συνιστούν εξαιρετικές περιστάσεις και καθαρή περίπτωση εκ πρώτης όψεως παρανομίας, και είναι φρόνιμο όπως ανακοπεί η συνέχιση των ενεργειών των Καθ' ων η Αίτηση. Άλλωστε δεν αποκλείεται η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (βλέπε υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263). Σε κάθε περίπτωση με τη διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος δεν αποφασίζεται το αντικείμενο της αγωγής αλλά αναστέλλεται η προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού. Εν' όψει όλων όσων έχουν εξηγηθεί πιο πάνω, κρίνεται ότι ουδείς λόγος ένστασης επιτυγχάνει και είναι ορθό και δίκαιο όπως το παρεμπίπτον διάταγμα ημερομηνίας 27.09.2019 διατηρηθεί σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση και ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα της δίκης, στην παρούσα Αίτηση, επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών, οι οποίοι είναι οι επιτυχόντες διάδικοι, και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.