Hellenic Bank Public Company Limited ν. I & S Kritonis Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 5310/2013, 22/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A502 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5310/2013 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Limited Ενάγουσας και
- I & S Kritonis Limited
- Alpha Concrete Public Company Limited
- . Στυλιανού
- . Αντωνίου
- . Ιωάννου
- . Φωτίου Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων 1 και 5 ημ. 29.3.19 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 5 - Αιτητές: κα Μ. Κουλουμά για Αγαθοκλέους - Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Χ. Χατζηγιώρκη για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 5 - Αιτητές ζητούν την τροποποίηση της Υπεράσπισης τους με την προσθήκη δύο παραγράφων. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 5, Διευθυντή της Εναγομένης 1, στην οποία βασικά αναφέρει ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες καθότι αποτελούν καθοριστικούς για την υπεράσπιση τους ισχυρισμούς και αφορούν σε γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Αίτηση έχει καταχωριστεί πριν την έναρξη της ακρόασης της Αγωγής και ότι τυχόν έγκριση της δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα της Ενάγουσας η οποία θα έχει τη δυνατότητα να απαντήσει στους προτεινόμενους ισχυρισμούς. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι:
- Η απόσυρση ανεπιφύλακτα της ίδιας ακριβώς αίτησης ημ. 30.11.18 δημιουργεί δεδικασμένο.
- Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της Αγωγής.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη και υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο χωρίς να προβάλλεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης.
- Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντίθεση με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης προκαλεί αδικία και ή ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα.
- Με την Αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης Υπεράσπισης.
- Η αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει τη γραμμή Υπεράσπισης σε βαθμό σύγκρουσης της με την υπάρχουσα Υπεράσπιση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΠ (εφεξής «ο ΜΠ»), υπαλλήλου της Ενάγουσας. Ο ΜΠ αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και ισχυρίζεται ότι τα νέα δεδομένα περιήλθαν σε γνώση των νέων δικηγόρων των Αιτητών στις 20.4.18 και ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση χωρίς να δίδεται επαρκής εξήγηση. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του ΜΠ ότι δεν υπάρχει ουσιώδης λόγος για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης καθότι οι Αιτητές θα έχουν τη δυνατότητα να αντεξετάσουν τους μάρτυρες της Ενάγουσας επί των νέων δεδομένων στα πλαίσια της ακρόασης της Αγωγής. Τέλος, επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ι. Νομική Πτυχή Η Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και με τέτοιους όρους όπως θεωρεί δίκαιον καθώς επίσης προνοεί πως θα πρέπει να γίνονται όλες οι τροποποιήσεις οι οποίες κρίνονται αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.28 r.1, η γενική αρχή τίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" . An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. ΙΙ. Ιστορικό μέχρι την Καταχώριση της Αίτησης Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση αυτού (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938) και επαναλαμβάνεται εν μέρει από τον ΜΠ, το ιστορικό της διαδικασίας στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης έχει ως εξής: (
- i)Αντικείμενο της απαίτησης είναι συμφωνία ενοικιαγοράς ημ. 19.3.10 η οποία συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 αναφορικά με έξι οχήματα, υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2-6. Η Ενάγουσα επικαλείται παράβαση των όρων της συμφωνίας ενοικιαγοράς με αποτέλεσμα στις 27.11.12 να τερματίσει τη συμφωνία και να καλέσει τους Εναγόμενους να παραδώσουν τα οχήματα και να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα αξιώνει διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 1 για παράδοση των έξι οχημάτων και απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων για το ποσό των €625.668,36 πλέον τόκους και έξοδα. (
- ii)Οι Εναγόμενοι 1 και 5 καταχώρισαν εμφάνιση με δικηγόρο και στις 15.12.14 καταχώρισαν Υπεράσπιση. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 και 5 παραδέχονται την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας αρνούμενοι ότι υπέγραψαν τη συμφωνία με τους όρους όπως αυτοί περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα ουδέποτε τους πληροφόρησε για τον τερματισμό της συμφωνίας ούτε και απαίτησε παράδοση των οχημάτων και αρνούνται το οφειλόμενο υπόλοιπο και ειδικότερα ότι αυτό ανέρχεται στο ποσό των €625.668,36. Επιπλέον οι Εναγόμενοι 1 και 5 ισχυρίζονται ότι οι αξιώσεις είναι αδικαιολόγητες και αβάσιμες καθότι προήλθαν από παράνομες πράξεις ανατοκισμού και υπερχρεώσεων και κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας. Τέλος, ισχυρίζονται ότι λόγω της απραξίας της Ενάγουσας στη λήψη μέτρων προς εξασφάλιση της απαίτησης της, οι Εναγόμενοι 1 και 5 έχουν απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη τους. (iii) Η Ενάγουσα καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 18.12.14 στην οποία αρνείται το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. (
- iv)Κατόπιν αίτησης ορισμού και έκδοσης εκατέρωθεν διαταγμάτων αποκάλυψης, τελικώς η Αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση για τους Εναγόμενους 1 και 5 στις 26.10.15, ενόσω το κλητήριο ανανεώνετο για τους υπόλοιπους λόγω μη επίδοσης. (
- v)Οι Εναγόμενοι 2-4 και 6 καταχώρισαν εμφάνιση με ξεχωριστό δικηγόρο, καταχώρισαν Υπεράσπιση στις 17.12.15 και η Ενάγουσα καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 21.12.15. (
- vi)Κατόπιν αίτησης ορισμού και εκ νέου έκδοσης εκατέρωθεν διαταγμάτων αποκάλυψης, η Αγωγή ορίστηκε αρχικώς για οδηγίες και για πρώτη φορά για ακρόαση για όλους τους Εναγόμενους στις 27.1.17. (vii) Στις 17.5.17 έγινε αλλαγή δικηγόρου της Ενάγουσας. (viii) Στις 29.9.17 η Αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 7.5.18. (
- ix)Εν τω μεταξύ στις 18.1.18 η Αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ανεπιφύλακτα για τους Εναγόμενους 2-4 και 6 και παρέμεινε για τους Εναγόμενους 1 και 5 για ακρόαση στις 7.5.18. (
- x)Στις 2.3.18 έγινε αλλαγή δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 5 και η Αγωγή συνέχισε να ορίζεται για ακρόαση. (
- xi)Στις 30.11.18 οι Εναγόμενοι 1 και 5 καταχώρισαν αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους, στην οποία η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση. (xii) Στις 18.3.19 κατόπιν άδειας των ως άνω Εναγομένων για απόσυρση της αίτησης, η αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα εναντίον τους και υπέρ της Ενάγουσας. (xiii) Ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης η οποία περιέχει ακριβώς το ίδιο αιτητικό με την προγενέστερη αίτηση τροποποίησης. Συγκεκριμένα ζητείται η προσθήκη δύο νέων παραγράφων ως ακολούθως: «8. Οι Ενάγοντες έχουν λάβει διάφορα ποσά από τους υπόλοιπους εγγυητές και/ή από πλειστηριασμούς τα οποία δεν αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης τους. Επίσης οι Ενάγοντες έλαβαν διάφορα ποσά από τους εγγυητές Εναγόμενους 2,3,4 και 6 και ουδέποτε ενημέρωσαν τους Εναγόμενους 1 και 5 για τα ποσά που έλαβαν από τους τελευταίους και τι ποσά έχουν διαγράψει ή εξοφλήσει από τις πληρωμές που έκαναν στα ισχυριζόμενα δάνεια οι Εναγόμενοι 2,3,4 και 6. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι 1 και 5 ισχυρίζονται ότι τα ισχυριζόμενα δάνεια έχουν διευθετηθεί από τους άλλους Εναγόμενους και δεν μπορεί να προωθηθεί η παρούσα αγωγή εναντίον τους. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται για περαιτέρω υπεράσπιση του ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε τον ενημέρωσαν για οποιεσδήποτε συζητήσεις έκαναν με τους άλλους Εναγόμενους και απάλλαξαν τους τελευταίους με αποτέλεσμα να μείνει εκτεθειμένος αυτός λόγω παραλείψεων και/ή αμέλειας των Εναγόντων. 9. Ο Εναγόμενος 5 περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες απόσυραν την αγωγή εναντίων των άλλων Εναγόμενων ως διευθετηθείσα, χωρίς να επιφυλάξουν το δικαίωμα τους εναντίον του και ως εκ τούτου η αγωγή θεωρείται και/ή άλλως πως ότι έχει διευθετηθεί και για τον ίδιο, αφού δεν έχουν πλέον βάση αγωγής εναντίον του. Επιπρόσθετα καλεί τους Ενάγοντες να του παρουσιάσουν στοιχεία και/ή πρακτικά που φαίνονται οι αποφάσεις για απαλλαγή των άλλων εγγυητών και/ή Εναγόμενων και να του εξηγήσουν με ποια κριτήρια τους απάλλαξαν, εν αγνοία του. Ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες με δόλο και/ή αμελώς και/ή κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων τους ενεργήσαν εις βάρος του Εναγόμενου 5. Επίσης ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες απάλλαξαν και/η ακύρωσαν όλες τις εξασφαλίσεις σε συνεννόηση με τους άλλους Εναγόμενους, αφήνοντας τον πλήρως εκτεθειμένο να αποπληρώσει ολόκληρο το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό, χωρίς να του αναφέρουν ποια ποσά έχουν καταβληθεί και/ή σε ποιους λογαριασμούς έχουν καταβληθεί οι πληρωμές και/ή διευθετήσεις των άλλων Εναγόμενων, αφού σε κάθε περίπτωση δεν έχουν κατατεθεί στα ισχυριζόμενα δάνεια και οι Ενάγοντες απαιτούν ολόκληρο το ποσό των δανείων από αυτόν, ενώ έχουν απαλλάξει τους υπόλοιπους Εναγόμενους, χωρίς να δοθούν εξηγήσεις και/ή λεπτομέρειες από τους Ενάγοντες.» ΙΙΙ. Δεδικασμένο Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, το πρώτιστο ζήτημα το οποίο χρήζει ενασχόλησης αφορά τον λόγο ένστασης πως η παρούσα Αίτηση δεν δύναται να ακουστεί λόγω ύπαρξης δεδικασμένου. Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Στο εν λόγω πεδίο εμπίπτουν και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος προηγούμενης αντιδικίας. (β) Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. (γ) Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. (δ) Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Η εν λόγω γενική αρχή έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν δικαιώματα από τους διαδίκους, είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να λάβουν μέρος σ΄ αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684. Στην προκειμένη περίπτωση είναι εμφανές πως και οι δύο αιτήσεις, ήτοι η προηγούμενη αίτηση και η παρούσα, αφορούν στο ίδιο θέμα και αιτητικό και υπάρχει ταυτοσημία διαδίκων. Αναφορικά με το κατά πόσο τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2) (ανωτέρω). Σε αυτή αναφέρθηκε πως αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα το ότι ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και στην υπόθεση K.S.R. Comercio E Industria De Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Νavigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου είναι η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό σε ζήτημα είτε νομικό είτε πραγματικό, ήτοι η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος. Η εφαρμογή του δεδικασμένου και σε ενδιάμεσες αιτήσεις αναγνωρίστηκε και στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 866, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για να καταλήξει ότι η προηγούμενη ακύρωση ενδιαμέσου διατάγματος λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων δεν αποτελούσε αξεπέραστο εμπόδιο για την έκδοση νέου. Η κατάληξη του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους. Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσες αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως έχει ήδη διαφανεί μέσα από την παράθεση του ιστορικού, πράγματι της παρούσας προηγήθηκε παρόμοια αίτηση, ήτοι αίτηση με τα ίδια αιτητικά, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε χωρίς το Δικαστήριο να ασχοληθεί και εξετάσει την ουσία αυτής. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, και από τη στιγμή που στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ουσία αυτής, θεωρώ πως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου και συνεπώς το Δικαστήριο δεν κωλύεται να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση. IV. Εξέταση της Αίτησης Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η αιτούμενη τροποποίηση αφορά σε γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και
- Ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα προέκυψαν από πληροφορίες που έλαβε μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης και ότι κάποια εξ αυτών προέκυψαν από έρευνα των νέων δικηγόρων του στον φάκελο του Δικαστηρίου αφότου έλαβαν και το πρακτικό της απόσυρσης της Αγωγής εναντίον των υπολοίπων Εναγομένων. Ο ΜΠ με τη σειρά του προβάλλει ισχυρισμό πως οι νέοι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 5 πληροφορήθηκαν για την απόσυρση της Αγωγής σε συνάντηση με τους δικηγόρους της Ενάγουσας στις 20.4.18, ισχυρισμός ο οποίος δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τους Εναγόμενους 1 και 5 και επομένως γίνεται δεκτός. Κατ΄ αρχάς ο ισχυρισμός πως η Ενάγουσα απέσυρε την Αγωγή εναντίον των υπολοίπων Εναγομένων ως διευθετηθείσα και χωρίς επιφύλαξη δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων 1 και 5 δεν βρίσκει έρεισμα στο ίδιο το πρακτικό του Δικαστηρίου. Σε αυτό καταγράφεται το αίτημα της Ενάγουσας να αποσύρει την Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2-4 και 6 ανεπιφύλακτα και πως η Αγωγή για τους εν λόγω Εναγόμενους απορρίπτεται ανεπιφύλακτα ενώ παραμένει στις 7.5.18 για τους υπόλοιπους. Αξίζει δε να σημειωθεί πως στο πρακτικό του Δικαστηρίου υπήρχε καταγεγραμμένη ως επιλογή η απόσυρση «ως διευθετηθείσα» πλην όμως ο Δικαστής σημείωσε την αναφορά «ανεπιφύλακτα». Ως εκ τούτου πουθενά δεν αναγράφεται ότι η Αγωγή αποσύρθηκε ως διευθετηθείσα. Ούτε και προκύπτει η απόσυρση χωρίς επιφύλαξη δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων 1 και 5 από τη στιγμή που η Αγωγή είχε για όλους από προηγουμένως οριστεί για ακρόαση (για τις 7.5.18), και στις 18.1.18, όταν αποσύρθηκε η Αγωγή δεν υπήρξε εμφάνιση του δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 5 και το Δικαστήριο δήλωσε ρητώς ότι η Αγωγή παραμένει γι΄ αυτούς στις 7.5.
- Επιπλέον είναι χρήσιμη η παραπομπή στο άρθρο 96 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σύμφωνα με το οποίο «Όταν υπάρχουν συνεγγυητές, απαλλαγή του ενός από τον πιστωτή δεν συνεπάγεται απαλλαγή των υπολοίπων, ούτε ελευθερώνει αυτόν που απαλλάχτηκε από την ευθύνη του έναντι των υπόλοιπων εγγυητών.» Από τη στιγμή που η προτεινόμενη τροποποίηση δεν συνάδει με τα δεδομένα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, τότε θεωρώ ότι δεν δύναται να επιτραπεί καθότι κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Αντιθέτως, θα οδηγούσε σε προβολή και προώθηση ισχυρισμού ο οποίος δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο υπόβαθρο και κατά συνέπεια σε περιπλοκή της διαδικασίας και σπατάλη χρόνου και εξόδων. Στην πραγματικότητα οι Αιτητές επιθυμούν να διευρύνουν την Υπεράσπιση τους προσθέτοντας νέα βάση, πράγμα το οποίο γενικά δεν απαγορεύεται (βλ. Παφίτης & Υίοι Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745), πλην όμως στην παρούσα περίπτωση δεν συνιστά αναγνωρισμένη στον Νόμο ή στη νομολογία βάση. Θα ήταν μάταιο και άσκοπο να επιτραπεί η παρέλκυση της διαδικασίας σε τέτοια πορεία. Και στις δύο προτεινόμενες παραγράφους περιλαμβάνεται ισχυρισμός για την πληρωμή ποσών είτε από τους υπόλοιπους εγγυητές (Εναγόμενους 2-4 και 6) είτε από πλειστηριασμούς, για τα οποία οι Εναγόμενοι 1 και 5 ουδέποτε ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα ως προς τα ποια ποσά των ισχυριζόμενων δανείων έχουν διαγραφεί ή εξοφληθεί από τις εν λόγω πληρωμές. Πέραν του ότι το αντικείμενο της Αγωγής είναι αποκλειστικά και μόνο μια συμφωνία ενοικιαγοράς (και όχι δάνεια και λογαριασμοί), την οποία μάλιστα οι Εναγόμενοι 1 και 5 παραδέχονται ότι υπέγραψαν, θεωρώ ότι από τη στιγμή που το ύψος της οφειλής αμφισβητείται στην Υπεράσπιση τους, αυτό αποτελεί ούτως ή άλλως επίδικο θέμα στα πλαίσια της Αγωγής. Ειδικότερα, στην παρ. 5 της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι 1 και 5 αρνούνται την οφειλή και «. συγκεκριμένα ότι το υπόλοιπο της συμφωνίας ενοικιαγοράς κατά την ημερομηνία τερματισμού ανέρχεται στο ποσό των €625.668,36 .». Με άλλα λόγια, η Ενάγουσα φέρει το βάρος απόδειξης του οφειλόμενου ποσού αλλά και οι Εναγόμενοι 1 και 5 διατηρούν κάθε δικαίωμα να αντεξετάσουν επί αυτού, συμπεριλαμβανομένου και του κατά πόσο έγιναν οποιεσδήποτε πληρωμές ή εισπράξεις ποσών έναντι της οφειλής, καθώς επίσης και πότε και από ποιους έγιναν, ούτως ώστε να καταδείξουν είτε ότι οφείλεται μικρότερο ποσό είτε ακόμα και πλήρη εξόφληση, αν αυτή είναι η θέση τους. Επίσης, στα πλαίσια της μαρτυρίας εκ μέρους της Ενάγουσας ως προς το οφειλόμενο ποσό και τις τυχόν πληρωμές, οι Εναγόμενοι 1 και 5 δύνανται να ασχοληθούν και με το κατά πόσο οι ίδιοι ενημερώθηκαν για τις οποιοσδήποτε πληρωμές. Μάλιστα, σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία ότι έχουν καταβληθεί ποσά έναντι του οφειλόμενου χρέους, η απαίτηση θα περιοριστεί ανάλογα ενώ σε περίπτωση που διαφανεί ότι ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό έχει ήδη καταβληθεί από άλλα πρόσωπα ή με άλλο τρόπο, τότε σαφώς και η απαίτηση δεν θα μπορεί να αποδειχθεί και θα απορριφθεί. Ως εκ τούτου καθίσταται περιττή και αχρείαστη η συμπερίληψη ισχυρισμού πως τυχόν διευθέτηση του οφειλόμενου ποσού από τους υπόλοιπους Εναγόμενους στερεί την Ενάγουσα του δικαιώματος της να προωθεί την Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 5. Επομένως, οι συναφείς ισχυρισμοί στις προτεινόμενες παραγράφους περί πληρωμής ποσών και περί μη ενημέρωσης των Εναγομένων 1 και 5 γι΄ αυτές καθίστανται παντελώς αχρείαστοι και μη αναγκαίοι εφόσον αυτά τα ζητήματα μπορούν να εγερθούν στη βάση των υφιστάμενων δικογράφων χωρίς την ανάγκη συμπερίληψης τους με τροποποίηση. Επαναλαμβάνεται πως από τη στιγμή που το οφειλόμενο ποσό αποτελεί αντικείμενο άρνησης στην Υπεράσπιση, τότε η μαρτυρία γύρω από αυτό το ζήτημα μπορεί να επεκταθεί στα πιο πάνω πλαίσια. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 629: «The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durham, 21 Q. B. D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q. B. P. 774; Bevan v. Barnett, 13 T. L. R. 310).» Τέλος, ο προτεινόμενος ισχυρισμός πως η απαλλαγή των εγγυητών έγινε συνεπεία δόλου, αμελώς και ή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων της Ενάγουσας και πάλι δεν δύναται να επιτραπεί να συμπεριληφθεί στο δικόγραφο των Εναγομένων 1 και 5 καθότι τέτοια ζητήματα θα πρέπει να δικογραφούνται παραθέτοντας λεπτομέρειες σύμφωνα με τη Δ.19 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θεωρώ πως η μη ορθή προτεινόμενη δικογράφηση των εν λόγω ισχυρισμών δεν καθιστά επιτρεπτή την έγκριση συμπερίληψης τους στο δικόγραφο εφόσον τέτοιος ισχυρισμός εκ προοιμίου δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν και εξεταστεί. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως μέρος των προτεινόμενων ισχυρισμών δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, ενώ κάποιοι εξ αυτών δύνανται να προβληθούν από τους Εναγόμενους 1 και 5 κατά τη δίκη χωρίς να συμπεριλαμβάνονται στην Υπεράσπιση τους. Τέλος, κάποιοι ισχυρισμοί δεν είναι ορθώς δικογραφημένοι και επομένως δεν μπορούν να περιέχονται στην Υπεράσπιση. Θεωρώ πως η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό αλλά αντιθέτως θα προκαλέσει δυσχέρεια στη διαδικασία και πρόκληση αχρείαστης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και εξόδων. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έγκριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης και εναντίον των Εναγομένων 1 και 5 - Αιτητών αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο