Vianova Holdings Ltd ν. Brassolis Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3568/2010, 10/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A486 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3568/2010 Μεταξύ: Vianova Holdings Ltd Εναγόντων v. 1. Brassolis Holdings Ltd 2. Bloczek Ltd 3. Immoeast Projekt Despina Holding GMBH 4. Polus Investments Ltd 5. Mogul Consulting Co. Ltd 6. . Γεωργιάδη 7. . Χαραλάμπους Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 9.9.19 για συμπληρωματική αποκάλυψη Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Αντωνίου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και κ. Χ. Πογιατζής για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 4-7 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Δ. Αραούζος και κα Α. Μαλαχτού για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τους Εναγόμενους 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: Δρ Π. Ν. Κούρτελλος και κα Σ. Χρίστου για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν άδεια και ή διάταγμα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Τόσο οι Εναγόμενοι 1 και 4-7 όσο και οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Οι λόγοι των δύο ενστάσεων εστιάζονται στα ακόλουθα: (
- i)Ύπαρξη δεδικασμένου και κωλύματος (
- ii)Υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση (iii) Κατάχρηση της διαδικασίας (
- iv)Κακοπιστία Επιπλέον οι Εναγόμενοι 1 και 4-7 επικαλούνται την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης λόγω του ότι στις 26.3.18 απεβίωσε ο βασικός μάρτυρας τους με αποτέλεσμα την αδυναμία προσκόμισης ουσιαστικής μαρτυρίας την οποία μέχρι πρότινος είχαν στη διάθεση τους. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση προφορικών και γραπτών αγορεύσεων. Στα πλαίσια των αγορεύσεων και οι δύο δικηγόροι των Καθ΄ ων δήλωσαν πως δεν υπάρχει ένσταση αναφορικά με τα έγγραφα υπ΄ αρ. 1 και 3. Ι. Ιστορικό Διαδικασίας Στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, στις 25.7.19 το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε δύο αποφάσεις σε δύο ξεχωριστές αιτήσεις των Καθ΄ ων στην παρούσα για παραμερισμό της ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης εκ μέρους των Εναγόντων ημ. 20.5.19. Η ένορκη δήλωση αφορούσε την αποκάλυψη έντεκα συνολικά εγγράφων, για τα τρία εκ των οποίων επιτράπηκε η αποκάλυψη ενώ για τα υπόλοιπα οκτώ παραμερίστηκε με βάση τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Τα επτά εκ των μη αποκαλυφθέντων έγγραφα αποτελούν και το αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης. Σημειώνεται ότι το όγδοο έγγραφο που αφορούσε Έκθεση Εκτίμησης ημ. 16.4.19 αντικαταστάθηκε στην παρούσα Αίτηση με αντίστοιχη Έκθεση ημ. 2.9.19. Τα προτεινόμενα προς αποκάλυψη έγγραφα περιγράφονται στον συνημμένο στην Αίτηση Πίνακα Α και είναι τα ακόλουθα: 1. Ηλεκτρονική έρευνα στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη για την Ενάγουσα εταιρεία ημερομηνίας 25/09/2018. 2. Επιστολή ημερομηνίας 06/05/2019 με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού από Bank Gutmann AG για έμβασμα ημερομηνίας 06/05/2008. 3. Έρευνα για την εταιρεία S.C. TRIPONT S.R.L. και μετάφρασή της στα Αγγλικά. 4. Δέσμη εγγράφων που αποτελείται από δημοσιευμένα άρθρα στον τύπο και/ή σε ιστοσελίδες και μετάφραση τους. 5. Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 16/09/2008 από την Ενάγουσα εταιρεία προς την Εναγόμενη 3. 6. Αντίγραφο Έκθεσης της εταιρείας Cushman & Wakefield Echinox για τις παραδόσεις κατασκευαστικών έργων στη Ρουμανία για την περίοδο 2007 - 2012. 7. Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 13/05/2010 από τον SD προς την Εναγόμενη 3. 8. Έκθεση Εκτίμησης της Baker Tilly Klitou & Partners Ltd ημερομηνίας 02/09/2019. Υπενθυμίζεται ότι η εξέταση της Αίτησης περιορίζεται στα έξι εξ αυτών έγγραφα, ενόψει της μη ένστασης για τα έγγραφα υπ΄ αρ. 1 και 3. Το ιστορικό της διαδικασίας μέχρι και την έκδοση των αποφάσεων ημ. 25.7.19 εκτίθεται αναλυτικά στις εν λόγω αποφάσεις και υιοθετείται πλήρως και για σκοπούς της παρούσας απόφασης από το Δικαστήριο, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η εκ νέου παράθεση αυτού. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την έκδοση των αποφάσεων, το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για ακρόαση στις 14-18 Οκτωβρίου και μεσολάβησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. ΙΙ. Νομική Πτυχή Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία επίσης αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης στις προγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου ημ. 25.7.19. Παρόλο που οι εν λόγω αποφάσεις αφορούσαν αιτήσεις για παραμερισμό ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης, εντούτοις, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της περαιτέρω αποκάλυψης είναι οι ίδιες είτε πρόκειται για εξέταση αίτησης για παραμερισμό ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης είτε αίτησης για συμπληρωματική αποκάλυψη, ως η υπό κρίση διαδικασία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο και πάλι υιοθετεί πλήρως τη νομική πτυχή και ανάλυση, με παραπομπή στη σχετική νομολογία, η οποία περιέχεται στις εν λόγω αποφάσεις, καθιστώντας αχρείαστη την επανάληψη τους στα πλαίσια της παρούσας. ΙΙΙ. Δεδικασμένο Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση αφορά στον λόγο ένστασης περί της εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου λόγω της έκδοσης των προηγούμενων αποφάσεων ημ. 25.7.19. Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Στο εν λόγω πεδίο εμπίπτουν και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος προηγούμενης αντιδικίας. (β) Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. (γ) Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. (δ) Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Η εν λόγω γενική αρχή έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν δικαιώματα από τους διαδίκους, είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να λάβουν μέρος σ΄ αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684. Με βάση το ιστορικό της διαδικασίας, υπάρχει ταύτιση των διαδίκων ανάμεσα στην υπό κρίση Αίτηση και στις προγενέστερες αιτήσεις για παραμερισμό της ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης, εφόσον εκείνες οι αιτήσεις αφορούσαν ακριβώς τους ίδιους διαδίκους. Υπάρχει επίσης ταύτιση επίδικου θέματος, ήτοι η περαιτέρω ένορκη αποκάλυψη εκ μέρους των Αιτητών και μάλιστα για τα ίδια ακριβώς έγγραφα, εξαιρουμένης της Έκθεσης ημ. 2.9.19 για την οποία θα γίνει ξεχωριστή ενασχόληση κατωτέρω. Επιπλέον, το Δικαστήριο αποφάσισε επί του ιδίου θέματος και συγκεκριμένα ότι η περαιτέρω αποκάλυψη των πέντε υπό κρίση εγγράφων δεν ήταν επιτρεπτή εκδίδοντας ανάλογο διάταγμα παραμερισμού. Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι οι αποφάσεις ημ. 25.7.19 είναι ενδιάμεσες και επομένως δεν δημιουργούν δεδικασμένο. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγομένων 2 και 3, ήτοι πως το Δικαστήριο έχει μορφώσει και εκφράσει γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί πραγματικών γεγονότων με νομική συνέπεια για τα επίδικα ζητήματα κατά τρόπο που καθορίζει αρνητικά την υπό κρίση Αίτηση. Επί του θέματος χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C. 239, με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R.897, στην οποία αφού αναφέρονται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου, όπως εκτίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο ερμηνεύει την έννοια της τελικής απόφασης (final judgment) ως εξής: «Finality for this purpose means that the decision: (
- a)is one which does not ex facie, as in the case of an order for an account or enquiry, leave something to be judicially determined or ascertained before the decision can become effective or enforceable; and (
- b)is not subject to subsequent discharge, rescission, modification or any other form of revision by the Court or tribunal making the decision. . No finding or decision would occasion an estoppel unless it were final, but it may be said that no finding or decision on an interlocutory application, apart from the actual relief granted (which may or may not be of a final nature), is final in the relevant sense unless in consequence of the doctrine of res judicata it is a bar to further litigation of that issue. Possibly the solution of this apparent dilemma may depend on whether the issue was explicitly raised in the earlier proceedings and the parties ought to be treated as having then put forward all the facts and arguments which they then considered to be relevant to its resolution, so that the issue was fully considered on its merits in a judicial manner.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Level Tachexcaus Ltd. (Αρ. 2) (ανωτέρω), αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει, ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης, δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και στην υπόθεση K.S.R. Comercio E Industria De Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Νavigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου είναι η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό, ήτοι η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «Μία από τις πλέον αυθεντικές διατυπώσεις του κανόνα έγινε από το Sir James Wigram, V-C, στην Henderson ν. Henderson [1843] 3 Hare 100 στις σελ. 114-115: "In trying this question I believe I state the rule of the court correctly when I say that, where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time." Βλέπε επίσης Fidelitas Shipping Co., Ltd. v. V/O Exportchleb [1965] 2 All E.R. 4. Είναι, εντούτοις, απαραίτητη προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται και στην παραπάνω απόφαση, η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό. Η ενασχόληση του δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος είναι η βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata. Βλέπε Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 16 παράγραφος 1529. Ο όρος "δικαστική διαδικασία" περιλαμβάνει και αίτηση στην οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα διαταγή: Peareth v. Marriott [1882] 22 Ch.D. 182, 191 και Badar Bee ν. Habib Merican Noordin [1909] A.C. 615, P.C.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η εφαρμογή του δεδικασμένου και σε ενδιάμεσες αιτήσεις αναγνωρίστηκε και στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 866, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για να καταλήξει ότι η προηγούμενη ακύρωση ενδιαμέσου διατάγματος λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων δεν αποτελούσε αξεπέραστο εμπόδιο για την έκδοση νέου. Η κατάληξη του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους. Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Buttes Gas and Oil Co v. Hammer (No.3) [1982] A.C. 888.»» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου v. Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566 είναι επίσης διαφωτιστικό: «Ένα από τα συστατικά στοιχεία του δεδικασμένου είναι: Κατά πόσο η προηγούμενη δικαστική απόφαση ήταν ή συνεπαγόταν κρίση επί θέματος το οποίο είναι το ίδιο με το θέμα που επιδιώκεται να αμφισβητηθεί στη διαδικασία που εγείρεται το κώλυμα (Βλ. Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata, σελ. 19*). Αν ένα επίδικο θέμα έχει ευκρινώς εγερθεί και αποφασισθεί σε μια αγωγή, στην οποία αντιπροσωπεύονται τα μέρη είναι άδικο και παράλογο να επιτραπεί εκ νέου η εκδίκαση του ίδιου επίδικου θέματος μεταξύ των ιδίων μερών ή των διαδόχων τους (New Brunswick Rail Co. v. British and French Trust Corporation Ltd [1939] A.C. 1, 19, 20).» Στην παρούσα περίπτωση η εξέταση των προηγούμενων σχετικών αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου καταδεικνύει τα εξής:
(1)Το Δικαστήριο εξέτασε τους λόγους τους οποίους οι Ενάγοντες προέβαλαν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τους οποίους έκρινε ως ελλιπείς, αβάσιμους και ή μη ικανοποιητικούς.
(2)Στα πλαίσια εξέτασης των προβληθέντων λόγων το Δικαστήριο αποφάσισε επίσης πως η συμπληρωματική αποκάλυψη είχε γίνει με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
(3)Επίσης το Δικαστήριο αποφάσισε πως οι Ενάγοντες δεν είχαν καταφέρει να καταδείξουν τη σχετικότητα κάποιων εκ των εκεί υπό εξέταση εγγράφων. Από το περιεχόμενο των ίδιων των αποφάσεων, αλλά και από μια ανάγνωση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, διαφαίνεται χωρίς δυσκολία ότι σε εκείνη οι Ενάγοντες προέβαλαν τους λόγους για τους οποίους θεωρούσαν αναγκαία την περαιτέρω αποκάλυψη. Οι λόγοι αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο και απόφασης του. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την ουσία των αιτήσεων παραμερισμού, καθότι υπήρχαν ισχυρισμοί στην ίδια την ένορκη δήλωση για περαιτέρω αποκάλυψη, και δεν πρόκειται για την περίπτωση όπου οι Ενάγοντες δεν είχαν αναφέρει οτιδήποτε και το Δικαστήριο απλώς κατέληξε ότι δεν υπήρχε το αναγκαίο υπόβαθρο για να προβεί σε οποιεσδήποτε διαπιστώσεις. Σαφώς, αυτό το στοιχείο εντάσσει τις προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου ως τελικές επί του θέματος αυτού υπό την έννοια του ότι συνιστούν την τελική κρίση του Δικαστηρίου και είναι καθοριστικές του επίδικου θέματος, ήτοι του κατά πόσο δικαιολογείται η συμπληρωματική αποκάλυψη των υπό κρίση εγγράφων που ήταν η ουσία του όλου ζητήματος. Η θέση των Αιτητών ότι το Δικαστήριο δεν διαμόρφωσε τελική κρίση επί του θέματος καθότι δεν αποφάσισε επί της σχετικότητας δεν βρίσκει έρεισμα στις ίδιες τις αποφάσεις. Οι Αιτητές επικαλέστηκαν επίσης την αναφορά στο τέλος των αποφάσεων πως «Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναπόφευκτα οδηγούν την Αίτηση σε επιτυχία αναφορικά με τα πλείστα έγγραφα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης ή τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν την παρούσα», πλην όμως αυτή ουδόλως συνεπάγεται παράλειψη εξέτασης των αιτήσεων επί της ουσίας τους, αλλά αντιθέτως πως η εξέταση της ουσίας και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ήταν καθοριστικές για την πορεία των αιτήσεων, χωρίς την ανάγκη να εξεταστούν και οποιαδήποτε άλλα εγειρόμενα ζητήματα. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι εντελώς διαφορετική από την οποιαδήποτε παράλειψη, άρνηση ή αδυναμία εξέτασης της ουσίας των αιτήσεων. Επιβεβαίωση των ανωτέρω αποτελεί επίσης και η ένορκη δήλωση της κας ΥΛ (εφεξής «η ΥΛ»), η οποία συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, στην οποία δηλώνει ευθαρσώς πως «Στη βάση της πιο πάνω απόφασης ημερομηνίας 25/7/2029, η οποία έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι ως ενδιάμεση απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο, ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη τα σχόλια του σεβαστού Δικαστηρίου σε σχέση με τους λόγους που διέταξε τη διαγραφή και/ή παραμερισμό των συγκεκριμένων εγγράφων που περιλαμβάνονταν στην Ε/Δ Περαιτέρω Αποκάλυψης. Η παρούσα Αίτηση έγινε με καλή πίστη, σύμφωνα με την απόφαση . ημ. 25/07/2019 .» Αυτή η πρόταση υποδηλοί την προσπάθεια των Αιτητών να προβάλουν τέτοιους λόγους οι οποίοι θα θεωρούνταν ως ικανοποιητικοί για το Δικαστήριο προς έγκριση της περαιτέρω αποκάλυψης με βάση και στηριζόμενοι στα όσα λέχθηκαν και αποφασίστηκαν από το Δικαστήριο στις προηγούμενες του αποφάσεις. Εξ ου και μια ανάγνωση της πρώτης ένορκης δήλωσης και της ένορκης δήλωσης της ΥΛ καταδεικνύει ότι η δεύτερη ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη της πρώτης με προσθήκη και ενίσχυση περαιτέρω ισχυρισμών για να καταδειχθούν αφενός οι λόγοι για τους οποίους προέκυψε τώρα η ανάγκη αποκάλυψης και αφετέρου η σχετικότητα των εν λόγω εγγράφων. Σημειώνεται ακόμα πως η Αίτηση βασίζεται και στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις ενστάσεις των Αιτητών στα πλαίσια των αιτήσεων παραμερισμού, στις οποίες και πάλι οι Αιτητές εισήγαγαν επιπρόσθετους ισχυρισμούς ως προς τις συνθήκες διαπίστωσης της ανάγκης για αποκάλυψη και της σχετικότητας των προτεινόμενων εγγράφων (για τις οποίες γίνεται αναφορά στις προηγούμενες αποφάσεις ημ. 25.7.19). Βασικά όντως πρόκειται για προσπάθεια συμπλήρωσης και κάλυψης των όποιων αδυναμιών και κενών παρατηρήθηκαν στην πρώτη ένορκη δήλωση συμπληρωματικής αποκάλυψης και συνακόλουθα για την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας αιτιολόγησης της περαιτέρω αποκάλυψης των ίδιων εγγράφων, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό και παραβιάζει την αρχή του δεδικασμένου. Για περισσότερη σαφήνεια, για τα έγγραφα υπ΄ αρ. 5-7 (προγενέστερα 8-10), το Δικαστήριο στις προηγούμενες αποφάσεις του ανέφερε ότι αυτά «. βρίσκονταν εξαρχής στην κατοχή των Εναγόντων. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης περαιτέρω αποκάλυψης, στην οποία ο ΣΓ προβάλλει ως μοναδικό λόγο για την αποκάλυψη αυτών σε εκείνο το χρονικό στάδιο την εκ παραδρομής μη συμπερίληψη τους στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης» ενώ στα πλαίσια της παρούσας οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εκ παραδρομής και από αβλεψία δεν είχαν αποκαλυφθεί επειδή ο κ. ΑP (εφεξής «ο ΑΡ»), ο οποίος ήταν και ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων κατά την προηγούμενη ακροαματική διαδικασία, τα εντόπισε μόνο κατά τον Απρίλιο του 2019 στα πλαίσια ετοιμασίας για την τότε προγραμματισμένη ακρόαση της Αγωγής. Για το έγγραφο υπ΄ αρ. 4 (προγενέστερο επίσης 4), στις προηγούμενες αποφάσεις το Δικαστήριο ανέφερε ότι δίδεται μόνο εξήγηση για την ημερομηνία παραλαβής της μετάφρασης και καμία για τα ίδια τα δημοσιεύματα, ήτοι πότε εντοπίστηκαν και πότε δόθηκαν οδηγίες για τη μετάφραση τους, ενώ στην παρούσα αναφέρεται ότι αυτά εντοπίστηκαν και πάλι τον Απρίλιο του 2019 και δόθηκαν για μετάφραση. Αναφορικά με το έγγραφο υπ΄ αρ. 2 (προγενέστερο επίσης 2), στις αποφάσεις του το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε η ανάγκη εξασφάλισης του σε αυτό το στάδιο, πέραν της γενικής αναφοράς στην ένορκη δήλωση για παράλειψη συμπερίληψης των εγγράφων στις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης, ενώ τώρα δηλώνεται ότι το ζήτημα προέκυψε κατά τον Απρίλιο του 2019 όταν και ζητήθηκε από τον ΑP να εξασφαλίσει σχετικό έγγραφο. Επίσης το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπό αυτές τις περιστάσεις, παρατηρείτο υπέρμετρη καθυστέρηση στην αποκάλυψη των συγκεκριμένων εγγράφων, κατάληξη την οποία οι Αιτητές επιχειρούν να ανατρέψουν προβάλλοντας νέα επιχειρήματα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι πράγματι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το δεδικασμένο υπό την έννοια ότι έχει ήδη κριθεί το θέμα για τα έγγραφα υπ΄ αρ. 2 και 4-7, ούτως ώστε οι Αιτητές να κωλύονται να εγείρουν και επαναφέρουν το ίδιο ζήτημα. ΙV. Νομική Ανάλυση Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι δεν ισχύει το δεδικασμένο, θεωρώ ότι και πάλι η αποκάλυψη των υπό κρίση πέντε εγγράφων δεν θα ήταν αποδεκτή, λόγω του ότι προβάλλονται διαζευκτικοί και κάπως αντιφατικοί ισχυρισμοί ως προς τους λόγους και τις συνθήκες εντοπισμού τους. Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός στη συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη πως εκ παραδρομής δεν αποκαλύφθηκαν έγγραφα τα οποία φέρουν χρονολογία πριν την καταχώριση των δύο ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης των Αιτητών και πριν την έναρξη της ακρόασης της Αγωγής και τα οποία δόθηκαν στους δικηγόρους από τον ΑP τον Απρίλιο του 2019 υποδηλοί πως αυτά βρίσκονταν στην κατοχή τους, όπως άλλωστε ανάλογη ήταν και η διαπίστωση του Δικαστηρίου στις προηγούμενες του αποφάσεις ημ. 25.7.
- Στα πλαίσια της παρούσας οι Αιτητές επικαλούνται παράλειψη εντοπισμού αυτών των εγγράφων, παρουσιάζοντας έτσι κάποια διαφοροποιημένη θέση από την αρχική, αφού στην πρώτη περίπτωση παρουσιάζονται να τα είχαν υπόψιν και κατά λάθος να μην τα αποκάλυψαν ενώ στη δεύτερη πως δεν τα είχαν καν εντοπίσει και γι΄ αυτό δεν τα αποκάλυψαν. Αναφορικά με το τελευταίο έγγραφο, την Έκθεση ημ. 2.9.19, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ΥΛ, η ετοιμασία της προέκυψε υπό τις ακόλουθες συνθήκες. Λόγω αλλαγής των δικηγόρων των Εναγόντων στις 7.5.18 και 13.6.18, και μη κατάλληλης ενημέρωσης των νέων δικηγόρων από τους προηγούμενους για το τι είχε αποφασιστεί για το συγκεκριμένο ζήτημα, και ενώ ο ΑP ήταν με την εντύπωση ότι η ετοιμασία της έκθεσης προωθείτο, τελικώς τον Απρίλιο του 2019 κατά τη συνάντηση του ΑP με τους νέους δικηγόρους του για την ετοιμασία της ακρόασης, διαπιστώθηκε η ανάγκη ετοιμασίας αυτής. Η ΥΛ αναφέρει περαιτέρω ότι η εν λόγω Έκθεση είναι αναγκαία «. έτσι ώστε η Αιτήτρια να αποδείξει επαρκώς την απαίτησή της εναντίον των Καθ΄ ων .» και συγκεκριμένα να αποδείξει τη ζημιά που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη εξαιτίας της πώλησης του έργου για €1 και των επίδικων συναλλαγών οι οποίες δεν ήταν δικαιολογημένες, παραπέμποντας στις παρ. 44-51 και 52(i)-(iii) και 53 της έκθεσης απαίτησης. Ισχυρίζεται δε πως αυτή η μαρτυρία είναι ουσιώδης προς υποστήριξη της απαίτησης. Είναι ορθή η κοινή διαπίστωση των δικηγόρων των Καθ΄ ων ότι η τιμή πώλησης του έργου, ήτοι ενός υπό κατασκευή εμπορικού και ψυχαγωγικού κέντρου στη Ρουμανία, που ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Tripont μέσω της πώλησης του 85% των μετοχών της Tripont από τους Εναγόμενους 1 προς τους Εναγόμενους 2 έναντι €1, αποτελεί βασικό επίδικο θέμα στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, πρόκειται για παράγωγη Αγωγή από τους Ενάγοντες, ως μετόχους μειοψηφίας, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η εν λόγω πώληση έγινε συνεπεία συνωμοσίας και σύμπραξης των Εναγομένων 2-7 με απώτερο σκοπό την πρόκληση ζημιάς στους Εναγόμενους 1 και την αποκόμιση οφέλους στους Εναγόμενους 2-
- Ως εκ τούτου, το θέμα της εκτίμησης της αξίας των μετοχών της εταιρείας Tripont ήταν εξαρχής κύριο επίδικο ζήτημα το οποίο μάλιστα αποτέλεσε βάση μέρους της Αγωγής και των αξιώσεων των Εναγόντων. Επισημαίνεται πως και οι ίδιοι οι Αιτητές προβαίνουν στην ίδια διαπίστωση, μέσω της ΥΛ η οποία αναφέρει ότι «η πώληση του Έργου για €1 αποτελεί στην ουσία το κυριότερο παράπονο της Αιτήτριας αλλά και επίδικο θέμα της υπόθεσης». Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ο ισχυρισμός για μόλις πρόσφατη διαπίστωση περί της αναγκαιότητας ετοιμασίας έκθεσης εκτίμησης της εταιρείας, δεν ευσταθεί ούτε και κρίνεται βάσιμος. Η αξία της εταιρείας και συνακόλουθα η πώληση του 85% αυτής έναντι του ποσού του €1 ήταν ο βασικός πυρήνας για τη δημιουργία της επίδικης διαφοράς και αυτός που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Όπως ορθώς επισήμανε ο δικηγόρος των Καθ΄ ων 1 και 4-7, τέτοια έκθεση φέρεται να είχε ετοιμαστεί από άλλο οίκο, TaxMaster, ημ. 21.2.12 «. αναφορικά με την αξία της εταιρείας Tripont .», εξ ου και περιλήφθηκε στην αρχική ένορκη αποκάλυψη των Εναγόντων ημ. 9.1.
- Μάλιστα, ανεξαρτήτως της επανεκδίκασης της Αγωγής, η εν λόγω έκθεση αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης του ΑP ο οποίος δεν ήταν σε θέση να την αναγνωρίσει. Αυτό το στοιχείο δείχνει αφ΄ εαυτού πως η αξία της εταιρείας ήταν θέμα για το οποίο εξαρχής κρίθηκε αναγκαία η ετοιμασία και αποκάλυψη έκθεσης αποτίμησης της εταιρείας και δεν είναι κάτι το οποίο προέκυψε κατ΄ ελάχιστον επτά έτη αργότερα, ήτοι το
- Η μεταγενέστερη αλλαγή δικηγόρου ή η όποια ασυνεννοησία μεταξύ των δικηγόρων και ή του ΑP με τους δικηγόρους του, δεν αποτελεί δικαιολογία για την όποια παράλειψη ετοιμασίας άλλης έκθεσης ενωρίτερα. Εν πάση περιπτώσει οι προβαλλόμενες συνθήκες διαπίστωσης περί της ανάγκης ετοιμασίας τέτοιας έκθεσης καταδεικνύουν μιαν υπέρμετρη και εντελώς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ειδικότερα αν ληφθεί υπόψιν η διάρκεια της μαρτυρίας του ΑP και ο χρόνος που παρήλθε από το τέλος της μαρτυρίας του μέχρι και το στάδιο παρουσίασης τέτοιας έκθεσης. Σημειώνεται πως και στις προηγούμενες αποφάσεις του το Δικαστήριο επεσήμανε πως τέτοια «εκτίμηση . θα μπορούσε να είχε ζητηθεί ενωρίτερα». Ούτε και ο ισχυρισμός της ΥΛ πως η πρόθεση παρουσίασης έκθεσης εκτίμησης ήταν εν γνώσει των Καθ΄ ων από τις 20.5.19, όταν εκ λάθους την περιέλαβαν στην ένορκη δήλωση περαιτέρω αποκάλυψης ενώ τέτοια έκθεση δεν ήταν ακόμα έτοιμη, διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Ταυτόχρονα θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και ο παράγων καθυστέρησης στην εκδίκαση της Αγωγής και των δικαιωμάτων των Εναγομένων για διάγνωση των όποιων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους εντός εύλογου χρόνου, ειδικότερα εφόσον υπάρχει και σε ισχύ προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναπόφευκτα καθορίζουν την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης ή τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν την παρούσα. V. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αίτηση επιτυγχάνει μόνο αναφορικά με τα έγγραφα υπ΄ αρ. 1 και 3 ενώ αποτυγχάνει και απορρίπτεται αναφορικά με τα υπόλοιπα έγγραφα υπ΄ αρ. 2 και 4-
- Ως εκ τούτου δίδεται άδεια για παράταση του χρόνου ισχύος του διατάγματος του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων ημ. 10.12.13 για δέκα μέρες από σήμερα. Επίσης δίδεται άδεια και εκδίδεται διάταγμα όπως εντός δέκα ημερών από σήμερα οι Ενάγοντες προβούν σε συμπληρωματική αποκάλυψη και καταχωρίσουν ένορκη δήλωση περαιτέρω αποκάλυψης αναφορικά με τα έγγραφα υπ΄ αρ. 1 και 3 ανωτέρω. Ενόψει της μη ύπαρξης ένστασης αναφορικά με τα δύο πιο πάνω έγγραφα κατά το στάδιο των αγορεύσεων, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 4-7 και των Εναγομένων 2 και 3 - Καθ΄ ων και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών στα 2/3 του συνολικού ποσού των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο