← Κύπρος

C.C.M. Live Seafood Import Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Company Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 664/2012, 23/10/2019

C.C.M. Live Seafood Import Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Company Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 664/2012, 23/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A503 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 664/2012 Μεταξύ: 1. C.C.M. Live Seafood Import Ltd 2. . Δρουσιώτη 3. . Δρουσιώτη Εναγόντων v. Marfin Popular Bank Public Company Limited Eναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 23.4.15 Μεταξύ: 1. C.C.M. Live Seafood Import Ltd 2. . Δρουσιώτη 3. . Δρουσιώτη Εναγόντων v. 1. Marfin Popular Bank Public Company Limited 2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Eναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημ. 24.7.19 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Δημητρίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία (α) να απαγορεύεται στην Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης και ή πλειστηριασμού και ή (β) να ακυρώνεται και ή αναστέλλεται η διαδικασία πλειστηριασμού των ακόλουθων ακινήτων: (
  2. i)Του Ενάγοντος 2 με αρ. εγγραφής ./001 το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη Υ./99 (
  3. ii)Του Ενάγοντος 2 με αρ. εγγραφής ./540 και ./541 τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη Υ./04 (iii) Των Εναγόντων 2 και 3 με αρ. εγγραφής ./538 και ./539 τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη Υ./03 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2, συζύγου της Ενάγουσας 3 και διευθυντή της Ενάγουσας 1. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό από την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ των μερών μέχρι και την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης με την αποστολή ειδοποιήσεων ΙA. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του ότι οι Ενάγοντες στηρίζονταν πλήρως στην Εναγομένη 1 για τον τρόπο παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα 1, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εικονικές συμβάσεις ενοικιαγοράς. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 2, σε κάποιο στάδιο η Εναγομένη 1 επέδειξε κωλυσιεργία στην εξέταση αιτήματος της Ενάγουσας 1 για περαιτέρω χρηματοδότηση και ακολούθως μονομερώς και εντελώς αδικαιολόγητα σταμάτησε τη χρηματοδότηση της Ενάγουσας 1 και την πληρωμή επιταγών της, προκαλώντας σε αυτή ζημιές και δυσφήμηση. Ο Ενάγων 2 επισυνάπτει ανάλυση από Οικονομολόγο η οποία δεικνύει υπερχρεώσεις στους υπό κρίση λογαριασμούς και αποδίδει στην Εναγομένη 1 και κατά συνέπεια στην Καθ΄ ης εγωιστική, καταχρηστική και κακόπιστη συμπεριφορά τόσον αναφορικά με τον τερματισμό των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων όσο και στα πλαίσια των συζητήσεων μεταξύ των μερών για εξεύρεση λύσης, η οποία (συμπεριφορά) είναι και η αποκλειστική αιτία για τη μη εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 2. Η συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και παραπλανητική. 3. Οι Αιτητές κωλύονται να αμφισβητούν τη νομιμότητα και εγκυρότητα των συμφωνιών καθότι με τις πράξεις και ή παραλείψεις τους έδωσαν στην Τράπεζα την εύλογη εντύπωση ότι αποδέχονται αυτές. 4. Οι Αιτητές παραδέχονται ότι υπάρχει οφειλή και ουδέποτε πρόσφεραν και ή κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό, επομένως η Τράπεζα ορθά και δικαιωματικά έχει ξεκινήσει διαδικασία πλειστηριασμού. 5. Η Καθ΄ ης ενεργούσε πάντοτε νομότυπα και σύμφωνα με την περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2013. Εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε ισχυριζόμενη παράβαση των εγκυκλίων και ή κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας δεν αποτελεί λόγο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 6. Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσης και ή αποτιμώνται σε χρήμα και η Καθ΄ ης είναι σε θέση να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις στους Αιτητές. 7. Υπάρχει μακρά και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης. 8. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΓΓ (εφεξής «ο ΓΓ»), υπαλλήλου της Καθ΄ ης. Και αυτός με τη σειρά του αναφέρεται στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή 2. Ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα ενήργησε καθόλα νόμιμα προς πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία και ή τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και ή την τραπεζική πρακτική και ότι εκδήλωνε την πλήρη διάθεση της για συνεργασία με τους Αιτητές. Ισχυρίζεται επίσης ότι η επιστροφή επιταγών οφείλεται στην έλλειψη ρευστότητας των υπό κρίση λογαριασμών των Αιτητών, επισημαίνοντας ότι οι Αιτητές παραδέχονται τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών και αναγνωρίζουν οφειλή δυνάμει αυτών. Είναι η θέση του ΓΓ πως ο ισχυρισμός για υπερχρεώσεις δεν συνεπάγεται την ακύρωση των συμβάσεων υποθήκης και ειδικότερα πως το ύψος του οφειλόμενου ποσού θα αποφασιστεί στα πλαίσια της Αγωγής. Τέλος, επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Στην έκθεση απαίτησης βασικά περιλαμβάνονται οι ίδιοι ισχυρισμοί ως στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 2 που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και οι ακόλουθες αξιώσεις: · Δήλωση ότι η διακοπή των σχέσεων των διαδίκων και ή της χρηματοδότησης της εμπορικής δραστηριότητας των Εναγόντων οφείλεται στους Εναγόμενους · Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας · Αποζημιώσεις για ζημιές λόγω της καταχρηστικής και ή κακόπιστης διακοπής της χρηματοδότησης χωρίς νόμιμη και ή εύλογη αιτία · Αποζημιώσεις για δυσφήμηση · Δήλωση ότι οι Ενάγοντες δεν ευθύνονται για τη δημιουργία οποιωνδήποτε νομίμων χρεωστικών υπολοίπων εις βάρος τους σχετικά με όλους τους υπό κρίση λογαριασμούς και ενοικιαγορές · Δήλωση ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε εύλογο χρόνο για την εξόφληση των οποιωνδήποτε χρεωστικών υπολοίπων και ή με μηνιαίες δόσεις · Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται τα εικονικά και ή παράνομα συμβόλαια ενοικιαγοράς και να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να καταχωρίσουν αγωγή βασιζόμενοι στα εν λόγω συμβόλαια. Η παράβαση σύμβασης συνιστά αναγνωρισμένη στον Νόμο αιτία αγωγής και με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και τη φύση των αξιώσεων, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αποκαλύπτεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, κυρίως εφόσον εγείρεται ζήτημα ευθύνης για τη διακοπή της χρηματοδότησης δυνάμει των υπό κρίση συμφωνιών και αξιώνονται αποζημιώσεις συνεπεία της αποδιδόμενης στους Εναγόμενους συμπεριφορά ως προς τη διακοπή της χρηματοδότησης και τις υπερχρεώσεις. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως, με βάση τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών, είναι κοινώς παραδεκτή η σύναψη μεταξύ των ετών 1998-2010 διαφόρων συμφωνιών παραχώρησης λογαριασμού και δανείου μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 (Τεκμήρια 5-10 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2). Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του Αιτητή 2 πως η Εναγομένη 1 απέστειλε προς τους Ενάγοντες 2 και 3 δύο επιστολές ημ. 18.6.09 και 1.6.10 για αύξηση του επιτοκίου, Τεκμήρια 11 και
  2. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι ως εξασφάλιση των πιο πάνω διευκολύνσεων ενεγράφησαν οι υπό κρίση υποθήκες Υ./99, Υ./03 και Υ./04 καθώς επίσης και προσωπική εκχώρηση από τον Αιτητή 2 των δικαιωμάτων του επί ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Αντίγραφα των εν λόγω συμβάσεων υποθήκης επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. Ο ισχυρισμός του Αιτητή 2 πως η διαδικασία πλειστηριασμού για άλλη υποθήκη δεν κατέληξε σε πώληση και επομένως τα δύο ενυπόθηκα ακίνητα θα περιέλθουν στην κατοχή της Εναγομένης 2 δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ΓΓ ότι από τις 29.3.13 τα περιουσιακά στοιχεία, οι τίτλοι ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 μεταβιβάστηκαν στην Εναγομένη 2 δυνάμει της ΚΔΠ 104/
  3. Ο Αιτητής 2 ισχυρίζεται πως λόγω του ότι οι Ενάγοντες ήταν πλήρως εξαρτώμενοι από τη χρηματοδότηση της Εναγομένης 1, δεν είχαν το περιθώριο να απαιτήσουν τη μείωση του επιτοκίου και ήταν αναγκασμένοι να ακολουθούν τις αποφάσεις της. Επίσης ο Αιτητής 2 ισχυρίζεται ότι κατόπιν προτροπής και συμβουλής των υπαλλήλων της Εναγομένης 1 συνήψαν εικονικά συμβόλαια ενοικιαγοράς, τα οποία όπως τους ανέφεραν ήταν απαραίτητα για την ευκολότερη και γρηγορότερη λειτουργία της χρηματοδότησης τους και επισυνάπτει συμφωνία ενοικιαγοράς ημ. 19.1.11, Τεκμήριο 14, δηλώνοντας ότι η εκεί δηλωθείσα μίσθωση αντικειμένων από την εταιρεία Droutsa Catering (με διευθυντές και μετόχους τους Ενάγοντες 2 και 3) προς την Ενάγουσα 1 ουδέποτε έλαβε χώρα, καθώς επίσης και κατάσταση λογαριασμού αυτής, Τεκμήριο 15, όπου φαίνονται πληρωμές οι οποίες, κατά τον ίδιο, πρέπει να προέρχονται από εξαργύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του. Περαιτέρω ο Αιτητής 2 ισχυρίζεται πως κατά τον χρόνο υπογραφής των συμφωνιών, οι υπάλληλοι της Εναγομένης 1 τους διαβεβαίωναν ότι η τελευταία θα χρηματοδοτούσε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Ενάγουσας 1 νοουμένου ότι οι εξασφαλίσεις ήταν ικανοποιητικές και κάλυπταν τα κατά καιρούς χρηματικά υπόλοιπα. Επίσης, σύμφωνα με τον Αιτητή 2, οι Ενάγοντες βασιζόμενοι στη σχέση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των μερών και στα λεγόμενα των υπαλλήλων πως η Εναγομένη 1 θα επιδείκνυε καλόπιστη συμπεριφορά και θα τηρούσε τις υποχρεώσεις της, ένιωθαν ότι θα είχαν χρηματοδότηση για τις ανάγκες της Ενάγουσας 1 αναλόγως των αναγκών της Ενάγουσας 1, και πράγματι από το 1999 και για πολλά έτη η Ενάγουσα 1 είχε κέρδη και ουδεμία καθυστέρηση στους λογαριασμούς της. Σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή 2, καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ενεργούσαν πάντοτε σύμφωνα με τις οδηγίες και συμβουλές της Εναγομένης 1 και τα δάνεια τους ανανεώνονταν και εγκρίνονταν υπερβάσεις λογαριασμών και καρτών χωρίς να τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα. Όπως συνεχίζει ο Αιτητής 2, το 2010, λόγω κάποιων νέων επιχειρηματικών σχεδιασμών της Ενάγουσας 1, για τους οποίους η Εναγομένη 1 ήταν άμεσα ενήμερη, υπήρχαν διαστήματα υπέρβασης του ορίου παρατραβήγματος των τρεχούμενων λογαριασμών, και η Εναγομένη 1 ενέκρινε, αποδεχόταν και πλήρωνε τις επιταγές τις οποίες εξέδιδε η Ενάγουσα
  4. Η Ενάγουσα 1 ζητούσε αύξηση του ορίου χρηματοδότησης και η Εναγομένη 1 υποσχόταν να τακτοποιήσει το θέμα αφού, όπως έλεγε, οι εξασφαλίσεις ήταν υπεραρκετές και η επιχείρηση προσοδοφόρα. Σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή 2, οι Ενάγοντες καταχώρισαν την Αγωγή 133/11 ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο 18, εναντίον της Εναγομένης 1 και της Laiki Cyprialife Ltd με αντικείμενο τις κατ΄ ισχυρισμό ανέντιμες και κακόπιστες ενέργειες της Εναγομένης 1 αναφορικά με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Από την καταχώριση της Αγωγής η Εναγομένη 1 εκβίαζε τους Ενάγοντες και απαιτούσε την απόσυρση της και άρχισε να δημιουργεί προβλήματα με την επίδειξη κωλυσιεργίας ως προς την αύξηση του ορίου χρηματοδότησης και με την επιστροφή των επιταγών χωρίς ενημέρωση. Δύο τέτοιες επιταγές, ημ. 19 και 26.10.11, για το συνολικό ποσό περίπου €4.000 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή 2, η μη πληρωμή των επιταγών τους προκάλεσε δυσφήμηση για την επιχείρηση τους και εμπορική ζημιά. Παρά τις υποσχέσεις των υπαλλήλων της Εναγομένης 1 για επίλυση του προβλήματος, τελικώς η κωλυσιεργία τους και η πίεση για απόσυρση της Αγωγής οδήγησε στην οικονομική καταστροφή της εταιρείας. Οι Ενάγοντες συζητούσαν με την Εναγομένη 1 για εξεύρεση λύσης, πλην όμως η τελευταία καθυστερούσε να συζητήσει και απαντήσει με αποτέλεσμα τον άμεσο κίνδυνο της επιχείρησης. Τελικά, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής 2, η Εναγομένη 1 απάντησε ότι θα δεχόταν την πρόταση για αναθεώρηση των λογαριασμών νοουμένου ότι η Αγωγή θα αποσύρετο, στερώντας κάθε οικονομική δυνατότητα στην Ενάγουσα 1 εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της. Ο Αιτητής 2 παρουσιάζει σχετική αλληλογραφία μεταξύ των μερών για τις συζητήσεις που γίνονταν (Τεκμήρια 20-24), αποδίδοντας στην Εναγομένη 1 άρνηση συνεργασίας μεταξύ Οκτωβρίου του 2011 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012 όταν προέβη σε τερματισμό της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών και ακολούθησαν επιστολές απαίτησης των οφειλόμενων ποσών. Οι επιστολές τερματισμού ημ. 9, 10 και 11.4.12 και οι επιστολές απαίτησης πληρωμής ημ. 18.9.12 είναι τα Τεκμήριο 26 και 27 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση του Αιτητή
  6. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Αιτητή 2, είχε μεσολαβήσει η αποστολή επιστολών ημ. 13.2.12 της Εναγομένης 1 για υπέρβαση και με απαίτηση πληρωμής των καθυστερήσεων, ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αγωγής στις 14.2.12 και οι Ενάγοντες απάντησαν στην ως άνω επιστολή με επιστολή τους ημ. 12.3.
  7. Αντίγραφα των επιστολών επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  8. Ο Αιτητής 2 αναφέρεται σε επιστολή ημ. 29.8.18, Τεκμήριο 28, στην οποία οι Ενάγοντες τονίζουν ότι δεν αρνούνται να πληρώσουν τη νόμιμη οφειλή τους ζητώντας ταυτόχρονα και συνυπολογισμό της ζημιάς που υπέστησαν λόγω της διακοπής της χρηματοδότησης. Συνεχίζει ότι κατάφεραν με δυσκολία και βρήκαν κάποια περιορισμένη χρηματοδότηση από άλλο τραπεζικό οργανισμό η οποία όμως διήρκησε για λίγο χρονικό διάστημα αφού τώρα η Ενάγουσα 1 έχει κλείσει. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 παράνομα προέβη σε αύξηση του περιθωρίου κέρδους με αποτέλεσμα την αύξηση των χρεωστικών υπολοίπων. Η καταγραφή όλων των πιο πάνω ισχυρισμών του Αιτητή 2 καταδεικνύει χωρίς δυσκολία ότι αυτός περιορίζεται σε απλή αναφορά των ισχυρισμών του χωρίς όμως να παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία μαρτυρίας ή λεπτομέρειες προς υποστήριξη αυτών. Ειδικότερα, ο Αιτητής 2 δεν δίδει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών, πότε και ποιοι υπάλληλοι της Εναγομένης 1 προέβησαν στις αποδιδόμενες αναφορές τους και πώς οι Ενάγοντες στηρίχθηκαν αποκλειστικά στις δικές τους συμβουλές. Ούτε και δίδει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες αναφορικά με την εξέλιξη της χρηματοδότησης, την πορεία της εταιρείας (Ενάγουσας 1) και κυρίως την κατάσταση αυτής κατά το 2010 όταν προέβη σε νέα επιχειρηματικά σχέδια. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός για την ανοδική και κερδοφόρα πορεία της εταιρείας και ακόμα για την έγκριση υπερβάσεων των λογαριασμών, παραμένει εντελώς γενικός και αόριστος, χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ως προς την ακριβή κατάσταση της εταιρείας και σε ποιον βαθμό και συχνότητα θεωρείτο δικαιολογημένη η έγκριση των υπερβάσεων. Επιπλέον, δεν παρέχονται στοιχεία ως προς το πότε και ποιοι υποσχέθηκαν να αυξήσουν το όριο, και κυρίως το ποσό των εξασφαλίσεων και των κερδών της εταιρείας προς υποστήριξη της θέσης ότι δικαιολογείτο η αύξηση του ορίου. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ πως όλοι οι ισχυρισμοί του Αιτητή 2 τίθενται με τέτοια γενικότητα και αοριστία, ούτως ώστε να μην έχει τεθεί το απαραίτητο υπόβαθρο μαρτυρίας ως προς την υποστήριξη αυτών. Επιβεβαίωση αυτής της θέσης του Δικαστηρίου προσφέρουν διάφορες αναφορές του Αιτητή 2 ότι λεπτομέρειες για διάφορα ζητήματα θα παρουσιαστούν κατά την ακρόαση της Αγωγής. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η ίδια ακριβώς διαπίστωση ισχύει και για την αλληλογραφία μεταξύ των μερών, στην οποία βασικά απλώς καταγράφονται οι θέσεις των Εναγόντων, χωρίς και πάλι να παρατίθενται στοιχεία προς υποστήριξη αυτών, ενώ η Εναγομένη 1 απορρίπτει τις θέσεις τους και προβάλλει τις δικές της. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο ΓΓ απορρίπτει και αντικρούει όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητών ως προς τις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών, τη συμπεριφορά των ιδίων κατά την υπογραφή και τη γνησιότητα των συμφωνιών ενοικιαγοράς, επισημαίνοντας ότι η Εναγομένη 1 ενήργησε καθόλα νόμιμα και καλόπιστα και ότι οι Αιτητές διάβασαν, κατανόησαν και αυτοβούλως υπέγραφαν τις συμφωνίες αποδεχόμενοι τους όρους αυτών. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα επί αυτών, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αρκούμαι να επισημάνω πως οι Αιτητές παραδέχονται τη σύναψη των συμφωνιών και τη λειτουργία των λογαριασμών για αρκετά έτη χωρίς διαμαρτυρία ενόσω αυτή ήταν καθόλα ομαλή και η Ενάγουσα 1 παρουσίαζε κέρδη. Ταυτόχρονα παρουσιάζουν την Εναγομένη 1 να εγκρίνει υπερβάσεις και να στηρίζει τη συνεργασία μεταξύ των μερών για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι και το 2010 που σηματοδοτεί τα νέα επιχειρηματικά σχέδια της Ενάγουσας 1 όταν και τελικώς η Εναγομένη 1 σταμάτησε να πληρώνει επιταγές της. Ο ΓΓ ισχυρίζεται ότι η επιστροφή των επιταγών οφείλεται στη μη ρευστότητα των λογαριασμών των Αιτητών. Ο βασικός ισχυρισμός του Αιτητή 2 περί άρνησης και κωλυσιεργίας συνεργασίας της Εναγομένης 1 στα πλαίσια των διαβουλεύσεων των δύο πλευρών αντικρούεται με επάρκεια από τον ΓΓ ο οποίος αναφέρει ότι η όποια συζήτηση για εξεύρεση λύσης διακανονισμού έγινε άνευ βλάβης και δεν επηρεάζει τις δικαστικές διαδικασίες, και πως είναι στα πλαίσια της συζήτησης που είχε τεθεί ως όρος και η απόσυρση της Αγωγής 133/11 προς επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των μερών. Αυτή άλλωστε φαίνεται να είναι και η καταγεγραμμένη θέση της Εναγομένης 1 στις επιστολές της στα πλαίσια των συζητήσεων μεταξύ των μερών (βλ. επιστολή ημ. 18.1.12, Τεκμήριο 23 στην οποία επισημαίνεται ότι δεν νοείται διευθέτηση στα πλαίσια μονομερούς ικανοποίησης αιτημάτων των Εναγόντων). Η αλληλογραφία επίσης τείνει να καταδείξει τη σταθερή θέση και προθυμία της Εναγομένης 1 για συζήτηση προς εξεύρεση λύσης η οποία θα περιλάμβανε και την απόσυρση της Αγωγής 133/11, ενώ οι Ενάγοντες φαίνεται να επιμένουν σε διευθέτηση χωρίς όμως να τοποθετούνται όσον αφορά την απόσυρση της Αγωγής. Αναφορικά με το θέμα των υπερχρεώσεων και πάλι ο ΓΓ αρνείται τέτοιον ισχυρισμό και ισχυρίζεται ότι όλες οι χρεώσεις τόκου και άλλες, γίνονταν νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών τις οποίες οι Αιτητές είχαν αποδεχθεί, όπως αποδέχθηκαν και τις χρεώσεις, και ότι τα αξιούμενα ποσά είναι καθόλα νόμιμα και δεσμευτικά και προς συμμόρφωση με τις οδηγίες και εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και την τραπεζική πρακτική. Εδώ είναι κατάλληλο σημείο να λεχθεί πως σε περίπτωση που ήθελε τελικώς καταδειχθεί πως υπήρχαν χρεώσεις πέραν των όσων προνοούντο στις συμφωνίες και σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υπό κρίση συμβάσεων παρά μόνο διαφοροποιεί τα οφειλόμενα ποσά. Σύμφωνα δε με την ανάλυση του Οικονομολόγου, Τεκμήριο 13, και αναλόγως του ύψους του επιτοκίου, το οποίο υπολογίζεται στη βάση των όρων των συμφωνιών ή στο 4% ή στο 5%, (αφαιρουμένων των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων) το συνολικό κατά την Τράπεζα οφειλόμενο ποσό δυνάμει όλων των συμφωνιών ανέρχεται μέχρι τις 11.12.18 στα €1.212.689,61, ενώ η διαφορά μεταξύ των δύο μερών ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού κυμαίνεται μεταξύ €458.580,28 και €728.628,
  1. Επομένως, διαφαίνεται ότι και οι Αιτητές αναγνωρίζουν οφειλή προς τους Εναγόμενους, όπως άλλωστε ρητώς αναγνωρίζει ο Αιτητής 2 στην ένορκη του δήλωση (παρ. 37). Μάλιστα, στην επιστολή τους ημ. 29.8.18 (Τεκμήριο 28) οι Ενάγοντες καταγράφουν το αποδεκτό από πλευράς τους ποσό βάσει της κάθε συμφωνίας ξεχωριστά, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνιών ενοικιαγοράς, αναγνωρίζοντας οφειλή ύψους €629.083 αφαιρουμένου του ποσού των €80.000, που είναι το ποσό της ρευστοποίησης της ασφάλειας ζωής, ενώ ζητούν και αφαίρεση των χρημάτων τα οποία η Εναγομένη 1 εισέπραξε μέσω των εικονικών ενοικιαγορών που έκανε στους πελάτες της Ενάγουσας 1, καταδεικνύοντας έτσι αφενός την αναγνώριση οφειλής και την προτεινόμενη διευθέτηση στη βάση και του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και αφετέρου μια αντιφατικότητα στις θέσεις τους αναφορικά με την εγκυρότητα ή μη των συμφωνιών ενοικιαγοράς. Ενώ από τη μια αναγνωρίζουν αποδεκτό ποσό για καθεμιά εξ αυτών, ταυτόχρονα επικαλούνται εικονικότητα. Θεωρώ ότι αυτές οι θέσεις οι οποίες σε κάποιο βαθμό παρουσιάζονται να είναι αλληλοσυγκρουόμενες δεν είναι ικανές να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ισχυρισμού περί άρνησης συνεργασίας των Εναγομένων, αδικαιολόγητη επιμονή στην ένταξη και της Αγωγής στο πλαίσιο συνολικής διευθέτησης και κυρίως τη μη ύπαρξη σημαντικού ποσού οφειλής. Είναι σημαντικό εδώ να λεχθεί ότι ενώ οι Αιτητές μιλούν για εικονικά συμβόλαια ενοικιαγοράς, παρουσιάζουν μόνο ένα προς υποστήριξη της εικονικότητας, και εν πάση περίπτωσει ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε καταδειχθεί η εικονικότητα (κάτι το οποίο ο ΓΓ αρνείται) εξακολουθεί να υπάρχει οφειλή δυνάμει των υπόλοιπων συμφωνιών. Όπως καταγράφεται στην ανάλυση, υπάρχουν συνολικά 13 συμφωνίες εκ των οποίων οι 5 είναι ενοικιαγορές. Ο ισχυρισμός του Αιτητή 2 πως το απαιτούμενο ποσό τόκου αναφορικά με την Υ./99 δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό του κεφαλαίου, και πάλι δεν ενέχει σημασία αναφορικά με την εγκυρότητα της συμφωνίας υποθήκης και δεν διαγράφει ολόκληρη την οφειλή αλλά απλώς ενδεχομένως να επηρεάζει και μειώνει το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Η υποθήκη καταρτίστηκε για το ποσό των ΛΚ 94.000 (€160.608,53), στην ειδοποίηση Ι και στη συνημμένη σε αυτή κατάσταση λογαριασμού αναφέρεται το ποσό της υποθήκης και το ποσό των €250.032 ως τόκοι, επομένως ακόμα και με βάση τη θέση των Αιτητών, το συνολικό απαιτητό ποσό δυνάμει της εν λόγω υποθήκης ανέρχεται στις €320.
  2. Ούτε και ο ισχυρισμός του Αιτητή 2 πως δυνάμει οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί υποχρέωση της Εναγομένης 2 να εξαντλήσει όλες τις επιλογές αναδιάρθρωσης πριν προχωρήσει σε εκποίηση, διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Και τούτο καθότι αφενός αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος και αφετέρου μέσα από το όλο ιστορικό των γεγονότων, όπως έχει τεθεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, διαφαίνεται πως οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε συζητήσεις τόσο παλαιότερα όσο και πιο πρόσφατα χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με τις αξιώσεις τους και κυρίως όσον αφορά τις αιτίες αγωγής τις οποίες προώθησαν. Είναι επίσης άξιο σχολιασμού πως ο Αιτητής 2 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά για την αξία των επίδικων ακινήτων. Ως εκ τούτου, δεν προβάλλεται ισχυρισμός πως τυχόν πώληση των υπό κρίση ενυπόθηκων ακινήτων ξεπερνά κατά πολύ ακόμα και τα ισχυριζόμενα κατά τους Ενάγοντες οφειλόμενα υπόλοιπα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές. Σε περίπτωση δε που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα η Εναγομένη 2 θα καταβάλει το υπόλοιπο στους Αιτητές, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως οι Αιτητές θα έχουν υποστεί ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε η Εναγομένη 2 δύναται να τους αποζημιώσει. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός από τους Αιτητές πως η Τράπεζα είναι αφερέγγυα, αλλά αντιθέτως η Τράπεζα προέβαλε ισχυρισμό πως είναι φερέγγυα, διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία ενεργητικού και έχει κάθε δυνατότητα αποζημίωσης, κάτι το οποίο διαφαίνεται και μέσα από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις για το έτος που έληξε στις 31.12.18, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα των Αιτητών στην περιουσία τους (η οποία περιλαμβάνει επαγγελματική στέγη και κατοικία), η οποία βεβαίως αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος της Τράπεζας δυνάμει των σχετικών συμφωνιών, θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, ημ. 11.9.
  3. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, θα πρέπει να σημειώσω πως στην προκειμένη περίπτωση και για όλους τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, ακόμα και αν συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις θα έκρινα πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας. Αυτό προκύπτει κυρίως από την παραδοχή της οφειλής και την εκτίμηση που δίδουν οι ίδιοι οι Αιτητές για το ύψος αυτής. Ο ισχυρισμός των Αιτητών πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αγωγή καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου και παραβιάζεται το δικαίωμα τους να ακουστούν δεν βρίσκει έρεισμα σε όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Τέλος, ο Αιτητής 2 προβάλλει ισχυρισμό περί της μη τήρησης της ορθής διαδικασίας και της αντισυνταγματικότητας της διαδικασίας του πλειστηριασμού και των σχετικών άρθρων του Νόμου. Θεωρώ πως η νομιμότητα ή μη της διαδικασίας πλειστηριασμού δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, δεδομένου ότι προβλέπεται ειδικό ένδικο διάβημα εναντίον της διαδικασίας εκποίησης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.