M.P. GOLDEN CONSTRUCTION LIMITED ν. DURER LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2374/2011, 9/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A485 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2374/2011 Μεταξύ: M.P. GOLDEN CONSTRUCTION LIMITED Εναγόντων και
- DURER LIMITED
- MAIHOOD MEDICAL LIMITED Εναγόμενων -------------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/11/11 Μεταξύ: M.P. GOLDEN CONSTRUCTION LIMITED Εναγόντων και
- DURER LIMITED
- MAIHOUB MEDICAL LIMITED Εναγόμενων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9.10.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κα Ι. Βενιζέλου για κ. Στέλιο Κ. Στυλιανού Για εναγόμενους 1 και 2: κα Μαρία Σ. Πατσαλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής των πρώτων είναι τα εξής: Δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία έγινε κατά ή περί την 1/9/2010 (στο εξής «επίδικη συμφωνία»), οι ενάγοντες ανέλαβαν την εκτέλεση των εργασιών τροποποίησης και/ή ανακαίνισης και/ή αλλαγής της κατοικίας των εναγόμενων 1 και 2 που βρίσκεται στην οδό (αναφέρεται η οδός) στην Αγία Φύλα Λεμεσού σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της πολεοδομικής άδειας, έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των €45.000,00, εξαιρουμένου του Φ.Π.Α. Οι ενάγοντες εκτέλεσαν τις συμφωνηθείσες εργασίες και τις παρέδωσαν στους εναγόμενους κατά ή περί το Δεκέμβρη του 2010, οι οποίοι, αφού τις εξέτασαν, τις παρέλαβαν και τις βρήκαν της πλήρους και τελείας αρεσκείας τους. Οι εναγόμενοι, έναντι του πιο πάνω τιμήματος κατέβαλαν κατά διάφορες ημερομηνίες, το συνολικό ποσό των €22.487,00 και παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο, το ποσό των €22.513,
- Οι ενάγοντες επανειλημμένα και με την επιστολή του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 28/2/1011, τους κάλεσαν να ξοφλήσουν το χρέος τους, αυτοί όμως αρνούνται και/ή παραλείπουν μέχρι σήμερα να συμμορφωθούν. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων, για το ποσό των €22.513,00, πλέον τόκους και έξοδα. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων, οι εναγόμενοι 1 και 2, με την υπεράσπισή τους αντιτείνουν τα εξής: Παραδέχονται την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας, ωστόσο ισχυρίζονται ότι αυτή ήταν απολύτως εικονική, παράνομη και κατά συνέπεια, άκυρη. Κατά τους ίδιους, τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης, έχουν ως ακολούθως: Οι εναγόμενοι 1 και 2, που είναι συνιδιοκτήτες του οικοδομήματος (το οποίο βρίσκεται στη διεύθυνση που αναφέρουν οι ενάγοντες) αποφάσισαν και συμφώνησαν μεταξύ τους να προβούν στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών με στόχο την πλήρη ανακαίνιση του κτηρίου. Πρόθεση τους ήταν, όπως μετά τη συμπλήρωση των οικοδομικών εργασιών, το ισόγειο να χρησιμοποιηθεί από τους εναγόμενους 1, ως φυσιοθεραπευτήριο και το ανώγειο, από τους εναγόμενους 2, ως ωτορινολαρυγγολογικό ιατρείο. Για σκοπούς πραγμάτωσης του σκοπού τους, δυνάμει προφορικής συμφωνίας ανάθεσαν την ανακαίνιση του κτηρίου στην εταιρεία Jenei Latsi Trading Ltd - η οποία ασχολείται με εκτέλεση οικοδομικών εργασιών - (στο εξής «εταιρεία Latsi»), μέχρι πλήρους περάτωσης του όλου έργου, έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των €49.000,00, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η εταιρεία Latsi άρχισε τις οικοδομικές εργασίες - τις οποίες εκτελούσαν αποκλειστικά Ούγγροι υπάλληλοί της - κατά ή περί την 1/6/
- Ενώ η εκτέλεση του όλου έργου βρισκόταν σε εξέλιξη, αρμόδιος λειτουργός και/ή τεχνικός επιθεωρητής του Συμβουλίου Εργοληπτών, κατά ή περί τα μέσα Ιουλίου 2010 ενημέρωσε τους εναγόμενους 1 και 2 και τον έχοντα την επίβλεψη και/ή εποπτεία της κατασκευαστικής εργασίας, xxxxx Σαπαρίλλα, ότι θα καταγγελθούν, οι δυο πρώτοι, για ανάληψη και/ή εκτέλεση οικοδομικού έργου από μη εγγεγραμμένο εργολήπτη και ο δεύτερος, για εποπτεία κατασκευαστικής εργασίας, η εκτέλεση της οποίας συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Η σχετική καταγγελία υλοποιήθηκε με επίδοση και στους τρεις τού κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 28552/10, η οποία διεκπεραιώθηκε με παραδοχή όλων (των κατηγορούμενων) κατά την πρώτη εμφάνιση, στις 15/12/
- Η μη εγγεγραμμένη στο αρμόδιο συμβούλιο, εταιρεία Latsi προκειμένου να συνεχίσει και ολοκληρώσει το επίδικο έργο, μέσω του πεθερού της διευθύντριας των εναγόμενων 1 προσέγγισε τον παρουσιαζόμενο διευθυντή των εναγόντων, xxxxx Παρταουρίδη (Μ.Ε.1), ο οποίος είχε τη δόλια και απατηλή ιδέα σύναψης της εικονικής - επίδικης συμφωνίας και την τοποθέτηση της πινακίδας του στο εργοτάξιο των εναγόμενων 1 και 2 προκειμένου να προσδώσει με δόλο, εικονική νομιμότητα στην εκτελούμενη και εν τέλει εκτελεσθείσα και συμπληρωθείσα από τους εργοδοτουμένους υπαλλήλους της εταιρείας Latsi, οικοδομική εργασία επί του επίδικου κτηριακού συγκροτήματος. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλαβαν από το διευθυντή της εταιρείας Latsi συμπληρωμένο και εκτελεσμένο το έργο από την εταιρεία του, στις 31/11/2010, με πλήρη εξόφληση του ιδίου και πέραν της συμφωνηθείσης τιμής, λόγω έξτρα εργασιών, ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των €59.000,
- Οι εναγόμενοι 1 και 2, ουδέποτε και κανένα ποσό κατέβαλαν στους ενάγοντες σε σχέση με την εικονική, ψευδή και παράνομη - επίδικη συμφωνία. Κατά ή περί το Φεβρουάριο του 2011, οι ενάγοντες - διά του Παρταουρίδη - παρέδωσαν στη διευθύντρια των εναγόμενων 1, δυο δέσμες αποδείξεων και τιμολογίων, διαφόρων ημερομηνιών, που αφορούσαν και τους δυο εναγόμενους, ως δήθεν αποδείξεις πληρωμών, όπως ψευδώς ισχυρίζονται οι ενάγοντες στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι ουδέποτε εργοδότησαν τους ενάγοντες και ουδέποτε οποιοσδήποτε εργοδοτούμενός τους εργάστηκε ή απασχολήθηκε στο συμπληρωθέν εργοτάξιό τους. Το καθ' υποψία κεκρυμμένο και/ή αποκρυβέν αντάλλαγμα των εναγόντων προκειμένου να τοποθετήσουν με πινακίδα το όνομά τους στο εργοτάξιο των εναγόμενων, ενδεχομένως ήταν η εξασφάλιση του ποσοστού Φ.Π.Α. και/ή μέρους φόρου εισοδήματος μέσω της εταιρείας Latsi και αναμενόμενες εργοληπτικές εργασίες που θα τους ανατίθεντο μέσω του πεθερού της διευθύντριας των εναγόμενων
- Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην πιο πάνω υπεράσπιση των εναγόμενων 1 και 2, με την οποία - μεταξύ άλλων - ισχυρίζονται τα εξής: Η επίδικη συμφωνία είναι καθ' όλα σύννομη, έγκυρη και δεσμευτική. Οι ενάγοντες, κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν και είναι εγγεγραμμένοι και αδειούχοι εργολήπτες. Μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και την ανάληψη εκτέλεσης του έργου και/ή εργασιών, προχώρησαν και τις εκτέλεσαν με τη βοήθεια και της εταιρείας Latsi ή και αντιπροσώπων ή και υπηρετών της. Οι εναγόμενοι, σε αναγνώριση ή και αποδοχή των εναγόντων, ως τους νέους εργολάβους ή και εργολήπτες ή και εκτελεστές των συμφωνηθεισών εργασιών πλήρωναν τους ενάγοντες, κυρίως, με επιταγές που εκδίδονταν και/ή πληρώνονταν απευθείας στο όνομα των εναγόντων, οι οποίοι, για τις εκάστοτε εργασίες τους εξέδιδαν προς τους εναγόμενους, καθ' όλα νόμιμα και νομότυπα, τα τιμολόγια και τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης. Οι ενάγοντες, για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και/ή για την ανάληψη και εκτέλεση των συμφωνηθεισών εργασιών και/ή έργων προέβησαν σε γραπτή γνωστοποίηση στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων, ημερομηνίας 2/9/
- Περαιτέρω, για το επίδικο έργο και/ή εργασίες τους τηρούσαν πάνω σε καθημερινή βάση ημερολόγιο εργοταξίου καθώς και ασφάλισαν το έργο. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών (ως ανωτέρω), το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι το εξής: η επίδικη συμφωνία είναι καθ' όλα έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική, όπως είναι η θέση των εναγόντων ή εικονική, παράνομη και άκυρη, όπως είναι η θέση των εναγόμενων 1 και 2; Ο xxxxx Παρταουρίδης, ο xxxxx Ευσταθίου, ο xxxxx Θρασυμβούλου και η xxxxx Παντελή (Μ.Ε.1 μέχρι 4, αντίστοιχα) είναι οι 4 μάρτυρες που παρουσίασαν οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησης της υπόθεσής τους εναντίον των εναγόμενων 1 και
- Οι τελευταίοι, για σκοπούς απόδειξης της υπεράσπισής τους παρουσίασαν ως μάρτυρες, τους: xxxxx Κάρκα, xxxxx Δημητρίου, xxxxx Εγγλέζου, xxxxx Maihoob και xxxxx Παναγή (Μ.Υ.1 μέχρι 5, αντίστοιχα). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και για μερικούς από αυτούς και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός τους από την έκβαση της υπόθεσης. Περαιτέρω έχω κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω, από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει, ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Ακόμη λαμβάνω υπόψη και τ' ακόλουθα: Καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Τέλος, επειδή το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας αποτελεί και πραγματική μαρτυρία λαμβάνω υπόψη, ότι αυτή καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαρίνου ν. Σοφοκλέους, ECLI:CY:AD:2016:A192, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2011, ημερομηνίας 12/4/2016): «..αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας.» Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, υπό το φως ασφαλώς του συνόλου της ενώπιόν μου μαρτυρίας, είμαι βέβαιος, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων 1 και 2, την οποία θεωρώ και πιο λογική - συν τοις άλλοις -, από την αντίστοιχη εκδοχή των εναγόντων. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του διευθυντή των εναγόντων, xxxxx Παρταουρίδη (Μ.Ε.1) είναι τελείως αρνητική. Ο μάρτυρας - μεταξύ άλλων - υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που παρέμειναν έωλοι ή στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε ακόμη, που δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες των εναγόμενων - που κατά περίπτωση αφορούσαν - για να τους δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσουν. Περαιτέρω, μερικοί από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, είτε ακόμη αφίστανται των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων, υπό την έννοια ότι, είτε δε συνάδουν είτε δεν καλύπτονται είτε τέλος συγκρούονται με αυτούς. Έπειτα, σε σχέση με ουσιώδεις πτυχές τις υπόθεσης ήρθε σε σύγκρουση με τους επόμενους δυο μάρτυρες των εναγόντων, τους οποίους είμαι βέβαιος ότι επιστράτευσε στο Δικαστήριο, όχι για να καταθέσουν την αλήθεια, αλλά, κατόπιν προσυνεννόησης μεταξύ τους, για να επιβεβαιώσουν την αναληθή εκδοχή του και να βοηθήσουν τους ενάγοντες να πετύχουν στην αγωγή τους. Ακόμη, προκειμένου να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του, δε δίστασε να προβεί και στην κατασκευή γραπτής μαρτυρίας. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι υπήρξαν περιπτώσεις που για ένα θέμα, άλλα ισχυριζόταν ο ίδιος και άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στους μάρτυρες των εναγόμενων. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς πλείστες από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες ανέλαβαν τις επίδικες εργασίες, τις οποίες εκτέλεσαν και παρέδωσαν στους εναγόμενους κατά ή περί το Δεκέμβρη του 2010 (παράγραφοι 1 και 2). Σύμφωνα τώρα με την απάντηση στην υπεράσπιση των εναγόμενων, οι ενάγοντες, μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και την ανάληψη της εκτέλεσης του έργου και/ή εργασιών προχώρησαν και τις εκτέλεσαν με τη βοήθεια και της εταιρείας Latsi ή και των αντιπροσώπων ή και υπηρετών της (παράγραφος 4). Αντιπαρέρχομαι το γεγονός, ότι, αυστηρά ομιλούντες, ο ισχυρισμός των εναγόντων της απάντησης στην υπεράσπιση ότι εκτέλεσαν τις επίδικες εργασίες με τη βοήθεια και της εταιρείας Latsi ή και των αντιπροσώπων ή και υπηρετών της, δεν είναι σύμφωνος με τον ισχυρισμό τους της έκθεσης απαίτησης ότι τις εκτέλεσαν οι ίδιοι - οπότε, σε εφαρμογή της Δ.19 Θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο πρώτος ισχυρισμός, μόνο κατόπιν άδειας τροποποίησης θα μπορούσε να προβληθεί - και υπεισέρχομαι και σε όσα ανάφερε ενόρκως ο μάρτυρας συναφώς με το θέμα. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 1) - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της -, ισχυρίζεται τα εξής: Οι εργασίες που συμφώνησαν με τους εναγόμενους εκτελέστηκαν από την εταιρεία τους και στις περιπτώσεις που χρειάζονταν άλλους τεχνικούς και υπεργολάβους, τις εκτελούσαν με τη βοήθειά τους. Ο εν λόγω ισχυρισμός του, δεν καλύπτεται από τους παραπάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων - τόσο της έκθεσης απαίτησης όσο και της απάντησής τους στην υπεράσπιση των εναγόμενων -, υπό την εξής έννοια: ενώ με την έκθεση απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι οι επίδικες εργασίες εκτελέστηκαν από τους ενάγοντες και με την απάντηση, ότι εκτελέστηκαν από τους ενάγοντες, με τη βοήθεια και της εταιρείας Latsi ή και των αντιπροσώπων ή και υπηρετών της, δηλαδή της εταιρείας Latsi, ο μάρτυρας, στη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες, στις περιπτώσεις που χρειάζονταν άλλους τεχνικούς και υπεργολάβους, εκτέλεσαν τις εν λόγω εργασίες, με τη βοήθεια των εν λόγω τεχνικών και υπεργολάβων, τους οποίους μάλιστα αποκαλεί συνεργάτες τους, χωρίς να προβαίνει σ' οποιαδήποτε αναφορά στην εταιρεία Latsi. Απ' εκεί και πέρα, για το ίδιο πάντοτε θέμα, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του δικηγόρου των εναγόντων, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Τις επίδικες εργασίες, μετά από οδηγίες του, τις εκτέλεσε η εταιρεία Latsi. Εκτός από την εν λόγω εταιρεία, εργασίες εκτέλεσαν και πάρα πολλοί υπεργολάβοι. Εκ μέρους της εταιρείας του, ήταν μόνο η επίβλεψη. Ορισμένοι υπεργολάβοι ήταν απευθείας από τους ιδιοκτήτες. Δεν ήταν μέσα στη συμφωνία τους. Όταν του υποδείχθηκε από τον κ. Στυλιανού ότι ρωτά για τις οικοδομικές εργασίες, απάντησε ως εξής: «Ναι, οικοδομικές εργασίες. Μόνο οικοδομικές εργασίες είχε αναλάβει η εταιρεία.» Το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε και μάλιστα, εντελώς αβίαστα, συναφώς με αυτό το, τόσο καίριας σημασίας επίδικο θέμα της υπόθεσης - δεδομένης της φύσης της και του βασικού επίδικου θέματος που καλούμαι να επιλύσω - είναι ολοφάνερο. Όπως επίσης είναι ολοφάνερο και ότι οι εν λόγω αντιφατικοί ισχυρισμοί του αφίστανται των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων ή δεν καλύπτονται από αυτούς. Υπεισέρχομαι τώρα και όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος, πάντοτε για το ίδιο θέμα και τούτο για να διαφανεί - συν τοις άλλοις -, πόσο συνάδουν - αν συνάδουν - με τα παραπάνω. Ειδικότερα: Όταν κάποια στιγμή η κα Πατσαλίδου, του υπέδειξε ότι σε προηγούμενη δικάσιμο αναφέρθηκε σε πολλούς υπεργολάβους που δούλεψαν στην επίδικη οικοδομή και του ζήτησε να αναφέρει ποιος ήταν ο εργολάβος των υπεργολάβων και από πού πληρώνονταν, όπως είπε απαντώντας, αυτοί οι υπεργολάβοι πληρώνονταν από τους ιδιοκτήτες. «Άρα δεν ήταν υπεργολάβοι;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Υπεργολάβοι ήταν, κύριος εργολάβος ήταν η εταιρεία μου.» Τόσο νομικά όσο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι, πώς γίνεται να είναι κανείς υπεργολάβος του εργολάβου σε κάποιο οικοδομικό έργο και ο υπεργολάβος να πληρώνεται από τον ιδιοκτήτη του έργου. Όμως, ότι ο μάρτυρας, με το που αντιλαμβανόταν πόσο εκτίθεται κάθε φορά που προέβαλλε κάποιο ισχυρισμό, ο οποίος στερείται λογικής και πειστικότητας, αναδιπλωνόταν, χωρίς να αντιλαμβάνεται ή αδιαφορώντας για το γεγονός ότι εκτίθεται, καταφαίνεται από την απάντησή του στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε. Όταν, όπως πολύ ορθά του υποδείχθηκε, όταν ένας τεχνίτης πληρώνεται από τον ιδιοκτήτη δεν είναι υπεργολάβος και όταν κάποιος είναι υπεργολάβος είναι κάτω από κάποιο εργολάβο, ως επίσης και ότι μόλις προηγουμένως, είχε πει πως δεν είχε καμιά σχέση με τους άλλους τεχνίτες που δούλεψαν στο επίδικο έργο και του ζητήθηκε να διευκρινίσει εάν οι άλλοι τεχνίτες ήταν ή δεν ήταν υπεργολάβοι, απαντώντας, ισχυρίστηκε πως δεν ήταν. Φυσικά, μολονότι ευθυγραμμιζόμενος με τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων θεώρησε ότι θα ανασκεύαζε - χωρίς επιπτώσεις επί της αξιοπιστίας του - τα προηγούμενα που είπε, ήρθε σύγκρουση με το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας (που αποτελεί και πραγματική μαρτυρία), την οποία προφανώς κατασκεύασε ο ίδιος εκ των υστέρων, αποκλειστικά για τις ανάγκες εκδίκασης της υπόθεσης και για σκοπούς αυτoεπιβεβαίωσής του, ως μάρτυρα. Όπως είπε κάποια στιγμή στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, για τις επίδικες εργασίες που είχαν αναλάβει οι ενάγοντες τηρείτο υποχρεωτικά ημερολόγιο εργασιών το οποίο συμπλήρωνε καθημερινά ο ίδιος. Πρόκειται για τα τεκμήρια 5 και 6 - σε μπλοκ - τα δυο αυτά έγγραφα, με τίτλο «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΡΓΟΤΑΞΙΟΥ» - και όχι εργασιών, όπως ανάφερε ο μάρτυρας - και στο σχετικό μέρος με τίτλο «Προσωπικό Υπεργολάβων» και στα 62 φύλλα/ημερολόγια, για κάθε μια από τις 62 συνολικά μέρες που καλύπτουν αναγράφεται σε κουτάκι συγκεκριμένος αριθμός προσωπικού, είτε ως εργάτες είτε ως επιστάτες είτε ως ηλεκτρολόγοι είτε ως σιδεράδες είτε ως χτίστες είτε ως υδραυλικοί είτε ως γυψοσανιδάδες είτε ως Latsi (τα πλείστα) είτε ως αλουμινιτζήδες είτε ως πελεκάνοι είτε ως μπογιατζήδες κ.ο.κ. Και τούτο, τη στιγμή που στο μέρος με τίτλο «Προσωπικό Εργολάβου» και στα 62 ημερολόγια υπάρχει ο αριθμός «1», στη θέση του εργοδηγού, στο πρώτο ημερολόγιο, ημερομηνίας 6/9/2010 σημειώνεται ο αριθμός 5, στη θέση των εργατών, ενώ σε κανένα ημερολόγιο αναφέρεται οποιοσδήποτε αριθμός τεχνιτών. Και ενώ ο μάρτυρας, με τις πιο πάνω καταχωρήσεις είναι φανερό ότι έχει πλήρη γνώση και αντίληψη της διαφοράς μεταξύ εργολάβου και υπεργολάβου και από το περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων (τεκμήρια 5 και 6) συνάγεται ευθέως, ότι αποτελεί θέση του, ότι στο επίδικο έργο εργάστηκαν και σωρεία υπεργολάβοι, ισχυριζόμενος ότι οι τεχνίτες που εργάστηκαν σ' αυτό δεν ήταν υπεργολάβοι - για να επαναλάβω - εκτίθεται ανεπανόρθωτα από το περιεχόμενο της γραπτής - πραγματικής μαρτυρίας, την οποία κατασκεύασε και παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο. Εις επίρρωση της διαπίστωσής μου ότι τα δυο αυτά έγγραφα αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευασμένη μαρτυρία είναι και το γεγονός, ότι και τα 62 φύλλα/ημερολόγια είναι ανυπόγραφα από τον εργολάβο καθώς και τον αρχιτέκτονα/μηχανικό και η μόνη υπογραφή που υπάρχει είναι στο σημείο κάτω από τη φράση: «Συμπληρώθηκε από». Αντεξεταζόμενος και πάλι ο μάρτυρας, ερωτηθείς εάν η εταιρεία του (δηλαδή οι ενάγοντες) είχε υπαλλήλους στο επίδικο έργο, τους οποίους εργοδοτούσε «Φυσικά και είχε.» απάντησε. Ωστόσο, ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε πως δεν είχε και ότι ήταν μόνο η εταιρεία Latsi. Προφανώς ξεχνά ο μάρτυρας, ότι στη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται ότι οι εργασίες που συμφώνησαν με τους εναγόμενους εκτελέστηκαν από τους ενάγοντες και στις περιπτώσεις που χρειάζονταν άλλους τεχνικούς και υπεργολάβους, τις εκτελούσαν με τη βοήθειά τους. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Αντεξεταζόμενος, πάντοτε, ερωτηθείς εάν είναι σε θέση να γνωρίζει ποιες ειδικότητες τεχνιτών δούλεψαν στο επίδικο έργο και πότε ξεκίνησε και πότε τέλειωσε ο κάθε τεχνίτης τις εργασίες του, απάντησε καταφατικά. Όπως είπε απαντώντας στις επόμενες δυο ερωτήσεις, στο ημερολόγιο του εργοταξίου έχει όλες τις εργασίες που εκτελούνταν καθημερινά. Πρόκειται για υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, πελεκάνους και το ασανσέρ. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν ξέρει αυτούς που εκτέλεσαν τούτες τις εργασίες, τα ονόματά τους και αν ήταν εταιρείες ή φυσικά πρόσωπα ισχυρίστηκε πως ήταν εταιρείες και φυσικά πρόσωπα. Ερωτηθείς εάν ξέρει τα ονόματά τους ισχυρίστηκε πως δεν τα θυμάται επειδή έχουν περάσει πολλά χρόνια. Ωστόσο, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, νομίζει ότι υπάρχουν στο ημερολόγιο. Να πως απλώς, ότι στο ημερολόγιο εργοταξίου (τεκμήρια 5 και 6), το μόνο όνομα που αναγράφεται κάτω από τον τίτλο «Προσωπικό Υπεργολάβων» είναι το όνομα Latsi, που προφανώς παραπέμπει στην εταιρεία Latsi. Σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 2), ο εργοδότης (δηλαδή οι εναγόμενοι 1 και 2), θα πληρώσει στον εργολάβο (δηλαδή στους ενάγοντες), το ποσό των €45.000,00, εξαιρουμένου του Φ.Π.Α. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 με βάση την επίδικη συμφωνία συμφώνησαν - επομένως οφείλουν - να καταβάλουν στους ενάγοντες επί του συγκεκριμένου ποσού και Φ.Π.Α. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων - την οποία προώθησαν ενόρκως μέσω του διευθυντή τους (Μ.Ε.1) -, ότι οι εναγόμενοι έναντι του ποσού αυτού, τους κατέβαλαν κατά διάφορες ημερομηνίες, το συνολικό ποσό των €22.487,00 και παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο, το ποσό των €22.513,
- Δεδομένου ότι με απλή πρόσθεση των δυο αυτών ποσών καταλήγουμε αθροιστικά στο ποσό των €45.000,00 και από το περιεχόμενο των 11 συνολικά τιμολογίων που εξέδωσαν οι ενάγοντες (τεκμήριο 7 - μέρος -) προκύπτει ότι για τις κατ' ισχυρισμό τους εκτελεσθείσες εργασίες στο επίδικο έργο, στο συνολικό ποσό των €22.487,00, περιλαμβάνεται και το συνολικό ποσό των €2.933,06, υπό μορφή Φ.Π.Α., το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: οι ενάγοντες, που όπως ανάφερε ενόρκως ο διευθυντής τους (Μ.Ε.1) καθώς και ο λογιστής τους (Μ.Ε.3), επί του συνολικού ποσού των €22.487,00 που τους κατέβαλαν οι εναγόμενοι 1 και 2, με τη σειρά τους κατέβαλαν ήδη το ανάλογο ποσό στο Φ.Π.Α., γιατί δεν το αξιώνουν με την αγωγή τους από τους εναγόμενους; Και τούτο, χωρίς να μου διαφεύγει, ότι με την αγωγή τους καθώς και με τη μαρτυρία του διευθυντή τους, το μόνο ποσό που αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 και 2 είναι το ποσό των €22.513,00, που με απλά λόγια σημαίνει ότι «χαρίζουν» στους εναγόμενους, περίπου ανάλογο ποσό υπό μορφή Φ.Π.Α. και επί του ποσού αυτού. Η απάντηση είναι πολύ απλή. Καταρχήν, επειδή ουδέποτε εισέπραξαν από τους εναγόμενους το ποσό που ισχυρίζονται ότι εισέπραξαν κι' έπειτα, επειδή, όπως θα διαφανεί στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των Μ.Ε. 3 και 4, ο ισχυρισμός των Μ.Ε. 1 και 3, ότι οι ενάγοντες, για τις κατ' ισχυρισμό τους εκτελεσθείσες εργασίες στο επίδικο έργο κατέβαλαν το Φ.Π.Α. επί του ποσού των €22.487,00, είναι ανυπόστατος. Υπεισέρχομαι τώρα και όσα ανάφερε κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας σε σχέση με την επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 2). Ειδικότερα: Ερωτηθείς ποια άτομα ήταν παρόντα κατά την υπογραφή της, όπως είπε, αν θυμάται, εκ μέρους των εναγόμενων 1 ήταν η Μ.Υ.1, εκ μέρους των εναγόμενων 2, η κυρία xxxxx και εκ μέρους των εναγόντων, ο ίδιος. Ερωτηθείς πού υπογράφτηκε η επίδικη συμφωνία ισχυρίστηκε ότι υπογράφτηκε στα υφιστάμενα γραφεία της Μ.Υ.1 που ήταν δίπλα από την υφιστάμενη οικοδομή. Ερωτηθείς εάν τα άτομα που είχε κατονομάσει προηγουμένως υπόγραψαν ταυτόχρονα, όπως είπε, δε θυμάται αν ήταν όλοι παρόντες την ίδια στιγμή. Διαφώνησε με την υποβολή ότι την επίδικη συμφωνία την πήρε ο ίδιος στο σπίτι του πεθερού της Μ.Υ.1 και η κάθε πλευρά την υπόγραψε μόνη της ξεχωριστά και επανέλαβε τη θέση, ότι την πήρε στο γραφείο της Μ.Υ.
- Παρατηρώ τα εξής: Όπως προκύπτει από την επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε από το μάρτυρα και τους Μ.Υ.1 και 4 καθώς και από τη σύζυγο του τελευταίου, xxxxx Μαυρογένους και θεωρώ ότι ο μάρτυρας, ο οποίος ισχυρίζεται πως ήταν γνήσια και όχι εικονική - όπως είναι η θέση των εναγόμενων - και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δεν μπορεί να μη θυμόταν τα πρόσωπα που ήταν παρόντα κατά την υπογραφή της και ειδικότερα αυτά που την υπόγραψαν. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε χωρίς την παρουσία μαρτύρων και κλήθηκε να πει κατά πόσο συμφωνεί, «Υπήρχαν και μάρτυρες.» απάντησε. Όμως, όταν ακολούθως του ζητήθηκε να τους δείξει στο σημείο όπου υπόγραψαν, ισχυρίστηκε - και έτσι είναι - πως δεν είχε μάρτυρες. Το γεγονός ότι ενώ η αγωγή των εναγόντων εδράζεται επί της επίδικης συμφωνίας, εντούτοις, ο διευθυντής τους, εκτός από τα πρόσωπα που την έχουν υπογράψει, καταρχήν ισχυρίστηκε ότι κατά την υπογραφή της υπήρχαν και μάρτυρες και μόνο όταν αυτή τέθηκε ενώπιόν του - οπότε δεν μπορούσε πλέον να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο -, αναγκάστηκε να παραδεχθεί πως δεν υπήρχαν μάρτυρες αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο που αντανακλά και τη σημασία που απέδωσε ο ίδιος στο περιεχόμενό της εν λόγω συμφωνίας κατά την υπογραφή της. Όσα ακολουθούν με αναφορά πάντοτε στην επίδικη συμφωνία, κατά τη γνώμη μου είναι αρκούντως αποκαλυπτικά, τόσο της σημασίας που απέδωσαν οι ενάγοντες στο περιεχόμενο της συμφωνίας όσο και της ποιότητας της μαρτυρίας και κυρίως της αξιοπιστίας του διευθυντή τους, ως μάρτυρα. Αντεξεταζόμενος, πάντοτε, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε και τα εξής: Η επίδικη συμφωνία είχε μόνο τις 6 σελίδες που έχει και το τεκμήριο 2 και είναι μόνο αυτό το έγγραφο των 6 σελίδων που κατάθεσε στο Συμβούλιο Εργοληπτών. Ερωτηθείς εάν πλήρωσαν οτιδήποτε στο Συμβούλιο Εργοληπτών προκειμένου να αγοράσουν το εν λόγω συμφωνητικό, απάντησε ως εξής: «Αυτό μας το είχε δώσει το Συμβούλιο Εργοληπτών πριν χρόνια, ένα τυπικό συμβόλαιο.» Ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι τι εννοούσε ο μάρτυρας, ισχυριζόμενος ότι την επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 2), τους την είχε δώσει το Συμβούλιο Εργοληπτών, πριν χρόνια, τη στιγμή που πρόκειται για δακτυλογραφημένο έγγραφο, στο οποίο αναφέρονται - δακτυλογραφημένα επίσης - τα ονόματα των συμβαλλομένων, δηλαδή των διαδίκων και διάφορα άλλα στοιχεία, όλα δακτυλογραφημένα που αφορούν το επίδικο έργο, οπότε και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση του, ότι το Συμβούλιο Εργοληπτών, τους είχε δώσει την επίδικη συμφωνία, πριν χρόνια. Για να συνεχίσω, με την επισήμανση ότι στην επίδικη συμφωνία περιλαμβάνεται και το «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΟΡΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ», αποτελούμενο από 24 όρους, όταν ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος από την κα Πατσαλίδου κλήθηκε να πει, πού παραπέμπουν τα άρθρα που αναφέρονται στην πρώτη στήλη, αριστερά, στο παράρτημα και πού είναι οι όροι του συμβολαίου, απάντησε ως εξής: «Αυτά ήταν το παράρτημα των όρων συμβολαίου. Τα άρθρα που αναφέρονται είναι σε άλλες σελίδες, οι οποίες δεν είναι απαραίτητες να έχεις όλες τις σελίδες για ένα συμβόλαιο.» Όπως είπε απαντώντας στις επόμενες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, αυτές τις σελίδες, δεν τις έχει δώσει ούτε τις σημειώνει πάνω ούτε τις έχει συμπληρώσει πάνω στο συμφωνητικό έγγραφο και τούτο, επειδή δε θεωρούνται όλα απαραίτητα. Αν ο πελάτης ζητούσε όλο το συμφωνητικό, πρόσθεσε, φυσικά θα του το έπαιρνε. Παρόλα αυτά, όπως είπε στη συνέχεια, το έγγραφο (δηλαδή η επίδικη συμφωνία) δεν είναι ελλιπές. Δεν το ρώτησε ποτέ κανένας από τους αντισυμβαλλόμενους των εναγόντων, πού βρίσκονται αυτά τα άρθρα και οι όροι και ούτε τους εξήγησε κάτι σε σχέση με αυτά. Δεν το ρώτησε κανείς. Αυτά τα γνωρίζει πιο πολλά ο πολιτικός μηχανικός της εταιρείας, δηλαδή των εναγόντων. Οι εναγόμενοι - αντισυμβαλλόμενοι των εναγόντων και τα φυσικά πρόσωπα που υπόγραψαν για λογαριασμό τους, αν ήθελαν να ρωτήσουν λεπτομέρειες για όλα αυτά, μπορούσαν να ρωτήσουν και να μάθουν. Πέραν από την προφανή αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας, ο οποίος, ενώ από τη μια ισχυρίστηκε ότι τα άρθρα που αναφέρονται στο επίμαχο παράρτημα όρων συμβολαίου, είναι σε άλλες σελίδες, οι οποίες, βασικά δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται στην επίδικη συμφωνία και από την άλλη, ότι αυτές τις σελίδες, δεν τις έχει δώσει ούτε τις σημειώνει πάνω ούτε τις έχει συμπληρώσει πάνω στο συμφωνητικό έγγραφο και τούτο, επειδή δε θεωρούνται όλα απαραίτητα, που έστω έμμεσα αφήνει να νοηθεί πως δεν υπάρχουν αυτές οι σελίδες, είναι και το γεγονός, ότι οι υπό αναφορά όροι είναι τόσο κεφαλαιώδους σημασίας - δεδομένης της φύσης τους -, οπότε, τα όσα ανάφερε στη συνέχεια ο μάρτυρας είναι άκρως παράλογα σε βαθμό που στο μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορώ να καταλήξω είναι το εξής: το μόνο έγγραφο που υπόγραψαν οι διάδικοι είναι η επίδικη συμφωνία, έστω κι' αν το σχετικό παράρτημα που περικλείει τους όρους της αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Και επειδή αυτή, δεν ήταν γνήσια, αλλά συντάχθηκε για το σκοπό που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ο μάρτυρας, που προφανώς είναι και ο συντάκτης της, δε θεώρησε σκόπιμο να συμπληρώσει τη σχετική - τρίτη - στήλη σε σχέση με όσους από τους όρους συμβαίνει αυτό καθώς και να επισυνάψει τα άρθρα που αναφέρονται στην πρώτη στήλη, κατ' αντιστοιχία καθενός από τους 24 όρους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα. Και κάτι ακόμη. Ειδικά ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι οι εναγόμενοι - αντισυμβαλλόμενοι των εναγόντων και τα φυσικά πρόσωπα που υπόγραψαν εκ μέρους τους, εάν ήθελαν να ρωτήσουν λεπτομέρειες για όλα αυτά, μπορούσαν να ρωτήσουν και να μάθουν, ως επίσης, εάν ζητούσαν όλο το συμφωνητικό έγγραφο, φυσικά θα τους το έπαιρνε, είναι εκπληκτικός. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που ισχυρίζεται ο μάρτυρας και θέλει να γίνει πιστευτός είναι το εξής: οι εναγόμενοι, ενώ υπόγραψαν μια συμφωνία που τους δημιουργούσε συγκεκριμένες υποχρεώσεις έναντι των εναγόντων, εντούτοις δέχτηκαν να τους δοθεί μόνο μέρος της συμφωνίας και το υπόλοιπο, το οποίο, κατά μια εκδοχή του είχε συμπληρώσει ο μάρτυρας, μολονότι τους δέσμευε, θα τους το έδινε μόνο εάν το ζητούσαν, είτε ακόμη, εάν ήθελαν λεπτομέρειες συναφώς με αυτό, θα μπορούσαν να ρωτήσουν και να μάθουν. Ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του στερούνται και σοβαρότητας είναι ολοφάνερο. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή του δήλωση, για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και για την ανάληψη και εκτέλεση των επίδικων εργασιών και έργων προέβηκαν σε γραπτή γνωστοποίηση στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων, ημερομηνίας 2/9/
- Πρόκειται για το τεκμήριο 4 το σχετικό έγγραφο και όπως είπε ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος, το συμπλήρωσε ο ίδιος. Ερωτηθείς από την κα Πατσαλιδου, γιατί δεν το συμπλήρωσε στα σημεία που του ανάφερε και υπάρχουν κενά ισχυρίστηκε ότι για το Συμβούλιο δεν είναι απαραίτητα όλα αυτά. Το Συμβούλιο, πρόσθεσε, το ενδιαφέρει τι έργο θα γίνει, πού θα γίνει και τα ποσά. Όταν ακολούθως, του υποβλήθηκε ότι όλα αυτά τα στοιχεία που παρέλειψε να συμπληρώσει επιβάλλεται να είναι συμπληρωμένα ισχυρίστηκε ότι στο Συμβούλιο, μαζί με τη γνωστοποίηση δίνουν και αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας και της άδειας οικοδομής. Ερωτηθείς γιατί στην επίδικη συμφωνία δεν υπάρχει αριθμός συμβολαίου ισχυρίστηκε πως δε χρειάζεται, δεν είναι απαραίτητος, ως επίσης και ότι μπορείς να βάλεις οποιοδήποτε αριθμό θέλεις. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο αριθμός συμβολαίου είναι απολύτως απαραίτητος και υποχρεωτικός από το Συμβούλιο προκειμένου να είναι νόμιμα καταρτισθέν το συμφωνητικό έγγραφο και να γίνει δεκτή η κατάθεσή του στο Συμβούλιο, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι αυτά τα δελτία (εννοώντας τη γνωστοποίηση - τεκμήριο 4 -), αυτά τα συμφωνητικά, την - τότε - εποχή που τα κατάθεσαν στο Συμβούλιο, δε χρειαζόταν ο αριθμός. Για να προσθέσει ότι τώρα έχουν αλλάξει και έχουν πιο πολλά σημεία και πιο πολλές λεπτομέρειες τα συμφωνητικά έγγραφα. Από τις παραπάνω απαντήσεις του, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: εάν ευσταθούσε η θέση του, πως όταν κατάθεσαν στο Συμβούλιο την επίδικη σύμβαση και τη σχετική γνωστοποίηση, δε χρειαζόταν να αναφέρονται σ' αυτά τα διάφορα στοιχεία που του αναφέρθηκαν και ιδιαίτερα στη γνωστοποίηση, τότε, ποια ανάγκη ώθησε το Συμβούλιο να περιλάβει σ' αυτή και όσα στοιχεία περικλείει τα οποία δεν έχουν συμπληρωθεί από το μάρτυρα; Επιπλέον και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, πόσο πειστικός μπορεί να είναι ο μάρτυρας, ισχυριζόμενος ότι εναπόκειται στο Συμβούλιο να ορίσει ποια από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη γνωστοποίηση, είτε χρειάζεται είτε είναι απαραίτητο να συμπληρωθούν, τη στιγμή που η αποστολή της εν λόγω γνωστοποίησης από τον εγγεγραμμένο εργολήπτη αποτελεί νομική υποχρέωσή του, η οποία εδράζεται στο άρθρο 38 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001 (Ν. 29(I)/2001); Να πω απλώς, ότι σύμφωνα με το άρθρο 38
(3)του πιο πάνω Νόμου, ο εργολάβος, ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία που θα πρέπει να γνωστοποιεί στο Συμβούλιο είναι και η τάξη της εργασίας που πρόκειται να εκτελεστεί και στην επίδικη γνωστοποίηση, στο σχετικό μέρος, υπάρχει κενό. Για το ίδιο θέμα, η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας κατέφευγε στο ψεύδος, υπέπιπτε σε αντιφάσεις και πρόβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας καταφαίνεται από την απάντησή του στην ακόλουθη διευκρινιστική ερώτηση που του υποβλήθηκε εκ μέρους μου συναφώς με την επίδικη γνωστοποίηση: «Αφού κατ' εσάς δε χρειάζεται να συμπληρωθούν όλα αυτά, γιατί περιλαμβάνονται στο έγγραφο, ως στοιχεία που θα πρέπει να συμπληρωθούν με βάση το έγγραφο;» Και η απάντησή του: «Διότι, χωρίς αυτό το έγγραφο δεν μπορείς να ξεκινήσεις οποιανδήποτε εργασία.» Από την παραπάνω απάντησή του, το εύλογο ερώτημα που και πάλι ανακύπτει είναι το εξής: στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, πώς μπόρεσαν να ξεκινήσουν και ολοκληρώσουν τις επίδικες εργασίες, τη στιγμή που στην επίμαχη γνωστοποίηση παρέλειψαν να συμπληρώσουν τα ακόλουθα στοιχεία; πρώτο, την τάξη του έργου, δεύτερο, τον αριθμό του συμβολαίου, τρίτο, το όνομα του πολιτικού μηχανικού και/ή εργοδηγού στη θέση του υπεύθυνου προσωπικού του έργου και τέταρτο, την ημερομηνία έκδοσης της άδειας οικοδομής. Όσα ακολουθούν, πάντοτε από την αντεξέτασή του, κατά τη γνώμη μου καθιστούν βάσιμη την υποβολή που του έγινε σύμφωνα με τον οποία, η εν λόγω γνωστοποίηση (τεκμήριο 4) δεν καταχωρήθηκε ποτέ και σε κανένα Συμβούλιο και καμιά αρμόδια Αρχή. Διευκρινιστικά να πω ότι στη γνωστοποίηση υπάρχει ειδικό μέρος που περικλείει 4 διαφορετικά και τελείως ασύνδετα μεταξύ τους στοιχεία του έργου, τα οποία θα πρέπει να συμπληρωθούν από τον εργολάβο, με τη σημείωση ενός «√» σε τετραγωνάκι, σ' ό,τι ισχύει - κατά περίπτωση - για κάθε στοιχείο. Για ό,τι μας ενδιαφέρει στο στοιχείο με τίτλο: «ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΜΒΑΔΟ» υπάρχουν διαβαθμίσεις του εμβαδού, ως ακολούθως: μέχρι 300 τ.μ., μέχρι 1.000 τ.μ., μέχρι 4.000 τ.μ., μέχρι 10.000 τ.μ., και τέλος, πέραν των 10.000 τ.μ. Ακριβώς δίπλα, στο στοιχείο με τίτλο: «ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ» υπάρχουν και πάλι διαβαθμίσεις ποσών, ως ακολούθως: μέχρι £15.000, μέχρι £120.000, μέχρι £400.000, μέχρι £1.000.000 και τέλος, πέραν του £1.000.
- Στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι η επίδικη συμφωνία είναι για το ποσό των €45.000,00 και το συνολικό εμβαδό του επίδικου έργου, όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 28552/10 (βλ. το τεκμήριο 14, το σχετικό κατηγορητήριο) είναι συνολικού εμβαδού 500 τ.μ., το παράδοξο είναι ότι ο μάρτυρας, στην επίδικη γνωστοποίηση σημείωσε «√» στο σημείο μέχρι £15.000 (€25.629,02), ως τη συνολική δαπάνη του επίδικου έργου καθώς και στο σημείο μέχρι 300 τ.μ., ως το συνολικό εμβαδό του, που με απλά λόγια σημαίνει ότι ενημέρωσε ψευδώς το Συμβούλιο ότι οι εργασίες που υποτίθεται ότι ανέλαβε ήταν για μικρότερο ποσό και το επίδικο έργο, μικρότερου συνολικού εμβαδού. Αιτιολογώντας τη σχετική σημείωση, σε σχέση με το πρώτο ισχυρίστηκε ότι το Συμβούλιο έχει ορισμένα εμβαδά και συνολική δαπάνη και βάζεις «√» στο περίπου. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «Δε θα βάλω «√» στα χίλια μέτρα με 120 χιλιάδες.» Ερωτηθείς ποιος του είπε ότι πάνε ανάλογα με τη συνολική δαπάνη τα μέτρα, απάντησε ως εξής: «Διότι δεν αλλάζουν εδώ τα στοιχεία. Δεν μπορείς να τα αλλάξεις τα στοιχεία, απλώς έχει το Συμβόλαιο και φαίνεται το ποσό.» «Άρα ισχυρίζεστε ότι είναι λανθασμένη η αναφορά σας μέχρι £15.000;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Όπως είπε απαντώντας, δεν είναι λανθασμένη και τούτο, «Διότι βάζεις το περίπου εκεί. Τικάρεις το περίπου κοντά στα μέτρα και στη δαπάνη και μαζί μ' αυτό είναι και το ποσό του συμβολαίου το οποίο φαίνεται το ποσό του συμβολαίου.» «Γιατί δε βάλετε μέχρι £120.000;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και η απάντησή του: «Ήταν πολλά 120 χιλιάδες και χίλια μέτρα. Αφού δεν είναι κτήριο χίλα μέτρα, να βάλω εγώ χίλια μέτρα;» Από τις παραπάνω απαντήσεις του, το πόσο εκτίθεται ως αναξιόπιστος μάρτυρας είναι ολοφάνερο. Και εκτίθεται διπλά. Καταρχήν, επειδή προσπάθησε να διασυνδέσει το στοιχείο του συνολικού εμβαδού του επίδικου έργου με το στοιχείο της συνολικής του δαπάνης κι' έπειτα, επειδή προέβηκε σε αναληθή αναφορά στην επίδικη γνωστοποίηση σε σχέση και με τα δυο αυτά στοιχεία. Ο μάρτυρας εκτίθεται ως αναξιόπιστος μάρτυρας και από τους ακόλουθους ισχυρισμούς του: Ερωτηθείς εάν γνωρίζει το Μ.Υ.4, ο οποίος αναγράφεται στην τελευταία σελίδα της επίδικης σύμβασης, απάντησε καταφατικά. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι το γνώρισε εκεί στην οικοδομή, στο εργοτάξιο κατά τη διάρκεια των επίδικων εργασιών. Το ίδιο απάντησε και για τη σύζυγο του Μ.Υ.4, κα xxxxx. Να πω απλώς, ότι πρόκειται για τους διευθυντές των εναγόμενων 2, ο Μ.Υ.4 και η σύζυγός του, xxxxx Μαυρογένους, δηλαδή για τους διευθυντές των εκ των αντισυμβαλλόμενων των εναγόντων στην επίδικη συμφωνία και ασφαλώς, εάν ίσχυε η θέση μάρτυρα - κατά μια εκδοχή - ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε από όλους (δηλαδή και από τον ίδιο εκ μέρους των εναγόντων), ταυτόχρονα, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι γνώρισε τους υπό αναφορά στο εργοτάξιο κατά τη διάρκεια των εργασιών. Και τούτο, επειδή, πολύ απλά, πρώτα υπογράφτηκε η επίδικη συμφωνία και μετά είναι που οι ενάγοντες, όπως είναι η θέση τους άρχισαν την εκτέλεση των επίδικων - δυνάμει της επίδικης συμφωνίας - εργασιών. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ότι η εταιρεία Latsi, για τις εργασίες που εκτέλεσε μαζί με τους ενάγοντες, κάθε λίγες μέρες πληρωνόταν κανονικά με αποδείξεις και τιμολόγια. Το πρώτο που παρατηρώ είναι τα εξής: Πρόκειται για το τεκμήριο 8 - σε δέσμη - τα 8 τιμολόγια και οι 8 σχετικές με αυτά αποδείξεις και από το περιεχόμενό τους, δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι η εταιρεία Latsi πληρωνόταν κάθε λίγες μέρες. Η πρώτη απόδειξη είναι ημερομηνίας 19/9/2010, η δεύτερη, ημερομηνίας 24/9/2010, η τρίτη, ημερομηνίας 30/9/2010, η τέταρτη, ημερομηνίας 21/10/2010, η πέμπτη δεν έχει ημερομηνία, η έκτη, ημερομηνίας 12/11/2010, η έβδομη, ημερομηνίας 26/11/2010 και τέλος, η όγδοη, ημερομηνίας 17/12/
- Με αυτό δεδομένο, εάν από την πρώτη στη δεύτερη απόδειξη και από τη δεύτερη στην τρίτη μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για λίγες μέρες, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, δεν ισχύει το ίδιο και για το χρονικό διάστημα 21 ημερών που μεσολαβεί από την τρίτη απόδειξη μέχρι και την τέταρτη, 14 ημερών από την έκτη μέχρι και την έβδομη και τέλος, 21 και πάλι ημερών από την έβδομη μέχρι και την όγδοη. Ωστόσο, αυτό δεν είναι και το μείζον θέμα που αναφύεται συναφώς με τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του μάρτυρα και το συγκεκριμένο τεκμήριο. Υπάρχει και συνέχεια. Ενώ και στα 8 τιμολόγια αναγράφεται ότι είναι έναντι εργασιών, ας δούμε και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας. Ερωτηθείς εάν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με την εταιρεία Latsi σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, απάντησε καταφατικά. Συγκεκριμένα, όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση συμφώνησαν να πληρώνονται τα μεροκάματα των υπαλλήλων που είχαν καθημερινά στο εργοτάξιο. Ερωτηθείς πότε και πώς πληρωνόταν η εν λόγω εταιρεία, όπως είπε, όποτε (ο ίδιος) έκανε εισπράξεις. Ωστόσο, δε θυμόταν εάν η πληρωμή γινόταν με cash ή επιταγές. Παρατηρώ τα εξής: Ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι με την εταιρεία Latsi συμφώνησαν να πληρώνονται τα μεροκάματα των υπαλλήλων που είχαν καθημερινά στο εργοτάξιο αποτελεί νέα εκδοχή, που είναι σε αντίθεση με προηγούμενους ισχυρισμούς του, ανάμεσά τους και ο ισχυρισμός του της γραπτής του δήλωσης, ότι οι επίδικες εργασίες εκτελέστηκαν από την εταιρεία τους και στις περιπτώσεις που χρειάζονταν άλλους τεχνικούς και υπεργολάβους, τις εκτελούσαν με τη βοήθειά τους. Ακόμη είναι σε αντίθεση και με την αναφορά και στα 8 τιμολόγια που υποτίθεται ότι είχε εκδώσει η εταιρεία Latsi προς τους ενάγοντες, στα οποία - για να επαναλάβω - αναγράφεται ότι είναι έναντι εργασιών. Απ' εκεί και πέρα, ο ισχυρισμός του ότι η εν λόγω εταιρεία πληρωνόταν όποτε έκανε εισπράξεις ο ίδιος (προφανώς, από τους εναγόμενους 1 και 2 εννοούσε) είναι σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι πληρωνόταν κάθε λίγες μέρες. Ακολούθως, ο εν λόγω ισχυρισμός καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των 11 συνολικά αποδείξεων είσπραξης (μέρος του τεκμηρίου 7) που υποτίθεται ότι εξέδωσαν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες για τις κατ' ισχυρισμό των τελευταίων εργασίες που είχαν εκτελέσει στον ουσιώδη χρόνο για τους πρώτους, υπό την εξής έννοια: εάν ευσταθούσε η θέση του μάρτυρα, ότι, όποτε έκανε εισπράξεις από τους εναγόμενους πλήρωνε την εταιρεία Latsi, το αναμενόμενο ήταν να παρουσίαζε ανάλογο αριθμό αποδείξεων είσπραξης της εταιρείας Latsi προς τους ενάγοντες. Δηλαδή, όσες είναι και οι αποδείξεις είσπραξης των εναγόντων από τους εναγόμενους. Επί του ιδίου θέματος, αντεξεταζόμενος και πάλι ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Δε θυμάται εάν η εταιρεία Latsi πληρωνόταν με cash ή επιταγές μα ούτε και πόσα χρήματα της έδωσε συνολικά. Από το ημερολόγιο φαίνεται καθαρά πώς υπολόγιζε τα μεροκάματα των ανθρώπων που δούλευαν εκεί. Είχαν συμφωνήσει €50,00 - €60,00 το μεροκάματο μα δε θυμάται πόσα είχαν συμφωνήσει. Όταν τους έδινε λεφτά, η εταιρεία Latsi, του έβγαζε τιμολόγιο και απόδειξη, ανάλογα με τα μεροκάματα που είχαν. Όταν του υποδείχθηκαν τα σχετικά τιμολόγια (μέρος του τεκμηρίου 8), στα οποία - για να επαναλάβω - αναγράφεται ότι είναι έναντι εργασιών και ρωτήθηκε εάν έγραψε πουθενά αλλού υπολογισμούς για τα μεροκάματα, απάντησε ως εξής: «Τα βγάζαμε εκείνη την ώρα, την Παρασκευή που θα γινόταν η πληρωμή, μαζί με τον υπεύθυνο τα βγάζαμε εκείνη την ώρα.» Από τους παραπάνω ισχυρισμούς του, το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε και το πόσο εκτίθεται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας την οποία παρουσίασε και κατασκεύασε ο ίδιος είναι ολοφάνερο. Από το ημερολόγιο εργοταξίου (τεκμήρια 5 και 6), κανένα συμπέρασμα υπολογισμού μεροκάματων εξάγεται, ενώ, ο ισχυρισμός του, ότι τα τιμολόγια, τα βγάζανε την Παρασκευή που θα γινόταν η πληρωμή μαζί με τον υπεύθυνο, εκτός του ότι αποτελεί τρίτη εκδοχή αναφορικά με το χρόνο που γινόταν η πληρωμή στην εταιρεία Latsi, καταρρίπτεται πανηγυρικά από το περιεχόμενο των εν λόγω τιμολογίων καθώς και των σχετικών αποδείξεων είσπραξης και συγκεκριμένα, από την ημερομηνία έκδοσής τους, υπό την εξής έννοια: εάν ευσταθούσε η νέα εκδοχή του μάρτυρα, κατά λογική ακολουθία, τα επίδικα τιμολόγια και αποδείξεις, θα πρεπε να ήταν περισσότερα και να εκδίδονταν ανά ένα, κάθε Παρασκευή, κάτι που από το περιεχόμενό τους, δεν προκύπτει. Και κάτι ακόμη που θεωρώ ότι ενισχύει το συμπέρασμά μου ότι τα τιμολόγια - αποδείξεις (τεκμήριο 8) αποτελούν κατασκευασμένη μαρτυρία από το μάρτυρα για σκοπούς αυτοεπιβεβαίωσης της ανυπόστατης εκδοχής του. Ερωτηθείς από την κα Πατσαλίδου, πού ήταν και ποιος του έδινε τα επίδικα τιμολόγια, ισχυρίστηκε πως ήταν στο εργοτάξιο και του τα έδινε ο υπεύθυνος. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν ο υπεύθυνος τα εξέδιδε μπροστά του, απάντησε ως εξής: «Μπροστά μου, εγώ του τα έγγραφα, γιατί δεν ήξερε να γράφει ελληνικά.» Όταν λίγο αργότερα ρωτήθηκε εάν ο ίδιος συμπλήρωνε και τα τιμολόγια και τις αποδείξεις, απάντησε και πάλι καταφατικά. Ερωτηθείς ποιος υπόγραφε κάθε φορά, «Αυτός ο υπεύθυνος.» απάντησε. Ωστόσο, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν η υπογραφή σε όλα είναι του ίδιου ατόμου ισχυρίστηκε ότι ορισμένες φορές υπόγραφε και κάποιος άλλος, ο αδελφός του που ήταν εκεί, όταν έλειπε ο Latsis. Ερωτηθείς ποιος είχε τα μπλοκ των τιμολογίων και αποδείξεων, «Ο ίδιος ο υπεύθυνος.» απάντησε. «Και επιάνετε και τα συμπληρώνατε εσείς;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Τα έφερνε στο εργοτάξιο, τα συμπλήρωνε και πληρωνόταν.» Από τις παραπάνω απαντήσεις του, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: εν τέλει, ποιος συμπλήρωνε τα τιμολόγια και τις σχετικές με αυτά αποδείξεις (τεκμήριο 8) της εταιρείας Latsi προς τους ενάγοντες; Ο υπεύθυνος, ο αδελφός του ο Latsis ή ο μάρτυρας; Η σοβαρότητα της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας, κατά τη γνώμη μου καθιστά απολύτως βάσιμη και καθ' όλα δικαιολογημένη την υποβολή που του έγινε στη συνέχεια σύμφωνα με την οποία, τα εν λόγω τιμολόγια είναι ψευδή και κατασκευασμένα. Αντεξεταζόμενος και πάλι ο μάρτυρας ισχυρίστηκε τα εξής: Οι επίδικες οικοδομικές εργασίες των εναγόντων δεν περιγράφονται στην επίδικη συμφωνία, αλλά στην ανάλυση, στην περιγραφή των εργασιών. Όπως είπε λίγο αργότερα υπάρχει περιγραφή εργασιών πριν να γίνει το συμφωνητικό έγγραφο και το ανάλογο ποσό και τότε γίνεται το συμφωνητικό έγγραφο. Διευκρινιστικά να πω ότι στην επίδικη συμφωνία και συγκεκριμένα, στο προοίμιό της διαλαμβάνονται τα εξής: «ΚΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ότι ο Εργολάβος έχει υποβάλει προς στον Εργοδότη ένα πλήρως τιμολογημένο αντίγραφο των προαναφερόμενων Δελτίων Ποσοτήτων (εις το εξής καλούμενο «τα Δελτία Συμβολαίου») ΚΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ότι τα προαναφερόμενα Σχέδια τα οποία αριθμούνται και καταγράφονται εις τα Δελτία Συμβολαίου (εις το εξής «τα Σχέδια Συμβολαίου») και τα Δελτία Συμβολαίου έχουν υπογραφεί υπό ή εκ μέρους των μελών εις το παρών Συμβόλαιο, ..». Με αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα, ερωτηθείς ο μάρτυρας εάν συμφωνεί ότι τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτό, τα οποία θα έπρεπε να είναι υπογραμμένα από τους συμβαλλόμενους (δηλαδή, τους ενάγοντες και τους εναγόμενους) δεν υπάρχουν, ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν. Όταν του υποβλήθηκε ότι αν υπήρχαν θα έπρεπε να είναι συνημμένα στην επίδικη συμφωνία ισχυρίστηκε ότι το είχε πει και προηγουμένως, ότι πριν γίνει η επίδικη συμφωνία γίνεται περιγραφή εργασιών, συμφωνείται το ποσό και μετά γίνεται το έγγραφο. Όταν η κα Πατσαλίδου, του υπέδειξε ότι το ρωτά για άλλο πράγμα και αυτός μιλά για προσφορές και ουσιαστικά τον επανάφερε στην αρχική ερώτηση και συγκεκριμένα, εάν υπάρχουν τα πιο πάνω έγγραφα καθώς και εάν είναι υπογραμμένα από όλους, απάντησε ως εξής: «Υπάρχει και είναι υπογεγραμμένο από την εταιρεία μου.» Το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε και η σύγκρουσή του με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 2) - που αποτελεί και πραγματική μαρτυρία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα - είναι ολοφάνερα. Από το παραπάνω απόσπασμα της επίδικης συμφωνίας είναι σαφές, ότι αν υπήρχαν τα υπό αναφορά έγγραφα, πρώτο, θα έπρεπε να ήταν υπογραμμένα από όλους τους συμβαλλόμενους (ενάγοντες και εναγόμενους 1 και 2) και δεύτερο, οι ενάγοντες που επικαλούνται την ύπαρξή τους, θα έπρεπε να τα παρουσιάσουν και αυτά ως τεκμήριο κατά τη δίκη, μαζί με την επίδικη συμφωνία. Όμως, ότι δεν υπάρχουν τέτοια έγγραφα και ότι ο μάρτυρας, ο οποίος επέμενε ότι υπάρχουν, ψευδόταν, ουσιαστικά το ομολόγησε ο ίδιος με όσα ισχυρίστηκε στη συνέχεια συναφώς με αυτά. Το σχετικό μέρος της αντεξέτασής του ακολουθεί αυτούσιο: «Α. Ναι υπάρχουν. Ε. Πούντα; Α. Τα έχω στο φάκελο εκεί. Ε. Ποιο είναι το φάιλ σας; Α. Εκείνο που σας έδωσα προηγουμένως. (αφού στο μεταξύ βλέπει κάποια έγγραφα που του δίνει η κα Πατσαλίδου από το φάιλ του) Α. Αυτό είναι το δελτίο ποσοτήτων και περιγραφή εργασιών. Ε. Το έγγραφο που κρατάτε θέλω να μου πείτε αν αναφέρει πάνω δελτίο ποσοτήτων και αν είναι υπογραμμένο από τις εναγόμενες εταιρείες και από την ενάγουσα; Α. Δεν είναι υπογραμμένο, είναι υπογραμμένο από την εταιρεία μου, η οποία εταιρεία έχει κάνει την προσφορά αυτήν. Ε. Άρα δεν είναι δελτίο ποσοτήτων, συμφωνείτε μαζί μου; Α. Ναι, είναι προσφορά συγκεκριμένων εργασιών. Ε. Άρα, συμφωνείτε μαζί μου ότι ουδέποτε ετοιμάστηκαν, όπως αναφέρει το συμβόλαιο, ούτε σχέδια ή δελτία ποσοτήτων; Α. Συμφωνώ, αυτά είναι ευθύνη του αρχιτέκτονα και του πολιτικού μηχανικού.» Κατά τη γνώμη μου, η κα Πατσαλίδου, δικαίως του υπόβαλε στη συνέχεια τα εξής: «Εγώ σας υποβάλλω κύριε μάρτυς, ότι ακριβώς επειδή η συμφωνία τεκμήριο 2, ήταν εικονική και είναι εικονική, γι' αυτό το λόγο, ούτε όροι επίσης αναφέρθησαν πάνω σ' αυτό το συμβόλαιο ούτε σχέδια ούτε δελτία ποσοτήτων ούτε και τιμολογημένο έγγραφο των δελτίων ποσοτήτων από την εταιρεία σας υποβλήθηκε ποτέ στους εναγόμενους και γι' αυτόν το λόγο είναι εικονική η συμφωνία.» Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δε δέχθηκε την υποβολή, ασφαλώς δε διαφοροποιεί τα πράγματα. Αντεξεταζόμενος και πάλι ο μάρτυρας ισχυρίστηκε και τα εξής: Οι προηγούμενοι εργολάβοι στο επίδικο έργο ήταν η εταιρεία Latsi. Δε γνωρίζει και δεν τον αφορούσε τι είχε συμφωνήσει η εν λόγω εταιρεία με τους εναγόμενους ούτε ποιες εργασίες θα έκανε ούτε για ποιο ποσό ούτε πότε ξεκίνησε να εργάζεται εκεί στο έργο μα ούτε και ποιες εργασίες εκτέλεσε πριν από την 1/9/2010 και μέχρι την ημερομηνία αυτή. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι μέχρι και την ημερομηνία αυτή, η εταιρεία Latsi είχε κάνει τα χαλάσματα στο έργο και το χτίσιμο των τούβλων και το μπετόν, διαφώνησε. Όταν ακολούθως του υποβλήθηκε ότι η εν λόγω εταιρεία ξεκίνησε τις εργασίες της από τον Ιούνιο του 2010 και μέχρι τις 31/11/2010 έκανε τα χαλάσματα των τοίχων, το κτίσιμο, το μπετόν, τοποθέτηση πέτρας και κεραμικών, εφαρμογή μόνωσης και επίβλεψης των υπολοίπων τεχνιτών, απάντησε ως εξής: «Από τον ένατο μέχρι τον εντέκατο δούλευε για την εταιρεία μου και όλα αυτά τα έργα ήταν για την εταιρεία μου που έγιναν.» Ωστόσο, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε σε τι φάση ήταν το έργο όταν πήγε εκεί στις 2/9/2010, όπως είπε απαντώντας, υπήρχαν χαλάσματα παντού. Ερωτηθείς ποιος έκανε τα χαλάσματα, «Η προηγούμενη εταιρεία.» απάντησε. Από τις παραπάνω απαντήσεις του καταφαίνεται ο αριθμός και των νέων αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε. Εκεί που δε δεχόταν ότι μέχρι και την 1/9/2010, η εταιρεία Latsi είχε εκτελέσει τις εργασίες που του είχαν αναφερθεί, ανάμεσά τους και όλα τα χαλάσματα και ακολούθως ισχυρίστηκε ότι ναι μεν είναι η εν λόγω εταιρεία που εκτέλεσε τις εν λόγω εργασίες, αλλά τις εκτέλεσε για την εταιρεία του, δηλαδή για τους ενάγοντες, από τον ένατο μέχρι τον εντέκατο, στο τέλος ισχυρίστηκε πως όταν πήγε στο έργο, στις 2/9/2010 υπήρχαν χαλάσματα παντού, τα οποία έκανε η προηγούμενη εταιρεία, δηλαδή η εταιρεία Latsi. Η οποία, όπως είχε ισχυριστεί αρχικά - απαντώντας σε σχετική ερώτηση της κας Πατσαλίδου - δε γνωρίζει ποιες εργασίες είχε εκτελέσει πριν από την 1/9/2010 και μέχρι την ημερομηνία αυτή. Η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας υπέπιπτε σε αντιφάσεις αποδεικνύεται και από αυτά που ισχυρίστηκε στη συνέχεια για το ίδιο θέμα: Όταν μετά που ισχυρίστηκε πως όταν πήγε στο επίδικο έργο, στις 2/9/2010 υπήρχαν χαλάσματα παντού, ρωτήθηκε εάν θυμάται τώρα ξαφνικά ότι η προηγούμενη εταιρεία είχε κάνει χαλάσματα, ισχυρίστηκε ότι τα είδε όταν πήγε επί τόπου να κάνει την καταγραφή των εργασιών. Απαντώντας στην μεθεπόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε πως όταν πήγε στο επίδικο έργο, ήταν ημιτελές. Ερωτηθείς τι απέμεινε να γίνει και τι είχε γίνει, ποιες εργασίες είχαν γίνει και τι απέμειναν να γίνουν όταν το είδε, απάντησε ως εξής: «Το τι είχε γίνει δε με αφορούσε και το τι έπρεπε να γίνουν, τις έχω καταγράψει με το μέτρο και με την τιμή του μέτρου για να βγει το κόστος.» Η κα Πατσαλίδου επέμενε και αφού του υπόδειξε ότι εφόσον όπως λέει είχε πάει στο έργο ξέρει ποιες εργασίες και μέχρι ποιου σημείου είχαν φτάσει από τους προηγούμενους, δηλαδή από την εταιρεία Latsi και του ζήτησε να απαντήσει συναφώς με αυτά, απάντησε ως εξής: «Είχαν κάνει πάρα πολλά χαλάσματα, επίσης, μπορώ να συνεχίσω; Υπάρχουν και φωτογραφίες για την καθημερινή εξέλιξη των εργασιών.» Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, ότι υπό το βάρος της πιεστικής - πλην όμως, εντός καθ' όλα θεμιτών και αποδεκτών πλαισίων - αντεξέτασης στην οποία υποβαλλόταν, θα έφθανε στο σημείο να ισχυριστεί ότι υπάρχουν φωτογραφίες για την καθημερινή εξέλιξη των εργασιών που είχε κάνει η εταιρεία Latsi προτού υποτίθεται αναλάβουν την αποπεράτωση του επίδικου έργου οι ενάγοντες, ομολογώ πως δεν το περίμενα. Όπως επίσης δεν περίμενα και την απάντησή του στην ακόλουθη υποβολή που του έγινε από την κα Πατσαλίδου: «Εγώ σας υποβάλλω κύριε μάρτυς, οι Εναγόμενες μαζί με την εταιρεία Jenei Latsi Trading Ltd συμφώνησαν την εκτέλεση όλων των εργασιών που σου ανάφερα προηγουμένως για την ανακαίνιση της οικίας τους να πληρωθούν το ποσό των €49.000,00, το ποσό με τις έξτρα εργασίες έφτασε τις €59.000,00, το οποίο κατέβαλαν οι εναγόμενες εταιρείες στη Jenei Latsi Trading Ltd.» Και ενώ η υποβολή αυτή, βασικά περικλείει την κεντρική υπερασπιστική θέση των εναγόμενων 1 και 2 στην εναντίον τους αγωγή, που είναι ότι το σύνολο των επίδικων εργασιών, περιλαμβανομένων και των έξτρα εργασιών είχε εκτελέσει η εταιρεία Latsi και ότι οι ενάγοντες, παρά την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας, ουδεμία εργασία εκτέλεσαν στο επίδικο έργο, η απάντηση του μάρτυρα στην υποβολή, πραγματικά με εξέπληξε. Ακολουθεί αυτούσια: «Δε με αφορά, δε γνωρίζω και δε με αφορά.» Κι' όμως, εάν ευσταθούσε η εκδοχή των εναγόντων, την οποία ανέλαβε να προωθήσει ο ίδιος στο Δικαστήριο είναι προφανές, ότι διαφορετική θα πρεπε να ήταν η απάντησή του στην υποβολή που του έγινε. Επί του ισχυρισμού του της παραγράφου 7 της γραπτής του δήλωσης, ότι οι εναγόμενοι, σε αναγνώριση ή και αποδοχή των εναγόντων, ως τους νέους εργολάβους ή και εργολήπτες ή και εκτελεστές των εργασιών που συμφώνησαν, πλήρωναν την εταιρεία τους, κυρίως με επιταγές που εκδίδονταν και πληρώνονταν απευθείας στο όνομα των εναγόντων, παρατηρώ τα εξής: Σε καμιά από τις 11 συνολικά αποδείξεις είσπραξης που φέρονται ότι εξέδωσαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους συναφώς με τις κατ' ισχυρισμό τους επίδικες εργασίες που είχαν εκτελέσει δυνάμει της επίδικης συμφωνίας αναφέρεται ότι η πληρωμή του ποσού που αναφέρεται σε κάθε μια από αυτές έγινε με επιταγή. Απεναντίας, σε 4 από τις εν λόγω αποδείξεις αναφέρεται ότι το σχετικό ποσό εισπράχθηκε τοις μετρητοίς, ενώ στις μόνες αποδείξεις (κι' αυτές μέρος του τεκμηρίου 7) που αναφέρεται ότι το ποσό των €134.50 που είχε καταβληθεί από τους δυο εναγόμενους στους ενάγοντες, εισπράχθηκε από τους τελευταίους με επιταγή, αναφέρεται και ο αριθμός της επιταγής. Οι εν λόγω αποδείξεις - που είναι και οι μόνες γνήσιες αποδείξεις των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1 και 2 -, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Υ.1, 4 και 5 αφορούν στην ασφάλεια του επίδικου έργου και οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν στους ενάγοντες το συγκεκριμένο ποσό (από €134.50), για το λόγο που ανάφεραν καθ' όλα πειστικά και απολύτως τεκμηριωμένα και οι τρεις αυτοί μάρτυρές τους. Μάλιστα, σε αντίθεση με το Μ.Ε.1, ο οποίος, όταν του ζητήθηκε από την κα Πατσαλίδου να δείξει στο Δικαστήριο τα αντίγραφα των επιταγών με τις οποίες οι εναγόμενοι πλήρωναν τους ενάγοντες, ισχυρίστηκε πως δεν είχε αντίγραφα των επιταγών, ως επίσης ότι πήγε στην τράπεζα και δεν του έδιναν αντίγραφα, η Μ.Υ.1 παρουσίασε αντίγραφο της μοναδικής επιταγής την οποία οι εναγόμενοι 1 είχαν δώσει στο Μ.Ε.1 για την ασφάλεια του επίδικου έργου. Πρόκειται για το τεκμήριο 18 η εν λόγω επιταγή, ημερομηνίας 1/9/
- Απ' εκεί και πέρα, ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος και πάλι συναφώς με το θέμα ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με το λογιστή των εναγόντων (Μ.Ε.3). Ο λόγος θα αναφερθεί στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του τελευταίου. Για να συνεχίσω, ερωτηθείς ο μάρτυρας από την κα Πατσαλίδου, ποια ήταν η διαδικασία έκδοσης των τιμολογίων από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους ισχυρίστηκε ότι πήγαινε στο γραφείο της Μ.Υ.1, που ήταν απέναντι στο εργοτάξιο, του έδινε τα λεφτά και την ίδια ώρα, της έβγαζε το τιμολόγιο και την απόδειξη. Να πως απλώς, ότι στο Μ.Υ.5, όταν απαντώντας σε μια υποβολή που του έγινε από τον κ. Στυλιανού ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Ε.1 δεν έκανε κάτι πέραν του να βάλει την ταμπέλα των εναγόντων στο επίδικο έργο, ακολούθως, του υποβλήθηκε ότι ο κύριος xxxxx, δηλαδή ο Μ.Ε.1 εκτέλεσε τις υπόλοιπες εργασίες ανακαίνισης, τις οικοδομικές και ότι ο μάρτυρας τον είχε πληρώσει γι' αυτές. Αντεξεταζόμενος και πάλι, ερωτηθείς σε ποιον και από ποιον παραδόθηκαν τα 7 τιμολόγια (μέρος του τεκμηρίου 7) των εναγόμενων 2, όπως είπε: «Στους ίδιους.» Ακολούθως, αφού του επαναλήφθηκε η ίδια ερώτηση και επιπλέον ρωτήθηκε ποιος υπόγραψε ότι τα παρέλαβε, απάντησε ως εξής: «Δε θυμάμαι, ένας από τους δυο. Η κυρία xxxxx ή ο κύριος xxxxx.» Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι δεν παραλήφθηκαν από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο των εναγόμενων 2, διερωτήθηκε εάν είναι ψεύτικες οι υπογραφές τους. Ακολούθως ισχυρίστηκε πως δεν είναι ψεύτικες οι υπογραφές τους, αλλά ποιος από τους δυο υπόγραψε, δε θυμάται. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε παραλήφθηκαν από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των εναγόμενων 2, οι 8 αποδείξεις (μέρος του τεκμηρίου 7) που εκδόθηκαν στο όνομά τους, διαφώνησε και ισχυρίστηκε ότι τις παρέδιδε εφόσον έπαιρνε την ανάλογη επιταγή, έβγαζε το τιμολόγιο και την απόδειξη. Ο λόγος για τον οποίο καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 πλήρωναν τους ενάγοντες, κυρίως με επιταγές που εκδίδονταν και πληρώνονταν απευθείας στο όνομα τους, αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Απ' εκεί και πέρα, να υπενθυμίσω πως, όταν ενωρίτερα ο μάρτυρας κλήθηκε από την κα Πατσαλίδου να πει, ποια ήταν η διαδικασία έκδοσης των τιμολογίων από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους ισχυρίστηκε ότι πήγαινε στο γραφείο της Μ.Υ.1, του έδινε λεφτά και της έβγαζε το τιμολόγιο και την απόδειξη, που με απλά λόγια σημαίνει ότι σ' εκείνο το στάδιο αποτελούσε θέση του, ότι οι ενάγοντες, για τις κατ' ισχυρισμό τους επίδικες εργασίες τους και προς τους δυο εναγόμενους, πληρώνονταν μόνο από τη Μ.Υ.
- Τέλος είναι και το γεγονός, ότι στο διευθυντή των εναγόμενων 2 (Μ.Υ.4), ουδέποτε υποβλήθηκε ότι κατέβαλε είτε με επιταγή είτε σε μετρητά οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες είτε ακόμη, ότι παρέλαβε και υπόγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιό τους. Ακολουθεί το τι υποβλήθηκε στο Μ.Υ.4 για τα επίδικα τιμολόγια: καταρχήν, γενικά και αόριστα, ότι αυτά καθώς και οι σχετικές αποδείξεις (τεκμήριο 7) δεν ήταν καθόλου εικονικά. Ακολούθως, ότι σε αναγνώριση των εργασιών που εκτελέστηκαν και τους χρέους τους προς τους ενάγοντες, η Μ.Υ.1 υπόγραψε τα επίδικα τιμολόγια. Για να συνεχίσω με το διευθυντή των εναγόντων, όταν κάποια στιγμή αργότερα, του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε του έδωσε χρήματα οποιοσδήποτε, διότι οι ενάγοντες, ουδέποτε εργάστηκαν εκεί ως εργολάβοι, διαφώνησε. Έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του - στο στάδιο της κυρίως εξέτασης -, ότι οι επίδικες εργασίες εκτελέστηκαν από την εταιρεία Latsi μετά από οδηγίες του και ότι εκ μέρους των εναγόντων ήταν μόνο η επίβλεψη, τουλάχιστον το δεύτερο σκέλος της υποβολής, θα πρεπε να το δεχθεί. Όταν λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε ότι καμιά εργασία από τις αναφερόμενες στα ημερολόγια εργοταξίου (τεκμήρια 5 και 6) δεν εκτέλεσαν στο επίδικο έργο, ούτε οι ενάγοντες μα ούτε και ο ίδιος ή οποιοσδήποτε άλλος κατ' εντολή του, διαφώνησε και ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν και φωτογραφίες στο εργοτάξιο. Ακόμη και να υπήρχαν φωτογραφίες από το εργοτάξιο, αν και θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να δούμε, πώς από το περιεχόμενό τους θα στοιχειοθετείτο η θέση του μάρτυρα, ότι συγκεκριμένες εργασίες εκτελέστηκαν είτε από τους ενάγοντες είτε από τον ίδιο είτε τέλος εκ μέρους οποιουδήποτε άλλου κατ' εντολή του, εντούτοις, η ουσία του πράγματος, αλλού έγκειται. Ειλικρινά διερωτώμαι: εάν υπήρχαν τέτοιες φωτογραφίες, ο μάρτυρας, ο οποίος παρουσίασε τόσα άλλα έγγραφα στην ανεπιτυχή προσπάθειά του να με πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του, γιατί δεν παρουσίασε και τις εν λόγω φωτογραφίες; Η απάντηση είναι απλή. Επειδή τέτοιες φωτογραφίες δεν υπάρχουν και προφανώς, η κατασκευή τους από τον ίδιο, δε θα ήταν το ίδιο ευχερής όπως έγινε και με διάφορα άλλα έγγραφα που παρουσίασε κατά τη δίκη. Με αυτό αναφέρομαι στα τεκμήρια 4, 5, 6, 7 και
- Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του διευθυντή των εναγόντων, ως μάρτυρα. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του xxxxx Ευσταθίου (Μ.Ε.2), ως μάρτυρα - όπως και του προηγούμενου μάρτυρα - είναι τελείως αρνητική. Ο μάρτυρας είμαι βέβαιος ότι επιστρατεύτηκε από τον προηγούμενο μάρτυρα, όχι για να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια συναφώς με τα γεγονότα της υπόθεσης (για τα οποία είμαι βέβαιος, ότι ουδεμία ανάμειξη είχε), αλλά, με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον προηγούμενο μάρτυρα, στην προσπάθειά του να πετύχει η αγωγή των εναγόντων. Σ' αυτό το πλαίσιο, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης προέβαλε ισχυρισμούς σε αντίθεση με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του προηγούμενου μάρτυρα, αλλά και αυτοτελώς, είτε ακόμη, που στερούνται λογικής και πειστικότητας - ενίοτε και σοβαρότητας - και κυρίως, οι οποίοι καταρρίπτονται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Ακολουθούν μερικά, μόνο, παραδείγματα, που κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου: Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε πως ήταν συνεργάτες με τους ενάγοντες και γνωρίζει το διευθυντή τους (Μ.Ε.1). Με τους ενάγοντες έτυχε να συνεργαστούν από το 2009 και μετά και η συνεργασία τους συνίστατο σε οικοδομικές εργασίες. Το 2010 έτυχε να κάνουν κάτι δουλείες στο Aphrodite Hills και μετά το Σεπτέμβρη, κάτι δουλείες, μια μικρή δουλειά στην Αγία Φύλα εκεί στο Mediterranean το νοσοκομείο. Έχοντας υπόψη αυτά που ανάφερε στη συνέχεια ο μάρτυρας είναι σαφές, ότι πρόκειται για το επίδικο έργο η μικρή δουλειά στην Αγία Φύλα. Ερωτηθείς τι εργασίες γίνονταν εκεί, όπως είπε, δεν πήγαιναν συνέχεια εκεί, αλλά, όποτε τους χρειαζόταν ο Μ.Ε.
- Έκαναν κάτι επιδιορθώσεις πάνω στις κολώνες, κατεδαφίσεις τοίχους, μετά πήγαν για να βάλουν, να κάνουν ελαφρομπετά, βασικά πιο μετά για κάτι σκάλες να ντυθούν με μάρμαρα, γρανίτες. Αυτές οι εργασίες διήρκησαν από το Σεπτέμβρη μέχρι το τέλος του χρόνου, Δεκέμβρη του
- Όταν πήγαιναν εκεί, ο Μ.Ε.1 ήταν εκεί για να τους δώσει εντολές τι να κάνουν. Να πω απλώς, ότι ο Μ.Ε.1, του οποίου η μαρτυρία συμπληρώθηκε μόλις ένα μήνα και μερικές μέρες προηγουμένως, ουδέποτε αναφέρθηκε είτε στο μάρτυρα είτε στην εταιρεία του, ενώ, κατά μια εκδοχή ισχυρίστηκε ότι οι οικοδομικές εργασίες εκτελέστηκαν από την εταιρεία Latsi. Η μεταξύ τους σύγκρουση σ' αυτό το, τόσο μεγάλης σημασίας θέμα αποτελεί γεγονός. Η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας προέβαλλε ψευδείς και παράλογους ισχυρισμούς αποδεικνύεται και από την απάντησή του, όταν αντεξεταζόμενος - και αφού προηγουμένως είχε ισχυριστεί ότι την προηγουμένη, τον πήρε τηλέφωνο ο Μ.Ε.1 για να του πει ότι την επομένη είναι η δίκη - ρωτήθηκε τι άλλο συζήτησαν οι δυο τους για την υπόθεση. Απάντησε ως εξής: «Απλώς είπε μου ότι "αν θυμάσαι που εκάμαμεν τζείνη τη δουλειά τζιαμέ στο τάδε", "ναι" λέω του τζιαι έτσι τζιαι έτσι είπε μου.» Μολονότι ο Μ.Ε.1 υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων αναφορικά με το ποιοι εκτέλεσαν τις επίδικες εργασίες, εκείνο που σε καμιά περίπτωση είπε, είναι ότι κατά την εκτέλεσή τους, το βοήθησε είτε ο μάρτυρας είτε η εταιρεία του. Αντεξεταζόμενος και πάλι, ερωτηθείς εάν με το Μ.Ε.1 είναι φίλοι, «Συνεργάτες.» απάντησε. «Αλλά δεν ήσασταν φίλοι;» το ρώτησε στη συνέχεια η κα Πατσαλίδου. Και η απάντησή του: «Φίλους έχουμε πολλούς.» Η δυσκολία του να παραδεχθεί ότι με το Μ.Ε.1 είναι φίλοι είναι απολύτως κατανοητή, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόντων, χωρίς να του επιδοθεί κλήση μάρτυρα. Απ' εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι ο μάρτυρας, ο οποίος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι από το 2009 και μετά συνεργάστηκε με τους ενάγοντες και προέβηκε σε εργασίες γι' αυτούς καθώς και ότι γνωρίζει το διευθυντή τους, αντεξεταζόμενος και πάλι, όταν του υποβλήθηκε ότι όλες οι οικοδομικές εργασίες στο επίδικο έργο εκτελέστηκαν από την εταιρεία Latsi και όχι από τον ίδιο μα ούτε από τους ενάγοντες, απάντησε ως εξής: «Δεν ξέρω, ούτε είδα ποτέ μου ταμπέλα έτσι εταιρείας τζιαμέ, ούτε τίποτε. Ήνταμπου να σου πω;» Η επόμενη ερώτηση ήταν η εξής: «Άρα απαντάτε με βάση το ότι δεν είδατε ταμπέλα εκεί;». Απαντώντας, ισχυρίστηκε ότι έπαιρνε οδηγίες από το Μ.Ε.1 που ήταν υπάλληλος των εναγόντων. Η απάντηση του στην υποβολή ότι δεν ξέρει αυτό που του υποβλήθηκε, ως επίσης ότι δεν είδε ταμπέλα της εταιρείας Latsi στο επίδικο έργο, εκτός από αντιφατική και παράλογη - δεδομένης της θέσης του ότι εργάστηκε στο επίδικο έργο για λογαριασμό των εναγόντων - αντανακλά και την αμηχανία που τον είχε κυριεύσει υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβαλλόταν, ενώ η θέση του, ότι ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος των εναγόντων συγκρούεται με τον ισχυρισμό του ότι είναι διευθυντής των εναγόντων. Στην προσπάθειά του να πείσει ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και όχι για να βοηθήσει το Μ.Ε.1 και τους ενάγοντες να πετύχουν στην αγωγή τους, αντεξεταζόμενος και πάλι ισχυρίστηκε τα εξής: Δεν έχει αποδείξεις ότι πληρώθηκε από τους ενάγοντες μα ούτε και ξέρει πόσα πληρώθηκε για τις εργασίες του στο επίδικο έργο, επειδή τότε είχε πολλές δουλειές και όχι μόνο μια. Ερωτηθείς εάν έπαιρνε αποδείξεις, απάντησε καταφατικά. Ωστόσο, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι έδινε αποδείξεις ότι εισέπραττε. Για τις επίδικες εργασίες πληρωνόταν από τους ενάγοντες και συγκεκριμένα από το Μ.Ε.
- Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν έχει τις αποδείξεις, απάντησε αρνητικά. Όταν ακολούθως του υποβλήθηκε ότι λέει ψέματα, δε δέχθηκε την υποβολή και όταν με την επόμενη, του υποβλήθηκε ότι τέτοιες αποδείξεις δεν υπάρχουν, ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν. Από τις παραπάνω απαντήσεις του, πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: εάν ευσταθούσε η θέση του ότι εργάστηκε στο επίδικο έργο για τους ενάγοντες και υπάρχουν οι σχετικές αποδείξεις, γιατί δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, είτε από τον ίδιο είτε από το Μ.Ε.1; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Δεν ευσταθεί η θέση του, η οποία - για να επαναλάβω - είναι και σε αντίθεση με την αναληθή θέση του Μ.Ε.1 ότι τις οικοδομικές εργασίες στο επίδικο έργο είχε εκτελέσει η εταιρεία Latsi, μετά από οδηγίες του. Ο ισχυρισμός του στη συνέχεια, ότι κατά τον επίδικο χρόνο, η εταιρεία του (Ευστάθιος Ευσταθίου Οικοδομικές Εργασίες Λτδ) ήταν υπεργολάβος της εταιρείας του Μ.Ε.1, δηλαδή των εναγόντων και πάλι είναι σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, ο οποίος - κατά μια εκδοχή - ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν υπεργολάβους στο επίδικο έργο. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του, πως είχε δει υπαλλήλους των εναγόντων να εργάζονται στο επίδικο έργο μαζί με το Μ.Ε.1, ο οποίος, του είπε ότι έχει και άλλους υπαλλήλους οι οποίοι εργάζονται εκεί. Να πω απλώς, ότι ο Μ.Ε.1 - κατά μια εκδοχή - ισχυρίστηκε ότι οι οικοδομικές εργασίες, μετά από οδηγίες του εκτελέστηκαν από την εταιρεία Latsi, υπό την επίβλεψη των εναγόντων. Ο ισχυρισμός του πως όταν πήγε στο επίδικο έργο, μεταξύ άλλων υπολείπονταν και οι κατεδαφίσεις και ότι ο ίδιος είχε χαλάσει ένα τοίχο με τα εργαλεία, τα μηχανήματα που έχει είναι σε ευθεία σύγκρουση με τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι τα χαλάσματα, τα είχε κάνει η εταιρεία Latsi και κυρίως, με άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, από την οποία προκύπτει ότι γενικά τα χαλάσματα/κατεδαφίσεις, τα είχε κάνει η εταιρεία Latsi, πλην όμως, όχι για λογαριασμό των εναγόντων στο πλαίσιο της επίδικης συμφωνίας, αλλά προτού αυτή καταρτιστεί στο πλαίσιο της αρχικής συμφωνίας της εταιρείας Latsi με τους εναγόμενους 1 και
- Και κάτι ακόμη που αναδεικνύει και την έλλειψη σοβαρότητας στον τρόπο που απαντούσε ο μάρτυρας. Όταν περί το τέλος της αντεξέτασής του, του υποβλήθηκε - και ορθά - ότι οι ενάγοντες ουδέποτε εκτέλεσαν οποιουδήποτε είδους εργασίες στο επίδικο έργο και ουδέποτε έδωσαν οποιεσδήποτε εντολές σε οποιοδήποτε εργαζόμενο στο χώρο, συμπεριλαμβανομένης και της εταιρείας του καθώς και του ιδίου προσωπικά, απάντησε ως εξής: «Εγώ έπαθα αρτηριοσκλήρωση τζιαι εν θυμούμαι.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα απορρίπτω συνολικά τη μαρτυρία του υπό αναφορά μάρτυρα, ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη σε συνεννόηση με τον προηγούμενο μάρτυρα (Μ.Ε.1) και ψευδή. Για τους ίδιους περίπου λόγους, επί της ουσίας απορρίπτω ως αναξιόπιστη, ψευδή και κατασκευασμένη και τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα των εναγόντων, λογιστή - ελεγκτή, xxxxx Θρασυμβούλου (Μ.Ε.3), με τη διαφορά ότι η μαρτυρία αυτού, στο πλέον ουσιώδες μέρος της, καταρρίπτεται, όχι από τη μαρτυρία κάποιου μάρτυρα της άλλης πλευράς, αλλά, από τη μαρτυρία του μόνο αξιόπιστου μάρτυρα των εναγόντων, που είναι η επόμενη μάρτυρας. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ανάφερε τα εξής: Οι ενάγοντες είναι πελάτες τους από το
- Συγκεκριμένα, τους προσφέρουν λογιστικές υπηρεσίες, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν την καταχώρηση των λογιστικών βιβλίων που αφορά τιμολόγια πωλήσεων, τιμολόγια αγορών και οτιδήποτε έχει σχέση με τραπεζικές διεργασίες και το τέλος του χρόνου εκτελούν τον έλεγχο των βιβλίων για υποβολή στο Φόρο Εισοδήματος. Οι λογαριασμοί των εναγόντων έχουν υποβληθεί στο Φόρο μέχρι και το
- Η εταιρεία, πρόσθεσε, έχει όλα τα έγραφα που πρέπει να υποβληθούν σε φορολογικές αρχές, στον Έφορο Εταιρειών. Το τεκμήριο 7 είναι τιμολόγια πωλήσεων τα οποία έκδιδε η εταιρεία (δηλαδή οι ενάγοντες) προς τους πελάτες. Όταν του ζητήθηκε από τον κ. Στυλιανού να προσκομίσει την κατάσταση αναφορικά με τις πληρωμές των εναγόντων που έχουν γίνει κατά την περίοδο Σεπτέμβρης του 2010 μέχρι το Δεκέμβρη του ίδιου έτους, παρουσίασε τις δυο καταστάσεις (τεκμήρια 11 και 12). Επεξηγώντας τες ισχυρίστηκε ότι η μια (τεκμήριο 11) είναι η κατάσταση οφειλών του Φ.Π.Α. που αφορά τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τους πελάτες και λέγεται VAT Outputs. Η άλλη (τεκμήριο 12) είναι κατάσταση καταχώρησης τιμολογίων πωλήσεων που αφορά και πάλι τα ίδια τιμολόγια (τεκμήριο 7), που μέρος τους είναι το Φ.Π.Α. που έχουν καταχωρήσει στο προηγούμενο τεκμήριο. Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι έχει πληρωθεί ο Φ.Π.Α., απάντησε ως εξής: «Κάθε τρίμηνο, όπως ανάφερα και προηγουμένως γίνεται συμψηφισμός του Φ.Π.Α. πωλήσεων, Φ.Π.Α. αγορών. Συμπληρώνεται η φορολογική δήλωση του τριμήνου και καταβάλλεται η πληρωμή στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Οι πληρωμές αυτές φαίνονται αν ζητήσουμε μια κατάσταση από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.» Να πω απλώς, ότι ο ισχυρισμός του, πως αν ζητήσουμε μια κατάσταση από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας μπορεί να φανεί η πληρωμή του Φ.Π.Α. επί των επίδικων τιμολογίων (μέρος του τεκμήριο 7), καταρρίπτεται από τη μαρτυρία της επόμενης μάρτυρος των εναγόντων (Μ.Ε.4) που - για να επαναλάβω - είναι και η μόνη αξιόπιστη μάρτυράς τους, η οποία εργάζεται στην υπηρεσία Φ.Π.Α. και συγκεκριμένα στον τομέα φορολογικών δηλώσεων και που όταν αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε από την κα Πατσαλίδου, εάν συμφωνεί μαζί της, πως δεν είναι σε θέση με βάση την ιδιότητά της να πει αν έχει καταβληθεί ο Φ.Π.Α. που αναγράφεται στα επίδικα τιμολόγια, απάντησε καταφατικά. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε και τα εξής: Τα τιμολόγια (τεκμήριο 7), του τα πήρε στο γραφείο κατά την περίοδο έκδοσής τους ο Μ.Ε.1, με οδηγίες να ενημερωθούν τα λογιστικά βιβλία, να γίνει καταχώρηση και να πληρωθεί ο Φ.Π.Α. του τριμήνου. Ερωτηθείς εάν υπάρχει έστω οποιαδήποτε ένδειξη επί των τιμολογίων ότι έχουν ελεγχθεί, απαντώντας, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Ο πελάτης ήδη έχει πάρει τα τιμολόγια, διότι όταν τελειώσει ο έλεγχος και κλείσουν τα βιβλία για το Φόρο Εισοδήματος στο τέλος του έτους, τα βιβλία τα παραδίδουν στον πελάτη και η τακτική που γίνονται filing τα τιμολόγια είναι μετά την καταχώρηση εκδίδουν τα report τα οποία αφορούν τις εγγραφές, τις καταχωρήσεις και τα τοποθετούν πάνω από τα τιμολόγια. Ερωτηθείς εάν παρέδωσαν τα βιβλία στο Μ.Ε.1, απάντησε ως εξής: «Έχουμε παραδώσει όλες τις οικονομικές καταστάσεις μέχρι το
- Έχουμε παραδώσει όλα τα έγγραφα, τα λογιστικά βιβλία, όπως λέμε, που αφορούν αποδείξεις, τιμολόγια, καταστάσεις τραπεζών, οτιδήποτε αφορά την εταιρεία.» Όπως είπε στη συνέχεια, απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις της κας Πατσαλίδου, όλα αυτά που ανάφερε, συνήθως τα παραδίδουν μετά το τέλος του χρόνου σε 2 χρόνια. Δεν τα κρατάνε στο γραφείο για μεγάλο διάστημα. Αυτή τη δέσμη εγγράφων που του παρέδωσε ο Μ.Ε.1, κάποια στιγμή του τα έδωσε πίσω. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα είναι σε ευθεία σύγκρουση με τους ακόλουθους ισχυρισμούς του Μ.Ε.1, τους οποίους προέβαλε προκειμένου να εξηγήσει για ποιο λόγο, ενώ, όπως είναι η θέση του, οι εναγόμενοι 1 και 2, για τις κατ' ισχυρισμό του επίδικες εργασίες πλήρωναν τους ενάγοντες κυρίως με επιταγές, οι οποίες εκδίδονταν στο όνομα των εναγόντων, εντούτοις, καμιά τέτοια επιταγή και καμιά σχετική κατάσταση λογαριασμού της τράπεζας παρουσιάστηκε οποτεδήποτε στο Δικαστήριο: Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε πως δεν έχει αντίγραφα των εν λόγω επιταγών. Πήγε στην τράπεζα και δεν του έδιναν αντίγραφα. Ερωτηθείς εάν έχει καταστάσεις λογαριασμού, στις οποίες να φαίνονται οι εν λόγω επιταγές, ισχυρίστηκε ότι τις έχει ο λογιστής. Ερωτηθείς εάν ζήτησε από το λογιστή να του δώσει οποιαδήποτε αντίγραφα που να δείχνουν ότι οι ενάγοντες πληρώνονταν με επιταγές από τους εναγόμενους 1 και 2, ισχυρίστηκε ότι ο λογιστής, του έδωσε ορισμένες καταστάσεις, τις οποίες έφερε στο δικηγόρο των εναγόντων και τις παρουσίασαν. Στη διευκρινιστική μου ερώτηση, εάν έχουν καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών που να αποδεικνύουν ότι έγινε κατάθεση των επιταγών σε τραπεζικό λογαριασμό, απάντησε αρνητικά. Από τις παραπάνω απαντήσεις των δυο αυτών μαρτύρων είναι έκδηλη η μεταξύ τους σύγκρουση σε σχέση με αυτό το, τόσο σημαντικό θέμα της υπόθεσης, γεγονός το οποίο, ασφαλώς απολήγει σε βάρος της αξιοπιστίας και των δυο, ως μαρτύρων. Ενώ ο Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι τις καταστάσεις λογαριασμού, τις έχει ο λογιστής, ο τελευταίος τον εκθέτει, ισχυριζόμενος ότι έχει επιστρέψει προ πολλού όλα τα έγγραφα που του είχε δώσει ο πρώτος. Από την άλλη, ενώ ο Μ.Ε.1, εν τέλει ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών που να αποδεικνύουν ότι έγινε κατάθεση σε λογαριασμό των εναγόντων των επιταγών με τις οποίες τους πλήρωναν οι εναγόμενοι 1 και 2 για τις εργασίες τους στο επίδικο έργο, ο Μ.Ε.3 ισχυρίστηκε ότι ανάμεσα στα διάφορα έγγραφα που επέστρεψε στο Μ.Ε.1, ήταν και οι καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών. Για να συνεχίσω με το μάρτυρα, ερωτηθείς εάν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο οποιοδήποτε ποσό καταγράφεται στις αποδείξεις (μέρος του τεκμηρίου 7) πληρώθηκε με επιταγή ή τοις μετρητοίς, βασικά απάντησε αρνητικά. «Επομένως, δεν είστε σε θέση να μας πείτε αν εισπράχθηκαν αυτά τα ποσά και πώς και από ποιον;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Είμαι σε θέση να πω ότι αυτά τα ποσά εισπράχθηκαν τοις μετρητοίς, βάσει των αποδείξεων που μας έχει παρουσιάσει ο πελάτης.» Από την παραπάνω απάντησή του, ενώ από τη μια εκτίθεται από το περιεχόμενο των ίδιων των αποδείξεων (μέρος του τεκμηρίου 7), τις οποίες επικαλέστηκε για σκοπούς τεκμηρίωσης της απάντησής του, από την άλλη συγκρούεται με το διευθυντή των εναγόντων (Μ.Ε.1), ο οποίος - για να επαναλάβω - στη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι, για τις επίδικες εργασίες των εναγόντων, τους πλήρωναν κυρίως με επιταγές που εκδίδονταν και πληρώνονταν στο όνομα των εναγόντων. Σ' ό,τι αφορά το πρώτο, επαναλαμβάνω ό,τι αναφέρω και σε άλλο σημείο προηγουμένως. Από τις 11 συνολικά αποδείξεις που αφορούν τις κατ' ισχυρισμό των εναγόντων πληρωμές των επίδικων εργασιών τους, οι 4 φέρονται να είχαν γίνει με επιταγή, ενώ στις υπόλοιπες 7, στο σχετικό μέρος όπου θα πρεπε να είχε σημειωθεί εάν η σχετική πληρωμή έγινε τοις μετρητοίς ή με επιταγή, υπάρχει κενό. Στις μόνες αποδείξεις (μέρος κι' αυτές του ίδιου τεκμηρίου) που αναφέρεται ότι η πληρωμή είχε γίνει με επιταγή και αποδεδειγμένα είχε συμβεί αυτό, είναι οι δυο αποδείξεις για το ποσό των €134,50, το οποίο καταβλήθηκε από τους δυο εναγόμενους για την ασφάλεια του επίδικου έργου, στις οποίες αναφέρεται και ο αριθμός της επιταγής. Το γεγονός ότι και αυτός ο μάρτυρας δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αλλά για να βοηθήσει τους ενάγοντες στην προσπάθειά τους να πετύχουν στην αγωγή τους, αποδεικνύεται και από τα εξής: Ερωτηθείς από την κα Πατσαλίδου, εάν τους είπε οποιοσδήποτε από τους ενάγοντες, για ποιο λόγο εκδόθηκαν τα επίδικα τιμολόγια (τεκμήριο 7), απάντησε ως εξής: «Απ' ό,τι θυμάμαι, έκανε αλλαγές σε μια κλινική, αν θυμάμαι, για τι εργασίες που έκανε. Σε κάποιο γιατρό. Αυτό θυμάμαι μου έλεγε ο ιδιοκτήτης.» Ομολογώ αδυνατώ να κατανοήσω πότε και για ποιο λόγο θα μπορούσε να πει ο ιδιοκτήτης στο μάρτυρα, το λόγο για τον οποίο είχαν εκδοθεί τα επίδικα τιμολόγια, είτε ακόμη, σε ποιον αναφερόταν ως τον ιδιοκτήτη. Απ' εκεί και πέρα, ο ισχυρισμός του, 8 και πλέον χρόνια μετά την έκδοση των εν λόγω τιμολογίων, ότι θυμόταν ότι ο ιδιοκτήτης είτε ακόμη και ο Μ.Ε.1 (εάν σ' αυτόν αναφερόταν επικαλούμενος τον «ιδιοκτήτη») του έλεγε ότι αυτά είναι για τις εργασίες που έκανε σε μια κλινική σε κάποιο γιατρό, είναι τόσο παράλογος σε βαθμό που δεν μπορώ να τον πιστέψω. Τέλος, επί του ισχυρισμού του ότι υπάρχει απόδειξη από το Φ.Π.Α. 100% ότι πληρώθηκε από τους ενάγοντες ο Φ.Π.Α των επίδικων - πάντοτε - τιμολογίων, πέραν όσων αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), για σκοπούς τεκμηρίωσης του συμπεράσματός μου ότι δεν έχει καταβληθεί Φ.Π.Α. επί των επίδικων τιμολογίων, τίθεται και το εξής - εύλογο - ερώτημα: εάν υπάρχει τέτοια απόδειξη, οι ενάγοντες, οι οποίοι παρουσίασαν τόσα άλλα έγγραφα προς απόδειξη της αγωγής τους, γιατί παρέλειψαν να παρουσιάσουν και την εν λόγω απόδειξη; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Δεν έχουν τέτοια απόδειξη και τούτο, επειδή ουδέποτε κατέβαλαν Φ.Π.Α. επί των επίδικων τιμολογίων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για να συνεχίσω θεωρώ τη xxxxx Παντελή (Μ.Ε.4), ως τη μόνη πειστική, σοβαρή, ειλικρινή και αξιόπιστη μάρτυρα απ' όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων, η μαρτυρία της οποίας γίνεται συνολικά αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη είναι αναντίλεκτη. Η ουσία της μαρτυρίας της έγκειται στα εξής, από τα οποία αντανακλάται και το μέγεθος της αναξιοπιστίας των Μ.Ε.1 και 3: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η μάρτυρας εργάζεται στον τομέα φορολογικών δηλώσεων του Φ.Π.Α. Οι φορολογικές δηλώσεις των εναγόντων τις τριμηνίες 1/8/2018 μέχρι 31/10/2010 και 1/11/2010 μέχρι 31/1/2010 έχουν υποβληθεί. Οι ενάγοντες δεν έχουν υποβάλει κάποιο άλλο έγγραφο για σκοπούς πληρωμής του Φ.Π.Α των δυο αυτών περιόδων. Η υπηρεσία Φ.Π.Α. δεν προέβη σε λογιστικό έλεγχο των βιβλίων τους, οποτεδήποτε. Τα επίδικα τιμολόγια και τις σχετικές αποδείξεις (τεκμήριο 7) ούτε τα έχει δει μα ούτε και υπάρχουν στο φάκελο των εναγόντων. Επομένως, με βάση την ιδιότητά της, δεν είναι σε θέση να πει αν έχει καταβληθεί ο Φ.Π.Α. που αναφέρεται σε κάθε τιμολόγιο. Όταν υποβάλλεται φορολογική δήλωση, υποβάλλεται μόνη της, χωρίς οποιοδήποτε συνοδευτικό έγγραφο. Επομένως, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν εισπράχθηκε το αναγραφόμενο στις σχετικές με τα επίδικα τιμολόγια, αποδείξεις, ποσό. Οι παραπάνω ισχυρισμοί της μάρτυρος, που αποτελούν πλέον γεγονότα της υπόθεσης είναι δηλωτικοί του πόσο σοβαρά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί του λογιστή των εναγόντων (Μ.Ε.3), πρώτο, ότι αν ζητήσουμε μια κατάσταση από το Φ.Π.Α., φαίνεται η πληρωμή του Φ.Π.Α. επί των επίδικων τιμολογίων (τεκμήριο 7) και δεύτερο, ότι υπάρχει απόδειξη από το Φ.Π.Α., 100%, ότι πληρώθηκε από τους ενάγοντες ο Φ.Π.Α των εν λόγω τιμολογίων. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των 5 συνολικά μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόμενων 1 και 2, είναι θετική. Όλοι τους απαντούσαν με αμεσότητα, απλότητα, ευθύτητα, φυσικότητα και απόλυτη ειλικρίνεια, σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσουν σε καμιά απολύτως ουσιώδη αντίφαση, είτε αυτοτελώς είτε μεταξύ τους. Αντίθετα, η μαρτυρία του ενός ενισχυόταν και/ή επιβεβαιωνόταν από τη μαρτυρία κάποιου άλλου μάρτυρα/μαρτύρων καθώς και από το περιεχόμενο σωρείας εγγράφων, μέρος των οποίων παρουσίασαν ακόμη και οι ενάγοντες μέσω του διευθυντή τους (Μ.Ε.1). Μολονότι αντεξετάστηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκαν, εντούτοις παρέμειναν σταθεροί επί της ουσίας όσων ανάφεραν. Ούτε και μου διαφεύγει ότι στο βαθμό που αμφισβητήθηκαν, αυτό, εν μέρει έγινε με έωλες υποβολές είτε και με αντιφατικό τρόπο, υπό την έννοια ότι, για το ίδιο θέμα υποβάλλονταν διαφορετικές θέσεις σε μερικούς από αυτούς είτε ακόμη και σε αντίθεση με αυτά που ισχυρίζονταν οι μάρτυρες των εναγόντων. Αναμφίβολα, μερικοί από τους μάρτυρες των εναγόμενων, όπως ήταν φυσιολογικό υπέπεσαν και σε μερικές αντιφάσεις. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, αφού είναι τόσο ασήμαντες και αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε, όχι μόνο δεν είναι ικανές να αποδυναμώσουν την αξιοπιστία τους, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Και τούτο, επειδή οι εν λόγω αντιφάσεις, αυτό που αποδεικνύουν είναι ότι οι μάρτυρες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν και κατάθεσαν την αλήθεια για ό,τι ρωτήθηκαν ή τους υποβλήθηκε, αυθόρμητα, ανεπιτήδευτα και κυρίως, χωρίς προσυνεννόηση μεταξύ τους. Ακολουθεί ότι επί της ουσίας, η μαρτυρία όλων των μαρτύρων των εναγόμενων 1 και 2 γίνεται αποδεκτή. Τα παραδείγματα που ακολουθούν αποβλέπουν στο να τεκμηριώσουν μερικές από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των μαρτύρων των εναγόμενων 1 και
- Αρχίζοντας από τη xxxxx Κάρκα (Μ.Υ.1), στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Οι εναγόμενοι 1 και 2 ανάθεσαν στην εταιρεία Latsi τις επίδικες εργασίες ανακαίνισης του κτηρίου που είχαν αγοράσει στην Αγία Φύλα. Η σχετική συμφωνία είχε γίνει τον Ιούνιο του 2010 και ήταν για το ποσό των €49.000,00, το οποίο όμως ξεπεράστηκε, επειδή η ίδια είχε ζητήσει κάποιες έξτρα εργασίες. Τη βεβαίωση (τεκμήριο 13), της την έδωσε ο διευθυντής της εταιρείας Latsi όταν τέλειωσαν οι επίδικες εργασίες και είναι για το ποσό που χρειάστηκε μαζί με τα έξτρα. Να πω απλώς, ότι τα ίδια περίπου ανάφερε και αντεξεταζόμενη η μάρτυρας, ουσιαστικά, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων. Και με δεδομένο ότι η εν λόγω βεβαίωση είναι της εταιρείας Latsi και σ' αυτή, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι το συνολικό κόστος ανακαίνισης ήταν €59.000,00 και από το ποσό αυτό καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €52.200,00 είναι φανερό, ότι, ενώ από τη μια, η θέση των εναγόμενων ότι είναι η εταιρεία Latsi που εκτέλεσε τις επίδικες εργασίες, τεκμηριώνεται, από την άλλη, η περί αντιθέτου εκδοχή των εναγόντων, αποσυντίθεται πλήρως. Για να συνεχίσω, κάποια στιγμή υποβλήθηκε στη μάρτυρα, ότι μετά την 1/9/2010, μέρος των χτιστών που έχτιζαν στο επίδικο έργο ανήκαν στην εταιρεία Latsi και πληρώνονταν από το Μ.Ε.1, ως επίσης ότι εκτελούνταν εργασίες με δικούς του υπαλλήλους. Δηλαδή, του τελευταίου. Να πω μόνο, ότι ο Μ.Ε.1, ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι ανάλογο, από το οποίο συνάγεται ότι αποτελεί θέση των εναγόντων ότι οι επίδικες εργασίες εκτελέστηκαν εν μέρει από την εταιρεία Latsi, η οποία πληρωνόταν γι' αυτές από το Μ.Ε.1 και κατά τα λοιπά, από υπαλλήλους του τελευταίου. Στη συνέχεια υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι κάποια ποσά που δείχνει ότι πλήρωσε στην εταιρεία Latsi είναι οι έξτρα εργασίες που είχε εκτελέσει η εν λόγω εταιρεία, χωρίς τη γνώση του Μ.Ε.
- Συναφώς με αυτή την υποβολή παρατηρώ τα εξής: Εκτός του ότι, ο Μ.Ε.1, ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι ανάλογο είναι και το γεγονός, ότι, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του ότι πήγαινε καθημερινά στο χώρο των επίδικων εργασιών και ότι - κατά μια και πάλι εκδοχή - τις επίδικες εργασίες, τις είχε εκτελέσει η εταιρεία Latsi και ότι εκ μέρους της εταιρείας του, ήταν μόνο η επίβλεψη, δεν μπορεί να μη γνώριζε ότι η εταιρεία Latsi κατά το χρόνο που υποτίθεται ότι εκτελούσε εργασίες εκ μέρους των εναγόντων, εκτελούσε και έξτρα εργασίες, απευθείας εκ μέρους των εναγόμενων. Ακολούθως, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη βεβαίωση της εταιρείας Latsi (τεκμήριο 13, ανωτέρω), το συνολικό κόστος ανακαίνισης ανήλθε στο ποσό των €59.000,00, από το οποίο καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €52.200,00, η θέση των εναγόντων ότι το ποσό των €52.200,00 αποτελεί έξτρα εργασίες που είχε εκτελέσει η εταιρεία Latsi, χωρίς τη γνώση του Μ.Ε.1 είναι τελείως αυθαίρετη και άκρως παράλογη και σε κάθε περίπτωση, μη δικογραφημένη από τους ενάγοντες. Να υπενθυμίσω ότι οι ενάγοντες, με την έκθεση απαίτησης ισχυρίζονται ότι αυτοί εκτέλεσαν τις επίδικες εργασίες, ενώ με την απάντησή τους στην υπεράσπιση των εναγόμενων ισχυρίζονται ότι τις εκτέλεσαν με τη βοήθεια και της εταιρείας Latsi. Εν πάση περιπτώσει - για να καταλήξω - αν είναι κάτι που συγκρατώ από τη συγκεκριμένη υποβολή είναι την παραδοχή των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι 1 πλήρωσαν στην εταιρεία Latsi τα διάφορα ποσά που ισχυρίζονται μέσω της Μ.Υ.1 ότι πλήρωσαν, ως επίσης και ότι οι εναγόμενοι 1 είχαν έξτρα εργασίες. Αυτό ισχύει και για την επόμενη έωλη υποβολή προς τη μάρτυρα σύμφωνα με την οποία, τα ποσά που έχει πληρώσει στην εταιρεία Latsi δεν έχουν σχέση με τις εργασίες που εκτέλεσαν οι ενάγοντες. Η υποβολή προς τη μάρτυρα ότι το ποσό των €45.000,00 που είχαν συμφωνήσει με τους ενάγοντες έχει εκτελεστεί μέσα από τις εργασίες τους - για να επαναλάβω - είναι σε αντίθεση και με τη μαρτυρία του διευθυντή των εναγόντων (Μ.Ε.1). Αναφορικά με τη γενική υποβολή προς τη μάρτυρα ότι υπόγραψε τα τιμολόγια (μέρος του τεκμηρίου 7) - δηλαδή και αυτά που αφορούν τους εναγόμενους 2 -, επειδή όντως, ο κύριος Παρταουρίδης (δηλαδή ο Μ.Ε.1) εκτέλεσε τις εργασίες που φαίνονται στα τιμολόγια και η ίδια αναγνώρισε την εκτέλεσή τους, τρία πράγματα θέλω να πω. Το πρώτο είναι ότι η συγκεκριμένη υποβολή είναι σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο οποίος - κατά μια εκδοχή - ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω τιμολόγια, τα παρουσίασε ξεχωριστά στους εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι τα υπόγραψαν, επίσης ξεχωριστά. Το δεύτερο είναι ότι η θέση ότι ο Μ.Ε.1 εκτέλεσε τις επίδικες εργασίες, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα των εναγόντων, αφού με βάση αυτά και συγκεκριμένα από την έκθεση απαίτησης, τις επίδικες εργασίες εκτέλεσαν οι ενάγοντες. Το τρίτο είναι ότι στα επίδικα τιμολόγια (μέρος του τεκμηρίου 7) αναφέρεται απλώς ότι είναι «έναντι εργασιών», χωρίς να επεξηγείται έστω και σ' ένα από αυτά σε τι συνίστανται - κατά περίπτωση - οι εργασίες. Τέλος, επί της υποβολής ότι η επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 2) υπογράφτηκε στην παρουσία της μάρτυρος, του Μ.Υ.4 και του Μ.Ε.1, ένα μόνο θέλω να πω. Αυτή καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της ίδιας της συμφωνίας, από την οποία προκύπτει ότι υπογράφτηκε και από την XXXXX Μαυρογένους. Η μαρτυρία του xxxxx Δημητρίου (Μ.Υ.2) είναι αναντίλεκτη. Η ουσία της έγκειται στα εξής: Ο μάρτυρας είναι υδραυλικός - συντηρητής και στον ουσιώδη χρόνο προσέφερε τις υπηρεσίες του στο επίδικο έργο για λογαριασμό των εναγόμενων 2, για τις οποίες, του καταβλήθηκε από αυτούς μέσω του Μ.Υ.4 το ποσό των €6.150,00 (βλ. το τεκμήριο 23 η σχετική απόδειξη είσπραξης που εξέδωσε ο μάρτυρας). Η εργασία του περιλάμβανε αποχετευτικά, υδραυλικά, εγκαταστάσεις, μέσα υποδοχής και γενικά, όλα τα υδραυλικά του ιατρείου του Μ.Υ.
- Η αξία της μαρτυρίας του υπό αναφορά έγκειται στα εξής: Μολονότι ο μάρτυρας που είναι τεχνίτης ισχυρίστηκε ότι μετέβη στο χώρο των επίδικων εργασιών περί τις 20 φορές και όταν ρωτήθηκε ποιοι άλλοι εργάζονταν εκεί την ίδια περίοδο αναφέρθηκε σε κάποιους ξένους, οι οποίοι ασχολούνταν - μεταξύ άλλων - και με κάποιες τοιχοποιίες, και που δε γνωρίζει τι γλώσσα μιλούσαν και τέλος, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τον τρόπο της εργασίας του και ρωτήθηκε πώς γνώριζε τι θα έκανε ισχυρίστηκε ότι όπως προχωρούσαν οι εργασίες, τον έπαιρνε τακτικά ο γιατρός τηλέφωνο, δηλαδή ο Μ.Υ.4 και πήγαινε στην οικοδομή και συνέχιζε κανονικά τις δουλείες του, από τον οποίο έπαιρνε εντολές να προχωρήσει οτιδήποτε αφορούσε τη δουλεία του, οι ακόλουθες - αντιφατικές έστω - θέσεις των εναγόντων, ουδέποτε του υποβλήθηκαν: καταρχήν, ότι ήταν υπεργολάβος τους, όπως αναφέρεται και για τους υδραυλικούς - χωρίς αναφορά σε ονόματα - και στα δυο ημερολόγια εργοταξίου (τεκμήρια 5 και 6). Έπειτα, ότι κατά τον επίδικο χρόνο, τις οικοδομικές εργασίες εκτελούσαν οι ενάγοντες, οι οποίοι συντόνιζαν τις δικές του εργασίες καθώς και των άλλων τεχνιτών που ήταν εκεί. Τέλος, ότι στο χώρο του εργοταξίου ήταν καθημερινά και ο Μ.Ε.
- Η αξία της μαρτυρίας του xxxxx Εγγλέζου (Μ.Υ.3) έγκειται στους ακόλουθους ισχυρισμούς του: Αρχίζοντας από το στάδιο της κυρίως εξέτασης, όπως είπε, εργάστηκε για λογαριασμό των εναγόμενων 1 από τον Ιούνιο του 2010 μέχρι τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους. Συγκεκριμένα εργάστηκε στο ιατρείο της Μ.Υ.1 το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο. Την ίδια περίοδο εργαζόταν εκεί ο ηλεκτρολόγος, ο γυψοσανιδάς και κάποιοι αλλοδαποί εργάτες, που μετά τα σπασίματα διόρθωναν τους τοίχους της κλινικής. Δηλαδή, έκαναν τις οικοδομικές εργασίες. Οι τελευταίοι νόμιζε πως ήταν Πολωνοί, αλλά εκ των υστέρων, του είπαν πως ήταν Ούγγροι. Κατά την εκτέλεση των εργασιών τους, τους συντόνιζε ο σύζυγος της Μ.Υ.1, xxxxx Παναγή (Μ.Υ.5). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Στον υπόλοιπο χώρο της οικοδομής, στους οικοδόμους που εργάζονταν, ήταν Ούγγροι. Αυτό το λέει με βεβαιότητα, διότι μιλούσαν μαζί τους και δεν καταλάβαιναν. Δεν είχε Κύπριο να μιλήσει. Κύπριος ήταν ο xxxxx, ο οποίος τους διέτασσε για τις εργασίες που εκτελούσαν. Ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή ότι είναι ψέματα ο ισχυρισμός του ότι μόνο Ούγγροι εργάζονταν εκεί. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι στις οικοδομικές εργασίες εργάζονταν και Κύπριοι ισχυρίστηκε πως δεν είδε Κύπριους. Ερωτηθείς εάν συμφωνεί ότι για να εκτελεστεί ένα οικοδομικό έργο χρειάζεται να υπάρχει αδειούχος εργολάβος, απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς εάν γνωρίζει κατά πόσο υπήρχε αδειούχος εργολάβος στην επίδικη οικοδομή που ανέλαβε να εκτελέσει τις επίδικες οικοδομικές εργασίες, απάντησε ως εξής: «Απ' ό,τι ξέρω, διότι δεν ήμουν παρών, από το Σύνδεσμο Εργολάβων ήρθαν τζιαι καταγγείλαν τζιαι εβγάλαν μας έξω, γιατί δεν είχε εγκεκριμένο εργολάβο η οικοδομή τζιαι είπαν μας "εν θα δουλέψετε", μετά μας είπαν "τα κανονίσαμε, συνεχίστε τη δουλειά"». Αυτά, τους τα είπε ο Μ.Υ.
- και μετά από αυτό δεν είχε πρόβλημα. Ερωτηθείς τέλος, εάν έγινε οποιαδήποτε αλλαγή στο χώρο των εργασιών που να διαφοροποίησε την κατάσταση, απάντησε αρνητικά. Παρατηρώ τα εξής: Δεδομένης της δικογραφημένης θέσης των εναγόντων (σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης) ότι αυτοί εκτέλεσαν τις επίδικες εργασίες, όταν ο μάρτυρας απέρριψε την υποβολή ότι είναι ψέματα ο ισχυρισμός του, ότι μόνο Ούγγροι εργάζονταν εκεί και όταν στη συνέχεια, απαντώντας στην υποβολή ότι στις οικοδομικές εργασίες εργάζονταν και Κύπριοι, ισχυρίστηκε πως δεν είδε Κύπριους, θεωρώ ότι το ελάχιστο που θα πρεπε να του είχε υποβληθεί είναι ότι εργάζονταν και Κύπριοι στην επίδικη οικοδομή για λογαριασμό των εναγόντων. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία του του εκ των διευθυντών των εναγόμενων, xxxxx Maihoob (Μ.Υ.4). Οι ακόλουθες υποβολές που του έγιναν είτε είναι αντιφατικές είτε δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα των εναγόντων είτε είναι σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 είτε τέλος, ισχύει συνδυασμός αυτών: Οι ενάγοντες εκτέλεσαν τις επιπρόσθετες εργασίες που συμφώνησαν στην οικοδομή τους. Με βάση την επίδικη συμφωνία, οι ενάγοντες εκτέλεσαν τις οικοδομικές εργασίες. Ο κ. Παρταουρίδης (δηλαδή ο Μ.Ε.1) και μέρος του προσωπικού της εταιρείας του (δηλαδή των εναγόντων) εκτελούσαν οι ίδιοι προσωπικά, μέρος των εργασιών που είχαν συμφωνηθεί. Το προσωπικό της εταιρείας Latsi εκτελούσε εργασίες για τους ενάγοντες. Η εταιρεία Latsi πληρωνόταν από τους ενάγοντες για τις εργασίες που εκτελούσε για λογαριασμό τους. Αναφορικά με την υποβολή, ότι η Μ.Υ.1, σε αναγνώριση των εργασιών που εκτελέστηκαν και του χρέους τους προς τους ενάγοντες υπόγραψε τα τιμολόγια (μέρος του τεκμηρίου 7), συγκρατώ μόνο την ομολογία των εναγόντων ότι τα εν λόγω τιμολόγια υπογράφτηκαν από τη Μ.Υ.
- Ωστόσο, αναφορικά με το λόγο που έγινε αυτό δέχομαι την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Υ.1 και όχι την αναξιόπιστη και αντιφατική μαρτυρία του Μ.Ε.
- Ό,τι ισχύει για τις προηγούμενες υποβολές προς το Μ.Υ.4 ισχύει και για τις ακόλουθες προς τον τελευταίο μάρτυρα των εναγόμενων 1 και 2, xxxxx Παναγή (Μ.Υ.5): Ο κύριος xxxxx (δηλαδή ο Μ.Ε.1) εκτέλεσε τις υπόλοιπες εργασίες ανακαίνισης, τις οικοδομικές και ο μάρτυρας τον πλήρωνε γι' αυτές. Ο Latsi και η εταιρεία του πληρώνονταν ως υπεργολάβοι των εναγόντων. Κάποιες πληρωμές που έκανε άμεσα ο μάρτυρας στο Latsi αφορούσαν έξτρα εργασίες που εκτελούσαν στην οικοδομή. Από τα μετρητά, που όπως είπε ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση, έλαβε, πλήρωνε τους ενάγοντες, τον κύριο Παρταουρίδη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα αληθινά και ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι τα εξής: Αρχές Ιουνίου του 2010, οι εναγόμενοι 1, διά της διευθύντριάς τους, xxxxx Κάρκα (Μ.Υ.1) και οι εναγόμενοι 2, διά των διευθυντών τους - που είναι αντρόγυνο - xxxxx Maihoob (Μ.Υ.4) και xxxxx Μαυρογένους συνήψαν προφορική συμφωνία με την εταιρεία Jenei Latsi Trading Ltd - η οποία ασχολείτο με οικοδομικές εργασίες -, με την οποία, η εν λόγω εταιρεία ανέλαβε το έργο ανακαίνισης ενός κτηρίου ιδιοκτησίας των εναγόμενων 1 και 2 στην Αγία Φύλα Λεμεσού, με προοπτική το ισόγειο να χρησιμοποιείται ως φυσιοθεραπευτήριο από τη Μ.Υ.1 και ο όροφος, ως ιατρείο από το Μ.Υ.
- Η συμφωνία ήταν για το ποσό των €49.000,
- Η πιο πάνω εταιρεία άρχισε τις οικοδομικές εργασίες - τις οποίες εκτελούσαν εκ μέρους της Ούγγροι εργάτες - τον ίδιο μήνα και συνέχισε να τις εκτελεί μέχρι και τις 29/7/
- Την ημέρα αυτή, όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 28552/2010, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (τεκμήριο 14), οι εναγόμενοι 1 και 2 καθώς και ο αρχιτέκτονας, xxxxx Σαπαρίλλας, ο οποίος επέβλεπε την εκτέλεση των επίδικων εργασιών καταγγέλθηκαν από το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων, ως ακολούθως: οι εναγόμενοι 1 και 2, επί το ότι κατά ή περί την ημερομηνία αυτή ανέλαβαν την εκτέλεση οικοδομικού έργου Δ΄ Τάξης, ήτοι τη διενέργεια προσθηκομετατροπών σε υφιστάμενη κατοικία, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και όροφο, συνολικού εμβαδού 500 τετραγωνικών μέτρων, χωρίς να είναι εγγεγραμμένοι εργολήπτες στο μητρώο εργοληπτών και χωρίς να είναι κάτοχοι ετήσιας άδειας (βλ. τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας) και ο Σαπαρίλλας, επί το ότι κατά τον ίδιο χρόνο επέβλεπε και/ή επόπτευε την κατασκευαστική εργασία που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, η εκτέλεση της οποίας συνιστούσε ποινικό αδίκημα (βλ. τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας). Στις 15/12/2010 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά και οι τρεις κατηγορούμενοι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, το οποίο, αφού παραδέχθηκαν τις πιο πάνω κατηγορίες, τους επέβαλε χρηματική ποινή. Οι εναγόμενοι 1 και 2 προκειμένου να βρουν λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε συνεπεία της εν λόγω καταγγελίας έτσι ώστε να μπορέσουν να ολοκληρώσουν τις επίδικες οικοδομικές εργασίες αποτάθηκαν μέσω του συζύγου της Μ.Υ.1, xxxxx Παναγή (Μ.Υ.5), στο διευθυντή των εναγόντων, xxxxx Παρταουρίδη (Μ.Ε.1), ο οποίος προσφέρθηκε να τοποθετήσει στο χώρο των επίδικων εργασιών την πινακίδα της εταιρείας του, δηλαδή των εναγόντων που ήταν εγγεγραμμένοι εργολήπτες και κάτοχοι ετήσιας άδειας εργολήπτη (βλ. το τεκμήριο 3, η άδειά τους για το 2010) και οι εργασίες να συνεχιστούν και ολοκληρωθούν από την εταιρεία Jenei Latsi Trading Ltd. Η επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 2) καταρτίστηκε κατόπιν εισήγησης του διευθυντή των εναγόντων (Μ.Ε.1) και τούτο, επειδή, όπως ανάφερε στη Μ.Υ.1 για να μπορούσε να αναρτήσει την πινακίδα της εταιρείας του στο χώρο των επίδικων εργασιών, θα έπρεπε να υποβάλουν στο Σύνδεσμο Εργολάβων σχετική γραπτή συμφωνία. Τόσο η ανάρτηση της πινακίδας στο εργοτάξιο όσο και ο καταρτισμός της επίδικης σύμβασης ήταν για το θεαθήναι. Και οι δυο αυτές ενέργειες, προφανώς απέβλεπαν στο να φαίνεται απλώς ότι υπήρξε συμμόρφωση με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 25, 37 και 38 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001 (29(I)/2001) και συγκεκριμένα, ότι οι επίδικες εργασίες εκτελούνταν νόμιμα από τους ενάγοντες που ήταν εγγεγραμμένοι εργολήπτες, οι οποίοι, με τις δυο αυτές ενέργειες, ενώ από τη μια θα προσέδιδαν νομιμοφάνεια στις οικοδομικές εργασίες - τις οποίες στην πραγματικότητα θα συνέχιζε να εκτελεί η εταιρεία Jenei Latsi Trading Ltd -, από την άλλη, το πραγματικό αντάλλαγμά τους από την επίδικη συμφωνία, θα ήταν η ανάθεση σ' αυτούς από εταιρεία ανάπτυξης γης συμφερόντων της οικογένειας του Μ.Υ.5, ενός μεγάλου project στη Φασούλα. Το οποίο, ωστόσο, εν τέλει δεν τους ανατέθηκε, γεγονός το οποίο θεωρώ ότι αποτέλεσε και την πραγματική αιτία καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε χωριστά από το Μ.Ε.1, εκ μέρους των εναγόντων, από τη Μ.Υ.1, εκ μέρους των εναγόμενων 1 και τέλος, από το Μ.Υ.4 και τη σύζυγό του, xxxxx Μαυρογένους, εκ μέρους των εναγόμενων
- Παρά τον καταρτισμό της, οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις που διαλαμβάνονται σ' αυτή, ουδέποτε εκτελέστηκαν. Ούτε και υπήρχε τέτοια πρόθεση εκ μέρους των συμβαλλομένων - διαδίκων, εξ υπαρχής. Οι επίδικες οικοδομικές εργασίες ολοκληρώθηκαν αποκλειστικά από την εταιρεία Jenei Latsi Trading Ltd και συγκεκριμένα, από τους Ούγγρους υπαλλήλους της. Οι εναγόμενοι 1 και 2 έναντι των εν λόγω εργασιών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι έξτρα εργασίες στο φυσιοθεραπευτήριο της Μ.Υ.1, από το ποσό των €59.000,00 που αποτελεί τη συνολική αξία όλων των εργασιών, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της εταιρείας Jenei Latsi Trading Ltd (τεκμήριο 13) - το περιεχόμενο της οποίας, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες -, μέχρι και τις 28/7/2011 κατέβαλαν στην εν λόγω εταιρεία, το συνολικό ποσό των €52.200,
- Υπεισέρχομαι τώρα και στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η επίδικη συμφωνία, ημερομηνίας 1/9/2010, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί είναι σαφές, ότι αποτελεί εικονική (δηλαδή ψεύτικη) σύμβαση που έγινε με αποκλειστικό σκοπό την ολοκλήρωση των επίδικων εργασιών από τους μη εγγεγραμμένους εργολήπτες, Jenei Latsi Trading Ltd, οι οποίοι θα της ολοκλήρωναν υπό το μανδύα των εναγόντων, που στον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένοι εργολήπτες. Η επίδικη συμφωνία είναι και παράνομη, αφού καταρτίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 39 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου (ανωτέρω) σύμφωνα με το οποίο: «
(1)Η εικονική εκ μέρους εγγεγραμμένου εργολήπτη ορισμένης τάξης ανάληψη έργου, προκειμένου αυτό να εκτελεστεί από μη εγγεγραμμένο ή και κάτοχο ετήσιας άδειας της τάξης και κατηγορίας του έργου πρόσωπο ή εργολήπτη ο οποίος πράττει οτιδήποτε ή παραλείπει οτιδήποτε με σκοπό να βοηθήσει ή βοηθά οποιοδήποτε πρόσωπο να υποβάλει προσφορά ή να αναλάβει ή να εκτελέσει οποιοδήποτε έργο κατά παράβαση του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης θα τιμωρείται με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £2,000 ή σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή και τις δύο αυτές ποινές.
(2)Σε περίπτωση επανειλημμένης διάπραξης του αδικήματος που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), το Συμβούλιο μπορεί, ασκώντας την πειθαρχική του εξουσία, να επιβάλει στον υπότροπο παραβάτη αναστολή της ετήσιας άδειάς του για όσο χρόνο ήθελε κριθεί σκόπιμο ή τη διαγραφή του από το Μητρώο Εργοληπτών.» Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που στην πραγματικότητα έχει γίνει είναι ό,τι ακριβώς αποτελεί ποινικό αδίκημα σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη. Από τα παραπάνω και όσα ακολουθούν είναι φανερό επίσης, ότι η επίδικη συμφωνία ήταν και είναι εικονική (ψεύτικη) σύμβαση, της οποίας το αντικείμενο ήταν ανύπαρκτη συναλλαγή και τούτο, επειδή οι διάδικοι - συμβαλλόμενοι, υπογράφοντάς την δεν είχαν πραγματικά τη βούληση να συνάψουν σύμβαση εκτέλεσης, συμπλήρωσης και συντήρησης οικοδομικών εργασιών, όπως αναφέρεται στη σύμβαση, που αποτελεί και το αντικείμενό της, αφού γνώριζαν ότι αυτό ήταν ανύπαρκτο. Ακόμη, υπογράφοντάς την, είχαν την κοινή πρόθεση ότι αυτή καθώς και η ανάρτηση της πινακίδας των εναγόντων στο εργοτάξιο, δεν είχαν σκοπό να δημιουργήσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κατά νόμο που το περιεχόμενο της συμφωνίας και η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 37 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου, ανάρτηση πινακίδας εκ μέρους του εγγεγραμμένου εργολήπτη δίνουν προς τα έξω την εντύπωση ότι δημιουργούν. Με όλα αυτά δεδομένα και με ταυτόσημη τη βούληση των διαδίκων να συνάψουν εικονική συμφωνία, για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό από την απόφαση της μειοψηφίας στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Μιχαήλ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 41 «.προκύπτει ευθέως ακυρότητα από τα σπάργανα της.» Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Xίνη
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 818, η αγωγή είχε απορριφθεί επειδή το Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των εφεσειόντων και δέχθηκε εκείνη του εφεσιβλήτου, στη βάση της εξωγενούς μαρτυρίας του εφεσιβλήτου, ότι η συμφωνία ήταν πλασματική και όχι αποκαλυπτική της συναλλαγής. Κατ' έφεση κρίθηκε ότι με την απόρριψη της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων των εφεσειόντων, η υπόθεσή τους παρέμεινε χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Αυτό - για ό,τι μας ενδιαφέρει - επειδή η εκδοχή της γνήσιας και αληθινής συμφωνίας ενοικιαγοράς, την οποίαν προέβαλαν οι εφεσείοντες, είχε καταρρεύσει. Σύμφωνα πάντοτε με την εφετειακή απόφαση, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε εξωγενή μαρτυρία εκ μέρους του εφεσίβλητου, εφόσον εκείνο που επιζητείτο να καταδείξει η εν λόγω μαρτυρία ήταν η πραγματική φύση της συναλλαγής, που δεν ήταν αληθινή και γνήσια ενοικιαγορά, πράγμα επιτρεπτό. Ακολούθως, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1432, πρωτόδικα κρίθηκε ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν επινόηση για να συγκαλυφθεί το δάνειο που συνιστούσε την αληθινή φύση της συναλλαγής. Δεν ήταν γνήσια και συνεπώς, η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί. Το Εφετείο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση. Τέλος, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2067, η οποία αφορούσε και πάλι ενοικιαγορά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντλώντας καθοδήγηση από την τελευταία απόφαση διαπίστωσε ότι η συμφωνία ήταν άκυρη, εφόσον είχε ως αντικείμενο ανύπαρκτη συναλλαγή. Μεταβλήθηκε η εικόνα της συναλλαγής προς απόκρυψη του παράνομου σκοπού της. Το Εφετείο, στη δική του απόφαση, καταληκτικά αναφέρει τα εξής: «Η τεκμηρίωση της υπόθεσης των εφεσειόντων βασίστηκε αποκλειστικά στην προβληθείσα μεταξύ των μερών συμφωνία. Η θέση ότι η συμφωνία ήταν εικονική και παρεπόμενα άκυρη θα μπορούσε να έχει ως μόνο αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής.» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου κρίνω ότι η επίδικη συμφωνία, ημερομηνίας 1/9/2010 είναι εικονική, παράνομη και εξ υπαρχής, άκυρη. Και, με δεδομένο ότι η αγωγή των εναγόντων εδράζεται σε μια τέτοια συμφωνία, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final (Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών. - Εικονική σύμβαση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο