← Κύπρος

Δρουσιώτη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 179/2019, 21/10/2019

Δρουσιώτη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 179/2019, 21/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A501 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 179/2019 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65όπως τροποποιήθηκε Μεταξύ: 1. . Δρουσιώτη 2. . Δρουσιώτου 3. C.C.M. Live Seafood Import Ltd Αιτητών - Εφεσειόντων v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ων - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κ. Χ. Γεωργίου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες ζητούν διατάγματα με τα οποία: (
  2. i)να παραμερίζεται και ή ακυρώνεται η ειδοποίηση ΙΑ της σκοπούμενης πώλησης των ακινήτων των Αιτητών 1 και 2 με αρ. εγγραφής ./538 και ./539 τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη Υ.355/03. (
  3. ii)να παραμερίζεται και ή ακυρώνεται η ειδοποίηση ΙΑ της σκοπούμενης πώλησης των ακινήτων του Αιτητή 1 με αρ. εγγραφής ./540 και ./541 τα οποία βαρύνονται με την υποθήκη Υ.314/04. (iii) να ακυρώνεται η προώθηση της διαδικασίας εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων. (
  4. iv)να κηρύσσονται ως αντισυνταγματικές, άκυρες και άνευ νομικής ισχύος οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ. (
  5. v)να κηρύσσονται ως αντισυνταγματικές και άκυρες οι τροποποιήσεις των άρθρων 44Α-44Γ του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 28, 30, 35, 82 και 144 του Συντάγματος. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση είναι οι εξής: (α) Οι ειδοποιήσεις ΙΑ δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο νομικές προϋποθέσεις. (β) Δεν απεστάλη η αρχική ειδοποίηση Θ αλλά αυτή στάληκε ταυτόχρονα με την ειδοποίηση Ι. (γ) Η ειδοποίηση Ι δεν συνοδεύεται από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και επομένως αυτή καθίσταται παράνομη και τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά δεν μπορούσαν μετέπειτα να αποτελούν αντικείμενο της απαίτησης των ειδοποιήσεων ΙΑ. (δ) Ο Ν.87(Ι)/18παραβιάζει το δικαίωμα στην ακίνητη ιδιοκτησία (άρθρο 23), το δικαίωμα στην ισότητα (άρθρο 28) και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο (άρθρο 30). Η αναδρομική ισχύς των άρθρων 44Β και 44Γ είναι αντισυνταγματική καθότι επιτυγχάνει εκ των υστέρων νομικά αποτελέσματα σε σχέση με συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των Αιτητών. (ε) Ο Ν.9/65παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 - Εφεσείοντος, στην οποία βασικά αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των μερών και της διαδικασίας της σκοπούμενης πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι και την ειδοποίηση ΙΑ. Ακολούθως βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι Καθ΄ ων καταχώρισαν ένσταση οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής: 1) Η Αίτηση - Έφεση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη. 2) Οι ειδοποιήσεις ΙΑ είναι καθόλα έγκυρες και νόμιμες και έχουν δεόντως επιδοθεί. 3) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν επιχειρήματα αναφορικά με τις ειδοποιήσεις Θ και Ι. 4) Οι ειδοποιήσεις Θ και Ι είναι καθόλα ορθές και νόμιμες και έχουν δεόντως αποσταλεί. Οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ έχουν επίσης δεόντως επιδοθεί. 5) Οι Αιτητές ερμηνεύουν λανθασμένα τον Νόμο. 6) Με βάση τους όρους των Υποθηκών οι Αιτητές ρητώς αποδέχθηκαν και ή παραχώρησαν το δικαίωμα στους Καθ΄ ων να προβούν σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων χωρίς καμιά ειδοποίηση προς αυτούς. 7) Η Αίτηση είναι ενοχλητική και ή καταπιεστική και ή κακόπιστη και ή καταχρηστική. 8) Οι Αιτητές κωλύονται να αμφισβητούν τη συνταγματικότητα του Νόμου από τη στιγμή που οι ίδιοι ενεργοποίησαν τα δικαιώματα τους δυνάμει αυτού. 9) Άνευ βλάβης του ανωτέρω λόγου, δεν προκύπτει οποιαδήποτε παραβίαση του Συντάγματος και ή της αρχής της αναδρομικής ισχύος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΒ (εφεξής «ο ΑΒ»), υπαλλήλου των Καθ΄ ων. Και ο ΑΒ με τη σειρά του αναφέρεται λεπτομερώς στο ιστορικό της συνεργασίας και της διαδικασίας της σκοπούμενης πώλησης, αρνούμενος κάποιες θέσεις του Αιτητή ως λανθασμένες, αβάσιμες και ανεδαφικές. Επίσης και αυτός επαναλαμβάνει και αναλύει όλους τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες και οι δύο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ι. Υπόβαθρο Γεγονότων Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης θα πρέπει να τεθεί εξαρχής το υπόβαθρο γεγονότων το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Εκεί δε όπου υπάρχει διάσταση θέσεων και κατόπιν αξιολόγησης τους, το Δικαστήριο θα προβαίνει στα ανάλογα συμπεράσματα του. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Κατά το 2003 οι Αιτητές 1 και 2 συνέστησαν υποθήκη Υ.355/03 αναφορικά με τα ακίνητα τους με αρ. εγγραφής ./538 και ./539 προς όφελος των Καθ΄ ων για το ποσό των ΛΚ 106.000 (€181.111,75) πλέον τόκους και έξοδα. Η εν λόγω υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν δυνάμει διαφόρων συμφωνιών από τη Λαϊκή Τράπεζα προς τους Αιτητές 1-3. Το έγγραφο υποθήκης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ. 2. Κατά παρόμοιο τρόπο κατά το 2004 ο Αιτητής 1 συνέστησε υποθήκη Υ.314/04 αναφορικά με τα ακίνητα του με αρ. εγγραφής ./540 και ./541 προς όφελος των Καθ΄ ων για το ποσό των ΛΚ 46.000 (€78.595,67) πλέον τόκους και έξοδα. Το έγγραφο υποθήκης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η εν λόγω υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν δυνάμει διαφόρων συμφωνιών από τη Λαϊκή Τράπεζα προς όλους τους Αιτητές αντικρούεται από τον ΑΒ ο οποίος ισχυρίζεται ότι αυτή η υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους Αιτητές 1 και 2. Ο εν λόγω ισχυρισμός του ΑΒ ως προς τούτο γίνεται δεκτός εφόσον παρέμεινε αδιαμφισβήτητος και αναντίλεκτος. 3. Είναι αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ΑΒ ότι στις 9.4.12 η Λαϊκή τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών πιστωτικών διευκολύνσεων. 4. Είναι επίσης αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ΑΒ πως δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 οι Καθ΄ ων έχουν διαδεχθεί τη Λαϊκή ως προς τις οφειλές των Αιτητών, των συμφωνιών και λογαριασμών πιστωτικών διευκολύνσεων και όλων των εξασφαλίσεων, υποθηκών, εγγυήσεων και εκχωρήσεων. 5. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι Αιτητές καταχώρισαν την Αγωγή υπ΄ αρ. 664/12 εναντίον της Λαϊκής και μετέπειτα και των Καθ΄ ων, προβάλλοντας ισχυρισμό πως ο τερματισμός οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα των Καθ΄ ων και ζητούν αποζημιώσεις και ακύρωση εικονικών συμφωνιών ενοικιαγοράς. Στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση οι Καθ΄ ων ισχυρίζονται πως ο τερματισμός οφείλεται στην παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των Αιτητών και πως όλες οι συμφωνίες καταρτίστηκαν νόμιμα και ανταπαιτούν τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά και διατάγματα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Τα δικόγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 3 και 4 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. 6. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επιδότη ημ. 28.1.19, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ, αναφορικά με την Υ.355/03 η ειδοποίηση Ι συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού ημ. 30.6.18 μαζί με την ειδοποίηση Θ ημ. 19.11.18 επιδόθηκαν στους Αιτητές στις 25.1.19. Οι εν λόγω ειδοποιήσεις και η κατάσταση λογαριασμού αποτελούν το Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ. 7. Σύμφωνα με τα έγγραφα του Ταχυδρομείου και ένορκη δήλωσης επίδοσης ημ. 8.3.19, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ, αναφορικά με την Υ.314/04 η ειδοποίηση Ι συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού ημ. 30.6.18 μαζί με την ειδοποίηση Θ ημ. 5.2.19 παραλήφθηκαν μέσω ταχυδρομείου από τον Αιτητή 1 στις 22.2.19 και επιδόθηκαν μέσω επιδότη στην Αιτήτρια 2 στις 6.3.19. Οι εν λόγω ειδοποιήσεις και η κατάσταση λογαριασμού αποτελούν το Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ. Εδώ σημειώνεται πως η αναφορά του Αιτητή στις διάφορες ημερομηνίες των ως άνω εγγράφων είναι κάπως ασαφής και ενδεχομένως παραπλανητική καθότι, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ΑΒ, οι δύο ομάδες ειδοποιήσεων αφορούν σε δύο διαφορετικές υποθήκες. Επιπλέον, οι ειδοποιήσεις Θ φέρουν τις ως άνω ημερομηνίες και οι ειδοποιήσεις Ι δεν φέρουν ημερομηνία όμως στάληκαν μαζί με τις ειδοποιήσεις Θ και τις καταστάσεις λογαριασμού. Οι δε καταστάσεις λογαριασμού φέρουν ημ. 30.6.18 υπό την έννοια ότι καθορίζουν τα οφειλόμενα ποσά και τόκους μέχρι και τις 30.6.18 και οι ειδοποιήσεις Ι αναφέρονται στα οφειλόμενα ποσά βάσει των καταστάσεων, ήτοι το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο από την 1.7.18. 8. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι, αναφορικά με την Υ.355/03, στις 28.5.19 η ειδοποίηση ΙΑ ημ. 13.5.19 επιδόθηκε μέσω ταχυδρομείου στους Αιτητές 1 και 3 και στις 7.7.19 μέσω ιδιώτη επιδότη στην Αιτήτρια 2. Τα έγγραφα του Ταχυδρομείου και η ένορκη δήλωση του επιδότη ημ. 10.7.19 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ. Οι ειδοποιήσεις ΙΑ επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ. 9. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι, αναφορικά με την Υ.314/04, στις 28.5.19 η ειδοποίηση ΙΑ ημ. 13.5.19 επιδόθηκε μέσω ταχυδρομείου στον Αιτητή 1 και στις 14.6.19 μέσω ιδιώτη επιδότη στην Αιτήτρια 2. Η ένορκη δήλωση του επιδότη ημ. 18.6.19 και τα έγγραφα του Ταχυδρομείου επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ. Οι ειδοποιήσεις ΙΑ επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ. 10. Η υπό κρίση Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε στις 26.6.19. ΙΙ. Ισχύον Νομικό Καθεστώς Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης, το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει να απασχολήσει είναι το ποιες πρόνοιες του Ν.9/65 εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση. Όπως διαφαίνεται μέσα από τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και τη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση, αποτελεί βασική θέση των Αιτητών πως οι πρόνοιες του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18είναι αντισυνταγματικές και παραβιάζουν διάφορες βασικές αρχές ούτως ώστε αυτές (οι πρόνοιες) να μην έχουν νομική ισχύ ούτε και να τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σύμφωνα με τον φάκελο της Αίτησης, η Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε στις 26.6.19, καθ΄ ον χρόνο είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). ΙΙ.Α Πρόνοιες Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18 Πριν την εξέταση του ζητήματος αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης βασικών αρχών αναφορικά με τον Ν.87(Ι)/18, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αντιπαραβολή των προνοιών των δύο Νομοθεσιών, ήτοι των Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18, ούτως ώστε να γίνει αντιληπτή και η βάση της θέσης των Αιτητών. O παλαιότερος Ν.142(I)/14, στο άρθρο 44ΙΓ, παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης έφεσης αναφορικά με οποιαδήποτε ειδοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των ειδοποιήσεων Θ, Ι και ΙΒ, νοουμένου πως τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη η οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου παραβλάπτοντο από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και επομένως ούτε αυτό υφίσταται αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις. Το νυν άρθρο 44Γ

(3)παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Ι, λόγος ο οποίος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14, και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ). Οι άλλοι δύο λόγοι του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το νομότυπο επίδοσης αυτής, παρ. (α) και (β), εξακολουθούν να παραμένουν και στο νέο άρθρο 44(Γ)
(3)(α) και (β). ΙΙ.Β Αναδρομική Ισχύς Ν.87(Ι)/18 Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Στο άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφέρεται ρητά πως: «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση . (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.» Οι πιο πάνω πρόνοιες σαφώς ορίζουν πως οποιοσδήποτε τροποποιητικός Νόμος δεν ακυρώνει ούτε επηρεάζει δικαίωμα ή θεραπεία που πηγάζει από δικαίωμα και τα οποία (δικαίωμα ή θεραπεία) προκύπτουν από τον καταργηθέντα Νόμο νοουμένου ότι στον τροποποιητικό Νόμο δεν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, δηλαδή αναδρομικής ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός και αν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ιδίου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σάντης v. Interfund Investments Ltd (ανωτέρω) «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια .». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. αρ. 386/10, ημ. 15.11.16, στην οποία αναφέρθηκε πως «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητά και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του αν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητά την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από τη στιγμή που η πρόθεση του Νομοθέτη προκύπτει και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο λεκτικό του Νόμου, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής ερμηνείας. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την εκφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη. Στην προκειμένη περίπτωση η διαδικασία αναφορικά και με τις δύο υπό κρίση υποθήκες άρχισε με την αποστολή των ειδοποιήσεων Θ και Ι μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, επομένως καθίσταται σαφές ότι εφαρμόζεται ο εν λόγω Νόμος. ΙΙ.Γ Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της προαναφερόμενης επιφύλαξης του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18ως προς την αναδρομική ισχύ του εν λόγω Νόμου και των άρθρων 44Α-44Γ πάνω σε διάφορες βάσεις εγείρονται τόσο στα πλαίσια της Αίτησης, όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει με σαφήνεια και λεπτομέρεια. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως όλες οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με την απαιτούμενη ακρίβεια ούτως ώστε αυτές να δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R.
  1. (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙ.Δ Αρχή της Αναδρομικότητας - Αποστέρηση Κεκτημένου Δικαιώματος Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Α περί αναδρομικότητας ισχύος του Ν.87(Ι)/18 είναι αντισυνταγματικές. Αυτή η εισήγηση βασίζεται στο ότι αφαιρείται κεκτημένο δικαίωμα των Αιτητών ενόψει της ύπαρξης της Αγωγής 664/12, καθότι με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18χάνουν το δικαίωμα να επικαλούνται ως λόγο την εκκρεμότητα αγωγής. Αυτή η εισήγηση παραμένει παντελώς σε θεωρητικό επίπεδο καθότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων ξεκίνησε μετά την έναρξη ισχύος του Ν.87(Ι)/18 ούτως ώστε να μην δύναται να λεχθεί πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου, οι Αιτητές είχαν αποκτήσει οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα επί τη βάση της ύπαρξης της Αγωγής. Στην ουσία θεωρώ πως δεν τίθεται ζήτημα απώλειας και ή κατάργησης του όποιου δικαιώματος των Αιτητών, από τη στιγμή που δεν είχαν ούτε και απέκτησαν τέτοιο δικαίωμα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης τροποποίησης με τον Ν.87(Ι)/
  2. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στη σχετική νομολογία και στην ερμηνεία του κεκτημένου δικαιώματος. Στην υπόθεση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419 λέχθηκαν τα εξής: «The expression "vested rights" primarily connotes rights that accrued in law. Rights may accrue both in civil and public law. A right may be deemed to vest if the process of the law for its acquisition has been completed. The right crystallizes thereafter and vests in the subject who becomes its beneficiary in law. Certainty in the legal process and respect for the law, require that rights acquired under the law should remain undisturbed. Inevitably, interference with such rights undermines certainty and reduces respect for the laws. The need to sustain vested rights found expression in the Interpretation Law in the form of a presumption that subsequent laws are presumed, but not deemed, to leave unaffected vested rights. Section 10
(2)(c) of the Interpretation Law, Cap. 1, provides that it shall be presumed that the repeal of a law leaves unaffected rights, privileges, obligations or liabilities, that were acquired, accrued or incurred under the repealed law. However, the presumption is a rebuttable one and may be displaced whenever a clear inten­tion to the contrary is evinced by the repealing law. In the face of a clear legislative expression to the contrary, the presum­ption recedes and gives way to the will of the legislature, the supreme arbiters of the law.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Εφετείο ακολούθως ασχολήθηκε με το κατά πόσο τα συμβατικά με το Κράτος δικαιώματα του εφεσείοντος να επιλέξει την αποζημίωση του η οποία δεν υπόκειτο σε φορολογία είχαν αποκρυσταλλωθεί πριν την τροποποίηση του σχετικού Νόμου. Αφού κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα, ανέφερε πως δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθεί με την εισήγηση για παραβίαση του άρθρου 26.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1990)3(Γ) Α.Α.Δ. 2178, το Εφετείο υιοθετώντας την προαναφερόμενη υπόθεση Menelaou, ανέφερε τα εξής: «Ο όρος vested right προσδιορίζεται εννοιολογικά στην απόφαση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419. Η επίκλησή του υποδηλώνει δικαιώματα που πρωταρχικά πηγάζουν από ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Δικαίωμα αποκτάται στην περίπτωση που ολοκληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την κτήση του. Όταν αποκρυσταλλωθεί οριστικά, το δικαίωμα ανήκει σε υποκείμενο δικαίου δηλαδή, νομικό ή φυσικό πρόσωπο που γίνεται φορέας του συγκεκριμένου δικαιώματος. Εκτός από τα ιδιωτικά δικαιώματα υπάρχουν και εκείνα που προκύπτουν από κανόνες δημοσίου δικαίου. Γίνεται γενικά δεκτό ότι δεν είναι ανεκτή η εκ των υστέρων επέμβαση σε δικαιώματα που απέρρευσαν από το νόμο. Αυτονόητο είναι ότι η αφαίρεση τέτοιων δικαιωμάτων θίγει από τη μια τη βεβαιότητα του δικαίου και από την άλλη υπονομεύει το κύρος του.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση κατά την έναρξη ισχύος του Ν.87(Ι)/18 οι Αιτητές δεν είχαν κεκτημένο δικαίωμα με μόνο το γεγονός της έγερσης της Αγωγής εκ μέρους τους. Το δικαίωμα των Αιτητών δεν είχε αποκρυσταλλωθεί κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε με την καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων ΙΑ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών από την παραλαβή τους, με βάση το παλαιό άρθρο 44Γ
(3). Η καταχώριση της Αγωγής από μόνη της, χωρίς την όποια διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, δεν είναι επ΄ ουδενί λόγο ικανή να συνιστά κεκτημένο δικαίωμα εφόσον δεν είχε καν ξεκινήσει, πόσω μάλλον ολοκληρωθεί, όλη η σχετική διαδικασία και ειδικότερα όλες οι απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, ήτοι η αποστολή και επίδοση των ειδοποιήσεων μέχρι και την καταχώριση της έφεσης. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο συνέβη στην παρούσα περίπτωση είναι ότι η διαδικασία πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA είχε αρχίσει αργότερα, ήτοι με την έκδοση και επίδοση των ειδοποιήσεων Θ και Ι μεταγενέστερα της εφαρμογής του Ν.87(Ι)/18, και επομένως οι Αιτητές δεν είχαν ακόμα κανένα δικαίωμα έφεσης εναντίον των ειδοποιήσεων ΙΑ. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί επίσης πως όχι μόνο οι Αιτητές δεν έχασαν κεκτημένο δικαίωμα αλλά αντιθέτως με τον Ν.87(Ι)/18 απέκτησαν δικαίωμα, καθότι ο Νόμος πρόσθεσε και παρέχει ως λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Επομένως, εφόσον οι Αιτητές είχαν ήδη καταχωρίσει Αγωγή από το 2012, με τον νέο Νόμο είχαν κάθε δικαίωμα από την έναρξη ισχύος αυτού, και ειδικότερα μετά την επίδοση των ειδοποιήσεων Θ και Ι, να αποταθούν στα πλαίσια εκείνης της Αγωγής και να αιτηθούν την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΑΒ, τέτοιο διάταγμα δεν έχει εκδοθεί μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως το άρθρο 44Α
(3)του Ν.87(Ι)/18 δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας, δεν αφαιρείται οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα των Αιτητών αλλά αντιθέτως δημιουργείται νέο δικαίωμα σε αυτούς. ΙΙ.Ε Παραβίαση Άρθρου 30 Συντάγματος - Αποστέρηση ή Περιορισμός Πρόσβασης στη Δικαιοσύνη Αποτελεί εισήγηση των Αιτητών πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ του Ν.87(Ι)/18 είναι αντισυνταγματικές και παραβιάζουν το άρθρο 30 του Συντάγματος, καθότι με την εκποίηση της περιουσίας τους η Αγωγή καθίσταται άνευ αντικειμένου. Το άρθρο 30.1 του Συντάγματος προνοεί πως δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί να προσφύγει στο δικαστήριο οποιοσδήποτε δικαιούται να προσφύγει σε αυτό δυνάμει του Συντάγματος. Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει αυτό το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο όμως δεν είναι απόλυτο και δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 C.L.R. 210: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14, τονίστηκε για ακόμα μια φορά η σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος της προσφυγής στο Δικαστήριο και ότι: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103).» Χρήσιμη ανάλυση αυτού του δικαιώματος περιέχεται επίσης στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Λ. Λοΐζου, σελ. 182-183, στο οποίο βασικά αναφέρονται οι πιο πάνω νομικές αρχές. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ πως το άρθρο 44Γ δεν στερεί το δικαίωμα των Αιτητών να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, αλλά αντιθέτως τους παρέχει τέτοιο δικαίωμα νοουμένου ότι τηρείται η εκεί προβλεπόμενη προϋπόθεση. Το γεγονός πως τώρα απαιτείται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν οδηγεί σε στέρηση του δικαιώματος των Αιτητών να προσφύγουν στη δικαιοσύνη αλλά αντιθέτως συνεχίζεται η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος εφόσον από την ημερομηνία ισχύος του νέου Νόμου, οι Αιτητές είχαν κάθε ευχέρεια να ασκήσουν τα δικαιώματα τους βάσει του νέου άρθρου 44Γ
(3)και στα πλαίσια της Αγωγής να αιτηθούν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια αίτησης για προσωρινό διάταγμα, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και κυρίως το γεγονός πως κατά την εξέταση της έκδοσης ή μη προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε τελικά συμπεράσματα επί γεγονότων, θεωρώ πως η εισαγωγή της προϋπόθεσης για έκδοση τέτοιου διατάγματος παρέχει το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο και δεν στερεί ή περιορίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά τρόπο δυσχερή, κατά τρόπο που καταστρατηγεί τις πρόνοιες του άρθρου 30.1 του Συντάγματος. Αντιθέτως, θεωρώ πως αυτή η προϋπόθεση έχει περιληφθεί ακριβώς για να παρέχει τη δυνατότητα ύπαρξης λόγου παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ, νοουμένου βεβαίως ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ως αιτητής έχει καταδείξει καλή πιθανότητα στην υπόθεση του (εν αντιθέσει με την παλαιά πρόνοια περί ύπαρξης αγωγής δίχως άλλο) και πως είναι ορθό να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, όροι οι οποίοι είναι καθόλα λογικοί και δεν εναποθέτουν τέτοιο βάρος στον αιτητή ούτως ώστε να θεωρηθεί παντελώς αδύνατο να τους ικανοποιήσει. Επιπλέον, τυχόν απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης δεν καθιστά δίχως άλλο την Αγωγή άνευ αντικειμένου. Τόσο η Αγωγή όσο και η ανταπαίτηση δύνανται να προχωρήσουν σε εκδίκαση, το αποτέλεσμα των οποίων θα καθορίσει και τα όποια δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των μερών, ανεξαρτήτως αν έχει ήδη μεσολαβήσει η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) προσκρούουν στο άρθρο 30 του Συντάγματος. ΙΙ.ΣΤ Παραβίαση Άρθρου 23 Συντάγματος - Περιορισμός του Δικαιώματος Ιδιοκτησίας Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως οι πρόνοιες του Ν.87(Ι)/18 περιορίζουν το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος, εφόσον ο Ν.9/65ουσιαστικά τους αποστερεί το δικαίωμα ιδιοκτησίας πριν να ακουστούν στην Αγωγή τους και ενδεχομένως να αποφασιστεί το πραγματικό οφειλόμενο ποσό. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης, το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C.
  1. Θεωρώ πως ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18δεν καταργεί ούτε και περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας και ή διάθεσης της περιουσίας των Αιτητών. Και τούτο καθότι, ο εν λόγω Νόμος δεν αφαιρεί οποιοδήποτε δικαίωμα από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ούτε και δημιουργεί νέο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή, παρά μόνο καθορίζει ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος της Τράπεζας (μάλιστα πέραν της υφιστάμενης μεθόδου εκποίησης ενυπόθηκου με αίτηση στο Κτηματολόγιο). Το δικαίωμα πώλησης άλλωστε παραχωρήθηκε στην Τράπεζα δυνάμει των συμβάσεων υποθήκης τις οποίες οι Αιτητές παραδέχονται ότι συνήψαν προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των συμφωνιών υποθήκης, Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του ΑΒ, περιλαμβάνεται ο όρος 5, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα (Καθ΄ ων) να πωλήσει την ενυπόθηκη περιουσία «είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης της πώλησης με προσφορές και/ή με ιδιωτική πώληση ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε μένα». Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοούσε και προέβλεπε τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών με ένα εκ των προαναφερόμενων τρόπων. Βασικά, οι ίδιες οι συμβάσεις προνοούσαν και προέβλεπαν τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών. Το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία (διαδικασία πώλησης) μάλιστα δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας (ως η προβλεπόμενη στη σύμβαση πώληση απ΄ ευθείας και χωρίς προειδοποίηση από την Τράπεζα), αλλά υπόκειται σε όρους και παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία, ρυθμίζοντας ταυτόχρονα και τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου και την τελική τιμή πώλησης αυτού - βλ. άρθρα 44Δ-44ΙΑ του Ν.87(Ι)/
  2. Με άλλα λόγια, με τη σύναψη των συμβάσεων υποθήκης, οι Αιτητές οι ίδιοι έδωσαν δικαίωμα στην Τράπεζα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα και ο Ν.87(Ι)/18απλώς ρυθμίζει αυτό το ήδη υπάρχον δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία, παρέχοντας δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και διασφαλίζοντας την τιμή πώλησης. Σημειώνεται ακόμα ότι ο ισχυρισμός των Αιτητών περί του μη ορθού καθορισμού του οφειλόμενου ποσού στις ΙΑ (και Ι) παραμένει όντως παντελώς γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος, και ότι εν πάση περίπτωση οι Αιτητές έχουν το δικαίωμα βάσει του άρθρου 44Γ
(2)του Νόμου, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΒ, να διορίσουν και οι ίδιοι εκτιμητή για σκοπούς εκτίμησης της αγοραίας αξίας των ακινήτων. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν αποτελεί στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων των ενυπόθηκων οφειλετών ως προς την περιουσία τους, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους τους της παραχώρησης των ακινήτων τους για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Η υπόθεση Vaskrsic v. Slovenia, Appl. No. 31371/12, ημ. 25.4.17, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος των Αιτητών ως προς το ότι εκεί αποφασίστηκε πως η αναγκαστική πώληση περιουσίας προς αποπληρωμή χρεών παραβίαζε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διαφέρει από τα γεγονότα της παρούσας. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο αποφάσισε πως, λόγω της άμεσης γνώσης για την κοινωνία και τις ανάγκες της, οι κρατικές αρχές είναι σε καλύτερη θέση να γνωρίζουν τι είναι προς το δημόσιο συμφέρον και επομένως η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης εξυπηρετούσε νόμιμο σκοπό. Το Δικαστήριο ακολούθως αποφάσισε πως η πώληση ήταν δυσανάλογη του σκοπού, πλην όμως στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει επέλθει ακόμα πώληση για να διαφανεί ενδεχομένως το δυσανάλογο της τιμής πώλησης και του ύψους των χρεών και υπενθυμίζεται ακόμα πως ο Νόμος περιέχει πρόνοιες ως προς τη διασφάλιση της τιμής πώλησης. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου δεν αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος. ΙΙ.Ζ Παραβίαση Άρθρου 28 Συντάγματος - Παραβίαση της Ισότητας Η σχετική εισήγηση των Αιτητών περί παραβίασης της αρχής της ισότητας η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος, συνίσταται στο ότι οι πρόνοιες του Ν.87(Ι)/18 παρέχουν υπέρμετρα δικαιώματα υπέρ της Τράπεζας. Το εν λόγω άρθρο παρέχει μεν δικαίωμα στην Τράπεζα να προχωρήσει με πώληση δια πλειστηριασμού με την προβλεπόμενη εκεί διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα παρέχει και δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην εν λόγω διαδικασία και να λάβει μέτρα για την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης. Επομένως, δεν θεωρώ πως οι εν λόγω πρόνοιες δημιουργούν αυθαίρετη διάκριση προς όφελος της Τράπεζας, η οποία, σημειώνεται πως, ασκεί τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης καθ΄ ον χρόνο ο ενυπόθηκος οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα να προσβάλει αυτή τη διαδικασία. ΙΙ.Η Παραβίαση Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η εισήγηση των Αιτητών ότι το άρθρο 44Γ του Ν.87(Ι)/18 παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στερείται ερείσματος. Και τούτο, καθότι η Νομοθετική Εξουσία έχει το δικαίωμα να θεσπίζει νομοθεσίες, οι οποίες βεβαίως υπόκεινται σε έλεγχο από τη Δικαστική Εξουσία. Σχετική είναι η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14 (ανωτέρω). Το άρθρο 44Γ ουδόλως στερεί και περιορίζει τη δυνατότητα των Αιτητών να ακουστούν και να ενστούν. Προνοεί το αντίθετο, ήτοι τη δυνατότητα των Αιτητών να καταχωρίσουν έφεση και ζητήσουν τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για ένα εκ των εκεί προβλεπόμενων λόγων. Επομένως, δεν θεωρώ πως με τη θέσπιση του άρθρου 44Γ η νομοθετική εξουσία έχει παρέμβει και ρυθμίσει δικαστικό ζήτημα. Πέραν του ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία ελέγχου της συνταγματικότητας αυτού, διατηρεί επίσης την απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του στην υπό εξέταση περίπτωση και ειδικότερα κατά πόσο τηρούνται οι εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι για σκοπούς της παρούσας Αίτησης ισχύει και εφαρμόζεται ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/
  2. ΙΙΙ. Λόγοι Παραμερισμού Ειδοποίησης ΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 44Γ προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με τις προγενέστερες ειδοποιήσεις Θ και Ι. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι οι συναφείς ισχυρισμοί των Αιτητών για τις εν λόγω ειδοποιήσεις Θ και Ι είναι πως δεν στάληκε πρώτα η ειδοποίηση Θ αλλά πως αυτή στάληκε ταυτόχρονα με την ειδοποίηση Ι και πως η ειδοποίηση Ι δεν συνοδεύεται από αναλυτική κατάσταση λογαριασμού η οποία εν πάση περίπτωσει δεν είναι ορθή εφόσον δεν λαμβάνονται υπόψιν διάφορες πληρωμές που έχουν γίνει. Αποτελεί εισήγηση των Αιτητών πως από τη στιγμή που οι εν λόγω ειδοποιήσεις δεν συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου, τότε η διαδικασία πάσχει ούτως ώστε συμπαρασύρουν τις μεταγενέστερες ειδοποιήσεις ΙΑ οι οποίες πρέπει να παραμεριστούν. Εφόσον η υπό κρίση Αίτηση κρίνεται με βάση τον Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως όλοι αυτοί οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν μπορούν να τύχουν πλέον εξέτασης από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν προβλέπονται τέτοιοι λόγοι ακύρωσης της μεταγενέστερης ειδοποίησης ΙΑ. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω θέσης του Δικαστηρίου, εκ του περισσού αναφέρω ότι πράγματι το άρθρο 44Β
(1)και
(2)του Νόμου επιτρέπει την αποστολή της ειδοποίησης Ι (ειδοποίησης για υπερημερία και απαίτηση πληρωμής) μαζί με την ειδοποίηση Θ, διαχωρίζοντας μάλιστα ότι η ειδοποίηση Θ αποστέλλεται μόνο μια φορά ενώ η ειδοποίηση Ι δύναται να σταλεί περισσότερες από μια φορά. Ούτε στο άρθρο 44Γ
(1)ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο άρθρο δίδεται η ερμηνεία της κατάστασης λογαριασμού που πρέπει να συνοδεύει την ειδοποίηση Ι, παρά μόνο το άρθρο αναφέρεται σε «κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων», και επομένως θεωρώ ότι οι συνημμένες στις ειδοποιήσεις Ι καταστάσεις συνάδουν με αυτή την πρόνοια εφόσον καταδεικνύουν το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, και τον τόκο ξεχωριστά. Υπενθυμίζεται πως ο ισχυρισμός για λανθασμένα και μη ακριβή υπόλοιπα παρέμεινε γενικός και ατεκμηρίωτος, και εν πάση περίπτωσει αντικρούεται από τους Καθ΄ ων οι οποίοι ισχυρίζονται ότι τα ποσά είναι ορθά και νόμιμα. Επίσης κρίνεται βάσιμη η θέση των Καθ΄ ων πως μετά την παραλαβή των ειδοποιήσεων οι Αιτητές ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή αποτάθηκαν στους Καθ΄ ων για να διαμαρτυρηθούν ή έστω να ζητήσουν περαιτέρω διευκρινίσεις ως προς τα εκεί παρουσιαζόμενα ως οφειλόμενα ποσά. Έχει ήδη εξηγηθεί ανωτέρω πως δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα με τις ημερομηνίες των ειδοποιήσεων Θ και Ι σε συνάρτηση και με τις ημερομηνίες των καταστάσεων λογαριασμών. ΙΙΙ.Α Μη Πλήρωση των Απαιτούμενων κατά τον Προβλεπόμενο Τύπο και Περιεχόμενο Προϋποθέσεων Ο ισχυρισμός των Αιτητών ως προς το ότι οι ειδοποιήσεις ΙΑ δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις βασίζεται στους ως άνω ισχυρισμούς αναφορικά με την παράλειψη επισύναψης αναλυτικής κατάστασης στις ειδοποιήσεις Ι. Θεωρώ ότι αυτός ο λόγος περιορίζεται και αφορά στην ίδια την ειδοποίηση ΙΑ. Εν πάση περιπτώσει και σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ πως τέτοιος λόγος είναι αβάσιμος. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαι ότι έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων ΙΑ. ΙV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων και εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.