Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Romani Development Ltd κ.α., Αίτηση - Έφεση Αρ. : 33/2018, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A514 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 33/2018 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτριας - Εφεσείουσας v. 1. Romani Development Ltd 2. A. & A. Heracleous Estates Ltd Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Δ. Παπαθωμά για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τον ΛΚ Διαχειριστή της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 - Εφεσίβλητης: κ. Κ. Πανάγος για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητη: κ. A. Αντωνίου για Karapatakis Pavlides LLC Για Ενδιαφερόμενο Μέρος Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας: κ. K. Οδιάτης για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά: (
- i)Ακύρωση της ειδοποίησης και ή απόφασης του Διευθυντή ημ. 10.1.18 στην Αίτηση υπ΄ αρ. ΑΕΑ 5/17 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού για τη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής .194, τεμάχιο .31 επ΄ ονόματι της αγοράστριας Καθ΄ ης 2 με ταυτόχρονη εξάλειψη των υποθηκών Υ.14/05, Υ.63/05 και Υ.82/07 οι οποίες καταρτίστηκαν προς όφελος της Αιτήτριας. (
- ii)Απόφαση και ή Δήλωση ότι η διαδικασία η οποία αναφέρεται στην ως άνω ειδοποίηση είναι αντισυνταγματική και ή άκυρη και ή άνευ νομικής ισχύος. (iii) Απόφαση και ή Δήλωση ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/65 είναι αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση αφορούν κυρίως στην αντισυνταγματικότητα του Ν.9/65, και ειδικότερα ότι ο Νόμος παραβιάζει τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και καταργεί και ή επεμβαίνει σε κεκτημένα δικαιώματα της Αιτήτριας, καθώς επίσης και στο εσφαλμένο της απόφασης του Διευθυντή ως προς ότι δεν εξετάστηκαν ουσιώδεις θέσεις της Αιτήτριας αναφορικά με την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης. Η Αίτηση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη προέρχεται από την κα ΤΓ (εφεξής «η ΤΓ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Σε αυτή η ΤΓ αναφέρεται στο όλο ιστορικό των γεγονότων, από την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Αιτήτρια προς την Καθ΄ ης 1 μέχρι και την παραλαβή από τους δικηγόρους της Αιτήτριας της απόφασης του Διευθυντή ημ. 10.1.18, και προβάλλει ισχυρισμούς για εικονικότητα της σύμβασης πώλησης και για αντισυνταγματικότητα των ως άνω άρθρων του Νόμου. Η δεύτερη ένορκη δήλωση προέρχεται από τον κ. ΔΠ (εφεξής «ο ΔΠ»), υπάλληλο στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών Μεγάλων Επιχειρήσεων της Αιτήτριας. Και ο ΔΠ με τη σειρά του επιβεβαιώνει τις πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν στην Καθ΄ ης 1 και επισυνάπτει καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες δεικνύουν τα οφειλόμενα ποσά. Ο ΔΠ παραπέμπει σε έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας (η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ΤΓ) και ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση μεταβίβασης του υπό κρίση ενυπόθηκου ακινήτου, η Αιτήτρια παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξασφάλιστη ως προς την είσπραξη των οφειλόμενων σε αυτή ποσών. Εκ μέρους της Καθ΄ ης 1 δεν καταχωρίστηκε ένσταση καθότι, όπως δήλωσε ο δικηγόρος της, η Καθ΄ ης 1 θεωρεί πως οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες είναι αντισυνταγματικές και έτσι υποστηρίζει την Αίτηση. Η Καθ΄ ης 2 και το Ενδιαφερόμενο Μέρος καταχώρισαν ενστάσεις, οι λόγοι των οποίων εστιάζονται στο ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή, νόμιμη και δεόντως αιτιολογημένη, ότι δεν παραβιάζεται οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα της Αιτήτριας και ότι η Αιτήτρια κωλύεται δια συμπεριφοράς να προωθεί την Αίτηση καθότι επέτρεψε τη μεταβίβαση άλλων ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία βαρύνονταν με τις ίδιες υποθήκες και μεταβιβάστηκαν στους αγοραστές σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.139(Ι)/15. Η ένσταση της Καθ΄ ης 2 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΗ (εφεξής «ο ΑΗ»), διευθυντή της Καθ΄ ης 2, στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας μέχρι και την απόφαση του Διευθυντή, ισχυριζόμενος πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για την εγγραφή του υπό κρίση ακινήτου στο όνομα της Καθ΄ ης 2 και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ένσταση του Ενδιαφερόμενου Μέρους συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΚΜ (εφεξής «ο ΚΜ»), Κτηματολογικής Λειτουργού στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στην οποία επίσης αναφέρεται στη διαδικασία μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατόπιν αίτησης της Αιτήτριας και με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών, η Αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΔΠ, στην οποία αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Αιτήτρια απεδέχθη τη μεταβίβαση αριθμού ακινήτων τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο των ίδιων υποθηκών. Ειδικότερα, ο ΔΠ ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων για τα ενυπόθηκα ακίνητα, έχουν μεταβιβαστεί 24 οικιστικές μονάδες, 21 δια της διαδικασίας εγκλωβισμένων αγοραστών και 3 δια της συνήθους διαδικασίας από τον Διαχειριστή Παραλήπτη της Καθ΄ ης 1, ενώ παραμένουν ακόμα 26 στο όνομα της Καθ΄ ης 1 για τις οποίες υφίστανται γραπτές συμφωνίες πώλησης. Ο ΔΠ επεξηγεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε δυνατή η μεταβίβαση, ισχυριζόμενος ότι εκείνες οι συνθήκες διαφέρουν κατά πολύ από την υπό κρίση περίπτωση όπου αμφισβητείται η γνησιότητα της σύμβασης πώλησης και η πληρωμή του τιμήματος πώλησης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι όλων των πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αρχικά το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο. Επομένως, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: (
- i)Στις 28.12.06 η Καθ΄ ης 2 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού τη σύμβαση πώλησης ημ. 3.12.16 υπ΄ αρ. ΠΩΕ 3794/06 για την πώληση από την Καθ΄ ης 1 στην Καθ΄ ης 2 του διαμερίσματος αρ. 21 με χώρο στάθμευσης το οποίο θα κτιζόταν επί του τεμαχίου 11 στο ακίνητο με αρ. εγγραφής .461. Η σύμβαση πώλησης αποτελεί το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της ΚΜ. (
- ii)Σύμφωνα με τα στοιχεία, όπως αυτά διαμορφώθηκαν με τον φάκελο εκσυγχρονισμού - οριζόντιου διαχωρισμού, το εν λόγω διαμέρισμα έχει αρ. εγγραφής .194 και τεμάχιο .31 και βρίσκεται εγγεγραμμένο στο όνομα της Καθ΄ ης 1, Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της ΚΜ. (iii) Για την Καθ΄ ης 1 διορίστηκε ως Διαχειριστής Παραλήπτης, δυνάμει Ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης της Alpha Bank, ο κ. ΛΚ, Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της ΚΜ. (
- iv)Στις 17.1.17 η Καθ΄ ης 2 κατέθεσε την Αίτηση υπ΄ αρ. ΑΕΑ 5/17 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού ζητώντας να εγγραφεί στο όνομα της το υπό κρίση ακίνητο, σύμφωνα με τον Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.139(Ι)/15. Η Αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της ΜΚ. (
- v)Η Καθ΄ ης 2 κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα πώλησης στην Καθ΄ ης 1. Αποδείξεις πληρωμής ποσού ΛΚ8.000 με επιταγή και ποσού ΛΚ48.000 σε μετρητά επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 2-5 στην ένορκη δήλωση του ΑΗ. (
- vi)Η Καθ΄ ης 2 παρουσίασε επίσης βεβαιώσεις και αποδείξεις πληρωμής για καταβολή φόρων κ.λπ., Τεκμήρια 6-9 στην ένορκη δήλωση του ΑΗ. (vii) Στις 5.12.17 η Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή του Διευθυντή ημ. 20.11.17 με την οποία της γνωστοποιήθηκε η πρόθεση μεταβίβασης του υπό κρίση ακινήτου και την πληροφορούσε για το δικαίωμα υποβολής ένστασης, Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση της ΚΜ. (viii) Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στις 4.1.18, Τεκμήριο Η στην ένορκη δήλωση της ΚΜ. (
- ix)Στις 17.1.18 οι δικηγόροι της Αιτήτριας παρέλαβαν επιστολή του Διευθυντή ημ. 10.1.18 με την οποία τους ενημέρωνε ότι η ένσταση τους απορρίφθηκε και ότι θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή εκτός αν προσκόμιζαν εντός 30 ημερών διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Η επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Θ στην ένορκη δήλωση της ΚΜ. (
- x)Στις 12.1.18 η Καθ΄ ης 2 προσκόμισε στο Κτηματολόγιο ένορκη δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης και επισυνάπτει αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής του συνολικού ποσού των €69.118 και των φόρων, Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του ΑΗ. (
- xi)Στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης της μεταβίβασης, το οποίο και κατέστη απόλυτο στις 5.3.18. (xii) Το υπό κρίση ακίνητο βαρύνεται με τις Υ.14/05 ημ. 26.1.05, Υ.63/05 ημ. 16.12.05 και Υ.82/07 ημ. 30.3.07, Τεκμήρια Β-Δ στην ένορκη δήλωση της ΤΓ, ως εξασφάλιση διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα (τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd και μετέπειτα Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) προς την Καθ΄ ης 1, και ειδικότερα λογαριασμών δανείου και τρεχούμενου, Τεκμήρια Ε-ΙΒ στην ένορκη δήλωση της ΤΓ. (xiii) Με επιστολές της ημ. 7.4.11 και 3.5.11 η Λαϊκή τερμάτισε τους εν λόγω λογαριασμούς λόγω παράβασης των όρων συμφωνιών, Τεκμήριο ΙΓ στην ένορκη δήλωση της ΤΓ. (xiv) Στις 21.9.12 η Λαϊκή καταχώρισε την Αγωγή 4292/12 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της Καθ΄ ης 1 και άλλων προσώπων απαιτώντας τα οφειλόμενα υπόλοιπα δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών και διατάγματα εκποίησης των υπό κρίση υποθηκών, Τεκμήριο ΙΔ στην ένορκη δήλωση της ΤΓ. Η εν λόγω Αγωγή εκκρεμεί για ακρόαση. (
- xv)Δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 από τις 29.3.13 η Αιτήτρια ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Λαϊκής δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών τραπεζικών διευκολύνσεων και υποθήκης, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος συνέχισης της Αγωγής 4292/12. (xvi) Σύμφωνα με τις καταστάσεις, Τεκμήρια ΙΜ1-8 στην ένορκη δήλωση του ΔΠ, το οφειλόμενο υπόλοιπο της Καθ΄ ης 1 προς την Αιτήτρια όπως παρουσιάζεται στις 29.12.17, ανέρχεται σε €13.893.086,54 πλέον τόκους. ΙΙ. Ισχύον Νομικό Καθεστώς Είναι κοινώς αποδεκτό πως η υπό κρίση ειδοποίηση απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε στις 10.1.18 και γνωστοποιήθηκε στους δικηγόρους της Αιτήτριας στις 17.1.18, ενώ η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 7.2.18, καθ΄ ον χρόνο ίσχυε ο Ν.139(Ι)/15. Όπως ορθώς επισημαίνει ο δικηγόρος της Καθ΄ ης 1, ο τροποποιητικός Ν.118(Ι)/19τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 26.7.19 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1) και δεν υπάρχει ρητή πρόνοια περί αναδρομικής ισχύος αυτού. Επομένως, δεν τίθεται αμφιβολία πως η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί με βάση τον Ν.139(Ι)/15. ΙΙΙ. Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιούμαι πως όλες οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με επαρκή ακρίβεια και λεπτομέρεια τόσο στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση της ΤΓ που τη συνοδεύει. Ως εκ τούτου θεωρώ πως οι σχετικές εισηγήσεις της Αιτήτριας δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125. (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙΙ.Α Παραβίαση Άρθρου 23 Συντάγματος - Στέρηση και Περιορισμός του Δικαιώματος Ιδιοκτησίας Είναι εισήγηση της Αιτήτριας πως η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος, καθότι αποξενώνεται περιουσία η οποία αποτελούσε εξασφάλιση του ενυπόθηκου δανειστή ο οποίος προσδοκούσε να ικανοποιηθεί με την εκποίηση της, χωρίς τη συγκατάθεση του και χωρίς εύλογη ή οποιαδήποτε αποζημίωση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης. Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 12
(5)(α) του Ν.9/65 καθορίζει πως «"εμπράγματο βάρος" σημαίνει άμεση επί ακινήτου απαίτηση, δικαίωμα επιβάρυνσης ή υποχρέωση, υφιστάμενη δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου» το οποίο σαφώς περιλαμβάνει υποθήκη. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χαραλάμπους κ.ά. v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 A.A.Δ. 175, στην οποία υιοθετήθηκε η απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας της Ελλάδος στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά., Υπ. Αρ. 1283/12, ημ. 2.2.12, η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει τα εξής: «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, σελ. 139, περιουσιακά δικαιώματα περιλαμβάνουν και συμβατικά δικαιώματα. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως η υποθήκη καθώς και τα όποια δικαιώματα ή απαιτήσεις απορρέουν από αυτή συνιστούν περιουσία η οποία εμπίπτει εντός της συνταγματικής προστασίας του άρθρου 23. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ο Ν.139(Ι)/15, και ειδικότερα το άρθρο 44Κ
(1), θέτει δύο προϋποθέσεις προς ικανοποίηση του Διευθυντή στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή, ήτοι ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και ότι υπάρχει εγγεγραμμένος ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Με την ικανοποίηση των δύο αυτών προϋποθέσεων, ο Διευθυντής προχωρεί στην αποστολή ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΕ», σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44ΚΒ. Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να καταχωρίσει ένσταση για τους εκεί προβλεπόμενους λόγους ή να ζητήσει μεταφορά της υποθήκης, διαφορετικά ο Διευθυντής προχωρεί με νέα ειδοποίηση Τύπου «ΙΣΤ» και «Ζ» στον αγοραστή και στον πωλητή με την οποία τους καλεί να προχωρήσουν στη μεταβίβαση (άρθρο 44ΚΓ). Αυτές οι πρόνοιες καταδεικνύουν πως σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ή αιτήματος για μεταφορά της υποθήκης ή απόρριψης της ένστασης, τότε η όλη διαδικασία οδηγείται στη μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή, διαγράφοντας πλέον την υποθήκη επί του υπό κρίση ακινήτου. Με αυτόν τον τρόπο, αυτές οι πρόνοιες και η προβλεπόμενη σε αυτές διαδικασία μεταβίβασης σαφώς παραγνωρίζουν και απολήγουν στη διαγραφή της υποθήκης επί του υπό κρίση ακινήτου, αποστερώντας την Αιτήτρια από την εξασφάλιση που είχε επί του ακινήτου και αφήνοντας την πλέον χωρίς αυτή την εξασφάλιση προς είσπραξη του λαβείν της. Όπως φαίνεται και στην υπό εξέταση περίπτωση, η Καθ΄ ης 1 εξακολουθεί να οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό των €13.893.086,54 πλέον τόκους από τις 30.12.17, και οι υπό κρίση υποθήκες αφορούσαν ποσά, η Υ.14/05 μέχρι ΛΚ165.000 (€281.919,24), η Υ.63/05 μέχρι ΛΚ2.100.000 (€3.588.063,03) και η Υ .82/07 μέχρι ΛΚ400.000 (€683.440,58) πλέον τόκους, έξοδα και άλλα δικαιώματα. Η εγγραφή των δύο πρώτων υποθηκών, Υ.14/05 και Υ ./63/05, προηγήθηκε χρονικά της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου και επομένως η Αιτήτρια έχει προτεραιότητα ως προς την ικανοποίηση της οφειλής της έναντι άλλης οφειλής ή υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη. Σχετικά είναι τα άρθρα 21 και 23
(1)του Ν.9/65 καθώς επίσης και το άρθρο 44Β
(1)το οποίο δίδει προτεραιότητα στον ενυπόθηκο δανειστή σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου. Αυτή η εξασφάλιση, και μάλιστα κατά προτεραιότητα, βασικά εξαφανίζεται με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να χάνει το όποιο δικαίωμα της απορρέει από τη σύμβαση υποθήκης, ήτοι τη δυνατότητα έγερσης και ή προώθησης Αγωγής και αξίωσης διατάγματος εκποίησης της υποθήκης, καθώς επίσης και άσκησης του δικαιώματος πώλησης δυνάμει του Ν.9/65 με προτεραιότητα αναφορικά με το προϊόν πώλησης. Σαφώς με τη διαδικασία μεταβίβασης στον αγοραστή, η Αιτήτρια χάνει, δίχως άλλο, όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης. Η θέση του δικηγόρου της Καθ΄ ης 2 πως η μεταβίβαση δεν διαγράφει το δικαίωμα της Αιτήτριας να διεκδικήσει το λαβείν της και πως συνακόλουθα οι συμβάσεις υποθήκης δεν διαγράφονται, δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η ύπαρξη υποθήκης συνιστά περιουσιακό στοιχείο το οποίο χρήζει συνταγματικής προστασίας και σαφώς αυτό το δικαίωμα της Αιτήτριας δεν δύναται να εξαφανιστεί απλά και μόνο επειδή υπάρχει και μια σύμβαση πώλησης (η οποία δεν προέχει της υποθήκης) η οποία να δύναται να εκτελεστεί με τη μεταβίβαση στον αγοραστή, παραγνωρίζοντας και διαγράφοντας πλήρως τα όποια δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή δυνάμει της υποθήκης. Με άλλα λόγια, η θέση του δικηγόρου απολήγει στην ικανοποίηση του σκοπού μιας σύμβασης πώλησης έναντι μιας κατά προτεραιότητα σύμβασης υποθήκης, και μάλιστα αφήνοντας τον ενυπόθηκο δανειστή χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση εις αντικατάσταση της υποθήκης. Αυτή η κατάσταση σαφώς δεν εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά δικαιώματα, σε αντίθεση με την εισήγηση του δικηγόρου της Καθ΄ ης 2, εφόσον διασφαλίζεται και αναγνωρίζεται το δικαίωμα του αγοραστή και διαγράφεται πλήρως και δίχως άλλο το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή. Ο διαχωρισμός του ενυπόθηκου ακινήτου μεταγενέστερα των υποθηκών δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου εφόσον πρόκειται για το ίδιο ακριβώς ακίνητο το οποίο υποθηκεύτηκε προς όφελος της Αιτήτριας και το επίδικο διαμέρισμα όπως και τα υπόλοιπα της οικοδομής εξακολουθούν να αποτελούν μέρος αυτού, απλώς με ξεχωριστούς τίτλους, τους οποίους βαρύνει η υποθήκη. Ο δικηγόρος της Καθ΄ ης 2 επικαλείται την παράλειψη της Αιτήτριας να προβεί σε μεταφορά των επίδικων υποθηκών σε άλλη ακίνητη περιουσία της Καθ΄ ης
- Επί τούτου το Δικαστήριο επισημαίνει πως ο ΑΗ ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης 1 είναι ιδιοκτήτρια άλλης ακίνητης περιουσίας και επισυνάπτει μερικούς από τους τίτλους ιδιοκτησίας της, Τεκμήριο
- Πρόκειται για τέσσερις τίτλους για τα ακίνητα με αρ. εγγραφής .435 και τεμάχιο .51, με αρ. εγγραφής .442 και τεμάχιο .58, με αρ. εγγραφής 290 και τεμάχιο .88 και με αρ. εγγραφής 288 και τεμάχιο .
- Σε αυτά αναφέρεται αγοραία αξία για τα δύο πρώτα κατά το 1980 και για τα άλλα δύο κατά το 2007, χωρίς να αναφέρεται ή να παρουσιάζεται κάποια εκτίμηση για τη σημερινή αξία τους. Πέραν του ότι αυτός ο ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος, αυτός καταρρίπτεται από την Αιτήτρια η οποία ισχυρίζεται πως η Καθ΄ ης 1 δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλη ελεύθερη εμπράγματων βαρών περιουσία η οποία δύναται να αποτελέσει εξασφάλιση για την Αιτήτρια. Αυτή η θέση της Αιτήτριας επιβεβαιώνεται από την έρευνα του Κτηματολογίου ημ. 24.1.18, Τεκμήριο ΙΕ στην ένορκη δήλωση της ΤΓ, στην οποία περιλαμβάνονται τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 290 τεμάχιο .88 και .288 τεμάχιο .86 τα οποία είναι υποθηκευμένα προς όφελος της Alpha Bank και με memo από το Τμήμα Φορολογίας, και δεν περιλαμβάνονται τα ακίνητα με αρ. εγγραφής .435 τεμάχιο .51 και .442 τεμάχιο .58, ενώ σε πιο πρόσφατη έρευνα ημ. 12.11.18, Τεκμήριο Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΔΠ, δεν περιλαμβάνεται οποιοδήποτε των προαναφερόμενων ακινήτων. Τα πιο πάνω δεδομένα δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε διαπίστωση πως ενδεχομένως η Αιτήτρια θα μπορούσε να λάβει άλλη εξασφάλιση ως προς το λαβείν της, είτε με μεταφορά υποθήκης είτε με καταχώριση εμπράγματου βάρους (memo) κ.λπ. Οι δικηγόροι της Καθ΄ ης 2 και του Ενδιαφερόμενου Μέρους έδωσαν έμφαση στο σύνολο των ακινήτων τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο των υπό κρίση υποθηκών και στην απαλλαγή και μεταβίβαση κάποιων εξ αυτών στους αγοραστές. Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως η όποια παράλειψη αναφοράς σε αυτό το ζήτημα από πλευράς Αιτήτριας στις αρχικές ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση δεν είναι τέτοια που να της αποδίδει κακοπιστία και να της στερεί το δικαίωμα να ακουστεί στα πλαίσια της παρούσας εφόσον πρόκειται για δια κλήσεως διαδικασία, στην οποία όλες οι πλευρές, και δη οι Καθ΄ ων και το Ενδιαφερόμενο Μέρος είχαν κάθε δυνατότητα να προβάλουν τις δικές τους θέσεις και ακουστούν επί αυτών. Επιπλέον, σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ΔΠ, διαφαίνεται πως οι συνθήκες μεταβίβασης αριθμού των διαμερισμάτων σαφώς διαφοροποιούνται από τα υπό κρίση δεδομένα καθότι η Αιτήτρια αμφισβητεί τη γνησιότητα της υπό κρίση σύμβασης πώλησης και την πληρωμή του ποσού. Ο ισχυρισμός του ΑΗ πως ενημέρωνε για όλες τις συμβάσεις πώλησης την Αιτήτρια αντικρούεται από τον ΔΠ στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, στην οποία αρνείται τέτοιον ισχυρισμό και αναφέρει ότι ουδέποτε ο ΑΗ ενημέρωσε την Αιτήτρια για την υπό κρίση πώληση. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ΔΠ, η Λαϊκή ζητούσε την καταβολή του τιμήματος πώλησης έναντι των επίδικων λογαριασμών της Καθ΄ ης 1 για να έδιδε τη συγκατάθεση της για μεταβίβαση, πρακτική η οποία φαίνεται να ακολουθήθηκε για όλες τις άλλες περιπτώσεις όπου η Αιτήτρια ήλεγξε και επιβεβαίωσε την πληρωμή του τιμήματος πώλησης στους επίδικους λογαριασμούς της Καθ΄ ης 1 (Τεκμήριο Α) ενώ στις περιπτώσεις όπου η ένσταση της Αιτήτριας για τη μεταβίβαση απορρίφθηκε από τον Διευθυντή, καταχωρίστηκε Αίτηση - Έφεση. Αυτή η στάση της Αιτήτριας καταδεικνύει μια συνεπή και ίση μεταχείριση αναφορικά με όλα τα διαμερίσματα, αντικείμενο των υπό κρίση υποθηκών, και την απαλλαγή τους για σκοπούς μεταβίβασης εφόσον το τίμημα κατατέθηκε στους λογαριασμούς της Καθ΄ ης 1 έναντι των οφειλών της. Άλλωστε, δεν παραγνωρίζεται η θέση της ΜΠ πως η συνολική αξία των 26 διαμερισμάτων που βαρύνονται σήμερα με τις τρεις υπό κρίση υποθήκες δεν είναι ικανή να καλύψει το συνολικό ποσό των υποθηκών (με την επισήμανση βεβαίως πως οι δύο πρώτες υποθήκες καταρτίστηκαν πριν τη σύμβαση πώλησης και έχουν προτεραιότητα έναντι αυτής). Σημειώνεται ακόμα ο ισχυρισμός του ΔΠ πως η αγοραία αξία του συνόλου της ενυπόθηκης περιουσίας της Καθ΄ ης 1 ανέρχεται στα €6.714.500 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης στα €4.887.250, βάσει εκτιμήσεων, Τεκμήριο ΙΝ, και περαιτέρω πως τυχόν μεταβίβαση του υπό κρίση ακινήτου θα επιφέρει σοβαρή ζημιά στην Αιτήτρια, ίση με την αξία του η οποία με βάση τις εκτιμήσεις του Κτηματολογίου κατά το 2013 ανερχόταν περί τις €75.
- Ως εκ τούτου το γεγονός ότι η υποθήκη δεν διαγράφεται πλήρως αλλά αυτή παραμένει για τα υπόλοιπα διαμερίσματα δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς το ότι αυτή δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει πλήρως την Αιτήτρια δυνάμει των υποθηκών. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως τα άρθρα του Ν.139(Ι)/15 απολήγουν σε στέρηση του περιουσιακού δικαιώματος της Αιτήτριας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως τα άρθρα συνιστούν μόνο περιορισμό του δικαιώματος της Αιτήτριας, τότε επισημαίνεται πως το δικαίωμα της περιουσίας όντως δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως όμως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 23 και ειδικότερα στο άρθρο 23.3 ως εξής: «
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, σελ. 140, σε τέτοιες περιπτώσεις τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπάρχει μια ακριβοδίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος της κοινωνίας και των αναγκών της προστασίας των ατομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Η ισορροπία αυτή καθίσταται σχετική μόνο όταν έχει αποδειχθεί ότι η επέμβαση ικανοποιεί τις ανάγκες της νομιμότητας και δεν είναι αυθαίρετη. Αναφέρεται επίσης πως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23.3, για κάθε όρο, δέσμευση ή περιορισμό πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, άνευ της οποίας η στέρηση περιουσίας συνιστά υπό κανονικές συνθήκες μια δυσανάλογη επέμβαση η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.ά. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, στην οποία γίνεται παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δημοκρατία v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2003)3 Α.Α.Δ. 238: «Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξης του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως η επίκληση λόγου δημοσίου συμφέροντος δεν δύναται να αποτελεί βάση εξέτασης για τον περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, εφόσον τέτοιος λόγος δεν καλύπτεται από το άρθρο 23.3. Λόγος δημοσίου συμφέροντος ή δημοσίας ωφελείας όντως περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κυρώθηκε ως μέρος του ημεδαπού Νόμου με τον κυρωτικό Ν.39/62, πλην όμως δεν γίνεται επίκληση τέτοιου λόγου στην Αιτιολογική Έκθεση του τροποποιητικού Ν.139(Ι)/15. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Κουτσελίνη-Ιωαννίδου v. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 361, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ως προς την εφαρμογή του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η Αιτιολογική Έκθεση, στη βάση της οποίας θεσπίστηκε ο επίδικος Νόμος, δεν αναφέρεται καθόλου στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου ούτε και γίνεται επίκληση λόγων δημόσιας ωφέλειας ή δημόσιου συμφέροντος που να δικαιολογεί την παρέμβαση του κράτους, δυνάμει του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, στο περιουσιακό δικαίωμα των αιτητών. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική έκθεση προβάλλεται μόνο η ανάγκη εκσυγχρονισμού των συστημάτων συνταξιοδότησης των κρατικών αξιωματούχων και η εξάλειψη του φαινομένου των πολλαπλών συντάξεων. Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 Α.Α.Δ. 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, επομένως, θα πρέπει να αντιπαραβληθεί και να συγκριθεί η προαναφερόμενη πρόνοια του Άρθρου 3(β) του Νόμου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει μεγαλύτερη προστασία από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ενώ το Άρθρο 1 επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους λόγους περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που επιτρέπονται. Το Άρθρο 23.3 προνοεί ρητά ότι τέτοιοι περιορισμοί μπορούν να τεθούν μόνο για σκοπούς της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας υγείας, των δημοσίων ηθών, της πολεοδομίας, της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημοσίας ωφελείας και την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 175).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέως ημ. 22.6.15, Τεκμήριο Ι στην ένορκη δήλωση της ΚΜ, σκοπός του νομοσχεδίου είναι να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στον Διευθυντή του Κτηματολογίου, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή και ή εξάλειψη και ή μεταφορά και ή ακύρωση υποθήκης και ή εμπράγματου βάρους και ή απαγόρευσης που βαρύνουν το ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό τη μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Προσθέτει δε πως «με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». Επομένως, ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15αποσκοπεί στην προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών οι οποίοι εκπληρώνουν μεν τις υποχρεώσεις τους πλην όμως αδυνατούν να εγγράψουν το ακίνητο στο όνομα τους, λόγω ακριβώς της ύπαρξης υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας, στην οποία βεβαίως ο αγοραστής δεν είναι μέρος. Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application Nο. 8793/1979, ημ. 21.2.86, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος του Ενδιαφερόμενου Μέρους δεν προσφέρει καθοδήγηση στην παρούσα περίπτωση. Αφενός αυτή αφορά στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου σημειώνει πως μηχανισμός για την αναγκαστική μεταβίβαση, με εύλογη αποζημίωση, συνιστά κατάλληλη και ανάλογη μέθοδο αναπροσαρμογής του νόμου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση στον ενυπόθηκο δανειστή στα πλαίσια του μηχανισμού μεταβίβασης στον αγοραστή. Επανερχόμενη στην Αιτιολογική Έκθεση, ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων του μεγάλου αριθμού εγκλωβισμένων αγοραστών, οι οποίοι έχουν εκπληρώσει όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, χωρίς όμως να γίνεται λόγος για τα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών. Βασικά ο Νομοθέτης προνόησε για την προστασία των αγοραστών, αγνοώντας πλήρως και μη εξισορροπώντας με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή. Σαφώς για την ύπαρξη περιορισμού στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή, θα πρέπει να υπάρχει μια αναλογικότητα στη μεταχείριση των δύο και εξισορρόπηση των δικαιωμάτων τους, κάτι το οποίο ελλείπει παντελώς στην υπό κρίση περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως υπάρχει μια αυθαίρετη, αδικαιολόγητη και δυσμενής διάκριση υπέρ του αγοραστή και εις βάρος του ενυπόθηκου δανειστή, η οποία δεν δύναται να αποτελέσει νόμιμη βάση για περιορισμό του δικαιώματος του τελευταίου. Ούτε και το επιχείρημα του δικηγόρου του Ενδιαφερόμενου Μέρους πως πρόκειται για γύρω στους 70.000 αγοραστές και πως ο Νομοθέτης βρίσκεται σε καλύτερη θέση να γνωρίζει τις κοινωνικές, οικονομικές ή άλλες ανάγκες που χρήζουν νομοθετικής ρύθμισης, κρίνεται βάσιμο. Πρόκειται για μια μερίδα ατόμων και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση αναφορικά με τους λόγους που κατέστησαν αναγκαία την προστασία των αγοραστών έναντι των ενυπόθηκων δανειστών, ούτως ώστε το Δικαστήριο να ήταν σε θέση να εξετάσει κατά πόσο ο όποιος περιορισμός εμπίπτει εντός των συνταγματικών πλαισίων. Η θέση του δικηγόρου παραμένει ως μια αυθαίρετη και αστήρικτη εικασία. Πέραν του ότι το Δικαστήριο θεωρεί πως ο όποιος περιορισμός του δικαιώματος της περιουσίας της Αιτήτριας δεν κρίνεται εντός των συνταγματικών πλαισίων, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια για καταβολή αποζημίωσης σε αυτή. Όπως ορθώς επισημαίνει ο δικηγόρος του Ενδιαφερόμενου Μέρους, η αποζημίωση κρίνεται αναγκαία μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει οικονομική ζημιά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus (ανωτέρω) και Lanitis Estates Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)3(Ε) Α.Α.Δ. 3252. Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία είναι διαφωτιστικό: «Σε μερικές προσφυγές αναφέρεται πως τέτοια αποζημίωση δεν έχει πληρωθεί στους αιτητές. Η νομολογία μας πάνω στο ζήτημα αυτό είναι ασφαλής. Η πληρωμή αποζημιώσεων, βάσει του Άρθρου 23.3, οφείλεται τότε μόνο, αφού καθοριστεί από Πολιτικό Δικαστήριο και εφόσο αποδειχθεί ενώπιόν του ότι η οικονομική αξία της ιδιοκτησίας του αιτητή έχει μειωθεί ουσιωδώς. (Νίκος Κύρζης κ.α. ν. Της Δημοκρατίας
(1965)3 Α.Α.Δ. σελ. 46).» Από τη στιγμή που η Αιτήτρια θα έχανε την εξασφάλιση της, την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα, επί περιουσίας η οποία θα μεταβιβαζόταν σε τρίτο πρόσωπο, και χωρίς αυτή να αντικατασταθεί παρά μόνο να μειώνεται (με περιορισμό της υποθήκης επί των υπόλοιπων διαμερισμάτων) και με δεδομένη την αξία αυτής της υπόλοιπης εξασφάλισης, τότε θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα οικονομικής ζημιάς και ενδεχομένως αποζημίωσης. Σαφώς τέτοια πρόνοια δεν προβλέπεται στον υπό κρίση Ν.139(Ι)/15. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως πρόκειται για μια αυθαίρετη και συνταγματικά ανεπίτρεπτη επέμβαση ως προς τον περιορισμό της Αιτήτριας από περιουσιακό της δικαίωμα. ΙΙΙ.B Παραβίαση Άρθρου 26 Συντάγματος - Παραβίαση του Συμβάλλεσθαι Ελεύθερα Αποτελεί ισχυρισμό της ΤΓ πως η προσβαλλόμενη απόφαση και η προτιθέμενη διαδικασία μεταβίβασης παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι πλήττει ανεπανόρθωτα το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι και αφήνει εκτεθειμένους τους δανειστές χωρίς να τους προσφέρει εναλλακτική θεραπεία. Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» επίσης δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ.
- Η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου ζητήματος. Αφού γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
- Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τη συνταγματικότητα πρόνοιας για τη συμπερίληψη των Πιστωτικών Ιδρυμάτων στη διάταξη του άρθρου 314Β του Ποινικού Κώδικα, και κυρίως για υφιστάμενα οικιστικά και φοιτητικά δάνεια. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται. Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ΄ ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Λαμβανομένου υπόψιν ότι ο υπό Αναφορά Νόμος σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας και δεν έχει ως στόχο την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ και λαμβανομένου υπόψιν ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται εξαίρεση (για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια συγκεκριμένου ύψους) στην εξαίρεση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων από την πρόνοια που ποινικοποιεί την τοκογλυφία, κρίνομε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση όφειλε να είχε αιτιολογήσει δεόντως την παρέμβαση της στο, συνταγματικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», πράγμα που δεν έπραξε. . Στην υπόθεση Lloyds Bank v. Bundy
(1974)3 All E.R. 757 το Αγγλικό Εφετείο εξέτασε τη συγκεκριμένη περίπτωση της συγκεκριμένης τράπεζας έναντι του συγκεκριμένου δανειολήπτη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εκεί μεγάλη ανισότητα στη διαπραγματευτική ισχύ των δύο συμβαλλομένων. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, δεν θα μπορούσε να υποτεθεί (στη γενικότητα που τέθηκε ενώπιον μας) ότι όλα τα Πιστωτικά Ιδρύματα, ανεξαιρέτως, βρίσκονται σε ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύ έναντι όλων των δανειοληπτών, ανεξαιρέτως, για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται τον κοινωνικοοικονομικό στόχο του υπό Αναφορά Νόμου, αλλά θεωρεί ότι ο στόχος αυτός θα πρέπει να επιτευχθεί με τον, συνταγματικά, ορθό τρόπο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν χωρεί αμφιβολίας πως ο Ν.139(Ι)/15επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στη βούληση και στο περιεχόμενο των όρων της σύμβασης υποθήκης η οποία συνήφθη μεταξύ του ενυπόθηκου δανειστή και του οφειλέτη. Κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, τα δύο μέρη γνώριζαν επακριβώς τη φύση και τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και τα όποια δικαιώματα και υποχρεώσεις απορρέουν από αυτή. Αυτό άλλωστε συμβάλλει στη βεβαιότητα και εμπιστοσύνη ως προς τα εκάστοτε δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όπως εκφράζονται στη σύμβαση και αποτυπώνουν την πρόθεση τους ως προς τον τρόπο ρύθμισης της μεταξύ τους σχέσης. Αξίζει να αναφερθεί πως στα έγγραφα της σύμβασης υποθήκης περιλαμβάνονται όροι, όπως o η αναγνώριση πως η υποθήκη αποτελεί εξασφάλιση του οφειλόμενου στην Τράπεζα ποσού o σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής σε πρώτη απαίτηση, η Τράπεζα δύναται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω Κτηματολογίου, είτε με Αγωγή, και ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης με προσφορές και ή ιδιωτικής πώλησης, χωρίς καν ειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη o ενόσω ισχύει η εξασφάλιση ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν δικαιούται να μεταβιβάσει και ή επιβαρύνει τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Τράπεζας o ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθιστά την Τράπεζα ανέκκλητο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβεί σε όλες τις ενέργειες αναφορικά με τα ενυπόθηκα ακίνητα και ακόμα να προβεί σε πώληση αυτών. Με τον Ν.139(Ι)/15, η ρύθμιση αυτής της συμβατικής σχέσης, όπως αποτυπώνεται μέσα από το ίδιο το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, εκβαραθρώνεται και εξαλείφεται, αφαιρώντας πλέον από την Αιτήτρια τα όποια δικαιώματα απορρέουν από τη σύμβαση. Θεωρώ πως αυτή η μεταγενέστερη παρέμβαση της Νομοθετικής Εξουσίας στρεβλώνει την πρόθεση των μερών όπως διατυπώνεται στη σύμβαση υποθήκης. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στις υποθέσεις Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthern Co v. Kanavaugh 295 U.S. 56
(1935), οι οποίες αναφέρονται ακριβώς στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή και στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Εκεί λέχθηκε πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Ακριβώς και εδώ, με τον Ν.139(Ι)15, παρατηρείται μια στρέβλωση στο περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης και συνακόλουθα παραβίαση του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή ως προς το συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Υπενθυμίζεται πως στην Αιτιολογική Έκθεση γίνεται αναφορά μόνο στον μεγάλο αριθμό εγκλωβισμένων αγοραστών και όχι σε δημόσιο συμφέρον ή ακόμα σε προστασία πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Αυτά τα δεδομένα διαφοροποιούν την πιο πάνω περίπτωση από τις υποθέσεις Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1683 και Πανεπιστήμιο Frederick κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1226/10 ημ. 20.12.12, στις οποίες παρέπεμψε ο δικηγόρος της Καθ΄ ης 2. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του Ν.139(Ι)/15, στα οποία βασίζεται η ειδοποίηση του Διευθυντή ημ. 10.1.18, παραβιάζουν και το άρθρο 26 του Συντάγματος. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθορίζουν και την Αίτηση, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να αναφέρω πως οι όποιες αναφορές στο προοίμιο του τροποποιητικού Ν.118(Ι)/19ως προς το ότι ο Ν.139(Ι)15 κηρύχθηκε με αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων αντισυνταγματικός ή για θέση ισχύος των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι των επηρεαζόμενων αγοραστών, δεν είναι δεσμευτικές ως προς τις όποιες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τη συνταγματικότητα και ερμηνεία του Ν.139(Ι)/15 στον οποίο η Αίτηση βασίζεται. ΙV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του Ν.139(Ι)/15, στα οποία βασίζεται η ειδοποίηση του Διευθυντή ημ. 10.1.18 και τα οποία επιτρέπουν τη διαγραφή της υποθήκης επί των υπό κρίση ακινήτων, παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και ως εκ τούτου η σχετική απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί γι΄ αυτόν τον λόγο. Επομένως, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ειδοποίηση και ή η απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημ. 10.1.18 με αρ. ΑΕΑ 5/2017 ακυρώνεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας - Εφεσείουσας και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 - Εφεσίβλητης και του Ενδιαφερόμενου Μέρους αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. Αναφορικά με την Καθ΄ ης 1 η οποία δεν καταχώρισε ένσταση αλλά έλαβε μέρος στη διαδικασία υποστηρίζοντας την Αίτηση, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο