← Κύπρος

Dare Investments Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Ltd, Αρ. Αγωγής: 713/2017, 10/10/2019

Dare Investments Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Ltd, Αρ. Αγωγής: 713/2017, 10/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A488 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 713/2017 Μεταξύ:

  1. Dare Investments Ltd
  2. Proximity Financial Corporation Ltd Εναγόντων v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων 1 ημ. 30.7.19 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες 1 - Αιτητές: κα Σ. Ευριπίδου για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Α. Δημητρίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες 1 - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να προβούν σε πώληση και ή εκποίηση και ή πλειστηριασμό ο οποίος ορίστηκε στις 10.10.19 του ενυπόθηκου ακινήτου τους δυνάμει της υποθήκης Υ./2008, μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΡΕ (εφεξής «ο ΡΕ»), διευθυντή της εταιρείας Ricni Nominees Services Ltd, η οποία είναι διευθύντρια της εταιρείας Ricni Secretarial Services Ltd η οποία με τη σειρά της είναι διευθύντρια των Εναγόντων 1 - Αιτητών. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται αρχικά στη διαδικασία της σκοπούμενης πώλησης του υπό κρίση ενυπόθηκου ακινήτου, περιουσίας των Αιτητών. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του ΡΕ πως οι Εναγόμενοι ουδέποτε τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό και πως προέβησαν σε μονομερή τερματισμό της σύμβασης δανείου, για την οποία δόθηκε ως εξασφάλιση η υπό κρίση υποθήκη. Ο ΡΕ επικαλείται παράβαση της σύμβασης δανείου, λόγω της παράλειψης ειδοποίησης των Αιτητών για την αύξηση του επιτοκίου, του αυθαίρετου ανατοκισμού και της παράνομης και καταχρηστικής χρέωσης τόκων υπερημερίας και άλλων λειτουργικών εξόδων. Ως εκ των ανωτέρω, ο ΡΕ ισχυρίζεται ότι αναφορικά με το επίδικο δάνειο οι Εναγόμενοι ενήργησαν με απάτη, ψευδείς παραστάσεις, αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους, με αποτέλεσμα να υπέχουν υποχρέωση αποζημίωσης των Εναγόντων για οποιαδήποτε ζημιά έχουν υποστεί σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό καθώς επίσης και διαγραφής των παράνομων υπερχρεώσεων και εκ νέου υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού. Συνεπεία των πιο πάνω, είναι ισχυρισμός του ΡΕ ότι η εγγραφή της υποθήκης είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη, λόγω δόλου, απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα. Ο ΡΕ αναφέρεται επίσης σε κάποια διευθέτηση με τους Εναγόμενους, η οποία, ως ισχυρίζεται, τους υποχρέωνε να προβούν σε αναδιάρθρωση του επίδικου δανείου για το νομίμως οφειλόμενο ποσό και ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές υπέστησαν ζημιά ύψους €353.435,43 την οποία αξιώνουν με την παρούσα Αγωγή καθώς επίσης και δήλωση ότι η υποθήκη είναι άκυρη. Τέλος, ο ΡΕ ισχυρίζεται πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων η αποζημίωση δεν αποτελεί επαρκή θεραπεία για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Αιτητών και πως τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς την εξέταση της ουσίας της απαίτησης τους οδηγεί σε παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι καθαρά χρηματικής φύσης και οι Εναγόμενοι είναι σε θέση να αποζημιώσουν τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους. 3) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. 4) Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι γενικές και αόριστες και δεν είναι ικανές να αποσείσουν το βάρος απόδειξης υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 5) Οι Εναγόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα δια Νόμου αλλά και με βάση τους όρους της σύμβασης υποθήκης να προβούν σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. 6) Οι ισχυρισμοί των Αιτητών για καταχρηστικότητα και ανισορροπία άπτονται της ουσίας της Αγωγής και εν πάση περιπτώσει αυτοί απορρίπτονται. Επιπλέον, οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν δεόντως τους Αιτητές αναφορικά με τη δανειοδότηση τους στην οποία προέβησαν με την ελεύθερη τους βούληση. 7) Δεν υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων των Αιτητών οι οποίοι τόσο μέσω της παρούσας διαδικασίας όσο και μέσω της Αγωγής ασκούν κάθε δικαίωμα τους. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΓΓ (εφεξής «ο ΓΓ»), υπαλλήλου των Εναγομένων. Ο ΓΓ αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ΡΕ. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές υπέγραψαν και αποδέχθηκαν τους όρους των συμβάσεων δανείου και υποθήκης, με την ελεύθερη της βούληση, και επομένως κωλύονται να προβάλλουν ισχυρισμούς περί κατάχρησης, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Αιτητές προβάλλουν εντελώς γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και ότι αυτοί ενημερώθηκαν δεόντως για την αλλαγή των επιτοκίων και για τον τερματισμό της σύμβασης δανείου, καθώς επίσης ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε είχαν υποχρέωση να προβούν σε αναδιάρθρωση ως η θέση των Αιτητών. Επίσης ο ΓΓ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής οι Ενάγοντες καταχώρισαν αρχικώς γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με το οποίο ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου πως η συμφωνία δανείου, η σύμβαση υποθήκης και οι εγγυήσεις των Εναγόντων 2 είναι άκυρες και στερούνται νομικού αποτελέσματος. Διαζευκτικά οι Ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου ότι το φερόμενο ως υπόλοιπο του δανείου εκ €812.619,40 είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων και ή ανατοκισμών, διάταγμα διαγραφής οποιωνδήποτε παράνομων και ή αντισυμβατικών χρεώσεων, ακύρωση της υποθήκης και αποζημιώσεις για παράνομες ενέργειες, παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης, δόλο, απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις. Στην έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες παραδέχονται την υπογραφή της σύμβασης δανείου, για την οποία δόθηκαν ως εξασφαλίσεις η υπό κρίση υποθήκη και εγγυήσεις από τους Ενάγοντες 2, και ουσιαστικά αναφέρουν τα όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του ΡΕ που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, αναφορικά με την όλη συμπεριφορά των Εναγομένων και τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμβάσεων. Αξιώνουν απόφαση ότι το οφειλόμενο ποσό είναι το ποσό των €812.619,40 αφαιρουμένου του ποσού των €507.315,97, απόφαση ότι η επιβολή τόκου είναι παράνομη, αποζημιώσεις ύψους €507.315,97 ως παράνομες χρεώσεις, αποζημιώσεις ύψους €353.435,43, απόφαση ότι η υποθήκη είναι άκυρη, απόφαση που να ακυρώνει παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις και ανατοκισμούς και διάταγμα ακύρωσης των εγγυήσεων των Εναγόντων 2. Θα πρέπει να παρατηρήσω ότι υπάρχει διαφοροποίηση ως προς τις αξιώσεις των Εναγόντων μεταξύ του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης, εφόσον στο μεν πρώτο περιλαμβάνεται αξίωση και για την ακυρότητα της συμφωνίας δανείου, ενώ στην έκθεση απαίτησης δεν υπάρχει τέτοια αξίωση. Εντούτοις το Δικαστήριο, βασιζόμενο στην έκθεση απαίτησης, ικανοποιείται ότι αυτή αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον περιέχει αξιώσεις για την ακυρότητα της σύμβασης υποθήκης, για παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις τόκου και άλλων ποσών, ενώ επίσης περιέχουν και αξίωση για αποζημιώσεις, οι οποίες συνιστούν αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως, με βάση τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, η συμφωνία παραχώρησης δανείου προς τους Αιτητές και η σύμβαση υποθήκης είναι παραδεκτές. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΓΓ, και όπως άλλωστε αναφέρεται και στην έκθεση απαίτησης, η σύμβαση δανείου συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων 1 και της Λαϊκής Τράπεζας, της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις τρίτων προσώπων έχουν μεταβιβαστεί στους Εναγόμενους δυνάμει της ΚΔΠ104/13. Μάλιστα, αποτελεί αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΓΓ ότι λόγω της μη τήρησης των υποχρεώσεων των Αιτητών, οι Εναγόμενοι απέστειλαν σε αυτούς επιστολή, ημ. 18.5.15, τερματισμού του επίδικου λογαριασμού και επιστολές ίδιας ημερομηνίας στους εγγυητές, Τεκμήριο 2, και ακολούθως στις 17.7.15 καταχώρισαν την Αγωγή 2937/15 ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο 3, με την οποία αξιώνουν το οφειλόμενο υπόλοιπο και διάταγμα εκποίησης της υπό κρίση υποθήκης. Ενόψει των πιο πάνω, ο ισχυρισμός του ΡΕ στην ένορκη του δήλωση ότι οι Αιτητές δεν ενημερώθηκαν για τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού αντικρούεται από τον ισχυρισμό του ΓΓ περί του αντιθέτου και την ίδια την επιστολή τερματισμού ημ. 18.5.15, Τεκμήριο 2. Ακολούθως ο ΡΕ προβάλλει σωρεία ισχυρισμών προς υποστήριξη της θέσης του περί παράβασης της σύμβασης του δανείου ως εξής: (
  1. i)Οι Εναγόμενοι ουδέποτε ειδοποίησαν τους Αιτητές και ή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την αύξηση του επιτοκίου και επιπρόσθετα μονομερώς οι Εναγόμενοι δια των πράξεων και παραλείψεων τους παραβίασαν τα συμφωνηθέντα. (
  2. ii)Οποιαδήποτε τροποποίηση του επιτοκίου στον λογαριασμό των Αιτητών ήταν παράνομη και καταχρηστική και επιπλέον οι Εναγόμενοι δια των πράξεων και παραλείψεων τους καταστρατήγησαν, παραβίασαν και ενήργησαν αντίθετα με τα συμφωνηθέντα και με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας περί ελευθεροποίησης του επιτοκίου. (iii) Οι Εναγόμενοι ανατόκιζαν και υπερτόκιζαν παράνομα, αυθαίρετα και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. (
  3. iv)Οι Εναγόμενοι χρέωσαν παράνομα, καταχρηστικά και κατά παράβαση της σύμβασης, τόκους υπερημερίας και λειτουργικά έξοδα και αύξαναν μονομερώς το τραπεζικό περιθώριο όταν μειώθηκε ο δείκτης του Euribor. (
  4. v)Κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους και εκμεταλλευόμενοι τη θέση ισχύος, οι Εναγόμενοι έθεσαν επιτόκιο υπερημερίας 5,00 εκατοστιαίες μονάδες τον χρόνο χωρίς διαπραγμάτευση και επιτόκιο υπερημερίας που δεν ήταν γνήσιος υπολογισμός των ζημιών των Εναγομένων από παράλειψη των Αιτητών και επομένως αυτός είναι όρος τιμωρητικός και ανεφαρμοστέος. (
  5. vi)Οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου, των Οδηγιών και Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και γενικότερα της σχετικής νομοθεσίας. (vii) Ως αποτέλεσμα, οι Εναγόμενοι καταπάτησαν και καταχράστηκαν υποχρεώσεις και δικαιώματα τους αναφορικά με τη διαφάνεια, προς τους Αιτητές, της σύμβασης και των όρων αυτής εκμεταλλευόμενοι τη θέση ισχύος έναντι τους αποκομίζοντας παράνομο όφελος. Η καταγραφή των πιο πάνω ισχυρισμών του ΡΕ καταδεικνύει χωρίς δυσκολία ότι αυτός περιορίζεται σε απλή αναφορά των ισχυρισμών του χωρίς όμως να παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία μαρτυρίας ή λεπτομέρειες προς υποστήριξη αυτών. Ο ΡΕ επισυνάπτει αντίγραφο της συμφωνίας δανείου ημ. 21.3.08, Τεκμήριο 8, στην οποία περιλαμβάνονται οι όροι αναφορικά με το επιτόκιο, πλην όμως θεωρώ πως οι εν λόγω ισχυρισμοί τίθενται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τον τρόπο χρέωσης του τόκου και άλλων εξόδων κ.λπ.. Ειδικότερα, δεν παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία ως προς το ύψος του εκάστοτε επιτοκίου και οποιωνδήποτε άλλων χρεώσεων, σε συνάρτηση μάλιστα με το επιτρεπόμενο όριο βάσει των όρων της σύμβασης, των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και της σχετικής νομοθεσίας, ούτως ώστε να καταδεικνύεται η αποδιδόμενη συμπεριφορά στους Εναγόμενους. Η μεταγενέστερη αναφορά του ΡΕ πως το συνολικό ποσό των παράνομων χρεώσεων υπό μορφή ανατοκισμών, τόκων υπερημερίας, εξόδων και υπερτοκισμών ανέρχεται στο ποσό των €507.315,97, παραμένει μια γενική αναφορά χωρίς όμως να δίδονται στοιχεία για τον τρόπο υπολογισμού αυτού του ποσού, κατά τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενόψει αυτής της γενικότητας και αοριστίας των εν λόγω ισχυρισμών, θεωρώ ότι δεν έχει τεθεί το απαραίτητο υπόβαθρο μαρτυρίας ως προς την υποστήριξη του ισχυρισμού του ΡΕ πως λόγω των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι είναι ένοχοι απάτης, ψευδών παραστάσεων ή μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, για παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους, αμέλειας, πρόκλησης άγχους και ψυχικής αναστάτωσης, παράβασης σύμβασης λόγω παράνομων υπερτοκισμών και υπερχρεώσεων, αθέμιτης επιρροής και πρόκλησης μη εξόφλησης του λογαριασμού. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για το ότι η υποθήκη είναι άκυρη λόγω δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παράβασης σχέσης εμπιστοσύνης και χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα. Ο ΡΕ συνεχίζει με την ίδια γενικότητα να αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι με την αντισυμβατική συμπεριφορά τους προκάλεσαν οικονομικό εξαναγκασμό στους Αιτητές, και έτσι οι Εναγόμενοι κωλύονται και δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν οποιοδήποτε ποσό, ότι οι συμφωνίες ετοιμάστηκαν και πρέπει να ερμηνεύονται στη βάση της αρχής contra preferentem, και ότι οι όροι αυτών αποτελούν σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων και κατά συνέπεια είναι καταχρηστικοί και άκυροι, και τέλος ότι οι όροι ή αριθμός αυτών δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών και έτσι είναι καταχρηστικοί και άκυροι. Και η αξίωση για ποσό €353.435,43 ως η διαφορά της σημερινής αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου και των ακινήτων που αγοράσθηκαν με το ποσό του δανείου, από την αξία των εκτιμήσεων στην οποία προέβησαν οι Εναγόμενοι και παρουσίασαν στους Αιτητές για να τους προσελκύσουν να συνάψουν την εν λόγω συμφωνία, παραμένει ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία ως προς τις εκτιμήσεις των Εναγομένων και τι κατ΄ ισχυρισμόν ανέφεραν στους Αιτητές για να τους οδηγήσουν στην υπογραφή της σύμβασης δανείου. Χωρίς να παραγνωρίζω πως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, εντούτοις θεωρώ πως ελλείπει παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της σύμβασης δανείου και τους όρους λειτουργίας του λογαριασμού δανείου και ειδικότερα τα ποσά των ισχυριζόμενων ανατοκισμών, υπερτοκισμών και άλλων παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων. Βασικά ελλείπει μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να εκτιμηθεί σήμερα ότι στοιχειοθετεί την απαιτούμενη πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακρόαση της ουσίας. Μάλιστα, ανάμεσα στα έγγραφα της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 8, υπάρχει έγγραφο ημ. 21.3.08, το οποίο υπογράφεται από τον ΡΕ εκ μέρους των Αιτητών, και με το οποίο δηλώνει ότι έχει αντιληφθεί τη φύση και σημασία των εγγράφων τα οποία υπέγραψαν αναφορικά με την προτεινόμενη τραπεζική διευκόλυνση, ως επίσης και τα πρακτικά τους αποτελέσματα και ότι δόθηκε η ευκαιρία από την Τράπεζα να συμβουλευτούν δικηγόρο της επιλογής τους και επέλεξαν να μην το πράξουν. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως οι Εναγόμενοι απορρίπτουν και αντικρούουν όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητών ως προς τις συνθήκες σύναψης της συμφωνίας δανείου, τη συμπεριφορά των ιδίων και τους όρους των μεταξύ τους συμφωνιών, ισχυριζόμενοι πως η δανειοδότηση έγινε ορθά και νομότυπα, με πλήρη διαφάνεια και ενημέρωση των Αιτητών περί των όρων του δανείου. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Αιτητές δια της υπογραφής των συμφωνιών κωλύονται να προβάλλουν ισχυρισμούς για παραβίαση καθηκόντων, κατάχρηση, απάτη και ψευδείς παραστάσεις και ότι η επίδικη χρηματοδότηση παραχωρήθηκε κατόπιν αιτήματος των ίδιων των Αιτητών και σύμφωνα με τις δέουσες διαδικασίες δανειοδότησης που ακολουθούνται από τους Εναγόμενους. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ΓΓ, η αλλαγή των εκάστοτε νόμιμων επιτοκίων γίνεται με κοινοποίηση στον ημερήσιο τύπο και ο υπολογισμός του τόκου έγινε βάσει της σύμβασης και της σχετικής νομοθεσίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο ισχυρισμός του ΡΕ περί της συμφωνίας για διαχωρισμό του οφειλόμενου ποσού του επίδικου δανείου και συνακόλουθα της υποχρέωσης των Εναγομένων για αναδιάρθρωση αυτού δεν βρίσκει έρεισμα στην επιστολή ημ. 23.5.13, Τεκμήριο 9 στην ένορκη του δήλωση. Η εν λόγω επιστολή προέρχεται από την κα AA, Ειδική Διαχειρίστρια της Λαϊκής Τράπεζας και απευθύνεται προς τον ΡE. Σε αυτή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το αίτημα του για διαχωρισμό του χρέους «έχει εγκριθεί και τέθηκε προς υλοποίηση». Κατ΄ αρχάς, το περιεχόμενο αυτής της πρότασης τείνει να καταδείξει αποδοχή και αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους των Αιτητών προς τους Εναγόμενους δυνάμει της επίδικης σύμβασης δανείου, θέση η οποία έρχεται σε αντίθεση με τους λοιπούς ισχυρισμούς για ακυρότητα των συμφωνιών δανείου και υποθήκης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω θέσης, ο ισχυρισμός περί υποχρέωσης αναδιάρθρωσης αντικρούεται με επάρκεια από τον ΓΓ ο οποίος βάσιμα ισχυρίζεται ότι αυτή η πρόταση ουδόλως οδηγεί σε συμπέρασμα ότι δημιουργήθηκε υποχρέωση στους Εναγόμενους να αποδεχθούν ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα επί αυτών, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αρκούμαι να επισημάνω πως αρχικά διαφαίνεται ότι οι Αιτητές αφενός παραδέχονται τη σύναψη των συμφωνιών δανείου και εξασφαλίσεων και την ύπαρξη οφειλής δυνάμει αυτών εκ μέρους τους προς τους Εναγόμενους, και αφετέρου ισχυρίζονται πως όλες αυτές οι συμφωνίες είναι άκυρες και χωρίς νομική ισχύ λόγω της εξαρχής συμπεριφοράς των Εναγομένων προς αυτούς και της παράνομης χρέωσης ποσών και τόκων. Πέραν του ότι αυτές οι θέσεις είναι αλληλοσυγκρουόμενες, όλοι οι ισχυρισμοί προς υποστήριξη αυτών παρέμειναν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και επιπλέον αντικρούονται από τους Εναγόμενους. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί των Αιτητών για δόλο, απάτη, παράβαση νομίμων καθηκόντων και ψευδείς παραστάσεις τίθενται με γενικότητα και αοριστία στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ήτοι χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν, ως θα έπρεπε, να συνεκτιμηθούν στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο εν σχέσει με την πιθανότητα επιτυχίας αν κατά την ακρόαση της ουσίας γίνονταν αποδεκτά. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη καταχρηστικών όρων και για παράνομες χρεώσεις και τόκους έχουν παρουσιαστεί με γενικότητα χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά στους εν λόγω όρους και κυρίως στοιχεία ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ύψους των ισχυριζόμενων παράνομων χρεώσεων. Εδώ είναι κατάλληλο σημείο να λεχθεί πως σε περίπτωση που ήθελε τελικώς καταδειχθεί πως υπήρχαν χρεώσεις πέραν των όσων προνοούντο στη συμφωνία δανείου και σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υπό κρίση συμβάσεων παρά μόνο διαφοροποιεί τα οφειλόμενα ποσά. Με βάση τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, και για σκοπούς της παρούσας, διαφαίνεται και μια διαφοροποιημένη στάση των Αιτητών ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σύμφωνα με τους Εναγόμενους, το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €812.619,40 στις 2.3.17 πλέον τόκους ενώ η υπό κρίση υποθήκη, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ, καλύπτει ποσό μέχρι €600.000 πλέον τόκο. Όπως έχει ήδη λεχθεί, με την επιστολή ημ. 23.5.13, οι Ενάγοντες αποδέχονται την οφειλή, σε επιστολή τους ημ. 20.6.19, στα πλαίσια της διαδικασίας πώλησης δια πλειστηριασμού, Τεκμήριο 6, οι Αιτητές απλώς αμφισβητούν την οφειλή του ως άνω ποσού των €812.619,40 και στην ένορκη δήλωση ημ. 30.7.19 του ΡΕ οι Αιτητές αναγνωρίζουν την οφειλή ισχυριζόμενοι ότι το ποσό των €507.315,97 είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και θα πρέπει να αφαιρεθεί. Είναι επίσης άξιο σχολιασμού πως με βάση την εκτίμηση η οποία έγινε εκ μέρους των Αιτητών, στα πλαίσια της διαδικασίας πλειστηριασμού (και με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους), Τεκμήριο 7, η αξία της καταναγκαστικής πώλησης καθορίστηκε στις €360.000, ποσό το οποίο δεν παρουσιάζει σοβαρή απόκλιση από το ισχυριζόμενο εκ μέρους των ίδιων των Αιτητών οφειλόμενο ποσό των €305.303,43 με τόκο από τις 2.3.17. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους αναφορικά με τις αξιώσεις τους και γενικότερα με την υπόθεση τους. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, θεωρώ πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές. Σε περίπτωση δε που η τιμή πώλησης ξεπερνά το ποσό της υποθήκης, τότε αναμφίβολα οι Εναγόμενοι θα καταβάλουν το υπόλοιπο στους Αιτητές, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως οι Αιτητές θα έχουν υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε οι Εναγόμενοι δύνανται να τους αποζημιώσουν. Προβλήθηκε ισχυρισμός από τους Αιτητές για πιθανότητα αδυναμίας των Εναγομένων να τους αποζημιώσουν, λόγω των γεγονότων των τελευταίων ετών τα οποία δεικνύουν ότι καμιά τράπεζα δεν είναι «ασφαλής». Αυτή η θέση αποτελεί όντως απλή εικασία και εν πάση περιπτώσει αντικρούεται επαρκώς από τον ΓΓ ο οποίος ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία ενεργητικού και δύναται να καταβάλει στους Αιτητές οποιαδήποτε αποζημίωση, προσκομίζοντας και μέρος των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2018, Τεκμήριο 4, προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα των Αιτητών στην περιουσία τους, αυτή ταυτόχρονα αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος των Εναγομένων δυνάμει της σχετικής συμφωνίας. Θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμα πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου ούτε και παραβιάζει οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν στην Αγωγή τους, με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.