← Κύπρος

Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την Ιδιότητα του ως εκτελεστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κίρζη κ.α. ν. Sharelink Securities and Financial Services Lim

Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την Ιδιότητα του ως εκτελεστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κίρζη κ.α. ν. Sharelink Securities and Financial Services Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 895/10, 15/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A533 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 895/10 Μεταξύ:

  1. ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την Ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του ΧΧΧΧ Κίρζη
  2. ΧΧΧΧ Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του ΧΧΧΧ Κίρζη
  3. ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του ΧΧΧΧ Κίρζη
  4. ΧΧΧΧ Χ. Κίρζη
  5. ΧΧΧΧ Κίρζη
  6. ΧΧΧΧ Χ. Κίρζη Εναγόντων -και- Sharelink Securities and Financial Services Limited
  7. ΧΧΧΧ Φαλέκου
  8. ΧΧΧΧ Έλληνα
  9. ΧΧΧΧ Παπανικολάου
  10. ΧΧΧΧ Αποστολίδου
  11. ΧΧΧΧ Γεωργιάδη
  12. ΧΧΧΧ Παστελλή
  13. ΧΧΧΧ Λάρκου
  14. ΧΧΧΧ Λιβέρα
  15. ΧΧΧΧ Γεωργιάδου
  16. ΧΧΧΧ Βαλσάμη Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα ημερ.16.11.2012 Μεταξύ:
  17. ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την Ιδιότητα του ως εκτελεστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κίρζη
  18. ΧΧΧΧ Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα της ως εκτελέστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κίρζη
  19. ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα της ως εκτελέστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κίρζη
  20. ΧΧΧΧ Χ. Κίρζη
  21. ΧΧΧΧ Κίρζη
  22. ΧΧΧΧ Χ. Κίρζη Εναγόντων -και- Sharelink Securities and Financial Services Limited
  23. ΧΧΧΧ Φαλέκου
  24. ΧΧΧΧ Έλληνα
  25. ΧΧΧΧ Παπανικολάου
  26. ΧΧΧΧ Αποστολίδου
  27. ΧΧΧΧ Γεωργιάδη
  28. ΧΧΧΧ Παστελλή
  29. ΧΧΧΧ Λάρκου
  30. ΧΧΧΧ Λιβέρα
  31. ΧΧΧΧ Γεωργιάδου
  32. ΧΧΧΧ Βαλσάμη Εναγομένων Ημερ.: 15.11.2019 Για τους Ενάγοντες: κ. Δ. Αραούζος για Chrysses Demetriades & Co LLC Για τους Εναγόμενους 1, 3, 4, 5, 6, 8, 9 και 11: κα Χρ. Αντωνίου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2 ουδείς Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Η Εναγόμενη 1 εταιρεία, η Sharelink, ήταν επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) με άδεια από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Χ.Α.Κ., και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Ε.Κ.Κ., και προσέφερε χρηματιστηριακές και επενδυτικές υπηρεσίες έναντι αμοιβής. Ο Εναγόμενος 3, ο Έλληνας, ήταν ο Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου (Τεκμ.8.263), ενώ οι Εναγόμενοι 4 - 9 μέλη του. Εξ' αυτών, η Εναγόμενη 5, η Αποστολίδου, ήταν η διευθύνουσα σύμβουλος (Τεκμ.8.276) και ο Εναγόμενος 4, ο Παπανικολάου αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος. Ο Παπανικολάου ήταν και ο προϊστάμενος του Τμήματος Wealth Management και μέλος της Επιτροπής Επενδύσεων της Sharelink (Τεκμ.8.271). Ο Εναγόμενος 6, ο Γεωργιάδης, εργαζόταν στο Τμήμα Investment Banking. Ο Εναγόμενος 2, ο Φαλέκος, ήταν, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, εργοδοτούμενος της Sharelink. Εργοδοτήθηκε σε αυτήν τη 17.2.2005 έχοντας προγενέστερη υπηρεσία στη μητρική της SFS Group Company Ltd και κατείχε τη θέση του Private and Institutional Client Executive. Υπαγόταν στο Τμήμα Wealth Management, που μέχρι την 17.12.2008 ονομαζόταν Private Banking και ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν η παροχή προς τους πελάτες της Sharelink συμβουλών ως προς τις επενδυτικές τους επιλογές και ως προς την κατανομή του πλούτου τους σε κατηγορίες επενδύσεων. Ήταν πιστοποιημένος από το Υπουργείο Οικονομικών για την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και επενδυτικών συμβουλών και πληρούσε τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούσε η θέση του. Ωστόσο, δεν είχε αρμοδιότητα να διενεργεί ο ίδιος συγκεκριμένες επενδύσεις. Ο Φαλέκος ήταν και μέλος της Επιτροπής Επενδύσεων της Sharelink. Η Εναγόμενη 10 ήταν πιστοποιών υπάλληλος που έχει πιστοποιήσει ότι κάποιες υπογραφές επί συγκεκριμένων εγγράφων, φερόμενες ως των Εναγόντων, τέθηκαν από τους Ενάγοντες στην παρουσία της. Αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι πιστοποιών υπάλληλος ήταν και ο Εναγόμενος 11, ενώ φάνηκε ότι αυτός ήταν Head of Asset Management στη Sharelink. Η Έκθεση Απαίτησης, που αποτελείται από 107 σελίδες, πλατειάζει αχρείαστα και εμπεριέχει πέραν των ουσιωδών ισχυρισμών, των απαραίτητων για τη στοιχειοθέτηση των αιτιών της αγωγής, πολλές λεπτομέρειες. Παρουσιάζει με διηγηματικό τρόπο την, κατά τους Ενάγοντες, ιστορία της υπόθεσης. Η δίκη ήταν χρονοβόρα. Τα πρακτικά καλύπτουν 850 σελίδες και έχουν κατατεθεί σχεδόν 700 Τεκμήρια. Η υπόθεση των Εναγόντων αφορά σε αποζημιώσεις για ζημιές που έχουν υποστεί σε λογαριασμούς τους σε τράπεζες του εξωτερικού που έθεσαν υπό τη διαχείριση της Sharelink και σε χρηματιστηριακούς λογαριασμούς στην Κύπρο. Σε γενικές γραμμές, η ουσία της υπόθεσης είναι ότι ο Φαλέκος με ψευδείς παραστάσεις τους έπεισε να επενδύσουν μεγάλα χρηματικά ποσά και να διατηρήσουν τις επενδύσεις τους παραδίδοντας τους αναληθείς καταστάσεις των λογαριασμών τους που παρουσίαζαν κέρδη, ενώ στην πραγματικότητα είχαν ζημιές. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι αν ήταν γνώστες των πραγματικών γεγονότων, καταστάσεων και αποτελεσμάτων τη δεδομένη και κρίσιμη στιγμή, δεν θα συνεργάζονταν με την Sharelink και αργότερα, έχοντας συνεργαστεί, θα προέβαιναν σε διάφορες ενέργειες αποφυγής των ζημιών και θα διέκοπταν άμεσα τη συνεργασία τους με την Sharelink. Καταλογίζεται στους Εναγόμενους ότι δεν προστάτευαν τα συμφέροντα των Εναγόντων αλλά το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν οι αμοιβές και προμήθειες που λάμβαναν από τις αγοραπωλησίες μετοχών και επενδύσεις με τα χρήματα τους. Οι διάφορες βάσεις της αξίωσης αναπτύσσονται σε ξεχωριστή ενότητα στη συνέχεια. Οι Εναγόμενοι τις αρνήθηκαν όλες. Η αξίωση εναντίον του Φαλέκου και της Εναγόμενης 10, αποσύρθηκε για λόγους που δεν αφορούν στην ουσία της υπόθεσης, όπως εξηγείται στη συνέχεια. Διατηρήθηκε όμως η αξίωση των Εναγομένων 1, 3-6, 8, 9 και 11 εναντίον του συνεναγόμενου τους Φαλέκου για πλήρη συνεισφορά για οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ των Εναγόντων. Εναντίον του Εναγομένου 7 η αγωγή αποσύρθηκε χωρίς να του έχει ποτέ επιδοθεί. Θα χρησιμοποιούνται τα μικρά ονόματα των Εναγόντων καθότι είναι μέλη της ίδιας οικογένειας και έχουν όλοι το ίδιο επίθετο. Οι Ενάγοντες 1, 2 και 3, ο XXXXX, η XXXXX και η XXXXX είναι αδέλφια, παιδιά του αποβιώσαντα XXXXX, που ενάγει μέσω τους ως διαχειριστών της περιουσίας του (βλ. Διάταγμα ημερ. 6.4.2012 στην Αίτηση αρ. XXX/2012 Ε.Δ. Λεμεσού - Τεκμ.1.224). Οι Ενάγοντες 4 και 6, η XXXXX και ο XXXXX Δ., είναι παιδιά του XXXXX και της Ενάγουσας 5, της XXXXX, που είναι η εν διαστάσει σύζυγος του XXXXX. Όπου στη συνέχεια θα γίνεται αναφορά γενικά στους Ενάγοντες θα εννοείται και ο XXXXX. Από τους Ενάγοντες δεν έχουν δώσει μαρτυρία ο XXXXX, που έχει αποβιώσει, η XXXXX, που ο λογαριασμός της ήταν κοινός με την XXXXX και η XXXXX, που ο δικός της λογαριασμός ήταν κοινός με τη XXXXX και το XXXXX Δ.. Η XXXXX (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.2), ο XXXXX Δ. (Μ.Ε.5) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.9), ο XXXXX (Μ.Ε.6) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.11) και η XXXXX (Μ.Ε.10) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.15) έκαμαν στο Δικαστήριο θετική εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Με την επιφύλαξη ενός μόνο ζητήματος, που αφορά στα υποσχόμενα κέρδη των επενδύσεων τους, που εξετάζεται από μόνο του στη συνέχεια, η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Είναι η πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι όλοι μαρτύρησαν με ειλικρίνεια και μετέφεραν στο Δικαστήριο την πραγματική εικόνα των περιστατικών της υπόθεσης. Οι ουσιαστικές πτυχές της μαρτυρίας τους ενισχύονται από τη σωρεία των εγγράφων που παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Όπου μαρτύρησαν για έγγραφα που υπόγραψαν εν λευκώ ή για άλλα που φέρονται ως υπογραμμένα από αυτούς αλλά ουδέποτε υπόγραψαν, δεν το έπραξαν για να αποποιηθούν κάποιας ευθύνης ή υποχρέωσης, αλλά γιατί αυτή ήταν η πραγματικότητα. Οι επί του προκειμένου θέσεις τους παρέμειναν αναντίλεκτες, σε κάποιες δε περιπτώσεις ενισχύονται από τη μαρτυρία που πρόσφερε η υπεράσπιση αναφορικά με τις πρακτικές που ακολουθούνταν στη Sharelink. Το Δικαστήριο καταγράφει τα γεγονότα και μνημονεύει τα έγγραφα που τα τεκμηριώνουν. Β. Ο Λογαριασμός της XXXXX στο ΧΑΚ Η πρώτη συνεργασία αφορούσε την XXXXX που τη 17.7.2006 επένδυσε την αξία μετοχών της και την 30.10.2006 περαιτέρω χρηματικό ποσό (Τεκμ.1.1) σε χρηματιστηριακό λογαριασμό με οδηγίες στο Φαλέκο να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών εκ μέρους της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Χ.Α.Κ.. Καταστάσεις που της παρέδιδε ο Φαλέκος (Τεκμ.1.2-1.5) παρουσίαζαν κέρδη. Στην πορεία όμως είχε, όπως της είπε, απώλειες και η XXXXX ζήτησε τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου της. Η πραγματικότητα σε σχέση με τις αξίες των μετοχών της και τα μετρητά στον χρηματιστηριακό της λογαριασμό ήταν άλλη και οι καταστάσεις που λάμβανε αναληθείς. Η πραγματική εικόνα προέκυψε μέσα από καταστάσεις που παρέλαβε από την Sharelink μετά το ξεσκέπασμα του Φαλέκου τον Ιανουάριο του 2009 (Τεκμ.1.7-1.12). Κατά την 12.3.2008 στο χρηματιστηριακό της λογαριασμό δεν υπήρχαν μετρητά €200.036, 71, όπως παρουσιαζόταν σε σχετική κατάσταση που της είχε παραδώσει ο Φαλέκος (Τεκμ.1.5) αλλά μόνο €36,71 και την 14.3.2008 ο λογαριασμός πιστώθηκε με το ποσό των €200.000 (Τεκμ.1.14), από άγνωστη γι' αυτήν πηγή, ώστε την 24.3.2008, μετά και από ρευστοποιήσεις των μετοχών της, να εμβαστεί το ποσό των €344.837,86 σε τραπεζικό της λογαριασμό (Τεκμ.1.6). Διαφάνηκε στη συνέχεια πως οι €200.000 προέρχονταν από τον ίδιο τον Φαλέκο και εταιρεία του (Τεκμ.8.320, ένορκη δήλωση ημερ. 16.2.2009, παρ. 10). Στο λογαριασμό αυτό η XXXXX είχε διαθέσει σε μετρητά ΛΚ35.000 (€59.800) και 25.000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου αξίας ΛΚ95.750 (€163.600), στο σύνολο €223.400 και η αποκόμιση «κέρδους» €121.437 μέσα σε 15 μήνες ήταν κάτι το εντυπωσιακό. Γ. Οι Καταθέσεις Χρημάτων στις Τράπεζες στο Εξωτερικό Δεν προωθείται οιαδήποτε αξίωση σε σχέση με τον πιο πάνω χρηματιστηριακό λογαριασμό. Η σημασία των γεγονότων που περιβάλλουν τη λειτουργία του έγκειται στο ότι, την περίοδο που σύμφωνα με τις αναληθείς καταστάσεις τα αποτελέσματα παρουσιάζονταν να ικανοποιούν τις προσδοκίες της XXXXX, την 23.4.2007 αυτή άνοιξε λογαριασμό στην Ελβετική Τράπεζα Bank Julius Baer & Co Ltd, η Julius Baer (Τεκμ.1.18), έμβασε την 10.5.2007 το ποσό των €3.424.673,45 (Τεκμ.1.19-1.21) και το έθεσε υπό τη διαχείριση της Sharelink για σκοπούς επενδύσεων για λογαριασμό της. Περαιτέρω, είναι πρόδηλο ότι εάν το έμβασμα προς την XXXXX σε σχέση με τον χρηματιστηριακό της λογαριασμό δεν περιλάμβανε το ποσό που πιστώθηκε, δηλαδή ήταν κατά €200.000 μικρότερο, τόσο αυτή όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας Κίρζη, θα θορυβούνταν και θα διερευνούσαν όχι μόνο τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά και τις υπόλοιπες συνεργασίες τους για τα πολύ μεγαλύτερα ποσά που, όπως θα δούμε πιο κάτω, είχαν διαθέσει υπό την διαχείριση της Sharelink. Την XXXXX ακολούθησε ο πατέρας της, ο XXXXX, που άνοιξε και αυτός λογαριασμούς στην Julius Baer την 11.10.2007 (Τεκμ.1.147), αφού από 9.10.2007 έμβασε το ποσό των €1.201.238,68 (Τεκμ.1.148 και 1.149). Την 28.11.2007 έμβασε το ποσό των Δολ.Αμερ. 772.960,45 (Τεκμ.1.150), την 19.12.2007 το ποσό των Δολ.Αμερ. 652.702,08 (Τεκμ.1.151) και την 4.1.2008 το ποσό των €1.101.581,74 (Τεκμ.1.152 και 1.153). Ο XXXXX διατηρούσε δύο λογαριασμούς ένα σε Δολάρια Αμερικής και ένα σε Ευρώ. Την 28.11.2007 ο XXXXX έμβασε το περαιτέρω ποσό των Δολ.Αμερ. 1.541.651,95 σε κοινό λογαριασμό των θυγατέρων του, της XXXXX και της XXXXX (Τεκμ.1.193), που είχε ανοιχθεί την 5.11.2007 (Τεκμ.1.192). Γι' αυτό το λογαριασμό η XXXXX και η XXXXX πληρεξουσιοδότησαν το XXXXX να τον χειρίζεται. Ακολούθησε και ο XXXXX, αδελφός της XXXXX, που την 11.10.2007 άνοιξε και αυτός λογαριασμό στην Julius Baer (Τεκμ.12.410) καταθέτοντας την 22.10.2007 Δολ.Αμερ. 1.500.000, την 14.11.2007 Δολ.Αμερ.1.500.000 και την 20.3.2008 Δολ.Αμερ. 100.000 (Τεκμ.12.417-12.419). Περαιτέρω, ο XXXXX την 4.12.2007 άνοιξε λογαριασμό στην επίσης ελβετική τράπεζα Credit Suisse (Τεκμ.12.411) και κατάθεσε Αγγλ.Στερλ. 1.600.000 και €2.200.000 (Τεκμ.12.420). Ακολούθησε στη συνέχεια ο XXXXX Δ., υιός του XXXXX, που την 22.11.2007 άνοιξε λογαριασμό στην Julius Baer (Τεκμ.10.355) καταθέτοντας την 19.11.2007 Αγγλ.Στερλ.350.000, την 12.3.2008 Αγγλ.Στερλ.300.000, την 14.3.2008 Δολ.Αμερ.350.000 και την 17.10.2008 Δολ.Αμερ.1.300.000 (Τεκμ.10.354 και 10.356-10.358). Τελευταία ακολούθησε η XXXXX που την 26.3.2008 άνοιξε λογαριασμό στην Credit Suisse (Τεκμ.14.567) με πρόσθετους δικαιούχους τα παιδιά της XXXXX και XXXXX Δ., καταθέτοντας την 17.4.2008 Δολ.Αμερ.1.000.000 (Τεκμ.14.562 και 14.582) Σημειώνεται, προς συμπλήρωση των ποσών που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς, ότι την 30.12.2008, χωρίς την συγκατάθεση ή γνώση της XXXXX, μεταφέρθηκε από το χρηματιστηριακό της λογαριασμό, αναφορά στον οποίο γίνεται στη συνέχεια, στο λογαριασμό της στην Credit Suisse το ποσό των €20.000 που αντιστοιχούσε με Δολ.Αμερ.28.
  33. Τα χρήματα που επένδυσαν οι Ενάγοντες τα είχαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς και επωφελούνταν τόκο. Το ποσό των Δολ.Αμερ.1.541.651,95 που ο XXXXX έμβασε στο λογαριασμό της XXXXX και της XXXXX προερχόταν από γραμμάτιο στην Ελληνική Τράπεζα που απέδιδε τόκο 5,18% (Τεκμ.1.91). Ο XXXXX είχε τα χρήματα του σε γραμμάτια και εισέπραττε τόκους. Τα γραμμάτια σε Αγγλ.Στερλ. τοκίζονταν από 5,27% - 6,34%, σε Δολ.Αμερ. από 3,03% - 5,39% και σε Ευρώ 3,04% - 4,49% (Τεκμ.12.544-6). Από τους τραπεζικούς λογαριασμούς όπου ο XXXXX Δ. είχε κατατεθειμένα τα χρήματα του ελάμβανε τόκο 4,6% μέχρι 5% (Τεκμ.10.566). Τα χρήματα που η XXXXX επένδυσε είχε κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς και λάμβανε τόκους. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθή τη μεταφορά τους σε σχετική κατάσταση (Τεκμ.14.606) από την Παναγή (αναφορά στη μαρτυρία της γίνεται στη συνέχεια). Δ. Οι Υπογραφές στα Έγγραφα Πέραν των εγγράφων με τα οποία οι Ενάγοντες συμβλήθηκαν με τις Τράπεζες του εξωτερικού και άνοιξαν τους επίδικους λογαριασμούς, σημαντικότερα είναι τα έγγραφα, συμφωνίες διαχείρισης, με τις οποίες οι Ενάγοντες φέρονται να συμβλήθηκαν με την Sharelink και τα πληρεξούσια έγγραφα που οι συμφωνίες διαχείρισης (όρος 23(Α)) προνοούσαν ότι έπρεπε να υπογραφτούν, ώστε να μπορούσε η Sharelink να αγοράζει και να πωλεί επενδύσεις για λογαριασμό τους. Όλα τα μέλη της οικογένειας συμφώνησαν να διορίσουν ως διαχειριστή των λογαριασμών τους την Sharelink. Η διαχείριση θα γινόταν κατά τη διακριτική ευχέρεια της Sharelink. Οι σχετικές συμφωνίες τιτλοφορούνται «Discretionary Asset Management Agreement» και δίδουν πλήρη εξουσία και διακριτική ευχέρεια στη Sharelink να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του επενδυτή χωρίς προηγούμενη αναφορά σε αυτόν (όρος 2(Α)). Οι περισσότερες από τις συμφωνίες διαχείρισης και πλείστα συνοδευτικά και άλλα έγγραφα δεν είχαν υπογραφτεί από τους Ενάγοντες. Ωστόσο, όλοι αποδέχονται ότι η συνεννόηση με τον Φαλέκο ήταν ότι τους λογαριασμούς θα διαχειριζόταν η Sharelink και γι' αυτό οι Ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν εντολές για συγκεκριμένες αγοραπωλησίες. Η XXXXX δεν υπόγραψε τη συμφωνία διαχείρισης (Τεκμ.1.83). Ούτε το σχετικό ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που πληρεξουσιοδοτεί την Sharelink να ενεργεί για λογαριασμό της (Τεκμ.1.84) που φέρεται να υπογράφτηκε στην παρουσία της Αποστολίδου και της Εναγόμενης 10, που υπόγραψε τη σχετική πιστοποίηση ως πιστοποιών υπάλληλος. Ούτε και υπόγραψε σε όλα τα σημεία στο σχετικό ερωτηματολόγιο (Τεκμ.1.90). Ωστόσο, τόσο η ίδια όσο και η XXXXX υπόγραψαν τη συμφωνία σε σχέση με τον κοινό τους λογαριασμό (Τεκμ.1.140), αλλά και το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Η φερόμενη ως συμφωνία διαχείρισης που αφορά τον XXXXX (Τεκμ.2.217) παραμένει άγνωστο κατά πόσο υπογράφηκε από τον αυτόν. Ο XXXXX δεν υπόγραψε τη συμφωνία διαχείρισης ημερ. 24.10.2007 μεταξύ του και της Sharelink (Τεκμ.12.412), ούτε το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμ.12.413), το έγγραφο λεπτομερειών (Τεκμ.12.415) ή την πρόταση επένδυσης (Τεκμ.12.414). Ωστόσο, η υπογραφή στο παράρτημα 4 της συμφωνίας (Τεκμ.12.414) είναι δική του. Ο XXXXX Δ. υπόγραψε τη συμφωνία διαχείρισης με την Sharelink ημερ. 20.11.2007 (Τεκμ.10.349) χωρίς όμως να τη διαβάσει. Ούτε και συμπλήρωσε το παράρτημα 2 ώστε να επιλέξει από τους τέσσερεις προτεινόμενους επενδυτικούς στόχους. Την πρόταση επένδυσης (Τεκμ.10.353) δεν την είχε υπογράψει, ούτε το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμ.10.351). Η XXXXX, ο XXXXX και η XXXXX δεν υπόγραψαν τη συμφωνία διαχείρισης μεταξύ τους και της Sharelink ημερ. 17.4.2008 (Τεκμ.14.588) ή το σχετικό ερωτηματολόγιο πελάτη (Τεκμ.14.590). Ούτε η XXXXX υπόγραψε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 17.4.2008 που φέρεται να έχει υπογραφτεί ενώπιον της Αποστολίδου (Τεκμ.14.589), ούτε το Acceptance Booklet (Τεκμ.14.567). Η XXXXX και η XXXXX δεν υπόγραψαν ούτε το έντυπο «Investment Policy Agreement» ημερ. 18.4.2008 (Τεκμ.14.591) που φέρεται ως υπογραμμένο από αυτές. Επιχειρηματολόγησαν οι δικηγόροι των Εναγομένων, προσπαθώντας να πλήξουν την αξιοπιστία των Εναγόντων σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής των συμφωνιών διαχείρισης «πώς λοιπόν έδωσαν τόσο μεγάλα ποσά χρημάτων στην [Sharelink] χωρίς έγγραφες συμφωνίες». Οι Ενάγοντες δεν έδωσαν χρήματα στην Sharelink. Τα χρήματα κατατέθηκαν στις δύο Τράπεζες του εξωτερικού. Για το άνοιγμα των λογαριασμών οι Ενάγοντες υπόγραψαν πολυσέλιδα έγγραφα. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι περιλαμβανόταν η απαραίτητη ανάθεση και εξουσιοδότηση προς τη Sharelink για να ενεργεί και να διαχειρίζεται τα ποσά, εφόσον υπήρχε και σχετική πρόνοια, «Third Party Management Authorisation», που αναφερόταν στην Sharelink. Άλλωστε λάμβαναν στη συνέχεια καταστάσεις από τον Φαλέκο που επιβεβαίωναν ότι γίνονταν πράξεις και συνεπώς η Sharelink πράγματι ενεργούσε και διαχειριζόταν τα χρήματα τους. Σε σχέση με έγγραφα που φέρονται ως υπογραμμένα ενώπιον πιστοποιούντα υπαλλήλου, η αναντίλεκτη και αξιόπιστη μαρτυρία των Εναγόντων που κατάθεσαν σχετικά έχει ανατρέψει το τεκμήριο του άρθρου 9 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου που προνοεί ότι πιστοποιητικά που φέρονται να καταρτίστηκαν από πιστοποιούντα υπάλληλο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου θα είναι αποδεκτά στο Δικαστήριο ως μαρτυρία των γεγονότων που πιστοποιούν. Στη Nakery Trading Limited κ.ά. ν Σιαηλή κ.ά., ECLI:CY:AD:2015:A871, Π.Ε. 343/2010, ημερ.23.12.2015, αναφέρεται ότι στη λέξη «αποδεκτά» στο άρθρο 9 του Νόμου, «receivable» στο αγγλικό κείμενο, προσδίδεται η σημασία της αποδοχής ένταξης στο μαρτυρικό υλικό και κατ' ακολουθία αξιολόγησης και μπορεί να αμφισβητηθεί η γνησιότητα και η εγκυρότητα ενός εγγράφου που φέρεται να πιστοποιήθηκε από πιστοποιούντα υπάλληλο. Ε. Υποσχέσεις για Εξασφαλισμένες Αποδόσεις Είναι η θέση όλων των Εναγόντων που έδωσαν μαρτυρία ότι ο Φαλέκος υποσχέθηκε ότι οι επενδύσεις τους θα είχαν τουλάχιστον την ελάχιστη απόδοση που καθορίστηκε και πως δεν θα είχαν κανένα απολύτως κίνδυνο να απωλέσουν το κεφάλαιο τους. Είναι η περαιτέρω θέση τους ότι ο Φαλέκος τους έπεισε και πως είναι σε αυτή τη βάση που προσχώρησαν στις συμφωνίες, προφορικές ή γραπτες, με τις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του Φαλέκου να καθίστανται όροι των συμφωνιών διαχείρισης μεταξύ τους και της Sharelink. Είναι κοινό έδαφος πως οι Ενάγοντες δεν είχαν συνάντηση ή επαφή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που σχετιζόταν με την Sharelink και από κανένα άλλο, πέραν του Φαλέκου, δεν έλαβαν οιαδήποτε διαβεβαίωση, υπόσχεση ή παρότρυνση. Η XXXXX γνώρισε τον Φαλέκο μέσω του πεθερού του, που ήταν φιλικό πρόσωπο της αδελφής της. Η πρώτη συνάντηση ήταν το
  34. Δεν είχε τότε συμφωνηθεί οτιδήποτε. Ο Φαλέκος αναφερόταν στις επιτυχίες της Sharelink και προσπαθούσε να την πείσει να επενδύσει με την Sharelink. Προμετωπίδα της προσπάθειας του ήταν η διαβεβαίωση ότι δεν υπήρχε περίπτωση απώλειας γιατί γνώριζαν να επενδύουν και υπέρ της πτώσης των αγορών σε ταμεία που είχαν ελαστικότητα. Η XXXXX είχε και προηγουμένως λογαριασμούς στις ελβετικές τράπεζες Banque Cantonale Vaudoise και Union Bancaire Privee και επενδύσεις στο εξωτερικό σε γνωστές μεγάλες εταιρείες, τα λεγόμενα «blue chips», που φάνηκε να γνωρίζει. Παρακολουθούσε ορισμένες φορές τα χρηματιστήρια μέσα από οικονομικού περιεχομένου εφημερίδες και συμβουλευόταν και τον τραπεζίτη της στο εξωτερικό για την αγορά αξιών. Αυτές τις κρατούσε ως επένδυση και δεν τις εμπορευόταν. Οι γνώσεις της περιορίζονταν στις μετοχές που, όπως ανάφερε, είναι εύκολες. Δεν γνώριζε από κεφάλαια. Γνώριζε πως η κάθε επένδυση εμπεριέχει κινδύνους, αλλά στην περίπτωση των κεφαλαίων ήταν στο σκοτάδι. Υπάρχουν, ανάφερε, τα αμοιβαία κεφάλαια και τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, αλλά, όπως εκ των υστέρων έμαθε, ο Φαλέκος δεν ήταν σε τέτοια που επένδυσε τα χρήματα τους. Σε σχέση με επενδύσεις στο Χ.Α.Κ., είχε πριν τη συνεργασία της με την Sharelink συνεργασία με την εταιρεία CISCO και οι επενδύσεις της γίνονταν μέσω προσωπικής εταιρείας που είχε δημιουργήσει, της Elena Kirzi Investments Ltd. Στην περίπτωση της XXXXX τοποθετήσεις θα γίνονταν μόνο σε συντηρητικά κεφάλαια (conservative funds) και η ελάχιστη απόδοση που είχε υποσχεθεί ο Φαλέκος ήταν 10-12%. Ο XXXXX άκουσε για το Φαλέκο από την XXXXX και τον πρωτογνώρισε στο σπίτι της. Αργότερα, σε συνάντηση στα γραφεία της οικογενειακής τους εταιρείας, ο Φαλέκος του ανάφερε ότι θα μπορούσε να του εξασφαλίσει κέρδος μεγαλύτερο από το τραπεζικό επιτόκιο που λάμβανε, μέσω ενός συντηρητικού χαρτοφυλακίου, με δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης. Οι επενδύσεις θα γίνονταν σε επενδυτικά ταμεία που, όπως ο Φαλέκος ανάφερε, ήταν απόλυτα ασφαλή. Ο Φαλέκος του υποσχέθηκε ότι οι επενδύσεις θα απέφεραν απόδοση κατά το ελάχιστο 8% επί των κεφαλαίων. Περαιτέρω ότι τα κεφάλαια θα ήταν εγγυημένα και η εκάστοτε αξία των επενδύσεων δεν θα έπεφτε ποτέ κάτω από την αρχική αξία των κεφαλαίων. Οι γνώσεις και η τριβή του XXXXX με χρηματιστηριακά ζητήματα ήταν μέχρι τότε ελάχιστες. Ο XXXXX Δ. γνώρισε το Φαλέκο μέσω του πατέρα του XXXXX και τον εμπιστεύτηκε ως λειτουργό της Sharelink, εφόσον και άλλα μέλη της οικογένειας είχαν ήδη συνεργαστεί μαζί τους. Κατά την πρώτη του συνάντηση με τον Φαλέκο, ο τελευταίος του εγγυήθηκε ότι η Sharelink θα του εξασφάλιζε κέρδος στις επενδύσεις που θα έκανε για λογαριασμό του μεγαλύτερο από το τραπεζικό επιτόκιο που λάμβανε. Μάλιστα ότι αυτό θα επιτυγχάνετο μέσω ενός συντηρητικού χαρτοφυλακίου που θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί άμεσα. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας του με τη Sharelink, ο Φαλέκος του ανάφερε ότι η επένδυση του θα είχε μηδενικό ρίσκο για το κεφάλαιο που θα διέθετε και η απόδοση «θα ανερχόταν σε τουλάχιστον μια σταθερή απόδοση της τάξης του 8%». Σημείωσε ο XXXXX Δ. ότι το τελευταίο έμβασμα Δολ.Αμερ.1.300.000 που έκαμε την 17.10.2008 έγινε κατόπιν παροτρύνσεως του Φαλέκου ότι ήταν μεγάλο λάθος να έχει τα χρήματα του στην Τράπεζα Κύπρου και να λαμβάνει επιτόκιο μόνο 4,6%. Ο XXXXX Δ. είναι πτυχιούχος στο Business Administration and Management και έχει τον τίτλο του Masters στο International Business. Παρά το ότι ήταν έμπειρος στις επιχειρήσεις, είχε ελάχιστη εμπειρία με επενδύσεις σε χρηματιστήρια. Πέραν από μια μικρή επένδυση όταν ήταν φοιτητής το 1998, δεν είχε ενασχοληθεί ξανά. Γνωρίζει ότι υπάρχουν συντηρητικά χαρτοφυλάκια που μπορεί να μην έχουν μηδενικό κίνδυνο, αλλά ο κίνδυνος τους είναι ελάχιστος. Προκύπτει ότι ο XXXXX Δ. δεν επέδειξε από την αρχή πλήρη εμπιστοσύνη. Δοκίμασε τα νερά, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε, με τις πρώτες €350.
  35. Συνέχισε να εμπιστεύεται τα κεφάλαια του στη Sharelink στη βάση της εικόνας όπως του παρουσιαζόταν από τις καταστάσεις που του παρέδιδε ο Φαλέκος. Η κατάσταση ημερ. 29.2.2008 που του παράδωσε αναληθώς παρουσίαζε κέρδος Αγγλ.Στερλ. 6960 που αντιστοιχούσε σε περίπου 2% την τριμηνία, που του καταβλήθηκε την 7.3.2008 (Τεκμ.10.376), ενώ η πραγματικότητα ήταν ότι υπήρχαν περιθωριακές απώλειες (Τεκμ.10.388). Εάν τον Φεβρουάριο του 2008 γνώριζε την πραγματικότητα, δεν θα επένδυε άλλα χρήματα (αμέσως μετά επένδυσε την 12.3.2008 Αγγλ.Στερλ.300.000 και την 14.3.2008 Δολ.Αμερ.350.000) και θα μπορούσε να σταματήσει τη συνεργασία με την Sharelink. Το Φαλέκο σύστησε στη XXXXX ο XXXXX, αναφέροντας της ότι η Sharelink ήταν αξιόπιστη εταιρεία, πως τα άλλα μέλη της οικογένειας είχαν επενδύσει με αυτή και πως θα ήταν καλό να επενδύσει και η ίδια. Η XXXXX είχε δύο συναντήσεις με το Φαλέκο. Η πρώτη κατά τη σύσταση του από τον XXXXX στο σπίτι της, όταν ο Φαλέκος ανάφερε ότι είχε διευθυντική θέση στη Sharelink και ότι κατείχε τη θέση του Wealth Management Executive. Της εγγυήθηκε ότι θα της εξασφάλιζε μέσω ενός συντηρητικού χαρτοφυλακίου, το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει άμεσα, κέρδος πολύ μεγαλύτερο από το τραπεζικό επιτόκιο που λάμβανε από τις εμπρόθεσμες καταθέσεις που είχε στην Τράπεζα Κύπρου. Κατά τη δεύτερη συνάντηση, όταν και υπόγραψε τη σύμβαση με την Credit Suisse, της ανέφερε ότι οι επενδύσεις της θα είχαν μηδενικό ρίσκο για τα κεφάλαια που θα διέθετε και ελάχιστη εξασφαλισμένη απόδοση 8% ετησίως. Στη διά ζώσης μαρτυρία της είπε πως έχουν περάσει χρόνια και νομίζει πως έτσι της είπε. Η XXXXX δεν παρακολουθούσε τα χρηματιστήρια αφού δεν την ενδιέφεραν. Στ. Η Λειτουργία των Λογαριασμών Οι Τράπεζες του εξωτερικού ήταν οι εμπιστευματοδόχοι (custodians) των επενδύσεων των Εναγόντων και εκτελούσαν οδηγίες που τους διαβιβάζονταν με ηλεκτρονικά μηνύματα από την Sharelink. Οι Ενάγοντες είχαν δώσει οδηγίες στην Julius Baer και η XXXXX στην Credit Suisse όπως οι καταστάσεις των λογαριασμών τους αποστέλλονται φροντίδι του Φαλέκου στη διεύθυνση «c/o ΧΧΧΧΧ Falekos, ΧΧΧΧΧ House, 6 ΧΧΧΧΧ str., P.O.Box ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ Nicosia, Cyprus». Στην περίπτωση του XXXXX και καθ' όσον αφορά την Credit Suisse οι οδηγίες ήταν όπως οι καταστάσεις των λογαριασμών του αποστέλλονται φροντίδι του ΧΧΧΧΧ Παπανικολάου (Εναγόμενου 4) στην ίδια διεύθυνση δηλαδή «c/o ΧΧΧΧΧ Papanicolaou, ΧΧΧΧΧ House, 6 ΧΧΧΧΧ str., P.O.Box ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ Nicosia, Cyprus». Η πιο πάνω διεύθυνση είναι η διεύθυνση των γραφείων της Sharelink και το ταχυδρομικό κιβώτιο που αναφέρεται είναι το δικό της. Έτσι, οι Ενάγοντες ενημερώνονταν για την απόδοση των επενδύσεων τους από καταστάσεις που τους παρέδιδε ο Φαλέκος όταν, κατά διαστήματα, τους επισκεπτόταν στη Λεμεσό. Ενημέρωση από άλλη πηγή δεν είχαν. Οι καταστάσεις που ο Φαλέκος παρέδιδε δια χειρός στους Ενάγοντες ήταν πλαστές. Οι λογαριασμοί των Εναγόντων δεν είχαν τα κέρδη που παρουσιάζονταν σε αυτές. Αντίθετα, είχαν ζημιές, όμως, αυτό δεν ήταν γνωστό στους Ενάγοντες. Μάλιστα στις περιπτώσεις όπου κάποιος από τους Ενάγοντες δεν επέλεγε να επαναεπενδύσει τα υποτιθέμενα κέρδη, τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά καταθέτονταν σε τραπεζικό του λογαριασμό προς ικανοποίηση του. Μεταξύ της 24.1.2008 και της 7.7.2008 εμβάστηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό του XXXXX σε οκτώ περιπτώσεις τα συνολικά ποσά των €92.757,66 και Δολ.Αμερ.63.799 ως υποτιθέμενα κέρδη. Σε σχέση με τον κοινό λογαριασμό της XXXXX και της XXXXX εμβάστηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό τους δύο ποσά ως υποτιθέμενα κέρδη. Την 6.3.2008 Δολ.Αμερ.17.500 για την περίοδο 3.12.2007 - 3.3.2008 και την 23.6.2008 Δολ.Αμερ.26.700 για την περίοδο 3.3.2008 - 3.6.2008 που σε ετήσια βάση αντιπροσώπευαν κέρδη 4,5% και 6,9% αντίστοιχα. Σε σχέση με το λογαριασμό του XXXXX εμβάστηκαν σε τραπεζικό του λογαριασμό τρία ποσά ως υποτιθέμενα κέρδη. Την 25.11.2008 Δολ.Αμερ.200.000 από τις επενδύσεις με την Julius Baer και την 28.11.2008 Αγγλ.Στερλ.140.000 και €58.000 από τις επενδύσεις με την Credit Suisse (Τεκμ.12.445) . Σε σχέση με το λογαριασμό του XXXXX Δ. εμβάστηκαν σε τραπεζικό του λογαριασμό τρία ποσά ως υποτιθέμενα κέρδη. Την 7.3.2008 Αγγλ.Στερλ.6.960, την 17.6.2008 Αγγλ.Στερλ.6.850 και την 16.10.2008 Αγγλ.Στερλ.15.800 (Τεκμ.10.376-8). Τα δύο πρώτα ποσά αφορούσαν τα κέρδη της πρώτης και δεύτερης τριμηνίας που σε ετήσιο ποσοστό ήταν περιθωριακά κάτω του 8%. Ανάφερε ο XXXXX Δ. πως έτσι είχαν επιβεβαιωθεί οι υποσχέσεις του Φαλέκου. Το τρίτο ποσό αφορούσε την τρίτη τριμηνία και σε ετήσιο ποσοστό ήταν 3%. Πέραν των εμβασμάτων που επιβεβαίωναν κατά τον πλέον έμπρακτο τρόπο ότι οι επενδύσεις απέδιδαν, οι καταστάσεις που ο Φαλέκος παρέδιδε στους Ενάγοντες επίσης επιβεβαίωναν αυτή την εικόνα. Την περίοδο 25.5.2007 - 31.5.2008 ο λογαριασμός της XXXXX παρουσιαζόταν να έχει απόδοση 11,29% (Τεκμ.1.30) και την περίοδο 1.6.2008 - 30.11.2008 απόδοση 3,22% (Τεκμ.1.35). Δικογραφείται ότι η XXXXX θεώρησε ικανοποιητικό το ποσοστό κέρδους, λαμβάνοντας υπόψη την παγκόσμια αναστάτωση που υπήρχε τότε στις χρηματαγορές. Κατάσταση των χαρτοφυλακίων του XXXXX σε Ευρώ και Δολάρια Αμερικής για την περίοδο 4.1.2008 - 31.8.2008 αποκάλυπταν κέρδη σε ποσοστό 4,83% και 5,01% αντίστοιχα. Δικογραφείται ότι ο XXXXX, η XXXXX και η XXXXX θεώρησαν λογικό το αποτέλεσμα για ένα συντηρητικό χαρτοφυλάκιο. Μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστηκε ο XXXXX, η XXXXX και η XXXXX παρέλαβαν από τον Φαλέκο κατάσταση της περιόδου 15.11.2007 - 31.8.2008 και όπως δικογραφείται, θεώρησαν τα αποτελέσματα ικανοποιητικά λαμβάνοντας υπόψη τις παγκόσμιες συνθήκες. Οι καταστάσεις του Αυγούστου 2008 καταδείκνυαν ότι οι λογαριασμοί του XXXXX στην Julius Baer παρουσίαζαν κέρδη σε ποσοστό 6,85% (Τεκμ.12.427), ενώ στην Credit Suisse σε ποσοστό 7,84% (Τεκμ.12.437). Σε κατάσταση ημερ. 31.11.2008 σε σχέση με το λογαριασμό της XXXXX ο Φαλέκος σημείωσε ιδιοχείρως ότι η απόδοση ήταν 2% το τρίμηνο, δηλαδή 8-9% το χρόνο (Τεκμ.14.583). Ζ. Οι Καταστάσεις των Λογαριασμών Όλες οι καταστάσεις που κατά καιρούς, κατά τη λειτουργία των λογαριασμών τους, έλαβαν οι Ενάγοντες, είχαν παραδοθεί σε αυτούς ιδιοχείρως από τον Φαλέκο. Αυτές είχαν το λογότυπο της Sharelink. Όπως προειπώθηκε, άλλες καταστάσεις δεν είχε κανένας παραλάβει με άλλο τρόπο. Η XXXXX παρέλαβε 14 μηνιαίες καταστάσεις ημερ. 29.9.2007 μέχρι 30.11.2008 (Τεκμ.1.23-1.35). Της τις έπαιρνε ο Φαλέκος στο σπίτι της. Ο λογαριασμός της παρουσιαζόταν να έχει συνεχή αύξηση στην αξία του που την 31.10.2008 ήταν €3.944.084 και μειώθηκε περιθωριακά σε €3.934.288 την 30.11.
  36. Σύμφωνα με κατάσταση ημερ. 31.12.2008 που της αποστάληκε την 12.1.2009 από τον Φαλέκο (Τεκμ.1.36), η αξία του λογαριασμού της ήταν μόνο €2.360.978, αλλά, ήταν και αυτή αναληθής, αφού οι ζημιές ήταν περισσότερες. Μετά τις αποκαλύψεις έλαβε από την Julius Baer 20 καταστάσεις (Τεκμ.1.37-1.56) που παρουσίαζαν τις πραγματικές εκάστοτε αξίες του χαρτοφυλακίου της. Έλαβε την περίοδο εκείνη ακόμα 21 καταστάσεις από την Sharelink (Τεκμ.1.57-1.77). Για τον λογαριασμό του XXXXX παραδόθηκαν στον ίδιο από τον Φαλέκο τέσσερις μηνιαίες καταστάσεις, δύο για κάθε χαρτοφυλάκιο και στη συνέχεια άλλες δύο στα παιδιά του (Τεκμ.1.162-1.175). Την 12.1.2009 αποστάληκαν από τον Φαλέκο δύο καταστάσεις ημερ. 31.12.2008 (Τεκμ.1.174 και 1.175). Μετά τις αποκαλύψεις παραλήφθηκαν από την Julius Baer 25 καταστάσεις (Τεκμ.1.176-1.200) που παρουσίαζαν τις πραγματικές εκάστοτε αξίες του μόνου χαρτοφυλακίου που ήταν σε ευρώ. Παραλήφθηκαν τότε ακόμα 16 καταστάσεις από την Sharelink (Τεκμ.1.201-1.216). Για τον κοινό λογαριασμό της XXXXX και της XXXXX παραδόθηκε στον XXXXX από τον Φαλέκο μια μόνο κατάσταση ημερ. 31.1.2008 και μετά την ασθένεια του άλλες τέσσερις στην XXXXX και την XXXXX (Τεκμ.1.97-1.101). Την 12.1.2009 τους αποστάληκε από τον Φαλέκο κατάσταση ημερ. 31.12.2008 (Τεκμ.1.102). Μετά τις αποκαλύψεις παραλήφθηκαν από την Julius Baer 23 καταστάσεις που παρουσίαζαν τις πραγματικές εκάστοτε αξίες του χαρτοφυλακίου τους (Τεκμ.1.103-1.125). Παραλήφθηκαν τότε ακόμα 14 καταστάσεις από την Sharelink (Τεκμ.1.126-1.139). Στο XXXXX παραδόθηκαν από το Φαλέκο 23 καταστάσεις λογαριασμού για τον ένα λογαριασμό στην Julius Baer και τους δύο λογαριασμούς του στην Credit Suisse (Τεκμ.12.421-12.443). Την 12.1.2009 αποστάληκαν από το Φαλέκο δύο καταστάσεις ημερ. 31.12.2008 (Τεκμ.12.446-12.447) συνοδευόμενες από δύο καταστάσεις της Julius Baer και της Credit Suisse που είχαν αποσταλεί στον Παπανικολάου (Τεκμ.12.448 και 12.449). Μετά τις αποκαλύψεις παραλήφθηκαν από την Julius Baer 26 καταστάσεις (Τεκμ.12.450-12.475) και από την Credit Suisse 14 καταστάσεις (Τεκμ.12.476-12.489) που παρουσίαζαν τις πραγματικές εκάστοτε αξίες των τριών χαρτοφυλακίων του. Παραλήφθηκαν τότε ακόμα την 23.1.2009 καταστάσεις από τη Sharelink (Τεκμ.12.494-12.509). Παρουσιάστηκαν ακόμα ηλεκτρονικές εντολές για αγοραπωλησίες διαφόρων τίτλων εκ μέρους του XXXXX προς την Julius Baer (Τεκμ.12.490 και 12.491) και την Credit Suisse (Τεκμ.12.492 και 12.493). Στο XXXXX Δ. παραδόθηκαν από τον Φαλέκο εννέα καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ.10.367-10.375). Την 12.1.2009 αποστάληκε από το Φαλέκο μια κατάσταση ημερ. 31.12.2008 (Τεκμ.10.383). Μετά τις αποκαλύψεις παραλήφθηκε από την Julius Baer δέσμη καταστάσεων (Τεκμ.10.384-10.401) που παρουσίαζαν τις πραγματικές εκάστοτε αξίες των δύο χαρτοφυλακίων του. Παραλήφθηκαν τότε ακόμα την 23.1.2009 καταστάσεις από τη Sharelink (Τεκμ.10.403). Παρουσιάστηκαν ακόμα 26 ηλεκτρονικές εντολές εκ μέρους του XXXXX Δ. προς την Julius Baer (Τεκμ.10.402) για αγοραπωλησίες διαφόρων τίτλων. Για το λογαριασμό της XXXXX, του XXXXX και της XXXXX αποστάληκαν από το Φαλέκο πέντε μηνιαίες καταστάσεις (Τεκμ.14.583-14.587). Την 12.1.2009 αποστάληκε από το Φαλέκο κατάσταση ημερ. 31.12.2008 (Τεκμ.14.576). Μετά τις αποκαλύψεις παραλήφθηκαν από την Credit Suisse 11 μηνιαίες καταστάσεις (Τεκμ.14.568-14.578) που παρουσίαζαν τις πραγματικές εκάστοτε αξίες του χαρτοφυλακίου τους. Παραλήφθηκαν τότε ακόμα εννέα καταστάσεις από την Sharelink (Τεκμ.14.593-14.601). Παραλήφθηκαν ακόμα ηλεκτρονικές εντολές εκ μέρους τους προς τη Credit Suisse (Τεκμ.14.579-80) για αγοραπωλησίες διαφόρων τίτλων. Η. Οι Χρηματιστηριακοί Λογαριασμοί Ο XXXXX κατάθεσε την 30.11.2007 στη Sharelink το ποσό των €200.000 για σκοπούς αγοράς μετοχών στο Χ.Α.Κ. (Τεκμ.12.514). Ο XXXXX υπόγραψε την σχετική συμφωνία, όχι όμως το έγγραφο ημερ.4.12.2007 για αλλαγή της διεύθυνσης αποστολής της αλληλογραφίας του. Είχε εμπιστευτεί την Sharelink να προβαίνει σε αγορές και πωλήσεις μετοχών στο χαρτοφυλάκιο του και μόνο σε μια περίπτωση είχε δώσει ο ίδιος εντολή για αγορά μετοχών αξίας €20.000 στη CMC Markets UK Plc. Κατά την λειτουργία του λογαριασμού, ο Φαλέκος είχε παραδώσει στον XXXXX τρείς καταστάσεις λογαριασμού. Η συνολική αξία ήταν και στις τρείς μικρότερη των €200.000, όμως πάντοτε υπήρχε χειρόγραφη σημείωση για κάποιες περαιτέρω αξίες. Την 23.1.2009 παραδόθηκαν από την Sharelink οι πραγματικές καταστάσεις από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι αυτές που παρέδιδε ο Φαλέκος στον XXXXX ήταν αναληθείς. Η πραγματική αξία του χαρτοφυλακίου του κατά την 19.1.2009 ήταν μόνο €62.166,81, ενώ υπήρχαν και €22.000 στην CMC Markets UK Plc. Έτσι, η επιμέρους αξίωση του XXXXX στη βάσει του χρηματιστηριακού λογαριασμού περιορίζεται στις €115.833,
  37. Ο XXXXX Δ. υπόγραψε συμφωνία με την Sharelink για το χρηματιστηριακό του λογαριασμό (Τεκμ.10.360) και όλα τα σχετικά παραρτήματα (Τεκμ.10.361-10.364). Αναφέρεται ότι το προφίλ του θα ήταν επιθετικό (παρ.10) αλλά το σχετικό έγγραφο δεν ήταν συμπληρωμένο όταν το υπόγραψε. Ο XXXXX Δ. είχε καταθέσει τη 13.11.2007 ΛΚ100.000 (€170.860) στο χρηματιστηριακό του λογαριασμό (Τεκμ.10.365). Περαιτέρω, έστω χωρίς την έγκριση του, πωλήθηκαν από τη Sharelink μετοχές που είχε στο χαρτοφυλάκιο του αξίας €47.268,07 (Τεκμ.10.380, 10.407 και 10.408). Ακόμα, από το λογαριασμό του πληρώθηκαν χωρίς την συγκατάθεση του δύο ποσά, €10.000 σε κάποιο XXXXX Ρούσο που ο XXXXX Δ. δεν γνώριζε (Τεκμ.10.404) και €50.000 στην XXXXX που περιγράφεται ως αδελφή του (Τεκμ.10.405). Ο Ρούσος μαρτύρησε (Μ.Ε.9) και με την πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία του επιβεβαίωσε πως δεν είχε καμιά συναλλαγή με τον XXXXX Δ. και πως δεν τον γνώριζε προσωπικά. Δεν γνώριζε για το έμβασμα, αλλά στο τέλος κανένα ποσό δεν εισέπραξε από την επένδυση του με την Sharelink, που απώλεσε εξολοκλήρου. Ο Φαλέκος είχε με πλαστή εντολή (Τεκμ.10.366) αλλάξει τη διεύθυνση αποστολής καταστάσεων για τον χρηματιστηριακό λογαριασμό του XXXXX Δ. ώστε να παραλαμβάνει ο ίδιος τις καταστάσεις που του αποστέλλονταν από την Sharelink. Η αξία του χαρτοφυλακίου του XXXXX Δ. κατά την 19.1.2009 ήταν €24.161.99 σύμφωνα με κατάσταση της ιδίας της Sharelink (Τεκμ.10.407). Συνεπώς η ζημιά του ήταν €193.966.
  38. Το Σεπτέμβριο του 2008, χρηματιστηριακό λογαριασμό με τη Sharelink άνοιξε και η XXXXX, μεταφέροντας από την εταιρεία CISCO με την οποία συνεργαζόταν μέχρι τότε, τη διαχείριση των μετοχών της στο Χ.Α.Κ. στη Sharelink. Είχε προς τούτο πειστεί από το Φαλέκο με τον οποίο συμφώνησε ότι η αξία του χαρτοφυλακίου της σε καμία περίπτωση δεν θα μειωνόταν και περαιτέρω από την υπόσχεση του ότι θα διαχειριζόταν τις μετοχές της με τέτοιο τρόπο ώστε να κερδίζει €4.000 - €5.000 το μήνα, κέρδη που θα της απέστελλε. Η XXXXX δεν υπόγραψε οιαδήποτε σύμβαση για τη συνεργασία της αυτή με τη Sharelink. Κατά τη 15.9.2008 που έγινε η μεταφορά, οι μετοχές της άξιζαν €445.523,89 (βλ. Τεκμ.14.554), ενώ κατέθεσε και €10.000 σε μετρητά την 13.10.2008 (Τεκμ.14.553). Κατά τη λειτουργία του χρηματιστηριακού λογαριασμού, η XXXXX δεν είχε παραλάβει οιεσδήποτε καταστάσεις, είτε από το Φαλέκο, είτε διαφορετικά από τη Sharelink. Τηλεφωνικά όμως, ο Φαλέκος την πληροφορούσε ότι ο λογαριασμός της παρουσίαζε κέρδη και της απέστελλε σχετικές επιταγές. Την περίοδο 2.10.2008 - 16.12.2008 της απέστειλε πέντε επιταγές για το συνολικό ποσό των €17.427,61 (Τεκμ.14.555). Μετά το ξεσκέπασμα του Φαλέκου, την 23.1.2009, της αποστάληκαν κάποια στοιχεία από τη Sharelink (Τεκμ.14.556-14.562). Η Παναγή αντιπαραβάλλοντας τις μηνιαίες καταστάσεις του χαρτοφυλακίου (Τεκμ.14.556-14.561) με το «Accounting Cash Statement» για την περίοδο 1.1.2009 - 31.1.2009 (Τεκμ.14.562 μέρος) διαπίστωσε ότι οι καταστάσεις δεν παρουσιάζουν την πραγματική εικόνα. Σύμφωνα με κατάσταση ημερ. 20.1.2009 της Sharelink, η αξία του χαρτοφυλακίου της XXXXX ήταν €96.374,85 Την 16.1.2009, μετά το ξεσκέπασμα του Φαλέκου, €100.321,45 που βρίσκονταν στο λογαριασμό της XXXXX εμβάστηκαν σε τραπεζικό της λογαριασμό. Αφαιρουμένων των ποσών των €117.749,06 που εισέπραξε , €96.374,85 που ήταν η αξία του χαρτοφυλακίου της και €20.000 που είχαν, έστω αντικανονικά, μεταφερθεί στον λογαριασμό της στη Credit Suisse, η XXXXX είχε υποστεί ζημιά €221.399,
  39. Οι χρηματιστηριακοί λογαριασμοί δεν λειτουργούσαν με διακριτική ευχέρεια. Για κάθε χρηματιστηριακή πράξη έπρεπε να υπάρχει εντολή από τον πελάτη, ενώ η Sharelink είχε και το ρόλο του εμπιστευματοδόχου. Επομένως, με εξαίρεση την περίπτωση της αγορά των μετοχών στη CMC Markets UK Plc για την οποία ο XXXXX έδωσε εντολή, όλες οι υπόλοιπες πράξεις στους χρηματιστηριακούς λογαριασμούς πραγματοποιήθηκαν από τον Φαλέκο κατά παράβαση των προβλεπόμενων διαδικασιών και παράνομα. Θ. Το Ξεσκέπασμα του Φαλέκου Οι άνομες ενέργειες του Φαλέκου αποκαλύφθηκαν και οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν για την πραγματική κατάσταση των λογαριασμών τους από τις Τράπεζες του εξωτερικού και την Sharelink τον Ιανουάριο του
  40. Σε απευθείας επαφή με τις Τράπεζες έπαυσαν την Sharelink από διαχειριστή των λογαριασμών τους και ζήτησαν όλες τις καταστάσεις. Η πρώτη νύξη από τον Φαλέκο για την ύπαρξη κάποιων μικροζημιών έγινε μόλις την 8.1.2009 σε τηλεφωνική επαφή που είχε με την οικογένεια Κίρζη. Διευθετήθηκε συνάντηση στο γραφείο των επιχειρήσεων της οικογένειας στην Λεμεσό για τις 12.1.2009, όμως ο Φαλέκος δεν παρουσιάστηκε. Έμαθαν ότι είχε εισαχθεί σε κλινική. Με μεταφορέα τους είχε αποστείλει τις προαναφερθείσες καταστάσεις ημερ. 31.12.2008 που παρουσίαζαν σοβαρές ζημιές, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτουν την πραγματική εικόνα, που ήταν ακόμα χειρότερη για τους Ενάγοντες. Ο τρόπος με τον οποίο κατόρθωνε ο Φαλέκος να παρουσιάζει αναληθή εικόνα σε αριθμό πελατών της Sharelink, μεταξύ των οποίων οι Ενάγοντες, ήταν με το να τους προμηθεύει με αναληθείς καταστάσεις τις οποίες ο ίδιος ετοίμαζε στον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ήταν προς τούτο απαραίτητο να τους εμποδίζει την πληροφόρηση ως προς την πραγματικότητα από την ίδια την Sharelink και την τράπεζα του εξωτερικού με την οποία ο πελάτης συνεργαζόταν. Αυτό πέτυχε εξασφαλίζοντας οδηγίες από τους πελάτες όπως η αλληλογραφία τους αποστέλλεται φροντίδι του ή καταρτίζοντας πλαστές τέτοιες οδηγίες όπου δεν υπήρχαν γνήσιες. Για το πώς ξεσκεπάστηκε ο Φαλέκος την εκδοχή της υπεράσπισης προέβαλε στη μαρτυρία του ο ΧΧΧΧ Μυτιληναίος (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση Τεκμ.16). Ο Μυτιληναίος εργάζεται στην SFS Group Company Ltd, δηλαδή τη μητρική εταιρεία της Sharelink, από το
  41. Είναι εγκεκριμένος λογιστής και κατέχει τη θέση του διευθυντή και οικονομικού διευθυντή. Περί τα μέσα του 2008, ανάφερε, η Sharelink έθεσε σε εφαρμογή νέο εγχειρίδιο διαδικασιών του Τμήματος Wealth Management με το οποίο δεν ήταν πλέον εφικτό ο πελάτης να λαμβάνει τις καταστάσεις του λογαριασμού του σε άλλη διεύθυνση από τη δική του ή και φροντίδι τρίτου προσώπου. Ως αποτέλεσμα πελάτες των οποίων οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν μέχρι τότε στο Φαλέκο και ενημερώνονταν από τον τελευταίο με παραποιημένες, έλαβαν για πρώτη φορά καταστάσεις κατευθείαν από τη Sharelink, για να διαπιστώσουν έκπληκτοι ότι αυτές διέφεραν από τις καταστάσεις που ελάμβαναν από το Φαλέκο και επικοινώνησαν με την Sharelink παραπονούμενοι. Ο Μυτιληναίος μαρτύρησε πως η Julius Baer και η Credit Suisse δεν απόστελλαν τις καταστάσεις που έπρεπε να στείλουν στους Ενάγοντες στην Sharelink. Αυτές αποστέλλονταν στον Φαλέκο γιατί έτσι ζήτησαν οι Ενάγοντες από τις Τράπεζες τους στις μεταξύ τους συμφωνίες. Η Sharelink γνώριζε γι' αυτή τη διευθέτηση, ανάφερε ο Μυτιληναίος, αφού είχε αντίγραφα των συμφωνιών των Εναγόντων με τις Τράπεζες, όμως δεν μπορούσε να έχει λόγο σε αυτή τη διευθέτηση. Η Sharelink λάμβανε καταστάσεις από τις Τράπεζες για δική της ενημέρωση και όχι για να τις προωθεί στους Ενάγοντες. Ωστόσο, σημείωσε ο Μυτιληναίος, οι Ενάγοντες θα μπορούσαν μέσω διαδικτύου ή τηλεφωνώντας στις Τράπεζες τους να λάβουν ενημέρωση. Ο Μυτιληναίος αντεξετάστηκε έντονα σε σχέση με την δήλωση ότι η Sharelink δεν είχε λόγο στην διευθέτηση με τις Τράπεζες του εξωτερικού. Παραπέμφθηκε στην επιστολή του τότε δικηγόρου της Sharelink προς την Ε.Κ.Κ. από όπου διαπιστώνεται ότι η Sharelink αποδεχόταν την διευθέτηση ως διεθνώς αποδεκτή πρακτική. Η ουσία είναι ότι η Sharelink γνώριζε για την διευθέτηση. Το ζήτημα της ενημέρωσης των Εναγόντων από την Sharelink, ανάφερε ο Μυτιληναίος, διέπεται από τις μεταξύ τους συμφωνίες διαχείρισης. Κατόπιν διεξαγωγής ελέγχου από τη Sharelink, διαπιστώθηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις ο Φαλέκος παραποιούσε ή και πλαστογραφούσε έντυπα αλλαγής ταχυδρομικής διεύθυνσης ώστε ο ίδιος να είναι ο τελικός αποδέχτης της αλληλογραφίας πελατών και παραλάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού που η Sharelink απέστελλε προς αυτούς. Τους πελάτες αυτούς προμήθευε με παραποιημένες καταστάσεις που περιλάμβαναν αξίες ή και μετρητά που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα ή και απέκρυπτε συναλλαγές που είχε ο ίδιος αυθαίρετα διενεργήσει. Έτσι, αλλοίωνε και τη συνολική αξία του χαρτοφυλακίου. Τις παραποιημένες καταστάσεις, ανάφερε ο Μυτιληναίος, ετοίμαζε ο Φαλέκος στον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή, εκτός του μηχανογραφικού συστήματος της εταιρείας και τοποθετούσε το λογότυπο της Sharelink. Διαπιστώθηκε ακόμα ότι σε συναντήσεις και συνομιλίες που είχε με τέτοιους πελάτες, ο Φαλέκος προέβαινε σε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις σχετικά με τις διενεργηθείσες συναλλαγές και τα υπόλοιπα των χαρτοφυλακίων τους. Διαφάνηκε ακόμα ότι οι συγκεκριμένοι πελάτες είχαν γίνει πελάτες της Sharelink μέσω του Φαλέκου ή και ήταν συγγενικά ή και φιλικά του πρόσωπα. Ο ΧΧΧΧ Παπανικολάου (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.69) ήταν, υπενθυμίζεται, εργοδοτούμενος της Sharelink από το 1997 ως σύμβουλος επενδύσεων και από το 2005 ήταν ο προϊστάμενος του Τμήματος Wealth Management μέχρι το 2015 που αποχώρησε από την εταιρεία. Ο Παπανικολάου ήταν το πρόσωπο που την 23.1.2009 είχε συνάντηση με τα μέλη της οικογένειας Κίρζη στα γραφεία των επιχειρήσεων τους στη Λεμεσό και τους παρέδωσε τα διάφορα έγγραφα που αφορούσαν τους λογαριασμούς τους. Μετά τη διαπίστωση των πιο πάνω ενεργειών του Φαλέκου, ανάφερε ο Παπανικολάου, η Sharelink τον έθεσε εκτός καθηκόντων (βλ. Τεκμ.66), ενημέρωσε την Ε.Κ.Κ. και κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία (βλ. Τεκμ.17). Τερμάτισε την εργοδότηση του την 22.1.2009 (Τεκμ.68) και έχει καταχωρήσει αριθμό αγωγών εναντίον του. Η Sharelink προχώρησε στη σύσταση ειδικής επιτροπής της οποίας ο Μυτιληναίος ήταν μέλος και κατάρτησε έντυπο υποβολής παραπόνου για χρήση από τους πελάτες της (Τεκμ.61, 63 και 64). Περαιτέρω, με υπόδειξη της Ε.Κ.Κ. συνέστησε δύο ανεξάρτητα εμπιστεύματα, υπό τη λειτουργία ανεξάρτητων εμπιστευματοδόχων, για την αποζημίωση των παραπονούμενων πελατών της (βλ. Τεκμ.62 και 65). Ήταν όρος από την Ε.Κ.Κ. για την επαναλειτουργία της Sharelink η σύσταση των εμπιστευμάτων αυτών, με οδηγίες προς τους εμπιστευματοδόχους όπως, στην περίπτωση που η Sharelink δεν μπορούσε να αποδείξει ότι ο πελάτης γνώριζε ότι γίνονταν πράξεις για λογαριασμό του και εφόσον είχε παραπληροφορηθεί με πλαστές καταστάσεις, να αποζημιώνεται. Ο πελάτης θα έπρεπε να καταχωρήσει γραπτό παράπονο προς το εμπίστευμα. Οι Ενάγοντες, ανάφερε ο Μυτιληναίος, δεν υπόβαλαν γραπτό παράπονο και ούτε θα μπορούσαν για τους λογαριασμούς με διακριτική ευχέρεια. Εφόσον δεν μπορούσε να ισχύει η πρώτη προϋπόθεση αφού υπήρχε το ελεύθερο για τις πράξεις. Η Ε.Κ.Κ. δεν είχε ζητήσει να ενταχθούν οι λογαριασμοί με διακριτική ευχέρεια στα εμπιστεύματα για τον περαιτέρω λόγο ότι εμπλέκονταν ζητήματα των συμφωνιών των πελατών με τις τράπεζες του εξωτερικού. Κανένας πελάτης που είχε χαρτοφυλάκιο υπό διαχείριση δεν αποζημιώθηκε από τα εμπιστεύματα. Ο Μυτιληναίος αντεξετάστηκε επίμονα σε σχέση με το πότε στάληκαν διπλοσυστημένες επιστολές στους Ενάγοντες σε σχέση με τα χαρτοφυλάκια τους υπό διακριτική ευχέρεια. Δεν έχει σημασία για την αξίωση πώς εκ των υστέρων αντιμετωπίστηκαν οι Ενάγοντες και κατά πόσο, λόγο των μεγάλων ποσών που τους αφορούσαν, η Sharelink προσπάθησε να τους αποφύγει, όπως εισηγήθηκε η δικηγόρος τους. Ήταν η εν κατακλείδι θέση του Μυτιληναίου ότι η Sharelink τηρούσε πλήρως τους όρους λειτουργίας της υπό την εποπτεία της Ε.Κ.Κ. και η άδεια της αναστάληκε προσωρινά μόνο για 4 ημέρες μετά την καταγγελία της ώστε να διαπιστωθεί η έκταση του προβλήματος. Η Sharelink και οι Εναγόμενοι 3 - 9 και 11, ουδέποτε ενήργησαν σε συνεννόηση με το Φαλέκο σε σχέση με τις άνομες ενέργειες του, ούτε γνώριζαν γι' αυτές. Ο Παπανικολάου υποστήριξε ότι, παρά το ότι η Sharelink βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της Ε.Κ.Κ., δεν μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως τα φαινόμενα απάτης. Ι. Η Επιτροπή Διερεύνησης της Ε.Κ.Κ. Η ΧΧΧΧ Μιχαηλίδου (Μ.Ε.3.) εργάζεται στο νομικό τμήμα της Ε.Κ.Κ.. Κατάθεσε σωρεία εγγράφων από το αρχείο της Ε.Κ.Κ. (Τεκμ.8.250-8.348). Η Μιχαηλίδου δεν είχε εμπλοκή στη διερεύνηση της επίδικης περίπτωσης. Ο ΧΧΧΧ Πιερίδης (Μ.Ε.4) είναι στην υπηρεσία της Ε.Κ.Κ. από την οποία και διορίστηκε ερευνώντας λειτουργός και μαζί με συναδέλφους του απάρτιζε την Επιτροπή Διερεύνησης που ετοίμασε το πόρισμα ημερ. 15.10.2009 αναφορικά με την Sharelink (Τεκμ.8.298). Η Sharelink κλήθηκε και υπόβαλε γραπτώς παραστάσεις (Τεκμ.8.300). Η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε λόγω ζητήματος στη σύνθεση της Επιτροπής Διερεύνησης και η Ε.Κ.Κ. δεν εξέδωσε απόφαση. Η Επιτροπή Διερεύνησης βρήκε ότι ο Φαλέκος διαχειριζόταν χαρτοφυλάκια πελατών της Sharelink με διακριτική ευχέρεια, ενώ δεν ήταν προς τούτο πιστοποιημένος (Τεκμ.8.298Α). Βρήκε ακόμα η Επιτροπή Διερεύνησης ότι υπήρχε σοβαρό θέμα στους μηχανισμούς ελέγχου της Sharelink. Θα έπρεπε να υπήρχε ένα τυφλό σύστημα ώστε να αποστέλλεται από το Client Business Service and Brokerage απευθείας αποτίμηση στον πελάτη, χωρίς να μπορεί να παρεμβαίνει κάποιος λειτουργός του Private Banking, όπως ο Φαλέκος. Δηλαδή οι πραγματικές πληροφορίες θα έπρεπε αυτοματοποιημένα να μεταφέρονται σε κατάσταση λογαριασμού χωρίς δυνατότητα παρέμβασης από οποιονδήποτε. Η Επιτροπή Διερεύνησης δεν διαπίστωσε ότι ο XXXXX Βασιλείου, που ήταν ο λειτουργός συμμόρφωσης της Sharelink, είχε αντιληφθεί ότι ο Φαλέκος απέστελλε παραποιημένες καταστάσεις. Κ. Η Νομική Βάση της Απαίτησης Η αξίωση εναντίον της Sharelink εδράζεται μεταξύ άλλων στην αρχή της εκ προστήσεως ευθύνης εργοδότη για τις πράξεις ή παραλείψεις του εργοδοτουμένου της, του Φαλέκου, στα πλαίσια της εργοδότησης του. Περαιτέρω, εναντίον της Sharelink και των υπολοίπων Εναγομένων αξιωματούχων και μελών του διοικητικού της συμβουλίου (Εναγομένων 3- 6, 8 και 9) η αξίωση εδράζεται και στη θέση ότι ενήργησαν κατά παράβαση των εκ του Νόμου καθηκόντων τους και των Οδηγιών της Ε.Κ.Κ. που διέπουν την επαγγελματική συμπεριφορά των Ε.Π.Ε.Υ. Δικογραφείται και ισχυρισμός για συνωμοσία των Εναγομένων για να βλάψουν τους Ενάγοντες ή ότι αδιαφόρησαν για τα δικαιώματα και συμφέροντα τους και για να επωφεληθούν οι ίδιοι. Καταλογίζεται ακόμα στους Εναγόμενους ότι με τις ψευδείς παραστάσεις του Φαλέκου, παράνομα απέσπασαν από αυτούς τα χρήματα τους με σκοπό να τα διαχειριστούν και να επωφεληθούν προμήθειες και χρεώσεις. Είναι η περαιτέρω θέση των Εναγόντων ότι οι παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του Φαλέκου ενσωματώθηκαν στις συμφωνίες μεταξύ τους και της Sharelink και συνεπώς η παράβαση τους δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης στην Sharelink για διάρρηξη συμφωνίας. Η θέση των Εναγομένων είναι ότι δεν είχαν καμιά γνώση για τις αξιόμεμπτες ενέργειες του Φαλέκου και ότι ουδέποτε ενήργησαν σε συνεννόηση μαζί του σε σχέση με αυτές. Ο Φαλέκος, υποστηρίζουν, ενεργούσε μόνος του, εκτός του πλαισίου των καθηκόντων του και σε πλήρη άγνοια των Εναγομένων όσον αφορά τις παράνομες πράξεις του. Λ. Το Αποτέλεσμα των Υποσχέσεων Φαλέκου στις Συμφωνίες Διαχείρισης Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Ενάγοντες έχοντας την λογική επιδίωξη να αυξήσουν τα κέρδη τους επένδυσαν με την προσδοκία ότι απόδοση των χρημάτων τους θα ξεπερνούσε την απόδοση που λάμβαναν στη μορφή τόκων από τις καταθέσεις των χρημάτων τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Διαφορετικά θα παρέμεναν στην μεγαλύτερη ασφάλεια των τραπεζικών καταθέσεων. Τέτοια προσδοκία κατά κανόνα συνδυάζεται με επαυξημένη επικινδυνότητα, που οι Ενάγοντες αρνούνται ότι θα υπήρχε. Το Δικαστήριο αποδέχεται την αναντίλεκτη μαρτυρία των Εναγόντων ότι ο Φαλέκος μίλησε στον καθένα με τον τρόπο που του αποδόθηκε. Άλλωστε, αυτός που χρησιμοποίησε τέτοιες μεθόδους για να προωθήσει τους σκοπούς του, κανένα ενδοιασμό δεν θα είχε για να προβεί σε ψευδείς παραστάσεις για να πείσει τους Ενάγοντες να συνεργαστούν μαζί του. Και οι μέθοδοι δεν επινοήθηκαν εκ των υστέρων. Ήταν στη φαρέτρα του και είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση του χρηματιστηριακού λογαριασμού της XXXXX. Με την αγωγή δεν ζητείται η ακύρωση των επίδικων συμφωνιών. Αυτό επιβεβαιώνεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγόντων (σελ. 3, παρ. 6) όπου αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες «Ούτε ακύρωσαν ούτε ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τις συμφωνίες που έκαμαν με [την Sharelink]». Οι Ενάγοντες επέλεξαν να εμμένουν στις συμφωνίες τις οποίες τερμάτισαν την 12.1.2009 αξιώνοντας αυτό που, κατά τη θέση τους, δικαιούνται στη βάση τους, δηλαδή, πέραν των αρχικών τους κεφαλαίων, την ετήσια απόδοση που ο Φαλέκος υποσχέθηκε. Οι Ενάγοντες που είχαν μια ισχυρότατη υπόθεση και θα μπορούσαν στη βάση των ψευδών παραστάσεων και του δόλου που προηγήθηκαν των συμφωνιών διαχείρισης, να τις ακυρώσουν και να διεκδικήσουν πέραν της αποκατάστασης τους με την επιστροφή των κεφαλαίων τους και αποζημιώσεις, επέλεξαν να μην τις ακυρώσουν και ουσιαστικά να βασίσουν τη συμβατική πτυχή της αξίωσης τους σε παράβαση συμβατικού όρου που η υπεράσπιση αμφισβητεί. Ενώ η προσέγγιση όλων όσων μαρτύρησαν ήταν ότι ο Φαλέκος τους εξαπάτησε ώστε να προσχωρήσουν στις συμφωνίες διαχείρισης, η θέση που προωθούν στη δίκη είναι ότι οι συμφωνίες διαχείρισης ήταν τόσο ευνοϊκές γι΄αυτούς που τις επικυρώνουν και βασίζονται στην εγκυρότητα τους, διεκδικώντας αποζημιώσεις για την παραβίαση τους. Δεν έχει συνεπώς σπουδαιότητα για την συμβατική πτυχή της αξίωσης ότι ο Φαλέκος ακολούθησε δόλιες μεθόδους σε σχέση με τον χρηματιστηριακό λογαριασμό της XXXXX. Η πτυχή αυτή της υπόθεσης των Εναγόντων περιορίστηκε στο ότι είχαν συμφωνήσει πως οι επενδύσεις τους θα απέδιδαν 8% του κεφαλαίου τους κάθε χρόνο και 10% στη περίπτωση της XXXXX και συνεπώς δικαιούνται στο ποσό του κεφαλαίου τους πλέον 8% και 10% αντίστοιχα το χρόνο, μείον τα ποσά που έχουν ήδη εισπράξει. Οι συμφωνίες διαχείρισης παραμένουν συνεπώς ισχυρές και αυτό που αναζητείται είναι κατά πόσο υπήρξε παραβίαση τους και αν ναι ποια είναι η αποζημίωση των Εναγόντων για την παραβίαση. Εφόσον οι Ενάγοντες δεν ζητούν την ακύρωση των συμφωνιών διαχείρισης οι αναφορές στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους στα άρθρα 17, 18 και 19

(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 είναι αχρείαστες, όπως και η παραπομπή στην παρ. 222 της Έκθεσης Απαίτησης. Αυτό που εκεί δικογραφείται έχει αποδειχτεί. Ότι δηλαδή οι Ενάγοντες δεν έδωσαν ελεύθερα τη συγκατάθεση τους. Η συναίνεση, καλύτερα, των Εναγόντων να προσχωρήσουν στις συμφωνίες διαχείρισης με την Sharelink δεν ήταν ελεύθερη (άρθρο 14) αλλά είχε εξασφαλιστεί συνεπεία ψευδών παραστάσεων και δόλου. Όμως οι Ενάγοντες επέλεξαν να επικυρώσουν τις συμφωνίες και δεν ζητούν την ακύρωση τους. Είναι συνεπώς υψίστης σημασίας για την συμβατική πτυχή της υπόθεση τους να διαφανεί ότι οι παραστάσεις του Φαλέκου για απόδοση 8% ή 10% συνιστούσαν συμβατικό όρο των συμφωνιών τους με την Sharelink. Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο στην περίπτωση του XXXXX Δ. που έχει υπογράψει γραπτή συμφωνία διαχείρισης με την Sharelink, όπως και της XXXXX και της XXXXX αναφορικά με τον κοινό τους λογαριασμό. Σε αριθμό αποφάσεων στην Αγγλία κριτήριο εάν μια παράσταση συνιστούσε συμβατικό όρο της συμφωνίας που προέκυψε αποτέλεσε το κατά πόσο το πρόσωπο που είχε προβεί στη δήλωση είχε τη γνώση και την εμπειρία, έτσι που ο αντισυμβαλλόμενος εύλογα έλαβε την απόφαση να βασιστεί σε αυτόν (βλ. Rοutledge v. McKay [1954] 1 WLR 615, Bentley Productions Ltd v. Harold Smith (Motors) Ltd [1965] 1 WLR 623 και Oscar Chess v. Williams [1957] 1 WLR 370). Οι υποθέσεις αφορούσαν σε παραστάσεις πωλητών αυτοκινήτων σε σχέση με τα χαρακτηριστικά τους. Ήταν δηλαδή παραστάσεις γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση η αναφορά σε απόδοση 8% και 10% ήταν ζήτημα που δεν εξαρτάτο από την Sharelink ή τον Φαλέκο. Στον τομέα των επενδύσεων υπάρχει μια εγγενής αβεβαιότητα και κανένας σύμβουλος επενδύσεων δεν μπορεί να έχει γνώση και βεβαιότητα για να παραστήσει ότι θα υπάρχει κερδοφορία σε ποσοστό ή τουλάχιστον σε ποσοστό 8% ή 10%. Επρόκειτο για μια ίσως πρόγνωση, αλλά αναμφίβολα όχι για παράσταση γεγονότος. Αυτή είναι η καταλυτική διαφορά σε σχέση με τις προαναφερθείσες αγγλικές αυθεντίες. Ένα άλλο κριτήριο είναι η πρόθεση των συμβαλλομένων στο κατά πόσο η συγκεκριμένη αναφορά θα αποτελούσε μέρος της σύμβασης. Κατά πόσο δηλαδή θα υπήρχε συμβατική ευθύνη σε σχέση με την ακρίβεια και το αληθές της επίδικης δήλωσης. Οι Ενάγοντες ήταν πρόσωπα με οικονομική επιφάνεια, που στη ζωή τους είχαν διαχειριστεί σοβαρά περιουσιακά στοιχεία και μεγάλα ποσά χρημάτων. Ευελπιστούσαν ότι η Sharelink θα πετύχαινε γι΄αυτούς τις αποδόσεις που διαφήμιζε ο Φαλέκος ότι πετύχαινε και θα μπορούσε να συνεχίσει να πετυχαίνει. Πείσθηκαν ότι η Sharelink και ο Φαλέκος είχαν την εμπειρία και την ικανότητα να διαχειριστούν τα χρήματα τους και να εξασφαλίσουν για αυτούς κέρδη, όμως δεν ήταν κάτι το βέβαιο και το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι όλοι το αντιλαμβάνονταν. Είχαν οι Ενάγοντες το αναγκαίο υπόβαθρο ώστε να γνωρίζουν ότι στο χώρο των επενδύσεων υπάρχει η προσδοκία, μετά από μελέτη των στοιχείων ακόμα και η λογική αναμονή, η αυξημένη πιθανότητα στη βάση της εμπειρίας και της ικανότητας αυτού που επιλέγει την επένδυση, αλλά όχι σιγουριά και βεβαιότητα για το αποτέλεσμα. Σημειώνεται πως οι Ενάγοντες καμιά εξήγηση δεν έδωσαν για το πώς αντιμετώπισαν τις παραστάσεις ότι όλων οι λογαριασμοί εκτός της XXXXX θα είχαν απόδοση 8% ενώ στην περίπτωση της XXXXX, όπου οι τοποθετήσεις θα γίνονταν μόνο σε συντηρητικά κεφάλαια, η ελάχιστη απόδοση που είχε υποσχεθεί ο Φαλέκος ήταν 10-12%. Οι παραστάσεις του Φαλέκου είχαν δύο πτυχές. Πρώτο, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος οι Ενάγοντες να απωλέσουν το κεφάλαιο της επένδυσης τους και δεύτερο, ότι θα είχαν εξασφαλισμένη απόδοση σε συγκεκριμένο ποσοστό. Η διαβεβαίωση ότι ο επενδυτής δεν θα απολέσει το κεφάλαιο του, δεν θα είχε καμία σημασία εάν ήταν ουσιαστική η διαβεβαίωση για εξασφαλισμένη απόδοση. Το δεύτερο εξυπακούει και εμπεριέχει το πρώτο. Εάν μία απόδοση είναι εξασφαλισμένη, όσο μικρή και αν είναι, οδηγεί απαρέγκλιτα στο ότι δεν μπορεί να υπάρχει απώλεια του κεφαλαίου. Επομένως η διαβεβαίωση ότι δεν θα υπήρχε απώλεια του κεφαλαίου, αφ' εαυτής αφαιρούσε την υπόσταση της διαβεβαίωσης για εξασφαλισμένα κέρδη. Σε σχέση με το χρηματιστηριακό της λογαριασμό η XXXXX μαρτύρησε ότι ζήτησε από τον Φαλέκο όπως 105.000 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας που είχε στο χαρτοφυλάκιο της διατηρηθούν γιατί είχαν γι' αυτή ιδιαίτερη συναισθηματική αξία. Ο Μυτιληναίος ανάφερε ότι από το ποσό των €445.685 που άξιζε το χαρτοφυλάκιο της XXXXX, €405.300 ήταν η αξία των μετοχών της στη Λαϊκή και επομένως, αυτό που έδωσε στην Sharelink για να διαχειριστεί ήταν μετοχές αξίας περίπου €40.000. Η θέση της, σημειώνει, ότι ανάμενε ότι όπως της είπε ο Φαλέκος θα είχε κέρδη €4.000-€5.000 το μήνα είναι εξωπραγματική. Υπάρχει όμως και μια γενικότερη διάσταση που εύστοχα εντοπίζει ο Μυτιληναίος. Πώς θα μπορούσε η Sharelink ή ο Φαλέκος να συμφωνήσουν ότι η αξία του χαρτοφυλακίου της δεν θα μειωνόταν, αφού μόνο με μια μικρή πτώση στην αξία των μετοχών της Λαϊκής και χωρίς οιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της Sharelink, η αξία του χαρτοφυλακίου της XXXXX αναπόφευκτα θα μειωνόταν. Αυτός ο συλλογισμός τέθηκε υπόψη της XXXXX που φάνηκε ότι τον κατανοούσε, πλην όμως επέμενε ότι πίστεψε τον Φαλέκο. Περαιτέρω η XXXXX αποδέχθηκε ότι κατά τη συνεργασία της με την CISCO δεν κέρδιζε τέτοια ποσά. Ερωτώμενη πώς τότε πίστεψε τον Φαλέκο είπε «δυστυχώς επίστεψα τον», «έτσι βλάκας ήμουν». Είναι και το ζήτημα των γραπτών συμφωνιών διαχείρισης για τον XXXXX Δ. και τον κοινό λογαριασμό της XXXXX και της XXXXX. Η συμφωνία του XXXXX Δ. με τη Sharelink δεν εμπεριέχει πρόνοια για ελάχιστη συγκεκριμένη απόδοση. Αναφέρεται, ωστόσο, στο παράρτημα 4, όπου καθορίζεται η αμοιβή της Sharelink, ότι σε περίπτωση που η διαφορά στην αξία για τη σχετική χρονιαία περίοδο θα ήταν μεγαλύτερη του 8% από την αρχική αξία της περιόδου, η Sharelink θα δικαιούτο σε περαιτέρω αμοιβή 20% επί της διαφοράς (Τεκμ.10.350, παρ. 3(iii)). Ο XXXXX Δ. μαρτύρησε ότι το παράρτημα 4 φέρει την υπογραφή του αλλά δεν είχε λάβει τότε αντίγραφο παρά μόνο μετά τις αποκαλύψεις. Σε άλλο έγγραφο που τιτλοφορείται «Details for Asset Management Account Opening Form» (Τεκμ.10.352), αναφέρεται σε σχέση με την αμοιβή της Sharelink «20% ABOVE 8% BENCHMARK». Στην Πρόταση Επένδυσης (Τεκμ.10.353) αναφέρεται ότι το «Benchmark» ήταν «Fixed rate of 8%». Τα ίδια αναφέρονταν και στην συμφωνία διαχείρισης που αφορούσε τον κοινό λογαριασμό της XXXXX και της XXXXX (Τεκμ.1.140). Ο Παπανικολάου εξήγησε ότι ο όρος «Benchmark» δεν παραπέμπει σε εγγυημένη απόδοση, όπως προβάλλουν οι Ενάγοντες. Με παραπομπή σε αναγνωρισμένα λεξικά (Τεκμ.70) υποστήριξε ότι ο όρος σημαίνει το μέτρο σύγκρισης επενδυτικής απόδοσης και βοηθά στη διαμόρφωση επενδυτικής στρατηγικής. Ο XXXXX Δ. ανάφερε ότι αντιλαμβανόταν το «Benchmark» ως τον στόχο, ενώ και οι ίδιοι οι δικηγόροι των Εναγόντων αναφέρονται στη γραπτή τους αγόρευση (σελ. 78, παρ. (xii) και (xiii)) στο «Benchmark» ως τον δείκτη αναφοράς επενδυτικής απόδοσης με παραπομπή στο άρθρο 20
(2)(ε) της Οδηγίας ΟΔ144-2007-02. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι είχε καταστεί όρος των συμφωνιών διαχείρισης, προφορικών για όλους εκτός του λογαριασμού του XXXXX Δ. και του κοινού λογαριασμού της XXXXX και της XXXXX, ότι υπήρχε εγγυημένη απόδοση 8% ή 10% ετησίως. Ότι δηλαδή στο τέλος του χρόνου της κάθε συνεργασίας εάν η απόδοση ήταν λιγότερη η Sharelink θα κατέβαλλε ως αποζημίωση τη διαφορά. Αν οι Ενάγοντες διατείνονται ότι πίστευαν ότι εάν ο Φαλέκος δεν τους παρέδιδε καταστάσεις με αναληθή στοιχεία και η απόδοση των χρημάτων τους ήταν μικρότερη του 8% και 10% στη περίπτωση της XXXXX θα μπορούσαν να εναγάγουν την Sharelink για το υπόλοιπο, το Δικαστήριο δεν το αποδέχεται. Η θέση είναι εκτός της πραγματικότητας της αγοράς των επενδύσεων. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι παραστάσεις του Φαλέκου για απόδοση σε συγκεκριμένο ελάχιστο ποσοστό, δημιούργησαν εύλογες προσδοκίες στους Ενάγοντες ότι θα είχαν απόδοση στο ποσοστό που τους είπε. Εξάλλου, κάποιοι από αυτούς φάνηκαν ικανοποιημένοι με λιγότερα ποσοστά όταν παραλάμβαναν τις καταστάσεις που τους παρέδιδε ο Φαλέκος, χωρίς να αντιδράσουν. Βασισμένοι σε αυτή την προσδοκία και πιστεύοντας ότι η Sharelink θα πετύχαινε τους στόχους της, ανέθεσαν τη διαχείριση των χρημάτων τους σε αυτή. Σημειώνεται τέλος σε σχέση με την απαίτηση στη βάση του δικαίου των συμβάσεων, ότι η Sharelink που ήταν ο αντισυμβαλλόμενος των Εναγόντων και έλαβε, όπως και ο Φαλέκος, οικονομικά οφέλη από τις συμφωνίες στη μορφή αμοιβών και προμηθειών (βλ. Τεκμ.3, παρ.53) δεν θα μπορούσε να αποστασιοποιηθεί από τις παραστάσεις που προκάλεσαν την συναίνεση των Εναγόντων για να συμβληθούν μαζί της, εφόσον αυτές προέρχονταν από τον αντιπρόσωπο της που ήταν και εργοδοτούμενος της (Chitty on Contracts, 33η Έκδ., Τόμος 1, παρ. 8-110). Το στοιχείο αυτό είναι σχετικό στην εξέταση, πιο κάτω, κατά πόσο η Sharelink ήταν εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις ή και παραλείψεις του Φαλέκου. Μ. Το Αστικό Αδίκημα της Απάτης - Η εκ Προστήσεως Ευθύνη Οι Ενάγοντες εδράζουν την αξίωση τους εναντίον της Sharelink και επί του αστικού αδικήματος της απάτης. Η απόσυρση της αξίωσης εναντίον του Φαλέκου δεν απαλλάσσει από την ανάγκη διαπίστωσης της δικής του ευθύνης έναντι των Εναγόντων. Άλλωστε, από αυτή διέρχεται η ευθύνη της Sharelink στην έκταση που αυτή εδράζεται στην αρχή της εκ προστήσεως ευθύνης εργοδότη για τις πράξεις ή παραλείψεις του εργοδοτουμένου της στα πλαίσια της εργοδότησης του. Επιχειρηματολογούν οι δικηγόροι των Εναγομένων ότι είναι τουλάχιστο παράδοξο να αναζητείται εκ προστήσεως ευθύνη από την Sharelink ως εργοδότριας του Φαλέκου, όταν η αγωγή εναντίον του έχει αποσυρθεί. Εξηγείται πιο κάτω γιατί αποσύρθηκε η αγωγή εναντίον του Φαλέκου και σε κάθε περίπτωση δεν υφίσταται οιονδήποτε κώλυμα στην επιλογή της αναζήτησης αποζημίωσης μόνο από το εργοδότη κάτι που παρατηρείται όταν ο εργοδοτούμενος δεν ανευρίσκεται ή δεν είναι αξιόχρεος. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 «Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά:» Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της απάτης είναι: - Παράσταση γεγονότος. - Ο εναγόμενος να έχει γνώση ότι η παράσταση αυτή ήταν ψευδής ή να μην είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής. - Η παράσταση να έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγοντας στη βάση αυτής. - Ο ενάγοντας όντως να ενέργησε με βάση αυτή. - Ο ενάγοντας να έχει υποστεί ζημιά. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει πρόθεση πρόκλησης ζημιάς στον ενάγοντα (βλ. Λοΐζου ν. Πατσαλίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1379). Οι υποσχέσεις του Φαλέκου για εγγυημένες αποδόσεις που είχαν προηγηθεί των συμφωνιών διαχείρισης, προφορικών για κάποιους και γραπτών για άλλους Ενάγοντες, δεν συνιστούσαν γεγονότα. Σημειώνεται ότι η απάτη σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 έχει ευρύτερη έννοια και περιλαμβάνει
(1)(γ) «υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της», ωστόσο το ζήτημα δεν εξετάζεται πλέον στη βάση του δικαίου των συμβάσεων. Παραμένουν οι παραστάσεις του Φαλέκου που έγιναν με την παράδοση των καταστάσεων λογαριασμών στους Ενάγοντες, που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Οι δικηγόροι των Εναγομένων εξετάζοντας το ζήτημα της απάτης στη βάση του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, επιχειρηματολόγησαν ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου που επικαλέστηκαν και σε μέτρο πέραν του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η συζήτηση είναι αχρείαστη αφού η πράξη με την οποία οι Ενάγοντες εξαπατήθηκαν, δηλαδή η παράδοση σε αυτούς κατά διαστήματα καταστάσεων λογαριασμών με αναληθή στοιχεία όχι μόνο έχει αποδειχθεί στον απόλυτο βαθμό, αλλά έχει γίνει και παραδεκτή από τους μάρτυρες των Εναγομένων. Κατά τον ίδιο βαθμό έχουν αποδειχθεί και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αναμφίβολα επρόκειτο για ψευδείς παραστάσεις γεγονότων. Οι καταστάσεις παρουσίαζαν ως γεγονός ότι οι λογαριασμοί είχαν κέρδη κάτι που ήταν ψεύδος εφόσον οι λογαριασμοί δεν είχαν τα κέρδη που καταγράφονταν. Ούτε υπάρχει αμφιβολία ότι ο Φαλέκος γνώριζε ότι ήταν ψεύδη. Αυτός κατάρτιζε τις καταστάσεις έχοντας υπόψη του τα αληθινά στοιχεία τα οποία παραποιούσε. Και ο σκοπός του ήταν πρόδηλος και έχει με βεβαιότητα καταδειχθεί. Παρουσιάζοντας στους Ενάγοντες ψευδή εικόνα των λογαριασμών τους και πληρώνοντας σε κάποιους από αυτούς υποτιθέμενα κέρδη, παριστάνοντας τους ψευδώς ότι είχαν αυτά τα κέρδη, επεδίωκε να τους διατηρεί με την απατηλή εντύπωση ότι οι λογαριασμοί τους είχαν τα συγκεκριμένα κέρδη και συνεπώς δεν θα έπρεπε να έχουν κανένα λόγο για να διακόψουν τη συνεργασία τους με την Sharelink, αλλά αντίθετα θα έπρεπε να ήταν ικανοποιημένοι. Επίσης πρόδηλο είναι ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν με βάσει τις παραστάσεις περί κερδοφορίας και επενδύοντας και διατηρώντας τις επενδύσεις τους υπέστηκαν οικονομική ζημιά. Για να προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα για απάτη, δεν είναι απαραίτητο η παραπλάνηση να γίνεται άμεσα από τον αδικοπραγήσαντα προς το πρόσωπο που παραπλανήθηκε. Οι παραστάσεις μπορεί να διαβιβαστούν στον ενάγοντα μέσω τρίτου προσώπου. Αυτό που απαιτείται είναι πρόθεση όπως οι παραστάσεις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, φτάσουν στον ενάγοντα με σκοπό να τον εξωθήσουν να ενεργήσει. Είναι μάλιστα αρκετό ότι οι παραστάσεις στόχευαν κάποιο στη θέση του ενάγοντα ή ότι ο ενάγοντας ανήκε στη τάξη των προσώπων την οποία στόχευαν οι παραστάσεις (Clerk & Linsell on Torts, 22η Έκδ., παρ. 18-31 και 18-32). Έτσι, εκτός από τις αναληθείς καταστάσεις που παραδόθηκαν για το λογαριασμό του καθενός, παραστάσεις που επηρέασαν τους Ενάγοντες θεωρούνται και ήταν και οι παραστάσεις που προηγήθηκαν στους υπόλοιπους και συνέδραμαν ώστε οι Ενάγοντες να συμβληθούν με τη Sharelink και στη συνέχεια να συνεχίσουν τη συνεργασία μαζί της. Προτού οι υπόλοιποι αποφασίσουν να επενδύσουν είχαν ήδη πληρωθεί στην XXXXX τα υποτιθέμενα κέρδη από τον χρηματιστηριακό της λογαριασμό παριστάνοντας της ότι είχε αυτά τα κέρδη και της είχαν παραδοθεί οι καταστάσεις του χαρτοφυλακίου της στην Julius Baer για το Σεπτέμβριο και για κάποιους και για τον Οκτώβριο του 2007 (Τεκμ.1.22 και 1.23) που παρουσίαζαν αναληθή εικόνα. Τον Σεπτέμβριο παρουσιαζόταν ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της XXXXX ήταν €3.580.432, ενώ στην πραγματικότητα ήταν €2.862.456 και είχε ζημιά €562.
  1. Προτού επενδύσει η XXXXX τον Μάρτιο του 2008 είχαν και άλλοι παραλάβει τέτοιες αναληθείς καταστάσεις. Η πραγματική κατάσταση αποκαλύφθηκε τον Ιανουάριο του
  2. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου πως όταν ο Φαλέκος εξαπατούσε την XXXXX σε σχέση με τον χρηματιστηριακό της λογαριασμό και στη συνέχεια το λογαριασμό της στην Julius Baer δεν είχε στο μυαλό του μόνο την XXXXX, αλλά και άλλα μέλη της εύπορης οικογένειας της και ίσως τον ευρύτερο κοινωνικό της κύκλο. Ίσως να ερεύνησε και να έμαθε, αλλά δεν έχει και σημασία κατά πόσο γνώριζε ότι η σύζυγος του αδελφού της ήταν η XXXXX ή ότι είχε αδελφότεκνο ή ότι αυτός ονομαζόταν XXXXX. Στόχευσε ο Φαλέκος τον οικογενειακό περίγυρο της XXXXX. Παρέστησε ψευδή γεγονότα στην XXXXX για να διαβιβαστούν στα μέλη της οικογένειας της που ήταν τα επικείμενα θύματα του σχεδιασμού του, αλλά και για να τα επικαλεστεί ο ίδιος όταν θα είχε την ευκαιρία να τους προσεγγίσει για να τους πείσει. Στη συνέχεια οι παραστάσεις του προς τον XXXXX στρέφονταν και προς τους υπόλοιπους και την XXXXX μαζί και ούτω καθ΄ εξής. Για να διαπιστωθεί ότι ο ενάγοντας εξωθήθηκε από την ψευδή παράσταση δεν είναι αναγκαίο ως θέμα νόμου να αποδειχθεί ότι αυτός πίστεψε την ψευδή παράσταση ως αληθή. Είναι αρκετό να καταδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση ήταν ουσιώδης αιτία της προσχώρησης του στη διευθέτηση (Zurich Insurance Co Plc v. Hayward [2017] A.C. 142). Το ζήτημα έχει απασχολήσει και στην ενότητα Λ. πιο πάνω. Στην προκειμένη περίπτωση είναι βέβαιο ότι οι Ενάγοντες πίστεψαν ότι οι καταστάσεις ανταποκρίνονταν στη πραγματικότητα και, συνεπεία αυτών, οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιά. Συμβλήθηκαν και στη συνέχεια συνέχισαν τη συνεργασία τους με την Sharelink και συνέχισαν να υπόκεινται σε απώλειες και ζημιές με τη μείωση της πραγματικής αξίας των επενδύσεων τους. Η XXXXX ανάφερε ότι αν είχαν ενημερωθεί για την πραγματική εικόνα των επενδύσεων τους θα αντιλαμβάνονταν και θα αποφάσιζαν ότι θα έπρεπε να τερματίσουν την συνεργασία τους με την Sharelink και να περιορίσουν στο ελάχιστο την ζημιά τους. Ήταν η θέση του XXXXX ότι εάν ήταν γνώστης των πραγματικών καταστάσεων και αποτελεσμάτων τη δεδομένη και κρίσιμη στιγμή θα προέβαινε σε διάφορες ενέργειες αποφυγής των ζημιών και θα διέκοπτε άμεσα τη συνεργασία του με τη Sharelink. Και από προηγουμένως, εάν γνώριζε ότι οι καταστάσεις που αφορούσαν το λογαριασμό της XXXXX ήταν από το Σεπτέμβριο του 2007 παραποιημένες και παραπλανητικές δεν θα εμπιστευόταν οιαδήποτε χρήματα στη Sharelink. Ο XXXXX Δ. ανάφερε ότι αν ήταν γνώστης των πραγματικών γεγονότων και πραγματικών καταστάσεων την δεδομένη και κρίσιμη στιγμή που αυτά λάμβαναν χώρα, σίγουρα θα διέκοπτε άμεσα τη συνεργασία του με την Sharelink σε σχέση με αμφότερους τους λογαριασμούς του. Η XXXXX δεν μελετούσε τις καταστάσεις που αποστέλλονταν από το Φαλέκο. Του θέματος επιλαμβανόταν ο XXXXX Δ.. Η ίδια έδειχνε εμπιστοσύνη όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στη βάση των θετικών αποτελεσμάτων που τους παρουσιάζονταν. Είναι η θέση της ότι εάν γνώριζε την πραγματική εικόνα θα προέβαινε σε διάφορες ενέργειες αποφυγής των ζημιών και σίγουρα θα διέκοπτε άμεσα τη συνεργασία της με τη Sharelink. Το Δικαστήριο αποδέχεται τις θέσεις των Εναγόντων ως προς το τι θα έπρατταν εάν γνώριζαν την πραγματικότητα. Όμως δεν έχει τη σημασία που η υπεράσπιση αποδίδει στο ζήτημα, επικαλούμενη την αβεβαιότητα που κατά την εισήγηση της προκύπτει από τη μαρτυρία κάποιων από τους Ενάγοντες που μαρτύρησαν. Δεν είναι το βάρος σε αυτόν που εξαπατήθηκε να τοποθετήσει τον εαυτό του στη δεδομένη χρονική στιγμή, να ανακαλέσει, εάν μπορεί, ποιες ήταν τότε οι προσωπικές του συνθήκες, οι συνθήκες της αγοράς και τι σχετικό είχε υπόψη του και να κρίνει ποια θα ήταν με τα δεδομένα της τότε εποχής η ορθή για τα συμφέροντα του και τις αρχές και πεποιθήσεις του επιλογή. Εν εναντία περιπτώσει, ο XXXXX που είχε αποβιώσει πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δεν μαρτύρησε την πρόθεση του, θα είχε υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στην υπόθεση του. Προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Φαλέκος, με την παρουσίαση στους Ενάγοντες αναληθών καταστάσεων των λογαριασμών τους, γνωρίζοντας ότι ήταν αναληθείς, είχε πρόθεση και σκοπό να εξαπατήσει και εξωθήσει τους Ενάγοντες να συνεργαστούν και να διατηρήσουν τη συνεργασία τους με την Sharelink. Είναι περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες βασιζόμενοι στις παραστάσεις αυτές, ότι δηλαδή οι λογαριασμοί της XXXXX και άλλων απέδιδαν κέρδη, συνεργάστηκαν με την Sharelink και στη βάση των παραστάσεων που ακολούθησαν προς τους ίδιους και σε άλλα μέλη της οικογένειας διατήρησαν τη συνεργασία τους με την Sharelink. Εξαπατήθηκαν δηλαδή από τις καταστάσεις που τους παραδόθηκαν. Η συνέχιση αυτή της συνεργασίας επέφερε τις περαιτέρω ζημιές που ακολούθησαν. Η απάτη εκ μέρους του Φαλέκου και το είδος της ζημιάς που προέκυψε έχουν αποδειχτεί. Έχουν πλέον οι Ενάγοντες το περαιτέρω εμπόδιο να καταδείξουν ότι η Sharelink είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πιο πάνω ενέργειες του Φαλέκου που τους προκάλεσαν τη ζημιά. Εάν επέλεγαν την ακύρωση των συμφωνιών διαχείρισης και ζητούσαν την ακύρωση τους από το Δικαστήριο η Sharelink θα είχε πρωτογενή συμβατική ευθύνη και ζήτημα εκ προστήσεως ευθύνης δεν θα εγειρόταν. Δεν ευσταθεί η εισήγηση των δικηγόρων των Εναγομένων ότι επειδή η συμπεριφορά του Φαλέκου στοιχειοθετεί και ποινικά αδικήματα η Sharelink δεν επωμίζεται ευθύνης γιατί δεν υπάρχει ποινική εκ προστήσεως ευθύνη. Η Sharelink μπορεί να έχει εκ προστήσεως ευθύνη για τις πράξεις του Φαλέκου που συνιστούν αστικά αδικήματα και δεν συνιστά εμπόδιο στη διαπίστωση εκ προστήσεως ευθύνης ότι με αυτές μπορεί να τεκμηριώνονται και ποινικά αδικήματα εκ μέρους του. Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148 προνοεί ότι: «13
(1)Για σκοπούς του Νόμου αυτού ο κύριος ευθύνεται για κάθε πράξη που τελέστηκε από τον υπηρέτη του - (α) Την οποία αυτός εξουσιοδότησε ή ενέκρινε, ή (β) η οποία τελέστηκε από τον υπηρέτη κατά την απασχόληση του. ....................................
(2)Πράξη θεωρείται ότι τελέστηκε κατά την απασχόληση υπηρέτη αν τελέστηκε από αυτόν υπό την ιδιότητα του ως υπηρέτη και ενόσω εκτελούσε τα συνήθη και παρεμπίπτοντα με την απασχόλησή του καθήκοντα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πράξη αυτή ήταν πλημμελής τρόπος εκτέλεσης πράξης εξουσιοδοτημένης από τον κύριο, αλλά η πράξη δεν θεωρείται ότι τελέστηκε με τον τρόπο αυτό αν τελέστηκε από υπηρέτη που ενεργούσε για δικούς του σκοπούς και όχι εκ μέρους του κυρίου.» Στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», 2003, Τόμος 1, 47-48, αναφέρεται ότι το γεγονός ότι ο υπηρέτης δεν υπακούει τις οδηγίες του κυρίου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ενεργεί εκτός των ορίων της απασχόλησης του. Ο κύριος δεν απαλλάσσεται ευθύνης απλώς με το να απαγορεύει την πράξη που συνιστά το αδίκημα, γιατί διαφορετικά οι εργοδότες θα απέφευγαν ευθύνη απλά με το να απαγορεύουν οτιδήποτε συνδεόμενο με την εργασία. Είναι επίσης άσχετο το ότι η παράνομη πράξη έγινε για δόλιο σκοπό του ιδίου του υπηρέτη. Στην Mohamud v. Wm Morrison Supermarkets Ltd [2016] A.C. 677, παρατίθενται δύο ερωτήματα που πρέπει να εξετάζονται: (
  1. i)Ποια ήταν η φύση της δουλειάς του εργοδοτούμενου και (
  2. ii)κατά πόσο υπήρχε ικανοποιητική σχέση μεταξύ της θέσης στην οποία εργοδοτείτο ο εργοδοτούμενος και της άδικης συμπεριφοράς, έτσι που να είναι δίκαιο ο εργοδότης να είναι υπεύθυνος κάτω από το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης. Στην παλαιότερη Lloyd v. Grace, Smith & Co [1911-13] All E.R. Reprint 51, αναφέρθηκε ότι ο εργοδότης φέρει ευθύνη εάν η απάτη που διενεργήθηκε από εργοδοτούμενο του εμπίπτει στη σφαίρα της εξουσιοδότησης του, είτε ρητής είτε φαινομενικής. Στην Armagas Ltd v. Mundogas SA (The Ocean Frost) [1986] 1 A.C. 717, αναφέρθηκε ότι: «A wrongful act will fall within the course of the employment if the act in question is authorised by the employer, or is an act which is done within the scope of the employee's duties but in a wrongful and unauthorised manner; and in the latter case the act must be so connected with the acts which the employer has authorised, that it is to be regarded as a mode, albeit an improper mode, of doing an authorised act. ......................................... But the tort of deceit, involving as it does a fraudulent misrepresentation, does involve a holding out as at least an implied representation that the servant is acting within the scope of his authority. That is the whole basis of the tort, and it necessarily involves a consideration not only whether the servant was acting within his actual authority, but also whether in holding himself out he was acting within the scope of his ostensible authority. The scope of ostensible authority defines the course of the employment». Αναφέρθηκε ακόμα ότι: «.ostensible authority is created by a representation by the principle to the third party that the agent has the relevant authority. . the most common is a representation by conduct, by permitting the agent to act in some way in the conduct of the principal's business with other persons, and thereby representing that the agent has the authority which an agent so acting in the conduct of his principal's business usually has» Στην James Scott Winter v. Hockley Mint Limited [2018] EWCA Civ. 2480, διακρίνεται η περίπτωση δόλιας συμπεριφοράς από άλλες λανθασμένες ενέργειες στο πεδίο της εκ προστήσεως ευθύνης. Αναφέρθηκε ότι : «.where a claimant has suffered loss in reliance on the deceit of an agent, the principal is vicariously liable if, but only if, the deceitful conduct of the agent was within his or her actual or ostensible authority. ........................................a master is not liable for the dishonest tort of his servant merely because the latter's employment has given him the opportunity to commit it. . the essential feature for creating liability in the employer is that the party contracting with the fraudulent servant should have altered his position to his detriment in reliance on the belief that the servant's activities were within his authority, this belief having being induced by the master's representations by way of words or conduct.» Για να έχει ο εργοδότης εκ προστήσεως ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις του εργοδοτουμένου του που συνιστούν απάτη δεν είναι απαραίτητο να έχει θετική γνώση της απάτης. Σε τέτοια περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι ο εργοδότης που αναθέτει καθήκοντα στον εργοδοτούμενο, γνώση θα σήμαινε ότι ο εργοδότης είναι και συναυτουργός στη διάπραξη της απάτης, οπόταν η διερεύνηση ζητήματος εκ προστήσεως ευθύνης θα ήταν εκ του περισσού. Στο σύγγραμμα του J. Murphy "Street on Torts", 12η Έκδ., OUP, 2007, 614, αναφέρεται ότι η βασική ερώτηση όταν διερευνάται κατά πόσο ο εργοδότης είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος για το δόλο που διαπράχθηκε από τον εργοδοτούμενο του, πρέπει ως θέμα αρχής να είναι κατά πόσο ο δόλος σκοπούσε στο να ωφελέσει τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο μόνο. Γίνεται αναφορά στην JJ Coughlan v. Ruparelia [2003] EWCA Civ 1057, όπου το αγγλικό Εφετείο υπογράμμισε τη σημασία της εξέτασης κατά πόσο η υπόψη συναλλαγή ιδωμένη δίκαια και κανονικά («viewed fairly and properly») ήταν του είδους της συναλλαγής που συνιστά μέρος της συνήθους εργασίας του εργοδοτούμενου. Ζήτημα φαινομενικής εξουσίας του Φαλέκου να προβαίνει στις ενέργειες που έκανε δεν εγείρεται. Ζήτημα φαινομενικής εξουσίας εγείρεται όταν ο αντιπροσωπευόμενος με δικές του παραστάσεις αναδεικνύει τον αντιπρόσωπο του ως τέτοιο. Κανένας από τους Ενάγοντες δεν είχε ουσιαστική επαφή με οιονδήποτε πρόσωπο στην Sharelink εκτός από τον Φαλέκο και κανένας εκ μέρους της Sharelink δεν είχε προβεί σε οιαδήποτε παράσταση προς τους Ενάγοντες σε σχέση με τις εξουσίες και αρμοδιότητες του Φαλέκου. Θα πρέπει συνεπώς να αναζητηθεί τι πραγματικά ήταν εξουσιοδοτημένος ο Φαλέκος να κάμνει. Σε αυτή την βάση, η Sharelink θα μπορεί να κριθεί εκ προστήσεως υπεύθυνη, έστω και αν η ίδια ουδέποτε παρέστησε στους Ενάγοντες ότι είχε πραγματικά εξουσιοδοτήσει τον Φαλέκο να ενεργεί κατά συγκεκριμένο τρόπο. Η φαινομενική εξουσιοδότηση είναι επέκταση της πραγματικής εξουσιοδότησης, στην βάση της επιείκιας, με υπόβαθρο το τι ο αντιπροσωπευόμενος άφησε τον ενάγοντα να αντιληφθεί. Η πραγματική εξουσιοδότηση δεν χρειάζεται το τελευταίο αυτό στοιχείο. Το πρώτο σημείο αναφοράς είναι ότι οι Ενάγοντες καταχωρίστηκαν στα συστήματα της Sharelink ως πελάτες της. Οι φερόμενες ως συμφωνίες μεταξύ των Εναγόντων και της Sharelink έγιναν αποδεκτές από την Εταιρεία και καταχωρίστηκαν στα αρχεία της. Είναι η ίδια η Sharelink που μετά το ξεσκέπασμα του Φαλέκου τις παρέδωσε μαζί με άλλα συναφή έγγραφα στους Ενάγοντες. Από τις ενέργειες του Φαλέκου σε σχέση με τα χρήματα και χαρτοφυλάκια των Εναγόντων η Sharelink εισέπραττε αμοιβές και προμήθειες. Ο Φαλέκος δεν απέκρυψε την ύπαρξη τους από την Sharelink. Δεν τους χειριζόταν εξ' ολοκλήρου εκτός των συστημάτων της Sharelink, αποκομίζοντας όλα τα οφέλη για τον εαυτό του. Τους ενέταξε στο πελατολόγιο της Sharelink και η Sharelink τους αποδέχτηκε. Είναι μόνο η ετοιμασία των καταστάσεων που ο Φαλέκος παρέδιδε που φαίνεται ότι γινόταν εκτός του συστήματος της Sharelink. Στα καθήκοντα της θέσης του Φαλέκου ως Wealth Management Executive δεν περιλαμβανόταν η παροχή επενδυτικών συμβουλών, ούτε η διενέργεια συναλλαγών εκ μέρους των πελατών στα πλαίσια διαχείρισης χαρτοφυλακίων (Τεκμ.8.298, Παράρτημα 4, παρ. 6.1.2). Ωστόσο ο Φαλέκος διαχειριζόταν τα χαρτοφυλάκια των Εναγόντων. Προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Sharelink γνώριζε ότι ο Φαλέκος διαχειριζόταν τα κεφάλαια των Εναγόντων. Παρουσιάστηκαν εντολές του Φαλέκου για αγορές και πωλήσεις για λογαριασμό των Εναγόντων που κοινοποιούνταν στον Παπανικολάου που ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Sharelink (Τεκμ.8.342 και 14.579). Παρουσιάστηκαν ακόμα 26 ηλεκτρονικές εντολές (Τεκμ.10.402) προς την Julius Baer για αγοραπωλησίες διαφόρων τίτλων. Αυτές δίνονταν από το Φαλέκο με κοινοποίηση προς το Παπανικολάου, αλλά και από τον Παπανικολάου ή το ΧΧΧΧ Βαλσάμη με κοινοποίηση προς το Φαλέκο. Υπάρχει και άλλη επιβεβαιωτική μαρτυρία ότι ο Φαλέκος διαχειριζόταν κεφάλαια σε σχέση με επενδύσεις στο Χ.Α.Κ. . Η ΧΧΧΧ Βασιάδου (Μ.Ε.7) ήταν εργοδοτούμενη της Sharelink από το 2006 μέχρι και το τέλος Απριλίου του 2009. Ήταν επενδυτική σύμβουλος. Λάμβανε εντολές από τους πελάτες που χειριζόταν και της διαβίβαζε στο Χ.Α.Κ. Δεν έκαμνε διαχείριση χαρτοφυλακίων. Η Βασιάδου αντιμετωπίστηκε εχθρικά από τους Έλληνα, Αποστολίδου και Παπανικολάου σε σχέση με το περιεχόμενο της κατάθεσης της προς την Αστυνομία και την Επιτροπή Διερεύνησης. Οδηγήθηκε σε αναγκαστική απόλυση και αποζημιώθηκε μέσω της Δικαστικής οδού. Είχε ενοχλήσει η αναφορά της ότι ο Φαλέκος είχε κωδικό πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα της Sharelink (on line trading system) τον οποίο και της έδινε όταν συχνά απουσίαζε για να καταχωρεί εντολές εκ μέρους του. Ουσιαστική είναι απαντητική επιστολή της ημερ. 5.5.2009 προς την Επιτροπή Διερεύνησης της Ε.Κ.Κ. (Τεκμ.8.284) της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε. Πριν την κατάθεση της στην Επιτροπή Διερεύνησης οι Παπανικολάου, Αποστολίδου και Βασιλείου την πίεσαν να μην αναφέρει ότι ήταν η αντίληψη της ότι η Sharelink γνώριζε ότι ο Φαλέκος είχε κωδικό πρόσβασης ή να αναφερθεί σε περιστατικό κατά το οποίο η Αποστολίδου δεν αντέδρασε όταν είχε δει στην οθόνη του υπολογιστή της εντολές για πελάτες του Φαλέκου και ότι η ίδια η Βασιάδου της είχε αναφέρει ότι όταν ο Φαλέκος απουσίαζε της ζητούσε να τον βοηθά. Η κατοχή κωδικού πρόσβασης είναι απαραίτητη για να μπορεί κάποιος να διεκπεραιώνει χρηματιστηριακές πράξεις και καταδεικνυόταν έτσι ότι ο Φαλέκος διεκπεραίωνε τέτοιες. Στα καθήκοντα του Φαλέκου δεν περιλαμβανόταν ούτε η ετοιμασία καταστάσεων των χαρτοφυλακίων των πελατών. Ωστόσο προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ετοιμασία συγκεντρωτικών καταστάσεων χαρτοφυλακίων επιτρεπόταν σε εκτελεστικούς λειτουργούς του Wealth Management Department, πρώην Private Banking, όπως ήταν ο Φαλέκος. Ότι έτσι γινόταν επιβεβαιώνεται στο πρακτικό συνεδρίασης ημερ. 28.5.2008 (Τεκμ.8.266). Σημειωνόταν ότι αυτή η πρακτική θα έπρεπε να σταματήσει εκτός και αν προηγουμένως ελέγχονταν και εγκρίνονταν από την αρμόδια αρχή της Sharelink, δηλαδή από το Διοικητικό Συμβούλιο ή την Επενδυτική Επιτροπή της Sharelink. Το ζήτημα συζητήθηκε και στην επόμενη συνεδρίαση ημερ. 2.6.2008 (Τεκμ.8.267) στην οποία παρούσα ήταν και η Αποστολίδου. Ο Παπανικολάου, επίσης παρόν, είχε αναφέρει ότι αυτό συνέβαινε γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος να ενοποιηθούν οι διαφορετικοί λογαριασμοί κάποιου πελάτη. Αναγνώριζε ωστόσο ότι αυτό ήταν ενάντια στους κανονισμούς και θα έπρεπε να αναζητηθεί κάποια λύση, η διαδικασία της οποίας θα περιλαμβανόταν στο νέο εγχειρίδιο της Εταιρείας. Ο Πιερίδης εξήγησε ότι το σύστημα θα έπρεπε να ήταν «τυφλό», δηλαδή οι επιμέρους καταχωρήσεις να εισάγονται με αυτόματο τρόπο, ώστε να μην είναι δυνατή ανθρώπινη παρέμβαση. Είναι αυτή η πτυχή ασφαλείας που απουσίαζε από την πρακτική που ακολουθείτο στην Sharelink, εφόσον ο υπάλληλος που ετοίμαζε την ενοποιημένη κατάσταση θα μπορούσε να παρέμβει στα επιμέρους στοιχεία και να παρουσιάσει διαφοροποιημένη την εικόνα, όπως ακριβώς έκανε ο Φαλέκος σε σχέση με τα χαρτοφυλάκια των Εναγόντων και άλλων πελατών της Sharelink. Η Sharelink γνώριζε αυτό που συνέβαινε. Επισημαίνεται η παρουσία της Αποστολίδου και του Παπανικολάου, μελών του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας στη συνεδρίαση ημερ. 2.6.2008. Η Sharelink επέτρεπε στον Φαλέκο να ενεργεί με τον πιο πάνω τρόπο, δηλαδή να δημιουργεί συγκεντρωτικές καταστάσεις λογαριασμών και η εξήγηση που έδωσε στις γραπτές της παραστάσεις προς την Επιτροπή Διερεύνησης την 6.10.2010 (Τεκμ.8.300, παρ.8.9.3) ήταν ότι επέτρεπε στον Φαλέκο να συγκεντρώνει τις καταστάσεις της αποτίμησης χαρτοφυλακίου λόγω του δικαιολογημένου αιτήματος του να παραδίδει ο ίδιος τις καταστάσεις στους πελάτες του με σκοπό την καλύτερη προσωπική επαφή και την αναλυτική επεξήγηση της πορείας των επενδύσεων τους. Η πραγματικότητα ήταν ότι ο Φαλέκος δεν συγκέντρωνε απλώς τα στοιχεία, αλλά παρενέβαινε σε αυτά και τα διαφοροποιούσε. Επρόκειτο για πραγματική εξουσιοδότηση από τη Sharelink στον Φαλέκο για να ενεργεί με τον τρόπο αυτό, δηλαδή να καταρτίζει ο ίδιος καταστάσεις και να ενημερώνει με αυτό τον τρόπο τους πελάτες που χειριζόταν. Όχι βέβαια να τους εξαπατά. Υποστήριξε ο Παπανικολάου ότι αυτό που εννοείτο με την αναφορά σε ενοποιημένες καταστάσεις και συνεπώς αυτό που ήταν επιτρεπτό σε λειτουργό εξυπηρέτησης να ετοιμάζει, ήταν μία ανεπίσημη αναφορά υπό τον τύπο σημείωσης και χωρίς την χρήση του λογότυπου της Sharelink, όπου θα παρουσιαζόταν η συνολική αξία των λογαριασμών κάποιου πελάτη. Και τούτο, αφού τεχνικά, το μηχανογραφημένο σύστημα της Sharelink δεν μπορούσε να παραγάγει τέτοιο έγγραφο. Η σημείωση θα παραδιδόταν στον πελάτη εφόσον το ζητούσε και σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε πάντα να συνοδεύεται με τις επίσημες καταστάσεις λογαριασμών, απορρίπτεται εξ ολοκλήρου. Εάν το έγγραφο αυτό δεν αντικαθιστούσε αλλά συνόδευε τις επίσημες καταστάσεις λογαριασμών δεν θα ήταν αναγκαίο να ελέγχεται αφού ο πελάτης θα είχε ενώπιον του και τις επίσημες καταστάσεις και θα είχε την ορθή εικόνα των επενδύσεων του. Τυχόν σφάλμα στην ενοποιημένη κατάσταση θα μπορούσε πολύ εύκολα να διαπιστωθεί. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση αυτή και είναι πεπεισμένο ότι προβλήθηκε για να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι στο Φαλέκο επιτρεπόταν να ετοιμάζει καταστάσεις και να τις παραδίδει στους πελάτες. Ο Μυτιληναίος επέμενε λανθασμένα ότι οι Ενάγοντες λάμβαναν καταστάσεις και από την Sharelink κατά τους χρόνους λειτουργίας των λογαριασμών τους και συνεπώς γνώριζαν την πραγματική κατάσταση των χαρτοφυλακίων τους. Την ίδια θέση υποστήριξε και η Sharelink στις γραπτές της παραστάσεις προς την Διερευνητική Επιτροπή (Τεκμ.8.300, παρ.8.9.4). Η θέση απορρίπτεται. Πέραν του ότι το Δικαστήριο είχε ήδη αποδεχτεί την αντίθετη θέση των Εναγόντων, η θέση του Μυτιληναίου είναι και εκτός λογικής. Δεν θα ήταν δυνατόν οι Ενάγοντες να λάμβαναν καταστάσεις που ήταν διαφορετικές από αυτές του Φαλέκου και να μην αντιδράσουν. Η θέση του Μυτιληναίου ήταν συμπερασματική. Επειδή δεν ανευρέθηκαν έντυπα αλλαγής διεύθυνσης, όπως νόμιζε. Δέχθηκε όμως, όταν του επιδείχθηκε σχετικός κατάλογος (Τεκμ.8.291), ότι είχαν εντοπιστεί τέτοια έντυπα για τον XXXXX και τον XXXXX Δ. και παραδέχτηκε ότι ήταν ανακριβής στη μαρτυρία του. Ο Φαλέκος κατηγορήθηκε στην υπόθεση αρ. ΧΧΧ/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας για σωρεία αδικημάτων που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, και τους επίδικους λογαριασμούς των Εναγόντων. Στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας και κατά την απαγγελία των γεγονότων μετά την παραδοχή του Φαλέκου, είχε αναφερθεί ότι οι Ενάγοντες ήταν ενήμεροι για την πραγματική κατάσταση των χαρτοφυλακίων τους μέσω καταστάσεων των Τραπεζών του εξωτερικού και της Sharelink. Αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ο χειρισμός που έγινε αφήνει εκτεθειμένη την κατηγορούσα αρχή. Η Sharelink επέτρεψε στον Φαλέκο να ενεργεί με αυτό τον τρόπο γνωρίζοντας ότι οι Ενάγοντες δεν λάμβαναν καταστάσεις από κανένα άλλο. Η Sharelink γνώριζε ότι ο Φαλέκος παραλάμβανε όλη την αλληλογραφία των Εναγόντων από τις Τράπεζες του εξωτερικού. Το παραδέχτηκε ο Μυτιληναίος. Περαιτέρω, η Sharelink γνώριζε ότι δικές της καταστάσεις δεν παραλαμβάνονταν από τους Ενάγοντες, αφού είτε υπήρχαν στα αρχεία της γνήσιες εντολές διαβίβασης τους προς τον Φαλέκο, κάτι που δεν έπρεπε να επιτρέπεται να γίνεται, είτε υπήρχαν πλαστογραφημένες εντολές που το διαβλητό της σύστημα επέτρεπε να γίνουν. Οι Ενάγοντες υπόγραψαν τις συμφωνίες με τις Τράπεζες του εξωτερικού όπου αναφερόταν ότι την διαχείριση των κεφαλαίων τους θα έκανε η Sharelink. Επομένως όταν άρχισε η διαχείριση των κεφαλαίων τους γνώριζαν ότι αυτή δεν μπορούσε να γίνεται από κανένα άλλο από την Sharelink και δικαιολογημένα μπορούσαν να εμπιστεύονται το όνομα και την φήμη της Εταιρείας στην Κυπριακή οικονομική πραγματικότητα. Ανάμεναν ότι θα ενημερώνονταν από την Sharelink και αυτό πίστευαν ότι συνέβαινε όταν τους παραδίδονταν από τον Φαλέκο καταστάσεις των λογαριασμών τους. Δεν αναμένεται από το θύμα της απάτης να προβαίνει σε έρευνα ακόμα και εκεί όπου έχει εύλογες υποψίες (Clerk & Lindsell on Torts, 22η Έκδ. παρ. 18-37). Όμως, οι Ενάγοντες δεν είχαν λόγο να υποψιαστούν ότι οι καταστάσεις που τους παρουσίαζε ο Φαλέκος, που έφεραν το λογότυπο της Sharelink, ήταν ψεύτικες. Το γεγονός ότι έδωσαν οδηγίες στις Τράπεζες του εξωτερικού ώστε οι καταστάσεις των λογαριασμών τους να αποστέλλονται στον Φαλέκο και δεν επεδίωξαν άλλη άμεση ενημέρωση από τις Τράπεζες αυτές, δεν ανατρέπει την υπόθεση τους. Είναι ξεκάθαρο πως όλες οι ενέργειες του Φαλέκου που εξετάζονται διενεργούνταν μέσα στα πλαίσια της εργοδότησης του στην Sharelink. Ο Φαλέκος έκανε αυτό που ήταν η δουλειά του να κάνει, όπως η Sharelink παράτυπα και ενεργώντας τουλάχιστο με αμέλεια του επέτρεπε να κάνει. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Sharelink είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις διαπιστωθείσες πράξεις και παραλείψεις του Φαλέκου, που προκάλεσαν τις επίδικες ζημιές στους Ενάγοντες. Ν. Η Πρωτογενής Ευθύνη της Sharelink Πρωτογενής ευθύνη της Sharelink αναζητείται και στο αστικό δίκαιο, στη βάση παράβασης των καθηκόντων της έναντι των Εναγόντων πελατών της που απορρέουν από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007 (Ν.147(Ι) του 2007), όπως ίσχυε κατά τους ουσιώδεις χρόνους και τις εκάστοτε οδηγίες της Ε.Κ.Κ.. Με αναφορά στον ίδιο Νόμο και οδηγίες αναζητείται η ευθύνη και των Εναγομένων 3-6, 8 και 9. Η ευθύνη της Sharelink εξετάζεται σε σχέση με το καθήκον της προς ενημέρωση των Εναγόντων πελατών της και τις παραλείψεις της να διατηρεί σύστημα που δεν θα επέτρεπε στο Φαλέκο να εκτελέσει τις άνομες πράξεις του και των υπόλοιπων Εναγομένων με αναφορά σε δικές τους πράξεις ή παραλείψεις. Η απουσία ευρήματος της Ε.Κ.Κ., που είναι η εποπτική αρχή για τις Ε.Π.Ε.Υ., σε σχέση με ελάττωμα στα συστήματα της Sharelink δεν είναι σημαντικό στοιχείο, όπως εισηγούνται οι δικηγόροι των Εναγομένων. Και αναμφίβολα δεν δημιουργεί τεκμήριο ότι η Sharelink ενεργούσε πάντοτε εντός των νόμιμων καθηκόντων της. Η Ε.Κ.Κ. δεν εξέδωσε καν απόφαση αφού προέκυψε ζήτημα σε σχέση με τη σύνθεση της Διερευνητικής Επιτροπής που εξέδωσε το σχετικό πόρισμα και η υπόθεση αρχειοθετήθηκε (Τεκμ.8.348). Στο πόρισμα της Διερευνητικής Επιτροπής (Τεκμ.8.298) υπήρχαν συμπεράσματα που καθόλου δεν βοηθούν την εισήγηση των δικηγόρων των Εναγομένων. Σε κάθε όμως περίπτωση, η αστική ευθύνη της Sharelink κρίνεται από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής και όχι από τη γνώμη οποιουδήποτε οργάνου. Η βάση της αξίωσης για παράβαση νομίμων καθηκόντων είναι το άρθρο 143
(1)του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007 που προνοεί ότι: «Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόµου ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζηµιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζηµιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006: Νοείται ότι τυχόν ποινική ευθύνη ή ευθύνη από διοικητική παράβαση δεν απαλλάσσει τον παραβάτη από τυχόν αστική ευθύνη». Το άρθρο 18, στο οποίο παράπεμψαν οι δικηγόροι των Εναγόντων, αφορά στις οργανωτικές απαιτήσεις στις οποίες η Sharelink ως ΚΕΠΕΥ θα έπρεπε να συμμορφώνεται. Το άρθρο προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «
(1)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να συµµορφώνεται µε τις οργανωτικές απαιτήσεις του εδαφίου
(2).
(2)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει- ......................................... (στ) να έχει υγιείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, επαρκείς µηχανισµούς εσωτερικού ελέγχου, αποτελεσµατικές διαδικασίες εντοπισµού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαµβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει η ΚΕΠΕΥ, και αποτελεσµατικούς µηχανισµούς ελέγχου περιλαµβανοµένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και ασφάλειας των συστηµάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδοµένων·» Το άρθρο 36 αφορά στις πληροφορίες που η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες της. Προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «
(1)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεποµένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, µε εντιµότητα και επαγγελµατισµό, ώστε να εξυπηρετεί µε τον καλύτερο τρόπο τα συµφέροντα των πελατών της και να συµµορφώνεται ιδίως µε τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συµπεριλαµβανοµένων των διαφηµιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και µη παραπλανητικές· οι διαφηµιστικές ανακοινώσεις πρέπει να µπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· ......................................... (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συµβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά µε τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τοµέα σε σχέση µε το συγκεκριµένο τύπο χρηµατοοικονοµικού µέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά µε την οικονοµική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηµατοοικονοµικά µέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του·» Η Οδηγία ΟΔ144-2007-02 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και των Απασχολούμενων σε αυτές Φυσικών Προσώπων (Κ.Δ.Π. 427/2007, ημερ. 2.11.2007, σήμερα Κ.Δ.Π. 474/2012, ημερ. 26.11.2012 και Κ.Δ.Π. 208/2013, ημερ. 14.6.2013), που θεσπίστηκε δυνάμει του Νόμου, προνοεί στον Καν. 20 ότι: «
(1)ΕΠΕΥ που παρέχει την υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου διαβιβάζει σε σταθερό μέσο σε κάθε πελάτη στον οποίο παρέχει την υπηρεσία αυτή, περιοδικές καταστάσεις των δραστηριοτήτων διαχείρισης χαρτοφυλακίου που εκτελέστηκαν για λογαριασμό του, εκτός εάν οι καταστάσεις αυτές παρέχονται από άλλο πρόσωπο.
(2)Στην περίπτωση ιδιωτών πελατών, η περιοδική κατάσταση που απαιτείται δυνάμει της υποπαραγράφου
(1)περιλαμβάνει, όπου αυτό εφαρμόζεται, τις ακόλουθες πληροφορίες: ......................................... (γ) κατάσταση του περιεχομένου και της αποτίμησης του χαρτοφυλακίου που περιλαμβάνει λεπτομέρειες για κάθε χρηματοοικονομικό μέσο που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο, την αγοραία αξία του ή την δίκαιη αξία του εάν η αγοραία αξία του δεν είναι διαθέσιμη και το υπόλοιπο των μετρητών στην αρχή και στο τέλος της περιόδου αναφοράς, καθώς και την απόδοση του χαρτοφυλακίου κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής· ......................................... (ε) σύγκριση της απόδοσης κατά την περίοδο που καλύπτει η κατάσταση με το δείκτη αναφοράς επενδυτικής απόδοσης (investment performance benchmark) που τυχόν συμφωνήθηκε μεταξύ ΕΠΕΥ και πελάτη·» Από τα έγγραφα που πλαστογραφήθηκαν ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στα δύο πληρεξούσια με τα οποία η XXXXX και η XXXXX φέρονται να πληρεξουσιοδοτούν την Sharelink να ενεργεί για λογαριασμό τους (Τεκμ.1.84 και 14.589). Κατά τη δίκη επικρατούσε η εντύπωση ότι η Αποστολίδου προσυπόγραψε ότι η XXXXX και η XXXXX, ο XXXXX Δ και η XXXXX τα υπόγραψαν στην παρουσία της. Η μαρτυρία ήταν πως η Εναγόμενη 10 αποδεχόταν και πιστοποιούσε τέτοια πληρεξούσια χωρίς οι πληρεξουσιοδοτούντες να υπογράψουν στην παρουσία της και χωρίς καν να τους συναντήσει, νοουμένου ότι κάποιος από τη Sharelink προσυπόγραφε ότι υπόγραψαν στην παρουσία του. Στα επίδικα πληρεξούσια αυτός που προσυπόγραψε έτσι ήταν ο Φαλέκος. Αυτό που προσυπόγραψε και στις δύο περιπτώσεις η Αποστολίδου ήταν ότι η σφραγίδα της Sharelink είχε τεθεί στην παρουσία της. Σημειώνεται ωστόσο ότι δεν υπάρχει τέτοια σφραγίδα. Σε κάθε περίπτωση είναι παραδεκτό (βλ. Τεκμ.8.294) ότι η Sharelink χρησιμοποιούσε πληρεξούσια που γνώριζε ότι είχαν καταρτιστεί παράνομα. Η χρησιμοποίηση πιστοποιούντα υπαλλήλου που ήταν πρόθυμη, κατά παράβαση των καθηκόντων της που απορρέουν από τη σχετική νομοθεσία, να πιστοποιεί χωρίς να βλέπει τον πελάτη έδινε και έδωσε στην προκειμένη περίπτωση τη δυνατότητα στον Φαλέκο να καταρτίσει πλαστά πληρεξούσια έγγραφα. Εάν ζητείτο από τους Ενάγοντες να υπογράψουν τέτοια πληρεξούσια έγγραφα ασφαλώς και θα το έπρατταν. Η σημασία όμως των περιστάσεων αυτών είναι ότι αναδεικνύεται ο απερίσκεπτος και αντιεπαγγελματικός τρόπος που λειτουργούσε η Sharelink την εποχή εκείνη. Αφ΄ ότου ξέσπασε το σκάνδαλο η Αποστολίδου με εσωτερικό ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερ. 9.1.2009 (Τεκμ.8.342 μέρος) ζήτησε να ελεγχθεί ότι υφίστανται συμφωνίες διαχείρισης των Εναγόντων με τη Sharelink. Οι δικηγόροι των Εναγόντων εισηγούνται ότι η ανησυχία και η αβεβαιότητα της Αποστολίδου αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να μην υφίσταντο τέτοιες συμφωνίες και να πλαστογραφήθηκαν στη συνέχεια με την προτροπή ή γνώση της Sharelink. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν έχει θετικά αποδειχθεί. Οι δικηγόροι των Εναγόντων εισηγούνται ακόμα ότι η Αποστολίδου προφανώς γνώριζε για το «μαγείρεμα» των καταστάσεων λογαριασμών πελατών της Sharelink από τον Φαλέκο. Σε σχέση με τους λογαριασμούς των Εναγόντων στις Τράπεζες του εξωτερικού παραμένει ως ενδεχόμενο να γνώριζε, που όμως δεν έχει αποδειχθεί. Έχει ωστόσο καταδειχθεί ότι πολύ πιθανόν να αντιλήφθηκε «μαγείρεμα» σε σχέση με τον χρηματιστηριακό λογαριασμό της XXXXX. Την 17.10.2008 ανταλλάγηκε ηλεκτρονική αλληλογραφία εσωτερικά στην Sharelink (Τεκμ.8.342 μέρος) με την οποία ζητείτο από τον Φαλέκο να διευθετήσει τα αρνητικά χρηματικά υπόλοιπα σε πέντε λογαριασμούς πελατών μεταξύ των οποίων και στο χρηματιστηριακό λογαριασμό της XXXXX. Το σχετικό μήνυμα κοινοποιήθηκε και στην Αποστολίδου που απέστειλε και αυτή μήνυμα στον Φαλέκο να το πράξει. Το να διευθετήσει ένας υπάλληλος αρνητικά χρηματικά υπόλοιπα, χωρίς άλλες εξηγήσεις δημιουργεί, εκ πρώτοις, εντύπωση για κάτι το παράτυπο, αν όχι και παράνομο. Πέραν όμως της γενικής υποψίας, σημειώνεται ότι σε σχέση με τον χρηματιστηριακό λογαριασμό της XXXXX ήταν η Αποστολίδου που την 24.3.2008 είχε δώσει την εντολή για να πληρωθεί η XXXXX €344.837,86 και να κλείσει ο χρηματιστηριακός της λογαριασμός. Πώς λοιπόν επτά μήνες μετά ζητούσε να διευθετηθεί αρνητικό υπόλοιπο στον λογαριασμό αυτό. Υποδεικνύουν οι δικηγόροι των Εναγομένων ότι η XXXXX και η οικογένεια Κίρζη ήταν πολύ σημαντικοί πελάτες της Sharelink και πως η Αποστολίδου δεν θα μπορούσε να μην θυμάται την περίπτωση. Ακόμα όμως και αν δεν θυμόταν την περίπτωση προκύπτει πως η Αποστολίδου γνώριζε για «μαγειρέματα» σε λογαριασμούς που ο Φαλέκος μπορούσε να κάμνει. Καθίσταται πρόδηλο πως για να είναι σε θέση να διευθετεί αρνητικά υπόλοιπα ο Φαλέκος είχε διευρυμένες εξουσίες. Εισηγούνται οι δικηγόροι των Εναγόντων ότι ο Φαλέκος ενεργούσε παράτυπα ή και παράνομα σε γνώση της Sharelink που απεκόμιζε ψηλές αμοιβές από τις διαχειρίσεις που έκαμνε ο Φαλέκος και ο τελευταίος επίσης ψηλές προμήθειες (Τεκμ.8.289), τέτοιες που του επέτρεπαν στην ανάγκη να πληρώνει από «δικά του» χρήματα για να καλύπτει κενά και να συγκαλύπτει τις άνομες ενέργειες του. Αναμφίβολα έτσι λειτουργούσε ο Φαλέκος. Όπως προειπώθηκε, για να συμπληρωθεί το ποσό των €344.837,86 που εμβάστηκε στο τραπεζικό της λογαριασμό της XXXXX, €200.000 προέρχονταν από τον ίδιο τον Φαλέκο και εταιρεία του Το ποσό είχε πληρωθεί σε λογαριασμό της Sharelink από τον οποίο πληρώθηκε η XXXXX, ωστόσο αυτό δεν αποδεικνύει χωρίς άλλο πραγματική γνώση αξιωματούχων ή άλλων υπαλλήλων της Εταιρείας και κατ' ακολουθία της ίδιας της Sharelink ότι ο Φαλέκος ξεγέλασε την XXXXX. Είναι δικαιολογημένη η θέση των δικηγόρων των Εναγόντων ότι η Sharelink θα έπρεπε χωρίς καμιά δυσκολία να αντιληφθεί ότι κάτι το σοβαρό και ύποπτο συνέβαινε και τουλάχιστον επέδειξε αδιαφορία. Καταδεικνύεται έτσι ότι το σύστημα της Sharelink δεν ήταν ασφαλές, διότι επέτρεπε να διαμορφωθεί ο λογαριασμός πελάτη με έμβασμα χωρίς κανένα παραστατικό και να αλλοιωθεί η πραγματική του εικόνα Σημειώνεται ακόμα πως ούτε ο XXXXX που υπόγραψε την συμφωνία διαχείρισης συμπλήρωσε το παράρτημα 2 ώστε να επιλέξει από του τέσσερεις προτεινόμενους επενδυτικούς στόχους, αλλά ούτε και στις υπόλοιπες συμφωνίες συμπληρώθηκε το παράρτημα. Το γεγονός επιμαρτυρεί πως δεν επεξηγήθηκαν στους Ενάγοντες οι διαχειριστικοί στόχοι όπως προνοείται από το άρθρο 36
(1)(γ) του Νόμου, διαφορετικά θα αναμενόταν να συμπληρωνόταν το παράρτημα με την επιλογή του XXXXX Δ. ή και των υπολοίπων Εναγόντων. Εάν το Διοικητικό Συμβούλιο της Sharelink ή η Επενδυτική Επιτροπή επιθεωρούσαν τις ενοποιημένες καταστάσεις που ετοίμαζε ο Φαλέκος, δεδομένης της απραξίας τους να τον ανακόψουν, θα συμμετείχαν στην απάτη κατά των Εναγόντων. Όμως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι γινόταν κάτι τέτοιο και όπου μπορεί κάποιος να καταλήξει είναι ότι άφηναν το ζήτημα εκτός του ελέγχου τους. Η συμπεριφορά αυτή παραβιάζει το άρθρο 18 του Νόμου και τον Καν. 20
(1)(γ) της Οδηγίας και ήταν, παραδεκτά από τη Sharelink, κατά παράβαση των κανονισμών, «against regulation» όπως ο Παπανικολάου ευθαρσώς είχε αναφέρει στην συνάντηση της 2.6.2008 (Τεκμ.8.267). Η Sharelink απέτυχε να έχει αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας των συστημάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων που χρησιμοποιούσε, κατά παράβαση του άρθρου 18
(2)(στ) του Νόμου. Περαιτέρω, η Εταιρεία απέτυχε στο καθήκον της να διαβιβάζει στους Ενάγοντες περιοδικές καταστάσεις που αφορούσαν τα χαρτοφυλάκια τους και που να εμπεριέχουν αληθινή αποτίμηση της αξίας τους κατά παράβαση του Καν. 20
(1)(γ) της Οδηγίας ΟΔ144-2007-02. Υφίσταται ένα επιμέρους ζήτημα που προφανώς εκ παραδρομής δεν διερευνήθηκε κατά την παρουσία του Παπανικολάου στο εδώλιο του μάρτυρα. Όπως έχει σημειωθεί, στην περίπτωση του XXXXX και καθ' όσον αφορά την Credit Suisse οι οδηγίες ήταν όπως οι καταστάσεις των λογαριασμών του αποστέλλονται φροντίδι του Παπανικολάου. Δεν δόθηκε καμιά εξήγηση τι έκανε με τις καταστάσεις που παραλάμβανε ο Παπανικολάου. Εάν, έστω αυτές και μόνο, διοχετεύονταν στον XXXXX θα ήταν αρκετό για να ξεσκεπαστεί ο Φαλέκος. Σε σχέση με την ευθύνη των Εναγομένων 3-6, 8 και 9 σχετικός είναι ο Καν. 9 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τις Προϋποθέσεις Χορήγησης Άδειας και Λειτουργίας ΚΕΠΕΥ ΟΔ144-2007-01 (Κ.Δ.Π. 426/2007, ημερ. 2.11.2007, σήμερα Κ.Δ.Π. 473/2012, ημερ. 26.11.2012 ), που επίσης θεσπίστηκε δυνάμει του Νόμου, που προνοεί ότι: «
(1). . Ειδικότερα, τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη και το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούνται να αξιολογούν και να επανεξετάζουν περιοδικά την αποτελεσματικότητα των πολιτικών, των ρυθμίσεων και των διαδικασιών που έχουν θεσπιστεί για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο Νόμο και στην παρούσα Οδηγία και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για τη διόρθωση τυχόν αδυναμιών.» Είχαν συνεπώς οι Εναγόμενοι 3-6, 8 και 9 υποχρέωση να αξιολογούν και να επανεξετάζουν περιοδικά την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και των διαδικασιών που είχαν θεσπιστεί για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο Νόμο και στην πιο πάνω Οδηγία και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για τη διόρθωση τυχόν αδυναμιών. Δεν ανταποκρίθηκαν σε αυτά τους τα καθήκοντα. Επέτρεψαν στην Εταιρεία να λειτουργεί με τρόπο που να επιτρέπει οι καταστάσεις που εκδίδονταν προς τους πελάτες να μην φτάνουν ποτέ σε αυτούς και αυτοί να παραλαμβάνουν άλλες καταστάσεις που επιτρεπόταν να ετοιμάζονται κατά τρόπο που καθιστούσε πολύ εύκολο να παραποιούνται τα στοιχεία και να δίνεται αναληθής και παραπλανητική εικόνα στους πελάτες αναφορικά με τις επενδύσεις τους. Ενώ οι αδυναμίες του συστήματος ήταν γνωστές και είχαν συζητηθεί σε συνεδριάσεις στις οποίες λάμβαναν μέρος αξιωματούχοι της Εταιρείας, δεν υπήρξε άμεση αποκατάσταση. Οι Εναγόμενοι 3-6, 8 και 9 απέτυχαν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του Καν. 9
(1)της Οδηγίας ΟΔ144-2007-01 και είναι συνεπώς δυνάμει των προνοιών του άρθρου 143
(1)του Νόμου υπόχρεοι να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες από τις ζημιές που έχουν υποστεί λόγω της παράλειψης τους και παραβίασης των υποχρεώσεων τους δυνάμει της Οδηγίας και κατ' επέκταση του Νόμου. Σημειώνεται πως τα άρθρα 139
(2)και 140 του Νόμου δεν τεκμηριώνουν αστική ευθύνη των Εναγομένων 3-6, 8 και 9. Το εδάφιο
(3)του άρθρου 140 εναποθέτει αστική ευθύνη των μελών των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών οργάνων της ΚΕΠΕΥ αλληλέγγυα με την τελευταία και κεχωρισμένα «για κάθε ζημιά που γίνεται σε τρίτους ένεκα της πράξεως ή παραλείψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα». Αδίκημα εννοείται το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(1), δηλαδή αυτό της παράβασης του άρθρου 139
(2)που αφορά στην παροχή ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών στην Ε.Κ.Κ.. Δηλαδή, η ευθύνη αποζημίωσης αφορά σε ζημιά που προέκυψε από την παροχή από τον διευθυντή ή διοικητικό σύμβουλο ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών στην Ε.Κ.Κ. και δεν αφορά, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, στη συμπεριφορά των Εναγομένων 3-6, 8, 9 και 11 κατά την περίοδο που οι λογαριασμοί των Εναγόντων λειτουργούσαν. Και η ζημιά των Εναγόντων δεν προέκυψε από την παροχή των όποιων ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών στην Ε.Κ.Κ. από οποιοδήποτε των Εναγομένων 3-6, 8 ή
  1. Ξ. Οι Ζημιές Στην προσπάθεια τους να μετριάσουν τις ζημιές τους, οι Ενάγοντες λαμβάνοντας υπόψη τη συμβουλή και εισηγήσεις κάποιου ΧΧΧΧ Ανδριώτη, διευθυντή σχέσεων στην Julius Baer, που εσπευσμένα επισκέφθηκε την Κύπρο την 21.1.2019, ρευστοποίησαν μέρος του χαρτοφυλακίου τους. Οι εντολές για τις ρευστοποιήσεις δόθηκαν αυθημερόν στον Ανδριώτη που τηλεφωνικά τις διαβίβασε προς εκτέλεση. Σε σχέση με τους λογαριασμούς στην Credit Suisse ο XXXXX και η XXXXX συμβουλεύτηκαν τον ΧΧΧΧ Μιχαηλίδη, που ήταν ο υπεύθυνος των χαρτοφυλακίων τους στην εν λόγω Τράπεζα. Είχε και αυτός επισκεφθεί την Κύπρο για το ζήτημα. Όπως αναφέρεται στην Doyle v. Olby (Ironmongers) Ltd [1969] 2 Q.B. 158, ο ενάγοντας είναι υπόχρεος να μετριάσει τις ζημιές του όταν ανακαλύψει την απάτη. Αναμένεται από αυτόν να λάβει τα λογικά διαβήματα για να πωλήσει το περιουσιακό στοιχείο, διαφορετικά μπορεί να θεωρηθεί ότι απέτυχε να μετριάσει τις ζημιές του και θα πρέπει η αξία του περιουσιακού στοιχείου να ληφθεί υπόψη και να αφαιρεθεί από τις αποζημιώσεις του. Σε σχέση με τους λογαριασμούς της XXXXX, του XXXXX και τον κοινό λογαριασμό της XXXXX και της XXXXX οι Ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία της εγκεκριμένης τεχνικού λογιστικής ΧΧΧΧ Αλεξάνδρου (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.3) υπαλλήλου στις επιχειρήσεις της οικογένειας Κίρζη. Σε σχέση με τους λογαριασμούς του XXXXX, της XXXXX, του XXXXX Δ. και τον κοινό λογαριασμό της XXXXX, του XXXXX Δ. και της XXXXX, μαρτύρησε η ΧΧΧΧ Παναγή (Μ.Ε.8) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.13). Η Παναγή έχει γνώσεις λογιστικής και από το 2007 είναι υπεύθυνη του λογιστηρίου στις επιχειρήσεις της οικογένειας Κίρζη. Η Αλεξάνδρου προέβηκε σε λεπτομερή ανάλυση των καταστάσεων των λογαριασμών που ανάλαβε. Αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο των καταστάσεων που ο Φαλέκος παρέδιδε στους Ενάγοντες με το περιεχόμενο των καταστάσεων που τον Ιανουάριο του 2009 η Sharelink και η Julius Baer τους παρέδωσε, υπέδειξε πως οι πρώτες δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, αλλά παρουσίαζαν τα χαρτοφυλάκια να αξίζουν περισσότερο από όσο στην πραγματικότητα. Στην ίδια ανάλυση προέβηκε και η Παναγή για τους λογαριασμούς που της ανατέθηκαν, αναλύοντας και τις καταστάσεις που παραδόθηκαν από τις Τράπεζες του εξωτερικού. Η μαρτυρία είναι συντριπτική. Επαναλαμβάνεται το εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι καταστάσεις που ο Φαλέκος παρέδιδε στους Ενάγοντες ήταν πλαστές και παρουσίαζαν τα χαρτοφυλάκια να αξίζουν περισσότερο από όσο στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, αναδείχθηκε ότι διαφορές υφίσταντο και μεταξύ των καταστάσεων της Julius Baer και της Credit Suisse που αποστέλλονταν στην Sharelink και των καταστάσεων της τελευταίας, πλην όμως, αυτές της Sharelink περίγραφαν την αξία με περιορισμένη απόκλιση, πάντοτε μικρότερη. Η Αλεξάνδρου και η Παναγή ετοίμασαν καταστάσεις αναφορικά με τις ζημιές στον κάθε λογαριασμό που τους ανατέθηκε. Οι καταστάσεις εμπεριέχουν απλές αριθμητικές πράξεις με στοιχεία που στο τέλος δεν αμφισβητήθηκαν ως τέτοια. Εφόσον κανένα επιμέρους στοιχείο δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και η ακεραιότητα των δύο λογιστριών στο ότι χρησιμοποίησαν τα ακριβή στοιχεία όπως προέκυπταν από τα έγγραφα και πληροφορίες που τέθηκαν στη διάθεση τους το Δικαστήριο δεν θα εμπλακεί στα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν την κάθε ενότητα τα οποία αποδέχεται ως ορθά. Ούτε η Αλεξάνδρου, ούτε η Παναγή εισήγαγαν την όποια υποκειμενική κρίση. Ακόμα και εκεί όπου πρόσθεσαν την ελάχιστη αναμενόμενη απόδοση κάθε χαρτοφυλακίου σύμφωνα με τις υποσχέσεις του Φαλέκου, το έπραξαν κατ' εντολή. Οι καταστάσεις συνιστούν συγκεντρωτικούς πίνακες που μπορεί να βοηθήσουν στον επιδικασμό των αποζημιώσεων εφόσον κριθεί ότι η ορθή βάση υπολογισμού των ζημιών είναι οι προσθαφαιρέσεις που έγιναν στα ποσά που κατατέθηκαν σε κάθε λογαριασμό. Η μεθοδολογία είναι απλή. Από τα ποσά που κατατέθηκαν σε ένα λογαριασμό αφαιρούνται τα μετρητά που κατά καιρούς έλαβε ο δικαιούχος, οι αξίες των τοποθετήσεων που ο δικαιούχος αποφάσισε να διατηρήσει κατά την 30.11.2010, οι αξίες των τοποθετήσεων που ο δικαιούχος δεν επιθυμούσε να διατηρήσει, αλλά δεν είχε τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει κατά την 30.11.2010, τα μετρητά στο λογαριασμό κατά την 12.1.2009, οι εισπράξεις από τόκους από μακροπρόθεσμες καταθέσεις μέχρι 30.11.2010 και προστίθεται το ελάχιστο ποσοστό απόδοσης από την ημερομηνία εμβάσματος του κάθε ποσού μέχρι 12.1.
  2. Το Δικαστήριο δεν θα προσμετρήσει το τελευταίο αυτό ποσό, εφόσον έχει ήδη απορρίψει την σχετική θέση όπως εξηγήθηκε στην Ενότητα Λ. Είναι η βασική θέση των Εναγομένων ότι ο τρόπος υπολογισμού της απαίτησης των Εναγόντων είναι εντελώς αυθαίρετος και ανακριβής. Ωστόσο, δεν υπέδειξαν κάποιο άλλο τρόπο, όχι ότι είχαν το βάρος να αποδείξουν το σωστό τρόπο, αλλά για να τον αντιπαραβάλουν με την μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε και να υποδείξουν τις τυχών αδυναμίες του. Είναι η θέση του Μυτιληναίου ότι κατά το 2008 και ιδιαίτερα το τελευταίο τρίμηνο του έτους, τα χρηματιστήρια παγκοσμίως παρουσίαζαν σημαντικές απώλειες λόγω της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης (βλ.Τεκμ.19). Το ίδιο και το Χ.Α.Κ. (βλ.Τεκμ.18). Δέχθηκε ο XXXXX Δ. ότι είχε ακούσει για την κατάρρευση της Lehman Brothers και πως παγκοσμίως τα χρηματιστήρια έπεφταν. Ο Παπανικολάου ανάφερε ότι μέρος του χαρτοφυλακίου των Εναγόντων ήταν επενδυμένο σε δύο επενδυτικά ταμεία το «Thema International» και το «Herald Fund Lux». Τα ταμεία αυτά είχαν συσταθεί από κάποιον XXXXX Madoff. Σε αυτά είχαν ανά το παγκόσμιο επενδυθεί τεράστια ποσά από πελάτες επενδυτικών τραπεζών, μεγάλα ταμεία προνοίας και εξειδικευμένους θεσμικούς επενδυτές. Τα ταμεία αυτά ήταν μέρος της επενδυτικής πολιτικής της Sharelink. Τελικά, τον Δεκέμβριο του 2008 οι εποπτικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών ανακάλυψαν ότι αυτά τα ταμεία ήταν μέρος απάτης του σκανδάλου Madoff που είναι γνωστός στους οικονομικούς και επενδυτικούς κύκλους και γι' αυτό είχαν ακούσει και οι Ενάγοντες. Σημειώνει ο Παπανικολάου ότι τα ταμεία αυτά ήταν εγκεκριμένα και υπό την αυστηρή εποπτεία των εποπτικών αρχών της Ιρλανδίας και του Λουξεμβούργου. Επομένως, κατά τη θέση του, δεν ήταν λάθος ή αμέλεια να επενδύσει κάποιος στα ταμεία αυτά. Δεν είναι αυτό που εξετάζεται. Και αν δεν υπήρχαν οι ψευδής παραστάσεις και ο δόλος από τον Φαλέκο οι Ενάγοντες θα έπρεπε να υποστούν την ολική ζημιά από τις επενδύσεις τους. Η πεμπτουσία της υπόθεσης είναι ότι εάν δεν προηγούνταν οι ψευδής παραστάσεις και ο δόλος από τον Φαλέκο οι Ενάγοντες δεν θα εμπλέκονταν στις επίδικες συνεργασίες. Συνεπώς, πρέπει να αναζητηθεί ο τρόπος που θα τους αποκαταστήσει, όσο το δυνατό πιο δίκαια, στη κατάσταση που θα βρίσκονταν αν δεν είχαν την ατυχία να γνωρίσουν τον Φαλέκο. Είναι η περαιτέρω θέση του Παπανικολάου ότι είναι λανθασμένη η προσέγγιση των Εναγόντων να θεωρούν ότι οι επενδύσεις τους στα ταμεία αυτά έχουν μηδενική αξία. Σε σχέση με το «Herald» παραπέμπει σε μία ανακοίνωση ημερ. 31.5.2018 ότι οι εκκαθαριστές έχουν αιτηθεί για διανομή του 67,8% της συνολικής καθαρής απώλειας και αναφέρει ότι οι επενδυτές θα αποζημιωθούν τουλάχιστον στο ποσοστό αυτό. Σε σχέση με το «Thema» αναφέρει ότι η ανάκτηση του θα είναι κοντά στο 100% και παραπέμπει σε κάποιες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο (Τεκμ.72). Σε σχέση με το «Herald» αντεξετάστηκε η Αλεξάνδρου που ανάφερε ότι γνωρίζει ότι εκκρεμεί δικαστική διαδικασία για αποζημίωση των επενδυτών στην οποία περιλαμβάνονται και οι Ενάγοντες και συμφώνησε ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη πρόνοια στους υπολογισμούς των ζημιών. Διαπιστώνεται πως δεν υπήρχε κάτι που οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να κάμουν και δεν το έκαμαν. Ότι μια περίπου δεκαετία μετά διαφαίνεται ότι ίσως να υπάρχει μια προοπτική κάποιας αποζημίωσης των επενδυτών στο ένα ή και στα δύο αυτά ταμεία, ζήτημα που δεν έχει εισαχθεί με περαιτέρω Έκθεση Υπεράσπισης, δεν μπορεί να οδηγήσει στην ανατροπή του τρόπου υπολογισμού των απωλειών των Εναγόντων που εδραζόταν στις πραγματικότητες του ουσιώδους χρόνου που αυτές υπολογίστηκαν. Άλλωστε η ίδια η Sharelink είχε τον Ιανουάριο του 2009 αποστείλει επιστολή προς τον XXXXX (Τεκμ.8.274 μέρος) πληροφορώντας τον ότι από την αξία των χαρτοφυλακίων του θα αφαιρείτο η αξία που αναφερόταν ως η αξία των επενδύσεων του στα αμοιβαία κεφάλαια «Herald» και «Thema» καθότι αυτά από 12.12.2008 και 13.12.2009 είχαν αναστείλει τους υπολογισμούς της καθαρής εσωτερικής τους αξίας. Δηλαδή η Sharelink στις δικές της καταστάσεις για τα χαρτοφυλάκια του XXXXX θα λογάριαζε την αξία των επενδύσεων του στα ταμεία αυτά ως μηδέν. Σημειωνόταν ότι αυτό γινόταν για λόγους σωφροσύνης («for prudency reasons»). Επομένως και οι Ενάγοντες ακολουθώντας την ίδια σωφροσύνη ορθά επέλεξαν να λογαριάσουν την αξία των επενδύσεων αυτών ως μηδέν. Αναφερόταν ακόμη ότι αυτό γινόταν για κάλυψη του ενδεχομένου κανένα ποσό να μην ανακτηθεί από τα συγκεκριμένα ταμεία, παρά τις έντονες προσπάθειες της Sharelink για το αντίθετο («in order to allow for the eventuality that no amounts in relation to the above fund(s) are recovered, despite our intensive efforts to the contrary»). Από επιστολή της Ε.Κ.Κ. προς τη Sharelink ημερ. 5.8.2009 (Τεκμ. 8.273) προκύπτει ότι η Julius Baer παρουσίαζε κατά την 31.12.2008 την αξία των χαρτοφυλακίων του XXXXX σε €2.245.661 ακριβώς γιατί λογιζόταν η αξία των επενδύσεων στα δύο ταμεία ως μηδέν. Για αυτό και η Sharelink το αποδέxτηκε και ενώ στις δικές της καταστάσεις αναφερόταν ότι την 31.12.2008 η αξία ήταν €2.728.576, μηδένισε και αυτή την αξία των δύο επενδύσεων. Έτσι αφαιρέθηκαν €199.999,80 για το «Herald» και €132.673 για το «Thema» (και με αυτές τις αφαιρέσεις πάλιν υφίστατο διαφορά). Η ίδια η Sharelink είχε επιχειρήσει να ρευστοποιήσει τις επενδύσεις στο «Herald» και στο «Thema» από 15.12.2008 (Τεκμ. 6.227) αλλά η προσπάθεια, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν καρποφόρησε. Στην ανακοίνωση ημερ. 21.5.2018 που επικαλέστηκε η υπεράσπιση αναφερόταν ότι δικαστήριο θα όριζε την ακρόαση του ζητήματος στις επόμενες εβδομάδες («the hearing which will take place in the forthcoming weeks»). Η δίκη ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο του 2018 και οι αγορεύσεις έγιναν το Μάρτιο του
  3. Σε αυτή την περίοδο δεν επιχειρήθηκε να προσκομιστεί μαρτυρία ότι υπήρξε η όποια εξέλιξη. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ορθά στους υπολογισμούς των ζημιών που οι Ενάγοντες υπέστηκαν η αξία των επενδύσεων στα δύο ταμεία λογαριάστηκε ως μηδέν. Στην Smith New Court Securities Ltd v. Citibank N.A. Respondent [1977] A.C. 254 γίνεται αναφορά στο «transaction date rule» που αφορά σε μέθοδο αποτίμησης της ζημιάς του ενάγοντα που με απάτη εισχώρησε σε μια διευθέτηση. Προσμετρά η αξία της περιουσίας που απόκτησε κατά το χρόνο απόκτησης της και στην συνέχεια πώς την χειρίστηκε και ποια η εξέλιξη στην αξία της είναι αδιάφορο. Στην παρούσα περίπτωση θα ήταν ότι πιο άδικο να εφαρμοστεί ο κανόνας αυτός. Και τούτο γιατί οι επε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.