Gordian Holdings Ltd ν. Petcon Development Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 1326/2017, 15/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A535 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1326/2017 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ Ενάγουσας -και- 1. Petcon Development Ltd, από τη Λεμεσό 2. ΧΧΧΧ Πετρή, από τη Λεμεσό 3. ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Σιακαλλή, σύζυγος ΧΧΧΧ Πετρή, από τη Λεμεσό Εναγομένων Και με Ειδοποίηση που καταχωρίστηκε στον Πρωτοκολλητή την 21.6.2019 δυνάμει των προνοιών του άρθρου 18
(4)των περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμων του 2015 και
- Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Λτδ Ενάγουσας -και-
- Petcon Development Ltd, από τη Λεμεσό
- ΧΧΧΧ Πετρή, από τη Λεμεσό
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Σιακαλλή, σύζυγος ΧΧΧΧ Πετρή, από τη Λεμεσό Εναγομένων ---------------------------------- Ημερ.: 15.11.2019 Για την Ενάγουσα: κα Ι. Μαλέκκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Αργυρού για Α. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή καταχωρίστηκε την 10.5.2017 με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Αφορούσε αξίωση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ εναντίον των Εναγομένων στη βάση τριών διευκολύνσεων που η Τράπεζα παραχώρησε στην Ενάγουσα 1 Εταιρεία με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και
- Την 21.6.2019 καταχωρίστηκε στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου Ειδοποίηση ότι οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd δυνάμει των προνοιών σχεδίου διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 23.5.2019 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ από 30.5.
- Η μεταβίβαση έγινε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 18 των περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμων του 2015 και
- Το εδάφιο
(4)του άρθρου 18 προνοεί ότι οποιαδήποτε αγωγή που κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί, δεν τερµατίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται µε οποιοδήποτε τρόπο δυσµενώς λόγω της µεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να συνεχίζεται από τον αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόµατα τον εκχωρητή στη διαδικασία κατά το χρόνο της µεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων. Προνοεί ακόμα ότι ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεµεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεµούσης διαδικασίας, πραγµατοποιείται µε την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο Πρωτοκολλητείο. Η πρώτη διευκόλυνση αφορούσε όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό που παραχωρήθηκε αρχικά με συμφωνία ημερ. 2.3.
- Κατά καιρούς το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού μεταβαλλόταν. Διαφοροποιήσεις καταγράφονται και σε σχέση με τις εμπράγματες εξασφαλίσεις για την αποπληρωμή του χρεωστικού του υπολοίπου. Η δεύτερη και η τρίτη διευκόλυνση αφορούσαν δάνεια ύψους €275.000 και €1.015.000 που παραχωρήθηκαν κατόπιν δύο συμφωνιών ημερ. 5.4.
- Στην Έκθεση Απαίτησης (παρ.7) αναφέρεται ότι εγγυητές του δανείου για το ποσό των €1.015.000 ήταν οι εναγόμενοι 2 μέχρι 8 που είναι λάθος, εφόσον εναγόμενοι 4 μέχρι 8 δεν υπάρχουν. Ενσωματωμένες στις συμφωνίες των δανείων συμφωνίες εγγύησης υπόγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, που είναι σύζυγοι. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας προς την Τράπεζα οι Εναγόμενοι 2 και 3 υποθήκευσαν προς όφελος της μεγάλο αριθμό ακινήτων με 12 υποθήκες που δήλωσαν κατά καιρούς στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Οι υποχρεώσεις της Εταιρείας εξασφαλίζονταν και με ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης που η ίδια συνέστησε προς όφελος της Τράπεζας, καθώς και με την εκχώρηση των δικαιωμάτων της επί πέντε πωλητηρίων εγγράφων που η Εταιρεία συνήψε με τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 3 εκχώρησε προς όφελος της Τράπεζας τα δικαιώματα της που απορρέουν από δύο ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής. Σύμφωνα με την αξίωση υπήρξαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των δανείων για τις οποίες οι Εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν με επιστολές της Τράπεζας ημερ. 31.10.2014 και 28.1.
- Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν οπόταν η Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 12.6.2015 τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες. Αξιώνονται εναντίον όλων των Εναγομένων τα ποσά των €22.152,86, €224.968,33 και €1.382.224,55 πλέον τους σχετικούς τόκους και θεραπείες σε σχέση με τις εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν. Το άλλο ποσό που αναφέρεται στην αγωγή, αυτό των €79.276, είναι το συνολικό ποσό που σύμφωνα με την αξίωση η Εναγόμενη 1 εισέπραξε από τρίτα πρόσωπα δυνάμει των αγοραπωλητηρίων εγγράφων τα δικαιώματα των οποίων είχε εκχωρήσει στην Τράπεζα. Αυτό θα έπρεπε να διεκδικείται μόνο εναντίον της Εταιρείας. Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε την 15.12.
- Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε την 28.12.
- Άλλο δικόγραφο δεν καταχωρίστηκε. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι αρνούνται όλες ανεξαιρέτως τις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Ήγειραν και πέντε ενστάσεις τις οποίες χαρακτηρίζουν ως προδικαστικές, ωστόσο καμιά δεν προώθησαν προς εκδίκαση πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Με την Ανταπαίτηση τους ζητούν διάταγμα διαγραφής των υπερχρεώσεων που ισχυρίζονται ότι έγιναν στους λογαριασμούς και διάταγμα αναδιοργάνωσης ενός εκ των δανείων, χωρίς να καθορίζουν ποιό. Ο ΧΧΧΧ Τσαγγάρης (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι υπάλληλος της Τράπεζας και εργάζεται στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών. Στο τμήμα του μεταφέρθηκε η υπόθεση μετά τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών και ανατέθηκε στον ίδιο η παρακολούθηση τους. Ο Τσαγγάρης παρουσίασε τα σχετικά έγγραφα. Το Τεκμ.11 είναι η συμφωνία ημερ. 2.3.2007 με την οποία η Τράπεζα χορήγησε στην Εταιρεία όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, ύψους €5.000 όπως φαίνεται στη σχετική απόφαση-έγκριση ημερ. 22.2.2007 (Τεκμ.10). Με απόφαση-έγκριση ημερ. 28.5.2008 (Τεκμ. 12) το όριο αυξήθηκε σε €10.
- Κατά καιρούς το όριο επαναεγκρινόταν (βλ. Τεκμ.18 και 20). Όποτε αυτό γινόταν οι Εναγόμενοι συμφωνούσαν και υπόγραφαν νέους καταλόγους προμηθειών και χρεώσεων (Τεκμ.19 και 21). Στην απόφαση-έγκριση για την αρχική συμφωνία (Τεκμ.10) αναφερόταν ότι θα παραχωρούνταν προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 επί εγγυητήριου εγγράφου 001-02-0006, ωστόσο, τέτοιο έγγραφο δεν έχει παρουσιαστεί. Το Τεκμ.24 είναι η συμφωνία ημερ. 4.3.2013 με την οποία η Τράπεζα χορήγησε στην Εταιρεία δάνειο τακτής προθεσμίας εκ €275.
- Το Τεκμ.25 είναι η συμφωνία ιδίας ημερομηνίας με την οποία η Τράπεζα χορήγησε στην Εταιρεία δάνειο τακτής προθεσμίας εκ €1.015.
- Τα έγγραφα των συμφωνιών των δανείων εμπεριέχουν και συμφωνίες εγγύησης τις οποίες υπόγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και
- Κανένας από τους καταλόγους προμηθειών και χρεώσεων που παρουσιάστηκαν δεν φέρει ημερομηνία σχετική με τις συμφωνίες των δανείων, ούτε δόθηκε μαρτυρία ότι υπογράφηκαν τέτοιοι κατά την σύναψη των δανείων. Οι υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζα εξασφαλίστηκαν και με 12 υποθήκες (Τεκμ.26-28 και 51-59) μεγάλου αριθμού ακινήτων. Περαιτέρω, οι υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζα εξασφαλίστηκαν με πέντε συμφωνίες εκχώρησης (Τεκμ.60-64) με τις οποίες η Εταιρεία εκχώρησε στην Τράπεζα τα δικαιώματα της σε σχέση με τις πωλήσεις τεσσάρων διαμερισμάτων και την αγορά ενός άλλου. Το Τεκμ.68 είναι τρεις επιστολές της Τράπεζας ημερ. 31.10.2004 προς την Εταιρεία και τους Εναγόμενους 2 και 3 στις οποίες γίνεται αναφορά στις καθυστερήσεις και υπερβάσεις στους επίδικους λογαριασμούς. Ιδίου περιεχομένου είναι άλλες τρεις επιστολές ημερ. 28.1.2015 προς τους Εναγόμενους (Τεκμ.69) με τις οποίες η Τράπεζα προειδοποιεί για τερματισμό των λογαριασμών. Ακολούθησαν επιστολές τερματισμού ημερ. 12.6.2015 προς την πρωτοφειλέτρια Εταιρεία και σχετικής πληροφόρησης προς τους Εναγόμενους 2 και 3 (Τεκμ.70 και 72) όπου αναφέρεται ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών θα επιβαρύνονταν με τόκο υπερημερίας 2%. Η Τράπεζα παρουσίασε καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών, τρεχούμενου με όριο και δανείων (Τεκμ.65-67) συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 των περί Αποδείξεως Νόμων. Αναφέρεται στα πιστοποιητικά ότι οι καταστάσεις παράχθηκαν και αποτελούν μέρος του αρχείου, σε ηλεκτρονική μορφή, που διατηρεί η Τράπεζα. Ως αρχείο επιχείρησης συνιστούν, δυνάμει του άρθρου 35
(2)αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Επιδιώχθηκε ακόμα με τη μαρτυρία του Τσαγγάρη η επίκληση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 22
(1)του περί Απόδειξης Νόμου το οποίο προνοεί ότι: «Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.» Για να εγείρεται το τεκμήριο του Νόμου πρέπει να τηρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων που ακολουθούν και προνοούν ότι: «
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό.» Στις παρ. 13 και 14 της γραπτής δήλωσης Τσαγγάρη εμπεριέχεται σχετική μαρτυρία που αποδεικνύει ότι σχετικά με τις παρουσιασθείσες καταστάσεις τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 22
(2)και
(3)ώστε αυτές να συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρημέvα σε αυτές. Μαρτύρησε ο Τσαγγάρης ότι μετά από έλεγχο που διεξήγαγε δεν εντόπισε να υπάρχει οποιοδήποτε παράπονο των Εναγομένων, υποδεικνύοντας ότι στις αναλυτικές καταστάσεις των λογαριασμών που αποστέλλονταν στην Εταιρεία υπήρχε στο κάτω μέρος η εξής αναφορά «παρακαλούμε να ελέγξετε την κατάσταση και σε περίπτωση που διαπιστώσετε ότι οποιαδήποτε συναλλαγή εκτελέστηκε λανθασμένα ή χωρίς την εξουσιοδότηση σας, να επικοινωνήσετε μαζί μας αμέσως, χωρίς καθυστέρηση.» Ήταν μόνο μετά τους τερματισμούς που εξέφρασαν παράπονα και καταχώρησαν την αγωγή XXXX/2015 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της Τράπεζας, σχεδόν δύο μήνες μετά. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) ανάφερε πως δεν έχει διαπιστώσει να λείπει κάποιο ποσό από τις καταστάσεις, δηλαδή να έχει καταβληθεί κάποιο ποσό και να μην έχει λογιστεί έναντι των υπολοίπων. Τα Τεκμ.75-77 είναι αναδομημένες καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών. Σε αυτές δεν παρουσιάζονται οι χρεώσεις που κανονικά χρεώθηκαν και εμφαίνονται στις κανονικές καταστάσεις των λογαριασμών. Σε αυτή που αφορά το δάνειο των €1.015.000 αναφέρεται και η κατάθεση ποσού €763.000 την 1.6.
- Η κατάθεση του ποσού των €763.000 την 1.6.2018 ήταν το προϊόν πώλησης ενυπόθηκων προς όφελος της Τράπεζας ακινήτων. Η Εταιρεία με επιστολή ημερ. 1.2.2018 (Τεκμ.78) των PHC Tsangarides LLC που διά του δικηγόρου κ. Φ. Τσαγγαρίδη ενεργούσαν ως δικηγόροι της υπόβαλε πρόταση διευθέτησης των οφειλών της προς την Τράπεζα. Η πρόταση ήταν σύνθετη. Μέρος της αφορούσε στην πώληση δύο οικοπέδων και ενός διαμερίσματος για το συνολικό ποσό των €980.000 από το οποίο η Τράπεζα θα ελάμβανε €763.
- Η Τράπεζα απάλλαξε τις τρεις περιουσίες από τις υποθήκες, αυτές πωλήθηκαν και το ποσό των €763.000 που εισέπραξε η Τράπεζα λογίστηκε έναντι των υποχρεώσεων της Εταιρείας ως ανωτέρω. Η θέση της Εταιρείας είναι ότι ξεγελάστηκε. Η πτυχή αυτή της πρότασης δεν ήταν συμφέρουσα για την Εταιρεία. Αποδεκτή για την Εταιρεία θα ήταν η αποδοχή από την Τράπεζα της συνολικής πρότασης. Στο μέρος της που η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή απορρίφθηκε από την Τράπεζα με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 14.8.2018 (Τεκμ.79) της Τράπεζας προς το δικηγόρο κ. Φ. Τσαγγαρίδη. Το επιμέρους ζήτημα της πώλησης αφορά σε χρόνους μετά την καταχώρηση της αγωγής και τη συμπλήρωση της δικογραφίας. Δεν επιχειρήθηκε να εισαχθεί με περαιτέρω έκθεση υπεράσπισης. Η δοθείσα μαρτυρία ακούστηκε ως σχετική με το ζήτημα της πληρωμής έναντι των ποσών που αξιώνονται. Η ΧΧΧΧ Παύλου (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.80) είναι υπάλληλος της Τράπεζας και εργάζεται και αυτή στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών. Είχε εμπλοκή στο επιμέρους ζήτημα και είναι η συντάκτρια του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 14.8.
- Μαρτύρησε ότι μετά την πρόταση της Εταιρείας πραγματοποιήθηκε συνάντηση κατά την οποία η Τράπεζα ξεκαθάρισε τη θέση της ότι η πρόταση, όπως είχε υποβληθεί, δεν ήταν αποδεκτή. Ο δικηγόρος της Εταιρείας ζήτησε να προχωρήσουν με την απαλλαγή των συγκεκριμένων τριών ακινήτων για να πωληθούν, όπως και έγινε. Ο Εναγόμενος 2 παραπονέθηκε ότι η αξία των τριών ακινήτων που πωλήθηκαν ήταν πολύ μεγαλύτερη από την τιμή των €980.
- Η Εναγόμενη 3, ανάφερε, ήγειρε το ζήτημα στον κ. Φ. Τσαγγαρίδη, το επιχείρημα του οποίου ήταν ότι, εφόσον με τη συνολική πρόταση η Τράπεζα απάλλασσε ένα γραφείο και ένα διαμέρισμα από τις υποθήκες και θεωρούσε τις υποχρεώσεις της Εταιρείας εξοφλημένες, η τιμή πώλησης δεν είχε ουσιαστική σημασία για τους Εναγόμενους. Η Εναγόμενη 3 (Μ.Υ.2) ανάφερε ότι ο κ. Φ. Τσαγγαρίδης ήταν ο δικηγόρος τους για την περίπτωση της διαμεσολάβησης για την πώληση των ακινήτων. Ήταν γνωστός των Εναγομένων ως δικηγόρος και είναι ο ίδιος, με δική του πρωτοβουλία, που ήρθε σε επαφή μαζί τους προβάλλοντας τον εαυτό του ως δικηγόρο που έχει διευθετήσει πολλές υποθέσεις με την Τράπεζα. Της είχε υποσχεθεί ότι οι οφειλές τους προς την Τράπεζα θα διευθετούνταν πλήρως. Προέκυψε από τη μαρτυρία του Εναγομένου 2 ότι αυτός καταλογίζει ευθύνη για το ζήτημα στον κ. Φ. Τσαγγαρίδη. Ότι ενήργησε για να εξυπηρετήσει την Εταιρεία Pafilia που αγόρασε τα δύο από τα ακίνητα, ενώ το τρίτο, ένα διαμέρισμα, κατέληξε στην κυριότητα του ιδίου του δικηγόρου. Για τη μεταβίβαση είχε ο Εναγόμενος 2 υπογράψει πληρεξούσιο πληρεξουσιοδοτώντας τον κ. Φ. Τσαγγαρίδη να εκτελέσει τις πράξεις πώλησης και τις μεταβιβάσεις. Προέκυψε ακόμα από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 ότι κατανοούσε ότι η Τράπεζα δεν είχε αποδεχτεί τη συνολική πρόταση, διαφορετικά δεν εξηγείται η αναφορά του στα λόγια του δικηγόρου «να δείξουμε καλή θέληση πρώτα εμείς». Άλλωστε τόσο ο ίδιος ως εγγυητής και διευθυντής και μέτοχος της Εταιρείας, όσο και η Εναγόμενη 3 ως εγγυήτρια, είχαν πριν την πώληση των ακινήτων προσυπογράψει σχετικές δηλώσεις (Τεκμ.88 και 89 αντίστοιχα) όπου ρητά αναφερόταν ότι το ποσό των €763.000 που θα εισέπραττε η Τράπεζα θα λογιζόταν έναντι των υποχρεώσεων της Εταιρείας και χωρίς να γίνεται αναφορά σε συνολική διευθέτηση. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Παύλου ότι ο δικηγόρος της Εταιρείας ζήτησε να προχωρήσουν με την απαλλαγή των συγκεκριμένων τριών ακινήτων ώστε να πωληθούν. Η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη και κρίνεται ως αξιόπιστη. Τα παράπονα των Εναγόντων, που καθ' όλη την διαδικασία εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, εναντίον της Τράπεζας δεν δικαιολογούνται. Ο Εναγόμενος 2 μαρτύρησε ότι δεν γνώριζε απολύτως τίποτε για τα δύο επίδικα δάνεια. Ενώ η Εταιρεία είχε συνεργασία με την Τράπεζα, ειδοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2012 από τον XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.3) υπάλληλο της Τράπεζας, να μην χρησιμοποιούν το λογαριασμό τους γιατί η Τράπεζα ζητούσε να κάμει επανεκτιμήσεις των περιουσιών τους. Έγιναν οι επανεκτιμήσεις και στη συνέχεια η Τράπεζα ζήτησε να της επιτραπεί να προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο. Ανευρέθηκαν τέσσερα ακίνητα των Εναγομένων και η Τράπεζα απαίτησε να δεσμευτούν και αυτά προς εξασφάλιση του λαβείν της. Ήταν η θέση της Τράπεζας ότι ήταν ακάλυπτη και εκτεθειμένη για €220.
- Οι διαδικασίες κράτησαν χρόνο. Η Εταιρεία ήταν απροετοίμαστη και δεν είχε μετρητά. Οι εργασίες της σταμάτησαν. Οι Εναγόμενοι είχαν ένσταση στο να υποθηκεύσουν περαιτέρω ακίνητα, αλλά ενέδωσαν συνεπεία των πιέσεων της Τράπεζας ότι αν δεν αποδέχονταν θα σταματούσαν τους λογαριασμούς και η Εταιρεία θα έμπαινε στα «recoveries». Όταν μετά από οκτώ μήνες κλήθηκαν στην Τράπεζα για να υπογράψουν για να μπορέσει η Εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της, οι Εναγόμενοι ήταν της εντύπωσης ότι υπόγραφαν για την παραχώρηση των περαιτέρω εξασφαλίσεων. Δεν αντιλήφθηκαν ότι είχαν υπογράψει νέα δάνεια και κανένα ποσό δεν έλαβαν. Το μόνο που τους διάβασαν ήταν ότι υποθηκεύονταν τα τέσσερα επιπλέον ακίνητα. Τίποτα δεν ειπώθηκε για δάνειο. Το δε Τεκμ.83, που είναι πρακτικά συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας για τα σχετικά αιτήματα για τα δάνεια, είχαν ετοιμαστεί από την ίδια την Τράπεζα και υπογράφτηκαν καθ΄ υπόδειξη της. Η Εναγόμενη 3 υποστήριξε τις ίδιες θέσεις όπως και ο Εναγόμενος 2 σε σχέση με τα επίδικα δάνεια. Ο προαναφερθείς ΧΧΧΧ Χρίστου (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.81) υπάλληλος της Τράπεζας, εργαζόταν στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων της Τράπεζας στην οδό Πάφου στη Λεμεσό και ήταν ο υπεύθυνος για την παρακολούθηση των λογαριασμών της Εταιρείας από τον Ιούνιο του 2012 μέχρι και τον τερματισμό της λειτουργίας τους. Ο Χρίστου ήταν ο αρμόδιος λειτουργός που το Μάρτιο του 2013 εξέτασε το αίτημα της Εταιρείας για επανέγκριση του ορίου που είχε στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό και για τη χορήγηση των δύο επίδικων δανείων. Η υπογραφή του παρουσιάζεται στη σχετική απόφαση-έγκριση της Τράπεζας ημερ. 25.2.2013 (Τεκμ.82). Είχε προηγηθεί η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας για την υποβολή των σχετικών αιτημάτων (Τεκμ.83). Οι Εναγόμενοι 2 και 3 που εκπροσωπούσαν την Εταιρεία επιθυμούσαν τις διευκολύνσεις και σημειώνεται ότι η Τράπεζα είχε αποδεχτεί την ακύρωση ενός πωλητηρίου εγγράφου και την ακύρωση και απόσυρση από το Κτηματολόγιο ενός άλλου, προς όφελος των Εναγομένων, όπως οι τελευταίοι είχαν ζητήσει. Τα ποσά των επίδικων δανείων χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων της Εταιρείας προς την Τράπεζα. Η ΧΧΧΧ Ζαντή (Μ.Ε.4) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.85) ήταν μάρτυρας της υπογραφής των Εναγομένων στις επίδικες συμφωνίες δανείων. Το περιεχόμενο τους είχε εξηγηθεί στους Εναγόμενους 2 και 3 που ήταν και μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας. Η Εναγόμενη 3 ήταν και γραμματέας της Εταιρείας και ήταν αυτή που είχε εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει για την Εταιρεία κάθε αναγκαίο έγγραφο. Η θέση του Εναγομένου 2 ήταν ότι την ύπαρξη των επίδικων δανείων αντιλήφθηκε με την παρούσα αγωγή. Επικαλέστηκε ότι στην αγωγή που η Εταιρεία καταχώρησε δεν γίνεται αναφορά στα δάνεια γιατί δεν γνώριζαν ότι υπήρχαν. Η θέση του απορρίπτεται. Η αγωγή είχε καταχωριστεί την 24.8.2015 (βλ. Τεκμ. 86 και 87) και σε εκείνη γινόταν σαφής αναφορά στα επίδικα δάνεια ως τέτοια. Συνεπώς, η ύπαρξη των επίδικων δανείων ήταν στη γνώση τόσο της Εταιρείας όσο και των Εναγομένων 2 και 3 αξιωματούχων της. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Χρίστου και της Ζαντή που ενισχύεται από την ύπαρξη των εγγράφων που αφορούν την χορήγηση των δύο δανείων. Είναι συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι όλοι οι Εναγόμενοι αντιλήφθηκαν ότι αυτά που υπόγραψαν την 5.4.2013 ήταν οι επίδικες συμφωνίες δανείων. Με την Έκθεση Υπεράσπισης δεν εγείρεται ζήτημα ότι οι Εναγόμενοι δεν αντιλήφθηκαν ότι είχαν κατά την 5.4.2013 υπογράψει συμφωνίες δανείων. Αντίθετα, με τη συνομολόγηση τους δεδομένη, προέβαλαν ότι οι όροι τους ήταν παράνομοι, παράτυποι και άκυροι και υπογράφηκαν κατόπιν πίεσης. Επομένως, η βασική θέση που προέβαλαν κατά την δίκη ήταν και εκτός της δικογραφίας τους και των επιδίκων θεμάτων. Ως εκ τούτου, οι παραπομπές στην αγόρευση των δικηγόρων της Τράπεζας στις αρχές που διέπουν την επίκληση και εφαρμογή της αρχής του «non est factum» ήταν, σε κάθε περίπτωση, αχρείαστες. Η ΧΧΧΧ Γιαννούρη (Μ.Υ.3) έχει πτυχίο λογιστικής και εργάζεται τα τελευταία χρόνια στο γραφείο των SCP Consulting Management και ασχολείται με υπολογισμούς αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών πελατών. Εξέτασε τις αναδομημένες καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών δανείων που παρουσίασε η Τράπεζα (Τεκμ.76 και 77) και συμφώνησε ότι σε αυτές δεν υπάρχει καμιά υπερχρέωση. Της παρουσιάστηκαν από τους Εναγόμενους τρία δάνεια, προγενέστερα των επιδίκων και της εξηγήθηκε ότι είναι αυτά τα τρία δάνεια που εξοφλήθηκαν την 5.4.2013 με τα δύο επίδικα. Στα δύο από τα τρία παλιά δάνεια διαπίστωσε υπερχρεώσεις. Επρόκειτο για δάνεια που είχαν χορηγηθεί την 5.6.
- Τα χρεωστικά τους υπόλοιπα κατά την 5.4.2013 ήταν κατά την Τράπεζα €1.129.865,87 ενώ κατά τους δικούς της υπολογισμούς θα έπρεπε να ήταν €839.785,82 (βλ. Τεκμ.91 και 92). Συνεπώς κατά την χορήγηση των επιδίκων δανείων η Τράπεζα έλαβε υπόψη ότι η Εταιρεία χρωστούσε €290.080,05 περισσότερα (βλ. Τεκμ.90). Ως αποτέλεσμα τα επίδικα δάνεια ήταν για μεγαλύτερο συνολικό ποσό από όσο θα έπρεπε. Το επιπλέον ποσό τοκιζόμενο στα επίδικα δάνεια απολήγει σε περαιτέρω κόστος για την Εταιρεία μέχρι 31.12.2006 ύψους €422.207,50 (βλ. Τεκμ.93-95). Ούτε τέτοιο ζήτημα εγείρεται με την Έκθεση Υπεράσπισης, ότι δηλαδή τα αρχικά ποσά των δανείων ήταν αδικαιολόγητα και ούτε γίνεται αναφορά στα προηγούμενα δάνεια. Αυτό που ισχυρίζονταν οι Εναγόμενοι ήταν ότι η Τράπεζα δεν τήρησε τις πρόνοιες των συμφωνιών και αυθαίρετα αύξανε το επιτόκιο προβαίνοντας σε υπερχρεώσεις. Ό,τι άλλο εγειρόταν με την Έκθεση Υπεράσπισης ήταν ότι η Τράπεζα καταχρηστικά και εκβιαστικά απαίτησε από τους Εναγόμενους να παραχωρήσουν επιπρόσθετες εξασφαλίσεις για να επιτρέψουν στην Εταιρεία τη λειτουργία των λογαριασμών της. Επομένως, το ζήτημα για το οποίο κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία η Γιαννούρη δεν είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει. Ούτε και είχε η Τράπεζα την ευκαιρία να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία. Ήταν η περαιτέρω θέση του Εναγομένου 2 ότι δεν παρέλαβε οποιαδήποτε από τις επιστολές που παρουσιάστηκαν. Η Εναγόμενη 3 μαρτύρησε ότι και αυτή ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή της Τράπεζας, προειδοποιητική ή τερματισμού. Στην αγόρευση των δικηγόρων της Τράπεζας ζητείται από το δικαστήριο να προβεί σε εύρημα ότι όλοι οι Εναγόμενοι γνώριζαν το περιεχόμενο των επιστολών που τους απόστελλε η Τράπεζα, ωστόσο, δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να δικαιολογεί τέτοιο εύρημα. Η πλευρά της Τράπεζας δεν παρουσίασε καμιά μαρτυρία για την αποστολή των επιστολών, παρά το γεγονός ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι αρνούνταν τη λήψη τους. Στις Theodorou v. The Abbot Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, τις οποίες επικαλούνται υπήρχε μαρτυρία ότι οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν, οπόταν η μη επιστροφή τους από το ταχυδρομείο ενεργοποιούσε το τεκμήριο ότι παραδόθηκαν στον εναγόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση οι επιστολές κατατέθηκαν από τον Τσαγγάρη που ενεπλάκη στην υπόθεση μετά τον τερματισμό των διευκολύνσεων και ο οποίος δεν ανέφερε οτιδήποτε περί ταχυδρόμησης των επιστολών. Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, αποφασίστηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία ότι η Τράπεζα τερμάτισε και τις τρεις επίδικες συμφωνίες. To γεγονός του τερματισμού μαρτυρείται από τις επιστολές τερματισμού. Η απόφαση για τερματισμό λήφθηκε και οι λογαριασμοί τερματίστηκαν. Άλλο αν δεν έχει αποδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν προς τούτο. Αναφέρεται ακόμα στην Lombard πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Η συμφωνία για τον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμ.11) προνοούσε (όρος 5) ότι: «Μόλις τα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις ή οποιοδήποτε μέρος τούτων ήθελαν ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίστανται απαιτητά και θα εξοφλούνται και ο πελάτης οφείλει να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό. . Παράλειψη του πελάτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους ..» Προκύπτει ότι η υποχρέωση της Εταιρείας να πληρώσει την Τράπεζα το χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού γεννάτο μόλις η Τράπεζα το ζητούσε. Τότε μόνο το χρεωστικό υπόλοιπο καθίστατο απαιτητό και η Εταιρεία όφειλε να το εξοφλήσει. Για να θεωρηθεί ότι η Τράπεζα ζήτησε την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου από την Εταιρεία η βούληση της Τράπεζας θα έπρεπε να διαβιβαστεί προς την Εταιρεία. Δεν αποδεικνύεται από τη μαρτυρία ότι οι επιστολές που αφορούσαν τον τρεχούμενο λογαριασμό παραλήφθηκαν από τους Εναγομένους, ωστόσο, αυτό δεν είναι καταστρεπτικό για την επιμέρους αξίωση της Τράπεζας. Στη Μακεδόνας ν. Λαζάρου κ.ά.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1322, 1326, με παραπομπή στην Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30, αναφέρεται ότι η ίδια η αγωγή αποτελεί επαρκή απαίτηση και ότι το θέμα των εξόδων ρυθμίζεται στη συνέχεια ανάλογα με την περίπτωση. Οι συμφωνίες των δανείων (Τεκμ. 24 και 25) προνοούσαν (όρος 9) ότι το δάνειο θα εξοφλείτο και ο πελάτης θα όφειλε να πληρώσει την Τράπεζα μόλις το δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ήθελε απαιτηθεί από την Τράπεζα. Ωστόσο στον όρο 3 αναφερόταν ότι εκτός αν η Τράπεζα ζητούσε άμεση εξόφληση το δάνειο θα αποπληρωνόταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Το δάνειο των €275.000 την 5.8.2013 και το δάνειο των €1.015.000 την 6.8.2013. Δεν έχει επομένως σημασία ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι επιστολές τερματισμού των δανείων και η απαίτηση πληρωμής των χρεωστικών τους υπολοίπων παραλείφθηκαν από τους Εναγόμενους. Τα χρεωστικά υπόλοιπα των δανείων ήταν από τον Αύγουστο του 2013 οφειλόμενα και απαιτητά από τους Εναγόμενους και η Τράπεζα μπορούσε καθ' οιονδήποτε χρόνο έκτοτε να κινηθεί εναντίον των Εναγομένων δικαστικά για την είσπραξη τους. Στις συμφωνίες εγγύησης που υπόγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 αναφέρεται ότι: «Εγγυούμαι/μαστε αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον Πρωτοφειλέτη την πληρωμή του πιο πάνω ποσού πλέον τους αναλογούντες τόκους . Παραιτούμαιμαστε από οποιαδήποτε δικαιώματα ή προνόμια τα οποία έχω/ουμε ή δυνατόν να έχω/ουμε ως εγγυητής/ές .Περαιτέρω συμφωνώ/ούμε ότι θα έχω/ουμε πλήρη ευθύνη προς την Τράπεζα για το ποσό του προαναφερόμενου δανείου πλέον τόκους, τόκους υπερημερίας, χρεώσεις, έξοδα και άλλες δαπάνες σαν να ήμουν/ήμασταν ο Πρωτοφειλέτης.» Καθίσταται πρόδηλο ότι η υποχρέωση των Εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών να πληρώσουν και συνεπώς να εναχθούν δεν προϋπόθεται την ζήτηση από την Τράπεζα του ποσού από τους ίδιους. Δεν έχει συνεπώς σημασία ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι παρέλαβαν τις σχετικές επιστολές. Ως προς το ύψος της αξίωση της Τράπεζας, αυτή έχει ουσιαστικά περιοριστεί με την κατάθεση των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών και τη μαρτυρία του Τσαγγάρη (παρ. 18 της γραπτής του δήλωσης). Η αξίωση περιλαμβάνει το ποσό των €79.276 που είναι το άθροισμα τριών ποσών που η Εταιρεία εισέπραξε στη βάση τριών πωλητηρίων εγγράφων τα δικαιώματα από τα οποία είχε με συμφωνίες εκχώρησης ημερ. 5.6.2008 (Τεκμ. 60-62) εκχωρήσει στην Τράπεζα. Το ποσό αυτό δεν μπορεί να επιδικαστεί επιπλέον των χρεωστικών υπολοίπων των επίδικων λογαριασμών. Εάν η Εταιρεία δεν παρέβαινε τις συμφωνίες εκχώρησης και κατέβαλλε τα εισπραχθέντα ποσά στην Τράπεζα, το συνολικό της χρέος θα μειωνόταν ανάλογα. Οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν θα πρέπει να επιδικαστεί εναντίον τους οποιοδήποτε ποσό ως τόκος υπερημερίας. Σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις των δανείων (Τεκμ.76 και 77) κατά τον χρόνο τερματισμού των λογαριασμών το επιτόκιο ήταν 5,75% και αυξήθηκε σε 7,75%, δηλαδή προστέθηκε τόκος υπερημερίας 2%. Δεν έχει εξηγηθεί για ποιο λόγο, ενώ η Τράπεζα έχει περιορίσει το επιτόκιο σε σχέση με το δάνειο των €275.000 σε 5,75%, σε σχέση με το δάνειο των €1.015.000 επιμένει σε επιτόκιο 7,75%. Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό το επιτόκιο είναι 7,5% (Τεκμ.75) προκύπτει δε από τις αναλυτικές καταστάσεις ότι πριν τον τερματισμό ήταν 5,5% (Τεκμ.65, κατάσταση περιόδου 30.5.2016-12.6.2015). Οι χρεώσεις των τόκων όπως και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση σε λογαριασμούς πρέπει να είναι απότοκο των όρων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Η συμφωνία για τον τρεχούμενο λογαριασμό προνοούσε (όρος 2) συνολικό επιτόκιο 6,3% ετησίως (βασικό επιτόκιο 4,5% και προσαύξηση 1,8%). Αναφερόταν ακόμα ότι αν οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο δεν πληρωνόταν η Εταιρεία θα πλήρωνε τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο μέχρι την εξόφληση του. Με την τελευταία απόφαση που αφορά τον λογαριασμό αυτό ημερ.15.11.2010 (Τεκμ.20) το συνολικό επιτόκιο έγινε 6,75% ετησίως (βασικό επιτόκιο 5,25% και προσαύξηση 1,5%). Οι συμφωνίες των δανείων προνοούσαν (όρος 4(α)) συνολικό επιτόκιο 7,5% ετησίως (βασικό επιτόκιο 5,75% και προσαύξηση 1,75%). Στον όρο 5(δ) των Συμφωνιών Δανείου αναφέρεται ότι ο τόκος υπερημερίας θα επιβαρύνει τον πελάτη. Το Τεκμ.74 είναι δέσμη από αντίγραφα δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο που αφορούν γνωστοποιήσεις για τις μεταβολές του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας. Το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας μειώθηκε κατά καιρούς και γι' αυτό αμέσως πριν τους τερματισμούς το επιτόκιο στον τρεχούμενο λογαριασμό ήταν 5,5% και στα δάνεια 5,75%, δηλαδή πιο χαμηλά από τα αρχικά προβλεπόμενα στις συμφωνίες και η Εταιρεία είχε συνεπώς επωφεληθεί. Στους καταλόγους προμηθειών και χρεώσεων που οι Εναγόμενοι υπόγραψαν αναφέρεται ποσοστό τόκου υπερημερίας 6%. Όπως προειπώθηκε, δεν δόθηκε μαρτυρία ότι υπογράφηκαν τέτοιοι κατά την σύναψη των δανείων, όμως δεν έχει σημασία αφού ο τόκος υπερημερίας που επιβλήθηκε και αξιώνεται στους δύο από τους τρεις λογαριασμούς περιορίστηκε στο 2%. Οι πρόνοιες των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 (άρθρο 3) δεν επηρεάζουν το ζήτημα, εφόσον ο τόκος υπερημερίας που επιβλήθηκε δεν είναι πέραν του 2%. Επομένως, ήταν συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει με επιτόκιο υπερημερίας το χρεωστικό υπόλοιπο των δανείων όταν αυτά κατέστηκαν πληρωτέα κατά τον τερματισμό. Στην Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491, 1499, επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα νομιμοποιείτο να χρεώνει τόκο υπερημερίας σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό και το δάνειο των €1.015.000 από την ημερομηνία τερματισμού τους, όπως αξιώνει. Με την Ανταπαίτηση εγείρονταν δύο ζητήματα. Ανταπαιτείτο διάταγμα διαγραφής των υπερχρεώσεων καθώς και διάταγμα αναδιοργάνωσης ενός δανείου στη βάση των επιτοκίων της Κεντρικής Τράπεζας. Δικογραφούσαν οι Εναγόμενοι ότι οι υπερχρεώσεις τόκων και αυθαίρετες επιβαρύνσεις στους επίδικους λογαριασμούς ήταν περίπου €660.000. Ανταπαιτείτο ακόμα η απόρριψη ολόκληρης της αγωγής γιατί η Τράπεζα είχε παραλείψει να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 όσο και με άλλους κανονισμούς. Στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων δεν γίνεται επίκληση του πιο πάνω Νόμου, προφανώς αναγνωρίζοντας ότι αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής εφόσον κατά το χρόνο σύναψης των συμφωνιών εγγύησης οι Εναγόμενοι 2 και 3 τελούσαν υπό την ιδιότητα του διοικητικού συµβούλου της Εταιρείας (επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)). Περαιτέρω, η θέση του ότι η μη παροχή νομικής συμβουλής προς τους Εναγόμενους 2 και 3 πριν υπογράψουν τις συμβάσεις εγγύησης οδηγεί στην απαλλαγή τους, κατ' επίκληση της Alpha Bank Limited ν. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101, 1106, παραγνωρίζει την ουσιώδη διάκριση ότι η Alpha Bank όσο και η Royal Bank of Scotland v. Etridge (No. 2) [2001] 4 All E.R. 440, που επίσης επικαλέστηκε, αναφέρονται σε μη εμπορικές υποθέσεις, ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας που ήταν οικογενειακή εταιρεία συμφερόντων τους (βλ. Τεκμ.2 και 5-9). Η Ανταξίωση δεν μπορεί συνεπώς να επιτύχει. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €22.130 με τόκο προς 7,5% ετησίως επί του ποσού των €21.491,95 από 1.7.2018 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 31.12 και 30.6 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €208.504,71 με τόκο προς 5,75% ετησίως επί του ιδίου αυτού ποσού από 1.1.2017 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €716.815,89 με τόκο προς 7,75% ετησίως επί του ιδίου αυτού ποσού από 1.7.2018 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 31.12 και 30.6 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που αναφέρονται στην παρ. 10 της Έκθεσης Απαίτησης προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα στην Απαίτηση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1-3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και εφόσον, ως εκ της φύσης της Ανταπαίτησης, δεν επιβαρύνθηκε η διαδικασία με περαιτέρω δικασίμους, δεν εκδίδεται περαιτέρω διαταγή για έξοδα στην Ανταπαίτηση. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Final Αναφορά: Τραπεζικό Δάνειο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο