← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ Γ. ΣΥΚΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 113/2018, 13/11/2019

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ Γ. ΣΥΚΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 113/2018, 13/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A528 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 113/2018 ΜΕΤΑΞΥ: ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ Γ. ΣΥΚΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία:13 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/αιτήτρια: Η κα Ε. Κονναρή για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΝΝΑΡΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση: Η κα Στ. Ματθαίου για Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για συνοπτική απόφαση) Με την αγωγή της η οποία καταχωρίστηκε στις 16.01.2018 η ενάγουσα διεκδικεί από το εναγόμενο Ίδρυμα (Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου) (στη συνέχεια «το Ίδρυμα), οφειλόμενα ενοίκια δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου με ημερομηνία 29.01.2009 («η Συμφωνία με ημερομηνία 29.01.2009») όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Τροποποιητική Συμφωνία με ημερομηνία 11.04.2012 μεταξύ της ενάγουσας και του Ιδρύματος («η Τροποποιητική Συμφωνία με ημερομηνία 11.04.2012»). Η Τροποποιητική Συμφωνία αφορά την επέκταση του χρόνου ενοικίασης του επίδικου υποστατικού από 10 σε 14 χρόνια και τη μείωση των αρχικώς συμφωνηθέντων ποσών ενοικίου (τα ποσά των ενοικίων που συμφωνήθηκαν αρχικά αναφέρονται στον όρο 5.1 της Συμφωνίας και τα μειωμένα ποσά ενοικίων αναφέρονται στον όρο 1.2 της Τροποποιητικής Συμφωνίας). Με την παρούσα αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει οφειλόμενα ενοίκια στη βάση των μειωμένων ποσών ενοικίων όπως έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με την Τροποποιητική Συμφωνία. Η αγωγή επιδόθηκε στις 19.01.2018 και καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης στις 30.01.

  1. Μέχρι σήμερα δεν καταχωρήθηκε Υπεράσπιση. Η ενάγουσα/αιτήτρια με την παρούσα αιτείται συνοπτική απόφαση εναντίον του Ιδρύματος ως ακολούθως: Α. Ποσό εκ €218,514,00 το οποίο οφείλεται από το Ίδρυμα προς την ενάγουσα ως καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια για ακίνητο στην Λεμεσό (του οποίου παρατίθενται στην αίτηση τα πλήρη στοιχεία) στο οποίο υπάρχουν κτίρια (στο εξής θα αναφέρεται ως «το Ακίνητο»), για 12 μήνες, δηλαδή τα ενοίκια των μηνών από τον Δεκέμβριο του 2017 (μέρος) ήτοι €8.304,00 και για ποσό €19.110,00 μηνιαίως μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του
  2. Β. Οποιοδήποτε ποσό οφείλεται από το Ίδρυμα προς την ενάγουσα ως καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια για το Ακίνητο κατά την ημέρα εκδόσεως απόφασης στην παρούσα αγωγή και/ή την ημερομηνία παράδοσης του Ακινήτου στην ενάγουσα συμφώνως των προνοιών της Συμφωνίας Ενοικίασης. Γ. Ποσό €669,97σ. το οποίο οφείλεται από το Ίδρυμα προς την ενάγουσα δυνάμει συμφωνίας και/ή ως το ποσό που κατέβαλε η ενάγουσα, εκ μέρους και/ή δια λογαριασμό του Ιδρύματος και κατόπιν παράκλησης των τελευταίων, προς την εταιρεία Th. Schinis Ent. Ltd αναφορικά με ηλεκτρολογικές εργασίες στο Ακίνητο, ως λεπτομερώς αναφέρεται στην παράγραφο 33 της Έκθεσης Απαίτησης. Δ. Νόμιμο τόκο. Ε. Έξοδα. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ.1, 2, 4, 5, 6 και 9, Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 8 και 9, στη Νομολογία και στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτουν με ένορκες δηλώσεις τους ο κ. ΧΧΧ Παρτασίδης (η Ε/Δ Παρτασίδη) και κας ΧΧΧ Συκοπετρίτου και κας ΧΧΧ Γαλαταριώτου (η Ε/Δ Συκοπετρίτου και Γαλαταριώτου). Εξηγούν την ιδιότητα και την εξουσιοδότηση που έχουν για να προβούν σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης καθώς είναι γνώστες των γεγονότων της υπόθεσης στα οποία κάνουν εκτενή και λεπτομερή αναφορά. Το Ίδρυμα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στις 25.02.2019 η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. ΧΧΧ Χόππας (Η Ε/Δ Χόππα). Παρόμοια και αυτός στη δική του Ε/Δ δηλώνει την ιδιότητα υπό την οποία ορκίζεται προς υποστήριξη της ένστασης κάνοντας αναφορά και αυτός στα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία δηλώνει ότι τα γνωρίζει προσωπικά. Με άδεια του Δικαστηρίου στη συνέχεια καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και από τις δύο πλευρές. Εκ μέρους της αιτήτριας από τον κ. Παρτασίδη «η Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 30.09.2019»). Το Ίδρυμα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Χόππα στις 15.10.2019 («η Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 15.10.2019»). Θα αποφύγω σε αυτό το σημείο της απόφασης μου να καταγράψω τα γεγονότα όπως η κάθε πλευρά τα εκθέτει στις αρχικές και εν συνεχεία στις μεταγενέστερες ενόρκους δηλώσεις των για σκοπούς οικονομίας. Όποια από αυτά έχουν σημασία για την κρίση μου για την υπόθεση θα τύχουν σχολιασμού στη συνέχεια στο μέρος της απόφασης όπου θα γίνει προσπάθεια υπαγωγής τους στη νομική πτυχή της. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι: «
  3. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι καθ' ύλη αναρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης.
  4. Η ενέργεια των καθ' ων η Αίτηση για την καταβολή του ενοικίου, το οποίο καταβάλλουν στην αιτήτρια και το οποίο κατά την αιτήτρια αποτελεί μειωμένο ενοίκιο, στηρίζεται σε απόφαση του Συμβουλίου τους και η οποία απόφαση αποτελεί έγκυρη εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία και ουδέποτε προσβλήθηκε ενώπιον των Αρμόδιων Δικαστηρίων και/ή του Διοικητικού Δικαστηρίου.
  5. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η κείμενη νομοθεσία και νομολογία για την ικανοποίηση του αιτήματος της αιτήτριας, ήτοι την έκδοση συνοπτικής απόφασης προς όφελος του.
  6. Οι καθ'ων η αίτηση έχουν καλή και ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή.
  7. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν ανταπαίτηση εναντίον της αιτήτριας στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή ανταπαίτηση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά και/ή νομικά γεγονότα με αυτά της απαίτησης της αιτήτριας.
  8. Η Συμφωνία ημερομηνίας 29/01/2010 καθώς και η τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 11/04/2012 και/ή κάποιες εκ των προνοιών αυτών των συμφωνιών, οι οποίες και αποτελούν τη βάση της αγωγής και/ή απαίτησης της αιτήτριας, είναι προϊόν απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων της αιτήτριας και/ή συμπαιγνίας μεταξύ της αιτήτριας και τρίτων προσώπων.
  9. Η μη εμπρόθεσμη καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εκ μέρους των καθ'ων η Αίτηση οφείλεται στο γεγονός ότι η ενοικίαση που αναφέρεται στην αγωγή περιλαμβάνεται στον κατάλογο των κτηρίων που έχουν τεθεί υπό διερεύνηση από το Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και μετά από οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα και από την Αστυνομία (αρχικά από το ΤΑΕ Λεμεσού και τώρα από το ΤΑΕ Αρχηγείου), στην κατοχή των οποίων ευρίσκονται οι σχετικοί φάκελοι της υπόθεσης.
  10. Οι καθ'ων η αίτηση με τη παρούσα ένσταση τους αποκαλύπτουν γεγονότα που θεωρούνται και/ή μπορούν να θεωρηθούν ικανά να τους επιτρέψουν να υπερασπιστούν την υπόθεση.
  11. Η αγωγή και/ή η αξίωση της ενάγουσας υπό το φως της παρούσας ένστασης, δεν αποτελεί καθαρή περίπτωση έτσι ώστε να αποστερεί από τους καθ'ων η αίτηση το δικαίωμα να προβάλλουν την υπεράσπιση και/ή την ανταπαίτηση τους.
  12. Η μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή τα επισυνημμένα τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Παρτασίδη και/ή η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στηρίζεται σε ανεπαρκή και/ή απαράδεκτη και/ή μη ικανοποιητική μαρτυρία.
  13. Η αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε για να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης και/ή η ένορκη δήλωση γίνεται από αναρμόδιο άτομο και/ή που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης.
  14. Οι συμφωνίες στη βάση των οποίων στηρίζονται οι απαιτήσεις των εναγόντων, έχουν υπογραφεί από αναρμόδια όργανα και/ή πρόσωπα και/ή πάσχουν νομικά.
  15. Η καταχώρηση της από ένσταση αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και επιδιώκει μέσα από μια πολιτική αγωγή την ακύρωση και/ή ανατροπή μιας διοικητικής πράξης.
  16. Οι θεραπείες που αξιώνονται με την παρούσα αίτηση δεν αφορούν εκκαθαρισμένα ποσά και/ή αφορούν μελλοντικά και αβέβαια γεγονότα και/ή με την παρούσα αίτηση αντικανονικά και/ή κατά παράβαση της νομολογίας αξιώνεται ειδική εκτέλεση με βάση τον περί συμβάσεων νόμο.
  17. Η καταχώρηση της υπό ένσταση αίτησης είναι καταχρηστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού από τις 30/01/2018 όπου οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, οι ενάγοντες σε ουδένα δικονομικό μέτρο προέβηκαν για περίοδο πέραν των 10 μηνών και καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 14/11/
  18. Τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης θα αποστερήσει συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των καθ'ων η αίτηση». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θθ1 (α), (β), 3 (α), (β), 5, 6 και 9, στη Δ.48 Θ, 1, 4

(1),
(2),
(3), 5, 6, στον περί Χαρτοσήμων Νόμο ( 19/1963) άρθρα 4,5, 35
(1),
(2), 36, στο Σύνταγμα της Κυπριακή Δημοκρατίας άρθρο 30
(2)και
(3), στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, άρθρα 17, 18, 19, 73 και 76,στον περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 2003 (198 (Ι)/ 2003), άρθρα 2, 3, 6, 7, 11, στη διακριτική ευχέρεια, την Πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή, όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις οποίες έλαβα υπόψη. Επίσης έλαβα υπόψιν μου τις προφορικές επισημάνσεις ή/ και εισηγήσεις για επί μέρους θέματα στις οποίες προέβη η ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας κα Κονναρή. Όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Στους λόγους ένστασης (λόγοι ένστασης 1,2 και 13), προβάλλεται ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας διαφοράς. Δεν αμφισβητείται ότι το Ίδρυμα είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου το οποίο συστάθηκε δυνάμει Νόμου. Οι αποφάσεις του συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις εντός της έννοιας του άρθρου 146.1 του Συντάγματος όταν οι εν λόγω αποφάσεις ή πράξεις εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό. Το Ίδρυμα με τους πιο πάνω λόγους ένστασης και στις παραγράφους 8 και 9 της Ε/Δ Χόππα ημερομηνίας 25.02.2019 ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας αγωγής διότι η απόφαση και/ή πράξη του Ιδρύματος να μην καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο αποτελεί διοικητική πράξη η οποία έπρεπε να προσβληθεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου το οποίο σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, έχει δικαιοδοσία. Κρίνω ότι αυτή η θέση του Ιδρύματος στερείται νομικής αντίκρισης καθώς δεν βρίσκει κανένα νομικό ή άλλο έρεισμα για τον λόγο ότι η μονομερής απόφαση του να μην καταβάλλει το συμφωνηθέν ποσό ενοικίου συνιστά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης και αφετέρου αντίκειται στις ίδιες τις πράξεις του με την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας για τροποποίηση/μείωση του ποσού του ενοικίου. Η Νομολογία μας καθορίζει ότι στην περίπτωση όπου ο διακανονισμός των δικαιωμάτων μεταξύ ιδιώτη και νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή του κράτους διέπεται από μεταξύ τους σύμβαση, οποιαδήποτε απόφαση του δημοσίου οργάνου σε σχέση με την σύμβαση εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Σχετική είναι η υπόθεση Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας υπό της κας Δ. Μιχαηλίδου, Δ. (όπως ήταν τότε) Αρ. 1193/2012, ημερομηνίας 25.05.2015, Petropan Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με ημερ. 25.05.2015 στην οποία ηγέρθη προδικαστική ένσταση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφορούσε απόφαση των Καθ' ων η αίτηση (Υπουργείο Εργασίας) να μην καταβάλει συγκεκριμένη χορηγία προς τους Αιτητές με τους οποίους είχε υπογραφεί σχετική συμφωνία χρηματοδότησης, δεν ενέπιπτε στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, αλλά του ιδιωτικού. Το Δικαστήριο, αφού έκανε εκτενή αναφορά σε προγενέστερες υποθέσεις αποφάσισε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούσε διοικητική απόφαση ή πράξη και δεν υπόκειτο σε προσφυγή αναφέροντας σχετικά τα ακόλουθα πολύ σημαντικά και καθοριστικά, συμφωνώντας προς τούτο με την Αιτήτρια επί του θέματος της δικαιοδοσίας: «Αναζητείται κατά πάντα χρόνο ο πρωταρχικός σκοπός της πράξης της αρχής, εάν προωθεί δηλαδή δημόσιο ή ιδιωτικό σκοπό, για να τεθεί το ερώτημα σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσιζε ότι η απόφαση της αρχής υπόκειτο σε αναθεωρητικό έλεγχο, αναπόφευκτα θα καταλήγαμε στην εξέταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών όπως αναφύονται από τη συμβατική τους σχέση, εξέταση που εξίσου αναπόφευκτα θα κατέληγε σε απόφαση του Δικαστηρίου επί των εκ του ιδιωτικού δικαίου πηγαζόντων δικαιωμάτων τους, έργο σαφώς εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου (Freeshops Ltd v. Republic
(1987)3 C.L.R. 2081, 2085). Παράδειγμα, η διαδικασία κατακύρωσης των προσφορών που επανειλημμένα κρίθηκε, ότι ως πράξη κανονιστικού περιεχομένου, εμπίπτει εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, ενώ μέτρα που λαμβάνονται μετά την κατακύρωση, εμπίπτουν εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου και δεν υπόκεινται στην δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως άξονας, στον οποίο εντάσσεται το έργο είναι η διεύρυνση της αγοράς εργασίας και στοχεύει ειδικά στην κοινωνική συνοχή και αύξηση των οικονομικά ενεργών και απασχολούμενων ατόμων ευπαθών κοινωνικά ομάδων, με αντικείμενο τη διευκόλυνση της απασχόλησης τους και επωφελούμενων από τη δράση προώθησης της απασχόλησης. Η απόφαση για έγκριση ή απόρριψη του αιτούντος, ως προσώπου δικαιούμενου να ενταχθεί στο εν λόγω σχέδιο, που εξόφθαλμα δια της εφαρμογής του εξυπηρετείται δημόσιος σκοπός, υπόκειται σε αναθεώρηση δυνάμει του Άρθρου
  1. Το ζήτημα όμως παραμένει μέχρι ενός σημείου να κρίνεται ότι εμπίπτει εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, άρχεται δε από της υποβολής της εν λόγω αίτησης συμμετοχής για ένταξη του αιτητή στις πρόνοιες του εν λόγω σχεδίου και απολήγει μέχρι της υπογραφής της συμφωνίας δημόσιας χρηματοδότησης, ημερομηνίας 2.9.
  2. Η προσβαλλόμενη απόφαση άρνησης καταβολής των αξιούμενων ποσών, δεν σκοπεί πρωταρχικώς στην προώθηση δημόσιου σκοπού, ούτε επηρεάζει οποιοδήποτε μέρος του κοινού, αλλά τον διακανονισμό δικαιωμάτων μεταξύ της αιτήτριας εταιρείας και των καθ΄ ων η αίτηση στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης, σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Ο σκοπός δεν ήταν δημόσιος γιατί ούτε το κοινό, ούτε τμήμα του είχε συμφέρον στην ευόδωση του (Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω), Δρ. Γεωργίου ν. Α.H.K.
(1995)3 A.A.Δ. 424 και Republic v. ΜDM Estate Development Ltd (ανωτέρω)). Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο το νομοθετικό πλαίσιο δυνάμει του οποίου λήφθηκε η επίδικη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό που όντως εδώ εξυπηρετεί, αλλά κατά πόσο ο σκοπός ορίζεται ότι εξυπηρετείται εκ της συγκεκριμένης απόφασης (Hellenic Bank Ltd v. R.
(1986)3 C.L.R. 481). Επί του τελευταίου η απάντηση είναι αρνητική. Επομένως η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά πράξη ή απόφαση εντός της εννοίας του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος και δεν υπόκειται σε προσφυγή δυνάμει του. Ως διαφορά προκύπτουσα πλέον ως εκ της εφαρμογής ή παράβασης των όρων της συμβάσεως, εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και κρίνεται από το Πολιτικό, Εργατικό ή αναλόγως Δικαστήριο». Σύμφωνα επομένως με την ως άνω απόφαση Petropan Ltd ότι εάν η διαφορά προκύπτει από την εφαρμογή ή παράβαση των όρων της συμβάσεως, ως είναι η περίπτωση στην παρούσα αγωγή, εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Η υπογραφή της Τροποποιητικής Συμφωνίας ημερομηνίας 11.04.2012 επιβεβαιώνει ότι το Ίδρυμα αναγνώρισε το γεγονός ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις τόσον οι δικές του όσον και της ενάγουσας εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και για τον λόγο αυτό η αρχική συμφωνία ενοικίασης θα έπρεπε να τροποποιηθεί με άλλη συμφωνία όπως και έγινε και όχι με μονομερή απόφαση του Ιδρύματος. Περαιτέρω και σε παραπομπή στην παράγραφο 28 της Ε/Δ Χόππα ημερομηνίας 25.02.2019 όπου γίνεται αναφορά στο όρο 6.2 της Συμφωνίας με ημερομηνία 29.01.2009, ο οποίος όρος κατά γράμμα προνοεί τα ακόλουθα: «Οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν και αποδέχονται ότι οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει κατά την εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας και/ή που αφορά την ερμηνεία των όρων της δύναται με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο μερών, να παραπέμπεται σε διαιτησία συμφώνως των προνοιών του Περί Διαιτησίας Νόμων και Κανονισμών της Κυπριακής Δημοκρατίας που ισχύουν κατά το χρόνο που προέκυψε η διαφορά». Ο όρος αυτός αναφέρεται ξεκάθαρα σε δυνατότητα παραπομπής σε διαιτησία με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο μερών. Συνεπώς, ουδεμία υποχρέωση είχε η ενάγουσα να παραπέμψει τη διαφορά της με το Ίδρυμα σε διαιτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στον εν λόγω όρο που να αποστερεί την αρμοδιότητα/δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας ασφαλώς και δεν αποστερεί από το παρόν δικαστήριο την καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα του. Το Ίδρυμα ισχυρίζεται ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής θα έπρεπε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, πριν λάβουν οποιοδήποτε διάβημα στην αγωγή και να αποταθούν για αναστολή της διαδικασίας της αγωγής σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, κάτι που βεβαίως δεν έπραξαν. Το Ίδρυμα ενώ αμφισβητεί την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, το ίδιο δεν έχει αποφασίσει, με βάση τους δικούς του ισχυρισμούς, κατά πόσον έχει δικαιοδοσία το Διοικητικό Δικαστήριο ή κατά πόσον η υπόθεση θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ο σχετικός επομένως λόγος ένστασης δεν ευσταθεί ούτε πραγματικά ούτε νομικά και δεν συνάδει αλλά αντίθετα αντίκειται στην ίδια τη δική του συμπεριφορά και πράξεις. Ενόψει των ανωτέρω, οι λόγοι ένστασης 1, 2 και 13 που αφορούν ισχυρισμούς του Ιδρύματος περί έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί και να εκδικάσει την παρούσα αγωγή δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Το παρόν Δικαστήριο κρίνω ότι έχει δικαιοδοσία να δικάσει την παρούσα αγωγή διότι αφορά διαφορά μεταξύ των διαδίκων που προέκυψε λόγω παράβασης της συμφωνίας ενοικίασης από μέρους του Ιδρύματος ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: Η αίτηση στηρίζεται επί της ουσίας στις πρόνοιες της Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία θέτει ρητώς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ώστε το Δικαστήριο να έχει την απαραίτητη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.18 έχουν τεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Από το λεκτικό της Δ.18 καθώς και την ερμηνεία που έχει δοθεί στη Δ.18 από την πλούσια νομολογία επί του θέματος, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου ως προς το κατά πόσο υπάρχει συζητήσιμη υπεράσπιση, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.6, (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, και να δηλώνει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Οι βασικές αρχές στη βάση των οποίων κρίνονται και αποφασίζονται οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, καθώς και σε πιο πρόσφατες αποφάσεις όπως η Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1(Γ) 2553 και Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A353, Πολ. Έφ. 60/11, ημερ. 12.07.
  1. Στη Νεάρχου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ. 824-825 της απόφασης: «Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
  2. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνω από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.6 και το Ίδρυμα έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση και εξετάζοντας την ιδιότητα υπό την οποία ορκίζεται ο κ. Παρτασίδης κρίνω ότι είναι αρμόδιο άτομο για να δώσει μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας για την παρούσα υπόθεση όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια. Η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων στα πλαίσια της Αίτησης έγινε αποκλειστικά και μόνον για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και έγγραφα προς απάντηση συγκεκριμένων ισχυρισμών του Ιδρύματος ώστε να τεθεί ολοκληρωμένη και ορθή εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να ζητείται ή να αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα ή να εξετάσει αντικρουόμενους ισχυρισμούς ή να εξάγει συμπεράσματα στα πλαίσια της Αίτησης. Είναι γνωστή η Νομολογία η οποία αναφέρει ότι δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουόμενων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά πρόβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη (βλ. F.P.P. Fish Processing Ltd κ. α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 1230). Η απαίτηση της ενάγουσας, όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια, είναι ξεκάθαρη και αφορά ποσό καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων το οποίο το Ίδρυμα δεν καταβάλλει κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης. Εφόσον πληρούνται οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις σύμφωνα με τη Νομολογία, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Ιδρύματος Καθ' ου η αίτηση, το οποίο οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Αναφορικά με την απόσειση του βάρους αυτού, υπάρχει εκτενής νομολογία, βάση της οποίας το Ίδρυμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (βλ. Ανδρονίκου Ιωάννης κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2007)1 Α.Α.Δ. 977) όπου στη σελ. 982 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, θ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co. Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239)». Θα πρέπει να ανατρέξω στις Ε/Δ Χόππα για να διαπιστώσω κατά πόσο προκύπτει καλή υπεράσπιση ή αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που δίνουν το δικαίωμα στο Ίδρυμα να υπερασπισθεί. Πρώτα όμως θα κάνω αναφορά στις Ε/Δ Παρτασίδη για να σχολιαστούν οι λόγοι ένστασης 10 και
  1. Το Ίδρυμα με τους λόγους ένστασης 10 και 11 και στην παρ. 26 της Ε/Δ Χόππα ημερομηνίας 25.02.2019 ισχυρίζονται ότι η Αίτηση στηρίζεται σε ανεπαρκή και/ή απαράδεκτη και/ή μη ικανοποιητική μαρτυρία και ότι ο κ. Παρτασίδης είναι αναρμόδιο άτομο και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει θετικά τα όσα αναφέρει, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.
  2. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, το Ίδρυμα αναφέρει στην παρ. 26 της Ε/Δ Χόππα ημερομηνίας 25.02.2019 ότι οι περισσότερες επιστολές στις οποίες κάνει αναφορά ο κ. Παρτασίδης δεν έγιναν από τον ίδιο. Η αναφορά αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο κ. Παρτασίδης στην παρ. 4 της Ε/Δ Παρτασίδη ημερομηνίας 14.11.2018 αναφέρει ότι ο ίδιος ετοίμαζε και απέστελλε τις πλείστες επιστολές και ηλεκτρονικά μηνύματα εκ μέρους της ενάγουσας προς το Ίδρυμα Η ίδια η κα Συκοπετρίτου, η οποία υπέγραψε τις επιστολές (Τεκμ. 5, 6, 7, 8 και 10) ως διευθύντρια της ενάγουσας, αναφέρει στην Ε/Δ Συκοπετρίτου και Γαλαταριώτου ότι ο κ. Παρτασίδης είναι το πλέον αρμόδιο και κατάλληλο πρόσωπο να δώσει μαρτυρία για αυτήν την υπόθεση. Ο κ. Παρτασίδης ενεργούσε εκ μέρους της ενάγουσας για όλα τα θέματα που αφορούν το επίδικο υποστατικό εξ αρχής από την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 29.01.2009 μέχρι και σήμερα και συμμετείχε συνεχώς στις συζητήσεις και στην αλληλογραφία και γενικότερα στην επικοινωνία με το Ίδρυμα από το 2009 μέχρι και σήμερα. Δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε ικανοποιητικό στοιχείο το οποίο να παραθέτει το Ίδρυμα προς υποστήριξη της θέσης του, με αποτέλεσμα οι εν λόγω ισχυρισμοί του να παραμένουν παντελώς αόριστοι γενικοί και χωρίς έρεισμα. Υπάρχει εκτενής Νομολογία επί του θέματος του τι δηλαδή πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα στις περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο και την ένορκη δήλωση θα κάνει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «θετικά» ως προς την αναφορά των γεγονότων, στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα στη σελίδα 793 της απόφασης: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Ο κ. Παρτασίδης, ενόρκως δηλών για λογαριασμό της Αιτήτριας, αναφέρει λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση του (Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 14.11.2018) παρ. 1, 2, 3, 4, 32 και 46 ότι για τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται έχει προσωπική γνώση. Ειδικότερα σημειώνω ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πιο πάνω Ε/Δ Παρτασίδη και επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της Ε/Δ Συκοπετρίτου και Γαλαταριώτου, ο κ. Παρτασίδης από τον Ιανουάριο του 2009 είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να ενεργεί εκ μέρους της και για λογαριασμό της και να την εκπροσωπεί για όλα τα θέματα που αφορούν το επίδικο ακίνητο, την ενοικίαση του επίδικου ακινήτου στο Ίδρυμα καθώς και για όλα τα θέματα που αφορούν τις σχέσεις της ενάγουσας με το Ίδρυμα. Επίσης, οι διευθύντριες της ενάγουσας επιβεβαιώνουν στην Ε/Δ Συκοπετρίτου και Γαλαταριώτου τις αναφορές του κ. Παρτασίδη ότι ο ίδιος είναι το πλέον κατάλληλο και αρμόδιο άτομο για να ορκιστεί εκ μέρους της ενάγουσας για τα θέματα που αφορά η παρούσα αγωγή εφόσον είναι το μοναδικό άτομο που γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης περιλαμβανομένων και των ποσών που καταβάλλει το Ίδρυμα έναντι των ενοικίων για το επίδικο ακίνητο καθότι ο κ. Παρτασίδης έχει πρόσβαση διαδικτυακά στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας (online banking) στον οποίον κατατίθενται τα εν λόγω ποσά. Οι ισχυρισμοί του Ιδρύματος περί αναρμοδιότητας του κ. Παρτασίδη να ορκισθεί θετικά είναι ισχυρισμοί γενικοί, αόριστοι και παντελώς ατεκμηρίωτοι διότι δεν παρατίθεται οτιδήποτε στην Ε/Δ Χόππα ημερομηνίας 25.2.2019 προς υποστήριξη των αναφορών του Ιδρύματος και προς αμφισβήτηση των όσων λεπτομερώς αναφέρει ο κ. Παρτασίδης στις παραγράφους 1, 2, 3, 4, 32 και 46 της Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 14.11.2018 και στα όσα αναφέρουν οι διευθύντριες της ενάγουσας στην Ε/Δ Συκοπετρίτου και Γαλαταριώτου. Ο κ. Παρτασίδης παρατηρώ δεν έχει αντεξεταστεί και συνεπώς οι εν λόγω ισχυρισμοί του περί θετικής γνώσης και αρμοδιότητας του παραμένουν αναντίλεκτοι. Πέραν του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν τον κ. Παρτασίδη και κατ' επέκταση το περιεχόμενο των Ε/Δ Παρτασίδη παραμένει ουσιαστικά αναντίλεκτο και αδιαμφισβήτητο, κανένας λόγος ένστασης ή ισχυρισμός έχει εγερθεί από το Ίδρυμα ο οποίος να άπτεται της ικανότητας του κ. Παρτασίδη να ορκίζεται για τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση. Δεν αμφισβητήθηκε από το Ίδρυμα είτε η ιδιότητα του κ. Παρατασίδη ως γενικός διευθυντής της ενάγουσας είτε οι προσωπικές του γνώσεις επί των γεγονότων είτε η εξουσιοδότηση που έχει από τους διευθυντές της ενάγουσας να χειρίζεται όλα τα θέματα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο κ. Παρτασίδης είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί στις Ε/Δ Παρτασίδη και να αντιπροσωπεύσει την ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση. Το ακόλουθο απόσπασμα από την σελίδα 280 της υπόθεσης Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 είναι σχετικό με τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης: «Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών για την εφεσίβλητη διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι ήταν πρόσωπο ικανό εντός της εννοίας της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Προσθέτουμε ακόμα ότι δεν έχει αντεξετασθεί ο ομνύων από τον δικηγόρο του εφεσείοντα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήσαν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική (Βλέπε: Ευαγγέλου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051)». Προκύπτει από τα ως άνω γεγονότα ότι ο κ. Παρτασίδης είναι το μοναδικό πρόσωπο που γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και το μοναδικό πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας για την υπό εξέταση αίτηση. Επομένως κρίνω ότι οι Ε/Δ Παρτασίδη πληρούν τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 και της Νομολογίας, τόσο όσον αφορά το περιεχόμενο τους όσο και το πρόσωπο του ενόρκως δηλούντα και, ως εκ τούτου, πληρούνται όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.1 και η Νομολογία. ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ: Είναι γεγονός ότι το Ίδρυμα πράγματι προβάλλει αντικρουόμενες θέσεις σε σχέση με την συμφωνία ενοικίασης όπως επισημαίνει και η πλευρά της αιτήτριας. Ενώ από τη μια αμφισβητεί την εγκυρότητα της συμφωνίας ενοικίασης, ισχυριζόμενο ότι αυτή είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη, παράλληλα βασίζεται σε όρους της συμφωνίας ενοικίασης για να υποστηρίξει τις θέσεις του. Συγκεκριμένα: (α) προς αμφισβήτηση της εγκυρότητας της συμφωνίας ενοικίασης, οι Εναγόμενοι στις παραγράφους 5, 5.6 (η δεύτερη παράγραφος που έχει αριθμό 5.6) 12 και 25 της Ε/Δ Χόππα ημερομηνίας 25.02.2019 ισχυρίζονται ότι η συμφωνία ενοικίασης συνάφθηκε κάτω από συνθήκες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συμπαιγνίας της ενάγουσας με άτομα που ήταν στην υπηρεσία του Ιδρύματος κατά τον ουσιώδη χρόνο με σκοπό να το εξαπατήσουν και να αποσπάσουν χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα η συμφωνία ενοικίασης να είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Επίσης, στην παράγραφο 27 της Ε/Δ Χόππα το Ίδρυμα προβάλλει επιπρόσθετο ισχυρισμό προς αμφισβήτηση της εγκυρότητας της συμφωνίας ενοικίασης ότι δηλαδή η συμφωνία ενοικίασης υπογράφτηκε από αναρμόδιο άτομο εκ μέρους της ενάγουσας και εκ μέρους του. (β) προς υποστήριξη της συμφωνίας ενοικίασης, το Ίδρυμα βασίζεται σε πρόνοιες της συμφωνίας ενοικίασης. Παραθέτω κατωτέρω χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 από όπου προκύπτει η πιο πάνω διαπίστωση: i. Παράγραφος 14: «.Η πρόνοια του ενοικιαστηρίου εγγράφου ως προς το ζήτημα αυτό είναι ξεκάθαρη και περιλαμβάνεται στην παράγραφο 1.5 αυτού .. Προς περαιτέρω υπεράσπιση των καθ' ων η αίτηση αναφέρω ότι η ενάγουσα, κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης . παρέδωσε την κατοχή του επίδικου ακινήτου προς τους εναγομένους αργότερα από την συμφωνημένη ημερομηνία . αν και οι εναγόμενοι κατέβαλαν το συμφωνηθέν ενοίκιο..». ii. Παράγραφος 15: «.σημαντική καθυστέρηση στη συμβατική τους υποχρέωση . ως επίσης και την πρόνοια της παραγράφου 3.2 της Συμφωνίας με ημερομηνία 29/01/2009 η οποία προβλέπει ότι ..οι εναγόμενοι δικαιούνται να ανταπαιτήσουν μεγάλα χρηματικά ποσά στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας..». iii. Παράγραφος 17: «.η ενάγουσα κατά παράβαση του συμβολαίου δεν παρέδωσε το ακίνητο.» iv. Παράγραφος 18: «. Οι εναγόμενοι με βάση την επίδικη συμφωνία έχουν υποχρέωση .... Άλλωστε με βάση την επίδικη συμφωνία η ενάγουσα ήταν αυτή που είχε υποχρέωση να εξασφαλίσει.». v. Παράγραφος 24: «.η ενάγουσα κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας, προέβηκε σε πλημμελή εργασίες». vi. Παράγραφος 28: «Με βάση την επίδικη συμφωνία, ημερομηνίας 29.01.2009 υπάρχει πρόνοια (όρος 6.2) περί δυνατότητας .». Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω αποσπάσματα αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε σχέση με την εγκυρότητα της συμφωνίας ενοικίασης αυτό δε γίνεται είναι γεγονός επιλεκτικά όπως διαπιστώνεται. Αμφισβητεί το Ίδρυμα τη συμφωνία ενοικίασης την οποία χαρακτηρίζει ως "άκυρη ή ακυρώσιμη", ενώ παράλληλα βασίζεται σε αυτήν για να υποστηρίξει τις θέσεις του. Είναι όμως με βάση αυτή την συμφωνία ενοικίασης που κατέχει και χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο για τις ανάγκες του. Από το περιεχόμενο της Ε/Δ Χόππα και τις αναφορές που παρέθεσα πιο πάνω προκύπτει ότι το Ίδρυμα θεωρεί πως η συμφωνία ενοικίασης δεν ισχύει και/ή δεν είναι έγκυρη και/ή είναι άκυρη όσον αφορά τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις, αλλά είναι έγκυρη και ισχύει όσον αφορά τις συμβατικές υποχρεώσεις της ενάγουσας. Πρόκειται ακριβώς για αντικρουόμενες ως προς την ουσία τους θέσεις οι οποίες, όπως κρίνω, δεν μπορούν να συνιστούν Υπεράσπιση. Πρόκειται περί αστήρικτων, αβάσιμων και αντικρουόμενων μεταξύ τους ισχυρισμούς και ασφαλώς δεν μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν από το Δικαστήριο. Η εγκυρότητα της Συμφωνίας Ενοικίασης θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τα πιο κάτω δεδομένα: (α) το Ίδρυμα συνεχίζει μέχρι σήμερα να κατέχει και να χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο, (β) ενώ έχουν παρέλθει 10 και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης στις 29.01.2009, το Ίδρυμα δεν έχει πράξει το παραμικρό για την ακύρωση ή τερματισμό ή τροποποίηση της συμφωνίας ενοικίασης (πλην της τροποποιητικής συμφωνίας με ημερομηνία 11.04.2012 δια της οποίας μειώθηκε το ποσό του ενοικίου και επεκτάθηκε η διάρκεια της ενοικίασης) ακόμη και μετά που περιήλθε εις γνώση τους η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας τον Απρίλιο του
  1. Αν και στην παράγραφο 15 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 γίνεται αναφορά στον όρο 3.2 της Συμφωνίας με ημερομηνία 29.01.2009 ο οποίος δίνει το δικαίωμα στο Ίδρυμα να τερματίσει τη Συμφωνία Ενοικίασης στην περίπτωση καθυστέρησης στην παράδοση του επίδικου ακινήτου και να απαιτήσουν από την ενάγουσα το ποσό των €400 για κάθε ημέρα καθυστέρησης μέχρι παράδοσης του ακινήτου, εντούτοις το Ίδρυμα δεν το έπραξε. Αντίθετα, κατά τον χρόνο παράδοσης του επίδικου ακινήτου (σχετική με το χρόνο παράδοσης του επίδικου ακινήτου είναι η παράγραφος 15 της Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 14.11.2018) προχώρησε στην υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας 11.04.
  2. Δεν υπάρχει τίποτα είτε στη συμπεριφορά του Ιδρύματος είτε στην αλληλογραφία που να δείχνει πρόθεση του να τερματίσει ή να ακυρώσει τη Συμφωνία Ενοικίασης. (γ) τα όσα ισχυρίζεται το Ίδρυμα ότι αποτελούν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή είναι επίδικα θέματα στην αγωγή αρ. 4318/2015 μεταξύ της εταιρείας Lois Builders Ltd, ως ενάγουσας, της ως άνω ενάγουσας, ως εναγομένης και του εδώ εναγομένου, ήτοι του Ιδρύματος ως τριτοδιαδίκου (στο εξής θα αναφέρεται ως «η αγωγή αρ. 4318/2015»), η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο που να υποδηλώνει τερματισμό και/ή ακύρωση της συμφωνίας ενοικίασης ούτε καν σχετική αναφορά, παρά μόνον αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί περί εγκυρότητας και μη τη συμφωνίας. Εάν οι ισχυρισμοί του Ιδρύματος ήταν ουσιώδεις και βάσιμοι, αφενός δεν θα συγκρούονταν με θέσεις του Ιδρύματος που βασίζονται στη συμφωνία ενοικίασης και αφ' ετέρου το Ίδρυμα θα ελάμβανε τα απαραίτητα διαβήματα για ακύρωση ή τερματισμό ή τροποποίηση της συμφωνίας ενοικίασης. Το Ίδρυμα όχι μόνον δεν το έπραξε, αλλά ούτε καν πρόβαλε ισχυρισμούς περί ακυρότητας ή τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης πριν την καταχώρηση της ένστασης. Αντιθέτως, δια της επιστολής τους ημερομηνίας 1.07.2014 που είναι το Τεκμ. 9 στην Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 14.11.2018, δηλαδή 5 και πλέον έτη μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης, το Ίδρυμα πρόβαλε τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποίαν έχει περιέλθει λόγω της μείωσης του προϋπολογισμού ως λόγο για τη μη καταβολή της συμφωνηθείσας αύξησης επί του ποσού του ενοικίου. Το γεγονός ότι το Ίδρυμα υπέγραψε την Τροποποιητική Συμφωνία με ημερομηνία 11.04.2012 (Τεκμ. 3 της Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 14.11.2018) τρία και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης, συνηγορεί υπέρ της άποψης της Αιτήτριας ότι συντρέχει στην περίπτωση κώλυμα για το Ίδρυμα να προβάλλει ισχυρισμούς περί ακυρότητας της συμφωνίας ενοικίασης. Η Τροποποιητική Συμφωνία με ημερομηνία 11.04.2012 συνάφθηκε κατόπιν παράκλησης και επιθυμίας του Ιδρύματος και αφορά συμφωνηθείσα μείωση του αρχικώς συμφωνηθέντος ενοικίου και επέκταση της περιόδου ενοικίασης από 10 χρόνια σε 14 χρόνια από την ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης (η ημερομηνία έναρξης ερμηνεύεται στην Συμφωνία με ημερομηνία 29.01.2009 ότι σημαίνει την 1.08.2009). Καταλήγω ότι ο ισχυρισμός του Ιδρύματος περί μη εγκυρότητας και/ή ακυρότητας της συμφωνίας ενοικίασης 10 και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της και ενώ το Ίδρυμα υπέγραψε ήδη μια τροποποιητική συμφωνία τρία και πλέον έτη μετά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης και επιπλέον δεν έχει πράξει το παραμικρό για την ακύρωση ή την εκ νέου τροποποίηση της συμφωνίας ενοικίασης, ακόμη και μετά που περιήλθε εις γνώση του η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας τον Απρίλιο του
  3. Αντίθετα, το Ίδρυμα αντιφάσκοντας με τους ίδιους τους δικούς του ισχυρισμούς, βασίζεται σε όρους της Συμφωνίας Ενοικίασης κατά το δοκούν και όπου το εξυπηρετεί. Η Συμφωνία Ενοικίασης ευρίσκεται σε ισχύ, είναι έγκυρη και δεσμευτική για τους διαδίκους. Το Ίδρυμα συνεχίζει να κατέχει και να χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο αλλά αρνείται να καταβάλλει το συμφωνηθέν ποσό ενοικίου. ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ: Στις παραγράφους 11 και 20 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 γίνεται αναφορά από μέρους του Ιδρύματος περί ενδεχομένου άσκησης ποινικών διώξεων εναντίον της ενάγουσας ή εναντίον προσώπων που σχετίζονται με την ενάγουσα για τυχόν διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Η ενάγουσα προς αποκατάσταση της εικόνας της και των πραγματικών γεγονότων κατέθεσε ως Τεκμ. 1 και 2 στην Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 30.09.2019 τις δυο επιστολές από την Αστυνομία με ημερομηνίες 10.06.2016 και 4.07.2016 αντίστοιχα στις οποίες αναφέρεται ότι δεν θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της ενάγουσας και προσώπων που συνδέονται με αυτή. Η παρουσίαση της επιστολής ημερομηνίας 9.10.2019 που είναι το Τεκμ. 2 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 15.10.2019 υποδηλώνει την έντονη πρόθεση και επιμονή του Ιδρύματος να παρουσιάζει τα γεγονότα αποσπασματικά προσπαθώντας παράλληλα να συκοφαντήσει την Αιτήτρια και να διαστρεβλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου τόσον την εικόνα της Αιτήτριας όσο και την πραγματική εικόνα της διαφοράς. Η εν λόγω επιστολή της Αστυνομίας ημερομηνίας 9.10.2019 αναφέρει γενικώς ότι συνεχίζεται η ποινική έρευνα σε σχέση με την ενοικίαση του επίδικου ακινήτου χωρίς να διευκρινίζεται εναντίον ποιων προσώπων. Με δεδομένο ότι η Αστυνομία παρέδωσε από το 2016 τις επιστολές που είναι τα Τεκμ. 1 και 2 στην Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 30.09.2019 στις οποίες αναφέρεται ξεκάθαρα ότι δεν θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, δηλαδή της ενάγουσας, της κας Συκοπετρίτου και του κ. Παρτασίδη, το γενικό περιεχόμενο της επιστολής της Αστυνομίας με ημερομηνία 9.10.2019 όσον αφορά τα πρόσωπα εναντίον των οποίων συνεχίζεται η ποινική έρευνα δεν αναιρεί ούτε ακυρώνει το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων επιστολών της Αστυνομίας. Περαιτέρω η αναφορά στην παρ. 6(α) της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 15.10.2019 σε ποινικές υποθέσεις εναντίον του κ. ΧΧΧ Αχιλλίδη και η αναφορά στην ποινική έφεση 243/17 δεν σχετίζονται με το πρόσωπο της ενάγουσας ή των προσώπων που συνδέονται με την ενάγουσα και ουδόλως επηρεάζουν το δικαίωμα της ενάγουσας να διεκδικήσει τα οφειλόμενα προς αυτή ενοίκια. Ασφαλώς, εάν το Ίδρυμα αντιμετωπίζει εσωτερικά θέματα ή εάν λειτουργοί του Ιδρύματος ενήργησαν κατά παράβαση κανονισμών ή εάν εκκρεμούν ποινικές υποθέσεις εναντίον πρώην υπαλλήλων του Ιδρύματος, είναι θέματα που αφορούν το ίδιο και δεν αφορούν καθόλου την ενάγουσα. Επομένως, ο ισχυρισμός του Ιδρύματος περί ενδεχομένου έγερσης ποινικής δίωξης εναντίον της ενάγουσας είναι ατεκμηρίωτος και επιδιώκει να προσβάλει την ενάγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου με απώτερο σκοπό να προκαλέσει σύγχυση σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, το ενδεχόμενο έγερσης ποινικής δίωξης εναντίον της ενάγουσας κατά την αντίληψη μου δεν αποτελεί λόγο για τη μη συμμόρφωση του Ιδρύματος με τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΟΠΠΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ (ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 4, 5 ΚΑΙ 8) Σύμφωνα με την υπόθεση Ανδρονίκου (πιο πάνω) το Ίδρυμα θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης. Προβάλλονται προς τούτο σωρεία ισχυρισμών για να καταδειχθεί ότι υπάρχει τέτοια Υπεράσπιση και ότι η απαίτηση της ενάγουσας δεν είναι εκκαθαρισμένη και καθαρή. Όμως προσεκτική μελέτη τους καταδεικνύει ότι δεν αποκαλύπτονται τέτοια ικανοποιητικά γεγονότα που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι το Ίδρυμα έχει καλόπιστη υπεράσπιση. Τέτοιες θέσεις είναι οι ακόλουθες: (α) Στην παρ. 5.1 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 το Ίδρυμα ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα με την προσφορά της προς αυτό για ενοικίαση των επίδικων υποστατικών απαιτούσε ως ενοίκιο €12,50 το τετραγωνικό μέτρο και επίσης δήλωνε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ιδρύματος, ότι θα αναλάμβανε η ενάγουσα κατασκευαστικές εργασίες εκ ποσού €650,
  4. Το Ίδρυμα δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε τεκμήριο προς επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού του, ο οποίος δεν τεκμηριώνεται και εν πάση περιπτώσει είναι άνευ ουσίας από την στιγμή που συνάφθηκε η συμφωνία ενοικίασης η οποία ευρίσκεται σε ισχύ και ουδέποτε ακυρώθηκε ή τερματίστηκε ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ουδέποτε πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης στάλθηκε οποιαδήποτε επιστολή από το Ίδρυμα προς την ενάγουσα η οποία να την ενημερώνει για τον εν λόγω ισχυρισμό του Ιδρύματος Πρόκειται πράγματι για σοβαρά γεγονότα, τα οποία εγείρονται όμως για πρώτη φορά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Τουναντίον, τρία και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας με ημερομηνία 29.01.2009 το Ίδρυμα υπέγραψε την τροποποιητική συμφωνία στις 11.04.2012 για μειωμένο ενοίκιο. (β) Στην παράγραφο 5.6 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 το Ίδρυμα ισχυρίζεται ότι προτίθεται να εμπλέξει στην παρούσα αγωγή πρόσωπα τα οποία ευρίσκονταν στην υπηρεσία τους κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν έχουν καμία σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής οι όποιες αξιώσεις τυχόν έχει το Ίδρυμα από πρώην εργοδοτουμένους τους και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί το γεγονός ότι το Ίδρυμα έχει αξιώσεις εναντίον πρώην εργοδοτουμένων του (ακόμη κι αν όντως έχει πρόθεση να κινηθεί εναντίον τους) να αποστερεί το νόμιμο δικαίωμα της ενάγουσας να διεκδικήσει τα ποσά που της οφείλονται ως συμφωνηθέντα ενοίκια με βάση της καθ' όλα έγκυρης συμφωνίας ενοικίασης αλλά και ούτε να αποσείσει το βάρος του Ιδρύματος να συμμορφώνεται με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. (γ) Στην επιστολή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας που είναι το Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 αυτή προβαίνει σε αναφορές και/ή σχόλια όσον αφορά την εσωτερική διαδικασία που ακολούθησε το Ίδρυμα για την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης και μετέπειτα για τις εργασίες στο επίδικο ακίνητο και τις αμοιβές τρίτων που είναι θέματα που δεν αφορούν την παρούσα αγωγή. Στην παράγραφο 12 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 τίθενται ισχυρισμοί περί αποφάσεων του Άτυπου Πρυτανικού Συμβουλίου και περί αυθαίρετων ενεργειών των τότε λειτουργών του Ιδρύματος. Εάν το Ίδρυμα δεν ακολούθησε εσωτερικά ορθές διαδικασίες, δεν μπορεί να είναι θέμα που θα επηρεάσει αρνητικά την ενάγουσα είτε τα δικαιώματα της ενάγουσας με βάση τη συμφωνία ενοικίασης. Εάν οι ισχυρισμοί του Ιδρύματος ήταν ουσιώδεις και βάσιμοι, θα ελάμβαναν τα απαραίτητα διαβήματα για ακύρωση ή τροποποίηση της συμφωνίας ενοικίασης. Σε σχέση με τις αναφορές που περιέχονται στην επιστολή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για τις αμοιβές τρίτων (συμβούλων κ.τ.λ.) για τις εργασίες ανακαίνισης του επίδικου ακινήτου, είναι επίσης ζήτημα που δεν αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής και την συμβατική υποχρέωση του Ιδρύματος να καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο. Τα θέματα αυτά που αφορούν τις εργασίες ανακαίνισης του επίδικου ακινήτου και το κόστος αυτών είναι επίδικα θέματα της αγωγής αρ. XXXX/2015 η οποία εκκρεμεί. Στην αγωγή αρ. XXXX/2015 κάνουν αναφορά τόσον ο κ. Παρτασίδης όσον και ο κ. Χόππας στις ένορκες δηλώσεις τους και όλα τα δικόγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των εδώ διαδίκων στην αγωγή αρ. XXXX/2015 βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου (Έκθεση Απαίτησης Εναγομένης εναντίον Τριτοδιαδίκου είναι το Τεκμ. 19 της Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 14.11.2018, Υπεράσπιση Τριτοδιαδίκου είναι το τεκμήριο 4 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 και Απάντηση στην Υπεράσπιση του Τριτοδιαδίκου είναι το Τεκμ. 3 στην Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 30.09.2019). Η αναφορά στην αγωγή αρ. 4318/2015 και η παρουσίαση των δικογράφων της αγωγής αρ. 4318/2015 δεν έχει σκοπό να περιπλέξει, αλλά γίνεται αποκλειστικά και μόνον προς υποστήριξη της θέσης της ενάγουσας ότι τα εδώ επίδικα θέματα είναι ξεκάθαρα όπως ξεκάθαρη είναι και η εκκαθαρισμένη απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή. (δ) Τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 5.6, 20, 21, 22, 23 και 24 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019, τα οποία αφορούν στις εργασίες ανακαίνισης του επίδικου ακινήτου και τα διάφορα ποσά που καταβλήθηκαν σε σχέση με αυτές και τα οποία κατ' ισχυρισμό του Ιδρύματος αποτελούν καλόπιστη υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή, είναι ήδη αντικείμενο άλλης αγωγής αφού είναι όλα επίδικα θέματα της αγωγής αρ. XXXX/2015 και ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής η οποία αφορά τη συμφωνία ενοικίασης και μόνον. Η ενάγουσα δεν μπορούσε να εγείρει το θέμα της παράβασης της συμφωνίας ενοικίασης στα πλαίσια της αγωγής αρ. XXXX/2015 διότι δεν αφορά στα επίδικα θέματα εκείνης της αγωγής τα οποία είναι εντελώς διαφορετικά από το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή η οποία αφορά αποκλειστικά και μόνον την απαίτηση της ενάγουσας η οποία πηγάζει από την παράλειψη του Ιδρύματος να πληρώνει το συμφωνηθέν ενοίκιο κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης. (ε) Αν και οι ισχυρισμοί του Ιδρύματος που περιέχονται στις παραγράφους 14, 15 και 17 της Ε/Δ Χόππα και αφορούν το ισχυρισμό του περί καθυστέρησης στην παράδοση του επίδικου ακινήτου σε αυτό αποτελούν επίδικο θέμα της αγωγής αρ. XXXX/2015, είναι σημαντικό να αναφερθούν τα ακόλουθα: (ι) Το Ίδρυμα με την επιστολή του με ημερομηνία 23.06.2009 (Τεκμ. 4 της Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 30.09.2019) αναγνώρισε την υποχρέωση του να καταβάλει ενοίκιο από την 1.08.2009 ως προνοείται στη Συμφωνία με ημερομηνία 29.01.2009 και ότι ο ιδιοκτήτης, δηλαδή η ενάγουσα, δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση. (ιι) Το Ίδρυμα υπέγραψε την Τροποποιητική Συμφωνία με ημερομηνία 11.04.2012 τρία και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας ενοικίασης, η οποία συνάφθηκε κατόπιν δικής του επιθυμίας, δια της οποίας, μεταξύ άλλων, επιβεβαιώθηκε ότι η ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης είναι η 1.08.2009 ως προνοείται και στην αρχική Συμφωνία με ημερομηνία 29.01.
  5. Η οποιαδήποτε απαίτηση του Ιδρύματος εναντίον της ενάγουσας και/ή οποιοιδήποτε ισχυρισμοί περί συμψηφισμού των αξιώσεων του Ιδρύματος με τα οφειλόμενα ενοίκια (παρ. 14 και 15 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019), κρίνω ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί ούτε βρίσκουν έρεισμα στο Νόμο διότι συνιστούν ουσιαστικά ισχυρισμό περί συμψηφισμού των ποσών που οφείλει το Ίδρυμα δυνάμει της σύμβασης ενοικίασης με τις κατ' ισχυρισμό ζημίες που υπέστη. Τέτοιος μονομερής συμψηφισμός, όμως, δεν είναι δυνατός ούτε μπορεί να αποτελεί υπεράσπιση για τη μη καταβολή του συμφωνηθέντος ενοικίου, αφού ο συμψηφισμός ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις δεν είναι δυνατός στο Κυπριακό Δίκαιο (βλ. Heatron Co Ltd v. Νικολάου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 582 και Νικόλαος Αντωνίου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 720). Στην υπόθεση Heatron (ανωτέρω) το Εφετείο επεσήμανε τα ακόλουθα: «Η προβαλλόμενη με την υπεράσπιση συμφωνία δεν ανάγεται σε συμψηφισμό με την τεχνική έννοια του μονομερούς set off, κάτι που δεν θα ήταν όντως δυνατό στο κυπριακό δίκαιο σε αναφορά με το συμψηφισμό ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις (ίδε: Aντωνίου ν. Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 720)». Στην αγωγή αρ. 4242/2016, Ε.Δ. Λευκωσίας, Νίκος Τρούλλος κ.α ν. Μιχάλης Κιττήρας, ο αδελφός Α.Ε.Δ. κ. Γ. Στυλιανίδης, επιλαμβανόμενος αίτησης για συνοπτική απόφαση η οποία αφορούσε αξιώσεις για οφειλόμενα ενοίκια, επεσήμανε τα ακόλουθα στην απόφαση του με ημερομηνία 22.09.2017 τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας: «Ο συμψηφισμός δεν ισχύει στην Κύπρο HEATRON CO LTD V. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
(1999)1 Α.Α.Δ. 577 και Αντωνίου κ.α. ν. Popular Bank
(1994)1 Α.Α.Δ.
  1. Συνεπώς, ο Εναγόμενος οφείλει τα ενοίκια όπως τα απαιτούν οι Ενάγοντες με την έκθεση απαίτησής τους. Είναι ξεκαθαρισμένη απαίτηση». Το Ίδρυμα στις παρ. 14 και 15 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 ουσιαστικά παραδέχεται την οφειλή των ενοικίων και ζητεί συμψηφισμό. Από τη στιγμή που δεν ισχύει ο συμψηφισμός και περαιτέρω οι ισχυρισμοί που προβάλλει το Ίδρυμα ότι συνιστούν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αγωγή αυτή αποτελούν επίδικα θέματα στην αγωγή αρ. 4318/2015, είναι ξεκάθαρο ότι το Ίδρυμα οφείλει ενοίκια και θα πρέπει να τα καταβάλει ως η υποχρέωση του με βάση τη Συμφωνία Ενοικίασης. Σχετική με τα θέματα της παρούσης είναι η απόφαση στην η Πολιτική Έφεση αρ. 68/11, CH ARESTI ESTATES LIMITED κ.ά. ν. LOUCAS KYPRIANOU & CO ENTERPRISES LTD, με ημερομηνία 21.10.2016 η οποία αφορούσε οφειλόμενα ενοίκια τα οποία είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα συμφωνίας ενοικίασης τουριστικών διαμερισμάτων. Οι εφεσείοντες παρέλειψαν να καταβάλουν τα ενοίκια συγκεκριμένων μηνών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων/εφεσειόντων περί ύπαρξης ζημιών και διεκδίκησης αποζημιώσεων εναντίον των εφεσίβλητων/ιδιοκτητών καθώς και η οποιαδήποτε ανταπαίτηση των εφεσειόντων που δεν επηρεάζει την αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία δεν συνιστά υπεράσπιση στην αγωγή και δεν μπορεί να εμποδίσει την καταβολή των ενοικίων που οφείλονταν παραδεκτά από τους εφεσείοντες. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία διέταξε την έκδοση συνοπτικής απόφασης επισημαίνοντας τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δίδονταν επαρκείς λεπτομέρειες προς υπεράσπιση. Δεν αμφισβητείτο η οφειλή των ενοικίων, η θέση περί μη αδειούχων υποστατικών δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει εν πάση περιπτώσει ακυρότητα στη συμφωνία, οι δε εφεσείοντες χρησιμοποιούσαν και παρέμεναν στα διαμερίσματα χωρίς ποτέ να είχαν τερματίσει τη συμφωνία, καταβάλλοντας τα ενοίκια μέχρι και το Μάρτιο του
  2. Η όποια ενδεχόμενη απαίτηση των ιδίων των εφεσειόντων θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο ανταπαίτησης, ή χωριστής αγωγής, αλλά δεν επηρέαζαν το δικαίωμα των εναγόντων σε συνοπτική απόφαση». Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι το Ίδρυμα δεν κατάφερε να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. ΑΞΙΟΥΜΕΝΟ ΠΟΣΟ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΩΣ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ: Ενόψει του ότι το Ίδρυμα καταθέτει κάθε μήνα χρηματικά ποσά ως επιβεβαιώνεται από το Τεκμ. 15 της Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 14.11.2018, το Τεκμ. 5 της Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 30.09.2019 και το Τεκμ. 3 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 15.10.2019, το οφειλόμενο ποσό από αυτό προς την ενάγουσα μεταβάλλεται κάθε μήνα. Είναι δε παραδεκτό ότι από την έναρξη της ενοικίασης, δηλαδή από την 1.08.2009 μέχρι την 23.10.2019 (ημερομηνία της ακρόασης της παρούσας) το Ίδρυμα έχει καταβάλει ως ενοίκια και φόρο άμυνας για το επίδικο ακίνητο το συνολικό ποσό που αναφέρει στο Τεκμ. 3 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 15.10.2019, δηλαδή το ποσό των €1.751.316,32σ. Με βάση τον όρο 5.1 της Συμφωνίας ημερομηνίας 29.01.2009 και ως επιβεβαιώνεται και από το Τεκμ. 3 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 15.10.2019, οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν το ποσό των €15.300 από την 1.08.2009 μέχρι την 31.07.2011 (σύνολο 24 μήνες Χ €15.300 τον μήνα = €367.200) και το ποσό των €16.524 από την 1.08.2011 μέχρι την 30.06.2012 (σύνολο 11 μήνες Χ €16.524 = €181.764). Σύμφωνα με το όρο 1.2 της τροποποιητικής συμφωνίας με ημερομηνία 11.04.2012, το Ίδρυμα συμφώνησε να καταβάλλει ως ενοίκιο από την 1.07.2012 μέχρι σήμερα τα ακόλουθα ποσά: i. Ποσό €14.045 μηνιαίως από την 1.07.2012 μέχρι την 30.06.2013, δηλαδή σύνολο €168.540 (12 μήνες Χ €14.045) ii. Ποσό €15.169 μηνιαίως από την 1.07.2013 μέχρι την 30.06.2015, δηλαδή σύνολο €364.056 (24 μήνες Χ €15.169) iii. Ποσό €16.382 μηνιαίως από την 1.07.2015 μέχρι την 30.06.2016, δηλαδή σύνολο €196.584 (12 μήνες Χ €16.382) iv. Ποσό €17.693 μηνιαίως από την 1.07.2016 μέχρι την 30.06.2017, δηλαδή σύνολο €212.316 (12 μήνες Χ €17.693) v. Ποσό €19.110 μηνιαίως από την 1.07.2017 μέχρι την 30.06.2019, δηλαδή σύνολο €458.640 (24 μήνες Χ €19.110) vi. Ποσό €20.640 μηνιαίως από την 1.07.2019 μέχρι την 23.10.2019 (μέχρι σήμερα), δηλαδή σύνολο €82.560 (4 μήνες Χ €20.640) Ενόψει των ανωτέρω, το ποσό των συμφωνηθέντων ενοικίων από την έναρξη της ενοικίασης (από 1.08.2009) μέχρι την ημέρα ακρόασης της παρούσας ήτοι την 23.10.2019 είναι τα ποσά των (€367.200 + €181.764 + €168.540 + €364.056 + €196.584 + €212.316 + €458.640 + €82.560) συνολικά ανερχόμενα στο ποσό των €2.031.
  3. Εάν από το ποσό των €2.031.660 που είναι το συμφωνηθέν ποσό των ενοικίων που έπρεπε να καταβάλει το Ίδρυμα μέχρι σήμερα με βάση τη συμφωνία ενοικίασης, αφαιρεθεί το ποσό των €1.751.316,32σ. που παραδέχεται ότι κατέβαλε μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι το Ίδρυμα οφείλει προς την ενάγουσα μέχρι σήμερα το ποσό των €280.343,70σ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και το αναλογούν ποσό ως φόρος άμυνας προς το Τμήμα Φορολογίας το οποίο η ενάγουσα αναλαμβάνει σύμφωνα με τους δικηγόρους της να τα καταβάλει προς το Τμήμα Φορολογίας. Από τα ως άνω προκύπτει ότι το εκκαθαρισμένο ποσό στο οποίο αφορά η αξίωση της ενάγουσας για καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια μέχρι σήμερα είναι €280.343,70σ. Η ενάγουσα διά της ευπαίδευτης συνηγόρου της παραδέχεται ότι, αναφορικά με το ποσό των €669,97,00 το οποίο αφορά η αξίωση Ε του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής, το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία για να αποφασίσει ποιος είχε την ευθύνη για τις εργασίες στις οποίες αφορά το εν λόγω ποσό ενόψει των ισχυρισμών που προβάλλει το Ίδρυμα στην Παρ.18 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 και ως εκ τούτου ορθά δεν προωθείται περαιτέρω το αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης για το εν λόγω ποσό. ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Πρόκειται για τον λόγο ένστασης 15 όπου το Ίδρυμα προβάλλει ισχυρισμούς περί κατάχρησης της διαδικασίας και καθυστέρησης στην καταχώρηση της Αίτησης. Ο κ. Παρτασίδης στην παράγραφο 44 της Ε/Δ Παρτασίδη με ημερομηνία 14.11.2018 εξηγεί τον λόγο για τον οποίον η Αίτηση καταχωρίστηκε σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Όπως αναφέρει ο κ. Παρτασίδης μετά την καταχώρηση της αγωγής ο ίδιος, εκπροσωπώντας την ενάγουσα, είχε πολλές συζητήσεις με αρμόδια άτομα του Ιδρύματος σε μια προσπάθεια να διευθετηθούν τα καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια αλλά δυστυχώς, οι προσπάθειες και οι συζητήσεις δεν είχαν οποιαδήποτε κατάληξη και, ως εκ τούτου, η ενάγουσα, αφού εξάντλησε όλα τα περιθώρια εξώδικης διευθέτησης των απαιτήσεων της, προχώρησε στην καταχώρηση της Αίτησης. Η Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν προνοεί ρητά συγκεκριμένο χρόνο εντός του οποίου πρέπει να καταχωρείται αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αλλά περιορίζεται στην αναφορά ότι αυτή καταχωρείται μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Στην παρούσα περίπτωση, η Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από το Ίδρυμα και πριν την καταχώρηση Υπεράσπισης, ενώ δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε άλλο διάβημα στην αγωγή από την καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη». Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd (ανωτέρω), αίτηση για συνοπτική απόφαση μπορεί να καταχωριστεί ακόμη και μετά την καταχώρηση υπεράσπισης. Το Ίδρυμα δεν αναφέρει οτιδήποτε στη μαρτυρία του προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί κατάχρησης της διαδικασίας και καθυστέρησης στην καταχώρηση της Αίτησης. Πρόκειται περί αόριστου και ατεκμηρίωτου ισχυρισμού. Εν πάση περιπτώσει, όπως κρίνω στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, δεν υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα και/ή εμπόδιο στην καταχώρηση της Αίτησης τον χρόνο που καταχωρίστηκε. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι το Ίδρυμα δεν έχει παρουσιάσει ικανοποιητικά στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν την παροχή σε αυτό της δυνατότητας να προβάλει υπεράσπιση ως προς το ζήτημα των οφειλόμενων ενοικίων. Τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως τα συνοψίζω στη συνέχεια υποστηρίζουν αντίθετα την έκδοση της αιτούμενης συνοπτικής απόφασης: (α) η ύπαρξη σε ισχύ της συμφωνίας ενοικίασης του επίδικου ακινήτου, (β) αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το Ίδρυμα κατέχει και χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα το επίδικο ακίνητο, (γ) αποτελεί παραδεκτό γεγονός το ποσό το οποίο κατέβαλαν οι Εναγόμενοι ως ενοίκια από την έναρξη της ενοικίασης (1.08.2009) μέχρι σήμερα και το οποίο δεν ανταποκρίνεται στο μειωθέν ενοίκιο σύμφωνα με το όρο 1.2 της τροποποιητικής συμφωνίας με ημερομηνία 11.04.2012, (δ) στην παράγραφο 14 της Ε/Δ Χόππα με ημερομηνία 25.02.2019 το Ίδρυμα ζητεί συμψηφισμό των ποσών τα οποία ισχυρίζονται ότι δικαιούνται να απαιτήσουνε με τα αξιούμενα από την ενάγουσα ποσά των οφειλόμενων ενοικίων. Από την στιγμή που το Ίδρυμα ζητεί συμψηφισμό, συνεπάγεται ότι παραδέχεται την οφειλή του και κατ' επέκταση υπάρχει παραδοχή του για τα οφειλόμενα ενοίκια, (ε) δεν επιτρέπεται συμψηφισμός ως ανωτέρω εξηγείται, (στ) τα όσα ισχυρίζεται το Ίδρυμα ότι αποτελούν καλόπιστη υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή αποτελούν επίδικα θέματα στην αγωγή αρ. XXXX/2015 η οποία εκκρεμεί. Μελετώντας τις αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εναγόμενου Ιδρύματος όπως και άλλη που έθεσε υπόψιν μου η ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας αν και θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως καθοδηγητικές ως πρωτόδικες που είναι εντούτοις αυτές κρίθηκαν στη βάση των δικών τους διακριτών γεγονότων. Η ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας/Αιτήριας κατά την τελική της εισήγηση ορθά αντικρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης και πως θα μπορούσε αυτή να εξελιχθεί στη συνέχεια εισηγήθηκε ότι δεν θα επιμείνει με τις αξιώσεις σε σχέση με τα αιτητικά Β, Γ, Δ, Ε και Στ του παρακλητικού του Κλητηρίου Εντάλματος επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα της Ενάγουσας να επανέλθει με νέα αγωγή για τις αξιώσεις αυτές στην περίπτωση που το Ίδρυμα συνεχίσει να μη καταβάλλει σε αυτήν τα συμφωνηθέντα ενοίκια. Επομένως τα ως άνω αιτητικά Β, Γ, Δ, Ε και Στ του παρακλητικού του Κλητηρίου Εντάλματος απορρίπτονται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της ενάγουσας/αιτήτριας. Ενόψει της διαφοροποίησης του ύψους του αξιούμενου ποσού ως αναφέρεται πιο πάνω η ενάγουσα δικαιούται την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως οι αξιώσεις Α, Θ και Ι του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος με την τροποποίηση στο λεκτικό της αξίωσης της παραγράφου Α ως κατωτέρω: Α. Ποσό εκ €280.343,70σ. ως εκκαθαρισμένο οφειλόμενο ποσό για καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια μέχρι την 23.10.2019 (σύμφωνα με την πιο πάνω ανάλυση) με νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας έγερσης της αγωγής ήτοι την 16.01.2018 μέχρι εξοφλήσεως. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα θα είναι υπέρ της ενάγουσας/αιτήτριας και εναντίον του εναγομένου/καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.